Γιώργος Σαράτσης, Νυχτερινές Απουσίες

na

Φθινόπωρο με τον Γκαλεάνο στο Μοντεβιδέο. Θερμοκρασία στους 20οC. Μου μιλά χαμηλόφωνα για τα ένδοξα ταξίδια του Κορτές στα 1547, για φυλές ινδιάνων με περίτεχνες γλώσσες και άλκιμα σώματα. Τη μέρα που γεννήθηκες, μου λέει, ο Φρανθίσκο Πιθάρο βολόδερνε στη Λίμα. Από χοιροβοσκός, τιμημένος νεκρός στον περίβολο ενός καθεδρικού. Κάποιος άλλος πάντοτε.

Στο βάθος τα βουνά της Μακεδονίας. Νοέμβρης μήνας, λιμνοθάλασσες και εκβολές ποταμών. Ένα θαλασσοφαγωμένο ρυμουλκό, παρκαρισμένα Ι.Χ. δίπλα από συρματοπλέγματα. Οι αποστάσεις απαιτούν συγκατάβαση κι ο έρωτας χώρο να χορτάσει απ’ τα σωθικά μας. Η ύπαρξη γραπώνει αιφνίδια απ’ το πόδι και σέρνει πρόσωπα, γόνατα, παλάμες αιμόφυρτες στο χρόνο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.thraca.gr/2016/11/23.html

Αντιγόνη Ηλιάδη, Η παναγία του σούπερ μάρκετ

pistepseto-net

Η κυρία με τα λαμέ προχώρησε στον διάδρομο αναμονής του σούπερ μάρκετ. Έσπρωξε τον κύριο με τα φτωχά ρούχα. Ο κύριος ήταν εξήντα χρονών, σπαγκοραμμένος, καλοχτενισμένη φαλάκρα, πήρε όλες τις προσφορές, γάλα, φακές και αλεύρια, καφέδες, κωλόχαρτα και ζάχαρη. Για τον πόλεμο ετοιμάζεται. Η κυρία τον έσπρωξε απαλά. Έβαλε τα πέντε καπνιστά σαλάμια της και τις μπίρες της στον πάγκο του ταμείου. Κοίταξε το ηλίθιο μέικαπ της πωλήτριας. Ήταν γύρω στα τριάντα και είχε το βλέμμα στο κινητό της με το οποίο έπαιζε κάντι κρας κάτω από την ταμειακή μηχανή. Μεγάλο σκορ. Η κυρία βαριόταν και ρεύτηκε δυνατά. Η πωλήτρια της έδωσε σημασία. Κοίταξε την κυρία με υποτιμητικό βλέμμα, σαν στραπατσαρισμένης αγελάδας. Επιτέλους. Δεν υπήρχε χρόνος για χάζεμα. Δούλευε! Παλιοσακατεμένη από τη μοίρα μετεφηβική καρικατούρα. Η κυρία όμως δεν είχε φράγκο πάνω της.
Έξω δεν είχε ήλιο. Γαμημένη συννεφιά είχε. Βγήκε από το σούπερ μάρκετ με τα τακούνια της να κάνουν κλακ-κλακ. Πάτησε σκατά. Ε, φυσικά. Έβρισε τον θεό, τον είπε μαζόχα και μαστροπό. Κάθισε σε ένα πεζούλι. Δεν είχε τα λεφτά να πληρώσει. Χρειαζόταν τα σαλάμια. Είχε εθιστεί σε αυτή τη γεύση την πηχτή τη γλυκιά και μαζί καπνιστή. Φώναξε σφυριχτά έναν καραγκιόζη που περνούσε εκείνη την ώρα. Τον έσπρωξε σε ένα τοίχο. Γαμήθηκαν. Του έγλειψε τον πούτσο. Ο καραγκιόζης την έβρισε. Μουρμούριζε περίεργα. Μύριζε σαπούνι και είχε γραβάτα και πλαστικά μανικετόκουμπα, βαμμένο κόκκινο μαλλί και καλοξυρισμένο ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Της έδωσε δύο ξερά πεντάευρα. Την είπε παλιοπουτάνα. Της χούφτωσε τα βυζιά και την πλήγωσε στον κώλο. Η κυρία του ζούπηξε τα αρχίδια και άρχισε να τρέχει. Ο καραγκιόζης έμεινε παγωμένος να τσιρίζει και να λέει ότι θα πεθάνει.
Η κυρία χαμογελαστή μπήκε με πονεμένο κώλο στο σούπερ μάρκετ. Κι έκατσε στην ουρά. Αιμορροΐδες σε συνδυασμό με μεγάλο μαλάκα. Πρόβλημα. Δεν περίμενε. Έσπρωξε από δω κι από κει κι έφτασε μπροστά-μπροστά. Η πωλήτρια της είπε πάλι δεν είναι αρκετά τα λεφτά σου μωρή. Η κυρία έπιασε τα λαμέ της ρούχα, έκανε πως ψάχνει για ψιλά. Πήρε τα σαλάμια και το έβαλε στα πόδια. Έτρεξε δύο-τρία τετράγωνα. Στάθηκε λαχανιασμένη σε έναν τοίχο. Είχε ξεχάσει τα ταμπόν. Γαμώτι. Το κέρατο της, πού σκατά είχε το νου της. Χτύπησε το κεφάλι της με το χέρι δύο-τρεις φορές. Ο τοίχος ήταν κρύος, γεμάτος υγρασία, η κοιλιά της πονούσε, λύγιζε. Σε λίγο από τη μήτρα της θα έπεφταν κομμάτια.
Γαμημένα σούπερ μάρκετ. Κάθισε σε ένα παγκάκι. Κοίταξε τη γαμημένη συννεφιά. Παλιοκόσμε. Τα καυσαέρια. Τα σάπια αυτοκίνητα. Τα γκρίζα σπίτια. Τα καημένα παιδάκια με τα θλιμμένα προσωπάκια. Πέρασε μία γυναίκα. Της ζήτησε ένα τσιγάρο. Ευτυχώς είχε κάτι λάιτ καρέλια. Και ήταν ευγενική γυναίκα. Λαχταριστό τσιγάρο. Η γυναίκα φορούσε σκισμένο μπουφάν. Είχε χαλασμένα δόντια και ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά. Η κυρία πήρε το τσιγάρο με χαρά και το ρούφηξε δυνατά. Κοίταξε τη γυναίκα που έφευγε με στριγκό βήμα. Τη λυπήθηκε λίγο. Τη συμπόνεσε. Σκέφτηκε σε τι σπίτι θα γυρίσει. Με τι άνδρα θα μιλήσει. Πώς θα ανοίξει την τηλεόραση και θα εύχεται να τελειώσει το μαρτύριο. Και λίγο πριν κοιμηθεί, σκέφτηκε, θα βλέπει εφιάλτες. Χάρηκε για λίγο που ήταν στον δρόμο. Ένιωσε καλύτερα. Ζήτησε αναπτήρα από κάτι νεαρά παιδιά. Τα κοίταζε έντονα. Παίζανε μπάλα ανέμελα. Και βρίζανε τα μικρότερα μεταξύ τους. Χτυπιόντουσαν, πέφτανε, ξανασηκώνονταν. Δεν πεθαίνουν ποτέ τα κωλόπαιδα. Και είναι σαν τις κατσαρίδες. Εξαπλώνονται συνεχώς και παντού. Καπνίζουν και φτύνουν όλη την ώρα. Βρίζουν και παριστάνουν τους ενήλικες. Τα μαγκάκια. Η κυρία τα συμπαθούσε. Γελούσε μαζί τους. Και τους πρότεινε έκπτωση στις συνηθισμένες τιμές της. Δεν ψώνισε κανένα τους. Δεν βαριέσαι.
Η κυρία χρειαζόταν ταμπόν. Της πονούσε η κοιλιά. Είχε κόκκινο λεκέ στο παντελόνι. Ή ήταν από τον κώλο αίματα. Πάντως είχε κρύο και δεν γινόταν να κάτσει έξω. Το πλαστικό μπουφάν της δεν την κρατούσε ζεστή. Έπρεπε να βρει ένα μέρος να ζεσταθεί. Το βρακί της λερώθηκε σίγουρα, θα ήταν για πέταμα. Η κυρία μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο. Ο τύπος στο ταμείο ήταν εικοσάρης. Είχε σπυράκια στο μέτωπο. Καυλόσπυρα. Την κοίταξε με λάγνο βλέμμα ύποπτο. Η κυρία πήγε μαζί του πίσω από το ταμείο. Την ώρα που πουλούσε τσιγάρα και γαριδάκια, μπουκαλάκια με νερό, τσοντομπεριοδικά και κρουασάν, η κυρία τον περιποιούταν με μητρική αγάπη και τρυφεράδα. Μετά κατάλαβε ότι το μαγαζί δεν είχε ταμπόν. Του πήρε δύο πακέτα καρέλια. Και τον φίλησε στοργικά στην κορυφή της τεντωμένης του πούτσας. Ο τύπος είχε μείνει καταραμένος από τη μαυροντυμένη χήρα γιαγιά του στο χωριό να μην ευλογηθεί ποτέ με στύση τελειωμένη μέχρι να βρει μια κοπέλα να ανοίξει σπίτι να νοικοκυρευτεί να γίνει άνθρωπος. Και δεν έχυσε ποτέ. Είπε στην κυρία να μην ανησυχεί, του συμβαίνει συχνά και του έχει ξανασυμβεί. Η κυρία του έσκασε ένα χαμόγελο με το χρυσό της δόντι και το έβαλε πάλι στα πόδια.
Πάμε για άλλα. Μπήκε μέσα στον Άγιο Νικόλαο, κάθισε σε ένα πάγκο. Κοίταξε τρεις γριές που προσεύχονταν. Έβγαλε το παντελόνι της και το βρακί της. Πήγε γυμνή μπροστά στη μια γριά στάζοντας αίμα. Τα μπούτια της έλιωναν από την κυτταρίτιδα. Έλαμπαν από την εκκλησιαστική διαύγεια. Η μία γριά την είδε και την λυπήθηκε πάραυτα. Της είπε κορίτσι μου, ο θεός να σε βοηθήσει. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είναι και η ίδια η ταλαιπωρημένη παναγία. Μετενσαρκωμένη. Άρχισε να φωνάζει: «Θεέ μου, η παναγιά!» Και την άκουσε όλη η ενορία και μαζεύτηκε κόσμος.
Και η κυρία ξαφνικά έγινε παναγία. Της πλύνανε τα ματωμένα της πόδια με αγίασμα. Την τυλίξανε με μία κουβέρτα και της δώσανε να φάει ζεστή φασολάδα σπιτική. Οι γριές πέφτανε στα πόδια της ζητώντας μετάνοια για τις αμαρτίες τους. Η κυρία ήπιε μπόλικη μαυροδάφνη, δώρο από τον αφράτο και κοκκινομάγουλο παπά, τον πατέρα Ιάκωβο. Η κυρία ταμπόν δεν βρήκε, αλλά σκουπίστηκε με κάτι πρόχειρα ευαγγέλια. Τα ευαγγέλια αυτά θα μπούνε σε γυάλινη προθήκη. Ο ψάλτης της έκανε τα γλυκά μάτια, ήταν αδύνατος, με μακριά μαλλιά, γεμάτος γένια. Κομμουνιστής και διαβασμένο παιδί. Η κυρία κάθισε δίπλα στην κυρά-Κούλα, στην κυρά-Νίτσα και την κυρά-Σούλα και έμαθε τα νέα της γειτονιάς.
Λέει, ο περιπτεράς έδινε γλειφιτζούρια δωρεάν και μάλλον ήταν παιδεραστής με βρώμικο μητρώο και θα έπρεπε να μαζευτούν κάποιοι γονείς για να γίνει φασαρία και να του κλείσουν το περίπτερο. Επιτέλους πια να μπει μια τάξη. Καμιά μανούλα δεν αγοράζει πια από εκεί. Ο παιδεραστής περιπτεράς να πάει σπίτι του και να μην ξαναβγεί ποτέ από εκεί ο αμαρτωλός ο άθλιος ο γλοιώδης. Και λένε πως αυτά τα γλειφιτζούρια έχουν μέσα τους ναρκωτική ουσία, πολύ κακή για την υγεία. Η κυρα-Νίτσα έκανε τον σταυρό της, η κυρα-Σούλα έσιαξε τη μαύρη φούστα της και σήκωσε τη νάυλον κάλτσα της. Και η κυρα-Κούλα συνέχισε τα κουτσομπολιά.
Λέει, ότι η Πέπη που έχει το κομμωτήριο το έχει και καλά για ξεκάρφωμα. Παίρνει χοντρά λεφτά με πιστολάκια και βαφές, αλλά είναι πόρνη γιατί φοράει αυτά τα ξέκωλα και τα ξώβυζα ντροπής πράματα. Ο θεός τη βλέπει από κει ψηλά και αυτός θα κρίνει, αλλά τι να πεις. Καμιά σεμνότητα πια και τα νέα παιδιά που πάνε στα σκολειά το ίδιο. Και κάνουνε μεταξύ τους πράγματα. Εντάξει, η τηλεόραση έδειξε ότι όλα επιτρέπονται και αυτό είναι το σωστό, αλλά ο θεός, ο ύψιστος θα κρίνει. Στην τηλεόραση είδες τη μαγειρική με το μοσχαράκι στιφάδο; Το παίρνεις μπέιμπι λέει, του ρίχνεις λαδολέμονα και κάτι πορτοκάλια να γλυκάνει και να νοστιμίσει. Μην έχει πολύ αίμα όμως. Το στραγγίζεις πρώτα. Ελαφρύ και γλυκό και γίνεται ένας μεζές-πεσκέσι άλλο πράμα. Να το σερβίρεις στον βασιλιά. Τραπέζι για μεγαλεία. Όχι αστεία. Η κυρά-Νίτσα λέει έκανε σαρμαδάκια, τα τύλιγε αποβραδίς, τα αμπελόφυλλα από το χωριό. Η κυρά-Κούλα κεφτεδάκια με πατάτες στον φούρνο, γιατί αρέσουν στον σύζυγο. Και η κυρά-Σούλα άνοιξε φύλλο να κάνει πρασόπιτα για τα εγγόνια μαζί με πατσά για τον γιόκα της τον μονάκριβο που φέρνει τα λεφτά στο σπίτι, από το εργοστάσιο. Αφεντικό, όχι απλός εργάτης. Ξεκίνησε από εργάτης αλλά έφτασε ψηλά ο προκομένος και τώρα είναι μάνατζερ ναι μάλιστα από τους καλύτερους και μόνο στην Αμερική έχει τέτοιους.
Η κυρία τα άκουσε όλα αυτά. Το μάτι της έπεσε στον λαχειοπώλη μπροστά στη φωτογραφία του Χριστού να παραμιλάει και να μουρμουράει. Ο λαχειοπώλης γεροντάκι, φαλακρό, ξερακιανό με μπουφανάκι λεπτό, ρουφηγμένο μάγουλο. Και στον ώμο μια τσάντα βαριά, να του προκαλεί καμπούρα, γεμάτη λαχεία. Η κυρία είπε στις κυρα-Σούλα-Νίτσα-Κούλα να αγοράσουν λαχεία και αυτές έσπευσαν να δώσουν λεφτά στον άνθρωπο να φάει κι αυτός ψωμί, γιατί δύσκολες μέρες και όποιος έχει, να δίνει και κάτι. Η παναγία το είπε. Κάνανε τον σταυρό τους και φύγανε από την εκκλησία, γιατί έχουν και δουλειές και θα φωνάζουν οι άνδρες τους που γυρνάνε στο σπίτι πεινασμένοι από τα καφενεία. Η ώρα πέρασε. Οι γυναίκες τρέξανε να προσκυνήσουν την κυρία-παναγία και μετά κάνανε τη βόλτα τους με χάρη πάντα, σενιαρισμένες, καλοντυμένες, πανέμορφες για την τρυφερή τους πια ηλικία.
Η κυρία κάθισε μπροστά στον λαχειοπώλη τον κοίταξε και του ζήτησε να της κάνει αιδοιολειξία. Αυτός δεν ήξερε την λέξη. Την είπε αγία. Η κυρία δεν το αρνήθηκε. Ήταν άλλωστε πλέον αναγνωρισμένη. Είχε γίνει μία φίρμα. Τον πήρε πίσω στην αγία τράπεζα. Έσκυψε πάνω στο προσευχητάρι. Πέταξε τον τουρλωτό της κώλο πίσω. Γυμνό και λαμπερό. Πήρε τον σταυρό του παπά και τον έχωσε στο μουνί της. Και έκανε τα μάτια προς τα πίσω δήθεν ηδονισμένη. Ο λαχειοπώλης αποτρελάθηκε, άρχισε μανιασμένα να γλείφει σαν σκυλί. Ο πούτσος του δεν σηκωνόταν. Η κυρία τον εθώπευε από δω από κει έπιανε το τριχωτό σκληρό του δέρμα. Χάιδευε τα ανάγλυφα κόκκαλα της πλάτης του. Τον φίλησε παντού. Ο καημένος δεν άντεξε πολύ. Πήρε το λαχείο κι όλη την αμοιβή. Τεντώθηκε. Και τελείωσε γλυκά με μία μικρής διαρκείας στύση. Ξάπλωσε στο κόκκινο χαλί, λαχανιασμένος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και αντηχούσε σε όλη την εκκλησία. Η κυρία του πήρε το μπουφάν απαλά. Τον σκέπασε στοργικά. Τον φίλησε στο μέτωπο και του έδωσε συγχώρεση για κάθε προηγούμενή του αμαρτία. Το στόμα του το ξεδοντιάρικο με τα γένια τα αγριωπά και γκρίζα ήταν ματωμένο κι έμοιαζε τόσο με πίνακα ξενικής ζωγραφικής. Η κυρία αισθάνθηκε μία προσωρινή συγκίνηση.
Μετά βγήκε στον διάδρομο αγχωμένη. Να προλάβει τον πατέρα Ιάκωβο. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν ένας παπάς, χοντρούλης, με πολλά γένια και γαλάζια μάτια και μεγάλα γυαλιά μυωπίας. Είχε εφτά παιδιά που τα έχει πάει σε όλα τα κρατικά ωδεία και είναι όλα μεγάλα μουσικά ταλέντα. Τον βρήκε η κυρία τον πατέρα Ιάκωβο, του έπιασε τον μπράτσο και τον κάθισε με νόημα σε μια καρέκλα. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν μία καλή περίπτωση παπά, κρατούσε σημειώσεις για διάφορα περιστατικά και πρόσεχε τους αδύναμους στην ενορία. Ειδικά αν ήταν Έλληνες. Του άρεζε να υπάρχει ομοιομορφία και τους μαύρους τους έβρισκε βρωμερούς και δεν τους έδινε και πολλή σημασία. Ειδικά αν είχαν και παιδάκια που τα σπρώχνανε τα καημένα στα φανάρια και τα κάνανε από μικρά τερατάκια με όλη αυτή την κακή μόρφωση. Απαράδεκτα πράματα. Ο πατέρας Ιάκωβος μερικές φορές έβαζε συγκλονιστική κλασσική μουσική στην εκκλησία, ήταν φιλοδυτικός και πάνω από όλα φιλελεύθερος. Και πρώτος είχε εισηγηθεί να μπούνε κάμερες στην εκκλησία, γιατί λέει υπάρχουν ξένοι που μπαίνουν μέσα και βεβηλώνουν τα θεία και κλέβουν τα χρυσοποίκιλτα διακοσμητικά. Όχι ότι είχε κανένα πρόβλημα με τους ξένους. Αυτός; Προς θεού.
Η κυρία κάθισε στα πόδια του πατέρα Ιάκωβου, ο πατέρας αναστατώθηκε την είπε ιό και βρωμερή παρουσία και την έφτυσε δύο-τρεις φορές, η μια την βρήκε στον εξοχικό της βύζο. Η κυρία δεν συγκινήθηκε. Τον έπρηξε ψέλνοντας έναν άλλον Ματθαίο στα ρώσικα. Ο πατέρας Ιάκωβος την έσυρε τραβώντας τη γλυκά και με ύφος εκατό καρδιναλίων έξω από την δυτικόφιλή του εκκλησία. Να πάει αλλού η κυρία αν θέλει να παριστάνει την παναγία.
Κι έμεινε με μία κουβέρτα γυμνή η καημένη. Έτρεξε στο σούπερ μάρκετ τρελαμένη και άρχισε να κλαίει και να τραβάει τα μαλλιά της με μανία. Μπήκε μέσα από τις συρόμενες πόρτες. Πέρασε τον έλεγχο στα ταμεία. Σκεφτόταν ότι θα πρέπει να διαρρήξει κανένα πορτμπαγκάζ και να κοιμηθεί στο λασπωμένο πάρκινγκ πάλι. Σιχάθηκε τόσο πολύ τη ζωή της. Της ήρθε να ξεράσει τα αλκοόλια και τα αγία. Της έφυγε λίγο μυξόκλαμα σε έναν τύπο που τον λυπήθηκε. Είχε ένα σύνδρομο της είπε και έκανε πέντε βήματα πίσω κι άρχισε να χτυπιέται μπροστά στο ράφι με τα σαμπουάν συγχυσμένος. Είχε πάνω του λίγη ξένη μύξα με κλάμα και φτυσιές. Άρχισε να τρέμει, τον έπιασε κρίση πανικού και φώναζε ότι θα κολλήσει AIDS και μετά ήρθε ο σεκιουριτάς και έπιασε τον τύπο και τον χτύπησε με τον γκλομπ στον σβέρκο. Η κυρία το είδε αυτό και πριν προλάβει να γίνει άλλη φασαρία, κατέβασε το παντελόνι του σεκιουριτά που κολλούσε στην κοιλάρα του και του δάγκωσε τον κώλο με σκυλίσια λαχτάρα. Και μετά πήρε έναν κατεψυγμένο αρακά και τον άνοιξε στον διάδρομο και ο σεκιουριτάς γλίστρησε σαν καρτούν αλλά δεν έπεσε, όπως περίμενε η κυρία. Την άρπαξε από τα μαλλιά, όσα της είχαν μείνει στο ταλαιπωρημένο της ξερό κρανίο, από τα πολλά τραβήγματα και την πήρε έξω από το σούπερ μάρκετ. Της έκανε ανάκριση, την έβρισε, της έδωσε πολλές γκλομπιές στην κοιλιά. Ο καημένος τύπος, σκεφτόταν η κυρία. Αυτός με το σύνδρομο. Θα σφάδαζε τώρα ή θα ήταν αναίσθητος στον διάδρομο με τα αποσμητικά, τα ξυραφάκια και τα λογιών μπάνιου στοιχεία.
Της είχε κάνει κλικ αυτή η μίζερη κορμοστασιά του. Τον σκεφτόταν η κυρία, καθώς ο μπάτσος την χτυπούσε με περισσή λαχτάρα. Ο βλάκας ντροπιάστηκε σε δημόσια κάμερα και θα γινόταν νέο στις βραδινές ειδήσεις. Τι θα έλεγε στους φίλους του ο μάγκας ο σεκιουριτάς που έγινε ρεντίκολο από την κυρία. Οι μελανιές της γίνανε από μπλαβιές κόκκινο βαθύ κι άρχισαν να βγάζουν αίμα. Οι παλάμες της, τα πόδια της, τα γόνατά της και η κοιλιά της πονούσαν φριχτά. Ξάπλωσε στο τσιμέντο, κοίταξε ένα μυρμηγκάκι να περπατάει δίπλα στο μπαγιάτικο μάτι της. Βγήκε μία πωλήτρια και είπε ευτυχώς πριν γίνει το κακό, ότι η κυρία ήταν βασικά η παναγία. Έβγαλε τον σεκιουριτά με το i-phone της φωτογραφία. Κάψτε τον, τον αμαρτωλό! Έσπασε το νύχι από το άγχος της, καθώς το έτρωγε με λαχτάρα. Κοίταξε γύρω της κι άρχισε να φωνάζει.
«Βοήθεια κόσμε, να η παναγία, μου το είπε η θεία μου η Νίτσα που την είδε να γεννά τον Ιησού στην εκκλησία.»
Τα ηχεία του σούπερ μάρκετ έπαιζαν δυνατά το «Εδώ σε θέλω νεφρό μου», ένα δυνατό λαϊκό τραγούδι που προκαλούσε μαζικό κατούρημα. Όταν γέμισαν οι τουαλέτες ο κόσμος άρχισε να χορεύει και να κατουράει τα πράγματα του σούπερ μάρκετ. Κατάλαβαν ότι η παναγία ήταν εκεί. Όλες οι πράξεις είναι ευλογημένες αυτόματα. Το κατούρημα ήταν η βασική ιερή πράξη. Όλα ήταν τόσο γλέντι που εμφανίστηκαν και τα παιδιά των κλαμπς. Βγάζανε σέλφιζ με την καημένη την κυρία και κάνανε τσεκ ιν στα μέσα δικτύωσης. Τα μάτια τους ήταν δακρυσμένα από την πολλή ώρα στην οθόνη. Πού και πού σήκωναν τα μπατζάκια τους και αμέσως μετά τα κατέβαζαν, γιατί η μόδα άλλαζε τόσο γρήγορα. Πίνανε γάλα και μετά το αλλάζανε και πίνανε μπίρες και μετά άρχισαν να πίνουν αίμα. Η μόδα άλλαζε πολύ γρήγορα. Μέχρι που τα μπατζάκια τους πήραν φωτιά, αλλά δεν κατάλαβαν τίποτα, γιατί ήταν παραλυμένα. Τα παιδιά των κλαμπς ήταν η αφορμή για να καεί το σούπερ μάρκετ. Γιόρταζε ο κόσμος με τη φωτιά.
Και σύντομα το θέμα έγινε στο ίντερνετ viral. Βάλανε μέσα στο τουίτερ την κυρία σαν παναγία. Τυλιγμένη με την κουβέρτα, χτυπημένη, ματωμένη, στα τσιμέντα να κάνει κωλοτούμπες αγκαλιά με τον στοργικό σεκιουριτά, μπάτσο κατώτερης βαθμίδας, κομπλεξάρα του κερατά. Η κυρία μπήκε στο σούπερ μάρκετ με την πωλήτρια και κουτσαίνοντας πλησίασε τα σαμπουάν. Βρήκε τον νεαρό με το σύνδρομο. Ο τύπος καθόταν κι έκλαιγε σε μια γωνιά. Του άγγιξε το μέτωπο, αυτός άρχισε να ουρλιάζει. Η κυρία τραβήχτηκε πίσω. Ο κόσμος έτρεξε κι έκανε έναν ιερό κύκλο να δει τι συμβαίνει και ποια από όλες είναι η πιο τρελή. Γιατί η τηλεόραση αυτά δεν τα δείχνει και γενικά αργεί. Βγάλανε έξω κινητά και τάμπλετς και τραβούσαν το σκηνικό. Το σούπερ μάρκετ έγινε ξαφνικά ιερό. Και η κυρία ως παναγία, πήρε μία σπάλα χοιρινό και την κόλλησε στη μάπα του νεαρού με το σύνδρομο κι αυτός ξαφνικά σώπασε. Έπειτα του έδωσε ένα χάιδεμα στην πλάτη, στον πούτσο κι ένα γλυκό γλωσσόφιλο. Αυτός καθόταν αποσβολωμένος να κοιτάει τον τοίχο.
«Είμαι ερωτευμένος. Ω θεέ μου, γαμώ την παναγία.»
Και άρχισαν να φιλιούνται και το ένα έφερε το άλλο και η παναγία γαμιόταν και γαμούσε γενικά κι όλα πήγαν πρίμα. Και παντού γύρω έπεφταν αρακάδες και φασολάκια, η σπάλα γλιστρούσε στα ιδρωμένα τους στομάχια. Μπλέχτηκε ανάμεσά τους ένα κοριτσάκι με φακίδες και γυαλιά, αδύνατο που κρατούσε τα καλύτερα στην μόδα τσοντοπεριοδικά.
«Η παναγία να με συγχωρήσει, αλλά αυτά τα περιοδικά είναι πολύ παλιά και θέλω να δω από κοντά τα πιο αληθινά. Θέλω να δω πιπιά και υγρά και τι γίνεται στις σκηνές της τηλεόρασης κάτω από τα σκεπάσματα. Βαρέθηκα να μου λένε ψέματα οι ειδήσεις και οι μεγάλοι και οι πολιτικοί. Θέλω να δω. Τι γίνεται εκεί κάτω ρε παιδιά;»
Και η παναγία την πήρε αγκαλιά και της έδωσε να βυζάξει στοργικά. Ο νεαρός αγκάλιασε την κυρία. Βύζαξε κι αυτός από την άλλη πλευρά και χάιδευε το κοριτσάκι με αδερφική φιλία. Η πωλήτρια έφερε barcodes και έκανε σφραγίδες στον κόσμο. Την λέγανε Ιωάννα, ήταν η κόρη του Προδρόμου, του μάστορα που φτιάχνει τα αυτοκίνητα και κάνει συντήρηση κι έχει το βουλκανιζατέρ κάτω, δίπλα στο ρέμα. Το barcode ήταν η βάφτιση. Η μύηση στον κόσμο τον ιερό, σε αυτόν τον κόσμο που χρειαζόταν μόνο μία παναγία. Το φλεγόμενο σούπερ μάρκετ έβαλε την γιορτινή του διακόσμηση. Ο νεαρός αγκάλιασε σφιχτά από τα πόδια την παναγία και δεν την άφηνε πια. Και το κοριτσάκι περιφερόταν με μία λεκάνη στο κεφάλι και έριχνε στους κακούς ζάχαρη και στους καλούς ρύζι. Για να γεμίσουν κατσαρίδες και μύγες οι πρώτοι και οι δεύτεροι να μπορούν να παντρευτούνε αν θέλουν.

