Γεωργία Τρούλη, Μετρό Θεσσαλονίκης (σχέδιο 1)

ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011 179

Έκανε περισταλτικές κινήσεις το πρωινό πάνω από την πόλη. Σαν λεπτό έντερο που μοχθούσε να απλωθεί σε μήκος αγωνιώδες, τεράστιο, με όλους τους θορύβους και τα υγρά μιας συνοικίας ανθρώπων. Εκείνη την ημέρα, εκείνο το πρωί κανένας άνθρωπος δεν ξύπνησε με κόπο. Κανείς δεν ξύπνησε με καμιά υποχρέωση. Σηκώθηκαν όλοι σαν φυλλώματα ενός τεράστιου δέντρου που μόλις λίγη ώρα πριν είχε λάβει την τελευταία ανάσα νερού από το βάθος μιας γης. Φυλλώματα με πλήρη άγνοια και πλήρη έκπληξη για τον κόσμο. Κανείς δεν πήγε σε καμία εργασία, κανείς δεν χρησιμοποίησε μεταφορικό μέσο για καμία μετακίνηση. Κανείς δεν έλαβε πρωινό αλλά και για κανέναν δεν υπήρξε αίσθημα πείνας.

Συγκεντρώθηκαν ο καθένας στην ρωγμή της γειτονιάς του. .Ένα τεράστιο κομμάτι γης έχασκε στο μέσο ή στην άκρη του κάθε δρόμου της κάθε συνοικίας περιφραγμένο με αλουμίνιες ραβδωτές περιφράξεις. Πάνω τους πρόχειρα επικολλημένες αφίσες στα παραπήγματα: «Μπαμπά Είμαι Γκέι» «Αλληλεγγύη στον Νίκο Ρωμανό» «Εκτελούνται έργα» «Crave της Sarah Κane / θέατρο Αυλαία 18-21 Μαρτίου»

Σε ένα αδιόρατο ή σε κάποιο χαίνον, καλά προσδιορισμένο σημείο της κάθε δικτυωτής ραβδωτής περίφραξης, υπήρχε πρόσβαση στην μελλοντική υπόγεια διάβαση. Η κατασκευή του Mετρό απασχολούσε σωματικά τριακόσιους εργαζομένους καθημερινά, ενοχλούσε συχνά το Υπεχωδέ γραφειοκρατικά και προβλημάτιζε κάποιους οραματιστές αρχαιολόγους σε έναν επίτοπο χρόνου που δεν τους επιβεβαίωσε ποτέ. Τους λοιπούς, εκνεύριζε..

Δημιούργησαν σειρές σπειροειδείς, κινούμενες, σώμα πίσω από σώμα, ένα έντερο που θέλει επιπλέον χώρο στο σώμα. Κανείς δεν αντάλλαξε κουβέντα με κανέναν. Στοιχισμένοι, εντοιχισμένοι ο ένας πίσω από τον άλλον. Το βλέμμα τους μερικό, απορημένο από την μαγνητική έλξη ενός ρυθμού που τους καλούσε στην είσοδο μιας γης. Ένα βλέμμα που οδηγούσε σε πλήρη απάθεια. Είχαν βρει όλοι μια κίνηση εσωστρεφή. Χώνευαν τις ακυρώσεις, τις μεταποιήσεις, τις προσφορές, την διάλυση των τιμών. Η κένωση γινόταν πλέον από το στόμα. Λέξη καμία. Σκέψη καμία. Πλήρης αναστροφή του εντέρου.

Κάθε γειτονιά είχε αποκτήσει το δικό της πεπτικό σύστημα. Το κάθε του τμήμα ήταν ένα ανθρώπινο σώμα και μια απόφαση.
Continue reading

Γεωργία Τρούλη, Δεδηλωμένα – Η μασέλα – Η κόγχη

173552g-3.el_topo

[Έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κόγχη τούτη την μικρή/ σ’ όλη την γη την χάλασες]

Θα περάσουμε κάποιες φορές στην απέναντι όχθη. Θα χορέψουμε την μουσική με όλη μας την ένταση. Θα φορέσουμε τα καλύτερα παπούτσια στα χέρια. Θα παίξουμε με μια τεράστια πόρτα της Φλωρεντίας «άνοιξε-κλείσε». Θα την έχουμε θεματοφύλακα αναχωρήσεων. Μια κούπα σούπα ζεστή, σύμβολο αφίξεων. Θα περιστρέφουμε τα ζιζάνια της απόφασης.

Θα ζευγαρώνουμε. Κι ένα κλωνάρι ευκάλυπτου και μάραθου θα λέει ‘Μην Ενοχλείτε’ στην παραμορφωτική μας εικόνα. Θα αλλοιώνουμε την αφύσικη ενήλικη γνώση μας με πισωγύρισμα σε ηλικία που ιδιαίτερα δεν μας ανήκε. Θα την κουβαλάμε από το χέρι την σκληρότητα και θα πλατσουρίζουμε σε λακκούβες νερό. Νερό που ξεχάστηκε από βροχή. Θα λέω καλύτερα ‘νερό που λίγο θέλησε λίμνη να γίνει’. Θα ανοίξουμε δρόμο για ποταμό έπειτα, θα γεφυρώσουμε χάσμα. Θα στουμπώσουμε τους φόβους σε κούτες και θα καλέσουμε την μεταφορική για μετακόμιση και μετοίκηση σε μεταμοντέρνα σχέδια κλαδιών. Θα λέμε ‘Είμαστε πουλιά’. Εγώ ίσως αυτό. Εσύ μάλλον το άλλο. Θα καταναλώσουμε λόγια και υπόσχεση. Μεταλογικά θα πούμε ‘μετά την αναχώρηση από το ταμείο ουδέν θα αναγνωριστεί ένσημο δεδουλεμένο, συναίσθημα δεδηλωμένο, άγγιγμα δεδικασμένο’. Δεν θα μας νοιάξει τίποτα. Οι ξεδοντιασμένοι θα μας φαίνονται πολύ μακριά αλλά εγώ θα σου θυμίζω πως η φτώχια ενός λαού από τα δόντια φαίνεται. Θα ακουμπάμε τα μάτια μας το βράδυ σε ένα ποτήρι νερό και θα κοιμόμαστε χωρίς να βλέπουμε κάτι στον ύπνο. Κυρίως ο ένας τον άλλον.

