Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω. Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ. Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη. Κόβω και ράβω παρ’ όλ’ αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ. Γιατί θα ’ρθουνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια. Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή. Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ’ τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα ’χει πάει η δαχτυλήθρα μου. Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται. Κι ο μαγνήτης μου θα ’χει πεθάνει.
*
Η σβούρα
Μέσα στα δώρα που της φέραν στη γιορτή της, βρήκε μια σβούρα σκοτεινή που δε γυρνούσε. Ώρες την έριχνε πια στο χαλί. Κι έμενε η σβούρα σα νεκρή, σκοτεινιάζοντας γύρω την κάμαρη. Έξω στη λιακαδίτσα, στ’ ωραίο χωματάκι, μόλις που έπαιρνε μισή στροφή και ξανασταματούσε. Και η αυλίτσα έπεφτε μονομιάς στη σκιά. Τι σβούρα ήταν αυτή; Ποιος της την είχε χαρίσει; Η μαμά της δεν ήξερε να της πει. Μακάρι να ’ξερε, της έλεγε, να του τα ψάλλει. Τις ξαδελφούλες της πια ξεμονάχιαζε, τις συμμαθήτριές της. Και τι μας πέρασες, μωρέ σαχλή; της κάκιωναν εκείνες. Μια παλιοσβούρα, και χαλασμένη, θα σου φέρναμε εμείς στη γιορτή σου; Μόνη της έπρεπε να βρει την άκρη. Το σχολείο της ήτανε μέσα στα πεύκα. Κάτω απ’ τα πεύκα στεκόταν στο διάλειμμα, με τη σβούρα αγκαλιά, και κοίταζε πέρα. Κάποια φορά, όταν χτύπησε πια το κουδούνι, κι όλα τα κοριτσάκια χαθήκαν στις τάξεις, αυτή στεκόταν ακόμα εκεί. Συλλογισμένη πήρε να περπατάει. Σε λίγο δεν έβλεπε πια το σχολείο, το σπίτι της, βρέθηκε πολύ πιο μακριά, κι αργότερα κρύφτηκε πίσω της το τελευταίο σπιτάκι, ενώ το δάσος, ατέλειωτο, συνεχιζόταν. Τότε είδε μπροστά της έναν τεράστιο πύργο. Σκοτεινός και παράξενος υψωνόταν στα σύννεφα, κι είχε την πόρτα του ανοιχτή και την καλούσε. Χώθηκε μέσα, δισταχτική. Μια σκάλα στενή διακρινόταν στο βάθος. Πού να οδηγούσε; Όσο κι αν κοίταζε ψηλά δεν μπορούσε να δει, γιατί εχτός που ήταν γύρω σκοτάδι, η σκάλα φαινόταν να χάνεται στα ύψη. Περπατώντας δειλά προς τα εκεί, χάιδευε τη σβούρα της ηλεκτρισμένη. Κάτι σα λάμψη πήρε να την τριγυρνά. Έκατσε χάμω, στο πρώτο σκαλάκι, κι ήσυχα ήσυχα, προσεκτικά, χωρίς καθόλου να στρίβει τα δάχτυλά της, άφησε πλάι της, με τη μύτη, τη σβούρα. Που πήρε όμορφα στριφογυρίζοντας ν’ ανεβαίνει, μέσα σε σπίθες χρυσαφιές χρωματιστές σκαλί σκαλί, με κινήσεις χορεύτριας, με στροβίλους καθώς πάει τ’ αδράχτι.
*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993. («Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986). Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html
Σφίγγει το κεφάλι ανάμεσα στους αγκώνες του. Ο χρόνος είναι συμπαγής κι ακίνητος. Ένας λάκκος χάσκει στα πόδια του.
Πέφτει μέσα.
