Αλλά ήρθε η στιγμή που ο μικρός ποιητής, αφού πολύ έγραψε στην άμμο, στους τοίχους και στα χαρτιά, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην έκδοση.
«Καλημέρα», είπε. Ήταν κάποιο γραφείο εκδόσεων γεμάτο στοίβες ποιήματα.
«Καλημέρα», είπαν τα ποιήματα. Ο μικρός ποιητής τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο ποίημά του.
«Τι είσαστε;», τους ρώτησε έκπληκτος.
«Είμαστε ποιήματα», είπαν τα ποιήματα.
«Α!» έκανε ο μικρός ποιητής… Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος. Το ποίημά του, του ’χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν χιλιάδες μέσα σ’ ένα μόνο γραφείο.
«Θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το ’βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα ’βηχε πολύ και θα ’κανε πως πεθαίνει, για ν’ αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα ’μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ’ αφηνόταν στ’ αλήθεια να πεθάνει…»
Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο ποιήματος και δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο ποίημα. Αυτό κι η ποιητική μου συλλογή, που περιμένει να εκδοθεί και που ίσως να μην εκδοθεί ποτέ, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο ποιητή…» Και ξάπλωσε στα χαρτιά κι έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε ένας υπεύθυνος εκδόσεων. Continue reading →
Θεωρητικά ο ουρανός θα έπρεπε να είναι έναστρος αυτή τη γλυκιά βραδιά, όμως τα άστρα τα επισκίαζαν τα φώτα τις πόλης, και ο θόρυβος από τα αμάξια δεν σ” άφηνε να γαληνέψεις ούτε αργά την νύχτα. Περπάταγε χαλαρά, παράλληλα με τις γραμμές του τρένου, κοιτώντας εδώ και κει στις γωνίες του δρόμου και σε κανένα καλάθι σκουπιδιών στις κολόνες για τίποτα που να αξίζει τον κόπο, βασικά για κάτι που να τρώγεται. Όχι πως ήταν τελείως νηστικός, κάπως είχε καταφέρει να ξεγελάσει την πείνα του και σήμερα, έστω και με κάτι μισοσάπια φρούτα που βρήκε μετά το τέλος μιας λαϊκής κι ένα μισογεμάτο σακουλάκι πατατάκια στην στάση ενός λεωφορείου. Ανέβηκε στην μικρή πεζογέφυρα για να περάσει απέναντι τις γραμμές, στάθηκε όμως πρώτα λίγο πάνω της και, ακουμπώντας στην κουπαστή, χάζεψε ένα τρένο που έτυχε να περνάει εκείνη την ώρα.
Και αν πήδαγε; Δε θα έχανε και τίποτα. Ένα ακόμα συμβάν στα τόσα, μάλιστα θα τους παίδευε να βρουν την ταυτότητά του. Ποιους άραγε θα καλούσαν στο νεκροτομείο για την αναγνώριση; Ίσως τον πατέρα του, θα είχε τάχα κι εκείνη την ύστατη στιγμή την αποστασιοποίηση που είχε σ” όλη του ζωή; Μπορεί απλά να έλεγε ένα ξερό «Αυτός είναι», φυσικά αν ζούσε ακόμα ο γέρος του. Αλλιώς; Τη Λένα; Ή τη Μαρίνα; Μπα, αποκλείεται, πού θα τις βρίσκανε; Τίποτα άσχετα ξαδέρφια και θείους που σίγουρα θα είχαν ξεχάσει την ίδια του την ύπαρξη. Στην κηδεία όμως; Ναι, εκεί θα ερχόντουσαν όλοι τους… Θ’ ανταμώνανε μετά από πολύ καιρό… Στα μαύρα, σιγά την διαφορά από τις άλλες μέρες! Και θα καπνίζανε, συνέχεια θα καπνίζανε… Θ’ αρπάζανε το φέρετρο μέσα από την εκκλησία, θα πέταγαν μακριά τα στεφάνια, θα το βγάζανε στον περίβολο και θα ερχόντουσαν ο ένας μετά τον άλλο δίπλα του και θα λέγανε ιστορίες… Οι πιο πολλές θα ήταν αστείες, κάποιες θα ήταν συγκινητικές… Το γέλιο και το κλάμα θα εναλλάσσονταν. Θα ψάχνανε μια σημαία να απλώσουν πάνω, αλλά κανένας δεν θα το είχε σκεφτεί, έτσι θα απλώνανε το μπορντό σάλι της Μαρίνας και ξεκινώντας για τον λάκκο θα ψιθύριζαν:
«Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι…» Continue reading →
Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με τη μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δεν γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο, μόνη, να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.
Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.
Και τα κατάφερε. Έφυγε. Πέρασε σε μια σχολή δημοσιογραφίας και έπιασε αμέσως δουλειά, αρχικά σε μια μικρή δημοτική εφημερίδα και έπειτα στο Βήμα. Όχι όμως σε κάποιο δυνατό πόστο, αλλά στο δικαστικό-εγκληματολογικό. Το είχε επιλέξει επειδή γενικά δεν είχε τρέξιμο. Μοναδική εξαίρεση, όλα αυτά τα χρόνια, η υπόθεση Κοσκωτά.
Το χωριό σπάνια το επισκεπτόταν ως φοιτητής. Χριστούγεννα και Πάσχα. Και αυτό για χάρη της μάνας του. Μέχρι που η κακομοίρα πέθανε. Μετά δεν ξαναπήγε. Δεν τον ξανάδαν. Ούτε και ο ξάδερφός του, ο Κώστας, που τα λέγανε καμιά φορά στα πεταχτά στο Φλοράλ, στην πλατεία Εξαρχείων. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης.
Με τους συναδέλφους στην εφημερίδα το να πεις ότι είχε τυπικές σχέσεις ακούγεται, και ήταν όντως, υπερβολικό. Για την ακρίβεια ήταν κάτι μεταξύ ψυχρότητας και τυπικότητας.
Με το γυναικείο φύλο δεν είχε καμιά επαφή. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια φορά που προσπάθησε να τον προσεγγίσει μια συνάδελφος, πιο πολύ από περιέργεια παρά από ενδιαφέρον, και τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε σε δούνε ταινία σε κάνα θερινό, αυτός απάντησε μονολεκτικά και αποστομωτικά: «Όχι». Δεν γελούσε ποτέ. Κανείς ποτέ δεν τον είδε έστω να χαμογελά. Ούτε καν με τα ανέκδοτα και τα αστεία που ακούγονταν κατά καιρούς σε στιγμές χαλάρωσης στην εφημερίδα. Continue reading →
Μη με φθονείτε, άγγελοι, που ξαναβρίσκω την αγάπη.
Γόνιμοι σπόροι αρμέγουνε υγρά μέσα στο χιόνι που επιθύμησα, χλωρό σιτάρι κυματίζει στο χωράφι μου και δένει ψίχα. Δεν έχει ανάγκη από νίκες η ζωή, γιατί είναι αθάνατη. Κι όταν σκληραίνει κάποτε, το κάνει αθώα. Μα, τώρα, βούτυρο η καρδιά, ήλιο διψάει και ρέει. Το ύστερο πουκάμισό της, Άννα, σου εμπιστεύομαι, για να το πλύνεις στις νεροτριβές. Μαζί με τα μπαμπάκια σου, μαζί με τα προικιά σου. Το ξέρω, θα το δεις κι εσύ – σύσσωμη αναπαρθενεύεται η ύλη της, κάθε που δάχτυλα γυναίκας τη μαλάζουν. Αδειάζει όλο το αίμα το κακό, δαιμόνια αγαθά την κουμαντάρουν, αφοπλίζεται. Κοίτα την πώς εξευμενίζει τους καθρέφτες, πώς πάλλεται και οι άγριοι ίσκιοι εξορίζονται μονάχοι τους.
Δεν έχει πλέον μέλανες δρυμούς η μνήμη μου, μόνο τα μάτια της συγχώρεσης, που και την ξενιτιά ακόμη αποκρυπτογραφούμε. Την κάνουν σπίτι με παιδιά κι ένα σκυλί καλό στην πόρτα. Γιατί κανένας πια τον φόβο δεν επικαλείται διαρκώς, κανένας δεν τον στήνει ξόανο στη μέρα του. Αγάπησέ με. Εκεί που πριν οι χθόνιες ανηφόρες και τα σήμαντρα, τώρα ζεστό ένα σκέπασμα απ’ των κυττάρων μου τη θέρμη. Χάδια τροχίζουνε τα λόγια και τα χέρια μου, όχι ατσάλι. Κι όπως οι έξοδοι κινδύνου αναιρούνται (δεν έχει τοίχους πια ο οίκος μου, στους πέντε ανέμους ανοιχτός και στην πνοή σου), ξύπνα χορεύοντας, ξύπνα ν’ ανάψεις την εστία, γίνε μοίρα μου.
Από τον καιρό που χάσαμε τον πατέρα μου η μητέρα μου το ήξερε πως θα έπαιρνα τη θέση του στο χωριό.
