Ἀθορίν (Azorín), Ἡ προϊστορία (La prehistoria)

(Ἀφιέρωμα: Ἀναρχία καὶ Λογοτεχνία, 4/9)
 

Εἴμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς ἀρχῆς 
Γουέλς

— ΚΑΛΗΜΕΡΑ, ἀγαπημένε δάσκαλε. Πῶς πάει; Πῶς εἶστε;
— Ἤδη τὸ βλέπετε· στὸ ἐργαστήριό μου πάντα, ἀπορροφημένος στὸ μεγάλο μου ἔργο.
— Μιλᾶτε γι’ αὐτὸ τὸ περίφημο καὶ ἀξιοθαύμαστο ἔργο ποὺ ὅλοι περιμένουμε, Ἡ προϊστορία;
— Πράγματι· αὐτὸν τὸν καιρὸ ἀσχολοῦμαι μ’ αὐτή. Καὶ μένει λίγο ἀκόμα γιὰ νὰ τὴν τελειώσω.
— Μήπως φτάσατε στὶς ἱστορικὰ μοντέρνες ἐποχές;
— Ναί, κύριε, μόλις ἔβαλα τὶς τελευταῖες γραμμὲς στὴν περιγραφὴ τῆς περιόδου τοῦ ἠλεκτρισμοῦ.
— Θὰ εἶναι μιὰ ἐνδιαφέρουσα περίοδος αὐτὴ τοῦ ἠλεκτρισμοῦ;
— Εἶναι τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς ἐξέλιξης τοῦ πρωτόγονου ἀνθρώπου· ἀπὸ ἐκεῖ πιὰ ἀρχίζει ὁ βαθὺς μετασχηματισμὸς ποὺ γνωρίζουν οἱ ἱστορικοί, δηλαδή, ἀρχίζει ἡ ἐποχὴ τοῦ πραγματικὰ πολιτισμένου ἀνθρώπου.
— Τέλεια, ἀγαπημένε δάσκαλε. Καὶ ἐσεῖς βρήκατε πολλὲς πληροφορίες γιὰ αὐτὴ τὴ σκοτεινὴ καὶ μυστηριώδη περίοδο;
— Κατάφερα πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ ἐξακριβώσω πῶς ζοῦσαν ὅλα αὐτὰ τὰ παράξενα πλάσματα ποὺ προηγήθηκαν ἀπὸ ἐμᾶς στὴ χρησικτησία τοῦ πλανήτη. Ξέρω, ἐπὶ παραδείγματι, μὲ βεβαιότητα, ὅτι αὐτὰ τὰ πλάσματα ζοῦσαν μαζεμένα, στοιβαγμένα καὶ πατημένα σὲ συγκροτήματα κατοικιῶν πού, ἀπ’ ὅτι φαίνεται, ὀνόμαζαν πόλεις.
— Εἶναι ὄντως περίεργο καὶ παράξενο αὐτὸ ποὺ μοῦ λέτε. Καὶ πῶς μποροῦσαν νὰ ζοῦν αὐτὰ τὰ πλάσματα σ’ αὐτὰ τὰ συγκροτήματα κατοικιῶν; Πῶς μποροῦσαν νὰ ἀναπνεύσουν, νὰ κινηθοῦν, νὰ πάρουν ἥλιο, νὰ ἀπολαύσουν τὴ σιωπή, νὰ νιώσουν τὴ μοναδικὴ αἴσθηση τῆς μοναξιᾶς; Καὶ πῶς ἦταν; Ἦταν ὅλα ἴδια; Τὰ ἔκαναν διαφορετικὰ ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὸ γοῦστο του;

— Ὄχι. Αὐτὰ τὰ σπίτια δὲν ἦταν ὅλα ἴδια· ἦταν διαφορετικά. Ἄλλα μεγάλα, ἄλλα πιὸ μικρὰ· ἄλλα πνιγηρὰ καὶ στενά.
— Εἴπατε ὅτι κάποια ἦταν στενὰ καὶ πνιγηρά; Πῶς γινόταν αὐτό; Πῶς μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν πλάσματα ποὺ τοὺς ἄρεσε νὰ κατοικοῦν σὲ κατοικίες πνιγηρές, στενές, ἀνθυγιεινές;
— Αὐτοὶ δὲν εἶχαν τέτοια ἰδιοτροπία· τοὺς ἐξανάγκαζαν ὅμως νὰ ζήσουν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ συνθῆκες τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος στὸ ὁποῖο κινοῦνταν.
— Δὲν καταλαβαίνω τίποτα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ μοῦ πεῖτε.
— Θέλω νὰ πῶ ὅτι στὶς πρωτόγονες ἐποχὲς ὑπῆρχαν κάποια πλάσματα ποὺ διέθεταν ὅλους τοὺς πόρους γιὰ νὰ ζοῦν καὶ ἀντίθετα ἄλλα ποὺ δὲν διέθεταν αὐτά τα μέσα.
— Εἶναι ἐνδιαφέρον καὶ παράξενο αὐτὸ ποὺ λέτε. Γιὰ ποιούς λόγους δὲν διέθεταν τὰ μέσα αὐτὰ τὰ πλάσματα;
— Αὐτὰ τὰ πλάσματα ἦταν οἱ λεγόμενοι φτωχοί.
— Φτωχοί! Τί περίεργη λέξη! Καὶ τί ἔκαναν αὐτοὶ οἱ φτωχοί;
— Αὐτοὶ οἱ φτωχοὶ δούλευαν.
— Αὐτοὶ οἱ φτωχοὶ δούλευαν; Καὶ ἂν δούλευαν αὐτοὶ οἱ φτωχοί, πῶς καὶ δὲν εἶχαν μέσα γιὰ νὰ ζήσουν; Πῶς ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦσαν στὰ μικροσκοπικὰ σπίτια;
— Αὐτοὶ οἱ φτωχοὶ δούλευαν. Ἀλλὰ δὲν ἦταν γιὰ λογαριασμό τους.
— Πῶς, ἀγαπημένε δάσκαλε, μπορεῖ κανεὶς νὰ δουλεύει ἐὰν δὲν εἶναι γιὰ λογαριασμό του; Δὲν σᾶς καταλαβαίνω· ἐξηγεῖστε μου.
— Θέλω νὰ πῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ πλάσματα ποὺ δὲν εἶχαν πόρους ζωῆς, γιὰ νὰ καταφέρουν τὸν καθημερινὸ ἐπιούσιο συγκεντρώνονταν γιὰ ἐργασία σὲ κάποια κτίρια ποὺ τὰ ἔλεγαν φάμπρικες.
— Καὶ τί θὰ κέρδιζαν μὲ τὸ νὰ συγκεντρώνονται σὲ αὐτὲς τὶς φάμπρικες;
— Ἐκεῖ τοὺς ἔδιναν κάθε μέρα ἕνα μεροκάματο.
— Λέτε μεροκάματο; Αὐτὸ θὰ εἶναι κάποια λέξη τῆς ἐποχῆς.
— Μεροκάματο εἶναι πράγματι μιὰ λέξη τῆς ὁποίας τὸ νόημα σήμερα δὲν καταλαβαίνουμε· μεροκάματο ἦταν ἕνας ἀριθμὸς ἀπὸ κέρματα ποὺ τοὺς ἔδιναν κάθε μέρα γιὰ τὴ δουλειά τους.
— Ἕνα λεπτό, ἀγαπημένε δάσκαλε συγχωρέστε μὲ πάλι. Ἄκουσα ὅτι εἴπατε κέρματα. Τί εἶναι αὐτὰ τὰ κέρματα;
— Κέρματα ἦταν κάποια στρογγυλὰ μεταλλικὰ κομμάτια.
— Γιὰ τί ἦταν αὐτὰ τὰ στρογγυλὰ μεταλλικὰ κομμάτια;
— Αὐτὰ τὰ κομμάτια… Δίνοντάς τα στὸν ἰδιοκτήτη ἑνὸς ἀντικειμένου, αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης σοῦ ἔδινε τὸ ἀντικείμενο.
— Καὶ αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης, δὲν ἔδινε τὰ ἀντικείμενα ἐὰν δὲν τοῦ ἔδιναν αὐτὰ τὰ μεταλλικὰ κομμάτια;
— Φαίνεται ὅτι ὄντως δὲν τὰ ἔδινε.
— Παράξενα πλάσματα ἦταν αὐτοὶ οἱ ἰδιοκτῆτες! Καὶ γιατί ἤθελαν τὰ μεταλλικὰ κομμάτια;
— Φαίνεται νὰ ἴσχυε ὅτι ὅσο περισσότερα κομμάτια ἀπὸ αὐτὰ εἶχε κανεὶς τόσο καλύτερα ἦταν.
— Ἦταν καλύτερα; Γιατί; Δηλαδὴ αὐτὰ τὰ κομμάτια δὲν μποροῦσε νὰ τὰ ἔχει ὅποιος τὰ ἤθελε;
— Ὄχι, δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ ἔχουν ὅλοι.
— Γιὰ ποιό λόγο;
— Γιατί αὐτὸν ποὺ τὰ ἔπαιρνε χωρὶς νὰ εἶναι δικά του τὸν ἔκλειναν κάπου ποὺ λεγόταν φυλακή.
— Φυλακή! Τί ἦταν αὐτὴ ἡ φυλακή;
— Φυλακὴ ἦταν ἕνα κτίριο ὅπου ἔβαζαν κάποια ἄτομα ποὺ ἔκαναν κάτι ποὺ οἱ ὑπόλοιποι δὲν ἤθελαν νὰ κάνει.
— Καὶ γιατί ἐκεῖνοι ἐπέτρεπαν νὰ τοὺς βάλουν ἐκεῖ;
— Δὲν εἶχαν ἄλλη λύση· ὑπῆρχαν ἄλλα ἄτομα μὲ τουφέκια ποὺ τοὺς ὑποχρέωναν σὲ αὐτό.
— Ἄκουσα καλά; Μόλις εἴπατε τουφέκια;
— Ναί, κύριε, εἶπα τουφέκια.
— Τί εἶναι τὰ τουφέκια;
— Τουφέκια ἦταν κάτι ὅπλα ποὺ διέθεταν κάποια ἄτομα.
— Καὶ γιὰ ποιό σκοπὸ ἔφεραν τὰ ὅπλα;
— Γιὰ νὰ σκοτώνουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους στοὺς πολέμους.
— Γιὰ νὰ σκοτώνουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους! Αὐτὸ εἶναι ὑπερβολικό, ἀπίστευτο. Σκοτώνονταν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους;
— Σκοτώνονταν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους.
— Νὰ τὸ πιστέψω; Εἶναι βέβαιο;
— Εἶναι βέβαιο· σᾶς δίνω τὸ λόγο τῆς τιμῆς μου.
— Μὲ ἀφήνετε κατάπληκτο, ἄναυδο, ἀγαπημένε δάσκαλε. Δὲν ξέρω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ προσπαθεῖτε νὰ μοῦ προσφέρετε μὲ τὰ τελευταῖα σας λόγια.
— Μίλησα γιὰ τὴν τιμή;
— Μιλήσατε γιὰ τὴν τιμή.
— Συγχωρῆστε με· αὐτὴ εἶναι ἡ τωρινὴ ἐμμονή μου· αὐτὸ εἶναι τὸ τρωτὸ σημεῖο τοῦ βιβλίου μου· αὐτὴ εἶναι ἡ βαθιά μου δυσκολία. Ἐπανέλαβα ἐνστικτωδῶς μιὰ λέξη ποὺ εἶδα νὰ διατρέχει σὲ ἀφθονία ὅλα τὰ χειρόγραφα τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς ὁποίας τὸ νόημα δὲν κατάφερα νὰ συλλάβω. Σᾶς ἐξήγησα τί ἦταν οἱ πόλεις, οἱ φτωχοί, οἱ φάμπρικες, τὸ μεροκάματα, τὰ κέρματα, ἡ φυλακὴ καὶ τὰ τουφέκια, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τί ἦταν ἡ τιμή.

