Στιγμόμετρο: «δώδεκα και μια στιγμές υπόληψης»

Paul Bond, Unexpected departure

Paul Bond, Unexpected departure

(μια μικρή αυθαίρετη αναφορά στο πρώτο μέρος της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη «υπολήψεις-απόπειρες»)

Υπάρχουν πολλών ειδών φίλοι. Φίλοι παιδικοί, φίλοι καρδιακοί, «φίλοι» που σου την έχουν στημένη, φίλοι αληθινοί, φίλοι διαδικτυακοί, φίλοι μακρινοί… Ένας τέτοιος μακρινός φίλος είναι ο Δημήτρης Τρωαδίτης αν και αναρωτιέμαι πολλές φορές το πόσο κοντά μας είναι το μακριά και το αντίστροφο.

Ζει στη μακρινή Αυστραλία, δεν τον έχω συναντήσει ποτέ και είναι η πρώτη φορά που γράφω για τα ποιήματα κάποιου που δεν τον έχω «γνωρίσει». Γιατί για μένα η ποίηση είναι πρωτίστως η αλήθεια του δημιουργού κι όλα τα συγκινησιακά φορτία κατεδαφίζονται αν διαισθανθώ την επιτήδευση ή το λογοτεχνικό κατασκεύασμα εις βάρος της.

Προσέγγισα τα ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη λοιπόν, με την υπέρβαση μιας μικρής εσωτερικής συμφωνίας, γιατί τον παρακολουθώ ένα χρόνο τώρα, να συλλέγει άκοπα ποιήματα και κραυγές. Να παρατηρεί με εκπληκτική προσήλωση όχι μόνο τα ποιητικά δρώμενα της πατρίδας του, αλλά να συμμετέχει σ΄ αυτά μ΄ έναν δυναμικό και αμερόληπτο τρόπο. Να πάσχει –όχι εξ΄ αποστάσεως- αλλά δια ζώσης εξαιτίας της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας μας.

Όταν λοιπόν πρωτοδιάβασα τις «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ήταν για μένα σαν να έδινα μια εγκάρδια χειραψία μαζί του. Σαν να καθόμασταν απέναντι σ΄ ένα μικρό καφέ και να τα λέγαμε, σαν από πάντα φίλοι.

Η στιγμή είναι η φυσική μονάδα του χρόνου. Η οποία εξ΄ ορισμού τον ανατρέπει. Γιατί πώς ορίζεται και πώς μετριέται μια στιγμή; Και πώς ο Δημήτρης διαμελίζεται σε δεκατρείς στιγμές; Να θέλει να εξορκίσει άραγε το δαιμόνιο «δεκατρία», ή να προσθέσει μια δική του προσωπική στιγμή στην ιερότητα του «δώδεκα»; Όπως και να έχει για μένα η λέξη και το σύμβολο «στιγμή» έχει τη δική του αρχετυπική αξία.

Κι έτσι περιπλανήθηκα και χάθηκα μέσα σ’ αυτές τις δεκατρείς στιγμές. Αναρωτήθηκα πώς μαζεύει κανείς «τα ξέφτια ενός απομεσήμερου». Αισθάνθηκα τον τρόμο «της επερχόμενης μέρας», ξάπλωσα πολλές φορές σ΄ ένα από εκείνα τα «προκρούστεια κρεβάτια» των εργατικών δικαιωμάτων, περισσότερο τσαλακωμένα τα ρούχα μου, περισσότερο ακρωτηριασμένη η ελπίδα μου κάθε φορά. Σαν να ήταν η τελευταία φορά μιας αέναης επανάληψης. Κι όμως ανάμεσα στην τέφρα αυτών των στιγμών «μια μικρή σταγόνα βροχής» κρατιέται αναμμένη» «μια μικρή σπίθα ανταρσίας».

Δεν μου αρέσουν οι τζάμπα μάγκες, οι επαναστάτες χωρίς αιτία, θέλω, απαιτώ, ψυχή και σώμα στην αντίδραση. Κι αυτά τα βλέπω στην ποίηση και κατ΄ επέκταση στην προσωπικότητα του Δημήτρη. Χωρίς να συμφωνώ στα σημεία, αποδέχομαι το ολόγραμμά του. Στο τέλος μιας διαδήλωσης, ανάμεσα σε «σπασμένες κούκλες των βιτρινών, μετά τη λεηλασία». Και καμιά χειρότερη λεηλασία από εκείνη των στιγμών.

Δεν ξέρω στ΄ αλήθεια αν κάποτε «θα συναθροίσουμε τα δάκρυά μας», οι ευυπόληπτοι πολίτες και οι «αλήτες» με τις μολότοφ… Αν «θα συσπειρωθούν οι οιμωγές μας» σε μια κοινή πανανθρώπινη διεκδίκηση. Θα πρέπει πρώτα να κλαίμε με τον ίδιο σπαραγμό, να συντονίσουμε τον πόνο στην τραγικότητά μας. Στην κοινή μας μοίρα. Δεν ξέρω επίσης αν εμείς θα ξεφύγουμε από τα λιοντάρια «που μας παίρνουν στο κατόπι» αν κατ΄ επέκταση εμείς γίνουμε λιοντάρια που θα πάρουμε στο κατόπι κάποιους άλλους, αλλά «η σταγόνα βροχής» πολλαπλασιάζεται μέσα μου όταν νιώθω πως «ακολουθούμε τα χνάρια μας απ΄ τις ατέλειωτες μνήμες». Ακόμα κι όταν «ξεστρατίζουμε σαν λωρίδες φωτός από τις χαραμάδες του χρόνου».

Κι όμως κάποιος πρέπει τελικά να τα παίξει όλα για όλα. Αλλιώς πώς; «Αίμα ξερό, χαλασμένο» αλλά συγκλονιστικά αθώο. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν τέτοιοι. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν «παιδιά που θα ξεκλέβουν ώρες».

Τώρα το κατάλαβα. Οι στιγμές μετριούνται μόνο με το στιγμόμετρο. Είναι εκείνο το ναυτικό όργανο ακριβείας που καθορίζει τη συχνότητα και τη διάρκεια ανάμεσα στις αναλαμπές ενός φάρου. Εδώ σταματάω να συνομιλώ με το μακρινό μου φίλο που κάθεται απέναντί μου με «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» στα μάτια του. Μετρώ έκθαμβη τις παύσεις και τη διάρκειά της. Κι αφουγκράζομαι τη μέσα του φωνή, αυτή που δεν διαδηλώνει. «Τη στιγμή της υπόληψης».