-Δεν θα το κάνεις, μονολογούσε.
-Θα το κάνω, απαντούσα.
Για μια κοπέλα το να πάει στην Αρένα και να υποστεί ταπείνωση ήταν κατόρθωμα.
-Δεν θα το κάνεις, μου έλεγε.
-Το χρωστώ στον εαυτό μου, μάνα.
Η Αρένα δεν ήταν για αθλήματα. Σαν αμφιθέατρο έμοιαζε. Μικρό κι απόμακρο. Παλιά είχανε λίγους ταύρους στο χωριό και κάθε μήνα οι πιο γενναίοι βρίσκονταν στα κόκκινα, ξερά της χώματα κι έπαιζαν μ’ ένα θάνατο αλλιώτικο. Θάνατο ταπείνωσης. Αφότου σκοτώθηκε ένας συγχωριανός μας την πήρε ένας κοντοχωριανός και την έκανε ταβέρνα. Μεθούσε ο καθένας με πιοτό δόξας, κι ας ήταν κερασμένο, κι ας ήταν ξινισμένο. Μια μέθη που ζητούσαν τα κουρασμένα πνεύματα.
Κάθε Δευτέρα του Αυγούστου, στις πέντε το απόγεμα, η Αρένα διασκεδάζει τον λίγο κόσμο του χωριού. Το φεγγάρι βγαίνει νωρίς και τις μέρες που είναι γεμάτο δεν μπορείς να κρύψεις ούτε υπαινιγμό ούτε υπεροψία.
Μετριούνται στα δάχτυλα οι Χωματιανοί. Ορισμένοι έχουν την καταγωγή τους σε μια ομάδα που κατέβηκε παλιά από τα βουνά και τις συγγενικές λίμνες και περνούσε τους δύσκολους μήνες του χειμώνα στο Χώμα. Όμορφοι άνθρωποι μα σαν περνούσαν τα χρόνια, και το χωριό τους είχε πνιγεί στα χιόνια, ήρθαν και ρίζωσαν στο δικό μας. Δεν τους άρεσε πως τους φιλοξενήσαμε. Γιατί είναι πιο δύσκολο το να δεχτείς από το να δώσεις. Θέλανε να τα βάζουν με τους παλιούς που είχαν όνομα φυτεμένο, ριζωμένο στο Χώμα. Δουλευταράδες ήταν οι φιλοξενούμενοι, και καλόκαρδοι οι πιο πολλοί, μ’ αυτοί οι λίγοι, οι τσενγκένηδες, θέλανε άλλο από χρήμα, θέλανε το όνομα των αρχονταραίων και αυθεντών. Ας το αποκτούσαν! Έτσι, οι θρασείς, που βιάζονταν για δόξες και τέτοια γίνανε αλαζόνες, ρισκαδόροι και ψεύτες, ανήθικα με λίγα λόγια στόματα. Continue reading →
Ήταν Σάββατο 21η Μαρτίου 2043 που αποκεφάλισαν τον ποιητή.
Ο αποκεφαλισμός είχε οριστεί για τις εννέα το πρωί. Μαζί με δύο φίλους πήγαμε στο σημείο της εκτέλεσης, στην πλατεία Κοτζιά, κάνα τέταρτο νωρίτερα.
Στη μέση της πλατείας από το προηγούμενο βράδυ είχε στηθεί το ικρίωμα, μια πρόχειρη, άβαφη κατασκευή ύψους δυόμισι μέτρων. Στην κορυφή του πλαισίου βρίσκονταν η λεπίδα· γυάλιζε κάτω από τον λαμπερό ήλιο.
Ήταν Σαρακοστή. Πολύ σπάνια γίνονται εκτελέσεις τη Σαρακοστή. Όμως κρίθηκε σκόπιμο να τον εκτελέσουν για παραδειγματισμό.
Διακόσιοι οπλισμένοι στρατιώτες σε στάση ανάπαυσης έστεκαν περιμετρικά της λαιμητόμου.
Η ώρα πήγε δέκα και τίποτα δεν είχε συμβεί. Από στόμα σε στόμα διαδόθηκε η φήμη ότι ο ποιητής αρνούνταν να εξομολογηθεί, γι’ αυτό και η καθυστέρηση.
Ξαφνικά από τα μεγάφωνα ήχησαν τρομπέτες. Οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή και ο λίγος κόσμος πλησίασε περικυκλώνοντάς τους. Κάποιοι ιερείς περιέφεραν αργά και πένθιμα μια εικόνα του Εσταυρωμένου γύρω από το ικρίωμα.
