Αλέξανδρος Κυπριώτης, Κεχριμπάρι

headfbs

«Πες “κεχριμπάρι”, ρε μαλακισμένο!» «Κκ… κκκ… κ…» «Πες “κεχριμπάρι”, ρε μαλακισμένο!» «Κκ… κκκ… κ…» «“Κε-χρι-μπά-ρι”. Πες το, ρε μαλακισμένο!»

Το «μαλακισμένο» δεκαεφτά χρονών άντρας. Ο «πες το, ρε μαλακισμένο» εβδομήντα δύο χρονών, γέρος άνθρωπος. Κι εκείνο το μεσημέρι ο γέρος καθόταν με τους φίλους του στο καφενείο. Όλοι τους, παροπλισμένοι πια, να θυμούνται το ένα ταξίδι εδώ και τ’ άλλο ταξίδι εκεί, και τις ομορφιές του κόσμου που είχανε γνωρίσει. Και τώρα στα σκατά. Τόπος μικρός, λίγες οι ηδονές. Να κάθονται στο καφενείο και ν’ αγναντεύουνε τη θάλασσα και να χαζεύουν τους λιγοστούς περαστικούς.

Από μπροστά τους περνούσε και το «μαλακισμένο» εκείνο το μεσημέρι. Γύριζε απ’ το σχολείο, μόνο του. Πίσω του και μπροστά του παρέες δύο και τριών και περισσότερων παιδιών. Κι εκείνο μόνο του. Ο γέρος το φώναξε μόλις το είδε να περπατάει με σκυμμένο το κεφάλι. «Ρε μαλακισμένο!» του φώναξε άγρια. Το «μαλακισμένο» κοντοστάθηκε αλλά δε σήκωσε το κεφάλι. Μια παρέα παιδιών γύρισε και κοίταξε προς το καφενείο καθώς το προσπερνούσε. Μετά κοντοστάθηκαν κι εκείνα τα παιδιά και περίμεναν να δούνε τι θα γίνει. «Ρε μαλακισμένο!» ξανακούστηκε ο γέρος, πιο αγριεμένος αυτή τη φορά. Το «μαλακισμένο» ακίνητο, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι.

«Άσ’ το, βρε καπετάνιε, να πάει τον δρόμο του. Μην το παιδεύεις το παιδί».
«Δουλειά σου, εσύ! Ρε μαλακισμένο! Τσακίσου κι έλα εδώ, που σου μιλάω», είπε και πετάχτηκε όρθιος ο γέρος.
Το «μαλακισμένο» ακίνητο, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. Τότε η παρέα των γέρων σηκώθηκε όλη απ’ το τραπέζι. Ένας θαρραλέος πήγε να κάνει μια κίνηση να ηρεμήσει τον «πες το, ρε μαλακισμένο», αλλά εκείνος τον έσπρωξε με το χέρι του. Δύο άλλοι έκαναν νόημα στον θαρραλέο να τον αφήσει. Τον άφησε, αλλά κανείς τους δεν ξανακάθισε στο τραπέζι. «Πάμε, ρε σεις, να φύγουμε από δω!» ακούστηκε ένας πιο θαρραλέος. «Κι εσείς, ρε, άντε σπίτια σας! Τι μου σταθήκατε μες στη μέση του δρόμου, άντε σπίτια σας!» είπε ένας άλλος, που θάρρεψε κι εκείνος, στα παιδιά που είχαν σταματήσει για να δούνε γι’ άλλη μια φορά το «μαλακισμένο» να το κάνει ρεζίλι ο γέρος.

Κι αρχίσανε να φεύγουν όλα τα παιδιά. Κάποια γυρίζανε όμως πού και πού και κοιτάζανε πίσω κάθε φορά που ακούγανε εκείνο το «Ρε μαλακισμένο, έλα εδώ, που σου μιλάω, σου είπα!» Κι απ’ όλους τους μεγάλους και όλους τους μικρούς ένας μόνο δεν έφυγε.

Ερχότανε πίσω απ’ όλα τα παιδιά και είχε μείνει τελευταίο. Από κείνη την άνοιξη που είχε χαθεί κι όταν το βρήκανε το πήγανε στο νοσοκομείο με το σκάφος του λιμενικού κι ύστερα ο αστυνόμος πήγαινε για δυο τρεις μέρες επίσκεψη στη μάνα του, κανένα από τ’ άλλα τα παιδιά δεν του έκανε παρέα. Μόνο του πήγαινε στο σχολείο, μόνο του καθότανε στο θρανίο, μόνο του γύριζε στο σπίτι. Σαν το «μαλακισμένο». Αλλά όλοι μιλούσαν πίσω απ’ την πλάτη του. Τόπος μικρός, λίγες οι ηδονές.