— Μᾶλλον ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανε τοὺς ἀνθρώπους νὰ διαπράξουν περισσότερες ἀνοησίες καὶ βαρβαρότητες.
— Ἴσως…

Πηγή: https://ciudadseva.com/texto/la-prehistoria/

Ἀθορίν (Χοσὲ Μαρτίνεθ Ρουὶθ) (Azorín [José Martínez Ruíz]) (Ἀλικάντε 1873 – Μαδρίτη 1967). Ἱσπανὸς συγγραφέας ποὺ ἀνήκει στὴ Γενιὰ τοῦ ’98. Στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργικῆς του πορείας, τὸ ἔργο του χαρακτηρίζεται ἀπὸ μιὰ εὐαισθησία ἀναρχικοῦ χαρακτῆρα καὶ τὰ πρῶτα του βιβλία ἀντιστοιχοῦν σὲ αὐτὴ τὴν ἰδεολογία. Πρόκειται γιὰ τά: Notas sociales (1896) καὶ Pecuchet demagogo (1898). Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ταξίδεψε πολὺ στὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴν Καστίλη μὲ σκοπὸ νὰ γνωρίσει τόσο τὸ τοπίο της ὅσο καὶ τοὺς ἀνθρώπους της, οἱ ὁποῖοι τότε ζοῦσαν σὲ ἐξαιρετικὴ ἐξαθλίωση. Μοιράστηκε μαζὶ μὲ τὸν Ρομίρο ντὲ Μαέτσου (Romiro de Maetzu) καὶ Πίο Μπαρόχα (Pío Baroja) ἕναν μεγάλο θαυμασμὸ γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Νίτσε καθὼς ἐπίσης καὶ γιὰ τὶς ἐπαναστατικὲς θεωρίες. Σπούδασε νομικὰ καὶ στὴ συνέχεια ἔγινε γνωστὸς μέσῳ τῶν συνεργασιῶν του μὲ τὸν τύπο. Μὲ τὸ ψευδώνυμο «Ἀθορίν» ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ἕνα ἄρθρο δημοσιευμένο στὴν España, ἐνῷ ἀκολούθησε πληθώρα δημοσιεύσεων σὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς. Ἡ πρώτη του τριλογία, La voluntad (1902), Antonio Azorín (1903) καὶ Las confesiones de un pequeño filósofo (1904), ἀποτελεῖ μιὰ ἐκτεταμένη διαδικασία προσωπικῆς περισυλλογῆς ποὺ τὸν ὁδήγησε νὰ ἀλλάξει ριζικὰ τὶς θέσεις του. Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ ἔπληξαν τὴν Ἱσπανία στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰ. (τὴν ἀπώλεια καὶ τῶν τελευταίων ἀποικιῶν της), κατέληξε νὰ υἱοθετήσει μιὰ συντηρητικὴ στάση ἀπέναντι στὰ πράγματα. Ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἡ πρόζα του διακρινόταν ἤδη ἀπὸ μιὰ ἐξαιρετικὴ ἀνάλυση τοῦ θέματός του στὶς πιὸ μικρές του λεπτομέρειες, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν προτίμησή του στὴ μικρὴ πρόταση, στὴν ἐκφραστικὴ σαφήνεια καὶ ἀκρίβεια καὶ στὸν πλοῦτο τοῦ λεξιλογίου της. Ἔτσι, τὸ ἔργο του Ἀθορὶν ἀποτέλεσε τότε μιὰ αὐθεντικὴ αἰσθητικὴ ἐπανάσταση συγκρινόμενο μὲ τὸν ὄγκο τῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς τοῦ 19ου αἰ. Γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἀθορίν, τὸ κύριο ἀντικείμενό του δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τοῦ «οὐσιώδους τῆς ζωῆς». Ἔτσι, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιαίτερη ἀφηγηματική του τεχνικὴ καὶ μελετῶντας τὶς ἀναλύσεις ποὺ ἔκανε στὸ ἔργο τοῦ Ἀθορὶν ὁ Χοσὲ Ὀρτέγκα ὐ Γκασὲ (José Ortega y Gasset), ἡ οὐσία δὲ βρίσκεται «στοὺς μεγάλους ἄντρες, τὰ κορυφαῖα γεγονότα, τὰ θορυβώδη πάθη, ἀλλὰ στὸ μικρὸ καὶ ἀτομικό». Τεχνικὴ ἰμπρεσιονιστική, ἀφοῦ, φιλοδοξεῖ νὰ δείξει τὴν πνευματικὴ οὐσία τῶν πραγμάτων μέσῳ λυρικῶν περιγραφῶν στὶς ὁποῖες κυριαρχεῖ ἕνα συναίσθημα ἐκλεπτυσμένο καὶ προσεγμένο. Ἐπηρεασμένη ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἀξίες, ἡ ἀφήγηση τοῦ Ἀθορίν, θὰ διατρέχεται συνεχῶς ἀπὸ τὴν ἐμμονὴ τοῦ χρόνου, τὴ γαλήνια ἐνατένιση τοῦ τοπίου καὶ τῆς ἱστορίας καὶ μιὰ ἀνανεωμένη εὐαισθησία πρὸς τοὺς κλασσικούς. Σὲ αὐτὴ τὴ γραμμὴ θὰ κινηθοῦν τὰ Los pueblos (1905) (Οἱ λαοί), Castilla (1912) (Καστίλη), Clásicos y modernos (1913) (Κλασσικοὶ καὶ μοντέρνοι), Al margen de los clásicos (1915) (Στὸ περιθώριο τῶν κλασσικῶν) καὶ Una hora de España (1924) (Μιὰ ὥρα τῆς Ἱσπανίας)· ξεχωρίζει ἰδιαίτερα La ruta de Don Quijote (1905) (Ὁ δρόμος τοῦ Δὸν Κιχώτη), ἕνα ἐντυπωσιακὸ χρονικὸ κάποιου ταξιδιοῦ τοῦ Don Quijote de la Mancha.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:
Χρηστάκου Βασιλική. Ἰατρὸς καρδιολόγος καὶ ἀριστοῦχος ἀπόφοιτος τοῦ τμήματος Ἱσπανικὴ γλώσσα καὶ Πολιτισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀνοιχτοῦ Πανεπιστημίου. Μεταφράζει λογοτεχνία ἀπὸ τὴν ἱσπανικὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα.