Θα κάνουμε παιδιά, ποιήματα, ταξίδια, ψευδοεπαναστάσεις, επαναπροσδιορισμούς και επανέναρξη της μικρής εταιρείας μας. Ένα- ένα τα δόντια μας λιγότερα αιχμηρά αλλά περισσότερο σαρκοβόρα. Πώς γίνεται, μην απορείς. Κάποτε χαμογελούσαμε και σου έλεγα ‘βλέπω μικρά λευκά ζάρια χωρίς βούλες όταν χαμογελάμε’. Κι εσύ μου έλεγες ‘ βλέπω κύβους κατάλευκης ζάχαρης’. Μετά από καιρό θα σου λέω (και ως το μεδούλι θα με πιστεύεις}’Τίποτα δεν με περιέχει-μόνο περιέχω’. Κάποια στιγμή θα φωνάζεις και θα το ακούω σε όλο τον λαβύρινθο του αυτιού μου ‘Ζήσε ζήσε ζήσε’.

Και τότε θα χαιρετιστούμε σαν πιγκουίνοι με λίγο απομακρυσμένο από τον ώμο το μπράτσο. Μόνο κερκίδα και ωλένη σε κίνηση-Σαν πιγκουίνοι που για καιρό έμειναν κολλημένες μασχάλες. Έπειτα ανακάλυψαν μια άλλη γη κάτω από τον πάγο. Δεν ξέρω πώς είχε φθάσει ο μύθος εκεί πάνω και πόσο προχώρησε η ιστορία αλλά τόσο νάρκισσοι ήταν που όταν κοίταξαν εαυτούς σε λιωμένο νερό, τόσο θαμπώθηκαν που βούλιαξαν σε βάθος. Και κανένα αλιευτικό δεν τους αναζήτησε .Κανείς δεν ένιωσε πόσο υπήρξαν

Έλα τώρα, βάλε τα παπούτσια, βάλε πάλι τα μάτια στις κόγχες, φτιάξε ένα μπρούτζινο κυνόδοντα. Άσε τις σχισμές ορθάνοιχτες. Θα φτιάξουμε ποταμό. Θα ονομαστεί ουροβόρος κι αυτός. Θα εκβάλλει με ορμή σε κάθε ανάχωμα. Λίμνη δεν θα γίνει ποτέ

Έλα τώρα, έχω για μάτια ποτήρι. Για μασέλα ποτέ.

Ως το μεδούλι να με πιστέψεις. Μπορείς.

Γεωργία Τρούλη, Παραμύθι για ένα σπασουάρ – ευρωζώνη

tumblr_o87fzkGC7Q1s2q8feo1_400

Άρχισαν ξαφνικά να αποκτάνε άλλα πέλματα. Kάποιοι οπλές αλόγου, κάποιοι γαιδάρου. Kάποιοι φορούσαν παπούτσια με φτερά και επωνυμία, κάποιοι μεμβράνες χήνας ή πάπιας. Ο καθένας και η επιλογή του. Ο καθένας και η επιβολή του. Με τρόπο που απαντάται σε άλλα βιβλία και μύθους πέρασαν ωκεανό, μερικώς παγωμένο. Σχεδόν ακροπάτησαν. Έφθασαν σε ήπειρο που δεν είχε ανακαλυφθεί. Απάτητη γη και εύφορη. Όλοι πήραν στο πρόσωπο αντίστοιχη μορφή πατούσας. Δηλαδή τα πόδια αλόγου, μούρη αλογίσια, τα πέλματα πάπιας, πρόσωπο πάπιας.Τα φτερωτά παπούτσια μορφή καγκουρό και ούτω καθεξής. Μόνο το ενδιάμεσο σώμα, οι κορμοί με όλα τα σπλάχνα και το συναίσθημα έμειναν ανθρώπινα κι εκτεθειμένα στην ζέστη. Μη έχοντες τίποτα άλλο να καταβροχθίσουν τον πρώτο καιρό της αποικίας, έτρωγαν ο ένας το ανθρώπινο κομμάτι του άλλου. Έτσι απότομα. Καθώς αγκαλιάζονταν. Καθώς συναντιούνταν. Και κόντυναν με τρόπο αφύσικο τα πλάσματα αυτά και δημιουργήθηκαν ζώα άλλης κατηγορίας, τεντώθηκε η βαθμίδα εξέλιξης στα όρια. Κανείς δεν έκανε όμως λόγο για παλινδρόμηση. Μέτρο σύγκρισης κανένα πλέον δεν είχαν. Κι έγιναν πλάσματα μόνο με κεφάλι χέρια και πόδια. Κι έγειραν πάνω στην νέα τους ύπαρξη με απορία. Για όποια παλιότερη ανθρώπινη εκχύμωση έβαλαν βδέλλες. Ρούφηξαν μνήμες. Και ξεκίνησαν στεγνά τη νέα τους κοινωνία. Και κατασκήνωσαν. Κι έφτιαξαν κοινότητα. Και αφού δεν είχαν τι άλλο να φάνε, καλλιέργησαν. Κι άδειαζαν από τα δέντρα φρούτα και από την θάλασσα ψάρια. Τίποτα δεν μπορούσαν να νιώσουν. Σχεδόν ούτε πείνα. Κι έτρωγαν σπάνια. Και διήρκησαν χρόνια.

Κάποτε ανακάλυψαν έναν βόα που για χρόνια τον νόμιζαν κορμό δέντρου αφυδατωμένο. Και τον ξετύλιξαν με αγωνία. Και διαπίστωσαν πως ξεπερνά κάθε αξίωση δεινοσαύρου και κάθε όριο ιμπεριαλιστικής απλωσιάς. Και χάρηκαν.