*
Κοπέλα σε συνοικιακό φούρνο
Αυτή η κοπέλα ποτίζει τα λιγοστά παρτέρια έξω από τον συνοικιακό φούρνο, τόσο συγκεντρωμένη, θαρρείς και δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Ούτε τ’ αυτοκίνητα, ούτε οι περαστικοί, ούτε η σκέψη μιας άλλης ζωής δείχνει να την απασχολούν. Λες κι οι ανιαρές πλάκες του πεζοδρομίου δεν οδηγούν στον φούρνο ‒τι θα πάρετε, ένα ψωμί, μια τυρόπιτα, ένα γάλα, 5,20 παρακαλώ‒ αλλά σε κάποιο στούντιο παραγωγής ταινιών. Είναι άλλωστε τόσο όμορφη, που θα μπορούσε να ήταν ηθοποιός, η μούσα σεναριογράφων, σκηνοθετών και μόδιστρων, κι οι παπαράτσι να μην την άφηναν σε ησυχία – ω! μα αφήστε με λίγο μόνη επιτέλους!, ίσως να έλεγε καμιά φορά. ∆εν ξέρω βέβαια αν μια αδικαιολόγητη ανασφάλεια δεν θα έκανε κάποτε το σώμα της να καμπουριάζει, αν μια φευγαλέα κι απροσδιόριστη σκιά δεν θα της έφερνε ακατανόητη θλίψη, κάνοντάς την να κρύβει ξαφνικά το κεφάλι στον αγκώνα, καθώς θα βρισκόταν με την παρέα της σ’ ένα πριβέ κλαμπ, αναλογιζόμενη πώς άραγε θα ήταν η ζωή της αν δεν ήταν μια διάσημη ηθοποιός, αλλά μόνο μια υπάλληλος σε κάποιον συνοικιακό φούρνο μιας μικρής, άγνωστης πόλης, που με αφοσίωση θα πότιζε τα λιγοστά παρτέρια του πεζοδρομίου χαμογελώντας μέσα στην υγρή ζέστη του Αυγούστου δίχως κανένας να το γνωρίζειπως-πότιζε-με-αφοσίωση-τα-λιγοστά-παρτέρια-στην-υγρή ζέστη-του-Αυγούστου εκτός ίσως από εκείνον που η σκέψη του θα την έκανε να χαμογελά καθώς θα πότιζε τα παρτέρια, καθώς θα πατούσε πάνω στις ανιαρές πλάκες του πεζοδρομίου έξω από τον συνοικιακό φούρνο μιας μικρής, άγνωστης πόλης, και που θα μάζευε τα νερά του χρόνου από πάνω της, κι όπως αγίασμα θα τα κατάπινε.
*
Οι ερχόμενοι
Στον Χρύση Υπήρξαμε κι εμείς. Οι ερχόμενοι. Κάποιων από εμάς τα οστά ανακαλύφθηκαν σε εμβρυακή στάση, αγκαλιασμένα με τον εαυτό που αποδέχτηκαν την ύστατη στιγμή. Την ώρα αυτή που γράφω, το κρανίο μου βαστούν χέρια που θα γεννηθούν. Στις μαύρες τρύπες των ματιών του περιδιαβάζει φως από βλέμμα στοργικό κι απορημένο. Τους εμφυσά απαλά δροσιά. Ακούγονται στρατιώτες που τραγουδούν, θαμώνες πυκνοί καφενείου στον Άγιο Ερμόλαο. Πριν τον πόλεμο. Κλαίω όλο και συχνότερα (αρκεί να νυχτώνει) Θυμάσαι εκείνο το αγόρι, που όταν το ρωτούσαν τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε: «Κυρία Πολυξένη»; Θυμάσαι τον Παναγιώτη, που υιοθετήθηκε από πλούσιους Αμερικανούς; Σου έλεγα να πάρουμε εμείς τον Παναγιώτη, να συνεχίσει να είναι κοντά στη μητέρα του και τα οχτώ αδέρφια του, κι είπες πως οι πλούσιοι Αμερικανοί θα φρόντιζαν για όλη του την οικογένεια, όχι μόνο για τον Παναγιώτη, και μου φαινόταν ασήκωτο, μια δυστυχία αναπόφευκτη. Όταν ήρθε να μας αποχαιρετήσει, το τελευταίο εκείνο βράδυ, σου φίλησε τα χέρια και μαζί του κλαίγαμε εσύ, εγώ, η μητέρα του και μια αδερφούλα του, νομίζω η μικρότερη. Αργότερα έφυγαν απ’ το χωριό μας οι γονείς και τα οχτώ αδέρφια του. Χαθήκαμε, κι ο Παναγιώτης δεν ξέρω πώς είναι σήμερα, μητέρα.
Ο άνθρωπος ρίχνει φως στον Εσωτερικό του Εαυτό χρησιμοποιώντας λέξεις. Δεν βλέπει ο καθένας τη διαφορά ανάμεσα στο πράσινο και το γαλάζιο, όμως δύναται ν’ ακούσει τη διαφορά, ν’ ακούσει τη λέξη. Η λέξη συντάσσει την Εικόνα. Μία δραστική λέξη, κάποτε, συνέταξε μία ξεχωριστή, δραστική εικόνα. Λέμε Θεός, σήμερα. Καμία ξεχωριστή, δραστική εικόνα δεν ανακαλείται.