Μόνο εκείνο δεν έφυγε. Πλησίασε το «μαλακισμένο» και το σκούντηξε στην πλάτη. Και το «μαλακισμένο» προχώρησε. Αυτό μόνο χρειάστηκε. Ένα σκούντημα στην πλάτη και προχωρήσανε μαζί. Κι όταν ακούστηκε ένας θόρυβος απ’ το τραπέζι και τις καρέκλες να πέφτουν κάτω, κανένα από τα δύο τα παιδιά δεν γύρισε το κεφάλι. Ούτε το «μαλακισμένο» ούτε το άλλο, το «χαλασμένο».

*Δημοσιεύτηκε την Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013 στο http://diastixo.gr

**Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι μεταφραστής και συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Ίνδικτος κυκλοφορεί το βιβλίο του “Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων”.

Arthur Rimbaud, Παιδί ακόμα…

images

Θαύμαζα τον σκαιά κατάδικο που πάντα έκλειναν πίσω από τις πόρτες της φυλακής. Έψαχνα τα πανδοχεία και τις νοικιασμένες κάμαρες τις αγιασμένες με την παρουσία του. Ατένιζα με το δικό του ιδανικό το μπλε του ουρανού και τον ανθισμένο μόχθο της εξοχής. Ερμήνευα το πεπρωμένο του στις πόλεις. Ήταν από έναν άγιο πιο αγέρωχος, από έναν ποντοπόρο πιο νουνεχής – αυτός! Μάρτυρας του λογισμού και του θριάμβου του. Πάνω σε δημοσιές, κάτω απ’ τη νύχτα του χειμώνα δίχως σκεπή, δίχως κουρέλι, δίχως ψωμί, ένας φθόγγος έσφιγγε την παγωμένη καρδιά μου.

“Τόλμη ή δειλία: τόλμη για σε. Δεν ξέρεις πού και γιατί τρέχεις. Έμπα παντού, αποκρίσου σ’ όλα. Αν γίνεται να σκοτώσουν ένα πτώμα, τότε να φοβάσαι μήπως σε σκοτώσουν».

Continue reading

Κώστας Παπανικολάου, Παράλογη και μεθυσμένη εξουσία

printable-friendship-wallpapers-kids-friends-600x350

«Πράσινο, πράσινο σ’ αγαπώ..
Μεθυσμένοι εθνοφρουροί στην πόρτα σκοντάφτουν»

Φ.Γ. Λόρκα

Σε δρόμους σκοτεινούς και πληγιασμένους, σε δήμους αναερόβιους όπως τα φάκελα με τις γάζες ή σ’ άλλους, πετρωμένους κι άσπρους που θυμίζουν αγροτικά δράματα κλειστής ατμόσφαιρας του Πιραντέλλο ζει, κάτι παραπάνω έγινε μοτίβο ζωής και πλανιέται κρεσέντο, τυχαία αλλά βέβαιη αίσθηση, η εικόνα της παράλογης και μεθυσμένης εξουσίας. Φωλιασμένη σε μάντρα μισογκρεμισμένη, υπόγειο που χωρίζεται με κάγκελα κυρτά όπως βλέφαρα κοριτσιού απ’ τον περίγυρο, στο πίσω μέρος εκτυφλωτικής εκκλησίας, σ’ αδιέξοδο πικρών λογισμών, χωρίς αυτό να εμποδίζει χαγιάτια λορκικά και βλαστήμιες ηπειρώτικες ν’ ανθίζουν τριγύρω, φούλια μεθυστικά να πεθαίνουν με την άνοιξη που σκάει ή το καλοκαίρι. Το μέτρο της έκρηξης πιάνει και τη φωλιά της εξουσίας ιδιαίτερα όταν δεν ακουμπάει στην πρώτη θεώρηση αλλά έχει γίνει άκουσμα κι αφηρημένη φριχτή μνήμη.