Ηλιάδη Αντιγόνη

Ν. Γ. Λυκομήτρος, Ιχνηλάτες του τέλους (αποσπάσματα)

cebd-ceb3-cebbcf85cebacebfcebcceaecf84cf81cebfcf82-ceb9cf87cebdceb7cebbceaccf84ceb5cf82-cf84cebfcf85-cf84ceadcebbcebfcf85cf82-2010

Ένα χρόνο μετά

στον Ανδρέα Κ.

Τόσες ώρες γύρω απ’ τον ανθό της καρδιάς μου  σαν μέλισσα και δεν έλεγες να μου αποκαλύψεις το μυστικό σου. Αφού ήξερες πως θα έδειχνα κατανόηση, γιατί δυσκολεύτηκες τόσο να με εμπιστευτείς; Μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού και με τη μυρωδιά του αλκοόλ στην ατμόσφαιρα, έβγαλες τη μάσκα σου και με άφησες να δω τα σημάδια στο πρόσωπο σου. Τελικά δεν ήταν τόσο αποκρουστικά όσο νόμιζες. Στο δρόμο της επιστροφής ανεβήκαμε μαζί την ανηφόρα αδιαφορώντας για τα βλέμματα των περαστικών. Ένιωσα πως χαμογέλασες. Τα χείλη σου είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Γράμμα από τη λήθη

Μου ‘πες πως αδυνάτισα. Πράγματι, έχω χάσει πολλά κιλά παρόλο που τρέφομαι κανονικά. Το σώμα μου εξαϋλώνεται σαν να κάνει μια ιδιότυπη απεργία πείνας. Οι αισθήσεις μου έχουν εξασθενήσει. Σε λίγο δεν θα μπορώ ν’ αντιληφθώ την παρουσία σου. στο τελευταίο σου γράμμα μου υποσχέθηκες πως θα ‘ρθεις να με δεις. Όμως δε φάνηκες κι εγώ κουράστηκα να περιμένω. Αναρωτιέμαι αν φύλαξες τη φωτογραφία που σου έστειλα. Ελπίζω να με σκέφτεσαι πότε πότε. Τα φάρμακα τα έκοψα, δεν ωφελούσαν σε τίποτα. μην μου ξαναγράψεις, αύριο φεύγω.

Από την ενότητα
“Δέκα εκδοχές μιας αυτοκτονίας”


Σημείωμα 7ο
(η εκδοχή του αποτυχημένου εραστή)


Προσπάθησα και ξαναπροσπάθησα. Επιστράτευσα όλες μου τις δυνάμεις. Χρησιμοποίησα όλα τα μέσα (θεμιτά και αθέμιτα). Παραμέρισα την αξιοπρέπεια και τον εγωισμό. Όμως δεν ήμουν ικανός να πετύχω την παραμικρή νίκη. Τελικά η απόρριψη έγινε συνήθεια. Τώρα το μόνο που φοβάμαι είναι να μη με απορρίψει ο θάνατος.