Και με αυτόν περιχαράκωσαν τη νέα ήπειρο. Τον έκαναν τείχος σε γεωγραφικό πλάτος με τρόπο περίτεχνο και αυτονόητο. Έπειτα ανέβηκαν σε ψηλή κορυφή. Πιάστηκαν από κάποια πουλιά- ξεχασμένα απομεινάρια δεινοσαύρων- κι έβγαλαν αεροφωτογραφίες. Κι έφτιαξαν χάρτη για μια ήπειρο που έλαβε χώρα κι αργότερα όνομα: europia. Και από τον χάρτη προήλθαν αντίτυπα όπου πάνω σχεδίαζαν στίχους και βέλη και σήματα μορς. Και τα έστειλαν με πτηνά δεινοσαύρων σε άλλους πολιτισμούς. Καλούσαν ανθρώπους να φτιάξουν ξανά το θυμικό και το επίπεδο αίσθημα. Χωρίς κανιβαλισμό θα τους αντιμετώπιζαν. Δύο κάποιους με ευγένεια θα θυσίαζαν για να μεταμοσχεύσουν πάλι εσωτερικότητα και περίγραμμα. Και θα πορεύονταν εκ νέου. Γιατί τόσα χρόνια έχασαν μορφή και ως ζώα και ως άνθρωποι. Και το κατάλαβαν. Και θύμωσαν. Και θέλησαν.

Επί χρόνια είχαν καλή οικονομία βασισμένη στις πέτρες –εξοστρακισμό και λιθοβολισμό κανένα δεν έκαναν-κι ασχολίες είχαν μετρημένες στο ήμισυ από τα δάχτυλα που ο καθένας στα πόδια του είχε. Και περνούσε ο καιρός κι έτρεφαν τον βόα περιτοίχισμα με φύλλα δέντρων και καλαμιές. Κι ο βόας μεγάλωνε. Ούτε ένα μπαομπάμπ υπήρξε ποτέ ούτε ένας ελέφαντας αλλά και τα ζώα δεν είχαν μνήμη για να επινοήσουν σαμάνο ή παιδί. Αρκούνταν στην κατά περίπτωση αιρετή ηγεσία κάποιου άλλου ζώου. Μάλλον του πιο μοχθηρού. Τα βράδια ροχάλιζαν ήσυχα. Ζωύφια κουνούπια και μύγες δεν αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα. Ούτε σεισμοί, καφενεία, δρόμοι, πλατείες. Μόνο βρύα λειχήνες και μύκητες. Κάθε υβρίδιο ούτε στα νύχια μεγάλωνε ούτε στα μαλλιά ούτε στην σκέψη. Και συνέχισαν να μην πεινούν και να μην αισθάνονται.

Όμως ένα βράδυ ο ουρακοτάγκος -ο πιο κοντός του κόσμου- έκοψε κι έφαγε ένα κομμάτι από την ουρά του βόα. Κι ακολούθησαν κι άλλα βράδια κι άλλα ζώα που έκαναν το ίδιο.
Και σιγά σιγά άρχισαν να νιώθουν κυρίως πείνα κι έπειτα επιθυμία. Και σιγά σιγά αφαιρούσαν σώμα κι εμβαδό από τον βόα.

Έφθασαν άνθρωποι σε κείνον τον τόπο μετά από τα σήματα μορς και τους στίχους. Προσπάθησαν να μπουν στο νέο κομμάτι του χάρτη. Βρήκαν είσοδο στα κομμάτια του βόα που έλειπαν. Φοβήθηκαν τα υβρίδια τους ανθρώπους. Είχαν ξεχάσει πως είχαν σώμα και συναίσθημα. Και ζήλεψαν.
Θυσίασαν δυο ανθρώπους με ευγένεια και ανάγκη κι άρχισαν να κολλάνε σάρκα ανάμεσα στα πάνω και κάτω άκρα. Η οργανογένεση θα συνέβαινε μόνη της, εν μια νυκτί, όπως συμβαίνουν οι μεγάλες καταστροφές και δημιουργίες.

Από πόνο γάγγραινας ξύπνησε ο βόας ενώ είχε περάσει μέρες αποχαυνωτικής ηρεμίας. Είδε την μόλυνση και θύμωσε. Άνοιξε το στόμα και κατάπιε το υπόλοιπο του σώματός του. Κι αφού έπαψε να είναι σχήμα στον χάρτη, απέκτησε κίνηση. Καταβρόχθισε όλα τα υβρίδια ζώα, όλες τις βαθμίδες εξέλιξης, την ιστορία και την οικονομία εκείνης της γης. Όταν είδε να καταφθάνουν ορδές από πλοία με ανθρώπους, τόσο βαρύς και μπερδεμένος ήταν από το φαγοπότι του, που με ένα τίναγμα τους έπνιξε όλους. Κανείς δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Ο βόας τυλίχθηκε γύρω από τον κορμό του βουνού γιατί ο ωκεανός τριγύρω άρχισε να εξαφανίζει εκείνον τον τόπο. Από ελάχιστο σεισμό ξέρασε ένα βράδυ ένα κομμάτι ανθρώπινης σάρκας-το τελευταίο ποτλάτς εκείνης της γης- στο έδαφος. Και κοιμήθηκε μέχρι θανάτου.

Οι μύκητες και η θεά μούχλα ξέρουν πάντα να κάνουν καλά την δουλειά τους .Εκείνο το κομμάτι έγινε ο πρώτος δεινόσαυρος με κεφάλι ανθρώπου και δόντια καρχαρία. Απροσδιόριστης ράτσας αντοχής και ποιότητας. ‘Ισως τυραννόσαυρος σε ανάπτυξη. Ίσως κατηγορία από μόνος του.

Έχει πέλμα αρπακτικού.

Και για σπασουάρ μια φαρδιά ευρωζώνη που πάντα βρωμάει

Jenny Erpenbeck, Γερμανικά για ξένους

images

[…]

9

Τις επόμενες δύο εβδομάδες ο Ρίχαρντ τις εκμεταλλεύεται για να διαβάσει μερικά βιβλία για το θέμα και να σχεδιάσει έναν κατάλογο με ερωτήσεις για τις συζητήσεις που θέλει να κάνει με τους πρόσφυγες. Μετά το πρωινό πιάνει δουλειά, στη 1 η ώρα τρώει για μεσημέρι, κοιμάται μία ώρα, ύστερα κάθεται πάλι στο γραφείο του ή διαβάζει μέχρι το βράδυ στις οκτώ ή στις εννιά. Είναι σημαντικό να κάνει τις σωστές ερωτήσεις. Και οι σωστές ερωτήσεις δεν είναι απαραιτήτως οι ερωτήσεις που κάνει κανείς όταν ανοίγει το στόμα του.