Τζούλια Φορτούνη

Sylvia Plath Reads Her Poetry: 23 Poems from the Last 6 Years of Her Life

In March of last year, Toronto collector Greg Gatenby auctioned off “some 1,700 LPs, 45s, and 10-inch discs”-worth of recorded literary history, containing readings by such canonical figures as “Auden and Atwood, Camus and Capote, Eliot, Faulkner, Kipling, Shaw and Yeats,” and the recordings featured here from Sylvia Plath. Gatenby’s entire collection went on sale for a buy-it-now price of $85,000 (I assume it’s sold by now), and while we might have preferred that he donated these artifacts to libraries, there may have been no need. Most of them are already, or we hope soon will be, digitized and free online. Sylvia Plath reading her poetry (now out of print) was originally released on vinyl and cassette in 1977 by prolific spoken word record label Caedmon, but of course the readings they document all took place over fifteen years earlier, some at least as early as 1959, the year before the publication of her first book, The Colossus and Other Poems.

Many of the poems here appeared in The Colossus, the only collection of poems Plath published in her lifetime. Some, like “November Graveyard”—first published in Mademoiselle in 1958—were collected late, in the Ted Hughes-edited Collected Poems in 1981, and the rest appeared in Ariel and other posthumous collections. Oddly, the title poem of her first book doesn’t appear, nor will you hear any of the poems that made Plath an infamous literary figure: no “Ariel,” no “Daddy,” no “Lady Lazarus,” though you can hear her read those poems elsewhere. Many of these poems are more lush, less visceral and personal, though no less rich with arresting and sometimes disturbing imagery. Several of these readings took place in February 1959 at Harvard’s Woodberry Poetry Room. The album’s official description tells us these are “selections from the last 6 years of her life,” and also include “readings for the BBC before she wrote her controversial novel, The Bell Jar.”

Before Caedmon collected these lesser-known poems recorded readings of “Daddy” and “Lady Lazarus” had already been released on the compilation record The Poet Speaks in 1965. Listening to Plath read these poems may prompt you to pull out your own editions to read them for yourself, whether again or for the first time.

*For this many thanks to comrade Eleni Dimitriadi.

Εμβόλιμον, Νο 71-72, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2014 – Αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο

dtbook041014

Στον ποιητή Νίκο Καρούζο, 24 χρόνια μετά την αναχώρησή του “για το μηδέν που θάλλει”, είναι αφιερωμένο το τελευταίο διπλό, τεύχος του περιοδικού Εμβόλιμον, ενός “εγχειρήματος λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας”, όπως αυτοχαρακτηρίζεται στον υπότιτλό του. Ένα εγχείρημα που, ορμώμενο από τις δύσκολες συνθήκες μιας περιφερειακής πόλης, τα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, όπου και εκδίδεται, συνεισφέρει στην όλη νεοελληνική λογοτεχνία, μια συνεισφορά που αναγνωρίζεται όχι μονάχα από τους κύκλους των ενδιαφερομένων αλλά και από το ίδιο το υπουργείο Πολιτισμού, που φέτος τίμησε το Εμβόλιμον, μαζί με την Παρέμβαση της Κοζάνης, με ένα από τα ετήσια Κρατικά Βραβεία. Στο πολυσέλιδο αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο, συνεισφέρουν γνωστοί λογοτέχνες και κριτικοί, ξαναδιαβάζοντας την ποίησή του, μελετώντας την κριτική υποδοχή του, καταθέτοντας αναμνήσεις, ενθυμούμενοι τις συνεντεύξεις του ή τον τρόπο με τον οποίο τους επηρέασε.

Περιεχόμενα

Αγάθη Γεωργιάδου: Απομαγνητοφωνώντας τη “Σύντομη μαγνητοφώνηση” του Νίκου Καρούζου
Σοφία Γιαννάκου: (Αναπάντεχα συναντώντας [Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο] τον Καρούζο)
Γιώργος Χ. Θεοχάρης: Η υποδοχή της κριτικής στην ποίηση του Ν. Δ. Καρούζου και τα σχετικά γύρω από τη θρυλούμενη θρησκευτικότητα
Βάγια Κάλφα: Νίκου Καρούζου, Τα Ποιήματα, τόμ. Α’ (1961-1978), Ίκαρος 2013: Μία ανάγνωση
Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά: “Η αντίληψη της Τέχνης ως βασικού διαύλου επικοινωνίας με τη Ζωή, όπως διαφαίνεται μέσα από τις ανατρεπτικές γλωσσικές επιλογές του ποιητή Νίκου Καρούζου”
Κώστας Καναβούρης: Το χαστούκι
Βικτωρία Καπλάνη: Τα δώρα της Μαρίας
Δώρα Κασκάλη: Ο ακέραιος κυρ Νίκος
Έλσα Κορνέτη: Νίκος Καρούζος, Ερυθρογράφος
Κατερίνα Κούσουλα: Νίκος Καρούζος, Πενθήματα (1969)
Χλόη Κουτσουμπέλη: Δώδεκα σχόλια σε ένα ποίημα του Νίκου Καρούζου ή περί ποιητικής
Κώστας Κουτσουρέλης: Ο Νίκος Καρούζος μέσα στ’ όνειρο μιας άθλιας Πέμπτης
Χρίστος Κρεμνιώτης: Με τις ριπές του ανέμου
Ειρήνη Μανδηλαρά: Νίκος Καρούζος, Όπως αγγίζει
Στέλιος Θ. Μαφρέδας: Νίκος Καρούζος: Ρομαντικός επίλογος, ή οι προϋποθέσεις της ανάγνωσης
Νίκος Μηλιώνης: Νίκος Καρούζος και ζωγραφική: “Η καρδιά μου καιγότανε στης ομορφιάς τη θράκα”
Δήμητρα Μήττα: Λέξεις, γλώσσα, ομιλία
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: Η ζωή δεν έχει πώμα
Γλυκερία Μπασδέκη: Και στην Αυλίδα και στην Ταυρίδα
Εύα Μπέη: [Ας γίνει η Τέχνη μας η έκφραση του ανέφικτου]
Ευγενία Μπογιάνου: Σαγήνη
Νίκος Μυλόπουλος: Λέξεις για τον Απόγονο της νύχτας
Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: H μυστική γεωγραφία της Αθήνας
Ευτυχία Παναγιώτου: Φανταστικός επίλογος
Λένα Παππά: Νίκος Καρούζος, O πενθήμονας, απαρηγόρητος ποιητής
Κώστας Θ. Ριζάκης: Ποίημα
Βασίλης Σιουζουλής: Ποίημα
Αντώνης Δ. Σκιαθάς: Η μοναξιά του Νικολάου Καρούζου
Αντώνης Δ. Σκιαθάς: Ερωτοτροπώντας με την αμηχανία της ύπαρξης
Μαρία Σκουρολιάκου: Νίκος Καρούζος, “Ας μην αφήσουμε το μέλλον ανυπεράσπιστο”
Θάνος Σταθόπουλος: Σπαράγματα για τον Νίκο Καρούζο
Γιώργος Στεργιόπουλος: Νίκος Καρούζος, πίσω δεν πάει ο καιρός μονάχα σέβεται
Δημήτρης Στεφανάκης: Επίγραμμα για το Νίκο Καρούζο
Βαγγέλης Τασιόπουλος: Το αστικό τοπίο στην ποίηση του Νίκου Καρούζου ή ό,τι βλέπει ο ποιητής μες στην πολύτροπη μέθη του
Γρηγόρης Τεχλεμετζής: Κοιτώντας μέσα από το πρίσμα των “πιστεύω”
Περικλής Τσελίκης: Ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος “Απολέλυσαι της ασθενείας σου” του Νίκου Καρούζου
Νίκη Χαλκιαδάκη: Σημείωμα για τον Νίκο Καρούζο