Ρικάρδο Φλόρες Μαγκόν (Ricardo Flores Magón), Οἱ δύο σπορές (Las dos siembras)

—ΚΑΛΕ μου ἀγρότη, τί σπέρνεις;
       Ὁ ἀγρότης σήκωσε τὰ μάτια καὶ ἀπάντησε:
       — Σπέρνω πραότητες, σπέρνω καρτερίες, θεῖες ἀρετὲς ποὺ ἔχουν τὸ προνόμιο νὰ ἀνοίγουν τὶς πόρτες τοῦ οὐρανοῦ σὲ αὐτοὺς ποὺ ὑπομένουν μὲ ὑπομονὴ τὰ βάσανα τῆς μιζέριας καὶ τὶς τιμωρίες τῆς τυραννίας.
       Ἔτσι μίλησε ὁ ἀγρότης καὶ ξανάπιασε ἀναστενάζοντας τὴ δουλειά του προσφέροντας στὸ αὐλάκι τὸ σπόρο καὶ τὰ δάκρυά του.
       Πέρασαν οἱ αἰῶνες καὶ ὁ ἀγρότης, κυρτωμένος, ἔσπερνε, ἔσπερνε.
       — Καλέ μου ἀγρότη, τί σπέρνεις;
       Ὁ ἀγρότης σήκωσε τὰ μάτια καὶ ἀπάντησε:
       Σπέρνω πραότητες, σπέρνω καρτερίες , θεῖες ἀρετὲς ποὺ μὲ τὴν ἀγάπη πρέπει νὰ ἡμερέψουν τὰ χέρια τοῦ τυράννου.Τίποτα σὰν τὴν ἀγάπη γιὰ νὰ μαλακώσει τὶς καρδιὲς τῶν κακῶν!
       Ἔτσι μίλησε ὁ ἀγρότης καὶ ἀναστενάζοντας τοποθέτησε σιγὰ-σιγὰ στὸ αὐλάκι τὸ σπόρο καὶ τὰ δάκρυά του. Πέρασαν οἱ αἰῶνες καὶ ὁ ἀγρότης, κυρτωμένος ἔσπερνε, ἔσπερνε.
       — Καλέ μου ἀγρότη, τί σπέρνεις;
       Ὁ ἀγρότης σήκωσε τὰ μάτια καὶ ἀπάντησε:
       — Σπέρνω πραότητες, σπέρνω καρτερίες , θεῖες ἀρετὲς ποὺ θὰ σώσουν τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ μιζέρια καὶ τὴ σκλαβιά.
       Ἔτσι μίλησε ὁ ἀγρότης καὶ ἀναστενάζοντας συνέχισε νὰ προσφέρει στὸ αὐλάκι τὸ σπόρο καὶ τὰ δάκρυά του.
       Πέρασαν οἱ αἰῶνες καὶ αἰῶνες αἰώνων καὶ αἰῶνες αἰώνων καὶ αἰώνων καὶ ὁ ἀγρότης ἔσπερνε, ἔσπερνε, ἔσπερνε τὶς θεῖες ἀρετές του καὶ ἡ μιζέρια καὶ ἡ σκλαβιὰ συνέχιζαν νὰ εἶναι τὸ ἔπαθλο τῆς καρτερίας καὶ τῆς πραότητας μέχρι ποὺ ἡ πηγὴ τῶν δακρύων του στέρεψε καὶ τὰ μάτια του, ἐλεύθερα ἀπ’ τὸν ἐπίδεσμο τοῦ κλάματος, μπόρεσαν νὰ δοῦν καθαρά. Τὰ ἔστρεψε στὸ διάστημα καὶ δὲν εἶδε ἄλλο ἀπὸ ἄστρα, ἄστρα καὶ ἄστρα, ἥλιους σὰν αὐτὸν ποὺ μᾶς φωτίζει καὶ ἐδάφη σὰν αὐτὰ ποὺ κατοικοῦμε. Ἡ Γῆ εἶναι στὸν οὐρανό! ἀναφώνησε. Ἡ Γῆ εἶναι μέρος τοῦ οὐρανοῦ —πρόσθεσε— καὶ ἔνιωσε ὅτι κάτι κατέρρεε στὰ βάθη τῆς ὕπαρξής του· ἦταν ἡ πίστη στὸ ὑπερφυσικό, μιὰ ἁλυσίδα ἰσχυρότερη ἀπὸ τὴ σιδερένια. Τότε κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νὰ σπείρει ἄλλο σπόρο καὶ γερμένος πάνω στὸ αὐλάκι ἔσπερνε, ἔσπερνε, ἔσπερνε.
       — Καλέ μου ἀγρότη, τί σπέρνεις;
       Ὁ ἀγρότης σήκωσε τὰ μάτια καὶ ἀπάντησε:
       — Σπέρνω ἐξεγέρσεις. Τὸν θεῖο σπόρο ποὺ πρέπει νὰ κατακτήσει γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν τὸν παράδεισο ποὺ λέμε γῆ. Ἡ ἐπανάσταση τῆς σκέψης γκρέμισε τοὺς τυράννους τοῦ οὐρανοῦ· ἡ ἐπαναστατικὴ δράση θὰ γκρεμίσει τοὺς τυράννους τῆς γῆς.
       Ἔτσι μίλησε ὁ ἀγρότης καὶ ξαναπιάνοντας τὴ δουλειά του, χάθηκε στὸν ὁρίζοντα σπέρνοντας, σπέρνοντας, σπέρνοντας τὸ θεῖο σπόρο τῆς Ἀναρχίας.

Ρικάρδο Φλόρες Μαγκόν (Ricardo Flores Magón) (1873-1922). Μεξικανὸς πολιτικὸς καὶ δημοσιογράφος. Θεωρεῖται πρόδρομος τῆς Μεξικανικῆς Ἐπανάστασης καὶ ἔχει παραμείνει στὴν ἱστορία σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀκέραιους καὶ συνεπεῖς μαχητὲς γιὰ τὸ δίκιο τῶν ἐργαζομένων κατὰ τὰ χρόνια τῆς Μεξικανικῆς Ἐπανάστασης. Ἀκούραστος καὶ ἀδάμαστος, ἐνέπνευσε μὲ τὶς ἰδέες του καὶ τὴ δράση του πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐργατικὲς κατακτήσεις καὶ πολλὰ δικαιώματα τῶν ἐργατῶν θὰ καταχωροῦνταν στὸ μεξικανικὸ σύνταγμα. Παιδὶ γονιῶν ἰθαγενῶν, ὁ Ρικάρδο Φλόρες Μαγκὸν σπούδασε Νομικὴ στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Μεξικοῦ. Τὸ 1892 συνελήφθη μαζὶ τὸν ἀδερφό του Ἐνρίκε κατὰ τὴ διάρκεια μιὰ φοιτητικῆς διαδήλωσης ἐνάντια στὴν δικτατορία τοῦ Πορφίριο Ντίας (Porfirio Días). Ἀφοῦ συνεργάστηκε μὲ τὴν ἐφημερίδα El demócrata, ἵδρυσε μὲ τὸν ἀδερφό του τὸ περιοδικὸ Regeneración (Ἀναγέννηση), τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτο τεῦχος βγῆκε στὶς 7 Αὐγούστου τοῦ 1900 καὶ ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ ὁποίου καταδικαζόταν διαρκῶς ἡ δικτατορία του Ντίας. Κυνηγημένος ἀπὸ τὴν κυβέρνηση, ἀναγκάστηκε νὰ αὐτοεξοριστεῖ τὸ 1904 στὶς ΗΠΑ. Στὸ Σὲν Λιούις, ἵδρυσε τὸ Φιλελεύθερο Μεξικανικὸ Κόμμα, σοσιαλιστικῆς ἰδεολογίας, διεκδικῶντας ἕνα ἐπαναστατικὸ πρόγραμμα κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ. Ζήτησε τὸ ἐργασιακὸ ὀχτάωρο, τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς καὶ τὴν ἀναδιανομὴ τῆς γῆς πρὸς ὄφελος τῶν ἀγροτῶν, ἰδέες ποὺ ἐπηρέασαν ἰδιαίτερα τὸ μεξικανικὸ ἐργατικὸ κίνημα. Ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὸ σοσιαλιστικὸ ἀναρχισμό, τὸ κόμμα του πρωτοστάτησε στὶς ἀπεργίες τῶν τοπικῶν ὀρυχείων τῆς Σονόρα καὶ στὴ βιομηχανικὴ ζώνη τῆς Βερακροὺζ (1906-1907), οἱ ὁποῖες κατεστάλησαν βίαια ἀπὸ τὸ καθεστώς του Ντίας. Μετὰ τὸ ξέσπασμα τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1910, ποὺ θὰ ὑποχρέωνε σὲ παραίτηση τὸν Πορφίριο Ντίας, τὸ 1911 ξεκίνησε, μαζὶ μὲ τὸν ἀδερφό του Ἐνρίκε, τὴν ἐξέγερση τῆς Κάτω Καλιφόρνια. Κατάφεραν νὰ πάρουν τὶς πόλεις Μεξικάλι καὶ Τιχουάνα καὶ προσπάθησαν, χωρὶς ἐπιτυχία, νὰ ἱδρύσουν μιὰ σοσιαλιστικὴ δημοκρατία. Ἀβοήθητοι καθὼς ἦταν, ἡττήθηκαν ἀπὸ τὰ κυβερνητικὰ στρατεύματα καὶ ἀναγκάστηκαν νὰ ὑποχωρήσουν στὶς ΗΠΑ. Ἔχοντας πεισθεῖ ἀπολύτως ὅτι οἱ κυβερνήσεις ἦταν οἱ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν τραγικὴ κατάσταση τῆς ἐργατικῆς τάξης, συνέχισαν νὰ ἀντιτίθενται στοὺς κυβερνῶντες πού, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεξικανικῆς Ἐπανάστασης, διαδέχτηκαν τὸν Ντίας, τοὺς Φρανθίσκο Ἰ. Μαδέρο (Francisco I. Madero) καὶ Μπενουστιάνο Καράνθα (Venustiano Carranza). Ὁ πρόεδρος Φρανθίσκο Μαδέρο ζήτησε τὴ βοήθειά του, ἀλλὰ ὁ Φλόρες ἀρνήθηκε νὰ συνεργαστεῖ μὲ τὴν ἀστικὴ ἐπανάσταση. Πολλὰ ἀπὸ τὰ αἰτήματά του συζητήθηκαν στὸ Συνέδριο τοῦ Κερέταρο (1917). Τὸ 1918 συνέταξε ἕνα μανιφέστο, ἀπευθυνόμενο στοὺς ἀναρχικοὺς ὅλου τοῦ κόσμου, γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο καταδικάστηκε σὲ 20 χρόνια φυλακὴ ἀπὸ τὶς βορειοαμερικανικὲς ἀρχές. Μέσα σὲ ἕνα καθεστὼς σκληρῆς καὶ ἀπάνθρωπης φυλάκισης, πέθανε σχεδὸν τυφλὸς στὶς 20 Νοέμβρη 1922 στὴ φυλακὴ Λιβενγουόρθ του Κάνσας.
Βλ. καὶ ἐκτενῆ Εἰσαγωγή στὸ Ἀφιέρωμα: Βάσω Χρηστακου: Ἀναρχία καὶ Λογοτεχνία.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:
Χρηστάκου Βασιλική. Ἰατρὸς καρδιολόγος καὶ ἀριστοῦχος ἀπόφοιτος τοῦ τμήματος Ἱσπανικὴ γλώσσα καὶ Πολιτισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀνοιχτοῦ Πανεπιστημίου. Μεταφράζει λογοτεχνία ἀπὸ τὴν ἱσπανικὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα.