Για να μάθει τη μετάβαση από μία γεμισμένη και συγκεκριμένη καθημερινότητα σε μία ανοιχτή προς όλες τις πλευρές, εκτεθειμένη στα ρεύματα τρόπον τινά καθημερινότητα της ζωής ενός πρόσφυγα, πρέπει να ξέρει τι ήταν στην αρχή, τι στη μέση – και τι είναι τώρα. Εκεί που η ζωή ενός ανθρώπου συνορεύει με την άλλη ζωή του ίδιου ανθρώπου πρέπει όντως να είναι ορατή η μετάβαση, η οποία, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, δεν είναι τίποτα ουσιαστικά η ίδια.

Πού μεγαλώσατε; Ποια είναι η μητρική σας γλώσσα; Σε ποια θρησκεία ανήκετε; Πόσοι άνθρωποι ήσασταν στην οικογένειά σας; Πώς ήταν το διαμέρισμα, το σπίτι, που μεγαλώσατε; Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας; Είχατε τηλεόραση; Πού κοιμόσασταν; Τι τρώγατε; Ποια ήταν η αγαπημένη σας κρυψώνα στα παιδικά σας χρόνια; Έχετε πάει σχολείο; Τι ρούχα φορούσατε; Είχατε κατοικίδια ζώα; Μάθετε κάποιο επάγγελμα; Έχετε δική σας οικογένεια; Πότε φύγατε από την πατρίδα σας; Γιατί; Έχετε ακόμα επαφές με την οικογένειά σας; Με ποιο σκοπό φύγατε; Πώς τους αποχαιρετήσατε; Τι πήρατε μαζί σας, όταν φύγατε; Πώς φανταζόσασταν την Ευρώπη; Τι είναι διαφορετικό; Πώς περνάτε τις ημέρες σας; Τι σας λείπει πιο πολύ; Τι επιθυμείτε; Αν είχατε παιδιά, που μεγάλωναν εδώ, τι θα τους λέγατε για την πατρίδα σας; Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα γεράσετε εδώ; Πού θέλετε να σας θάψουν;

[…]

54

Στις αρχές Φεβρουαρίου φθάνουν για όλους του άντρες στην ομάδα της πλατείας Οράνιεν, που στη Γερμανία δεν έκαναν ποτέ αίτηση ασύλου, αλλά παρ’ όλ’ αυτά είναι εδώ, οι επιστολές από την Υπηρεσία Αλλοδαπών. Κάθε ξεχωριστή περίπτωση εξετάζεται λοιπόν και κρίνεται. Αποδείχθηκε, κάτι που και με την εκκαθάριση της πλατείας πέρυσι το φθινόπωρο ήταν ήδη γνωστό: ότι μόνο η Ιταλία είναι αρμόδια για τους άντρες που έφθασαν στην Ιταλία.

Ο Αλί από το Τσαντ, που δούλεψε σαν νοσοκόμος στη μητέρα της Άννε, πρέπει να φύγει.

Ο Χαλίλ, που δεν ξέρει πού είναι οι γονείς του και αν ζούνε ακόμα, πρέπει να φύγει.

Ο Τσανί, εκείνος με το χαλασμένο μάτι, που έφερε μαζί του τα άρθρα για τη σφαγή στη γενέτειρά του, πρέπει να φύγει.

Ο Γιουσούφ από το Μαλί, ο λαντζέρης, που θέλει να γίνει μηχανικός, πρέπει να φύγει.

Ο Μωχάμετ, που λόγω μόδας αφήνει το παντελόνι να του πέφτει μέχρι κάτω χαμηλά και φαίνεται ο πισινός του, πρέπει να φύγει.

Ο Γιάγια, που έκοψε το καλώδιο του κουδουνιού, για να σταματήσει τον δοκιμαστικό συναγερμό, πρέπει να φύγει.

Και ο Ρούφου, με το σφράγισμά του στο δόντι.

Να φύγει πρέπει ο Απόλλων, που το σπίτι του είναι στην έρημο του Νίγηρα, στην περιοχή που η Γαλλία εξορύσσει ουράνιο.

Να φύγει πρέπει ο Τριστάνος.

Και ο Καρόν πρέπει να φύγει, ο αδύνατος.

Να φύγει πρέπει κι ο ψηλός o Ιτέμπα, που μαγειρεύει πολύ καλά.

Όταν του ζητάνε ν’ αδειάσει το δωμάτιό του, κόβει τις φλέβες του μπροστά στα μάτια των δημοσίων υπαλλήλων και μεταφέρεται στο ψυχιατρείο.

Να φύγει πρέπει κι ο Ρασίντ.

Τη Δευτέρα, που παίρνει την επιστολή, περιχύνεται με βενζίνη στην πλατεία Οράνιεν και θέλει να καεί.

Πού πάει ένας άνθρωπος, όταν δεν ξέρει πού να πάει;

[…]

*Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης. Από τις σελίδες της Logotexnia21
 
0,,18723684_303,00

**Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το τελευταίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ (γεν. 1967) gehen, ging, gegangen που εκδόθηκε από τον Albrecht Knaus Verlag το 2015. Ο Ρίχαρντ είναι ένας συνταξιούχος καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, πρώην κάτοικος του Βερολίνου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, ο οποίος αποφασίζει να πάρει συνέντευξη από τους πρόσφυγες που έχουν φθάσει στο Βερολίνο από την Αφρική και έχουν αρχικά κατασκηνώσει στην πλατεία Οράνιεν, την πλατεία που έχει ταυτιστεί με το προσφυγικό ζήτημα στο Βερολίνο, και αρχίζει να μαθαίνει και να συνειδητοποιεί την καθημερινότητά τους στην Ευρώπη. Ο τίτλος του μυθιστορήματος gehen, ging, gegangen είναι οι τρεις αρχικοί ρηματικοί τύποι του ρήματος «πηγαίνω» στα Γερμανικά, όπως τους μαθαίνει κανείς όταν διδάσκεται τη γλώσσα.