Βέβαια τίποτα βάναυσο και πέτσινο απ’ τα χρεμετίσματα των αλόγων και τα ματωμένα μαλλιά στο τοίχο δε μπορεί σήμερα πια να σταθεί και η απόγνωση τσιγγάνου διαβάτη μπροστά στο φιμωμένο στενό φαντάζει ολωσδιόλου ξένη, όμως ο καθένας μπορεί να φανταστεί πώς περίπου πρέπει νά ‘ταν αυτό το καμίνι από πίνακες, ξεκοιλιασμένα βιβλία, απλή μελέτη κι αφομοίωση των χωριών πού ‘ρχονται κατευθείαν από μεσογειακή τυραννισμένη κάτοψη. Θα ήταν λοιπόν εξουσία περισσότερο βάναυση παρά εγκεφαλικά στυγνή, ηλίθια και παράλογη σαν το γαϊτανάκι, άλλοτε στρογγυλή και κόκκινη απ’ το πιοτό κι άλλοτε ερμαφρόδιτη και πολύχρωμη όπως οι ταινίες του ριζόχαρτου. Θα κοιτούσε συνήθως απ’ το παράθυρο την υποψία του κάμπου, το πλάτωμα που υπήρχε μπροστά στο χωριό-πολιτεία βγαλμένη κατευθείαν απ’ τα πλευρά της Σαρδηνίας ή της Σεβίλλης. Ο τόπος-υπόδειγμα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία μιας καμένης ειρηνικής Γκουέρνικα με την απλότητα και μαζί ασάφεια Τολέδο του Θεοτοκόπουλου, σταύλους ζώων ή υποψία σταύλων όταν τούτο είναι ανέφιχτο, μπαλκόνια άσπρα και κρεμεζιά, όπου ξεχωρίζει το αψιδωτό διοικητήριο, το σπίτι του δημάρχου, του πρωταγωνιστή τέλος πάντων, η καζάρμα βαθιά σαν πηγάδι στρωμένη μ’ άχυρο ή αντίθετα ψηλή μ’ έναν φεγγίτη απ’ όπου μια και παντού σ’ αυτά τα κλίματα ο έρωτας συγγενεύει με τη σαγήνη του θανάτου, θα γινόταν η λειτουργία και των δυό. Θά ‘βγαινε κατά περίπτωση η ερωτευμένη κοπελιά κι ο κρατούμενος στη κουβέρτα, (επιβοηθητικό για την κατανόηση όλων αυτών πρόπλασμα το Μπραχάμι και ιδιαίτερα το τετράγωνο μπροστά και γύρω απ’ την εκκλησία).

Αυτά όλα όμως στις εξάρσεις που δεν μπορούν βέβαια από μόνες τους να γεμίσουν την μονοτονία ατέλειωτων ανελέητα όμοια φωτισμένων καλοκαιρινών νυχτιών, με την εξουσία να μασουλάει τεμπέλικα φρεσκοκαμένους απαστράπτοντες καρπούς κοιτάζοντας ανάμεσα από γερτά βουλιμιώντα λιοτρόπια. Οπωσδήποτε θα ήταν ένας που θα τον λέγαν αρχηγό και θα μισούσε τους κολλήγους και τα νόθα παιδιά, συγγενής εκείνου που πυροδότησε τον πύραυλο της «μπαλλάντας της εθνοφρουράς», απόλυτος μονάρχης πάνω στο χάλκινο σύνολο και τα κουκούλια του μεταξοσκώληκα πίσω στην αυλή. Θα ήταν πότε υδαρής και πότε πέτσινος άνθρωπος που σκουντουφλούσε στο κολοβωμένο κουλούρι του μισοχτισμένου αυλόγυρου κάθε πού γύριζε θυμωμένος (ο τύπος αυτός αργότερα αντικαταστάθηκε από ένα φαιό απεχθή ποντικό με φολίδες πού ‘ξύνε ή μασούσε τα μολύβια πάνω στο γραφείο), πλούσια η γκάμα απ’ τον αστυνόμο της Βαβυλωνίας μέχρι την Ειδική, επιτρέπει τη δημιουργία τύπων μειχτών από διασταυρώσεις.