Σημείωμα 6ο
(η εκδοχή του ηλικιωμένου)


Ξόδεψα τόσα χρόνια αναζητώντας κάτι που ήξερα απ’ την αρχή πως δε θα το έβρισκα ποτέ. Τώρα πια έχω καταλάβει ότι η ευτυχία είναι μια ψευδαίσθηση που διαρκεί ελάχιστα. Έχω επίσης συνειδητοποιήσει πως το κυνήγι της οδηγεί στην κατασπατάληση του χρόνου ζωής που έχει δοθεί στον καθένα μας. Αφού λοιπόν κατανάλωσα (σχεδόν) το χρόνο που μου αναλογούσε, αποφάσισα να επιστρέψω το υπόλοιπο που μου απομένει. Υπάρχει άλλωστε και η μετενσάρκωση. Ή μήπως όχι;

Σημείωμα 9ο και 10ο
(η τελική εκδοχή)


Βαρέθηκα να είμαι το σκιάχτρο αυτού του ιδιότυπου ψυχιατρείου. Τα χάπια που μου έδιναν δεν τα κατάπινα, τα συγκέντρωνα. Τώρα έχω ένα πολύχρωμο σύνολο από δαύτα και σκέφτομαι αν πρέπει να τα καταπιώ ή να τα διαλύσω σε νερό. Όπως και να ‘χει, θα στενοχωρήσω τους θεοσεβούμενους. Θα σε πάρω και σένα μαζί, για συντροφιά. Έτσι δε θα βρεθεί κανείς να ειδοποιήσει τους δικούς μου. τα βιβλία μου τα πέταξα. Δεν θα μου χρειαστούν ευτυχώς το σώμα μου είναι σφριγηλό και νεανικό, οπότε θα το καλοδεχτεί ο ιατροδικαστής. Αν ξαναγεννηθώ, ελπίζω να μην ξανακάνω τα ίδια λάθη. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ βαρετό. Μάλλον θα διαλύσω τα χάπια σε νερό. Ίσως το χρώμα δώσει λίγο χρώμα στη ζωή μου…

Χωρίς τίτλοff

Φωνές απ’ έξω #9: Άννα Νιαράκη

niarakis


Μόνο η αγάπη έμενε

(προδημοσίευση)

Στην επικράτεια της θλίψης
Ήρθε η μάνα μου με πέλματα γυμνά να με σηκώσει
Από το κρεββάτι
Φόραγε περασμένους έρωτες κατάσαρκα και μια κορώνα από τα παιδικά μου χέρια
Ζωγραφισμένη στο κεφάλι
Πιες μου είπε με το χαμογέλο της ιέρειας
Το κύμβαλο έκρωξε, τα ψάρια βγήκαν στην επιφάνεια
Η ακακία ξεράθηκε
Πιες
Ήρθα να σε γλυτώσω από τη δίψα

Ανασηκώθηκα με δυσκολία
Δεν τη γνώριζα
Περσεφόνη φώναζα στον ύπνο μου
Περσεφόνη
Κι ήταν ο πυρετός αυτός που με συντάραζε ολόκορμη
Μέσα στα αγαπημένα χέρια της τα γερασμένα

Ήπια γουλιές γουλιές τον πόνο της
Βάλσαμο χύθηκε η αγάπη κι όλος ο θάνατος
Μονομιάς σαν κρύσταλλο θρυμματίστηκε
Στα μάτια μου που ράγισαν χίλιες φορές
Ήθελα τόσα να πω μα μου είχε κλέψει τη μιλιά η
Απομάκρυνση είχα αφήσει τον εαυτό μου στο περβάζι
Μετέωρος με κοίταζε με μάτια γυάλινα
Καθώς η μάνα μου μου χάιδευε τα χέρια
Μου ζέσταινε τα πόδια
Έπινα την αλήθεια και θυμόμουν
Τον έκρυθμο του κόσμου προσπασμό πριν το μεγάλο τέλος
Έσβησα το τσιγάρο στο στρώμα
Ήταν η ομίχλη που εισέβαλλε από το ανοιχτό παράθυρο και με
Συνέφερε
Ήταν το σύννεφο καπνού που μου μιλούσε
Άννα μου έλεγε
Άννα
Καθώς κατάπινα το σάλιο μου και κοίταζα το άπειρο
Άννα φώναζαν τα δέντρα
Το πεύκο που κόπηκε και χίλιες κάμπιες μετανάστευσαν πάνω μου
Φωνάζοντας ρυθμικά και απροσπέλαστα

Ήταν το πρόσωπο της Αγάπης που μου έγνεφε μεσα από
Μια φυλακή κάπου στον κόσμο
Με το πρόσωπό του σιδεροδέσμιο
Μου έγραφε με χαρακτήρα γνώριμο
Για τα τοπία της φρίκης
Την άρνηση να υποταχθεί στο πεπρωμένο
Αυτός που κάποτε το πρόσωπό του δάνεισε στο σώμα της ομίχλης
Που πάνω στο στήθος του έγραψε τον γλάρο με ίδιο μελάνι το αίμα του
Που πότιζε τα ονειρα και το χαρτί που έκλεβε από την αποθήκη για να μου στέλνει
Νέα του

Είμασταν όλοι ξανά νεκροί
Και πάλι νέοι
Δεν έλειπε κανείς από την άθροιση του σκότους
Είχαμε μες στις τσέπες μας από ένα εισιτήριο
για το ταξίδι με το τρένο που ποτέ δεν πήραμε
Και χαμογέλαγαν δίπλα μας τα σκυλιά
Χαμογελούσαν τα σκυλιά
Αυτά που τελικά μας κατασπάραξαν στον ύπνο
μέσα στον ύπνο
Κι ύστερα πάλι μέσα στο ονειρο

Είχα ξεκόψει νόμιζα παρτίδες με το παράλογο όταν αίφνης
Αναδύθηκε μπροστά η γύμνια μου
Και με ξεδιάντροπους χειρισμούς με ξελόγιασε
Με έριξε στο κρεβάτι της σαγήνης και μαλακά μου ψιθύρησε
Τον πόθο της για μένα
Αυτή που εξοβελίστηκε στα όρια της ευπρέπειας και στο μηδενικό
Του θέρους μου ικρίωμα
Στα πόδια μου έπεσε με αναφιλητά και με ξεμπρόστιασε
Η γύμνια μου
Η φτώχεια μου
Η ήττα μου
{ … }

Μικρές ασκήσεις ουτοπίας
(αδημοσίευτο)

Η λύπη θα μας διαλύσει. Αυτό κάνει. Διαλύει. Η μοναξιά έχει άλλη γεύση στα πάτρια εδάφη. Εδώ μυρίζει πατέ και κρεμώδη τυριά. Θα έπιανα το χέρι σου αν μου το έδινες. Ναι αλήθεια είναι, θα το κρατούσα σφιχτά κι ας μην έχω πια χέρια. Από τη σιωπή που μου δίνεις, μόνο ποιήματα μπορώ να γράφω.Να σου φοράω κουστούμια και φωνές ανάλογα με τα γούστα. Κι εσύ αντίρρηση δεν φέρνεις. Αν υποθέσουμε πως η άγνοια λογίζεται για κατάφαση. Θα ήθελα πολύ να σε ταράξω. Μέσα στον ύπνο σου να ρθω και να ουρλιάξω. Ο χρόνος γελάει μες τους καθρέφτες κάθε μέρα ξυπνώ και με μια καινούργια ρυτίδα. Κρατάω το μολύβι σαν να είναι περίστροφο. Και παίζω με τις λέξεις στη θαλάμη μια διεστραμμένη ρουλέτα. Όταν αδειάσει, θα είμαι νεκρή. Προς το παρόν, ακούω μουσικές για τρελλούς κι αλλοπαρμένους τύπους που θέλουν να γυρίσουν, για αυτούς που γύρισαν, κι ακόμα για όσους δεν θα γυρίσουν πια. Κάθε σενάριο μου κάνει. Αστείο δεν είναι;

η σκόνη μου παίζει παιχνίδια/ κάθεται όπου γουστάρει/ ακόμα και στη θέση μου/ σηκώνομαι όρθια/ τινάζω από πάνω μου χιλιάδες βλέμματα/ γυμνός δεν μένεις ποτέ/ ακόμα κι όταν το επιθυμείς τόσο/ η πόλη σου κόβει κοστούμι/ δύο νούμερα μικρότερο

Εγώ. Εγώ είμαι. Εγώ είμαι εκεί. Που δεν μπορώ. Δεν μπορώ να είμαι. Εγώ. Να είμαι. Είμαι. Εγώ. Εδώ. Εκεί. Παντού. Μέσα μου εκεί είναι που δεν μπορώ πάντα να είμαι μέσα μου Με διαλύουν οι φωνές διαλύομαι σαν αναβράζον χάπι σε ποτήρι ψηλό αφρίζω σαν κύμα στην ακτή σαν λυσσασμένη γάτα και όταν με πίνεις μονορούφι κάνω καλό στον πονοκέφαλο Έξω από μένα υπάρχω πάντα σαν τα μάτια του άλλου σαν την παρατήρηση την εκφορά την αντίδραση Έξω από μένα είμαι ένας άλλος εγώαυτός που δεν υπάρχει στα αλήθεια παρά μόνο σαν κάτοπτρο κοίλο ενός κόσμου που δεν είναι πια εδώ.

Εσωκλείω πυρετούς αναβολές κι εξανθήματα νευροφυτικής διέγερσης απαριθμώ εικόνες ταξινομώ μνήμες σβήνω γραμμές και σχεδιάζω ηλιοβασιλέματα ένα νοητό σύμπαν για ανόητες λέξεις τεχνητή αναπνοή σε πεθαμένα καλοκαίρια Εγώ είμαι αυτός αυτός που είμαι που φτιάχνει, γκρεμίζει αλλοιώνει, διαυγάζει γελάει, δαγκώνει ωριμάζει, πεθαίνει Εγώ, σαν άλλος ζω εγώ, σαν άλλος ερωτεύομαι σαν άλλος, σαν θεός σαν πάντα σαν ίδιος μέσα κι έξω σαν άχρονη φυγή σε ένα κατακερματισμένο

χρόνο ανερμάτιστος ανεξέλεγκτος ανυπεράσπιστος εγώ σαν εγώ ποτέ και όμως πάντα σε μια γραμμή τεθλασμένη του χρόνου υπόσχεση παγετού και ήλιου σε ένα σύμπαν απέραντο εγώ- πώς εγώ; γιατί εγώ; ως το τέλος- ως το τέλος κι από την αρχή εγώ

Η μέρα που γνώρισα τη Λου

Πρώτη δημοσίευση Ντουέντε http://duendemagazine.gr/issue/27/article/760/%CE%97+%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1+%CF%80%CE%BF%CF%85+%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B1+%CF%84%CE%B7+%CE%9B%CE%BF%CF%85.html

Είχαν περάσει ήδη τρεις ημέρες από την ώρα που είχα πατήσει το πόδι μου στη Νις. Είχα πια αρχίσει να νιώθω επικίνδυνα οικεία. Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο ηλικιωμένους τουρίστες. Ο Αλφόνς, αλγερινός μεσήλικας με λευκό φανελάκι τύπου μινέρβα, ανοιχτό πουκάμισο, φαρδύ τζην και παντόφλα ήταν η παρέα μου στο μικρό καθιστικό του ξενοδοχείου. Ξενοδοχείο…τέλοσπάντων. Μικρή πανσιόν θα έλεγα με δεκαπέντε δωμάτια όλα κι όλα, πέντε σε κάθε όροφο. Έμενα στον δεύτερο, στο δωμάτιο με τον αριθμό τρία. Το μόνο δωμάτιο του ορόφου που έβλεπε στον ακάλυπτο κι όχι στην πολύβουη Ρυ Μασενά. Δεν με πείραζε καθόλου. Είχα ησυχία και μία κάποια ιδιωτικότητα στο μικρό μπαλκονάκι με την ξεθωριασμένη ψάθα και τις νεκρές φτέρες στην πλαστική ζαρντινιέρα. Το συνέδριο υπήρξε μονάχα η αφορμή για να βρεθώ σε αυτή την παρηκμασμένη λουτρόπολη της γαλλικής ριβιέρας που έσφυζε από μεσόκοπους και βάλε τουρίστες και ξέμπαρκους νεαρούς σαν μια προσωρινή στάση στο δρόμο τους για κάπου αλλού. Είχα πάει να δω τη θάλασσα μοναχά μία φορά. Μου έφτανε να ξέρω πως απείχε μόνο διακόσια μέτρα. Ένιωθα το αλάτι να γαργαλάει τα ρουθούνια μου, κάθε που ανάσαινα. Μου είχε λείψει η θάλασσα. Και οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει δίπλα της.

Τα απογεύματα πίναμε τον καφέ μας με τον Αλφόνς και μιλούσαμε για τα περασμένα. Για τα περασμένα του Αλφόνς και της Νις, γιατί τα δικά μου περασμένα ήταν από χρόνια και ξεχασμένα και καμία διάθεση δεν είχα να σκαλίζω τις στάχτες του παρελθόντος πίνοντας τον άθλιο καφέ φίλτρου που κάθε λίγο και λιγάκι μας σέρβιρε η Ράχελ, η εκ Παταγονίας ορμώμενη και εν τη Νις εγκατασταθείσα από εικοσαετίας, καμαριέρα του Φελίξ Οτέλ. Καμιά φορά η Ράχελ αναστέναζε βαριά καθώς περνούσε δίπλα από τον Αλφόνς και τον ρώταγε κοιτάζοντας στο άπειρο… θυμάσαι Αλφόνς; Θυμάσαι; Ο Αλφόνς που ερχόταν συνεχώς και αδιαλείπτως για διακοπές στη Νις και στο Φελίξ Οτέλ την τελευταία εικοσαετία, τα θυμόταν όλα, κι όχι μόνο τα θυμόταν αλλά βαριαναστέναζε κι αυτός μαζί με τη Ράχελ.

Εκείνο το βράδυ όμως ο Αλφόνς έλειπε και η Ράχελ είχε ρεπό. Η πόλη έσφυζε από ζωή, ο βόμβος από το πολύβουο μελίσσι ερχόταν στα αυτιά μου σαν σειρήνα που με καλούσε να εγκαταλείψω το κατάρτι μου και να χαθώ ανάμεσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης ψάχνοντας για…για; Ήμουν καλεσμένη στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ του συνεδρίου όμως και μόνο η σκέψη με γέμιζε βαρεμάρα και απόγνωση. Βαρετές χειραψίες, κολλημένα χαμόγελα, ατελείωτες συζητήσεις για τη δουλειά˙ χίλιες φορές να έμενα ξύπνια και ανήσυχη σαν θηρίο στο κλουβί. Γύρω στις εννιά, κι αφού είχα καπνίσει το καθοριστικό τσιγάρο στο μπαλκονάκι παρακολουθώντας με τα μάτια το λούκι να σκαρφαλώνει από όροφο σε όροφο, να κάνει κοψίματα, γυρίσματα και γωνίες μέχρι να φτάσει επιτέλους στο έδαφος και να αποθέσει το υγρό περιεχόμενό του σε ένα παλαιό σκουριασμένο σιφώνι το οποίο μόλις και διακρινόταν στο δάπεδο του ακάλυπτου, αποφάσισα πως όσο κουρασμένη κι αν ήμουν, θα περπατούσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης, θα ανακατευόμουν με τους τουρίστες, θα χάζευα τις πλατείες και τα αγάλματα, θα σταματούσα να θαυμάσω χορευτικά δρόμου, να ακούσω πλανόδιους μουσικούς, να σκοτώσω την ώρα μου, σε ένα σκηνικό που μου έκανε τη χάρη να απλώνεται για λίγο ακόμα χρόνο σαν φόντο της ζωής μου.

Έσβησα το τσιγάρο μου σε ένα παλιό φλυτζανάκι του καφέ, δίπλα στις φτέρες και σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκα να κλειδώνω πίσω μου την πόρτα με τον αριθμό τρία και να κατεβαίνω τρέχοντας τη φιδωτή παμπάλαια σκάλα του Φελίξ Οτέλ. Η Λου με περίμενε μοναχά λίγα μέτρα παρακάτω. Ένας Νιγηριανός πλανόδιος έμπορος την πουλούσε παράνομα στο δρόμο. Κοντοστάθηκα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου καθώς περνούσα πλάι της, κι αυτός, έμπειρος να αναγνωρίζει βλέμματα που μαρτυρούν την ηρεμία του ανθρώπου που τα έχει χάσει όλα, σηκώθηκε και πιάνοντας τη γάτα ακριβώς δίπλα στη Λου, μου την έφερε μπροστά και με φωνή μπάσα και κοφτή με ρώτησε Τη θες; Σαστισμένη, την έπιασα στα χέρια μου, τη χάιδεψα, τίποτα. Δεν ένιωσα τίποτα. Τα μάτια μου παρέμεναν καρφωμένα στη Λου. Ήταν πολύ ακριβή. Κι εγώ δεν είχα παρά ελάχιστα για την αυριανή επιστροφή μου. Για τα χρήματα που μπορούσα να διαθέσω, πιο λίγα κι από τα μισά όσων ζητούσε, μου έδινε την άλλη, την πρώτη, την άψυχη. Όχι του είπα. Όχι. Κι έκανα να φύγω. Δεν πρόλαβα να κάνω μισό βήμα και με μια δρασκελιά μου είχε βάλει τη Λου στην αγκαλιά. Πάρ’ την μου είπε. Πάρ’ την. Τη θες. Μα… ψέλισα. Πάρ’την και δώσε μου μοναχά μισό ευρώ παραπάνω από όσα θα έδινες για τη μικρή. Χαμογέλασα αμήχανα και έμεινα κάμποση ώρα να χαιδεύω τη Λου και να ψαχουλεύω την τσάντα μου για χρήματα.

Το όνομά της είναι…Λου του απάντησα κι εκείνος χωρίς να σαστίσει στιγμή μου απάντησε, είδες; Δεν υπάρχουν συμπτώσεις Αντέλ. Κοιταχτήκαμε βαθειά, ίσια στα μάτια. Ήταν ο σαμάνος του δρόμου που είχε εμφανιστεί από το πουθενά για να μου δέσει ένα φυλαχτό στο χέρι, χρόνια πριν, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη. Τώρα τον έλεγαν Μαντίπ.