Three Poems from Yannis Ritsos’s “Diaries of Exile”

Diaries of Exile cover

By: Yannis Ritsos
Translated By: Edmund Keeley, Karen Emmerich
Published on September 16, 2014

One of Greece’s most prolific and widely translated poets, Yannis Ritsos (1909-1999) was born in Monemvasia. He lost his mother and an older brother to tuberculosis when he was young, and later contracted the disease himself. A lifelong, committed communist, he fought in the Greek Resistance to the Axis occupation, sided with the communists in the Greek Civil War, and subsequently spent years in detention centers and camps for political prisoners. The dictatorship of 1967-1974 landed him in internal exile yet again. Despite these many obstacles, Ritsos wrote more than a hundred volumes of poetry, plays, and translations. In 1976 he was awarded the Lenin Peace Prize.

Karen Emmerich and Edmund Keeley are the 2014 recipients of the PEN Poetry in Translation Award for a book-length translation of poetry into English published in 2013.



Three Poems from Diaries of Exile



November 6

Evening. The bell for the evening meal.

Shouts from the boys playing soccer.

Was it yesterday?—I don’t remember;—a stunning sunset

so violet, so gold, so rosy.

We stood there. We watched. We talked
alone,
alone, tossing our voices into the wind

so as to tie things together, to unbind our hearts.

A letter arrived in the yard:

Panousis’s son was killed.

Our talk nestled against the walls.

The sunset suddenly nothing.

The night had no hours. The knot loosened.

Panousis’s aluminum plate grew cold on the table.

We lay down. We covered ourselves. We loved one another

around that untouched plate that no longer steamed.

Around midnight the black cat came in through the window

and ate some of Panousis’s food.

Then the moon came in

and hung motionless over the plate.

Panousis’s arm on the blanket

was a severed plane tree.

Well then—must we really be so sad

in order to love one another?

January 25

For a moment we took refuge

against the latrine wall.

The wind was cutting.

An old man stared at a cloud.

I looked at him smiling

in the light of that cloud—so peaceful,

so far removed from desire and pain—

I was jealous.

Old people agree with the clouds.

And it’s taking us a long time to get old.

May 11

After the rain the buildings and the stones

change colors.

Two old men sit on the bench. They don’t talk.

So much shouting and so much silence remains.

The newspapers age in an hour.

Stressed, unstressed, stressed, unstressed

the monotony of change-stressed;

unstressed, stressed, strophe, antistrophe

and neither rage nor sorrow.

Evening lights out;

just as heavy for the one who struck

as for the one he struck.

The men sit on the stone
s
pare their nails.

The others died.

We forgot them.
 
Excerpted from Diaries of Exile by Yannis Ritsos. Copyright © 1975 by Yannis Ritsos. Translation copyright © 2013 by Karen Emmerich and Edmund Keeley.
See more at: http://www.pen.org/translation/three-poems-diaries-exile#sthash.IUIVnDy7.dpuf

2014 PEN Poetry in Translation Award: Four Questions for the Winners

Photograph © Beowulf Sheehan www.beowulfsheehan.com


Karen Emmerich
and Edmund Keeley are the 2014 recipients of the PEN Poetry in Translation Award for a book-length translation of poetry into English published in 2013. Diaries of Exile by Yannis Ritsos, is translated from the Greek and published by Archipelago Books.


PEN: What brought you to this book? 
Karen Emmerich: Archipelago Books had published my translations of the poet Miltos Sachtouris several years earlier, and Jill Schoolman, the editor of Archipelago, was interested in doing another book from Greek; she was particularly interested in publishing a volume of Ritsos’s work. At the time, I was a postdoc at Princeton, where Professor Keeley is an emeritus faculty member. Over dinner one night, I asked if he might want to collaborate with me, since he had translated several volumes of Ritsos’s poetry in the past, and had also known Ritsos personally. He very kindly assented, and we discussed a number of different projects, including a volume of selected poems. In the end we preferred to work on something that we could present in its entirety. Ritsos was so prolific, and his work varies so much in style and form, and even genre, that it was actually quite difficult to settle on what we would do. But we kept on coming back to these three diaries in poetry, written while Ritsos was a political prisoner on a series of desert islands in Greece. For me, there’s something about that in-between genre—part diary, part poem, part letter to the world—that felt both fascinating and important. The poems aren’t always polished, but taken as a whole, they’re witnesses to a certain time and place and experience.
Edmund Keeley: It is exactly Ritsos’s role as witness that most attracted me to his Diaries of Exile, especially since I was in Greece for part of the time that he was living in exile, not entirely aware of what the Greek government was then doing to torment the country’s communist citizens but conscious, as the son of an American Foreign Service officer serving in Athens, that the politics of that era in Greece was part of a dubious history involving my home country. It wasn’t until some time later, as a student and teacher of that history, that I sought out Ritsos’s work as a vital aspect of the literary rendering of those years, my conscience suffering because of the ignorance that had delayed knowledge of Ritsos’s contribution, and my collaboration with Karen Emmerich on these particular volumes is an effort to give the master more of what I felt was his due from two American translators.

PEN: How long did it take you to complete the translation, and what was the most challenging aspect of it? 
Emmerich: We worked on the translation for several months in Princeton, and then continued to work on it once I had moved away, meeting several times to read through and discuss the translations on my trips back to the area. I don’t know that I can point to a “most challenging” aspect of the project, but it was certainly difficult to try and remain accountable to these poems’ status also as historical documents. There were just so many things about life in the camps that we had to research—if there was electricity, for instance, which made a difference to the translation, since the same word could have meant “oil lamps” or “light bulbs.”
Keeley: What I found to be most challenging about this particular series of poems was establishing what W. H. Auden spoke of as a “unique tone of voice” in defining Cavafy’s poetry, the kind voice that most poets of the first order succeed in creating for themselves and their readers during a lifetime. I believe that underlying Ritsos’s somewhat shifting narrative voice in these poems lies a sensibility, a unique tone, if you will, that expresses his understanding of and feeling for the particular time and place that these poems inhabit. Attempting to capture the equivalent of that tone in English was a demanding enterprise.