Ο αρχηγός θα ‘χε οπωσδήποτε βοηθό έναν ασκημομούρη ανθρωπάκο που θά ‘βαζε στο φάλαγγα τα πόδια των γυναικών ή στον κλήρο τα ρούχα του ληστή γιατί για οργανωμένο αντίλογο σ’ αυτή τη παράλογη και μεθυσμένη εξουσία δε μπορεί να γίνει λόγος, ληστές, τσιγγάνοι, μισοσαρακηνοί, απείθαρχοι γεώδουλοι, η αναφορά της μπαλλάντας. Ο ίδιος ανθρωπάκος ήταν που τρόμαζε τους νυχτωμένους διαβάτες, πρώτα γιατί φαινόταν να κοιτάζει παντού με το χαλασμένο, σκοτωμένο σα βούρκο μάτι του και υστέρα γιατί δεν ήξερες αν κάθεται ή είναι όρθιος μέσα απ’ το παράθυρο-προμαχώνα (κοινό στοιχείο όλων αυτών των Παλέρμων η πιθανολόγηση που ποτέ δεν φτάνει στην ακριβή γνώση για το αληθινό επίπεδο του δαπέδου των δημοσίων χτηρίων και τη σχέση του με το δρόμο ή το πεζοδρόμιο). Και ο κατάλογος θα συμπληρωνόταν απ’ τον ιπποκόμο σατανικά καταχθόνιο άνθρωπο απομεινάρι Μαυριτανών που δεν είχε την αντοχή ν’ ακολουθήσει τους δικούς του στην άμπωτη και στην έρημο (αργότερα τον συναντάμε σαν βουβό μέχρις απόγνωσης καφετζή στην υποδιεύθυνση) κι από μερικά λεβεντόπαιδα στημένα σαν τους φάντηδες μεσαιωνικής τράπουλας που δεν ξέρουν τι να κάνουν τα χέρια τους πελαγωμένα μέσα στον πυκνό αλλά άπραγο αέρα του στρατωνισμού.

Τη νύχτα η εξουσία γελάει, βασανίζει, θρηνεί, θρησκεύεται όμως όλα αυτά δεν είναι παρά εξάρσεις και ξεσπάσματα, η συνηθισμένη περίπτωση είναι ν’ ακινητεί πάνω σε ευρύ βάθρο παραλογισμού ή να σαλεύει πέρα δώθε άσκοπα σαν τη ζελατίνα. Κραυγές ανατέλλουν και χάνονται μέσ’ το σκοτάδι σα διάττοντες, όποιος έχει περπατήσει για πολύ σε τέτοιες σταυρωμένες πλατείες φαντάζεται αγχόνες και μηχανές του Γκιγιοτέν, εκείνη την άμεση εύηχη φρίκη πού λέγεται ισπανικός θάνατος με στραγγαλισμό.

*Το μικρό αυτό διήγημα είναι το πρώτο που περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Επαναστατικός Αλφισμός» που έγραψε και κυκλοφόρησε στην Αθήνα ο Κώστας Παπανικολάου το 1985. Ο Κώστας Παπανικολάου έχει, επίσης, γράψει και κυκλοφορήσει τα έργα «Επίγονοι» (ποιήματα, Αθήνα 1975), «Ζηλωτές» (διηγήματα, Αθήνα 1977) και «Το αντι-Αιγαίο» (διηγήματα, Αθήνα 1982). Ο Κώστας Παπανικολάου σπούδασε Νομικά και Δημόσιο Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Αθήνας. Από τους αταλάντευτους συνδικαλιστές στη σχολή του παραπέμφθηκε δύο φορές στο στρατοδικείο της χούντας.

Αρθρούρος Ρεμπώ, Παραμύθι

untitled

Ένας πρίγκηπας είχε θιγεί γιατί δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κάτι έξω από την τελειότητα των χυδαίων γενναιοδωριών. Προέβλεπε εκπληκτικές επαναστάσεις του έρωτα, και υποψιάζονταν τις γυναίκες του ότι μπορούσαν κάτι καλύτερο από την ευπροσηγορία τούτη πλουμισμένη από ουρανό και πολυτέλεια. Ήθελε να δει την αλήθεια, την ώρα της ουσιαστικής λαχτάρας και της ικανοποίησης. Είτε αυτό υπήρξε μια απόκλιση από την ευσέβεια είτε όχι, το θέλησε. Κατείχε τουλάχιστον μιαν αρκετά πλατιά ανθρώπινη εξουσία.