Το φως στερείται εικόνας. Το διάστημα στερείται εικόνας.
Η τέχνη καταγράφει τη Λέξη που το Φως γράφει στο Διάστημα.
Οι ζωγράφοι επιζητούν να γράψουν έναν κόσμο νέο. Η τέχνη βρίσκεται στην ουρά του κομήτη. Η ζωγραφική συνιστά το έναυσμα, το μήνυμα που το Φως γράφει στο Διάστημα προκειμένου να συντάξει απειράριθμες εικόνες.
Εγώ ίσως γράφω μονάχα ό,τι γνωρίζω στο διάστημα: Είμαι αυτό που είμαι. Εσύ, Λέξη, γέννησες Εμένα κι αυτό μονάχα ξέρω για τον εαυτό μου σε κάθε σημείο στο διάστημα. Η δραστική φράση, εντούτοις, συστήνει μία λεκτική κλειδαριά στατικής προαίρεσης˙ σκοπεύει να μ’ ακινητοποιήσει. Κάθε σημείο στο διάστημα αποτελεί μέρος διαπληκτισμού κι εγώ δεν θα περιοριστώ σ’ ένα σημείο. Θ’ αμφισβητήσω τη λέξη – κλειδαριά ώστε να κινηθώ. Θέλω να ταξιδέψω παντού στο Διάστημα.
*Brion Gysin, Πέντε Κείμενα, μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque 2019.
Γι’ αυτό μοιράζετε λευκές επιταγές στους ειδήμονες: τους ολίγους και τους άριστους! Για να ασχολούνται με τα κοινά και να αποφασίζουν ερήμην σας˙ και αυτοί οι αθεόφοβοι συνωμοτούν εις βάρος σας, κλέβοντας χρήματα, θεσπίζοντας σκληρούς, άδικους νόμους˙ όμως για να πούμε και του στραβού το δίκιο, παραφορτώνετε τους άρχοντες με ευθύνες, ώστε να μην προλαβαίνουν να παρακολουθήσουν τα τούρκικα σήριαλς από την τηλεόραση, ενώ εσείς τα παρακολουθείτε, διευρύνοντας το γνωστικό πεδίο σας, οξύνοντας την κριτική διάθεσή σας.
Αλλά τώρα, δεν μπορείτε να αλλάξετε τα έπιπλά σας, τα είδη υγιεινής, λιγουρεύεστε απ’ τις βιτρίνες τα καγιέν, χωρίς να μπορείτε να τα αγγίξετε, αδυνατείτε να στείλετε τα παιδιά σας στο εξωτερικό, να σπουδάσουν ατομοκρατία, κομπασμό, αδηφαγία, ληστρική, ανεραστία, δολιότητα.
Σας πήραν απ’ το στόμα το δόλωμα της χλιδής με το οποίο σας δωροδοκούσαν. Σας αιφνιδίασαν! Τα χάσατε! Όμως ελπίζετε!
Η τελευταία σας ελπίδα είναι το ενδεχόμενο ενός ολοκαυτώματος, η λήξη του οποίου θα φέρει πάλι την ευημερία της ανάπτυξης, την λύσσα της κατανάλωσης, τις επενδύσεις. Δηλαδή θα ξανανθίσουν όλα αυτά που θα οδηγήσουν σε νέο ολοκαύτωμα. Η γιαγιά μου που έζησε και στην εποχή της έξαρσης της εκμεταλλευτικής καπιταλιστικής κουλτούρας των κρεματορίων, της Χιροσίμα, των Γκουλάγκ, και μάλιστα ήταν τότε (χωρίς να ντρέπεται) μητέρα δύο παιδιών, μετά από χρόνια, πάλι δίχως ντροπή έλεγε: «Αυτή είναι η ζωή Λεωνίδα! Οι άνθρωποι κάνουν πολέμους και μέσα από τα χαλάσματα, αρχίζουν πάλι να δημιουργούν!».
Ενώ με αγανάκτηση , υπερηφάνεια και θράσος περίσσιο η γιαγιά επίσης έλεγε: « Μόνο τα ζώα συνευρίσκονται με όποιο ζώο τους αρέσει˙ ο άνθρωπος με την αιδώ και την ηθική που διαθέτει, διαφέρει από αυτά».
