Δημήτρης Τρωαδίτης, Η ακινησία

Και η ακινησία έχει
τους δικούς της νόμους
ρυθμικές κινήσεις
στο άπειρο
του πεπερασμένου χρόνου

δεν είναι άτσαλος ο χρόνος
περιμαζεύεται και πονά
γελάει και χαίρεται

μας κοροϊδεύει ασυναίσθητα
κατρακυλώντας μέσα
στα ξέφτια των στιγμών μας
που τρέχουν αλαφιασμένα
να προλάβουν χίμαιρες

Δημήτρης Τρωαδίτης, Να ξηλώσουν τα κράσπεδα

Αφιερωμένο στους άρτι εν ψυχρώ δολοφονηθέντες ανθρακωρύχους της Νότιας Αφρικής

Ανταριασμένα αρχεία
στα συρτάρια του μυαλού μου
ζητούν ν΄ αποκτήσουν πρόσωπο
μορφή και οντότητα
στις αυλακωμένες καρδιές
στα βαθουλωμένα μάτια
στα μπράτσα που διστάζουν

φλογισμένες φωτοσυνθέσεις
στα ράφια της ύπαρξής μου
ζητούν να περιπλανηθούν
σε άπατες θάλασσες
να συγκροτήσουν
μαχητικές διαδηλώσεις
με επαναστατικά συνθήματα
παρά την αντίθετη ντιρεκτίβα
της κεντρικής επιτροπής
του κόμματος

τρομερά αρχεία
φωτοτυπίες ανατροπής
προγράμματα δημιουργίας
που δεν φτώχυναν ποτέ
που δεν τροποποιήθηκαν
κάτω απ’ τα χτυπήματα
των ιντρουχτόρων της ιδεολογίας
όλα αυτά που αρνούνται
να γίνουν τροφή υψικαμίνων
ή χωματερών…

προγράμματα λύτρωσης
στις τωρινές μου θεωρίες
για την υπεραξία
και την οργάνωση
θέλω να δοθούν
σε πλήθη αλαφιασμένα
με ζέση και θέληση
να ξεχυθούν στους δρόμους
με στρατηγικές και διεκδικήσεις
να πυρπολήσουν τους ναούς
του αισχρού εμπορεύματος
να ξηλώσουν τα κράσπεδα
να τελειώνουν μια για πάντα
με την υποδούλωση
της τελευταίας μόδας

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δεν υπάρχει φως στα μάτια

Αφιερωμένο στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας

Δεν υπάρχει φως στα μάτια
τρέμουλο στα δάχτυλα
τα πουλιά δεν φτερουγίζουν
όλα πυρακτωμένα
αίμα της καρδιάς
λάβα σε ρίζες δέντρων
πληγές από πύρινα βέλη
ξεραΐλα σε ατέρμονα σχήματα
ψυχές ξεριζώνονται
σ’ ανασκαλεμένη γη
με σύνεργα καλοφτιαγμένα
για θάνατο και φρίκη

ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
και σε ποια ιδέα να μυηθείς
ποια μορφή να τραγουδήσεις
και ποια φωνή να βγάλεις
σε εκτάσεις αλλόφρονες
που το λιοπύρι στέγνωσε
τα δάκρυα και οι βρύσες
ηφαίστεια οι πηγές
στοιχειωμένα τα νάματα
πυρκαγιές στη ζήση

δόντια τρεκλίζουν
σε σύγκορμες ανατριχίλες
ρωγμές στα μάγουλα
σφύριγμα που παραπαίει
τα δειλινά αποξεχάστηκαν
υπνοβάτες μ’ αλλήθωρα βλέμματα
φτύνοντας λάσπες και οργή
στο απερίγραπτο δάσος
των μεταμεσονύχτιων ίσκιων
τα άλλοτε ανένδοτα τοπία ενέδωσαν
στα ρουμάνια τους τα νυχτοπούλια
λικνίζονται σ’ αγέρηδες
κεραυνούς που τα κυνηγούν.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι πόνοι

Οι πόνοι σαϊτιές στο σώμα
θραύσματα στο μυαλό
υπογραφές σ’ αδιάβαστα συμβόλαια

οι πόνοι νεράϊδες χορού
ψάχνοντας για ταίρι
εν μέσω χειμώνα διαρκείας

οι πόνοι αστερισμοί διαψεύσεων
ανακυκλωμένα λόγια ημερομηνίες
που έγιναν θεσμοί

οι πόνοι πετροβολητό στ’ αδέσποτα
να διώξουμε το γρύλλισμά τους
να ουρλιάζουμε μόνοι μας

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δες με

δες με που περιφέρομαι
ίδιος με ξέμπλεκες τούφες μαλλιών
να προλάβω το αγέρι
που χώνεται στις ξέσκεπες καμινάδες
των ανθρώπινων ονείρων

δες με που περιφέρομαι
έξω από κλειστές πλατείες
με πλακόστρωτα λήθης
κι αλέες υστεροφημίας
αγορασμένες σε μαγαζιά ευκαιριών

δες με που ξεστρατίζω
με μια αλήτικη διάθεση
να διασπάσω τις αδάμαστες
κορνίζες των καιρών
να τους δώσω υπόσταση
στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου

δες με που βρίζω ασύστολα
βωμούς και θεούς
απαστράπτουσες προσωπικότητες
συντεφένια πλαστικά
είδωλα των θεαμάτων της πεντάρας
που προκαλούν ημίγυμνα
τις μνήμες μας