Όλες οι γυναίκες που τον είχαν γνωρίσει δολοφονήθηκαν. Τι λεηλασία στο πάρκο του περιβολιού της ομορφιάς! Κάτω από την σπάθη, τον ευλόγησαν. Δεν παρήγγειλε καθόλου καινούριες. — Οι γυναίκες ξαναφάνηκαν.

Σκότωσε όλους αυτούς που τον ακολουθούσαν, μετά το κυνήγι ή τις οινοποσίες.

— Όλοι τον ακολουθούσαν.

Διασκέδασε σφάζοντας τα ζώα πολυτελείας. Πυρπόλησε τα παλάτια. Εφορμούσε πάνω στους ανθρώπους και τους τεμάχιζε. — Το πλήθος, οι χρυσαφένιες στέγες, τα ωραία ζώα υπήρχαν ακόμη.

Μπορεί κανείς να εκστασιάζεται στο χαλασμό, να ξανανιώνει από την θηριωδία! Ο λαός δεν μουρμούρισε. Κανείς δεν προσέφερε την συνδρομή των βλεμμάτων του.

Κάποιο βράδυ κάλπαζε περήφανα. Ένα Πνεύμα φάνηκε μίας άφατης ομορφιάς, ακόμη και ανομολόγητης. Από την φυσιογνωμία και την στάση του έβγαινε η υπόσχεση ενός έρωτα πολλαπλού και περίπλοκου! μιας ευτυχίας ανείπωτης, σχεδόν ανυπόφορης! Ο Πρίγκιπας και το Πνεύμα εκμηδενίστηκαν πιθανόν μέσα στην ουσιαστική υγεία. Πως θα μπορούσαν να μην πεθάνουν απ’ αυτήν;

Μαζί λοιπόν πέθαναν.

Αλλά ο Πρίγκιπας αυτός απεβίωσε, στο παλάτι του, σε μια συνηθισμένη ηλικία. Ο Πρίγκιπας ήταν το Πνεύμα . Το Πνεύμα ήταν ο Πρίγκιπας.
 
Η σοφή μουσική παραμελεί την λαχτάρα μας.
 
*Μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου.

Leonide Andreieff, Το κόκκινο γέλιο

leonid_andreiev

Απόσπασμα πρώτον

… Τρέλλα και φρίκη!
Αισθάνθηκα τούτο για πρώτη φορά, όταν κάναμε πορεία για το Ν… Είχαμε δέκα ώρες που εβαδίζαμε αδιάκοπα, χωρίς να σταθούμε, χωρίς να επιβραδύνωμε την πορεία μας, χωρίς να συλλέξωμε τους νεκρούς μας, αφήνοντας αυτούς στον εχθρό που μας παρακολουθούσε συμπαγείς όγκους και σε διάστημα τριών τεσσάρων ωρών έσβηνε με τα πόδια του τα ίχνη μας. Δεν ξέρω τον αριθμό των βαθμών: 40, 50 ή περισσότερο.

Ξέρω μόνον ότι ήταν αδιάκοπη, απελπιστικά μονότονη, βαρειά. Ο ήλιος ήταν υπερμεγέθης, φλογερός, τρομερός, σαν να καίωνταν κι αυτή σ’ ολίγο απ’ την αλύπητη φωτιά του. Η κόρη, μικρή και συμμαζεμένη, μικρή σαν κόκκος παπαρούνας, του κάκου ζητούσε το σκότος κάτω απ’ τον ίσκιο των χαμηλωμένων βλεφάρων. Ο ήλιος περνούσε το λεπτό περικάλυμμα και εισωρμούσε στον κουρασμένο εγκέφαλο. Αλλά παρ’ όλα ταύτα ήμασταν καλά έτσι και, επί πολύ, πολλές ώρες ίσως εβάδιζα με κλειστά τα μάτια, ακούοντας το πλήθος να κινήται, ακούοντας τον κρότον των ποδών ανθρώπων και ζώων, το τρίξιμο των σιδερένιων τροχών, … τη βαρειά και ασθμαίνουσα αναπνοή και τον κρότο των ξηρών χειλιών.