Ο ποιητής εμφανίστηκε στην εξέδρα ξυπόλητος και με τα χέρια δεμένα. Ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, με πρόσωπο χλωμό και καστανά μακριά μαλλιά.
Γονάτισε αμέσως κάτω από τη λεπίδα. Από κάτω υπήρχε ένα κουτί από χαρτόνι, μέσα στο οποίο κύλησε την επόμενη στιγμή το κεφάλι του.
Πετάχτηκε μπόλικο αίμα τριγύρω.
Μετά από λίγο ο δήμιος, κρατώντας το κεφάλι του ποιητή, έκανε το γύρο της εξέδρας δείχνοντάς το στο πλήθος. Όλοι μας παρακολουθούσαμε αμίλητοι. Έπειτα το κάρφωσε σ’ έναν όρθιο πάσσαλο στην μπροστινή πλευρά.
Κανένας δεν αισθάνθηκε το παραμικρό. Δεν υπήρξε καμιά έκφραση αηδίας, οίκτου ή λύπης.
Λίγο μετά απομάκρυναν το πτώμα, καθάρισαν τη λεπίδα και ξέστησαν το ικρίωμα.
Η παράσταση έλαβε τέλος.
Έστριψα ένα τσιγάρο.
*Βασίζεται στο Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη, του Charles Dickens, από το Pictures from Italy, μετ. Γιάννης Παλαβός, Το Δέντρο, τχ. 197-198, Μάιος 2014.
**Το διήγημα αυτό και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη Θράκα στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2014/12/blog-post_28.html
ψαράδες. «Μην ανησυχείς, φτιάχνουν κομπόδεμα και θα ’ρθουν, μπάρμπα Ηλία. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν».
Ο μοναχικός γέρος σταυρώνει τα χέρια, χαμηλώνει το κεφάλι και προσεύχεται για τα δυο αγόρια του που έφυγαν, ο ένας μηχανικός στη Γερμανία και ο άλλος οδοντίατρος στην Αγγλία, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του. Τα ήμερα μάτια του μένουνε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
«Ναι, μπάρμπα Ηλία, έτσι θα ’ρθουν, σαν τους γλάρους σου. Μην απελπίζεσαι».
Και οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρνουν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
«Αλήθεια», του λένε, «πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπάρμπα Ηλία; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι…»
Τον ρωτούν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μ’ όλο που την ξέρουν.
Τα είχε βρει μικρά, μες τους βράχους, δυο γλαροπούλια, αμάλαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο σπίτι του. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του.
Μια ημέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε…»
Μες τις αναμνήσεις του, μες την καρδιά του, εκείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά.
«Λοιπόν…, εσένα θα σε λέμε Βασιλάκη», είπε στο ένα πουλί. «Κι εσένα θα σε λέμε Αργύρη…»
Έτσι από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Και οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Όταν μεγάλωσαν και ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να τα έχει σκλαβωμένα. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες τα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ ελαφριά.
«Άντε, λοιπόν, Βασίλη», είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του και τ’ άφησε να φύγει.
Το πουλί πέταξε και έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο και ύστερα το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα εκείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο παράθυρο του σπιτιού του μικρά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε! Πετούσε από τη χαρά του σαν να ήταν τα παιδιά του που ήρθαν να τον δουν! Άνοιξε το παράθυρο να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γίνεται. Τα πουλιά φεύγουν το πρωί, ταξιδεύουν ως τον Γαββαθά, ή ως τη σκάλα της Ερεσού και τα βράδια γυρίζουν. Κάνουν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούν πάνω από το σπίτι του μπάρμπα Ηλία. Αν είναι χαμηλά ο γέρος μπορεί να τα ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια κάτω απ’ τις φτερούγες. Και σαν βγαίνει με τη βάρκα και αυτά τριγυρίζουν εκεί κοντά χαμηλώνουν και τσιρίζουν από πάνω του. Τα έχουν μάθει και οι άλλοι ψαράδες και σαν τα βλέπουνε φωνάζουνε γελώντας:
«Ε, Βασίλη! Ε, Αργύρη!»
Έτσι περνούν οι μέρες στο «χερσονήσι», στα ανατολικά της Λέσβου, ανάμεσα από το Σίγρι και τα Λάψαρνα. Δεν έχει όνομα, και οι ψαράδες το λένε απλά έτσι: το χερσονήσι. Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, έξω από θάμνους. Γυμνό και έρημο. Όταν ο καιρός είναι καθαρός ξεχωρίζουν τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα από το πέλαγος.