PEN: Did you work any differently on this translation than you have on those in the past? 
Keeley: I have often collaborated with other translators in the past—Philip Sherrard and George Savidis in particular—but never with the pleasure and ease and inspiration that working with Karen Emmerich provided.
Emmerich: Well, I’ve never collaborated on a translation before, so that was a new experience for me. It was wonderful, actually. If one thing translation can allow you to do is to share work you care deeply about with others, collaboration lets you do that from the very first moment. It also means that those difficult decisions that can be fraught with feelings of responsibility and uncertainty are at least shared decisions. I was incredibly grateful to have the opportunity to work with Professor Keeley, first of all because of his vast knowledge of Greek literature, but also because it allowed us to develop a relationship, both professional and personal, that I now hold very dear.

PEN: Yours was a collaborative translation. Can you explain what form your collaboration took?
Emmerich: We divided up the poems, and each completed first drafts for half of the material. Then we switched, read over one another’s work, made revisions, noted questions, and came together to discuss the translations, always with the Greek at our side. Then we went through several more sets of revisions, combining work on our own with meetings where we discussed the poems together. During our last few sets of meetings, we just read the translations out loud, from start to finish, pausing where anything struck our ear as needing attention. And of course they all went to Jill, who has a wonderful ear, so there were her revisions to discuss as well.
Keeley: Karen’s account of the process of our collaboration is thorough and accurate, so there really isn’t anything for me to add, except to say that I was grateful, as in my earlier collaborations, to have an especially sensitive reader of Greek poetry and a creative translator working with me, sometimes by way of the internet and sometimes by my side, and I was also fortunate to have a publisher so thoroughly devoted to literary translation.

*Taken from http://www.pen.org/interview/2014-pen-poetry-translation-award-four-questions-winners

**See more at: http://www.pen.org/interview/2014-pen-poetry-translation-award-four-questions-winners#sthash.szQIA1du.dpuf

Βασίλης Φαϊτάς, Ρους και ροή

rous

Στην ποιητική συλλογή Ρους και ροή του Βασίλη Φαϊτά συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα. Πρόκειται καταρχάς για ένα σύνολο 32 ποιημάτων, είναι δηλαδή αρκετά εκτενής ώστε να δώσει το στίγμα του ποιητή και να επιτρέψει στον αναγνώστη να αποκτήσει μια πιο σφαιρική εικόνα του ποιητικού σύμπαντος που ξεδιπλώνεται.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι μια δουλειά προσεγμένη τόσο λεξιλογικά όσο και δομικά γενικότερα, ο ποιητής έχει αφιερώσει τον απαραίτητο χρόνο για να φέρει τον στίχο του σε μια μορφή συνολικά άρτια. Τα περισσότερα ποιήματα είναι σύντομα με εξαίρεση το ομότιτλο που είναι και το εκτενέστερο, φωτίζοντας κατά κύριο λόγο την αναζήτηση του χρόνου στο διηνεκές, το στοιχείο δηλαδή που αποτελεί και τον κεντρικό άξονα της θεματολογίας του ποιητή. Η προσεγμένη γλώσσα εγκαθιδρύει ένα εννοιολογικά ενδιαφέρον «πλησίασμα των αντιθέτων», συναντά κανείς απρόσμενους συνδυασμούς που φαντάζομαι ενισχύουν την αίσθηση της έκπληξης, όμως ο ποιητής δεν αποφεύγει πάντα την παγίδα της ασάφειας: σε κάποιες περιπτώσεις, δείχνει να ερωτεύεται τις ίδιες του τις λέξεις.

Στο ποίημα «Γερνάει το σύμπαν» για παράδειγμα, οι στίχοι:

η αγωνία του τυχαίου να διαιωνίσει
έναν ανομολόγητο πόθο
αίσθηση ροής σε μια άδεια θάλασσα

στο τέλος προκαλούν μια αίσθηση απορίας, και ο αναγνώστης κινδυνεύει να χάσει την επαφή του με το κείμενο.

Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής επιχειρεί να κατανοήσει το πέρασμα του χρόνου, και στην προσπάθειά του αυτή τα όρια του χρόνου διαστέλλονται για να χάσουν το αρχικό τους περίγραμμα, βγαίνουν από την πεπατημένη και ακολουθούν πιο προσωπικά, εσωτερικά μονοπάτια. Το «εγώ» είναι πανταχού παρόν στο σύνολο των ποιημάτων, η ποίηση είναι σαφέστατα προσωποκεντρική χωρίς όμως να είναι εσωστρεφής, οι δίοδοι επικοινωνίας είναι σταθερά ανοιχτοί ανάμεσα στον ποιητή και τον αποδέκτη.

Είναι γεγονός ότι η αγωνία και το άγχος του θανάτου όπως σκιαγραφούνται για παράδειγμα στα ποιήματα «Ροή I» και «Συνομιλία με τη σκιά μου» δεν αποτελούν ιδιαίτερα πρωτότυπη προβληματική, ο ποιητής τελικά ανακαλύπτει ξανά γνωστά μονοπάτια. Από την άλλη μεριά, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η εκκωφαντική σιωπή και απουσία του έρωτα και της γυναικείας φιγούρας, τόσο θεματικά όσο και στυλιστικά. Η έκφραση συναισθημάτων απέναντι στον Άλλον είναι σχεδόν ανύπαρκτη, το «εγώ» στο σύνολο αυτών των κειμένων πορεύεται μόνο του, με αποκλειστική συντροφιά κάποιες ισχυρές εικόνες που σίγουρα δεν στερούνται ομορφιάς.

Μερικά ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

Εντός ορίων

Όσο οι ψυχές γεννιούνται εντός ορίων
αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ
έξω απ’τη σιωπή των στίχων
ο αργοπορημένος θάνατος ταχυδρομεί τον εαυτό του
σ’αυτούς που έχουν κι όλας πεθάνει.

Ταξιδεύω
αλληγορία, αναρχικό φωνήεν
ανάμεσα σε ασύμβατα σύμφωνα
ιχνηλατώντας
ένα παντοτινό πρωινό
την παλίρροια αιώνες.

***
Ολότητα

Με το αίμα αντιστεκόμαστε στο θάνατο
με τη γλώσσα κατανοούμε το φως
το όνειρο πάντα προϋπήρχε
να προετοιμάσει την ένωση με την ροή.