***Διαβάστε στον Αναγνώστη ένα άρθρο της Ελένης Τορόση για το μυθιστόρημα αυτό.

Τζένη Έρπενμπεκ: “Πηγαίνω, πήγαινα, έχω πάει”

****Όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ. 
http://logotexnia21.blogspot.com.au/search/label/JENNY%20ERPENBECK

*****Από τα βιβλία της Τζέννυ Έρπενμπεκ έχουν ήδη εκδοθεί στα Ελληνικά η νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού, http://www.biblionet.gr/book/86467/Erpenbeck,_Jenny/Ιστορία_του_γερασμένου_παιδιού
η συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα 
http://www.biblionet.gr/book/105055/Erpenbeck,_Jenny/%CE%A3%CE%BA%CF%8D%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B1
και το μυθιστόρημα Παιχνίδι με τις λέξεις,
http://www.biblionet.gr/book/134547/Erpenbeck,_Jenny/%CE%A0%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B9%CF%82_%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82
Όλα από τις εκδόσεις Ίνδικτος. 

Oranienplatz+Photo+by+DPA

Βαγγέλης Λάμπρου, Από το “Πιστοποιητικό Θανάτου”

pistopoihtiko-thanatou

…Αγανάκτησα με τον εαυτό μου. Σε τελική ανάλυση δεν ζούμε για ένα κείμενο,
για έναν πίνακα ή μια καλή παράσταση. Ούτε για μια ιδέα ή για την ιστορία.
 
Υπάρχουμε για να ζούμε τη ζωή και η ζωή δεν είναι μαθηματικός τύπος. Η ζωή
δεν είναι πουθενά αλλού, αλλά δώ πέρα, δίπλα μας, μ’ ένα σωρό ατέλειες είναι
αλήθεια, μα και με πλούσιες και πολλαπλές προκλήσεις υποσχέσεων. 

Στο χέρι του καθένα βρίσκεται το ξεκίνημα για να ομορφήνει το ταξίδι του και
η απλότητα στην κίνηση είναι η κατάκτηση της ουσίας για μένα. Όταν “συμβεί”
και νοιώσεις την αισθαντικότητα της ζωής, έστω και για μια στιγμή, δεν θέλεις
να πεθάνεις κι αν κάποτε έλεγα “να πεθάνουμε και να φωνάζουμε τί ωραία που
πεθαίνουμε” εννοούσα πως είναι στο χέρι μας να ζήσουμε όμορφα.
 
Άξιο σημασίας είναι για μένα νάσαι παντού έτοιμος. Δεν ξέρω ακριβώς για ποιο
λόγο. Έχω βαθειά όμως την πεποίθηση πως όλα συμβαίνουν ξαφνικά, και για να
το νοιώσεις χρειάζεται βαθιές επεξεργασίες και θα πω κάτι που δεν μ’ αρέσει,
αλλά οφείλω να το παραδεχτώ πως σε τέτοιες ιστορίες, σε τέτοιες φιλοδοξίες αν
θέλετε, περνάς μέσα από έναν μεγάλο και τρανταχτό πόνο, μέσα από μια
μεγάλη αρρώστια.
Και αν το τέλος της είναι η ερημιά μη σε φοβίζει…
 
*Έχει γίνει ηλεκτρονική αναπαραγωγή ολόκληρου του βιβλίου που βρίσκεται εδώ: http://pistopoihtikothanatou.wordpress.com/ Επίσης, σχετικό δημοσίευμα υπάρχει και εδώ: http://www.poiein.gr/archives/1127

Χούλιο Κορτάσαρ, Από “Το Κουτσό”

koutso

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του σώματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.

Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.
Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά.
Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μ’ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος.
Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω ν’ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.

*Από “Το κουτσό” (Κεφάλαιο 7).

Αλέξης Αντωνόπουλος, Όμως

2888573

Tα αρώματα της βρεγμένης γης δεν είχαν αλλάξει, ούτε οι ήχοι του αέρα και των κλαριών όταν χορεύουν απαλά, και τα χρώματα έμεναν πιστά στην ίδια απόχρωση. Όλα ήταν ίδια, εκείνος το ήξερε αυτό˙ τα αρώματα και οι ήχοι και τα χρώματα δεν του άφηναν περιθώριο να αμφιβάλλει.

Η σκέψη του ήταν μπερδεμένη εκείνη τη στιγμή. Στο μυαλό του υπήρχαν οι λέξεις ‘‘τα αρώματα’’, και οι λέξεις ‘‘και οι ήχοι’’, και οι λέξεις ‘‘και τα χρώματα’’, και οι λέξεις ‘‘δεν έχουν αλλάξει’’, και μετά υπήρχε η λέξη ‘‘όμως’’. Εκείνος τρόμαξε από τη λέξη ‘‘όμως’’, και κατευθύνθηκε γρήγορα σ’ εκείνη την άγνωστη ήπειρο που αποκαλούμε άγαρμπα ‘‘καρδιά’’, κι εκεί συνάντησε πάλι τον ορισμό που ποτέ δεν βρήκε λέξη, και προσπάθησε να τον καθρεφτίσει˙ πρώτα στις λέξεις ‘‘τα αρώματα’’, στις λέξεις ‘‘και οι ήχοι’’, και στις λέξεις ‘‘και τα χρώματα’’- έπειτα στα αρώματα, στους ήχους, και στα χρώματα. Προσπάθησε, και ήταν μια γενναία προσπάθεια, ή ίσως απελπισμένη (υπάρχει διαφορά;).

Τώρα η προσπάθεια είχε τελειώσει. Γονάτισε, αγκάλιασε τον σκύλο του.

Μύρισε το βρεγμένο τρίχωμα του σκύλου. Τον αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά. Τον κοίταξε στα μάτια. Ο σκύλος περίμενε˙ δεν ήταν πρώτη φορά που το στοργικό πλάσμα με την απρόσεχτη ουρά θα άκουγε ένα μυστικό από εκείνον.

Ο σκύλος είχε χαμηλώσει τα περήφανα αυτιά του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα άκουγε ένα μυστικό από εκείνον, δεν ήταν η πρώτη φορά που το μυστικό που θα άκουγε δεν θα έφτανε ποτέ σε άλλα αυτιά. Όμως (Θεέ μου αυτή, αυτή η καταραμένη λέξη), ήταν η πρώτη φορά που άκουγε την ανάσα εκείνου τόσο τρομαγμένη.

Έσφιξε τον σκύλο στην αγκαλιά του. Μύρισε το βρεγμένο τρίχωμα του. Ψιθύρισε τις συλλαβές ντροπιασμένος, προσέχοντας να ειπωθούν τόσο απαλά ώστε να μην είναι βέβαιο αν κάποτε ειπώθηκαν.