Ο μπάρμπα Ηλίας, ο μοναχικός γέροντας της μικρής χερσονήσου, δε ρωτά πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Απ’ το καφενείο στο Σίγρι δεν περνά. Δε ξέρει τίποτα και δεν τον νοιάζει. Όλος ο κόσμος στενεύει μέρα με τη μέρα.
Οι τελευταίοι σύντροφοι, που αλλάζει πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους, είναι κάτι ψαράδες, που, σα δεν τους παίρνει ο καιρός, αράζουν στο λιμανάκι, μένουν εκεί και λένε για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούν εκεί. Τότε, στις μακρινές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τελειώνουν, έρχεται η ώρα για τα δυο παιδιά του.
«Δουλεύουν όλη μέρα», του λένε οι
Ο άνθρωπος που θέλει να πεθάνει
θέλει να πεθάνει
επειδή θέλει να ζήσει.
Ακούγεται μια εκκωφαντική σιωπή από τα πρόσωπα που κάποτε αγάπησε (Θεέ
μου λυπήσου τον, ας μην τ’ αγαπάει πια) και από τα μέρη που κάποτε
επισκέφθηκε (Θεέ μου λυπήσου τον, ας μην τα επισκέπτεται πια).
Εκείνος ήξερε πως ο δίσκος θα παίζει
μουσική -υπέροχη, θεσπέσια, μαγική μουσική- και ίσως ο δίσκος να έπαιζε για λίγο μουσική, μα πλέον δεν ακούγονται νότες, μονάχα η σιωπή. Και είναι καιρός ν’ αφαιρέσει, επιτέλους,
τον δίσκο.
Πριν αφαιρέσει τον δίσκο
ο άνθρωπος που θέλει να πεθάνει
επισκέπτεται τρεις πίνακες που
(κάποτε) έπαιζαν μουσική για κείνον.
Είχε μπει ο Σεπτέμβρης. Ερχόταν μια ψύχρα απ’ τη θάλασσα. Είχε συννεφιά. Η πρώτη συννεφιά του καλοκαιριού. Κάποια στιγμή αναρίγησα. Έπρεπε να είχα φορέσει μακρυμάνικο. Έπλενα τις καρέκλες στην καφετέρια πάνω από μισή ώρα. Φταρνίστηκα.
«Έχει γούστο ν’ αρρωστήσω», αναρωτήθηκα και συνέχισα. Είχα αρκετές ακόμα.
Τότε άκουσα ένα αυτοκίνητο να σταματά στο δρόμο απέναντι. Ήταν η Λένα. Πάρκαρε μια κάμπριο μερσεντές σ’ ένα αλμυρίκι και κατέβηκε. Φορούσε ένα «καυτό» σορτσάκι, πλατφόρμες και ένα «ανοιχτό» πουκάμισο με κόμπο στη μέση. Με πλησίασε.
«Άδειασε το χωριό ξαφνικά».
«Δεν είναι για έξω σήμερα… Δεν κρυώνεις;» τη ρώτησα κοιτάζοντας χαμηλά στον αφαλό της. Με στραβοκοίταξε. Δεν απάντησε.
Σημάδεψα με το λάστιχο μία καρέκλα και την πιτσίλισα κατά λάθος. Τραβήχτηκε πίσω.
«Σόρι, ρε συ Λένα».
Κοιτάζω έξω από τα παράθυρα τα σύννεφα. Το πάει για βροχή. Θα βρέχει το τριήμερο.
Στο σαλόνι το πολύ είκοσι επιβάτες. Σα φαντάσματα είναι τα μεγάλα πλοία όταν είναι εκτός εποχής. Δεν υπάρχουν τουρίστες, το προσωπικό ελάχιστο, όλοι φοράνε χειμωνιάτικα. Έχουμε μπροστά μας δέκα ολόκληρες ώρες ταξίδι, αναρωτιέμαι πώς θα περάσουν.
Σε λίγο μπαίνουν δύο γυναίκες. Κάθονται σχεδόν απέναντί μου. Η μια είναι γριά, η άλλη νεότερη, μοιάζουν πολύ, σα δυο σταγόνες νερό. Η γριά φοράει γυαλιά, η νέα όχι. Μάλλον είναι μάνα και κόρη. Η κόρη παραγγέλνει μια πορτοκαλάδα, η γριά τίποτα.
Κάθομαι όσο πιο αναπαυτικά μπορώ, βγάζω το λάπτοπ και αρχίζω να γράφω. Η κόρη απέναντι με κοιτάει.
«Και σεις Αστυπάλαια πάτε;», με ρωτάει μετά από λίγο. Δεν είναι βαμμένη, περιποιημένη. Έχει παρατήσει τον εαυτό της.