***
Tο δάκρυ του παντός

Κάποιοι λένε πως έφτασα
από μια διακύμανση του άχρονου
απομεινάρι του ολοκαυτώματος της φαντασίας
λένε πως είμαι η φαντασία του εαυτού μου
ίχνος ανάμεσα στο πριν και στο μετά
όχημα της άγνοιας η συνείδηση
βρόχος πιθανοτήτων μεταλλάσσεται
ό,τι ονομάσαμε εδώ ή τώρα
ρίζα της κοίτης
δεν είναι πια εδώ
ένα δέντρο από διάστικτες ματαιότητες
πάλλεται όπως ο γλάρος που πετά
σε γενέθλιες φανταστικές διαστάσεις.

Όμως γιατί μ’αφήνει άγρυπνο αυτή η σκέψη
να’μουν κάτι άλλο απ’ό,τι είμαι
γιατί τα μάτια μου τα τυραννάει
αυτό το δάκρυ του παντός
καθώς μια παρουσία αόριστη ερχομού
μακρινός καταρράχτης και γύρω
της αιωνιότητας ο αφρός.

Κρις Λιβανίου

Ο Βασίλης Φαϊτάς

Ο Βασίλης Φαϊτάς

*Κείμενο, ποιήματα και φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2014/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29

Janine Pommy Vega – Ποίηση όπως λέμε ακτιβισμός

vega_logoskaitexni

Η Janine Pommy Vega, σε ηλικία μόλις 16 ετών, πήγε από το Union City, New Jersey, όπου ζούσε, στη Νέα Υόρκη σε αναζήτηση της Beat Generation που είχε γνωρίσει μέσα από τα βιβλία που διάβαζε. Συνάντησε τον Gregory Corso, και μέσω αυτού και άλλους συγγραφείς. Μετά την αποφοίτησή της εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Το φθινόπωρο του 1962 έφυγε από την Αμερική με τον Fernando Vega και ταξίδεψε μαζί του για τρία χρόνια στο Ισραήλ και την Ευρώπη. Μετά το θάνατό του το 1965 επέστρεψε στην Αμερική και ολοκλήρωσε το πρώτο της βιβλίο, “Poems to Fernando”, το οποίο δημοσιεύθηκε από την City Lights Books το 1965. Στο Σαν Φρανσίσκο  συναναστρέφεται με τους Diggers και τους Hell’s Angels, με τους συγγραφείς του North Beach, και έχασε τέσσερις συνεχόμενες φορές τα χειρόγραφα του δεύτερου βιβλίου του. 

Το 1971 έφυγε για 4 χρόνια για τη Νότια Αμερική και έζησε στο Περού, την Κολομβία και τη Βολιβία. Κατά την παραμονή της στο νησί του Ήλιου στη λίμνη Τιτικάκα στη Βολιβία, όπου τελείωσε “Journal of a Hermit” (Cherry Valley Editions, 1979) και “Morning Passage” (Telephone Books, 1976). Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη το 1975 άρχισε να διδάσκει ποίηση σε αγγλόφωνα και δίγλωσσα παιδιά στα δημόσια σχολεία και στους φυλακισμένους του Σωφρονιστικού Συστήματος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Τα ταξίδια της σε όλη τη δεκαετία του ογδόντα και του ενενήντα ήταν η βάση για το “Drunk on a Glacier, Talking to Flies” (Tooth of Time Press, 1988); “Threading the Maze” (Cloud Mountain Press, 1992); “Red Bracelets” (Heaven Bone Press, 1992); “Tracking the Serpent: Journey to Four Continents” (City Lights, 1997); “Island of the Sun” (Longhouse, 1991) και “Mad dogs of Trieste” (Black Sparrow Press, 2000).

Διεύθυνε τη  Incision/Arts, μια οργάνωση που συγκεντρώνει συγγραφείς στη φυλακή. Μέλος της Επιτροπής PEN American Center’s Prison Writing Committee, ήταν συν-συγγραφέας με Hettie Jones του “Words over Walls”, ενός εγχειριδίου για την ενεργοποίηση των εργαστηρίων γραφής στις φυλακές. Η Janine Pommy Vega πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου του 2010.

Η κουζίνα σε καιρό πολέμου 

Σκέφτομαι τις γυναίκες του Γιάννη Ρίτσου
που βαδίζουν προς την κουζίνα στην πρώτη φήμη του πολέμου
Σκέφτομαι τη μυλόπετρα της γιαγιάς στο Jersey City,
μια μηλόπετρα που δεν θα μπορούσα ποτέ να παράξω, ενώ προχωρώ
με βήμα βελούδινο για να τρίψω το βασιλικό που μεγάλωσε
πέρυσι, βουρτσίσμα της γάτα, κόψιμο του σκόρδου
για να καρυκεύσεις τη σαλάτα.
Ασχολίες σκοπιμως ήσυχες, αν και θα μπορούσα να ξεκινήσω
να πετώ τις κατσαρόλες όπως η μητέρα μου, μπορώ να σου πω
που θα μπορούσα να κάνω μια τέτοια φασαρία που θα αναρωτηθείτε ποιος
έχει τρελαθεί, και είναι ο κόσμος
στις φωτογραφίες που δεν θα φέρω στο σπίτι,
στην μοχθηρή, χλεβαστική στάση ενός προέδρου
απατεώνα, τοποθετημένο εκεί από μια χούφτα των εταιρειών
Θα μπορούσα να σου δείξω πώς τα δάκρυα έσκαψαν στην καρδιά
μια τρύπα τόσο βαθιά όσο οι παντόφλες
όπου εκείνη βύθιζε τα πόδια της τα κρύα πολωνικά πρωινά
Έγινα ότι η γυναίκα babushka
μαρτυρας του μακελειού, κάθε αστείο είναι εκτός
τόπου, καθόλου αστεία σχετικά με σπασμένα παιδιά ή μητέρες
που ουρλιάζουν, οι νεκροί στρατιώτες είναι οι ίδιοι παιδιά
Καθόλου αστεία για παιδιά, τα παιδιά του καθενός
δεν χάνουν την σφαγή τους
το πετρελαίο τα όπλα ο χρυσός σε ψηλούς σωρούς όσο αυτό το σπίτι
δεν μπορούν να αγοράσουν το γελιο τους, δεν μπορουν να θάψουν τις κραυγές τους
τη νύχτα, εγώ κατηγορώ τους λευκούς γέρους πνίγμένη στην απληστία
των φονικών τους, θα παλέψω για κάθε κατσαρόλα και τηγάνι
που έχω στην κατοχή μου για έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα χέρια τους.

