Ανατινάζω τα μέγαρα των αιώνων

Ανατινάζω τα μέγαρα των αιώνων,
τα διασπώ σε πέτρες και σίδερα,
ανοίγω τη στρόφιγγα
των μεθυσμένων στίχων μου
για μια πυρκαγιά στα παράνομα στέκια,
στις βαριές κουρτίνες
των τυχαίων συμβάντων,
στους δηλητηριώδεις ουρανοξύστες
του πνεύματος.
Καβαλάρης,
πηδώ τα υπέροχα εμπόδια,
εισβάλω στις γυάλινες πόλεις,
σε πόλεις νεκροζώντανες
κι έτσι βλέπω το φωτισμό
του μέλλοντος σαν νά ‘ρχεται
μέσα απ’ το σύμπαν που αναδύεται
από ένα κράμα
σκοταδιού και άνοιξης.

Κινδυνεύουμε…

Κινδυνεύουμε σε μια εποχή
ετοιμόγεννη
που μας παραμονεύει,
γυρνάμε έρημοι
στους νυχτωμένους δρόμους
κουβαλώντας σαν αποσκευή
την υποχθόνια λύπη
αυτού του κόσμου
που αυτοκτονεί
με πλήξη και τρέλα.
Μια διάχυτη αίσθηση
αηδίας και άδειου,
που χιλιάδες μάτια
την πυροβολούν,
που μεθυσμένοι άγγελοι του ψεύδους
την κατοικούν σκαλίζοντας
τις άγρυπνες φωτιές της
κόλασής μας.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Η ζωή μας έρμαιο

Η ζωή μας έρμαιο
μιας κοσμοπολίτικης ερήμωσης,
σα μια συνείδηση στον παγερό της ύπνο,
λάμπες που παίζουν αδιάφορα
ψεκάζοντας το φως τους
σε μας κάτω στη γη
που θηλάζουμε σαν ναρκωτικό
τους φόβους μας,
ανοίγοντας ανύπαρκτες στοές
εδώ κι εκεί,
καπνίζοντας τη μοίρα μας
σαν βαρύ τσιγάρο
και τα μαλλιά μας από αέρα βρώμικο,
σημαδάκια από λέξεις αγέννητες.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997

Τρύπια στέγη

Ουρανέ, είσαι το ανάστροφο
κρεβάτι ενός πορνείου,
είσαι το άχρηστο πια
κρανίο του νεκρού,
η στέγη σου τρύπησε,
τα κεραμίδια της
γκρεμίστηκαν με κρότο,
οι απελπισίες σου
σφαδάζουν στο πάτωμα
ουρλιάζοντας
με στριγκές φωνές.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

**Η φωτογραφική σύνθεση της ανάρτησης είναι από το http://diffusedlight.blogspot.com

Η αιωνιότητα πεθαίνει από ανία

Η αιωνιότητα πεθαίνει από ανία
έχοντας ξεπεράσει τον εαυτό της.
Δεν έχει ανάγκη από φόβους
να την τρέφουν,
αλλά ούτε και εκπλήξεις,
παρά μόνο έναν
καταναλωτικό θάνατο
να τη συντηρεί.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Σε είδα να φεύγεις

Σε είδα να φεύγεις
μέσα από ροδόδεντρα.
Νεφέλη η σκιά σου
και τα βήματά σου
σαν αίμα νυχτερινό
που ξεμάκραινε
απ’ την πληγή του.
Τα χέρια σου με πάνε μακριά,
εκεί που κουρνιάζουν τυφλά πουλιά,
εκεί που ο άνεμος φυσάει
κι υψώνεται σαν πολωμένη σκιά,
σε άγνωστες κρύπτες φωτός
κι αιθέρια τούνελ αγάπης,
εκεί που βόμβες έρωτα
εκρήγνυνται στο άπειρο
κι ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι…

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Να αιωρούμαι θέλω

Να αιωρούμαι θέλω,
η φωνή μου ν’ αναβράζει από τα δέντρα,
όταν ζυγώνω στη νύχτα
αυτή ν’ ανατριχιάζει σύγκορμη,
οι τοίχοι να σαλεύουν,
το γιασεμί να μυρίζει πιο έντονα,
η θάλασσα ν’ ανασαίνει πιο γρήγορα,
να γίνω πιο δυνατός κι απ’ τα σύννεφα
που κρέμονται πάνω από ηφαίστεια
και πέφτουν με το πρώτο φύσημα τ’ αγέρα,
οι χώρες να στενεύουν θέλω
και τα ποτάμια να λιγνέψουν,
τα βουνά να χαμηλώσουν,
η έγνοια μου να μεγαλώσει
και να με ξεπεράσει,
ν’ απλωθεί απ’ την αυγή ώς τη δύση,
να σκεπάσει όλη τη γη.

* Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Τι χρώμα έχουν οι λέξεις;

Τι χρώμα έχουν οι λέξεις,
αυτές οι λέξεις
που μπλέκονται η μια με την άλλη
σ’ ατέλειωτα κείμενα
σαν να βρίσκουν καταφύγιο;

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Σπαραγμένα βλέφαρα

Σπαραγμένα βλέφαρα
Πρόσωπο εκτεθειμένο στην παγωνιά
Χιλιόχρονα βήματα
με μια πέτρα στο λαιμό
Μολυσμένη θάλασσα
το σήμερα
Γδαρμένο δάχτυλο
που μιλά υπόκωφα

* Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Οι σεισμοί μιλούν

Οι σεισμοί μιλούν
γιατί οι άνθρωποι δεν μιλούν,
αντιμέτωποι με το άρρητο σήμερα,
το αόριστο αύριο,
ψήγματα που εξορύσσουν,
ρανίδες αίματος που αποστάζουν
σε κάθε σημείο
τις πικρές τους ανάσες,
ευωδιά χωρίς ανάπαυλα,
αισθήματα
με ασθμαίνοντες ρόλους
σαν φαρμάκι στις ρίζες της ζωής.
Αλλά κάποτε θα καταλάβουν
ότι είναι βασιλιάδες
σε τοπία χωρίς πηγές,
σε μέρη επιδημιών και σεισμών
όπου κανείς δεν ακούει
γιατί δεν υπάρχει για ν’ ακούσει,
όπου μόνο στιγμιαία βλέμματα
και παράλογες σιωπές κυριαρχούν.
Πώς μπορεί κανείς
να ζήσει μ’ αλληγορίες
που τελειώνουν
κι ανάγκες που τρυπάνε
τα πλευρά;

* Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη
Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το http://diffusedlight.blogspot.com