Υ.Γ. Η ανηθικότητα των ζώων συνίσταται (κατά τους ανθρώπους) στην αναίδεια της ελευθερίας των ζώων να εκφράζουν αυτό που νοιώθουν˙ σε αντίθεση με τους ανθρώπους οι οποίοι πνίγονται! Το σύμπλεγμα των ανθρώπων έναντι του θράσους των ζώων να εκφράζονται, αλλά, και έναντι της αυτάρκειας των ζώων λόγω της λιτότητος και της μυικής, ανοσοποιητικής υπεροχής τους (!) αναγκάζει τους ανθρώπους, να διαχωρίζονται από τα ζώα, υποτιμώντας τα, φορτώνοντας σε αυτά, τις αθλιότητες, που, μόνο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να επινοήσουν!
Η αιδημοσύνη και η ηθική των πολιτισμένων ανθρώπων, ευρίσκονται στην Χιροσίμα! Στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου! Μαϊντάνεκ! Τρεμπλίνκα! Μπούχενβαλντ! Σέλμνο! Μαουτχάουζεν! Μπέλζεκ!
Έντιμοι αιδήμονες της καθημερινής εργασίας και της οικογένειας, αυτήν την φορά, η φαντασία της πολιτισμένης ηθικής αρετής σας θα ξεπεράσει τόσο πολύ τα ανωτέρω αριστουργήματά σας, ώστε χορτάρι δεν θα φυτρώσει! Οι λέξεις δε πλούτος, πλούσιος, επιχειρηματίας, επενδύσεις, καριέρα, εξουσία, κέρδος, ανάπτυξη, ελεύθερη αγορά, ανταγωνισμός θα αποτελούν βαρύτατα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος, που όποιος τις προφέρει, θα θανατώνεται πάραυτα!
Όμως θα είναι πολύ αργά για τους εναπομείναντες, προσβεβλημένους μελλοθάνατους.
*Πηγή: Richard Brautigan, Revenge of the Lawn. Stories 1962-1970, Νέα Ὑόρκη, Simon and Schuster, 1972 [πρώτη δημοσίευση: Rolling Stone 25 (4 Ἰαν. 1969), σ. 30].
**Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) (1935, Τακόμα – 1984, Σὰν Φρανσίσκο). Ἀμερικανὸς πεζογράφος καὶ ποιητής. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕντεκα νουβέλες, δέκα ποιητικὲς συλλογὲς καὶ μία συλλογὴ σύντομων πεζογραφημάτων. Ἡ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, τὸ παιγνιῶδες καὶ γλυκόπικρο ὕφος καὶ ἡ εὑρηματικότητά του εἶναι στοιχεῖα ποὺ θὰ συναντήσει κανεὶς στὸ σύνολο τοῦ ἔργου του. Ἔδωσε ὁ ἴδιος τέλος στὴ ζωή του.
Εκεί που έπαιρνα θαυμαστικό, τώρα μου βάζαν αποσιωπητικά. Το κρασί γινόταν νερό, ο Παράδεισος ένα προάστιο κοντά στο Μαρούσι. Στον ύπνο μου έμπαινε ο άγγελός μου, ψιθυρίζοντας ύπουλα το επίθετό του. Μια γνώση οξύτονη και τετρασύλλαβη φώλιαζε μέσα μου. Κάτι σαν Χάρις που αποσυρόταν υπήρχε γύρω. Δεν είναι τίποτα, είπε η Α. Κι εγώ το ’χω περάσει. Έχασες την εύνοια του βασιλιά. Δεν ξέρω εγώ, της φώναξα, κανένα βασιλιά. Δεν έχει σημασία, είπε άτονα. Εκείνος σε ξέρει. Μας ξέρει ανέκαθεν όλες εμάς, μας βαριέται μία μία θανάσιμα.
*
Στο βυθό
Έπεφτα κι έπεφτα, κι ούτε ήξερα ποιος μ’ είχε ρίξει. Γύρω οι φίλες μου χάνονταν, με φούστες που ανέμιζαν σα φτερούγια ψαριών, γύρω από πέτρα που πέφτει. Ένα πράσινο μήλο βρισκόταν στο χέρι μου, κι όσο εγώ πια κατέβαινα, τόσο εκείνο κοκκίνιζε, ωριμάζοντας γρήγορα μέσα στην πτώση. Δεν μπορεί, έλεγα μέσα μου. Όπου να ’ναι θα ερχόταν η αντίστροφη ώθηση, που θα μ’ έστελνε ίσια ψηλά, συνοδευμένη από πλήθος θριαμβευτικές φυσαλίδες. Ένα έδαφος κρύο με δέχτηκε και με κράτησε. Το μήλο, στο χέρι μου, βαθύ βαθύ κόκκινο. Κανείς δεν ερχόταν.
*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993.