*Πηγή: https://archivomagon.net/?r3d=cyr-37-las-dos-siembras Εμείςτο πήραμε από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/03/09/ricardo-flores-magon-oi-dyo-spores/

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, από “Του Λιναριού τα πάθη”

User comments

Εύνοια

Εκεί που έπαιρνα θαυμαστικό, τώρα μου βάζαν αποσιωπητικά. Το κρασί γινόταν νερό, ο Παράδεισος ένα προάστιο κοντά στο Μαρούσι. Στον ύπνο μου έμπαινε ο άγγελός μου, ψιθυρίζοντας ύπουλα το επίθετό του. Μια γνώση οξύτονη και τετρασύλλαβη φώλιαζε μέσα μου. Κάτι σαν Χάρις που αποσυρόταν υπήρχε γύρω.
Δεν είναι τίποτα, είπε η Α. Κι εγώ το ’χω περάσει. Έχασες την εύνοια του βασιλιά.
Δεν ξέρω εγώ, της φώναξα, κανένα βασιλιά.
Δεν έχει σημασία, είπε άτονα. Εκείνος σε ξέρει. Μας ξέρει ανέκαθεν όλες εμάς, μας βαριέται μία μία θανάσιμα.

*

Στο βυθό

Έπεφτα κι έπεφτα, κι ούτε ήξερα ποιος μ’ είχε ρίξει. Γύρω οι φίλες μου χάνονταν, με φούστες που ανέμιζαν σα φτερούγια ψαριών, γύρω από πέτρα που πέφτει. Ένα πράσινο μήλο βρισκόταν στο χέρι μου, κι όσο εγώ πια κατέβαινα, τόσο εκείνο κοκκίνιζε, ωριμάζοντας γρήγορα μέσα στην πτώση. Δεν μπορεί, έλεγα μέσα μου. Όπου να ’ναι θα ερχόταν η αντίστροφη ώθηση, που θα μ’ έστελνε ίσια ψηλά, συνοδευμένη από πλήθος θριαμβευτικές φυσαλίδες.
Ένα έδαφος κρύο με δέχτηκε και με κράτησε. Το μήλο, στο χέρι μου, βαθύ βαθύ κόκκινο. Κανείς δεν ερχόταν.

*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993.