Με τη Λου αγκαλιά περπατήσαμε ως το ξημέρωμα που μας βρήκε στους κήπους πλάι στην παραλία να χαζεύουμε τον ορίζοντα κάτω από το άγαλμα κάποιου που δεν με συγκίνησε αρκετά, ώστε να διαβάσω την μαρμάρινη επιγραφή.

Όταν επέστρεψα στο ξενοδοχείο όλα ήταν στη θέση τους. Μόνο ένα χαμόγελο που έλειπε δεκαετίες από τη ζωή μου είχε επιστρέψει πανηγυρικά στο πρόσωπό μου γλυκαίνοντας τις ρυτίδες και κάνοντάς με να λάμπω σχεδόν ανθρώπινη.

Από τότε (25/09/1993) η Λου κι εγώ διανύσαμε άπειρα χιλιόμετρα, αλλάξαμε πόλεις, χώρες, δωμάτια, συντροφιές, παρέες, γλώσσες, δουλειές, ονόματα -πάντα αχώριστες- ώσπου κάποτε τα όρια ατόνησαν και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο εγώ και στο αυτή έγιναν τόσο ασαφή όσο η πάχνη που στολίζει τον ορίζοντα στο βάθος-βάθος της θάλασσας. Ξημερώματα.

25η ώρα

Πρώτη δημοσίευση:
http://25thhourproject.tumblr.com/post/110477268692/25%CE%B7-%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7

Έκλεισε τα μάτια του και συνέχισε να βυθίζεται. Είχε τρυπήσει τώρα το στρώμα και το σώμα του έσπρωχνε το πάτωμα, ώσπου τελικά, αυτό υποχώρησε κάτω από το βάρος του κορμιού του κι άνοιξε όπως το νούφαρο στην πρωινή δροσιά. Αιωρούνταν τώρα στο ταβάνι πάνω από το κρεβάτι της.

Εκείνη ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα και διάβαζε ένα φτηνό ρομάντζο. Γύριζε τις σελίδες αργά, μπρος πίσω και κουνούσε το αριστερό της πόδι νευρικά. Του προκαλούσε εκνευρισμό, καθώς τάραζε τον αέρα του δωματίου και τον εμπόδιζε να αυτοσυγκεντρώνεται με την άνεση που του χάριζαν τα αμέτρητα χρόνια πρακτικής. Είχε μονίμως τα μάτια κλειστά και σε λίγο θα δοκίμαζε μια καινούργια τεχνική που θα του επέτρεπε να αιωρείται κάθετα. Η τεχνική αυτή παρουσίαζε πολλές δυσκολίες κι ο Άλταρ δεν είχε καταφέρει ποτέ να την τελειοποιήσει. Τώρα όμως, καθώς γνώριζε πως ο χρόνος του τελειώνει, ήταν αποφασισμένος για όλα. Έγειρε το λαιμό του πίσω και χαλάρωσε εντελώς τους μύες του προσώπου του. Σε λίγα δευτερόλεπτα το σώμα του άρχισε να στροβιλίζεται, να αλλάζει κλίση ώσπου σταθεροποιήθηκε σε κάθετη θέση. Αιωρούνταν τώρα παράλληλα με τον τοίχο του υπνοδωματίου και μπορούσε να νιώθει τη μετατόπιση των μορίων του αέρα από το νευρικό κούνημα του ποδιού της πιο άμεσα. Όταν ένιωσε άνετα στην καινούργια του θέση και βεβαιώθηκε πως έλεγχε απόλυτα την αιώρηση, αφέθηκε να ταλαντεύεται ελαφρά, ανεπαίσθητα, σαν μωρό στην κούνια του. Το πόδι της, αυτό το υπέροχο άκρο, έδινε τον τόνο και το ρυθμό, ένα πόδι- μαέστρος με το σώμα του ορχήστρα στο έλεός του. Θα ήθελε να βγάλει έναν μικρό αναστεναγμό, όμως η παραμικρή απόκλιση από τη συγκέντρωσή του θα είχε ολέθρια αποτελέσματα. Αρκέστηκε απλά στην προσομοίωση ενός μικρού αναστεναγμού και υποδύθηκε ακόμα και πως γέλασε με την αντίδρασή του.

Ώρες ώρες ήταν φοβερά διασκεδαστικό να έχει εκατό τοις εκατό τον έλεγχο της ύπαρξής του, κι άλλες αφόρητα πληκτικό και σχεδόν απάνθρωπο, αν και δεν ήταν βεβαίως άνθρωπος. Ήταν διαβάτης. Αιώνιος ταξιδευτής. Διαγαλαξιακός καλόγερος. Ή απλά τρελός. Ο εγγενής κυνισμός ήταν άλλωστε το δυνατότερο σημείο του. Αυτό που του επέτρεπε να διατηρεί την ψυχραιμία του όταν όλοι γύρω του γίνονταν έρμαια της παρόρμησης ή της συγκίνησης. Εκείνος είχε πάντα τον έλεγχο. Πάντα. Πόσες φορές δεν είχε κατηγορηθεί για την παροιμιώδη του ψυχρότητα. Δεν είχαν κι άδικο. Όμως κάτω από την φαινομενική αταραξία και το σκληρό περίβλημα, μέσα, στο εσώτατο βάθος, στον πυρήνα του, ο Άλταρ έβραζε σαν λάβα ηφαιστείου. Απλά, είτε λόγω συγκυρίας, είτε λόγω ελλειπούς ερεθίσματος ή ακόμα ακόμα μη ικανής εντάσεως ερεθίσματος, ο κρατήρας του δεν είχε παραδοθεί ποτέ στην έκρηξη. Υπήρχε μονίμως εμπλοκή στην ανάφλεξη. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να φανταστεί πώς θα ήταν να έχανε κι αυτός έστω για μια φορά τον έλεγχο, την ικανότητα να επιβληθεί στον εαυτό του, πως θα αντιδρούσε αν ξαφνικά τον κυρίευε μία επιθυμία χαίνουσα που θα τον ανάγκαζε να χάσει τον ύπνο του, την επιλογή του πάνω στα πράγματα, την αυτοκυριαρχία του. Κι όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνονταν ικανό, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, να τον βγάλει βίαια από τη νιρβάνα της σκανδαλώδους αυτάρκειας.

Γνώριζε καλά πως κι ο πάγος ήταν εξίσου αποτελεσματικός στην πρόκληση εγκαυμάτων και είχε καταφέρει να μετουσιώσει την οφθαλμοφανή του αναπηρία για έκρηξη σε μια ομιχλώδη, εθιστική κι ακατανόητη γοητεία. Αυτή η γοητεία της παρεξήγησης αποδείχθηκε εκ των υστέρων το πιο αποτελεσματικό όπλο στην διατήρηση των αποστάσεων και των τύπων. Η αλήθεια όμως, πίσω από όλη αυτή την χειριστική κατασκευή και την διανοητική οχύρωση, ήταν ότι ο Άλταρ, όπως κάθε θνητός που διέθετε σάρκα, καιγόταν από την επιθυμία να καεί επιτέλους από επιθυμία.

Όταν ο αισθητήρας του άρχισε να δονείται, ήξερε πως είχε πια μόνο 25 ώρες. Στο διάστημα αυτό, προετοιμάστηκε σωματικά και ψυχικά για την ανάληψη. Πλύθηκε και αλείφτηκε με την κρέμα που είχε παρασκευάσει για την περίσταση. Ένα μείγμα γύρης και γάλακτος. Καθώς στέγνωνε επάνω του, το σώμα του χρύσιζε κι αντανακλούσε το φως. Έπειτα συνέχισε με τις ασκήσεις αναπνοής και συγκέντρωσης. Όταν ξεκίνησε να εκτελεί τις ασκήσεις αιώρησης, έμοιαζε με σάρκινο πρίσμα καθώς στροβιλίζονταν με χάρη μέχρι να σταθεροποιηθεί στη σωστή θέση. Πέρασαν έτσι 23 ώρες. Όταν συνειδητοποίησε πως το πέρασμά του έφτανε στο τέλος, η μορφή της κατέκλυσε τη σκέψη του. Του ήταν πια αδύνατο να συγκεντρωθεί στα μάντρα, το όνομά της μπλεκόταν με τις συλλαβές και του έφερνε χαμόγελα και σύγχιση. Μόνο όταν άδειασε εντελώς, μόνο όταν εγκατέλειψε κάθε ιδέα, γνώση, νόηση κι αντίσταση, καταλείφθηκε ολοσχερώς από εκείνη.

Την επόμενη ώρα αφιερώθηκε στο να προσπαθεί να διαπεράσει το πάτωμα ούτως ώστε να βρεθεί δίπλα της, στο δωμάτιό της. Θα μπορούσε ίσως να της χτυπήσει το κουδούνι, όπως του είχε περάσει από το μυαλό να κάνει τα τελευταία τρία χρόνια που είχε μετακομίσει στο κτίριο, όμως τώρα ήταν αργά για ορθόδοξες προσεγγίσεις. Δεν είχε παρά μια ώρα πριν αρχίσει να μετρά αντίστροφα ο χρόνος προς την 25η. Με τα μάτια κλειστά συνέχιζε τις προσπάθειες. Ώσπου κάποια στιγμή, η αντίσταση χαλάρωσε, ένιωσε το πάτωμα να υποχωρεί, να ανοίγει μαλακά κι υπάκουα στο πέρασμά του. Ένιωσε σαν να γεννιόταν, σαν να έβγαινε στο φως, κι ας είχε διαρκώς τα μάτια του κλειστά. Η αγωνία να πραγματοποιήσει αυτό που επιθυμούσε καθολικά, τον έλουζε στο φως της ακατανόητης ηρεμίας, της ηρεμίας που αναβλύζει απευθείας από τη μήτρα της ύπαρξης κι ανεστράμμενα, αλλά ταυτόσημα, από τη φύτρα της ανυπαρξίας.

Και νατος τώρα, όρθιος σχεδόν πίσω από την πόρτα του δωματίου της να την νιώθει να κουνά το πόδι της νευρικά. Δηλαδή τον αέρα ένιωθε, μα κι αυτό τον γέμιζε με ευχαρίστηση. Κι οι αναστεναγμοί που προσομοίαζε για να μην χαλάσει τη συγκέντρωση, αληθινοί ήταν, το ήξερε. Σταύρωσε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι και ψιθύρισε το μάντρα της ανυπαρξίας. Άρχισε να ίπταται από πάνω της και να υπολογίζει με το νου τις καλύτερες συντεταγμένες σταθεροποίησης.

Εκείνη, ανυποψίαστη, συνέχιζε να διαβάζει το ρομάντσο της και να κουνά νευρικά το αριστερό πόδι στον αέρα. Διάβαζε την ιστορία εκείνης και εκείνου. Μια ιστορία ασυννενοησίας, παρεξηγήσεων, σιωπών, αμηχανίας, βουβών βλεμμάτων και ασίγαστης επιθυμίας. Μία ιστορία που εκτυλισσόταν στο μυαλό των πρωταγωνιστών και που μόνο ο αφηγητής γνώριζε καλά όλες τις λεπτομέρειες. Εκείνοι, οι πρωταγωνιστές ζούσαν αμέριμνοι στη μονομέρεια της επιθυμίας τους. Το βιβλιαράκι ήταν τυπωμένο σε φτηνό πολτό, με χοντρές σελίδες και μεγάλες άτσαλες γραμματοσειρές. Στο εξώφυλλο μία κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά έπινε ένα ποτήρι κρασί σε ένα μπιστρό, και στο βάθος φαινόταν ο πύργος του Άιφελ. Στο τραπεζάκι ήταν ένα τασάκι με δύο τσιγάρα αναμμένα. Το δεύτερο τσιγάρο, υποδήλωνε την παρουσία (ή μήπως την απουσία;) εκείνου. Ραντεβού στο Παρίσι ο τίτλος, μα μέχρι τη σελίδα 147 οι πρωταγωνιστές δεν είχαν καταφέρει να συναντηθούν. Κι ήταν κι αυτό το εξώφυλλο με την αμφισημία του που τη γέμιζε άγχος. Θα συναντηθούν επιτέλους; Αυτό το βιβλίο θα την εξόντωνε. Έμεναν μόνο 3 σελίδες μέχρι το τέλος και η αγωνία είχε χτυπήσει κόκκινο. Αναδεύτηκε ελαφρά, έγειρε στο πλάι και γύρισε ανάσκελα για να ξεμουδιάσει και να ξεκουράσει το λαιμό της. Συνέχισε να διαβάζει λαίμαργα, όσο ο Άλταρ την ένιωθε ζεστή και αναστατωμένη σε απόσταση αναπνοής. Βρισκόταν ακριβώς από πάνω της, χωρίς να μπορεί να τη δει, την αισθανόταν όμως με κάθε κύτταρο του κορμιού του. Η ώρα πλησίαζε, είχαν μείνει μόνο τρία λεπτά προτού να συμπληρωθεί η 25η ώρα.

Έφτασε στην τελευταία σελίδα, όταν ξαφνικά ένιωσε ένα ψυχρό ρεύμα να έρχεται καταπάνω της και να την παραλύει, το βιβλίο έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα προτού προλάβει να διαβάσει την τελευταία γραμμή. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα – όμως δεν ήταν φόβος αυτός που την κατέκλυζε.

Ο Άλταρ ίπτατο πια σε απόσταση αναπνοής από το σώμα της χωρίς να την αγγίζει. Μέσα σε αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου άκουσε τον πάγο μέσα του να σπάει, ένιωσε τη λάβα να ξεχειλίζει κι ανοίγοντας τα μάτια του βυθίστηκε μεμιάς ολοκληρωτικά μέσα της.

Οι αστυνομικοί που ερευνούσαν την εξαφάνισή της δεν διαπίστωσαν κανέναν σημάδι παραβίασης στο διαμέρισμα. Στην κρεββατοκάμαρα ένα ψυχρό ρεύμα τους τύλιξε παρόλο που όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Στο πάτωμα, δίπλα στο κρεββάτι, βρήκαν το βιβλίο ανοικτό στην τελευταία σελίδα. Ο αστυνομικός που το σήκωσε διάβασε δυνατά την τελευταία πρόταση:
«Όταν θα είναι πια πολύ αργά, θα με δεις να επιστρέφω.»

*Η Άννα Νιαράκη γεννήθηκε το Μάιο του 1979 στην Αθήνα. Είναι χημικός με μεταπτυχιακές σπουδές στην Βιοχημεία (Msc, PhD) και μεταδιδακτορικές σπουδές στην Υπολογιστική Βιολογία. Εργάζεται ως επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Evry Val d’Essonne, Paris Saclay.
Ποιήματα, κείμενα και μεταφράσεις της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες καθώς και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ελληνικά και ξένα (Αγγλία, Αμερική, Ισπανία, Ινδία, Ρουμανία).
Διατηρεί το διαδικτυακό περιοδικό “Το Παράθυρο, περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων”
και το ιστολόγιο Αντιποίηση. Ζει στο Παρίσι.
Ανθολογίες:
· Cross-Section: An Anthology of Contemporary Greek Poetry, 2015 Επιμέλεια Jack Hirschman
· Αλμανάκ Ποιείν, Αθήνα 2010
· Τα δέκατα, Αθήνα 2010
· Τα φύλλα και οι καρποί, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα 2002

Ποιητικές συλλογές:
· Iχθυόφωνο, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015
· Το μερίδιο των αγγέλων, Lulu, 2012
· Τετράδιο Πειραμάτων, Εκδόσεις Χαραμάδα, 2010.

*Αναδημοσίευση από την “Θράκα” στο http://www.thraca.gr/2016/09/9_4.html

94201

Γεωργία Τρούλη, Η περισσοδάκτυλη

Αrtwork: alessandro kokocinski

Αrtwork: alessandro kokocinski

Λοιπόν κύριε ασπόνδυλε, θέλω να επενδύσω όλες μου τις καταθέσεις στην έρευνα για κάποιο ζώο. Για την ζέβρα. Ναι, ξέρω χιλιοειπωμένα όλα. ’Ομως με εξιτάρει η κορμοστασιά, η ταχύτητα, το φυσικό τους περιβάλλον, η διχρωμία τους, αυτό το δίπολο.
 