‘‘Δεν νιώθω τίποτα πια.’’

*Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα του συγγραφέα, όπου μπορείτε να βρείτε περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου στο http://www.alexantonopoulos.com

Αλλοτριωμένων (Απελευθέρωση)

11039225_745446382234425_6135820711600507686_n

Οι πόρτες της κοινωνίας των αλλοτριωμένων, ο λόγος, το φαντασιακό, η εξέγερση και η δημιουργία, είναι μανταλωμένες. Όσο θα χορηγούνται οι ενέσεις, οι εξεγέρσεις θα παραμένουν περιθωριακές, οι ανυπακοές παράνομες, οι εναλλακτικές λύσεις χιμαιρικές και οι διαφορές αντικανονικές. Όσο οι διαμαρτυρίες θα είναι τμηματικές, σποραδικές κι απομονωμένες, τόσο θα παραμένουν αθόρυβες, προσωρινές κι εύθραυστες. Όσο οι διαφορετικές μορφές διαμαρτυρίας θα εξαπλώνονται, δυνατές κι επίμονες, τόσο θα τις καταδιώκουν, θα τις παραμορφώνουν, θα τις αλλοιώνουν, θα τις διακωμωδούν και θα τις τιμωρούν αυστηρά.

Αλλά όταν θα γίνουν τελικά γενικευμένες, συλλογικές και διαρκείς, θα είναι αδύνατο να συγκρατηθούν. Η αντίσταση είναι ένας χορός που γίνεται ακαταμάχητος όταν πολλαπλασιάζονται, συγχωνεύονται και αγάλλονται οι χορευτές του. Επομένως, ακόμα κι αυτοί που φαινόταν λιγότερο πιθανό να ενεργήσουν θα το κάνουν με χαρά. Αρκεί να μην αδρανήσουν ξανά από την ανυπομονησία ή την εξάντληση… Μια μέρα θα έρθει το νέο έτος. Το έτος της ματαίωσης της παλιάς παγίδας, της άρνησης της ένεσης, του κατεδαφισμού του ασύλου. Το νέο έτος που τα έμβρυα θ’ αγωνίζονταιγια να γεννηθούν.

Το νέο έτος που η ζωή θα είναι έξω, παντού και πέρα. Το νέο έτος που ο λόγος, το φαντασιακό, η εξέγερση και η δημιουργία θ’ απελευθερωθούν. Το νέο έτος που δεν θα φοβόμαστε πια. Ο φόβος ταράζει, αλλοιώνει, καταστρέφει την ελπίδα. Αλλά δεν χρειαζόμαστε την ελπίδα για να επιχειρήσουμε, ν’ αγωνιστούμε, ν’ αντισταθούμε. Ρυθμίζοντας τις πράξεις μας με την προοπτική του αποτελέσματος, εφαρμόζουμε τη λογική του κερδοσκόπου. Είναι η αναπαραγωγή του φαύλου κύκλου που ακολουθούν τα συνηθισμένα κοπάδια. Σημαίνει ακολουθώ, αξιολογώ και περιμένω.

Περιμένω μια πρωτοβουλία μεγάλης έκτασης. Μια πρωτοβουλία ελκυστική. Πάντα περιμένω. Ακόμα περιμένω. Είναι τέτοια η παγίδα του υπολογισμού των πιθανοτήτων που οδηγεί στη στασιμότητα και την αδυναμία. Είναι τέτοια τα μάγια που αναβάλλουν για αύριο τον πολλαπλασιασμό των μικρών βημάτων. Δεν υπάρχει χώρος για να ελπίσεις ή ν’ απελπιστείς, αλλά μόνο για να δράσει ο καθένας, χωρίς να περιμένει ότι η αλλαγή θα έρθει από αλλού, από πιο ψηλά, από πιο μακριά, από τον πιο μεγάλο, από τον πιο δυνατό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τη συνεργατικότητα των θυμωμένων αδυνάτων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεγάλο από τη σύναξη των μικρών που είναι αποφασισμένοι να πάψουν να είναι μικροί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μακρινό από το τελευταίο βήμα που έχεις να πραγματοποιήσεις, όχι προς τα μπροστά αλλά στο πλάι.

Τίποτα δεν μπορεί να εναντιωθεί σ’ αυτή την ανυπακοή –αστική, πολιτική, οικονομική–, αν οι αντιρρησίες πολλαπλασιάζονται και φανερώνονται ένας ένας, χωρίς να ενδίδουν στους άχρηστους υπολογισμούς πάνω σε ανεξιχνίαστες προοπτικές. Η αλλαγή δεν θα έρθει, παρά από εμάς τους ίδιους. Το απροσδόκητο δεν θα συμβεί παρά μόνο αν πάμε πέρα από την καθαρή κερδοσκοπία, αν ξεκινήσουμε πραγματικά να περπατάμε το δρόμο αυτό, αν επιλέξουμε να τολμήσουμε χωρίς να πιστεύουμε σε καλούς ή κακούς οιωνούς.

Δεν χρειάζεται καθοδήγηση για να προχωρήσουμε στο άγνωστο. Ο μόνος άνθρωπος που είναι θεόσταλτος για τον καθένα είναι αυτός ο ίδιος. Η μόνη του οικογένεια είναι η ανθρωπότητα. Μοναδική του πατρίδα, η Γη. Όλοι οι χωροφύλακες του κόσμου δεν θα κάνουντίποτα. Η πρόκληση του Ετιέν ντε Λα Μποεσί3 μένει να ολοκληρωθεί. Όταν θα είμαστε αποφασισμένοι να μην υπηρετούμε πια, να μην μας υπηρετούν πια, να μην υποδουλωνόμαστε, θα είμαστε ελεύθεροι.

*Από το βιβλίο του Γιάννη Γιουλούντα “Πίσω από τις λέξεις”, εκδόσεις Εξάρχεια.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η συγγραφέας

bliss

Υπάρχουν φωτογραφίες και φωτογραφίες συγγραφέων, και οι περισσότερες φωτογραφίες συγγραφέων μοιάζουν μεταξύ τους μ’ έναν τρόπο τόσο βαρετό, που αισθάνεσαι πως τούτη η επανάληψη σε φέρνει πιο κοντά στον θάνατο – ασπρόμαυρες λήψεις για να κάνουν το πρόσωπο να φανεί βαθυστόχαστο, χέρια στα πηγούνια για να κρύψουν τα προγούλια, και ασφαλώς η κλασσική πόζα του ‘‘Εγώ απλώς διαβάζω αυτό εδώ το βιβλίο, δεν έχω ιδέα ότι με φωτογραφίζουν’’.