Willow, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 2003

*Μετάφραση στα Ιταλικά: Raffaella Marzano. Μετάφραση στα Ελληνικά: Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης. Πηγή: http://www.casadellapoesia.org/ Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο Λόγος και Τέχνη στο http://logoskaitexni.blogspot.com

Martin Duwell reviews Petra White

a-hunger

A Hunger
by Petra White
John
Leonard Press, 2014

Petra White’s A Hunger is a kind of Collected-Poems-so-far, containing her two previous books, The Incoming Tide and The Simplified World, and a new collection that provides the overall title. It is not a large body of work but it is an impressively consistent one and a third book is often a good place from which to get a grip on a poet’s overall orientations.

A Hunger begins with a thirteen-part section devoted to love poems. The poems, though autobiographical, are highly analytical and there are few voyeuristic pleasures to be gained by reading them. Petrarch seems the main model invoked and Dante appears in the title of one of the poems, ‘Selva Oscura’ (which makes a nice wordplay when it says, ‘Ourselves obscure us’) but it is hard not to think of the Metaphysicals as the most important influence. It’s no surprise, then, that the poem after ‘Selva Oscura’, ‘The Ecstasy’, should recall Donne in its title.

The focus is on the psychological and on the sheer weirdness of intense, ‘true’ love. ‘What is he that he has me, / making me think he owes me his self’, asks the first poem and the series goes on to explore various paradoxes. Among these are the way in which the relationship is a willed damage to the self, ‘Love is a thing, the self’s / undoing that it begs for’. There is also the weird dual-solipsism of the situation whereby any outsider is both a ‘poor creature / who shrivels outside all this’ and, at the same time, one of ‘those giant people who survive / without the whim of his attention’. A trip into the Pilbara suggests that love is even capable of holding off the notorious Dreamtime spirits of that area.
‘By This Hand’ is a clever self-referential sonnet, but its first line – ‘In these black lines alone can our love live’ – is significant. It recalls Coleridge’s ‘Dejection: An Ode’ which, famously, says at one point ‘O Lady! we receive but what we give and in our life alone does Nature live’. If Petrarch, Donne and, to a lesser extent, Dante, are the poet-avatars of love, Coleridge is the poet-avatar of depression. It is thus no accident that one of the love poems allows depression to make a brief appearance.

In a parallel way, love makes a brief appearance in the next section of five poems about depression – a section dominated by the impressive ‘Ode on the End’. As with the poems about love, there is nothing superficially documentary about this poem. It is essentially analytical and its perspectives are unpredictable and revealing. The first section, for example, is an engagement with the biblical psalms and White comments, surely correctly, on the way in which an individual’s fight against her local enemies is often inflated into a cosmic battle which, in turn, produces a god who is ‘outlandish and vicious’.
This seems to parallel – though I count my blessings to have no personal experience of this – the way in which a trivial unhappiness inflates in a person suffering clinical depression, and into a shaking apart of the glue that holds the entire cosmos together, destroying ‘the certainty from my hand that grips its object’. As a result, the overwhelming sensation is of fear that practises ‘its little song, / its rattle of flies, / slow shrink of mind / and heart // to a field where love can’t live’.

If there is a unifying theme in the poems that make up the third and final section of A Hunger, it is the examination of the opposition between freedom and enclosure. This is laid out in the first poem, ‘Feral Cow’, which describes a how lone cow ‘tap-dances on the edge of the road’ while an endless procession of trucks carry others of her kind to the abattoirs. It is one of those poems which, if extracted from other poems by the same author – put in an anthology, say – leaves the reader puzzled as to its significance. But three collections of Petra White’s work give a locating context within the theme of containment and freedom. Yes, the cow is free, but the poem is no naïve celebration of a freedom that is a result of being cut adrift from all structures: as the poem says, ‘unfenced from dream / of herd, field and farmer’. Herd, field and farmer – uncannily reminiscent of the colleagues, building and superiors of White’s many poems about the bureaucratic life – form a structure that enables productive work. Of course, in the cow’s case, that means joining a cavalcade of one’s peers going to a slaughter-house where their only ‘production’ will be meat for humans. But the poem’s conclusion – ‘Infinite cry of road, / tongue-spiking spinifex’ – shows that being a lone domesticated beast in the wilderness is no picnic either. Perhaps there is a reflection here of the old case in support of the Neolithic revolution: the domestication of animals is a bargain which ensures the animal a longer and healthier life in captivity than is available in the wild as well as, comparatively, a better death. Another poem, ‘The Cat, Marina’, about training a cat to become an indoors animal, says openly, ‘she is prisoned / that she might live longer’, but in the long run, I think both ‘Feral Cow’ and ‘The Cat, Marina’ are more allegories than poems about animals and domestication.

There is another series of poems about bureaucratic life, ‘The Sound of Work’, which now rather clicks into focus as a study of one kind of virtuous, reasonably productive, containment. It makes sense of the way in which, in White’s first book, a long sequence on office life was followed by a sequence detailing the adventures of a hippy party driving through the Nullarbor. The poems here are exemplars of a kind of containment and a kind of freedom.

A Hunger finishes by reintroducing darker poems. ‘Film Script’ describes the dark figure who always advises self-harm on bleak days, and ‘The Unanxious Mind’, while seeming a celebration of mental freedom, reminds us that it is a very vulnerable state: ‘the light that shines / around its eyes is balanced upon a pinpoint’. The final two poems move into areas of public rather than personal bleakness – culminating in the Victorian bushfires of five years ago. I don’t think a public poetry is White’s strongest suit, but I am impressed by the way in which, instead of standing outside and observing such issues, she sees them as what happens when a sickness in the soul spreads to the whole world.
This entry was posted in BOOK REVIEWS and tagged Martin Duwell, Petra White. Bookmark the permalink.

*Martin Duwell formerly taught in the School of English, Media Studies and Art History at the University of Queensland. He was also, formerly, the proprietor of Makar Press. He now writes extensively on contemporary Australian poetry as editor of Australian Poetry Review.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Ο ποιητής Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος στο Λογοτεχνικό Εργαστήρι

160859-screen_shot_2014-09-22_at_10.56.09_p.m.

Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά το 1945, και είναι Αχαιός στην καταγωγή. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία από το 1971. Με την ποίηση ασχολείται από πολύ μικρός. Στίχους πρωτοδημοσίευσε στη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας Η Βραδινή, που την επιμέλειά της είχε ο αξέχαστος Μπάμπης Κλάρας.