Αλλά δεν άκουα ομιλίες. Όλοι εσιωπούσαν, σαν να ήσαν στρατός βουβών, που προχωρούσε κι όταν κανένας έπεφτε, έπεφτε σιωπηλά, οι άλλοι εσκόνταφταν επάνω στο σώμα του, εσηκώνονταν σιωπηλά και χωρίς να στραφούν οπίσω, επροχωρούσαν, ωσάν όλοι οι βουβοί αυτοί άνθρωποι να ήσαν ταυτοχρόνως κουφοί και τυφλοί. Εσκόνταφτα επίσης κι έπεφτα και τότε άνοιγα τα μάτια άθελα κι εκείνο που έβλεπα μου φαίνονταν σαν άγριο φάντασμα, φρικτή φρενητίασις της γης σε παραφροσύνη…

Ο παραζεσταμένος αέρας εφλόγιζε σε σημείο να λυώση κανείς, οι πέτρες εφλόγιζαν επίσης σιωπηλά κι οι απόμακρες γραμμές των ανδρών, σ’ ένα κλώσμα του δρόμου, τα κανόνια και τα’ άλογα εξεχώριζαν από τη γη κι χωρίς τον παραμικρό θόρυβο εταλαντεύοταν σαν μια μάζα γλοιώδης, σαν να ήτα στρατός σκιών αϋλών κι όχι ανδρών ζωντανών που εβάδιζε. Ο ήλιος παμμεγέθης, κοντά, τρομερός, είχεν ανάψει επάνω σε κάθε σωλήνα όπλου, σε κάθε μεταλλική πλάκα, χιλιάδες μικρών ήλιων, εκθαμβωτικών, κι απ’ όλα τα μέρη, από τις πλευρές, από κάτω εισωρμούσαν στα μάτια, καυτεροί, ακονισμένοι σαν λόγχες φοβερές. Κι η ζέστη αποξηραντική, καυστική, έμπαινε ως αυτό το βάθος του σώματος, στα …

…κάποτε ότι το που κινούταν επάνω στους ώμους δεν ήταν κεφαλή, αλλά μια σφαίρα παράξενη, αλλοιώτικη, βαρειά κι ελαφριά, ξένη και τρομερή.

Και τότε, και τότε έξαφνα θυμήθηκα το σπίτι μου, ξαναείδα μια γωνιά της κάμαρής μου, ένα κομμάτι χαρτί γαλάζιο, μια γαράφα νερό κατασκονισμένη, άθικτη πάνω στο τραπέζι μου – στο τραπέζι μου που το ένα πόδι κοντότερο απ’ τα τρία άλλα, ήταν στηριγμένο επάνω σ’ ένα κομμάτι διπλωμένο χαρτί. Και στην παράπλευρη κάμαρη, χωρίς να τους βλέπω, φαίνονται νάνε η γυναίκα μου και το παιδί μου. Αν μπορούσα θα φώναζα, τόσο αυτή η θέα η απλή και οικεία – αυτό το κομμάτι του γαλάζιου χαρτιού, αυτή η γαράφα η σκονισμένη κι άθικτη – ήταν παράξενη.

Ξέρω ότι σταμάτησα, σηκώνοντας τα χέρια, αλλ’ επειδή κάποιος μ’ έσπρωξε από πίσω, ξανάρχισα το γρήγορο βάδισμα μου, τρέχοντας Κύριος οίδε πού, χωρίς να αισθανθώ ούτε την κούρασι ούτε τη ζέστη. Κι εβάδιζα επί πολύ έτσι ανάμεσα στις ατέλειωτες σιωπηλές γραμμές, δίπλα σους κόκκινους λαιμούς, τους φλογισμένους από την ήλιο, εγγίζοντας σχεδόν τις καυστικές λόγχες τις αδύνατα χαμηλωμένες, όταν έξαφνα μια ιδέα μ’ έκανε να σταματήσω. Διερωτώμουνα πού πήγαινα τόσο γρήγορα. Χωρίς να επιβραδύνω το βήμα, εστράφηκα παράπλευρα και διήνοιξα δρόμο προς τον ελεύθερο χώρο, διέσχισα μια χαράδρα κι εκάθισα σε μια πέτρα, ωσάν η σκληρή και καυστική αυτή πέτρα να ήταν ο σκοπός όλων μου των προσπαθειών.

