«Δεν θυμάμαι πώς πετούν τα χελιδόνια.» Της είπε κι εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Κάθισαν στο τραπέζι και κοιτάζονταν μες την ησυχία, για λίγη ώρα. Ακούστηκε μια σελίδα να γυρίζει. Τον διέταξε να σκουπίσει τα πόδια του μέσα στο πιάτο που είχε μπροστά του. Αυτός τα σήκωσε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τρίβει την άμμο από το δέρμα κι ακουγόταν το γδάρσιμο που του άφηνε μικρές κουκίδες, συντριβανάκια από αίμα. Επόμενη σελίδα και η σιωπή φάνηκε εκκωφαντική. Τον διέταξε να πάρει την άμμο με τις χούφτες του και να την φάει. Αυτός κοίταξε το παράθυρο με τα κάγκελα και ένιωσε τον κρύο αέρα της νύχτας στις πίσω τρίχες στο λαιμό του. Βούτηξε το χέρι του στην άμμο και ηδονίστηκε με την απαλότητά της. Σήκωσε το χέρι του γεμάτο και το έφερε στο στόμα και ρούφηξε προς τα μέσα. Έβηξε δυο τρεις φορές, αλλά στο τέλος κατάπιε. Ένιωσε το λαιμό του ξερό. Έβηξε ξανά. Τον κοίταζε. Σήκωσε το δάχτυλό της και του έδειξε τους κόκκους άμμου που είχαν μείνει στο πιάτο. Αυτός πήρε το πιάτο μπροστά στο στόμα του και το έγλειψε. Το άφησε κάτω ήρεμα.
Από την πλευρά της ακούστηκε ένας γδούπος, έκλεισε το ευαγγέλιο, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και ξεκούμπωσε το πουκάμισό της αργά. Αυτός άρχισε να τρέμει. Έβηξε ξανά. Εκείνη δίπλωσε το πουκάμισό της και το ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. Αυτός είχε μείνει κάτωχρος εμπρός στην ανόθευτη γύμνια της, στα ριζά των κατάμαυρων μαλλιών της, πίσω στο λαιμό της, στα ανάγλυφα κόκαλα της πλάτης της, που ανέβαιναν το χάρτινο δέρμα της, στο κτίσιμο της σπονδυλικής της στήλης, στους ώμους της που ήταν δυνατοί και στέρεοι και στα μακριά της χέρια που κινούνταν γρήγορα και τακτικά. Το γυμνό της στήθος έλαμψε σαν μεγάλο, παχύ και ροδόλευκο φρούτο, κάτω από το φως της κίτρινης λάμπας. Αυτή άγγιξε με τις άκρες των δαχτύλων της την ρόγα που έσταξε πάλλευκο γάλα. Έπειτα, πήρε το πιάτο μπροστά της και στράγγιξε με τα δάχτυλά της το στήθος της, συνθλίβοντάς το, μες το πιάτο. Εκείνος ήταν σίγουρος πως θα πεθάνει. Του είχε κοπεί η ανάσα και ένιωθε βαθιά συγκινημένος. Εκείνη, με απαλές κινήσεις, έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος του και ξαναπήρε το ευαγγέλιο στα χέρια της, χωρίς να βάλει το πουκάμισό της.
Αυτός με ανεξέλεγκτο τρέμουλο, δοκίμασε να πάρει το πιάτο στα χέρια του. Όμως το πιάτο ταλαντεύθηκε επικίνδυνα και το γάλα κόντεψε να χυθεί έξω κι έτσι το άφησε κάτω. Την κοίταξε, για να βεβαιωθεί πως τον παρακολουθούσε. Έπειτα, έσκυψε το κεφάλι του, διψασμένος από ασίγαστο πόθο και άρχισε να πίνει το γάλα με μεγάλες γουλιές. Το ένιωσε να τρέχει στην μύτη του, στο λαιμό του, στα πλάγια του στόματός του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα από το πιάτο και σηκώθηκε. Την κοίταξε. Αυτή έκλεισε το ευαγγέλιο και του έγνεψε να πάει κοντά της.
Κανείς τους δεν άκουγε την σιωπή, γιατί ήταν πνιγμένοι από τα λόγια των σωμάτων τους. Γονάτισε μπροστά της. Ξάπλωσε ανάμεσα στα πόδια της. Ένιωθε σαν ανάποδο τριαντάφυλλο, γερμένο προς τα μέσα στο χώμα. Δεν επιθυμούσε παρά να συρθεί εκεί, από όπου γεννήθηκε. Με το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, ανάμεσα από το κενό των πληθωρικών μαστών της. Τα μάτια της ήταν σαν δυο λαμπερές θάλασσες, κατάμαυρες που σε κοιτούσαν όπως τα ρολόγια. Κινούνταν, αλλά ποτέ δεν ήξερες για ποιον και αν ήταν για κανέναν. Κι αν ήξερες τον κίνδυνο, πάλι, ήθελες να πνιγείς μέσα τους.