Το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα εκδόθηκε, όταν ήταν 21 χρονών και είχε τίτλο Προβολή στον ήλιο (Αθήνα 1966). Πήρε μέρος από τα φοιτητικά του χρόνια στην έκδοση περιοδικών κοινωνικού προβληματισμού και δημοσίευσε πάνω από 200 κείμενα σε διάφορα έντυπα. Η έντονη κοινωνική του παρουσία θα τον αναδείξει σε σημαντικό στέλεχος του Αδέσμευτου Κινήματος Ειρήνης.
 
Είναι από τους πρώτους ποιητές, που συγκαταλέγονται στη γενιά του ’70, έχοντας περιληφθεί στην ανθολογία Νέα Γενιά των εκδόσεων Κέδρος. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και αποτελούσε για αρκετά χρόνια μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου, ενώ την περίοδο 1993 – 1995 εξελέγη Γενικός Γραμματέας της. Είναι, επίσης, επίτιμο μέλος της Διεθνούς Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας, όπου κατά την περίοδο 2001 – 2002 διετέλεσε Α’ Αντιπρόεδρός του.
 
Έχει κάνει πάνω από τριάντα διαλέξεις και έχει παρουσιάσει το έργο ή μεμονωμένα βιβλία αρκετών λογοτεχνών, αλλά και αρκετοί κριτικοί της νεότερης γενιάς έχουν ασχοληθεί με το έργο του σε διαλέξεις τους όπως και με αυτοτελείς εκδόσεις. Για το ποιητικό του έργο έχουν οργανωθεί εκδηλώσεις από πολλούς πνευματικούς φορείς, όπως ο Επιμορφωτικός Σύλλογος Παιανίας, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ηλιούπολης, το περιοδικό Νέα Σκέψη, ο Νέος Πνευματικός Κύκλος Καλλιθέας κ.ά. Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε αρκετές ανθολογίες, όπως η Νέα Γενιά των εκδόσεων Κέδρος (1971), των Δικηγόρων Ποιητών του Π. Παναγιωτούνη (εκδόσεις Πιτσιλός), η Λογοτεχνία της Αχαΐας του Κ. Σταμάτη κ.ά.

160859g-papadoantwnis

Μιλήστε μας για το τελευταίο σας βιβλίο…
 

Πίστευα ότι η ποιητική συλλογή μου Κενό αέρος θα ήταν τυπικά και ουσιαστικά το τελευταίο μου βιβλίο, λόγω της ηλικίας μου. Γι’ αυτό, εκτός από ποιήματα, που είχα γράψει τον τελευταίο καιρό, όπως το ποίημα «H διαθήκη μου» συμπεριέλαβα σ’ αυτό και ποιήματα, που είχα γράψει παλαιότερα, όπως το ποίημα «O καινούργιος», που δεν είχαν συμπεριληφθεί σε προηγούμενα βιβλία μου, μα που θεωρώ ότι δικαιούνταν να συμπεριληφθούν σε κάποιο βιβλίο, αφού από κάθε άποψη, εξακολουθούν και σήμερα να με εκφράζουν τόσο σαν μορφή όσο και σαν περιεχόμενο όπως, πιστεύω ότι εξακολουθούν να εκφράζουν και τις συνθήκες, που βιώνουμε σήμερα. Διατηρώ και στο βιβλίο αυτό το ίδιο απλό ύφος, που χαρακτηρίζει την ποίησή μου μέχρι σήμερα και εξακολουθώ ακόμα να δείχνω την προτίμησή μου τόσο στον παραδοσιακό, όσο και στον ελεύθερο στίχο, αφού πιστεύω πως στην τέχνη γενικά, αν κάτι έχει αισθητική αξία, γίνεται διαχρονικό και έχει, όπως έχει πει και ο Μαρξ, «αιώνια ακτινοβολία».

Πως αναζητάτε την έμπνευση στα χρόνια της κρίσης;
    

Έχω τη γνώμη ότι για το από αισθητική άποψη άρτιο έργο δεν υπάρχουν καινούργια θέματα. Η θεματολογία ήταν, είναι και θα είναι η ίδια. Ο έρωτας, ο θάνατος, ο πόνος, η αδικία δεν ήταν παλιά θέματα, ούτε είναι καινούργια. Υπήρχαν και υπάρχουν και εξακολουθούν να αποτελούν πηγές έμπνευσης κάθε εποχής, ανεξάρτητα απ’ τα συγκεκριμένα γεγονότα απ’ τα οποία εκπήγασαν. Η σημερινή κρίση σίγουρα αποτελεί πηγή έμπνευσης, αφού μπορεί να εκκολάψει έντονα συναισθήματα στην καρδιά κάθε δημιουργού.
 
Ποια η σχέση σας με τη λογοτεχνία;
     
Πρωτόγραψα στίχους πριν κλείσω τα δέκα μου χρόνια. Ωστόσο οι συνθήκες δεν ήταν πάντοτε ευνοϊκές. Παρόλα ταύτα ποτέ δεν εγκατέλειψα το λογοτεχνικό και όχι μόνο βιβλίο. Πάντοτε διάβαζα και παράλληλα με την όποια άλλη κοινωνική μου δραστηριότητα (που δεν ήταν μικρή) έγραφα. Πιστεύω ότι η προσφορά μου σε όγκο τυπωμένων έργων δεν είναι ασήμαντη, αφού αριθμεί ήδη τα 12 βιβλία.
 


Μπορεί ένα καλό βιβλίο να «σώσει» την ψυχή μας;
   

Μπορεί να έχει επίδραση σε κάποια μεμονωμένα άτομα. Όχι σε μεγάλα κοινωνικά σύνολα. Πόσο «έσωσε» την ψυχή του γερμανικού ναζιστικού όχλου η ποίηση του Γκαίτε και η μουσική του Μπετόβεν; Και να πει κανείς ότι ήταν αμόρφωτοι; Όχι, βέβαια. Αυτό δεν σημαίνει ότι μετά το Άουσβιτς δεν αξίζει να ασχολούμαστε με τη λογοτεχνία. Ασχολούμαστε, όσοι ασχολούμαστε, γιατί έτσι μας αρέσει, γιατί το αισθανόμαστε σαν ανάγκη έκφρασης και είναι αξιοπαρήγορο ότι αυτό που αρέσει σ’ εμάς, αρέσει και σε άλλους, παίζοντας κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση του ψυχικού τους κόσμου, άλλοτε μικρό, άλλοτε μεγαλύτερο, μα όχι ασήμαντο και αξιοκαταφρόνητο.

Τα επόμενα σχέδιά σας;
Είπα απαντώντας στο πρώτο σας ερώτημα ότι το τελευταίο βιβλίο μου Κενό αέρος θα ήταν κυριολεκτικά τελευταίο. Έπεσα έξω. Έχω ήδη γράψει μέσα στο τελευταίο εξάμηνο δύο συλλογές με τρίστιχα (χάι κου) και θέλω να πιστεύω ότι θα μπορέσω να τα χαρώ τυπωμένα στο άμεσο μέλλον.