Η δική της φωτογραφία δεν ήταν ασπρόμαυρη, ο λαιμός της φαινόταν ξεκάθαρα, και το βλέμμα της έφτανε κατευθείαν στην ψυχή σου. Μέσα από τη δουλειά μου έχω δει άπειρες φωτογραφίες ανθρώπων ενώ κοιτάζουν τον φακό: Ανθρώπων ντροπιασμένων, ανθρώπων μεθυσμένων, ανθρώπων μπερδεμένων και φοβισμένων λίγο πριν οδηγηθούνε στο κελί τους˙ ακόμα κι εκείνο το κάθαρμα που χαμογελούσε στην κάμερα -χαμογελούσε σ’ εμένα- τέσσερις ώρες αφού είχε ξεριζώσει την κάτω γνάθο της κοπέλας του, ακόμα και τα δικά του μάτια δεν με είχαν κλονίσει όσο με κλόνιζαν τα δικά της.

Ολόκληρο το μαλακό εξώφυλλο ήταν πνιγμένο σε μια έντονη απόχρωση του κόκκινου. Είμαι συνηθισμένος στο ν’ ανακαλύπτω βιβλία που δεν έχουν αναφορά σε όνομα συγγραφέα, σε εκδότη ή σε χρονολογία -ειδικά στο συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο- αλλά ήταν η πρώτη φορά που δεν έβρισκα ούτε αναφορά στον τίτλο: Κατακόκκινο εξώφυλλο, πρώτη λευκή σελίδα, δεύτερη λευκή σελίδα, τρίτη λευκή σελίδα, και στην κορυφή της τέταρτης σελίδας ξεκινούσε η πρόζα, ένας ασταμάτητος χείμαρρος μικροσκοπικών χοντρών γραμμάτων ο οποίος έδινε την εντύπωση πως όλο το βιβλίο -γύρω στις 100 σελίδες υποθέτω, δεν ήταν αριθμημένες- αποτελούταν από μία τεράστια παράγραφο.
Continue reading

Νεκταρία Μαραγιάννη, Διάλειμμα

fd47d3384fa7265018a17bbf632a8dc9

Το λεωφορείο σταματούσε σε κάθε στάση ∙ οι αισθητήρες του σώματός μου αντιλαμβάνονταν το πλήθος των ανθρώπων που ανέβαιναν συνοδευόμενοι με τις ανάσες τους, βαριές όπως πάντα ∙ τα μάτια τους εξερευνούσαν τον ήδη γνωστό χώρο που κάθε φορά τον έντυναν ξεχωριστές παρουσίες. Είχα βαρεθεί αυτή τη συνήθεια, για να είμαι ειλικρινής, δεν επέτρεπα τόσο εύκολα στις κόρες των ματιών μου να κάνουν μακροβούτια. Καθόμουν κάπου πίσω, στη γωνία, προσπαθώντας να ξεφύγω, να γίνω αόρατη ∙ είχα τα ακουστικά ταξιδεύοντας με τη μουσική ενώ το κεφάλι μου είχε μια μικρή κλίση προς το πλάι, ακουμπώντας το παράθυρο. Συγχρόνως, είχα κλειστά τα μάτια μου, διατηρώντας, ακόμη, την παιδική ψευδαίσθηση πως, με αυτό τον τρόπο, δε θα γίνω αντιληπτή.

Προσπαθούσα να διαγράψω την ταυτότητά μου από το αδιάφορο κοινωνικό φαίνεσθαι που συναντούσα σε καθημερινή βάση, να ζω μονάχα για λίγους, μα κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς η ικανοποίηση μιας αναπόφευκτα ανεπιθύμητης επιθυμίας που θα με οδηγούσε ακόμη περισσότερο στην τρέλα. Ο μεγαλύτερος φόβος μου παραμένει ∙ αντικρίζοντας κάποια στιγμή τις ακτίνες του ήλιου θα είμαι ολομόναχη, δε θα έχω κανέναν διότι απλούστατα θα με έχουν βαρεθεί κι εγκαταλείψει. Προτιμώ αυτή η σκέψη να με βασανίζει τα βράδια ενσαρκώνοντας τον εφιάλτη, παρά να αντικρίσω οπλισμένο τον φόβο μου.

Δε θυμάμαι τι σκεφτόμουν καθώς κατέβαινα το λεωφορείο, κατά τη γνώμη του κοινωνικού μου περίγυρου το βλέμμα μου εκπέμπει μια ίνα μελαγχολίας. Δεν το επιδιώκω. Διασχίζω την Ιπποκράτους, κοιτώ στο πλάι τα τρία νεοκλασικά κτήρια και βλέπω πως, όλα όσα χτίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια κάτω από τα σεντόνια μου, τα όνειρά μου, γκρεμίζονται μέρα με τη μέρα… Το μαύρο πανί δεν καλύπτει μόνο τη λάμψη της παιδείας, μα προμηνύει τα ανέκφραστα χαμόγελα μιας -πλέον- ανέπαφης ελπίδας… Το βλέμμα μου κάνει ένα βερτικάλ προς τα πάνω κι εκεί, στην κορυφή, συναντά τα σύννεφα που τρέχουν. Ο εγκέφαλός μου εκκινεί τη λειτουργία διερεύνησης του ερωτήματος περί της βιασύνης τους, αλλά προτού τοποθετήσω το σημείο στίξης, μου απαντά το γκρίζο χρώμα τους. Διατηρώντας, ακόμη, ψήγματα ονειροπόλησης, σκέφτομαι πως η φύση είναι θυμωμένη και, αν εκνευριστεί περισσότερο με τους ανθρώπους, θα κλάψει. Όμως, τα δάκρυα που πιθανόν μας αγγίξουν, δε θα είναι απόρροια θυμού, μονάχα πόνου, συχνά αναπόφευκτου. Η σκέψη αυτή φεύγει γρήγορα, μου το επιβάλλει η ενηλικίωση που με βυθίζει ακόμη περισσότερο στη μονοτονία.