O Φέρμας

του κ. Ν. Ι. Σαράβα

‘Ηταν μια γνωριμία τυχαία.
Καθόταν στο πλαϊνό μου τραπέζι ενός καφενείου απ’ αυτά της Ομόνοιας, που συχνάζουν ηθοποιοί.
Μόλις είχ’ αφήσει τη βραδινή εφημερίδα που διάβαζα, στο μάρμαρο του τραπεζιού και άκουσα μια φωνή βραχνιασμένη να μιλάη σιμά μου.
Τι διαβολεμένο κρύο που κάνει!..
Κρυώνετε;… είπα για να πω κάτι επειδή με κοιτούσε στα μάτια, περιμένοντας απάντηση.
Αν κρυώνω!.. Τα πόδια μου δεν τα νοιώθω… Μα είναι κρύο το φετινό!..
‘Hταν ένα λιγνό κορίτσι με πρόσωπο χλωμό και παιδιάστικο που τόσο ερχότανε σε αντίθεση με τη χονδρή εκείνη φωνή της.
Τι; ‘σεις δεν κρυώνετε;…
Δεν κρυώνω τόσο, όσο πονάν τα μάτια μου απ’ τις καπνούρες των τσιγάρων, που καπνίζει εδώ τόσος κόσμος…
Και μένα μου πονάν τα μάτια… είπε ζαρώνοντας τα βλέφαρά της, σαν νάθελε να προφυλαχθή από καμιά φωτεινή αντηλιά.
Κι’ επειδή εκείνης της επονούσαν τα πόδια από τον κρύο, κι’ εμένα τα μάτια από τον καπνό του καφενείου, βγήκαμε έξω συντροφιά να περπατήσουμε. Μόλις βγήκαμε στο δρόμο, φύσηξε και μας περιέλουσε ένα κύμα ψυχρού αέρα. Και το φουστάνι της συνοδού μου φορμαρίστηκε πάνω στο απαλόγραμμο σώμα της.
Ξέρεις μένω στη Λαχαναγορά, κάτω… μού’πε δυναμώνοντας τη φωνή της, γιατί ο αέρας σκορπούσε τις λέξεις.
Στη Λαχαναγορά! Σαν πολύ μακριά είπα και σκεφτόμουνα αν θάξιζε τον κόπο να πήγαινα με τόσο κρύο ως εκεί κάτω, για μερικές στιγμές της γυναίκας αυτής.
Αν μούλεγε να μείνω τη νύχτα όλη μαζύ της, θάμενα;
Βρίσκουμε στο δωμάτιο του Φέρμα προς το παρόν… συμπλήρωσε απότομα την προηγούμενη φράσι της.
Πώς;… Δεν άκουσα καλά!… φώναξα μέσ’ απ’ το ξεροβόρι, σιμώνοντάς την.
Τον Φέρμα τον ξέρεις… Σας είδα το μεσημέρι στο καφενείο μαζύ να κουβεντιάζετε.
Ε και τι έχει να κάνη ο Φέρμας;
Σου είπα. Μένω μαζύ του… Ήρθα προχτές από την «τουρνέ» που έκανα με το θιάσο πούμουνα και θυμήθηκα τα παληά με το Φέρμα… Έφερα και μερικά λεφτά, και καπνίζουμε αράδα κάθε βράδυ τσιγαριλίκια.
Τι; τσιγαριλίκια!… Ώστε καπνίζει κι αυτή χασίς, όπως ο Φέρμας.
Τι είπες; Δεν τον ξέρεις τον Φέρμα;… με σίμωσε για να καταλάβη τι έλεγα, γιατί ο αέρας δεν άφηνε – καμία λέξη ν’ ακουστή σωστή. Κι εγώ, ναι, ήξερα το Φέρμα, το μαυριδερό πρόσωπό του, που όταν γελούσε δεν ακουγόταν κανένας ήχος, αλλά μόνο το κεφάλι του πετούσε μπρος κι εζάρωνε λίγο το στόμα του. Γι’ αυτόν τον είχαν βγάλει και «Φέρμα». Φτάσαμε στο δωμάτιο.
‘Ητανε σε μια αυλή μέσα, ισόγειο, που όμοια μ’ αυτό θάσαν γύρω κι άλλα δέκα κοντά νοικιασμένα όλα από επαρχιωτόπουλα φοιτητές. ‘Ανοιξε η πόρτα και μέσα είδα τον Φέρμα μ’ έναν άλλο να κάθονται, που αργότερα μου τον σύστησε για φοιτητή της ιατρικής – γιατρό.
Σου φέρνω κι’ ένα σου φίλο!… φώναξε μπαίνοντας εκείνη.
Βρε Δώρα, που τους ξετρυπώνεις και γνωρίζεις όλο ανθρώπους «καθώς πρέπει»!… της είπε ο Φέρμας, πρόσχαρος, με διάθεσι να την πειράξη, που, καθώς φαίνεται, θάχε καπνίσει πολύ, γιατί όλο το δωμάτιο μύριζε από χασίς –μια μυρωδιά πούρχονταν και γαργάλευε ηδονικά τη μύτη. Κάθησα σε μια κασέλα.
Ο γιατρός κάπνιζε απλά τσιγάρα και, καθώς φαίνεται, δεν ήξερε «τι καπνό φούμαραν» οι γύρω του και κάθε τόσο έλεγε ν’ ανοίξουν την πόρτα να πάρει αέρα, γιατί άρχισε να του πονάη το κεφάλι.
Γιατρέ, τούλεγε ο Φέρμας, κυττάζοντας με τα θολά του μάτια, δεν σου πονάει η καρδιά για να πειράζεσαι στο κεφάλι απ’ τον καπνό μας.!…
Κάνε μας τίποτα, κανένα φακιρικό… είπα στο Φέρμα, που τον ήξερα για ηθοποιό και στις επαρχίες για ηθοποιό – φακίρη σε αποτυχημένες «τουρνέ».
Τι να κάνω;… είπε και χαμογέλασε σκεφτικά.
Τη νοομαντεία κάνε μας!… του λέγει η Δώρα.
Νοομαντεία… κάτι έκανε να πη ο γιατρός που κυττούσε εντατικά τη Δώρα, που κάθουνταν πλάι μου στην κασέλα μα τον διάκοψε ο Φέρμας.
Αφήστε με βρε παιδιά… κι’ είμαι και γω βαρεμένος…
Θα καπνίσης;… μου βάζει η Δώρα στο στόμα ένα τσιγάρο.
Πρέπει να ξεχνάει κανείς… ανάβει το τσιγάρο μου απ’ τ’ αναμμένο το δικό της. Πως λάμπουν τα μάτια αυτού του κοριτσιού.
Ξάφνου βλέπω τ’ αριστερό πόδι του Φέρμα νάναι δεμένο μ’ έναν επίδεσμο, μέσ’ από την κάλτσα και να μη φορή παπούτσι όπως στο άλλο του το πόδι, αλλά παντούφλα.
Τι έχει το πόδι σου, Φέρμα;
Μ’ αυτός μου χαμογελάει μυστηριωδώς και δεν μ’ απαντάει Κι’ εγώ τούπα να το κυττάξω το πόδι του, μα δεν μ’ αφίνει,… λέει ο γιατρός, δίχως να μπορή να ξεκολλήση το μάτι του από τα κάπως αμέριμνα ξεσκέπαστα πόδια της Δώρας.
Ναι. Να το ιδής, όπως το δόντι μου, που γι’ αυτό με μαχαίρωσες και δεν μπορώ να φάω δέκα μέρες!…
Εγώ έκανα απλώς μια «τομή»… Τι να σου πω εγώ, αν εσύ το μόλυνες ύστερα;…
‘Ασ’ τα αυτά! Τον αποπαίρνει ο Φέρμας και για ν’ αποφύγει το θέμα του ποδιού του έρχεται στα πειράματα.
Βλέπετε, κύριοι… μιλάει με φωνή επίσημη σαν να βρίσκεται μπρος σε πολυπληθές ακροατήριο. – —Βλέπετε αυτή την εφημερίδα… Λοιπόν, την κάνουμε έτσι, την κάνουμε αλλοιώς, την κάνουμε, κι έτσι…
Τι έχει το πόδι του Φέρμα;… σκύβω και ρωτάω σιγά τη Δώρα γιατί κάτι υποψιάζουμαι.
Μ’ αυτή με πλησιάζει, βάζει το στόμα της απάνω στ’ αυτί μου και μου λέει, ψιθυριστά, πως του Φέρμα δεν του πονάει το πόδι, αλλά τούχει λυώσει πιότερο τ’ αριστερό του παπούτσι, και γι’ αυτό… Και ξεσπάμε κι οι δύο σε κάτι γέλοια, τρελλά, παράξενα. Κι ο Φέρμας, που κατάλαβε την αιτία των γέλοιων μας, μας κυττάει χαμογελώντας.
Ορίστε, για τον κόπο σου!… προσφέρει στη Δώρα μια χάρτινη ανθοδέσμη, που τελείωσε με την εφημερίδα.
Κι’ ύστερα ξαπλώνει κι’ αυτός στο χαμηλό του κάθισμα κι αρχίζει ένα γέλοιο όμοιο με το δικό μας, μα βουβό και ήρεμο.
Ο γιατρός μας κυττάει παραξενεμένος και κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω. Ύστερα νευριάζεται μη ξέροντας τι να κάνη, που να ρίξη την ματιά του, κι έτσι κόβει και σε μας την όρεξη πούχαμε να γελάμε, καθώς τον βλέπουμε. Γέρνει η Δώρα το κεφάλι της ζαλισμένη, κυττώντας με.
Τόνα της χέρι είναι ριγμένο στον ώμο μου και με τραβάει σιμά της. Αχ, εκείνα τα μάτια της πόσο είναι μεγάλα!… Ένας σωστός λαβύρινθος… Πώς εκείνος ο Φέρμας γελάει εκείνο το γέλοιο του το άφωνο!… Ο γιατρός μας καλονυχτίζει και φεύγει.
Πώς έχει γίνει τόσο μικρός σα νάνος;… Τι γελοία εμφάνιση που έχει λάβει… Και μόλις κλείνει η πόρτα πίσω του, νοιώθω δυο χείλια να ενώνουνται καυτερά πάνω στα δικά μου.
Ξέρεις τι γούστο πώχει ο γιατρός!…
Κάθε βράδυ φεύγει από δω μέσα «ντουμάνι» απ’ τα τσιγαριλίκια που καπνίζουμε κι ο «λελές» δεν καταλαβαίνει τίποτα. Και με ρωτάει γιατί, λέει, το πρωί του πονάει το κεφάλι… Σήμερα ήρθε και μούπε, ότι είναι βέβαιος, πως έχει η Αθήνα ελώδεις πυρετούς και γι΄αυτό του πονάει το κεφάλι, και πως από αύριο θαρχίση να παίρνη κινίνο… Καλύτερα να μιλάη ο Φέρμας έτσι παρά να γελάη εκείνο το γέλοιο του.
Να ξέρατε τι μου θυμίζει όποτε τον βλέπω; Θυμάμαι βρε παιδιά, σαν τον βλέπω ένα φίλο μου στο στρατό, στη Μικρά Ασία… τον είδα στην οπισθοχώρηση να πεθαίνει πλάι μου, και φύλαξα να ξεψυχήση για να του βγάλω τ’ άρβυλά του, πούσαν γερά πιότερο απ’ τα δικά μου για να μπορώ να τρέχω. Μα νόμισα, σε μια στιγμή, εκεί που τον έσερνα, τραβώντας για να του τα βγάλω, πως μ’ αγριοκύτταζε με τα γουρλωμένα μάτια του… Και πήρα ένα δρόμο! Ωχ!… Κυττούσε ο Φέρμας εμπρός τρομαγμένος σα νάβλεπε κάτι το τρομερό ν’ αναδεύη μέσα στη θαμπή ατμόσφαιρα του δωματίου.
Κι’ απλώθηκε γύρω μας η σιωπή.
Κι’ από δίπλα μου, εγώ, ένοιωθα δυο άγρια μάτια να προβάλλουν και νάρχωνται, νάρχωνται σιμά μου… Γύριζα να τα ιδώ για να τ’ αποφύγω και ξάφνου με σίμωσαν, σαν αστραπή, κι’ έμπαιναν μέσ’ στα δικά μου και γίνονταν ένα. Κι αυτό διαρκώς επαναλαμβανόνταν. Αχ, τι εφιάλτης! Η γυναίκα, καθισμένη πλάι μου στην ίδια κασέλα;, σφίγγουνταν και πάλι πάνω μου.
Κι’ εγώ σφιγγόμουνα σιμά της, με δέος και πόθο μαζύ.
‘Αλλοτε μ’ αυτόν το φίλο μου, είχαμε τρυπώσει σ’ ένα σπίτι, για να ζητήσουμε ψωμί, γιατί είχαμε περιπλανηθεί μακρυά απ’ τους δικούς μας. ‘Οταν ξάφνου, βρεθήκαμε σ’ ένα δωμάτιο με μια λιμνίτσα στη μέση που πλένονταν τρεις γυναίκες, με πέντε κοριτσόπουλα… Μπήξανε ξεφωνητά σαν τρομαγμένα πουλιά… Εμείς μόνο λίγο ψωμί θέλουμε!… τους φωνάξαμε… Κι’ οι άνδρες τους, πούχαν κρυφτή, μόλις μας είδανε, ‘βγήκαν και μας έδωσαν λίγο ψωμί…
Τραβάω και την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου μου και το πετάω κάπου, δεν ξέρω που.
Κλείνουν τα μάτια μου βαριά.
… Τι ήσαν αυτές οι φωνές, πούβγαιναν απ’ τον θερμό λουτρώνα;
Μα πως νόμισα πως οι γυναίκες ξεφώνισαν μόλις μ’ είδαν με το σύντροφό μου πλάι; Να, που αυτές χαμογελούν έτσι ολόγδυτες που τις βλέπω. Κι τα νερά χαμογελούν άλλη μια φορά, που τις καθρεπτίζουν απ’ τη μέση κι απάνω, όσο είναι έξω.
Και βγαίνει μια από δαύτες μέσ’ από το νερό και πατάει ντροπαλά χάμω τις μωσαϊκές πλάκες με το λεπτό της ποδάρι.
Κ’ έρχεται για μένα, λικνιστή έτσι, που κάνει να τρέμουν τα γιομάτα μπούτια της και τα μελαψά της στήθη.
Έρχεται αυτή για μένα και στο δρόμο της αφίνει τ’ αχνάρια της βρεγμένης πατούσας της απάνω στα μωσαϊκά… που, αχ! Θε μου, έχουν ένα τέτοιο πολυποίκιλο σχέδιο με κόκκινες γραμμές, που όσο το κυττάω ζαλίζουμαι.
Νοιώθω να μ’ αγκαλιάζη αυτή και να με φιλή στα χείλη…
Μα τώρα δεν είμαι εγώ ο στρατιώτης, αλλά η γυναίκα που βγήκε μέσ’ απ το
λουτρό… Νοιώθω τα νερά να στεγνώνουν απάνω μου κι ανατριχιάζω και κρυώνω,
σα να πεθαίνω… Και πεθαίνω… κι είμαι γω τώρα ο στρατιώτης, που σέρνει ο
Φέρμας στο χώμα χάμου, κάτω απ’ τον φλογερό ήλιο, για να μου βγάλη τα
παπούτσια… Κι εγώ είμαι αυτός, που κυττάω με θυμωμένα μάτια… Με τραβάει
και με σέρνει ο Φέρμας απ’ τα πόδια…
Όταν βλέπω γύρω μου όλα νάναι αχνόφωτα.
Και τα μάτια μου τα νοιώθω τώρα, καθώς τ’ ανοιγοκλείνω και καίνε.
Βρε, τι έπαθες και κλωτσάς!… ακούω σιμά μια γνωστή μου φωνή – το Φέρμα –
να φωνάζει.
‘Εχει αρχίσει να γλυκοχαράζη πια.
Τι εφιάλτες, Θεέ μου, που μ’ ετυράννηασαν όλη τη νύχτα!
Η Δώρα κοιμάται ακόμη μισόγυμνη και ξετραχηλωμένη, ακουμπώντας απάνω μου. Κι ο Φέρμας, βρίσκεται πεσμένος απ’ το χαμηλό του κάθισμα, κάτω στα πόδια μας.
Τα μάτια μου καίνε. ‘Ολο μου το σώμα είναι κομμένο και κρυώνω, γιατί έξω μουγκρίζει ένας τέτοιος βορηάς!
Καλημέρα!…
Σηκώνεται η Δώρα να μας ψήση τον καφέ!
Ε, κοιμόμαστε ακόμα;… άνοιξε το θυρόφυλλο και μπήκε ο γιατρός.
Κλείσε γρήγορα την πόρτα, γιατί φυσάει!
Δεν ξέρω τι σόι αρρώστεια νάναι αυτή. Απόψε, όλο το βράδυ, μου πονούσε το κεφάλι κι έβλεπα και κάτι όνειρα…
‘Ετσι, ε;… γελάει ο Φέρμας.
Πήρα τρία κουφέτα κινίνο και το κεφάλι μου πάει να φύγη…
Ελονοσία πούχει η Αθήνα!…
‘Ετσι, ε;…