Το τόσο συζευκτικό, διαχωρισμένο, παλιοκαιρισμένο, το τόσο χρωματικά ανυπόφορο και μη υπαρκτό, τόσο απαραίτητο και τόσο ηλιθιωδώς συμβολικό, η ευγένεια του ίππου
 
Θα κάνουμε μια έρευνα για το ποιες ζώνες υπερτερούν, ποιες ρίγες. Πώς δεν μπερδεύονται και δεν ανακατεύονται τα χρώματα όταν γεννιούνται, όταν βρέχει, όταν ιδρώνουν, όταν πηδιούνται. Είναι τόσο κανονιστική η ζωή τους; Τόσο ακραία, τόσο ζυγιασμένη ή τόσο εκ διαμέτρου αντίθετες οι αποφάσεις τους; Πώς βλέπουν εαυτό σε αντανάκλαση..Είναι γκρι;
 
Θα προτιμούσαν μονοχρωμία; Με την οπ αρτ νιώθουν οικεία; Θεωρούν ότι εμπνέουν;
 
Εξαντλείται η σχάση και η σύνθεσή τους; Θυμίζουν πλακόστρωτο, σκάκι ή σύστημα λειτουργικό; Επιμένουν σε διαχωρισμό όταν κάνουν σχέσεις; Ανακατεύουν συναίσθημα;
 
Ναι λοιπόν, θα δώσω τα χρήματα όλα. Να μάθω πώς να σκορπάω για ένα γούστο που θα μου λύσει την ύπαρξη.
 
Αχ, κύριε ασπόνδυλε, μην γελάτε και μην εκνευρίζεστε. Άλλαξα γνώμη. Θα χαρίσω σε εσάς τα χρήματα. Να αγοράσετε κέλυφος ευτυχίας. Σας λείπει. Θα χαρώ πολύ, αλήθεια .Εγώ έμαθα να μεταμορφώνομαι. Η φυσική επιλογή μού επιβάλλει να γίνω η επιθυμία μου.
 
Θα γίνω για κάποια χρόνια τετράποδο, θα έχω δίστηλο δέρμα. Θα εφεύρω τρόπους να μαδάω, να τρίβομαι πάνω στα φυτά και να αλλάζω χρώμα. Θα ξέρω σε ποιους ποταμούς και σε ποια βροχή θα βουτάω. Θα ακυρώσω σταδιακά το μονόχρωμο της διχρωμίας . Θα ζευγαρώσω τόσες φορές με αρσενικές ζέβρες και θα γεννήσω τόσες φορές το όλο χρώμα και το μη. Στο τέλος θα πετύχω την απόχρωση, την μετάλλαξη την διαστρωμάτωση. Θα αποκτήσει ροή η εικόνα.

Θα ξαναγυρίσω άνθρωπος αφού πρώτα θα έχω δώσει στις ύαινες το τελευταίο μου γέννημα. Τυχερές ήταν. Κατάπιαν τέσσερις αποχρώσεις. Ούτε ο ήλιος δεν καταπίνει έτσι μονοκόμματα χρώμα νύχτας πριν το ξημέρωμα. Γιατί, ποιος θα τα βάλει με την φύση για να λύσει διλήμματα μιας ύπαρξης και ένα καπρίτσιο;
 
Θα έρθω να σας δω. Θα είστε ευτυχισμένος, ασφαλής, θα έχετε βγάλει οστά, αλλά θα παραμένετε ασπόνδυλος. Τα παιδιά σας θα παίζουν στην αυλή με λούτρινα σε σχήμα ζέβρας και χρώμα τόξου συνταγματικού.
Πληθώρα το χώμα και οι αποφάσεις.
 
Εκείνη την στιγμή θα ακούτε στις ειδήσεις για ένα σπάνιο είδος ζέβρας, περισσότερο συγγενικό στο άλογο. Έχει τέσσερα χρώματα τα οποία αλλάζουν με την διάθεση και ζει κυρίως στην Ευρώπη. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι ύαινες δεν είναι ποτέ στην ουσία πεινασμένες.
 
Θα σας χαμογελάσω. Θα φύγω με καλπασμό. Δεν θα με αναγνωρίσετε

Ιάσωνας Σταυράκης, Υπερφίαλος

stavrakis002

Πεδίο… Το Ύψιλον του Κενταύρου…
Έχει οριστεί απ’ το αρρωστημένο μας μυαλό ως χώρος ή σημείο, όπου κάποτε ή τώρα κάποιος μάχεται, άλλος χάνει, κάποιος σπαρταράει κι άλλος περήφανα χαμογελάει…
Στο νου του καπετάνιου που τα πλοία έλιωσαν δεμένα…
Στο μειδίαμα του φοιτητή που τα παράτησε… Στο φρύδι του μπολσεβίκου, που είδε τ’ άρωμα του να χάνεται…
Τα λήμματα είναι πενιχρά, μα η τέρψη του απο-τυγχάνειν θα σε καλημερίσει όπου και να πας… Σκέφτηκες ποτέ, γελαστέ μου φίλε, πως δεν περιστρέφεται μονάχα η γη μα κι εσύ;
Έχεις το προνόμιο, μα δεν κοιτάς γύρω από ποιον άξονα στροβιλίζεται η ζωή σου… Χαμογέλα μου…
Άσε με να σου ψιθυρίσω γι’αυτό που μας καλημερίζει στα κρυφά…
Το μυαλό μας έμεινε σαν βράχος, ασάλευτο… Ξέρεις γιατί, καλέ μου;
Μη σκοτίζεσαι, θα βάλω όλη την τέχνη μου για να σε πείσω…
Μια ζωή αποτυγχάνω…
Πάντα σου έλεγαν για αξίες, ιδανικά, μα να ξέρεις πως είναι δανεικά κι εγώ θα σε διδάξω να πέφτεις, να σπας τα κόκαλά σου και να γελάς…
Ο tempora… Ο mores…
Ω, πορτοφόλι μου χονδρό… Ω, κομφορμιστική ηθική μου, αγαπητέ Κικέρωνα…
Σε βλέπω να μαραζώνεις, αγαπητό μου έμβρυο…
Με βρίσκεις πολύπλοκο, νιχιλιστή;
Όχι αγαπητό μου…
Τίποτα δεν είμαι απ’όλα αυτά…
Τίποτα δεν ήμουν ποτέ…
Ποτέ δεν υπήρξα, όπως κι εσύ! Μην το παίρνεις κατάκαρδα…
Αν δεν σ’ αγαπούσα, θα υποσχόμουνα…
Κρύψε με μέσα σου κι άκουσε…
Μην πιστέψεις ποτέ στ’ όνειρο της επιτυχίας κι ας τρέξει αίμα από παντού…
Χάσε φίλους, δουλειά, οικογένεια, ακόμα και την τιμή σου…
Θα σου πω για όλα όσα δεν σ’ έχουν νανουρίσει…
Άκουσέ με, έμβρυο…
Η τέχνη της αποτυχίας…
Είναι η τέχνη της ζωής…
Θα δεις τον εαυτό σου να ψηλώνει, να ερωτεύεται, να δυναμώνει…
Μην τους πιστέψεις…
Μην τρως το φαγητό σου…
Γεννήθηκες για την αποτυχία…
Λιάνισε την πουτάνα που ζει στο κρανίο σου, μην την αφήσεις να σε ρίξει…
Διάλυσε όσους δεν σε πιστέψουν…
Απότυχε στη κοινωνικότητα, η μοναξιά βρίσκεται στη αγκαλιά του κόσμου…
Απότυχε στις σχέσεις…
Ίσως μάθεις πως το ψέμα, είναι συνυφασμένο με το βλέμμα και η ρητορική, ψευδαίσθηση!
Δέξου με τόλμη το περιθώριο…
Το μέλλον σου είναι προδιαγεγραμμένο…
Το τέλος σου το ίδιο…
Απότυχε όσο πιο πολύ μπορείς…
Απότυχε στη ζωή, ίσως κερδίσεις έναν πετυχημένο θάνατο…
Μη γελάς, εκεί δεν θ’ αποτύχεις…
Γεννήθηκες για να πεθάνεις, παλιοτόμαρο!
Μην κλαις…
Απότυχε!!!
Σαν και μένα, σαν κι εμάς…
Φέρε στο μυαλό σου όσα σου είπα…
Μην πίνεις γάλα! Πιες αψέντι…
Μεγάλωσε και πάρε με αγκαλιά…
Ο δρόμος της καταστροφής μας πλησιάζει…
Μα θ’ αποτύχουμε και σ’αυτόν…
Γι’ αυτό χαμογέλα μου…

*Από το βιβλίο “Delirium Tremens – Δέκα Αιρετικά Διηγήματα”, Εκδόσεις “Αφή”, Λεμεσός 2010.

Άνθη μέσα από τα κατσάβραχα: Για τον Γιώργο Φιλιππίδη

1038547_mykonos_new017_1

Ένας διάττων, ξεχωριστός ποιητής των ’90s που αυτοκτόνησε πριν συμπληρώσει τα 20 του χρόνια.

ΤΟΥ M. HULOT*

Τα ποιήματα του Γιώργου Φιλιππίδη άργησα πολύ να τα πάρω είδηση. Κοντεύει μια εικοσαετία από τότε που έφυγε πρόωρα, βίαια και ξαφνικά, λίγο πριν συμπληρώσει τα είκοσι χρόνια του, τον Ιούλιο του 1997. Τα οχτώ ποιήματά του που κυκλοφόρησαν δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, συγκεντρωμένα σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τη μητέρα του, είναι τα μόνα που έχουν διασωθεί, συν μία επιστολή που όταν γνωρίζεις τον τρόπο που έβαλε τέλος στη ζωή του γίνεται βασανιστική και ανατριχιαστική: «Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια˙ τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει˙ τόσο που καμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης είναι ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές της δεκαετίας του ’90. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας από την ελληνική πραγματικότητα, έγραψε σε πολύ νεαρή ηλικία (έφηβος) όλα τα ποιήματα και έδωσε τέλος στη ζωή του με έναν ιδιαίτερα άγριο τρόπο (απαγχονισμό και ταυτόχρονη αυτοπυρπόληση). Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο. Μέσα από τις γλυκόπικρες στιγμές που δείχνουν ένα παιδί που χρησιμοποιεί με υπέροχο και αξιοθαύμαστο τρόπο τις λέξεις (Ακούστε καλά! / Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα, / σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου, / στο αχανές πεδίο της καμπούρας μου όπου, / απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται η αστρόσκονη που είμαι) ξεπετάγονται λόγια προφητικά, που φανερώνουν την διαίσθησή του για αυτό που ερχόταν (Αφού σπαρτάρησε στ’ αγκίστρι της βίας / η Ευρώπη κοιμάται / σαν κρέας σε χασάπικο, / φρουρούμενη από διμοιρίες μπάτσων).

Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Ήταν ένα παιδί μικροαστικής προς μέσο-αστικής οικογένειας, πήγε σχολείο στα Ανάβρυτα. «Ο Γιώργος ήταν πολύ στα Εξάρχεια από νεαρός έφηβος, καταλήψεις, Πολυτεχνείο, μέχρι την Τρίτη Λυκείου είχε ζήσει όλον τον μεγάλο πανικό του ’95» λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας, σκηνοθέτης και κολλητός φίλος του στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο και μέχρι το τέλος του. 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Γιώργου Φιλιππίδη ο Σύλλας έφτιαξε το ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στο οποίο μιλούν συμφοιτητές τους και άνθρωποι που τον γνώρισαν. Το συγκεκριμένο Παρασκήνιο ήταν η αφορμή να γνωρίσω τα ποιήματα του Γιώργου.

«Αποφάσισα να το κάνω και για προσωπικούς λόγους. Το έκανα και για μένα αυτό το Παρασκήνιο» λέει. «Είναι κομμάτι της ζωής μου με έναν πολύ έντονο τρόπο αυτό. Τον Γιώργο τον γνώρισα στο Πανεπιστήμιο, περάσαμε μαζί στη θεατρολογία. Ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος από μένα και κάναμε παρέα από την αρχή. Πήραμε μαζί ένα ταξί ένα απόγευμα, έγιναν οι σωστές ερωτήσεις και κολλήσαμε. Είχα έρθει από τη Θεσσαλονίκη και ήταν τελείως άγνωστη η Αθήνα για μένα. Στην ουσία ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα στην Αθήνα. Μετά ζήσαμε μια μεγάλη περιπέτεια, εγώ πέρασα μεγάλη ευτυχία, κάναμε παρέα κι ήμασταν πάρα πολλές ώρες μαζί. Τα ποιήματά του τα έζησα από την αρχή. Η «Μελίσσα», η «Γαλάζια Μηχανή» και το «Γκρίζο» γράφτηκαν εκείνη τη χρονιά που είχαμε γίνει μια παρέα παράξενη: η Πολύ Φλουρέντζου, Γιούλα Μπούνταλη, Χριστίνα Θανάσουλα, Σοφία Θανοπούλου, Μάχη Αγγελούλη, κ.α. –είναι μια χρονιά της θεατρολογίας Αθήνας αυτή που ήταν λίγο αλλιώτικη απ’ τις άλλες».

Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο.

Όλα ξεκίνησαν μια αυγή που γκρίζεψε η θάλασσα και χλόμιασαν τα πεύκα. Χαλάσανε όλα τότε και η γη γέμισε δάκρυα που στάζουν μαζί με το φόβο, το φόβο, το φόβο. Κάτι πέτρες, που πρωτύτερα τις πλάθαμε στις παλάμες μας, γίνανε βράχια. Μερικοί κιόλας, μοναχά που τις βλέπουν, σκέφτονται τώρα πόνο και αξίνα και φτυάρι. Πώς έτσι έγινε και όλα τα πλοία έχουνε άξαφνα μια πατρίδα και σε κανέναν δεν μπορείς να βάλεις τα όνειρά σου να τα πάει στ’ αστέρια, καθόλου δεν καταλάβαμε και ούτε μας είχε περάσει από τον νου πως κάτι τέτοιο μπορούσε να είχε συμβεί. Την πρώτη μέρα είχαμε τον θάνατο του σχοινοβάτη. Ήταν κακόκεφος και μονάχος του πάντα κοίταζε να περνά τις ώρες του. Τη μοίρα μας αυτός την έπλεξε στο βήμα του, σε μια από τις παραστάσεις του, με τα επιδέξια δάχτυλά του σημάδεψε το ύψος και τα κόκκινα χείλη φίλησαν το μέτωπο της αλήθειας και η καρδιά του γδύθηκε σ’ ένα υπόγειο και τα μάτια του έσταζαν αίμα και λεπίδες σαν θέλησε να στρέψει το βλέμμα του ψηλά, πιο πάνω από τη χορδή αυτή που τον στήριζε. Μα εμείς σαν έπεσε βουίξαμε όλοι και χαϊδέψαμε το θόρυβό του με τις θολές κραυγές μας.

«Είχε και κάτι βαθιά ηλίθιο αυτό που ζήσαμε σ’ εκείνα τα χρόνια. Σε όλα τα επίπεδα. Και βαθιά βλακώδες, σε σχέση με πράγματα που καταλαβαίνεις αργότερα» συνεχίζει ο Σύλλας. Τον ρωτάω πώς ήταν ως άνθρωπος. «Υπάρχουν χαρακτηριστικά Δον Ζουανικά, υπάρχει μια μεγάλη ευθυμία σε βαθμό παραλόγου, ένα μεγάλο άνυσμα σε διαθέσεις, από μεγάλες ευθυμίες σε μεγάλες κατατονίες, μεγάλες σιωπές. Δεν μιλάμε για μια κατάσταση που πηγαίνει ευθεία. Υπάρχει και έντονη ανασφάλεια με τη γραφή σε βαθμό συχνά αυτοκανιβαλιστικό. Μιλάμε για εφηβεία, μια συνθήκη ανασφάλειας που σου δημιουργούν τα 16, 17, 18 χρόνια. Όλο το πράγμα είναι τελείως ασαφές, μπορεί να είσαι απλά ένας κλόουν, μπορεί αυτό που κάνεις να μην έχει καμία αξία. Είναι άλλο πράγμα να είσαι 35 και άλλο στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο –επί ΠΑΣΟΚ, σε μια Ελλάδα που δεν έχουν συμβεί όλα αυτά που ακολούθησαν, μιλάμε για την Ελλάδα των ’90s. Όλοι προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε μέσα σε όλο αυτό το πράγμα και ο Γιώργος προσπαθούσε το ίδιο. Αν δεν το δεις ως κάτι εύθραυστο, κάτι εξαιρετικά ευάλωτο το έχεις δει λάθος».