Και τότε αισθάνθηκα «τούτο» για πρώτη φορά. Είδα ότι οι άνδρες αυτοί που εβάδιζαν σιωπηλοί κάτω από τις φλογερές ακτίνες του ήλιου, μισοπεθαμένοι από την κούρασι και τη ζέστη, που εταλαντεύονταν κι έπεφταν, ήσαν τρελλοί. Αγνοούν πού πηγαίνουν, αγνοούν την αιτία για την οποία ευρίσκονται κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο, δεν ξέρουν τίποτε. Δεν έχουν κεφαλή επάνω στους ώμους, αλλά σφαίρες παράξενες και τρομερές. Να ένας που όπως κι εγώ γλυστρά γρήγορα ανάμεσα στις γραμμές, να ένας άλλος, ένας τρίτος. Να μια κεφαλή αλόγου με τρελά μάτια, με σαγόνια διάπλατα ανοιχτά, που προμαντεύουν μια παράξενη κραυγή, σηκώνεται και πέφτει. Το πλήθος συνωθείται σ’ αυτό το μέρος, ακούονται φωνές στριγγές, και υπόκωφες, ένας ξερός πυροβολισμός, έπειτα η σιωπηλή κι ατέλειωτη κίνησις ξαναρχίζει.
(Ακολουθεί)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Εστία», Νο1, Πάτρα, 25 Μαρτίου 1923, σελ. 6, στη σειρά «Ξένη Φιλολογία». Δεν έχουμε το επόμενο τεύχος οπότε και τη συνέχεια του κειμένου. Διατηρείται η ορθογραφία και το συντακτικό, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

Τζούλια Φορτούνη, Κόντρες με το Σαχζάτ στη Λένορμαν

1-7-thumb-medium

(στον Σαχτζάτ Λουκμάν που δολοφονήθηκε τα ξημερώματα της 17 Γενάρη 2013)

Μόλις άκουσα την είδηση ταράχτηκα. Κάθε φορά που ακούω για «ατυχήματα» με ποδηλάτες ταράζομαι. Αυτή τη φορά περισσότερο. Μου φάνηκε πως τον γνώριζα τον Σαχζάτ. Πως οι ματιές μας είχαν διασταυρωθεί ένα Σαββάτο απόγευμα στη Λένορμαν. Την ώρα που γυρνούσαμε. Εγώ από την ποδηλατοβόλτα μου στο κέντρο κι αυτός από το πόστο του στη λαϊκή των Πετραλώνων. Κινούμασταν κι οι δυο στο λεωφορειόδρομο. Παραβγήκαμε μάλιστα. Εγώ με το εκκεντρικό ακριβό μου ποδήλατο κι αυτός με ένα παλιό σιδερένιο μοντέλο του 80. Εγώ κουβαλούσα τις εικόνες μιας παρακμάζουσας πόλης και κάτι απροσδιόριστες ενοχές για τους άστεγους που επιμελώς απέφευγε το βλέμμα μου στις εισόδους των κτηρίων κι αυτός ένα βαρύ ξύλινο καφάσι γεμάτο πραμάτεια και δυο σακούλες αριστερά και δεξιά στο τιμόνι. Ήταν εκείνο το απόγευμα του Νοέμβρη που άρχισε να φυσάει ξαφνικά πολύ δυνατά και ξεριζώνονταν δέντρα και εκτοξεύονταν από τις πολυκατοικίες γλάστρες και άλλα περίεργα αντικείμενα.

Continue reading

Τζούλια Φορτούνη, Το κορίτσι με το σκουλαρίκι και οι ομόκεντροι κύκλοι της απώλειας

Παναγιώτης-Παπαθεοδωρόπουλος-1-620x422

“Στο Νίκο”

Τη λέγαν Μαρία κι έμενε στον καταυλισμό που έστηναν οι δικοί της, δίπλα στο υδραγωγείο. Ερχόταν την άνοιξη και έφευγε το φθινόπωρο. Μαζί με τους πελαργούς του χωριού, γιατί τα χελιδόνια στον τόπο μας είχαν αυθαίρετα δρομολόγια. Κάθε φορά που ερχόταν, την έστηνε έξω από το σχολείο μέχρι να σχολάσω κι ύστερα μ΄ ακολουθούσε ως το σπίτι. Την έβλεπα πίσω από το παντζούρι του καλού δωματίου μας, να στέκεται μπροστά στη σιδερένια πόρτα της αυλής. Άλλοτε να περιεργάζεται τα περίτεχνα κάγκελα κι άλλοτε να κοιτάζει επίμονα το παράθυρο. Κυρίως, εστίαζε το βλέμμα της στο κόκκινο ποδήλατό μου, που ήταν αφημένο δίπλα στη βρύση.
Ύστερα, εγώ μετακινούσα τη σερβάντα και έσερνα το μεγάλο τραπέζι μπροστά από εκείνο το παράθυρο. Άνοιγα το παντζούρι και τραβούσα ελαφρώς τη βαριά κουρτίνα. Τοποθετούσα τα βιβλία μου εκεί κι έκανα πως μελετούσα. Η δικαιολογία μου ήταν πως διαβάζω στο καλό δωμάτιο και όχι στην κουζίνα, όπως συνήθως, γιατί χρειάζομαι φως και ησυχία. Εγώ, που λάτρευα το σκοτάδι και τους συνήθεις ήχους του σπιτιού…