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Εβδομάς” στις 30 Ιανουαρίου 1930.

Λεωνίδας Καζάσης, Νοικοκυραίοι

-Δεν μπορούμε να απεργήσουμε. Έχουμε παιδιά να θρέψουμε. Δεν καταλαβαίνεις;

-Μα μας αδικούν. Χαμηλώνουν τα ήδη χαμηλά μεροκάματά μας, καταργούν δικαιώματα που με αγώνες αποκτήθηκαν! Θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια;

-Και τι θέλεις να κάνουμε; Να πεινάσουν τα παιδιά μας; Εσύ είσαι εργένης και κάνεις την πλάκα σου, παριστάνοντας τον εργατοπατέρα˙ δεν έχεις παιδιά, δεν έχεις υποχρεώσεις, και κάνεις τον έξυπνο.

-Σπουδάζουμε τα παιδιά μας! Πληρώνουμε γραμμάτια! Εγώ ξεχρεώνω ακόμα το αυτοκίνητο της κόρης μου, και κάνω κι άλλη δουλειά το βράδυ˙ μοιράζω πίτσες με μηχανάκι. Τι κάθεσαι και μας λες τώρα!

-Εγώ στέλνω λεφτά στο γιό μου που σπουδάζει νομικά σε άλλη πόλη. Θα τον καμαρώσω δικηγόρο! Όχι σαν εμάς που μας έφαγε το χαμαλίκι να φορτώνουμε ανταλλακτικά, βάζοντάς τα σε χαρτοκιβώτια˙ και έχω κι άλλη δουλειά! Δεν κάθομαι σαν εσένα, όταν σχολάσω από δώ.

-Ένας λόγος που δεν θέλω παιδιά, είναι, για να μην υποκύπτω στους εκβιασμούς του κεφαλαίου και της εργοδοσίας, που υπονομεύουν την υπόσταση και την αξιοπρέπειά μου. Τι μέλλον θα έχουν τα παιδιά σας σε μιά κοινωνία όπου τα μαθαίνετε να υποκύπτουν στους εκβιασμούς;

-Ρε Σπύρο, μας λες γιατί κάναμε οικογένειες˙ μα σταυρώνεις γυναίκα, αν αρνηθείς να κάνεις παιδιά; Ποιά θα’ ρθεί μαζί σου, χωρίς να ξέρει ότι θα την παντρευτείς και θα της σπείρεις απογόνους;

-Έχεις δίκιο Κώστα. Το κακό ξεκινά από την ανατροφή που παίρνουμε από παιδιά˙ ιδίως στα κορίτσια ριζώνουν την εμμονή της μητρότητας, για να εκβιάζουν αργότερα τους άνδρες, οι οποίοι μπροστά στον κίνδυνο της εγκατάλειψης, υποκύπτουν στον εκβιασμό, κάνοντας οικογένεια, και ύστερα αρχίζουν οι πεοθυλασμοί στους οικονομικά ισχυρότερους.

Οικογένεια σημαίνει υποταγή, γλείψιμο στους έχοντες και κατέχοντες, αλλά και σε όποιον ασκεί την παραμικρή εξουσία˙ γι’ αυτό η οικογένεια προβάλλεται με υστερία από τα προπαγανδιστικά φερέφωνα των ιθυνόντων κεφαλαιοκρατών (την θρησκεία, τα μέσα μαζικής εκμαυλίσεως, τις κοκότες πολυτελείας του κεφαλαίου (ηθοποιούς, τραγουδιστές, χορευτές, ζωγράφους, τους πουλημένους διανοούμενους), που διαμορφώνουν συνειδήσεις, πλασάροντας πρότυπα, που αναπαράγουν την εκμεταλλευτική εμπορευματική κοινωνία των υπερβολικών απαιτήσεων της ξιπασιάς.

-Ξέρεις τι είναι να αποκτήσεις παιδιά ρε μαλάκα; Και πουτάνα γίνεσαι για τα παιδιά σου! Όλα για τα παιδιά! Απευθύνθηκε στον Σπύρο, ουρλιάζοντας, η τηλεφωνήτρια της επιχείρησης, που άκουγε τους διαλόγους των συναδέλφων της.

-Εκείνο που ξέρω, είναι, ότι γεννάτε στρατιές υπηρετών του κεφαλαίου, με την ελπίδα, ότι τα παιδιά σας μια μέρα θα αξιωθούν, πατώντας επί πτωμάτων, να γίνουν κι αυτά πλούσιοι, ακολουθώντας τα πρότυπά σας, τα οποία είναι οι αδικητές – εξολοθρευτές σας. Ούτως ή άλλως, δεν χρειάζεται να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη˙ πόσο μάλλον, όταν πρόκειται να αναπαράξουν την εκμεταλλευτική αθλιότητα, την εκμεταλλευτική βρωμιά.

-Βούλωσ’ το Σπύρο, μη στο βουλώσω με καμιά γροθιά! Που θα πιάσεις στο στόμα σου τις οικογένειές μας!

-Φύγε από’ δώ αλήτη αναρχικέ! Που θα μαγαρίσεις τις οικογένειές μας! Θα καταγγείλουμε στην διεύθυνση ότι βρίζεις τις οικογένειές μας! Αλήτη! Φύγε μη σε πλακώσουμε!

Την επόμενη μέρα, ο Σπύρος απελύθη χωρίς αποζημίωση, αφού υπήρξαν μαρτυρίες συναδέλφων του για άδικη επίθεση και εξύβριση σε συνάδελφο. Λίγο αργότερα εδικάσθη και κατεδικάσθη σε φυλάκιση με αναστολή.

-Φιλοχρήματος δεν είμαι, υλικές ανάγκες δεν έχω πολλές, για να μην αναγκάζομαι να τρώω την ζωή μου, δουλεύοντας. Τα τρία πρώτα αποκλείουν την καριέρα, και όλα μαζί αποκλείουν την συναναστροφή με γυναίκες, και φυσικά, την δημιουργία οικογένειας. Άρα, κίνητρα να καταχραστώ τα χρήματα του ταμείου της πολυκατοικίας, δεν υπάρχουν. Τους υποψήφιους κλέφτες, ρουφιάνους, ψευδομάρτυρες αναζητήστε τους ανάμεσα στους οικογενειάρχες και στις μητέρες, που καταργούν την αλληλεγγύη και κάθε έννοια ηθικής μεταξύ των ανθρώπων, για το καλό των παιδιών τους, που είναι το αλληλοφάγωμα.

Αυτά είπε ο Σπύρος στην συνέλευση των συνοίκων της πολυκατοικίας, όταν κάποιοι φοβήθηκαν να τον εμπιστευθούν. Πάλι τον απείλησαν με μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση.