Τη δεύτερη μέρα συνέβη το εξής: ένας από μας, κρατώντας σφιχτά ένα δρεπάνι στο χέρι του, έδωσε μια και αποκεφαλίστηκε, αφού (όπως φάνηκε) είχε ακούσει τα πεισιθανάτια λόγια ενός συντρόφου του (αυτού με τη μακριά γενειάδα). Αμέσως τη θέση του, που ως τότε κατείχε το κεφάλι του, κατέλαβε το σώμα ενός ιχθύος, που έδειχνε με τη συννεφιασμένη όψη του ξεκάθαρα την ατράνταχτη θέλησή του ν’ ανταμώσει το πέλαγο. Λίγο αργότερα κύλησε εκεί, εξαρτώντας το σώμα του από αγάλματα ανέκφραστα μα χρόνια δουλεμένα. Αυτά που γίνανε μας ξαφνιάσανε πολύ, αν και δεν ήταν διόλου απίθανα να συμβούνε (έτσι το ’χουμε να νομίζουμε για απίθανα τα πιο πιθανά) και αποφασίσαμε κάτι να κάνουμε να τους δώσουμε τέλος. Συνταχτήκαμε έτσι τη δεύτερη μέρα το απόγευμα κοντά στην πηγή, αυτή που μας δίνει το ακριβό νερό που πίνουμε, και πολλοί θέλησαν να μιλήσουν και πολλοί μιλήσανε. Μα ήτανε δυο τρεις που είπανε πολύ σημαντικά και σοφά πράγματα, βγαλμένα βαθιά μέσα απ’ τη γροθιά ανάμεσα στα στήθια τους, την κόκκινη. Αυτά θα σας τα πω κι εγώ όπως τα είπανε, για να δείτε ακόμη, και μ’ όλα όσα στο μεταξύ διάστημα είχανε συμβεί, υπήρχαν ακόμη μερικοί που μίλαγαν με σύνεση και έρωτα στα λόγια τους: Πρώτος πήρε το λόγο ένας που ήταν στην εμφάνιση ίδιος παιδαρέλι. Μονάχα τα μπράτσα του ήταν αντρίκια, καθώς και αυτά που έλεγε και έτσι κανείς δεν βρέθηκε να του πει να σταματήσει. Είπε λοιπόν: «Σε μια θεώρηση αντιθέτων προσωπική, το κόκκινο δεν είναι παρά λανθάνον γκρίζο κι απαιτητικό. Μας ζητά άθλους μύριους και ούτε άνθη προσφέρει ούτε αλήθειες. Κι όλοι ξέρουμε τη θλίψη την από την απόρριψη προερχόμενη πως είναι απέραντη και λεία σαν ευθεία γραμμή». Ύστερα πέταξε το καπέλο του στον αέρα και εξαφανίστηκε ή μάλλον χύθηκε κάτω από την χρυσόσκονη, σαν στάχτη το σώμα του. Κι είπε κάποιος πως έφυγε έτσι για να τιμήσει τα λόγια του. Και τις άλλες μέρες ποτέ κανείς δεν τον ξανάδε και ποτέ δεν ξαναμνημονεύτηκαν αυτά που είπε (πλην σήμερα). Και σαν κόπασαν τα λιγοστά σχόλια για τον λόγο του και μίλησαν και άλλοι και άλλοι και τέλειωσαν και αυτοί και κάθισαν και έπαψαν να ρητορεύουν, πήρε μια γυναίκα να μιλάει και είπε πράγματα που κανείς δεν άκουσε, για πολέμους και τέτοια. Κι ύστερα είπε και αυτά που όλοι αφουγκράστηκαν με ευλάβεια, μιας και δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Κι είπε τα ακόλουθα: «Μακριά σου δεν είναι καθόλου ωραία, χιονίζει και βρέχει πολύ και δεν υπάρχει πουθενά κόκκινο, μόνο γκρίζο, γκρίζο, γκρίζο. Στο κοράλλι που μου έδωσες έπαψαν πια να διακρίνονται τα ίχνη των δαχτύλων σου, έτσι θα χρειασθώ κάτι περισσότερο, κάτι πιο πολύ ή που απ’ αυτό δεν θα σβήσουν ποτέ τα αποτυπώματά σου, γιατί ναι, μακριά σου αλήθεια κρυώνω».

«Τον έβλεπες ως ποιητή;». «Και βέβαια τον έβλεπα ως ποιητή, όπως έβλεπα τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη. Δυνάμει ποιητής και δυνάμει σκηνοθέτης, έστω. Ήμασταν πολύ αποφασισμένοι, ακραία αποφασισμένοι να κάνουμε αυτό που θέλαμε, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Αυτή η σχολική χρονιά το 1997-98, για μένα είναι καθοριστική. Άρχισαν από το Μάρτη και μετά να γίνονται διάφορα πράγματα που και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρα, γιατί βασίζονται σε φίλτρα ανθρώπων. Δεν είναι η αλήθεια του Γιώργου όμως, είναι η αλήθεια όπως την ξέρει ο καθένας μας. Από κει και πέρα υπάρχει μια συναισθηματική, υπαρξιακή και ψυχική ένταση στο πρόσωπο η οποία είναι θηριώδης, υπέροχη και μοναδική. Κατά τη γνώμη μου αυτό υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και στα ποιήματα. Το Γκρίζο είναι πάρα πολύ ένα τέτοιο έργο. Έχει μια καταγραφή από το ύψος του κενού και είναι και το έργο το οποίο γράφτηκε τότε, το Πάσχα.».

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα».

«Τι εποχή αυτοκτόνησε;». «Ήταν Ιούλιος. Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε κανονίσει να πάμε interail με άλλους φίλους μας. Ο Γιώργος το ακύρωσε δυο μήνες πριν φύγουμε και μας έκοψε όλους, άρχισε να απομονώνεται. Είχε μια μεγάλη άρνηση, ένα μεγάλο όχι σε όλα. Και μιλάμε για μία εξαιρετικά βίαιη αυτοκτονία. Έχει μια σημασία για όλους εμάς που τον ζούσαμε, είναι μια πολύ σημαντική πτυχή όλου αυτού, υπάρχει μια τρομακτική βία».

«Υπάρχει ένας πυρήνας οργής και έντασης, αυτό γιατί δεν το έβγαζε στα ποιήματά του;». «Τα ποιήματα του Γιώργου δεν είναι ποιήματα οργής, η κατάλληλη λέξη να χαρακτηρίσεις αυτό που υπάρχει είναι η ευθραυστότητα. Δεν υπάρχει η εφηβική ή μετεφηβική αντίδραση. Υπάρχει κάτι αληθινά ασφυκτικό, κάτι εορταστικό και μεγάλη ευαλωτότητα. Τα ποιήματα τα διάβαζα από το ξεκίνημά τους, ήταν μια εποχή μου ήμασταν πολύ κοντά. Μου άρεσαν, έγραφαν και άλλοι φίλοι μας, αλλά τα ποιήματα του Γιώργου μου άρεσαν στα αλήθεια. Κι είναι αληθινή καλλιτεχνία και τίποτα άλλο. Υπήρχε μέταλλο. Το ήξερα ότι υπάρχει μέταλλο, μου το έλεγε το ένστικτό μου ότι υπάρχει ειδικό μέταλλο, και κολλήσαμε και στην καθημερινότητά μας. Νιώσαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Δεν έχει τίποτε να κάνει με άλλα πράγματα που έρχονται πιο μετά, την αναγνώριση ή την μη αναγνώριση, την άβυσσο της κακίας και της μικρότητας, και όλο αυτό μου άλλαξε τη ζωή. Και με καλό και με άσχημο τρόπο».

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…
“Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…”

Κανένας δεν κατάλαβε σε ποιον αλήθεια απευθυνόταν η γυναίκα, μα επειδή πού και πού ήθελαν να ελπίζουν πως επρόκειτο γι’ αυτούς. Έτσι ξεσπάσανε καυγάδες στο πλήθος, που λιαγιάσανε μόνο σαν ήρθε τη γυναίκα φτερωτό άλογο και την πήρε και είδαν ότι αυτό ήταν η μούσα της. Ο τρίτος που μίλησε με ενδιαφέρον ήταν στ’ αλήθεια ζοφερός και μήνυσε πως ήρθε τάχα το τέλος, μα αποδείχτηκε στο τέλος ένας τρελός πως ήταν. Με τα εξής λόγια απευθύνθηκε στο ακροατήριο: «Ακόμη και οι λέξεις σκαρφαλώνουν να κοιτάζουν μέσα στα μάτια μου. Ο τρόμος με δένει σαν να με ελέγχει και αναρωτιέμαι στ’ αλήθεια για την ειλικρίνειά του. Κι αν κάτι να μη μου πρέπει δουν στο μυστικό μου καταφύγιο, ποια η φρικτή μου η μοίρα μετά!». Τότε ακριβώς φάνηκε η αρρώστια του. Κι αυτός άφρισε στο στόμα και άρχισε να κτυπά τα μέλη του στην εξέδρα, που είχε στηθεί για τις ρητορείες, και ούρλιαζε με λέξεις ακατάληπτες πάνω στη σύγχυση που είχε και ύστερα έκλαιγε πικρά. Αυτός μόλις του πέρασε η κρίση αυτή έφυγε μακριά ντροπιασμένος και λένε πως είναι ακόμη και μέχρι τις μέρες μας κλεισμένος σε μια σπηλιά πίσω από τους καταρράκτες, όπου με αγάπη μια που τη λένε Άννα τον νοιάζεται. Κι αυτοί ήταν οι αξιοσημείωτοι λόγοι. Η απόφαση πάντως που βγήκε, μια και δεν μπορούσαμε αλλιώς το κακό να σταματήσουμε, ήταν να κινήσουμε για τη δύση του ήλιου, που όλοι παραδέχονται πως αυτή ρυθμίζει και κανονίζει το χρώμα που θα ανατείλει η μέρα. Και τ’ άλλο πρωί συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε. Και θα το κάναμε, αν δεν συνέβαινε αυτό που συνέβη: Πρωί πρωί της τρίτης μέρας λοιπόν στέρεψε η πηγή μας και πια μέρος για να πίνουμε νερό δεν είχαμε. Με μαύρες φτερούγες μας αγκάλιασε ο θάνατος. Μαράθηκαν τα χορτάρια και οι λάσπες στέγνωσαν κι έσκασε η γη. Στην πρόχειρη πολιτεία που οργανώσαμε στον καταυλισμό μας αυτόν, πάνω από το άλλοτε υγρό οδόστρωμα (είχαμε ασφαλτώσει για τις ανάγκες των οχημάτων ένα δυο δρομάκια) κάθονταν μόνο η σκόνη κι η ομίχλη, αυτή που είχε κουρνιάσει εκεί από την υγρασία διαλύθηκε, μα ό,τι είδαμε δεν ήτα καθαρότερο και καθόλου δεν μας ξεθάρρεψε. Το τέλος κάθε μόχθου στους κορμούς που είναι ακόμη γεροί μα άδειοι και στα φύλλα που αλάφρωσαν άξαφνα, η αρχή εκεί κοντά στις φωλιές των μυρμηγκιών και των άλλων εντόμων, που ως τώρα τα ακούγαμε και τώρα έτσι απρόσμενα σώπασαν και αυτά μαζί με τις αχτίδες του ήλιου. Στον ύπνο τους πολλοί ξυπνούσαν με κραυγές και αγωνία από το ατσάλι –τη στυφάδα αυτή- που τους έδενε τη γλώσσα, και σχημάτιζαν ζωγραφιές στον αέρα με τα δάχτυλά τους μέσα στο παραλήρημά τους, μήπως έτσι έφερναν κοντύτερα τον σκοπό τους. Κι έτσι πέρασε και η τρίτη νύχτα και ξημέρωσε γκρίζα η τέταρτη μέρα. Και με έκπληξη είδαμε, όσοι αντέξαμε τη φοβερή δοκιμασία, πως πάλι το νερό έτρεχε στη στέρνα. Και αμέσως όλοι ενοήσαμε τον σκοπό τον ανώτατο που είχε αυτή η προσωρινή λειψυδρία: πως ήταν δηλαδή σημάδι· πως μας ορμήνευε κάτι. Και τότε πολλές προτάσεις και εξηγήσεις ακούστηκαν, πως τάχα τον κώδικα θα έλυναν μα μία μόνο γίνηκε πιστευτή, ενός σμιλευτή του μαρμάρου.

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα» γράφει ο ποιητής Γιάννης Στίγκας στον πρόλογο της Γαλάζιας Μηχανής. «Γιατί ο Φιλιππίδης ενσαρκώνει την τεράστια υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, με μια γλώσσα πυρετική, ακροβατική, χίλιες φορές πιο ακροβατική από το χαμόγελο του Da Vinci. Γιατί δεν αρκείται στην κραυγή, αλλά ξέρει και να την σκαρφαλώνει. Κάτι –που κατά τη γνώμη μου- είναι κι ο μοναδικός μας δρόμος προς το όνειρο: Αδέλφια μου / ακούστε καλά / μια μέρα θα φτιάξουμε / τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε / μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του / θα αντλήσουμε / ζεστή σοκολάτα / και λουλούδια εντελβάις. Γιατί διαθέτει μια κοινωνική συνείδηση κοφτερή –κοφτερή, όπως ακριβώς πρέπει: Μήπως και να καταλάβει κανείς / πόσο πολύ δεν με νοιάζει / αν καούν όλα / τα δολάρια / και τα μάρκα / και τα γιεν του κόσμου. Ε, τέτοιος άνθρωπος είναι. Με την ευαισθησία ξενυχτισμένου λουλουδιού: Γύρεψα πάντοτε εκδίκηση / στ’ όνομα κάθε τι εύθραυστου / είχα ξεχάσει πως ό,τι είναι εύθραυστο / είμαι εγώ / πως είσαι εγώ. Ή: Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα / … Αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα) / Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ξέρετε, μου είναι πολύ δύσκολο να σας μεταδώσω πώς λειτουργεί αυτή η ποίηση μέσα μου. Κι ίσως, αν σας έλεγα ότι ηλεκτρίζει το κουράγιο μου κι ότι μέρα με την ημέρα με κάνει να μαντεύω μες στους ανθρώπους μια δύναμη σχεδόν αστρονομική, του εσαεί – καινοφανούς αστέρα. Ή, μάλλον, ξεχάστε τα όλα αυτά και κρατήστε μονάχα το εξής: Λύσου και λιώσε / ζούμε μονάχα για το χνώτο του φωτός / … ζούμε για μιαν ανάσα σβησμένη / άπειρο / όμως άπειρο είναι / ό,τι το άπειρο βυζαίνει. Έτσι είναι. Γι’ αυτό και όποτε σκέφτομαι τον Γιώργο Φιλιππίδη, τον σκέφτομαι σε χρόνο αποκλειστικά ενεστώτα. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: μα η μηχανή –γαλάζια θα προσθέσω εγώ- / Μα η μηχανή αγρυπνά και ταξιδεύει / έστω και χωρίς αναβάτη».

Το χρονικό πλαίσιο στο οποίο έζησε και έγραψε ο Γιώργος Φιλιππίδης ήταν μια περίοδος ψευδο-ευημερίας, με την Ελλάδα να ετοιμάζεται για την Ολυμπιάδα, τη φούσκα του χρηματιστηρίου να διογκώνεται και να ετοιμάζεται να σκάσει, ΠΑΣΟΚ, νεοπλουτισμό και τους Έλληνες να προσπαθούν να πλουτίσουν με ψέματα.
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!
13.5.2016
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!

«Δεν υπήρχε καμία σύνδεση με την ελληνικότητα. Αισθανόμασταν πιο πάνω» λέει ο Σύλλας. «Δεν μπορούμε να φτιάξουμε ένα life style γύρω από αυτό, φαντάσου ένα παιδί με σπυράκια, δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, είναι μια συνθήκη εφηβείας που δεν είχε περιθώρια για περισσότερα πράγματα. Διαβάζαμε πολύ Ρεμπώ, Απολινέρ, Ντοστογιέσφκι, Βερλέν, οι βασικές συζητήσεις μας ήταν για τον Ντοστογιέσφκι. Από κει και πέρα υπήρχε μεγάλη απόσταση κατά το δυνατόν από την ελληνική τέχνη, πολύ συνειδητή. Βλέπαμε πολύ σινεμά, Τρίερ, Κρόνενμπεργκ, δεν ήταν μόνο λογοτεχνικές οι αναφορές, ήταν κάτι πιο ευρύ στις δικές μας γενιές, μουσική, Πάουντ, έπαιξε σίγουρα έναν ρόλο και ο μοντερνισμός. Μουσικά ακούγαμε πάρα πολύ Spiritualized, Nirvana, grunge που ήταν κάτι πολύ κοινό, είχαμε έναν φίλο που τραγούδαγε ρεμπέτικα, μας άρεσαν τα rave πάρτι, ακούγαμε τα πάντα. Υπήρχε μια απίστευτη ζωντάνια, υπήρχε ζωτικότητα, υπήρχε ένα άρπαγμα από τη ζωή, ακόμη και από τον θάνατο. Δεν είναι μια ιστορία μελαγχολίας, θλίβας και κατάθλιψης. Υπήρχαν μηχανές, πάρτι, έρωτες, υπήρχε κάτι πολύ ζωντανό. Ήμασταν 18 χρονών –ο Γιώργος 19 -τώρα θα ήταν 38».