Το βλέμμα μου καρφωμένο απέναντι αδιαφορεί για τη «σιδηροδρομική» αμαξοστοιχία που ανταγωνίζεται μπροστά μου, στιγμιαία τα αντανακλαστικά των ματιών μου βυθίζονται στο σκοτάδι. Δεν αντέχω αυτόν τον θόρυβο. Σκοτεινιάζει. Τα φωτάκια στους δρόμους μου θυμίζουν τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Υπάρχει μια διαφορά, τουλάχιστον τα τελευταία είχαν ένα επέκημα στοργής και γλυκών αναμνήσεων, αυτά εδώ δεν έχουν τίποτε, με τυφλώνουν περισσότερο. Θα ήθελα να ανακαλύψω τι βρίσκεται πίσω από το μεταλλικό τους χρώμα, να αποκρυπτογραφήσω τα μονότονά τους απόκρυφα, μα κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο και δύναμη για το οτιδήποτε. Δε ξέρω αν τα διαθέτω, δεν είμαι καλή κριτής, το μόνο που ξέρω να κάνω είναι να δημιουργώ σκόρπιες (ασύνδετες) αράδες που πιθανόν με εκδικούνται, γι’ αυτό και με σταυρώνουν περισσότερο.

Διασχίζω το δρόμο πασχίζοντας να εξαλείψω τις σκέψεις μου, δεν είναι εύκολο, θα επιθυμούσα να μην σκέφτομαι τίποτε, όμως αγνοώ για το αν, ακόμη κι από αυτό, θα επιβίωνα. Ανεβαίνω στον επάνω όροφο του καφέ, τα μάτια μου κοιτούν τα σκαλιά καθώς «σκαρφαλώνω» και πάλι ταξιδεύω. (Γιατί πάλι;) Τώρα είμαι ξανά παιδί ∙ παίζω στην αυλή με τη Σοφία και τη Μαριαλένα ∙ μετρούν αντίστροφα κι εγώ πηδώ το σχοινάκι… γελάω, ώσπου να πέσω… Τώρα κάθομαι κάπου στη γωνία, παίζω ξανά κρυφτό. Βγάζω κάποια λευκά φύλλα με την προοπτική να τα γεμίσω, αλλά με τι; Πάλι με λέξεις; Κουράστηκα! Αποφεύγω το παιχνίδι τους, είναι ύπουλο! Στην αρχή σε καλούν να πας πιο βαθιά κι ύστερα έρχεσαι αντιμέτωπος με τη Χάρυβδη. Εντούτοις, νιώθω πως αξίζει, παίρνεις νέα αντισώματα και, πλέον, δεν λυγίζεις τόσο εύκολα…

Η μυρωδιά του καφέ μου φέρνει υπνηλία, ίσως περίεργο μα πέρα για πέρα αληθινό. Με βοηθά να βυθιστώ ακόμη περισσότερο στη νάρκη της Τέχνης, μάλλον τώρα, καταφέρνω να μην γίνομαι αντιληπτή. Με ένα γρήγορο πανοραμίκ παρατηρώ πως καθένας ασχολείται με τον εαυτό του, έτσι κι εγώ, ξαναπλάθω τις υπάρξεις μου, ώσπου να κουραστώ. Θα συμβεί κι αυτό. Θέλω να φύγω από το εδώ, προς δική μου απογοήτευση, ο προορισμός παραμένει απροσδιόριστος. Εκτελώντας αυτή τη φορά ένα πιο αργό πανοραμίκ σκέφτομαι να μιλήσω στους υπολοίπους, αλλά η σκέψη αχνοφαίνεται καθώς μεγαλώνει το κάδρο. Θα πω τα ίδια (και βαρετά) και η ανθρωπότητα πλήττει πολύ εύκολα. Από την άλλη, δεν αρκεί η δική μου επιθυμία, ενώ η μελαγχολία του φθινοπώρου πιθανόν άγγιξε τους ώμους μου, η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Σκόρπιες αράδες συνεχίζουν να περπατούν στο χαρτί, όπως πάντα, τίποτε σπουδαίο. Τα σύννεφα έχουν αυξήσει ταχύτητα, η πορεία τους απρόβλεπτη, όπως και όλων των ανθρώπων.

Μου λείπει η αδερφή μου ∙ η φράση μου βγαίνει αυθόρμητα. Συνειδητοποιώ ότι το είπα μόνο όταν το ξεστόμισα και το άκουσα. Νομίζω πως δεν την έζησα όπως ήθελα, πως τα τελευταία χρόνια ήμουν μια απλή θεατής της ανάπτυξής της, όμως την αγαπάω! Αγαπώ κι άλλους ανθρώπους, όμως η ειλικρίνεια δεν είναι από όλους αποδεκτή. Πιθανόν μπαίνω ξανά δίχως να το θέλω σε ένα παιχνίδι με καθολικούς και υπεράνω κανόνες, σε μια διαδικασία κουραστικής αναζήτησης προσπαθώντας να αναμοχλεύσω ξανά τον εαυτό μου και να τον παρουσιάσω στους υπολοίπους. Κουράστηκα να το κάνω, δεν βλάπτει λίγη αναζήτηση και από την πλευρά τους. Δεν είναι θεμιτή, ίσως καλύτερα που είναι αθέμιτη. Θέλω να φύγω από αυτό το παρόν, να ανακαλύψω ξανά το «μαργαριτάρι», να πετάξω ξανά, να ξαναγίνω παιδί, να κάνω ένα διάλειμμα…

Σκέψεις, σκόρπιες σκέψεις, όπως κι εγώ. Κλείνω τις σελίδες των αναζητήσεών μου, ακουμπώ τις παλάμες στο λαιμό μου ∙ κλείνω τα βλέφαρα κι ακούω τη σιωπή, κάπου πίσω της το βάδισμα του δείκτη στο ρολόι του χωροχρόνου, ανυπομονώντας να χτυπήσει το κουδούνι για κάτι μικρό… για κάτι που καθυστερεί όλο και πιο πολύ καθώς η ανθρωπότητα χαράζει τις λέξεις της στις -μέχρι τότε- άδειες σελίδες της περατότητάς της… για κάτι που, πιθανόν, αλλάξει τη στυγνή πραγματικότητα.

Συνοψίζεται ως εξής: όνειρο, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο..

Νέττα