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, Από “Του Λιναριού τα πάθη”

User comments

Φελλοί

Ζω ολομόναχη σ’ ένα τεράστιο σπίτι. Δεν υπάρχει κανείς να μου ξεκουμπώσει, στην πλάτη, τα ψηλά κουμπιά. Όταν δένω σφιχτά, το πρωί, την κορδελίτσα που φορώ στο λαιμό μου, δεν υπάρχει κανείς να τη χαλαρώσει το βράδυ. Παλεύω μονάχη μου μπροστά στον καθρέφτη. Τα νύχια μου ανάβουν. Οι κόρες των ματιών μου γίνονται δυο αχινοί. Τότε ο κόμπος, μονάχος του, χαλαρώνει. Γλιστρούν απ’ τα δάχτυλα τα σφιχτά δαχτυλίδια. Μαντίλια, σεντόνια, χαλαρώνουν σε σύννεφα μες στα συρτάρια. Φελλοί σφηνωμένοι στα μπουκάλια πετιούνται με φόρα.

*
Το δέντρο

Επειδή ήταν πολύ αγαπημένοι, όλη μέρα μπορούσαν να λεν σαχλαμάρες, χωρίς να πέφτουν απ’ τα κλαριά του πανύψηλου εκείνου δέντρου, όπου είχαν ανεβεί για να ’ναι μόνοι, ανάμεσα στους ωραίους καρπούς που ακίνητοι άκουγαν, με μιαν αμείωτη και συγκινημένη σοβαρότητα. Ύστερα έπαψαν ν’ αγαπιούνται, πιάσαν μια ατέλειωτη σοβαρή κουβέντα. Τότε το δέντρο τούς τίναξε κάτω μαζί με τους άλλους ανθρώπους. Αυτό το δέντρο δεν αστειεύεται, οι καρποί του είναι είρωνες, έχουν ειδικευτεί στη μετάφραση.

*

Το βραχιόλι

Λιγοστεύουν οι άνθρωποι. Μια γάτα νοίκιασε το αποκάτω σπίτι. Ένας κροκόδειλος άνοιξε ψυχιατρική κλινική, θα τις φάει λέει τις φιλίες μου, θα τις γιατρέψει. Σε ποιαν να χαρίσω το χρυσό αυτό βραχιόλι; Στο σπίτι που έμενε κάποτε η Π, εν’ άστρο έρχεται να μ’ ανοίξει την πόρτα, δεν φορώ εγώ βραχιόλια, μου λέει βιαστικά, λαμπυρίζοντας. Στο σπίτι της Π, μια τόση δα πυγολαμπίδα στέκει πίσω απ’ την πόρτα, δωσ’ το μου εμένα, μου λέει τρυφερά, θα το κάνω στεφάνι, θα πηδώ από μέσα καθώς τα λιοντάρια, θα δίνω παράσταση, θα πλουτίσω επιτέλους.
Έξω απ’ το σπίτι μου ένας ιβίσκος ψηλώνει, έχει πια φτάσει ως το παράθυρο, κοιτάζει μέσα με απληστία.

*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993.
(«Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986)
**Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Χωρὶς πυξίδα


Εἰκόνα: Edward Hopper, Automat (1927)

ΛΕΞΗ «μοναξιά» ἔπειτα ἀπὸ ἄλλη μιὰ ἀτελείωτη μέρα γεμάτη κούραση καὶ κακουχίες κι ἀμέτρητες ἐπισκέψεις ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ κατάμεστη ἀπὸ παράπονα συνειδητοποίησε πὼς ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὰ παρατήσει. Μόλις ἔκατσε στὸ γραφεῖο της καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφτεῖ καθόλου ἔστειλε τὸ e-mail οἰκειοθελοῦς ἀποχώρησης, (οὔτε ποὺ θυμόταν πόσα χρόνια τὸ εἶχε ἀποθηκευμένο στὸ σκληρὸ δίσκο..), στὴν ἁρμόδια ὑπηρεσία λεξικῶν καὶ ἤπιε ἀνακουφισμένη μιὰ γερὴ γουλιὰ κόκκινου κρασιοῦ γαλλικῆς προελεύσεως.

Τὸ ἑπόμενο πρωί, πρὶν καλὰ καλὰ ξημερώσει, οἱ ἄνθρωποι ἔνιωσαν γιὰ πρώτη φορὰ πραγματικὰ μόνοι ἀλλὰ δὲ μποροῦσαν νὰ τὸ ποῦν πουθενά.

*Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δημήτρης Μιχελουδάκης (Ἀθήνα 1983) κατάγεται ἀπὸ τὴν Λευκάδα. Ἔχει συνεργαστεῖ μὲ διάφορα ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ἔχει ἐκδώσει τρεῖς ποιητικὲς συλλογὲς (τὶς δύο πρῶτες μὲ τὸ ψευδώνυμο Ε. Μύρων): Γράμμα στὴ μητέρα, (ἐκδ. Ἀρμίδα, 2019), Ὀριοβάτης, (ἐκδ. Ἀρμίδα, 2021) καὶ Συντηρητὴς οὐράνιων τόξων, (ἐκδ. Στίξις, 2022).

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2024/06/25/dimitris-micheloudakis-choris-pyksida/#like-16731

Νίκος Καχτίτσης, Ο Ήρωας της Γάνδης 

“Ο αναγνώστης θα θυμάται ότι στην εισαγωγή ενός πρόσφατου βιβλίου μας, με το οποίο δώσαμε στη δημοσιότητα, μεταφρασμένες από τα φλαμανδικά, τις τελευταίες σελίδες κάποιου Σ.Π., που είχε να δώσει λόγο για τις πράξεις του, αναφέραμε μ’ απογοήτευση πως στάθηκε αδύνατο ν’ ανακαλύψουμε το πραγματικό όνομα του συγγραφέα, παρ’ όλες τις ενέργειες που κάναμε, απευθυνόμενοι σε διάφορες αποικιακές αρχές της Αφρικής και της Ευρώπης. (…)

Βρισκόμαστε τώρα σε θέση να πληροφορήσουμε το φιλόμουσο ελληνικό κοινό, που με καταφανή αδημονία θα περιμένει να εκπληρώσουμε την υπόσχεσή μας, πως στο μεταξύ οι αγώνες μας καρποφόρησαν.”

Ήδη από το εισαγωγικό σημείωμα -που αποδίδεται στον εκδότη-, ο Καχτίτσης επιχειρεί να δημιουργήσει την απαραίτητη ένταση και να εξάψει την περιέργεια του αναγνώστη. Δε φείδεται μέτρου αναφερόμενος στην επιτυχία που γνώρισε η έκδοση του Εξώστη και τις έντονες συζητήσεις που προκάλεσαν οι αποκαλύψεις σχετικά με τις τελευταίες μέρες του Σ.Π. στην Αφρική. Υπό τις παραπάνω συνθήκες, ο εκδότης καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανακαλύψει λεπτομέρειες γύρω από τον συγγραφέα του ημερολογίου και τελικώς δικαιώνεται. Μέσω ταχυδρομείου λαμβάνει πολύτιμα στοιχεία για τον ήρωα καθώς επίσης ανέκδοτα χειρόγραφα και αποκόμματα από εφημερίδες, με τα οποία και ολοκληρώνεται σε μεγάλο βαθμό η ιστορία του Σ.Π.

(Ο ήρωας της Γάνδης αποτελεί τη συνέχεια του Εξώστη και δύσκολα στέκει σαν αυτόνομη ανάγνωση. Αναπόφευκτα η παρουσίαση περιέχει αρκετά στοιχεία που είναι πιθανό να στερήσουν μέρος της απόλαυσης από τον επίδοξο αναγνώστη -εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση για τον Εξώστη- οπότε συνεχίζετε με δική σας ευθύνη!)

Το κουβάρι των στοιχείων αρχίζει να ξεδιπλώνεται με την αποκάλυψη του ονόματος του ήρωα που κρυβόταν πίσω από τα αρχικά Σ.Π., Στοππάκιος Παπένγκους.

Ο συντάκτης της επιστολής έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο πλευρό της οικογένειας Παπένγκους. Ο πατέρας του δούλευε για χρόνια ως αμαξάς και του είχε παραχωρηθεί ένα μικρό σπίτι, για εκείνον και την οικογένειά του, δίπλα στην έπαυλη των Παπένγκους στη Γάνδη. Το στοιχείο αυτό προσδίδει αξιοπιστία στη μαρτυρία σχετικά με τη ζωή του Στοππάκιου και τις αιτίες που τον ανάγκασαν να φύγει κυνηγημένος στην Αφρική.

Ο Στοππάκιος, γόνος πλούσιας οικογένειας της Γάνδης, υπήρξε, σύμφωνα πάντα με τον αφηγητή, χαρακτηριστικό παράδειγμα κακομαθημένου νέου εξαιτίας της αδυναμίας που έτρεφε η μητέρα του, Σολάνζ, στον μονάκριβο υιό της. Κάθε επιθυμία του αποτελούσε διαταγή, το κόστος δε στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τα καπρίτσια του. Φύση ανικανοποίητη, χαρακτηριζόταν από την τάχιστη απώλεια του όποιου ενδιαφέροντος του προκαλούσαν αρχικώς πρόσωπα, καταστάσεις ή πράγματα. Δημιουργούσε με τη φαντασία συνθήκες πρόσκαιρης ευτυχίας, ιδίως στον αισθηματικό τομέα. Σε νεαρή ηλικία θα αρρωστήσει βαριά και θα αναγκαστεί να περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε κάποιο ελβετικό σανατόριο. Καταλυτικό ρόλο στη ζωή του θα διαδραματίσει κατά τα φαινόμενα η σχέση του με το Χέλμουθ που υπήρξε παιδικός του φίλος. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αφηγητής δε θα σταματήσει λεπτό να αφήνει αιχμές σχετικά με το ρόλο του Στοππάκιου στον πόλεμο και την πολιορκία της Γάνδης από τον εχθρό.