Αφού λοιπόν χτύπησε τη γροθιά του με πάταγο στο δρύινο ξύλο του πάγκου, που δούλευε την τέχνη του, και με οργή περίσσεια, που πολλοί την απόδωσαν στην αναμονή και την αναβλητικότητα που είχαμε ως τότε (μάλλον) δείξει, βροντοφώναξε τη γνώμη του και και ξεχείλιζε σαν μιλούσε θάλασσα από τα μάτια του και κύματα ήταν τα λόγια του: «Μα τι τάχα να σήμαινε σαν όχι πως δεν έχουμε άλλο χρόνο για συζητήσεις και λόγους. Ήτα η πρόγευση αυτού που σιμώνει σαν φιλί που σου δείχνει τον έρωτα. Ας φύγουμε αμέσως από το καταραμένο μέρος, να κυνηγήσουμε την τύχη μας, να ξαναβρούμε τα χρώματα. Μα γι’ αυτό το ταξίδι, που σαν πάνε όλα καλά θα ξεκινήσουμε αύριο, θα χρειασθεί κάτι ο καθένας σας να δώσει. Θέλω να περνάτε όλοι, ένας ένας, μπροστά από τον πάγκο, αυτόν που πάνω του θαυμάζετε τα όσα έχω φτιάξει, και να αφήσετε ο καθένας ό,τι ποτέ κανείς δεν σας ζήτησε!». Και περάσαμε όλοι από το ορισμένο μέρος και ο καθένας έδινε τα δικά του, άλλος έρωτα, άλλος ψέμα, τρυφεράδα, σκέψη, λογικό, αλήθεια, έχθρα, τη γη, και έδωσε ακόμη κι αυτόν τον ήλιο. Και αυτά τα πήραμε όλα μαζί μας και όταν ήρθε η στιγμή να φανούν χρήσιμα και να πάρουμε βοήθεια απ’ αυτά, τότε ένα ένα τα χρησιμοποιούσαμε κατά την περίσταση. Πάντως, καθώς μας είχε προταθεί, τραβήξαμε για τη δύση την Πέμπτη μέρα το πρωί πρωί. Και παραδώσαμε τον καταυλισμό μας στις φλόγες. Και δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω και το ξέραμε. Μερικοί που ποτέ δεν είχανε πιστέψει ότι τελικά θα αναχωρούσαμε τα χάσανε και αντί ν’ ακολουθήσουν εμάς, πέφτανε μέσα στις φλόγες και αυτοπυρπολιόντουσαν, αφού είχαν πρώτα ξεγυμνωθεί και κρατώντας στα χέρια τους λουλούδια, γαρδένιες, μαργαρίτες, κυκλάμινα. Και κάποιοι άλλοι στήνανε οδοφράγματα και ρίχνανε πέτρες ο ένας στον άλλον χωρίς ευτυχώς να μας πειράζουν εμάς. Και αυτή ήταν μία ομαδική μανία που δεν μπορούσαμε ποτέ να εξηγήσουμε και που αφάνισε πολλούς από μας, που τους λέγαμε αντριωμένους ως τότε. Και μερικοί έκαναν κάτι πολύ αστείο σ’ εμάς που είχαμε τα φρένα μας σώα ολωσδιόλου: ετοιμάζανε τις βαλίτσες τους ή άλλες τσάντες που είχαν και τις γέμιζαν με τα χρειαζούμενα (χτένες, βούρτσες, ρούχα, σαπούνια και τέτοια), χωρίς να τους περνά απ’ το μυαλό πως το ταξίδι μας θα ’ταν πολύ διαφορετικό. Και εύλογα όσοι τόσο είχαν παρανοήσει τον στόχο μας δεν τους πήραμε μαζί μας, γιατί μάλλον φορτίο θα ήτανε παρά πολύτιμη βοήθεια. Μα όλα αυτά καθώς και οι χαμοί των άλλων τις προηγούμενες μέρες μάς λιγόστεψαν στ’ αλήθεια και μείναμε βέβαια, με κάποιες εξαιρέσεις, λιγότεροι από πριν αλλά πιο εκλεκτοί. Και ξημέρωσε λοιπόν η πέμπτη μέρα. Ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι πολύ στενό, που δεν μας χωρούσε να περπατάμε δυο δυο και κάναμε φάλαγγα που άγγιζε πέραν από τα βλέμματά μας, ως το δάσος. Είχαμε αποφασίσει να μη σταματήσουμε την πορεία μας ώσπου να έρθει το σκοτάδι. Κι αυτό έκανε πολλούς από την κούραση και την απογοήτευση να σκάβουν λαγούμια σαν τα ποντίκια στη γη και να λένε πως εκεί πια θα κατοικήσουν, μέσα σε υπόγειες στοές, και πως θα έκαναν εκεί ζωή καλύτερη απ’ την αβέβαιη τη δικιά μας… Έψαχναν να βρουν φαγητό μέσα εκεί που δεν έφτανε αυτό το λιγοστό φως που μας ζωγράφισε εμάς που συνεχίσαμε, ίσα ίσα για να διαφέρουμε αναμεταξύ μας. Και ως να βραδιάσει είχαμε διανύσει δρόμο πολύ, μα είχαμε πολύ περισσότερο μπροστά μας. Κι ο ύπνος που κάναμε σαν σταματήσαμε ήταν τέτοιος, που κάποιοι το θέλησαν να μην ξυπνήσουν καθόλου, ούτε την έκτη μέρα, για να συνεχίσουμε στο μονοπάτι. Την έκτη μέρα κατά το απόγευμα στέρεψε έξαφνα το μονοπάτι. Χάσαμε τα ίχνη του και όσο κι αν ψάχναμε, ήταν μάταιο. Έπρεπε έτσι μόνοι μας πιο να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα.

Τα ποιήματα της «Γαλάζιας Μηχανής» είναι σπαρακτικά, χωρίς ηλικία, απίστευτα ώριμα και όσο και αν προσπαθείς να τα κατατάξεις κάπου στέκουν αυτόνομα και μοναδικά, όπως μοναδικός ήταν και ο δημιουργός τους. Και η αυτοχειρία του τα κάνει ακόμα πιο φωτεινά -γιατί είναι το έργο ενός νεαρού ανθρώπου που μπορεί να έφυγε πρόωρα και ξαφνικά, σε μια ηλικία επικίνδυνη, που πολλά αγόρια ξεπερνούν το όριο, αλλά τουλάχιστον ήταν μια πράξη επιλογής και η εκπλήρωση μιας επιθυμίας. Λογοτεχνικά δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία.

«Είναι δύσκολο να χαρακτηρίσεις τον Γιώργο λογοτεχνικά με την έννοια των σχολών» λέει ο Σύλλας. «Μιλάμε για κάτι το οποίο βγήκε τελείως μόνο του, είναι αυτόνομο. Δεν υπήρχε και χρόνος για να γίνει αυτή η επαφή και να τον γνωρίσουν άλλοι συγγραφείς, ήταν πολύ μικρός, από το λύκειο πέρασε στο πανεπιστήμιο και πρακτικά υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των ανθρώπων που μπορείς να γνωρίσεις.

Θυμάμαι απίθανα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, μια εκδρομή στη Μύκονο, ετερόκλητα πράγματα, θυμάμαι ότι είχε πάει στην Πάτρα για το καρναβάλι, ένα ελληνικό κιτς μετα-μεταπολίτευσης σε όλο του το μεγαλείο. Τώρα το βλέπουμε, μετά, αφού όλος αυτός ο κόσμος έχει καταρρεύσει. Συγκρουόμασταν ακόμα πολύ άγουρα τότε, αλλά με ένα πραγματικό μίσος για την προηγούμενη γενιά. Ποια ήταν η εύκολη ζωή ακριβώς; Τα σόγια; Τα φροντιστήρια; Τα Πάσχα στο χωριό; Μιλάμε για την απόλυτη αποπνευματικοποίηση, για τον απόλυτο επαρχιωτισμό, για τον απόλυτο νεοπλουτισμό, και μέσα σε όλα αυτά τα κατσάβραχα που γκρεμίστηκαν στη συνέχεια με εκκωφαντικό θόρυβο βγήκαν μερικά λουλούδια. Αυτή η συλλογή είναι σίγουρα ένα από αυτά. Τα άνθη μας θεωρώ ότι βγήκαν από τα κατσάβραχα».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης αυτοκτόνησε λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια. Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν ένα χρόνο μετά το θανατό του σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τα αποσπάσματα είναι από το «Γκρίζο».
Ευχαριστώ πολύ τον Σύλλα Τζουμέρκα για τις πληροφορίες που επέτρεψαν τη δημιουργία αυτού του αφιερώματος και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο.

*Από το http://m.lifo.gr/articles/book_articles/109090 με περισσότερες φωτογραφίες κ.λπ.

Μιχάλης Τάτσης (1977 – 2010), Με το καδρόνι στα χέρια

tatsis1

ΜΕ ΤΟ ΚΑΔΡΟΝΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ
(Πανοπτικόν, 2011)

Το έργο που ακολουθεί είναι προϊόν της καθαρής φαντασίας του δημιουργού του. Οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και καταστάσεις είναι ολωσδιόλου τυχαία και συμπτωματική. Πολλάκις στο παρελθόν η τέχνη έτυχε να δημιουργήσει εν αγνοία της ανθρώπινους τύπους που ηδύνατο να συναντήσει κανείς και στην “πραγματικότητα” και, ακόμα χειρότερα, πολλές φορές έτυχε να δημιουργήσει ανθρώπινους τύπους που εν συνεχεία κατέκλυσαν την “πραγματικότητα”. Θα ήταν παράλογο, αν και στους καιρούς που έρχονται ίσως και να πάψει να είναι, να διώκεται κανείς για τη φαντασία του, γι’ αυτό που εν δυνάμει μπορεί να κάνει κι όχι γι’ αυτό που έχει ήδη κάνει.

 —

Με ποτίζεις μηλόξυδο, πολιτεία κροκόδειλη,
κι ο πόνος σου στα νεφρά μου

 —

Πολιτεία πολύτροπη, θα γλιστρήσω μια βραδιά κάτω από τα σεντόνια σου σκληρός και θα σε γλείψω αργά με τη βοϊδόγλωσσα μου ίσαμε να γιομίσει ο κόλπος σου υγρά και αγωνία η καρδιά σου. Οξύνει λένε η σφαγή το αίμα. Τότε είναι που θα σε σφάξω κι εγώ με την καρδιά γιομάτη αίμα και θα σε διαπεράσω. Και θα σφαδάζει αίμα το κορμί στο νυφικό κρεβάτι. Και δεν θα χύσω ούτ’ ένα δάκρυ επάνω απ’ το κουφάρι σου. Θα σκουπίσω στο παντελόνι τα χέρια και θα γλιστρήσω απ’ το παράθυρο στη νύχτα σα κλέφτης. Θα ξαποστάσω στη μετάλλινη γέφυρα που σε γνώρισα και θα κρεμάσω τα κανιά μου στο κενό. Θα κρεμάσω τον έναν έναν σπόνδυλο ως τη στήλη στην ιτιά και θα περνά από μέσα τους συρίζοντας η γλώσσα. Από κάτω θα βυσσοδομεί τη μοναξιά του το ποτάμι. Θα κάτσω και θα κλάψω. Θα κλάψω γοερά για όλα τα νεκρά, αγέννητα παιδιά σου. Μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἀντρειωθεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.

***

Ανοίγεις τα πόδια, πολιτεία ξεδιάντροπη, ξανά, και με ξερνάς γυμνό στον κόσμο. Κι έπειτα μου τα παίρνεις όλα ως το ένα. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, να σου φιλώ τα πόδια. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Δε θα σε προσκυνήσω. Θα στυλωθώ και θα σε σπάσω.

***

Τα άκρα γειτνιάζουν μεταξύ τους παράξενα, περισσότερο απ’ ότι το κέντρο, πολιτεία αλλήθωρη. Βλέπεις τα τέκνα σου να περνάν απ’ το χάος στη βασιλεία του τρόμου από στιγμή σε στιγμή, αταλάντευτα, και γεμίζει απορία το μάτι μου. Να φταίει που μοιράζεις δεκάρικα; – που μοίραζες δεκάρικα· τώρα τα φραγκοδίφραγκα χτυπάνε στο τραπέζι. Ακούγεται παντού ο κούφιος ήχος τους να αντηχεί μέσα στα πτώματα σου. Στέφεις βασίλισσα τη σύγχυση και τρώτε ομού με κουταλάκια επίχρυσα τ’ ασπράδι του μυαλού των υποτακτικών σου. Θα δεις τα τέκνα σου κανίβαλους, νεκρόφιλους, κοπρόφιλους, ν’ αλληλοτρώγουνε τις σάρκες τους, να βγάζουνε τα μάτια τους, να κάνουν το σκατό κιμά, να σοδομίζουνε τα πτώματα και να γεμίζουνε σπυριά οι δρόμοι την πανούκλα.
 —
    Όλα θαμμένα στο πύο κι εσύ το τροπάρι σου, πολιτεία σαπρόφιλη.
***
 
    Ποτάμι σκοτεινό σκυλί γάβγισε τ’ όνομα μου, φώλιασε μες στις φλέβες μου, σκάψε τα σωθικά μου! Κάνε αυτό το κούφαλο κορμί να αντηχεί στον φόβο σου, να τρέμει η ρίζα ανάτριχη το σκοτεινό σου μάτι! Να νιώσει μέσα του ζωή και ας πνιγεί τον οφθαλμό στο αίμα! Μπήξε βαθιά τα δόντια σου στην ξύλινη μου φύση και δάγκωσε και ξέσκισε και μάτωσε τα ούλα σου πάνω στ’ ανθόκλαδα μου! Δώσε να νιώσω μέσα μου τα νύχια σου να γδέρνουν έως τον ένα σπόνδυλο των φύλλων τους νευρώνες! Φοβέρισε τα φόβητρα που κρύβω μες στα φύλλα μου που πίνουνε τον ήλιο και διώξε πέρα τα πουλιά, πέρα στον πέρα κάμπο, να πάνε να φυτέψουνε σε νέο χώμα τον καρπό τη σάρκα να ριζώσω!
***
    Τα μάτια σου πέρα απ’ το επέκεινα της όρασης, μικρή κουφάλα πολιτεία, σαπίζουνε το βλέμμα μου. Σκουριάζεις τους βολβούς μου σαν τα τενεκεδάκια αναψυκτικών υγρών και τους πετάς βορά στα δόντια αρπακτικών νεκρών. Θα τους διπλοπατάς και θα ορμίζεσαι (κάτω απ’ τη θάλασσα θα βόσκει ο ουρανός το κρέας μου). Δεν θα υπάρχω μέσα στον καθρέφτη σου θα σκάψεις τ’ όνομα μου. Το φάσμα μου θα κρέμεται σαν κρέπι στις κρεμάστρες σου και θα γυρνάς το μάτι σου αργά μέσα στο αίμα μου αργά πολύ αργά καθώς το δηλητήριο σου θα ρέει στο κορμί μου. Δεν θα μου μείνει τίποτα. Και το κουφάρι μου στα πόδια μαθητών σχολείων φυλακών θα στήνεται αγχόνη της ανίας τους. Με τη λοβοτομή στον κρόταφο θα επιδικάζεις τρόμο. Συγχώρεσέ τους, Κύριε, δεν ξέρουνε τι κάνουν.

***

Μεγαλύνεις τον άρτο της ψυχής μου με τα δόντια σου, τον παίζεις με τη γλώσσα σου και τον ξερνάς πηλό υγρό στο χώμα. Ένα τσουβάλι κόκαλα πλημμυρισμένο αίμα. Ανοίγεις τα αγγεία μου κι αρδεύεις κόκκινο το δέρμα της ερήμου. Κόβεις κομμάτια από τη σάρκα μου και τα ονοματίζεις. Λες ύδωρ, άνθρωπος, ζωή και τα υποθηκεύεις. Δένεις τη γλώσσα μου κλωστή και την υπαγορεύεις. Ράβεις το στόμα σύρματα και μ’ αποκεφαλίζεις. Νέμεις αντίδωρη εκδορά τα μέλη μου φίδι φωνή προστάτη. Και με πετάς στην άνοιξη γυμνό ν’ αντιδικώ το άνθος. Με σάπισες, εσύ, σα μήλο στα ποτάμια σου και τώρα με ξυρίζεις. Στη φυλακή σου κάτεργο γυμνό στυγνά μ’ αυτοχειρίζεις.