δες με που πασχίζω
μια καθοριστική κλωτσιά να δώσω
στ’ αγάλματα και τις ρύμες
που καμώνονται την ποίηση

δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου
σε παράταξη μάχης
στ’ αλώνια του χρόνου
με την κραυγή

στον αγύριστο
μεσίτες της ζωής μας

Δημήτρης Τρωαδίτης, Προσωπεία

Το χειροπιαστό και το άυλο
το καλό και το κακό
οι ανάστροφοι άγγελοι
οι μετωπικοί διάβολοι

προσωπεία πρωτόγονων
προσωπεία-μήτρες
προσωπεία-φόρμες

καλούπια
γκριμάτσες
αλλόκοτη φρασεολογία
ελάχιστα πάρε-δώσε

οι διαφορές είναι μόνο
γεωγραφικές
κι ας καμωνόμαστε
τους αμέριμνους.

16 Ιούλη 2011

Δημήτρης Τρωαδίτης, Προσκυνήστε, Ω! πιστοί!…

Οι μέρες της ευτυχίας πέρασαν
κόλλησαν σαν λάδι σε γρανάζια
κι εξαυλώθηκαν με το πρώτο φύσημα
της νέας ακαταστασίας πραγμάτων

οι άκρατες ώρες της ευδαιμονίας
έγιναν παρανάλωμα του πυρός
της νέας φτώχειας
που σιγόβραζε στο υπόστρωμα
της κοινωνικής ευαισθησίας

οι στιγμές της ατέλειωτης κραιπάλης
μεταμορφώθηκαν σε βαριά ρινίσματα
μιας νέας εκμετάλλευσης
με μελανοχίτωνες ως προφήτες
και νέα σιδερόφρακτα τάγματα
ως ταγούς των νέων φαντασμάτων

Προσκυνήστε, Ω! πιστοί!…

μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού
προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα

υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο
των αναβαπτισμένων αγαλμάτων
στην αχλύ του νέου τύπου ανθρώπου
που μπολιάστηκε με υστεροφημίες
κι είναι έτοιμος να πλέξει ξανά
τη φανέλα του στρατιώτη
για τη δόξα των νέων πατρίδων
των αγορών και των στατιστικών

αφεθείτε στα πλοκάμια τους
αφεθείτε στην υποκριτική θαλπωρή τους
ξαπλώστε δίπλα τους
σε προκρούστεια κρεβάτια
κι αλώστε τις Κερκόπορτες
της όποιας ιδιωτικότητας απέμεινε
να χάσκει τρομερά μόνη
σε καταρρέοντα μπαλκόνια.

Ο θάνατος της δημοκρατίας

Η οπτασία της δημοκρατίας
στρωμένη φαρδιά πλατιά
στα στασίδια της διαπλοκής
λογοκοπούσε ασύστολα
με ύφος σαράντα αμπελοφιλόσοφων
ως άλλων καρδινάλιων…
Κι αφού οι οπαδοί της
βαρέθηκαν να στήνουν αυτί
στα ίδια και τα ίδια
άρχισαν ένας-ένας
να την μουντζώνουν
γυρνώντας της τις πλάτες,
βλαστημώντας στους πέντε ανέμους…
Και τότε αυτή κοντοστάθηκε
φορώντας την ίδια κακόγουστη μάσκα
σαν μακριά ξενυχτισμένος
αποκριάτικος πανηγυριώτης
κι άρχισε να τους φτύνει κατάμουτρα,
τα σάλια της πετάγονταν μακριά
ώς εκεί που άλλοι πιστοί της
προσεύχονταν γι’ αυτήν,
σε κοινοβούλια όμοια με ναούς
και κομματικά γραφεία
όμοια με μαυσωλεία
περασμένων μεγαλείων
κι η ξινισμένη της ανάσα
σαν πολυκαιρισμένο γιαούρτι
σε ελαττωματικό ψυγείο
έστελνε τα βόλια της χιλιόμετρα μακριά
μέχρι που ξεψύχησε η ίδια
πνιγμένη στα αναφιλητά της
που έμοιαζαν με παλιρροιακούς στρόβιλους
αναλγησίας, αλαζονείας και σιχαμάρας.

17/1/2005

Αντιστάσου…

Αντιστάσου στο καθημερινό
ασφυκτικό που στοιβάζεται
στις μνήμες και τα αισθήματα,
στις στιγμές και τις εικόνες.
Η ζωή δεν είναι μόνο
η διεκδίκηση του πάθους,
είναι κι η καταστροφική ηδονή
που μας διαπερνά,
ο εχθρικός χειμώνας
που ο ένας διαβάζει στη σκέψη του άλλου,
το μίσος των βλεμμάτων,
το αφηρημένο και πικρό
το άβουλο μίγμα σαρκασμού
και τα αβάσταχτα καρυκευμένα βάσανα
που το αίμα φορτώνει στις φλέβες.
Μνημόνευσε την αναρχική
λογική της φύσης,
βρες δρόμους που τέμνονται,
γεφύρωσε τα χάσματα,
διέρρηξε τις Κερκόπορτες των ονείρων
φώτισε τα σκοτάδια τους,
διατάραξε τον ακανθώδη ύπνο
των πλαστικών ηρώων σου,
πάρε βαθιά ανάσα
κι αναδύσου στο φως.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Για μια λυτρωτική εξίσωση αγάπης

Ο ουρανός
αντεστραμμένη θάλασσα
και τα σύννεφα
νησιά
όπου τρέχει η φαντασία
για μια λυτρωτική
εξίσωση της αγάπης.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.