Παρατηρούσα έτσι τη Μαρία, ξέροντας πως εκείνη δεν με βλέπει. Είχε ψηλώσει από πέρυσι, σχεδόν με έφτασε. Μάλλον φορούσε ρούχα από μεγαλύτερα κορίτσια. Και τακούνια. Μια ακαθόριστη συστολή, αλλά περισσότερο η αναμονή μιας γνώριμης τελετουργικής διαδικασίας, μ΄ εμπόδιζε πάντα να πάω πρώτη να της μιλήσω. Έπαιρνε κάθε φορά, μέρες η προσέγγισή μας.
Συνήθως μιλούσαμε την πρώτη Κυριακή, μετά τον ερχομό της. Με περίμενε στην εκκλησία. Όταν μετά το αβάσταχτο μαρτύριο της ορθοστασίας και της αναμονής του «Δι’ ευχών» πετούσα από τα κάγκελα στην αυλή τα κόκκινα λουστρίνια μου και τις λευκές μου κάλτσες κι άρχιζα το ανελέητο τρέξιμο. Πίσω μου έτρεχε λαχανιασμένη η Μαρία. Διασχίζαμε όλο τον κάτω μαχαλά. Εγώ μπροστά κι εκείνη πίσω. Να ρίχνω κλεφτές ματιές να δω αν μ΄ ακολουθεί μετά τις στροφές. Η συνέχεια προδιαγραμμένη. Δυο κορίτσια ξυπόλυτα, με σκούρο δέρμα, ψιλόλιγνα, με μπερδεμένα μαύρα μαλλιά να τρέχουν μέσα στα αμπέλια. Ώσπου ξέπνοες, φτάναμε στο ποτάμι. Εκεί ξαπλώναμε στο ανάχωμα και αφού παίρναμε μιαν ανάσα, βάζαμε τα γέλια. Γέλια ασταμάτητα και αναίτια.

Ώσπου η Μαρία έβγαζε από την τσέπη της ένα ζευγάρι μεγάλα σκουλαρίκια. Από αυτά που πουλούσαν φαντάζομαι οι δικοί της στα πανηγύρια. Ένα για μένα, ένα για κείνη. Με κλιπς. Γιατί τα αυτιά μας δεν ήταν ακόμη τρυπημένα. Η πρώτη λέξη λοιπόν ήταν συνήθως δική μου και ήταν πάντα: «Αχ τι όμορφα!» Όλο το καλοκαίρι στραφτάλιζαν τα σκουλαρίκια στ΄ αυτιά μας. Το αριστερό εγώ, το δεξί αυτή. Πολλές φορές τα χάναμε, αλλά πάντα τα ξαναβρίσκαμε, λες και υπήρχε μια θεά, η θεά των χαμένων σκουλαρικιών, όπως τη λέγαμε και μας τα αποκάλυπτε. Το χειμώνα, όταν οι πελαργοί και η Μαρία αποδημούσαν, τα σκουλαρίκια χάνονταν οριστικά. Το δικό της ανάμεσα στα κιλίμια και στα μπακίρια των τσαντιριών, το δικό μου στα σκαρφαλώματα και στ΄ αγορίστικα παιχνίδια. Γιατί η Μαρία ήταν η μοναδική φιλενάδα των παιδικών μου χρόνων. Μπορεί τότε να μη το παραδεχόμουν –πώς να παρουσιάσω άραγε ένα γυφτάκι στην αγοροπαρέα μου, πώς να πω στη μαμά μου πως παίζω με μια τσιγγάνα- όμως τώρα που αποτιμώ φιλίες και σχέσεις το ξέρω καλά. Έφευγε λοιπόν και μαζί της χάνονταν όλες οι κοριτσίτσικές μου ασχολίες.

Continue reading