***
 
*Ο Μιχάλης Τάτσης γεννήθηκε το 1977 στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Σπούδασε Ποιμαντική και Κοινωνική Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δούλεψε επί σειρά ετών σε διάφορα βιβλιοπωλεία του αθηναϊκού κέντρου. Έφηβος ήδη, από το 1995, αναπτύσσει έντονη πολιτική δράση. Για μία δεκαετία και πλέον θα υπάρξει αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία του ελληνικού αναρχικού κινήματος. Σταδιακά θα αποξενωθεί από τους πάλαι ποτέ συντρόφους και συναγωνιστές του και θ’ αποτραβηχτεί στον εαυτό του. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του έγκλειστος –κατ’ επιλογήν– σε μια μικρή γκαρσονιέρα στη συμβολή των οδών Τοσίτσα και Τσαμαδού, στα Εξάρχεια, βλέποντας ελάχιστους καρδιακούς και πιστούς του φίλους. Αυτοκτόνησε τον Απρίλη του 2010 σε ηλικία 33 ετών. Το «Με το παλούκι στο γκώλο, με το καδρόνι στα χέρια», η πνευματική του διαθήκη, έργο επάνω στο οποίο δούλευε πυρετωδώς τους τελευταίους μήνες της ζωής του, είναι το πρώτο –και τελευταίο, σύμφωνα με τη ρητή επιθυμία του– βιβλίο του που εκδίδεται. Ο ίδιος φρόντισε να εξαφανίσει επιμελώς όλα τα –σημαντικά κατά τ’ άλλα σε αριθμό– ημιτελή του έργα καθώς και τα όποια ‘κατάλοιπα’ του, τρέμοντας ειλικρινά στη σκέψη των τυμβωρύχων της συνείδησης του μέλλοντος.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/14663/index.html και εδώ:
https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2011/09/18/tatsis/

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ο πετεινός του ξένου στη δημόσια τουαλέτα

rooster

Ήμασταν σε μια κοινόχρηστη δημόσια τουαλέτα. Βρώμικα πλακάκια. Κρατούσε τον πετεινό σφιχτά από τον λαιμό και με κοιτούσε στα μάτια. Το πουλί δεν πετούσε και δεν λαλούσε. Ήλπιζε ίσως στην φυγή του. Τα ζώα δεν σκέφτονται. Έτσι λένε. Και να σκέφτονται, δεν έχει σημασία. Αδυνατούν να δράσουν. Το κρατούσε αλήθεια σφιχτά. Πονούσα κι εγώ, βλέποντάς το. Ο λαιμός του είχε τραβηχτεί. Αλλά δεν έβγαζα κουβέντα, για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα που τόσο ωραία εκείνος είχε κτίσει. Είχε μια πλαστική σακούλα δίπλα του. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι του και έβγαλε μέσα από τη σακούλα μια χούφτα κομμένα γιασεμιά. Ήταν φρέσκα. Ήταν λευκά, πολύ λευκά. Αν μπορούσε θα μου τα είχε φέρει με το χώμα. Μου έδωσε λίγα στο χέρι και κράτησε λίγα για τον εαυτό του. Όσο το ζώο πάσχιζε να ελευθερωθεί, εμείς κοιταζόμασταν. Δεν παίρναμε το βλέμμα μας από του άλλου. Ποτέ. Ήμασταν δύο παιδιά και γελούσαμε. Φάγαμε αυτό που είχαμε στην χούφτα με μια απότομη κίνηση. Έχασα την αρμονία του χώρου και του χρόνου για λίγο. Η στιγμή παρατάθηκε. Μασήσαμε με τον ίδιο ρυθμό, ταυτόχρονα. Η γεύση των λουλουδιών στον ουρανίσκο ήταν γλυκόπικρη και σαν αιθέρια καραμέλα που σε δηλητηριάζει. Αλλά, όταν χανόταν στο στομάχι μας, ήταν αρκετό για να μας οδηγήσει όλο και πιο σταθερά στην κτισμένη σιγή μας.

Τα μαύρα πλακάκια και τα παλιωμένα τοιχώματα στον χώρο εξέπεμπαν φως. Το ίδιο και το ανάκλιντρο της αφόδευσης. Η λεκάνη έλαμπε πεφωτισμένη. Η βρύση έσταζε πηχτό λαμπερό υγρό. Αλλά εμείς δεν μπερδεύαμε τα βλέμματά μας με τίποτε άλλο. Δέσαμε τις παλάμες μας, χωρίς να κινηθούν τα μάτια μας γύρω. Τα γιασεμιά ήταν στα μάτια του τώρα. Άρχισαν να γίνονται δίνες. Να βουτάνε στο απέραντο λευκό και να αναδύονται πάλι προς τα έξω. Ζαλίστηκα γύρω από την κόρη του. Οι βλεφαρίδες πάνω και κάτω, ήταν στημένες στη σειρά, σαν ιδρωμένα κλωνάρια φυτρωμένα σε καμπύλη γη. Δυο μακριά, σκούρα φρύδια έριχναν το σκοτάδι, σαν νυχτερίδες με απλωμένα φτερά και δυο ημικύκλια από την κάτω πλευρά έρχονταν σε έντεχνη αντίθεση με τις λίμνες του. Μέσα στην άσπρη λίμνη, υπήρχε μια μαύρη κουκίδα τεράστια. Δύο. Μάτια που κατέληγαν προς μια βαριά συνοφρύωση. Η ενέργειά του κατευθυνόταν προς εμένα. Στο πρόσωπό του βρίσκονταν κτισμένες όλες οι γραμμές του κόσμου και τον έκαναν να μοιάζει με ξένο. Ήταν ξένος για μένα. Στα μάτια όλων ήταν ένας ακόμη άνθρωπος.

Γύρω μας το απέραντο γαλάζιο. Πάνω στον ουρανό και στα πόδια μας ήταν θάλασσα. Το ένα του χέρι χαλάρωσε. Άφησε τον κόκορα να πέσει μέσα στο νερό. Αυτός στην αρχή αντιστάθηκε. Δεν έλαβε υπόψη του την έκτακτη αλλαγή των συνθηκών. Ωστόσο, στη συνέχεια, τα φτερωτά μπούτια του ζουλήχτηκαν στο ύδωρ με βαθειά συνέπεια και άρχισε να κελαηδάει. Η φωνή του έγδερνε μία άσφαλτο. Το κορμί του πήγαινε πίσω-μπρος καθώς προσπαθούσε, ματαίως, να επιπλεύσει. Το πουλί κολύμπησε μακριά μας. Νιώσαμε την πηγή της ελευθερίας του να μας ξεδιψάει και γαληνέψαμε για κάμποσο. Το λυπηθήκαμε. Είχε τέσσερα πόδια και τρία κεφάλια. Σφίξαμε τα χέρια μας. Οι παλάμες μας ήταν σαν χαράδρες που ενώνονται και ριζώνουν η μια μέσα στην άλλη. Σαν χημεία. Στο αγύμναστο μάτι, μοιάζουν αχώριστες. Κατακρεουργημένοι από την πλεύση μας σε μια αλλόκοτη διάσταση καταβύθισης. Οι δυο βολβοί μας ήταν οι πόρτες μέσα από τις οποίες είχαμε προσεκτικά διαβεί. Νιώθαμε το περπάτημα πάνω στις φλέβες μας και μας καταλάμβανε ο πόθος. Τα πέλματά μας έγιναν κόκκινα. Τα πόδια μας υγρά. Κάτω υπήρχε αίμα. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε τις ανάσες μας για λίγο. Έστεκαν έκθαμβες μπροστά σε αυτό που γινόταν. Τεταμένος ηλεκτρισμός παλλόταν στον αέρα και ρουφούσε εκστασιασμένος το οξυγόνο από τα κορμιά μας. Νιώθαμε σαν υγράγγελοι ενός αυτοκαταστροφικού πάθους.

Μπορούσαμε να χαθούμε για πάντα ο ένας στα μάτια του άλλου. Το πάντα είναι ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Σε μεθά και σε παρασέρνει τόσο επικίνδυνα. Κρύβεται χωμένο ακόμη και σε ένα απειροελάχιστο κομμάτι του δευτερολέπτου. Μπορούσαμε ελεύθερα να μείνουμε εκεί, για να χωνέψουμε τα γιασεμιά. Ακόμα και να μη μάθουμε ποτέ ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε και πάλι να είμαστε ήσυχοι. Αυτά που θέλαμε πιο πριν, αυτό που ψάχναμε δεν είμαστε εκεί. Δεν είχαμε συνέπεια, ούτε βεβαιότητα. Αλλά ακριβώς αυτή η έλλειψη περιθωρίων ήταν το εκκρεμές που παλλόταν. Η απουσία αιτιότητας μας έκανε να παραληρούμε. Βαδίζαμε σταθερά προς μια σπηλιά. Μέσα η σπηλιά είχε πολλά ρολόγια. από τους δυο μας, επί της μόνης ουσίας. Ήμασταν σε δυο παιδιά που γεννιούνται μόνα τους σε μια νέα γη και μαθαίνουν περπατώντας γεωγραφία. Και ήταν ό,τι πιο αδόκιμο. Το σύμπαν μας γεννούσε σύμπαντα και αυτό με τη σειρά του έτικτε άλλο. Δεν υπήρχε κάτι να σταματήσει την διχοτομική αναπαραγωγή του σύμπαντος μας. Αιωρηθήκαμε εκεί πέρα. Προσπαθήσαμε να περιορίσουμε τη ζέστη, για να μην βράσει το νερό του ωκεανού, πάνω στον οποίο περιπλανιόμασταν. Μα το μόνο που κάναμε είναι να την πολλαπλασιάζουμε και να γεννάμε ήλιους ολοστρόγγυλους και πύρινους, απίστευτα εκτυφλωτικούς. Ήμασταν λίγοι για να χωρέσουμε στο πολύ που φτιάχναμε.
Δεν γίναμε κάτι άλλο από αυτό που ήμασταν κι αυτό μας ένωνε. Σαν να είχαμε γύρω μας μια διάφανη κολλητική ταινία που έσφιγγε τα μέλη μας. Μας έκανε να παλλόμαστε. Τα νευρικά μας συστήματα ενώθηκαν. Μετεωριζόμασταν σαν ένα κι όχι δυο. Τόσο απλό. Όχι δυο. Ένα. Σαν να ήμασταν μικρόβια μέσα στο ίδιο πλάσμα. Η σύνδεσή μας ήταν κάτι δυσπρόσιτο για τους άλλους.

Το τρίξιμο μιας πόρτας που άνοιγε, μιας άλλης που έκλεινε. Ήχος κελαρύσματος κι έπειτα ένας άλλος, που έμοιαζε περισσότερο με βιαστικό καταρράχτη. Η βρύση τρέχει. Βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο, πάνω στα πλακάκια που νομίζαμε ότι είχαν φτιαχτεί μονάχα για εμάς. Ένας χτύπος πάνω στην πόρτα και ο κόκορας πνιγμένος και κρεμασμένος από τη λεκάνη να στάζει νερά. Το στρίγκλισμα της πλαστικής σακούλας καθώς την πάτησε με τα παπούτσια του. Ή εγώ με τα δικά μου, αλλά δεν με θυμάμαι να κινούμαι. Η στιγμή μηδενίστηκε. Δεν είπε τίποτα το χέρι που χτύπησε την πόρτα. Οι καρδιές έλιωσαν και τα μαύρα πλακάκια άρχισαν να κλαίνε νερά. Βγήκαμε από την τουαλέτα.

Περάσαμε από τις πυκνές συστάδες κόσμου που κατέκλυζε το μπαρ και την πίστα του κλαμπ και κάπου στα μισά τον έχασα. Ο πετεινός ακουγόταν, κάπου πίσω από τους ηλεκτρονικούς ήχους που θέρμαιναν παράφορα τα τύμπανά μου. Τα βήματά μου με περπάτησαν προς τα έξω.

Μόλις με χτύπησε ο αέρας, ένιωσα να συνέρχομαι. Βγήκα βίαια από τις σκέψεις μου. Άρχισα να λογικεύομαι. Να επιστρέφω. Μουρμούρισα πέντε έξι πράγματα. Ομπρέλα, οδοντόβουρτσα, οπάλιο, Ορφέας, οπωρολαχανικά. Όλα άρχιζαν από το φαντεζί και τραβηγμένο όμικρον. Τα επαναλάμβανα σταδιακά και με μελωδία. Συνερχόμουν. Τα χέρια μου κινήθηκαν πάνω στη μέση μου και μου κατέβασαν το παντελόνι και μετά το εσώρουχο. Όταν οι γλουτοί μου γυμνώθηκαν, κάθισαν σε ένα πέτρινο σκαλάκι και ένιωσα ένα γλυκό πάγωμα. Έσκυψα. Κατούρησα λίγο. Αυτό ήταν! Σκέφτηκα. Και μετά από λίγο, ξημέρωσε και είδα τον πετεινό να περπατάει ορθός. Ήταν ζωντανός. Στητός κι ακλόνητος, λίγο πιο πέρα.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.
http://frear.gr/?p=13886

Αντιγόνη Ηλιάδη, Χελιδόνια

Daria-Petrilli3-857x500

«Δεν θυμάμαι πώς πετούν τα χελιδόνια.» Της είπε κι εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Κάθισαν στο τραπέζι και κοιτάζονταν μες την ησυχία, για λίγη ώρα. Ακούστηκε μια σελίδα να γυρίζει. Τον διέταξε να σκουπίσει τα πόδια του μέσα στο πιάτο που είχε μπροστά του. Αυτός τα σήκωσε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τρίβει την άμμο από το δέρμα κι ακουγόταν το γδάρσιμο που του άφηνε μικρές κουκίδες, συντριβανάκια από αίμα. Επόμενη σελίδα και η σιωπή φάνηκε εκκωφαντική. Τον διέταξε να πάρει την άμμο με τις χούφτες του και να την φάει. Αυτός κοίταξε το παράθυρο με τα κάγκελα και ένιωσε τον κρύο αέρα της νύχτας στις πίσω τρίχες στο λαιμό του. Βούτηξε το χέρι του στην άμμο και ηδονίστηκε με την απαλότητά της. Σήκωσε το χέρι του γεμάτο και το έφερε στο στόμα και ρούφηξε προς τα μέσα. Έβηξε δυο τρεις φορές, αλλά στο τέλος κατάπιε. Ένιωσε το λαιμό του ξερό. Έβηξε ξανά. Τον κοίταζε. Σήκωσε το δάχτυλό της και του έδειξε τους κόκκους άμμου που είχαν μείνει στο πιάτο. Αυτός πήρε το πιάτο μπροστά στο στόμα του και το έγλειψε. Το άφησε κάτω ήρεμα.
Από την πλευρά της ακούστηκε ένας γδούπος, έκλεισε το ευαγγέλιο, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και ξεκούμπωσε το πουκάμισό της αργά. Αυτός άρχισε να τρέμει. Έβηξε ξανά. Εκείνη δίπλωσε το πουκάμισό της και το ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. Αυτός είχε μείνει κάτωχρος εμπρός στην ανόθευτη γύμνια της, στα ριζά των κατάμαυρων μαλλιών της, πίσω στο λαιμό της, στα ανάγλυφα κόκαλα της πλάτης της, που ανέβαιναν το χάρτινο δέρμα της, στο κτίσιμο της σπονδυλικής της στήλης, στους ώμους της που ήταν δυνατοί και στέρεοι και στα μακριά της χέρια που κινούνταν γρήγορα και τακτικά. Το γυμνό της στήθος έλαμψε σαν μεγάλο, παχύ και ροδόλευκο φρούτο, κάτω από το φως της κίτρινης λάμπας. Αυτή άγγιξε με τις άκρες των δαχτύλων της την ρόγα που έσταξε πάλλευκο γάλα. Έπειτα, πήρε το πιάτο μπροστά της και στράγγιξε με τα δάχτυλά της το στήθος της, συνθλίβοντάς το, μες το πιάτο. Εκείνος ήταν σίγουρος πως θα πεθάνει. Του είχε κοπεί η ανάσα και ένιωθε βαθιά συγκινημένος. Εκείνη, με απαλές κινήσεις, έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος του και ξαναπήρε το ευαγγέλιο στα χέρια της, χωρίς να βάλει το πουκάμισό της.

Αυτός με ανεξέλεγκτο τρέμουλο, δοκίμασε να πάρει το πιάτο στα χέρια του. Όμως το πιάτο ταλαντεύθηκε επικίνδυνα και το γάλα κόντεψε να χυθεί έξω κι έτσι το άφησε κάτω. Την κοίταξε, για να βεβαιωθεί πως τον παρακολουθούσε. Έπειτα, έσκυψε το κεφάλι του, διψασμένος από ασίγαστο πόθο και άρχισε να πίνει το γάλα με μεγάλες γουλιές. Το ένιωσε να τρέχει στην μύτη του, στο λαιμό του, στα πλάγια του στόματός του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα από το πιάτο και σηκώθηκε. Την κοίταξε. Αυτή έκλεισε το ευαγγέλιο και του έγνεψε να πάει κοντά της.

Κανείς τους δεν άκουγε την σιωπή, γιατί ήταν πνιγμένοι από τα λόγια των σωμάτων τους. Γονάτισε μπροστά της. Ξάπλωσε ανάμεσα στα πόδια της. Ένιωθε σαν ανάποδο τριαντάφυλλο, γερμένο προς τα μέσα στο χώμα. Δεν επιθυμούσε παρά να συρθεί εκεί, από όπου γεννήθηκε. Με το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, ανάμεσα από το κενό των πληθωρικών μαστών της. Τα μάτια της ήταν σαν δυο λαμπερές θάλασσες, κατάμαυρες που σε κοιτούσαν όπως τα ρολόγια. Κινούνταν, αλλά ποτέ δεν ήξερες για ποιον και αν ήταν για κανέναν. Κι αν ήξερες τον κίνδυνο, πάλι, ήθελες να πνιγείς μέσα τους.

Continue reading