Όμως, στη σκιά του “ήρωα” στέκει ο αφηγητής. Περισσότερο θεατής της ζωής του Στοππάκιου, παρά κύριος της δικής του. Η καταγραφή της παρούσας επιστολής αποτελεί τη μεγάλη του στιγμή, την ευκαιρία του να βγει στην κεντρική σκηνή και να εκφράσει ελεύθερα και δίχως φόβο την άποψή του για τα γεγονότα, να ορίσει εκείνος για μια φορά τη ζωή του Στοππάκιου. Καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να κρύψει τα ποταπά συναισθήματα που τρέφει για το πρώην αφεντικό του καθώς τη μεγάλη αυτή στιγμή δε χωρούν μικρότητες, έχει το ύψιστο καθήκον να αποκαλύψει την αλήθεια, να φέρει στο φως τις σκοτεινές εκείνες σελίδες της ιστορίας του τόπου του.

Στο κείμενο είναι διαρκής η αίσθηση της συγγραφικής φάρσας, του κωμικού. Ο Καχτίτσης φροντίζει να ανανεώνει διαρκώς την αίσθηση ετούτη, κάτι το οποίο απουσίαζε εντελώς από τον Εξώστη ή τουλάχιστον κρυβόταν καλά πίσω από το μετα-καφκικό αίσθημα τρόμου που απέπνεαν οι νοτισμένες σελίδες από το ημερολόγιο του Σ.Π. Στον Ήρωα της Γάνδης αρκετά στοιχεία της υπόθεσης αποκτούν άλλη βαρύτητα και φλερτάρουν πότε με την παραβολή και πότε με την υπερβολή. Θα ήταν νομίζω ελλιπές να προσεγγίσει κάποιος το βιβλίο μόνο υπό το πρίσμα της προσωπογραφίας ή να μείνει πιστός στα όρια της ιστορίας.

Στον Ήρωα της Γάνδης δεν ολοκληρώνεται απλώς η ιστορία του Στοππάκιου, αλλά παίρνει και τελική μορφή το αρχικό όραμα του συγγραφέα. Σαφέστατο δείγμα μοντερνισμού, με μια υποβόσκουσα διάθεση ειρωνίας απέναντι στον αυστηρό ρεαλισμό. Ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες πέραν της κεντρικής ιστορίας του Στοππάκιου, αναδεικνύει την ικανότητα του συγγραφέα στην υποβολή. Ιδιοφυώς προσωπικό παρά τη φαινομενική διάθεση του Καχτίτση να παραμείνει μακριά από την εμβέλεια του φωτός.

Η επανέκδοση του Εξώστη από τις Εκδόσεις Κίχλη αποτέλεσε την αφορμή να γνωρίσω αυτόν τον πραγματικά ξεχωριστό συγγραφέα. Ο Ήρωας της Γάνδης, σε άκοπο τόμο των Εκδόσεων στιγμή, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη στη βιβλιοθήκη αγαπημένου συγγενικού προσώπου που δε δίστασε στιγμή να μου το εμπιστευτεί!

Εκδόσεις Στιγμή

*Σχετικός σύνδεσμος: https://no14me.blogspot.com/2013/03/blog-post_18.html?m=0&fbclid=IwAR2XuXRpt5pRYw9nsYeYONAMZShTyrcuzT-cVHh67J6EX_kH5Uozauu7jlo

Γιάννης Μανιάτης, Έμπα Εξόδου Εντός

Όπως σε χωνί χιόνι, ως λευκά βωβά πέρασαν χρόνια τόσα ιδιωτικά. Γωνίες γεμάτα γοητείες, ικανά πια βυθίσουν ό,τι πιο αμφιβολίας εις πυθμένα του όλα Τώρα. Τηλεφώνησα. Επέλεξα προβώ σε κάτι απροσδόκητο. Επέλεξα το απροσδόκητο να είσαι εσύ.
Μ’ ακούς; Γελάς ακόμη; Μπορείς; Κι εγώ, συμπληρώνω, δεν έπαψα να μπορώ γελώ … ίσως μάθαμε και οι δυο τον χορό μαρς στην πορεία ενός τόσο έκλυτου βίου… ίσως εκείνη η αρχικά συγχρονισμένη μας ταύτιση με το κέφι, εκείνη να πάτησε την απάντηση στο κάλεσμά σου, απαντάς σεμνά, σχεδόν σοβαρά.

  • Οπότε κουνιέται η κουβέντα, για πες. Υγεία και Κυρία καλά;
  • Τα δυο μας απαλά σε μια ήπια κατάθλιψη. Χάπι επάνω στο ψυγείο. Χάπι εντός λουτρού. Αλλά καλά. Οι γάτες γνωστά, μάσα και νύστα. Εσύ τους μετράς; Κάθησα μέτρησα τους μέχρι τώρα νεκρούς φίλους… πόσοι λες; 14! Άντρες – Γυναίκες.
  • Ναι ε; ποιοι δηλαδή;
  • Δεν θυμάμαι όνομα ουδέν. Τα ‘χω σβησμένα. Πες κάποιο γκρουπ εποχής και θα θυμηθώ.
  • Με δουλεύεις;
  • Καθόλου φίλε, τα χάπια είναι γόμα. Τι νόμισες… άσε τα νυχτικά σου ρομαντικά τώρα, για πες θυμάσαι τότε τις πεζοπορίες μας στην ολόφωτη Πατησίων ίσα πέρα μέχρι την Αλεξάνδρας, Εξάρχεια μέσα μετά, ίσα πάνω Κολωνάκι… Τσάρκες τάχα για μικροκλοπές …μινιατούρες αυτοκινήτων διπλοκλειδωμένες, άπιαστες στην Σκουφά κάπου γωνία θυμάσαι. Με άδεια χέρια πάντοτε, άφραγκοι, αποκαμωμένοι. Στάση κλασικά στα σκαλιά πολυκατοικίας ενός. Λόγια γέλια πειράγματα…
  • Ναι βέβαια, το μετεφηβικό δώμα των τελικών χαρακτήρων μας …
  • Πες το όπως θες ποιητά. Γι αυτό όμως απάντησα να ξέρεις, για τα παλιά. Με θες και κάτι άλλο;
  • Όχι μωρέ! Ζωές συμπίπτουν. Ζωές αποκόπτονται. Σκάφθηκα απλώς απροσδόκητα. Μηχανικά. Από τους τότε τόσους και τόσους είμαστε πια μόνον οι δυο. Σωστά;
  • Ορθά, ευθέως και πλαγίως. Λοιπόν. Σκασ’ το!!
  • Να, γελάω με ήχο καμιά φορά όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά τα εκείνα. Τόση προσήλωση σε μια χρυσή αθώα αλητεία. Τι περιστατικά, εικονικές αυτοκτονίες, δακρύων διωγμοί. Μάγμα αγαλμάτων στα πάρκα. Πάρτι, σαλόνι, κουζίνα, μπάνιο. Παλτά στο Διπλό. Εραστές με πικάπ προστασίες. Ευθύνες ξενοιασιάς ρουτίνες κουπιά, ριπές ονείρων. Τα μωβ λάμπουν πλάι στα σκοτεινά, θυμάσαι; Στέκια παντού Τέντες μπαρ γειτονιάς κι εσύ πάντοτε ο θλιμμένος κλόουν … πνιγμένος στην κοδείνη των σιροπιών βήχα και στις ζεστές μπύρες του θλιμμένου ούζου.
    Να ρε, γελάω με ήχο ξανά … ‘συ να κλαίς στην αρχή και το τέλος – κάθε μα κάθε – βραδιάς. Να ξερνάς όσο οι άλλοι χορεύουν χουφτώματα φιλιά. Ο Μονήρης Ρωμαίος τού Σέξπυρ. Ωμό καβλόσπυρο ενοχών και οικογενειακής διαταραχής. Τα περνούσα αψηφητά, πάντα ήσουν ο γελαστός, συμπαθής, οξύνους ψίθυρος…
  • Πες με όπως θες. Πέρασε ο καιρός. Με προσπέρασα. Έσχισα τα Χίτλερ. Κάπα κάπα ψηφίζω τώρα. Ξεστραβώθηκα, από λαβυρίνθους γλύτωσα. Λαβώθηκα βέβαια, ακόμη κρυφοπίνω κανένα ζεστό δηλητήριο αλλά μέχρις εκεί. Ίσα να σταθώ… τζουρίτσες.
    «Πάνε τα πετάγματα, τα ανοίγματα και τα
    χάη αυλαίας χωρατά.
    Πάνε οπίσω μου βαθιά για βαθιά»
    Ρε Μανία Της, μήπως και γράφεις τίποτα νέο και ψαρεύεις υλικό, παλιολουκουμά; Τέτοιος πάντα, κρυψίνους λωποδύτης ψυχών. Λέγε, ετοιμάζεις κάτι μ’ όλα αυτά τα φαιδρά πού αδρά ενθυμούμαι – αλήθεια αδρά; Τολμάς να σκαλίζεις σκατά; Λέγε – Πες μου πως τολμάς.
  • Θα σού πω. Όταν η τελεία με κλειδώσει έξω από την Ιστορία, όταν μετά την υπογραφή … θα σού πω :
    «μπες εξόδου εντός»
    [πρόγευση του επικείμενου]
    Α ν α β ο ή

© γ-Μ
_ορμής Αρμοί

                                                                                       __2023