* H ποιητική συλλογή του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου Κενό αέρος (εκδόσεις Vakxikon.gr 2014) θα βρίσκεται από τις 29 Σεπτεμβρίου στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία όλης της χώρας. Την Παρασκευή 3 Οκτωβρίου, στις 20.00, θα παρουσιαστεί στο Βιβλιοκαφέ Έναστρον (Σόλωνος 101 Αθήνα) από τις κριτικούς λογοτεχνίας Ελένη Καρασαββίδου και Χριστίνα Λιναρδάκη. Ποιήματα θα διαβάσει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος.

Η ανάδυση ενός εκλεκτού στο στερέωμα της γραφής

b164520

Μια βιβλιοκρισία του διαλεχτού μου ποιητή και διανοούμενου Αθανασίου Οικονόμου. για την ποιητική συλλογή “Το θέρος των βροτών” του Γιώργου Γιαννόπουλου …
Δημοσιευμένη στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ(τεύχος 31 ο , Ιανουάριος ,Φεβρουάριος, Μάρτιος 2014)

Ανάδυση από το ασυνείδητο είναι το προανάκρουσμα της ποιητικής γραφής του Γιώργου Θ. Γιαννόπουλου στη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο “Το θέρος των βροτών” (Εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη: 2010 με σχέδια του Κ. Λαζαρίδη). Το Matadi μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί αφήγηση ονειρικού περιεχομένου με πλούσια και ζωηρή συνειρμική ακολουθία, γεμάτη συμβολισμούς που ζητούν ψυχαναλυτική ερμηνεία των λανθανόντων στοιχείων αυτού του εντυπωσιακού ονειρο-ποιήματος.


Ανάδυση στον Τόπο του άλλου από τη σκοπιά του εαυτού ως ποιητικού υποκειμένου είναι η δραματική κατακλείδα της συλλογής, για να μάς υπενθυμίσει ότι ο άνθρωπος οικεί τον κόσμο ποιητικά και τότε μόνο καταξιώνεται, όταν καταφέρει και διασώσει την αξιοπρέπεια και την ευγένειά του, όσο η ευαισθησία του διηθείται μέσα από τα συμφραζόμενα της ζωής του, όποτε συναντά και έρχεται σε σχέση με τους άλλους (“Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι”).


Ενδιαμέσως, το ομότιτλο με τη συλλογή του ποίημα “Το θέρος των βροτών”, μια σουρρεαλιστική ραψωδία, αποτυπώνει το ποιητικό credo του ποιητή. Η γραφή εδώ αποσπασματική. Κύματα-κύματα, αναδεύει ένα βαθύ προεγώ και από το βυθό αναδύονται λεπτές αποχρώσεις της ζωής, κρυπτογραφημένες σε συμβολικές παραστάσεις, που όλες όμως παραπέμπουν στο ανεξιχνίαστο μυστήριο της ύπαρξης.

Το αέναο ρεφραίν, “ο δρόμος είναι σκληρός”, υποβάλλει μια ατμόσφαιρα μυστική και μεταφυσική και συνάμα ένα δεύτερο λάιτ-μοτίφ (με τη σταθερή επανάληψη του “καίγονται… καίγονται…”) εστιάζει στην σωστική εκπύρωση των επιφαινομένων – ανούσιων, μα εξουσιαστικών – παραφέρνων του κοινωνικού βίου. Με τον τρόπο αυτό η γραφή οδηγείται σε μια αναπάντεχη κορύφωση, που καταφάσκει στη ζωή (αψηφώντας μυριάδες μικρούς θανάτους) και σ’ αυτά που συνιστούν τις πιο θελκτικές “αιχμές” της.


Πληγωμένος από την αίσθηση της βροτείας του φύσης, ο ποιητής μας εστιάζει την προσοχή του στα ουσιώδη, στα τιμαλφή του βίου του δράγματα. 
Συμπονώντας το θάνατο και τη λήθη της ύπαρξης, ανακαλύπτει ευγνωμόνως “την ευεργεσία της ζωής”, χωρίς να υποτιμά τα δικαιώματα των νεκρών. Συνομιλεί με ποιητές και αναστοχάζεται τη σημασία της ποίησης. Ως γνήσιος ωραιολάτρης, λατρεύει και δοξάζει την ομορφιά και τη γυναίκα, είτε ως αιώνιο θήλυ είτε ως προκλητική femme rouge είτε ως συμβατική σύντροφο του άντρα. Σέβεται τον πνευματικό του “γέροντα” και συμπροσεύχεται με ταπεινότητα, εκφράζοντας μία απολογητική συγγνώμη, που ο καθένας μας θα όφειλε να ζητήσει. Αναπολεί και νοσταλγεί τα χρόνια του σε μεγάλες ξενικές πολιτείες και αντλεί κουράγιο και δύναμη να ξαναρχίζει από το τίποτα και από το πουθενά. Γράφει ένα νεκρικό “παραμύθι” και αφηγείται το περιστατικό του αιφνίδιου θανάτου του πατέρα, φιλοσοφώντας για το πεπρωμένο και την άφευκτη μοίρα, φιλιώνοντας εν τέλει με την ιδέα του θανάτου, που είναι πλέον “καλοδεχούμενος”. Με χιούμορ αντιμετωπίζει τον πειρασμό, αναλαμβάνοντας περσόνα ζωγράφου.


Μα πάνω απ’ όλα, αυτός ο ποιητής-ζωγράφος φωταγωγεί τους πίνακές του μέσα σε άπλετο φως αγάπης, αγάπης ουρανωμένης, που ξεθωριάζει τη δύναμη όλων των σκοταδιών (πρβλ. το motto της συλλογής).


Έτσι, ο “άτυχος της αγάπης” καθίσταται εν τέλει τυχερός να φέρει στο φως ένα εικόνισμα σπάνιας ομορφιάς, που δεν βασίζεται στους τυπικούς κανόνες της καλολογίας. Απόκειται στην εξεικονιστική δύναμη της γλώσσας του Γ. Γιαννόπουλου να περιγράφει συνειδησιακές καταστάσεις της ύπαρξης, χωρίς ναρκισσισμούς και ωραιοπάθειες – με μόνη τη δύναμη της καθαρής καρδιάς και του αναβαπτισμένου σε καθάρια νάματα στοχαστικού νου σε μια ακόμα θαρραλέα ανάδυσή του…

*Ο Αθανάσιος Οικονόμου σπούδασε Ψυχολογία και κοινωνικές επιστήμες,Αγγλική Φιλολογία και επιστήμες του ανθρώπου.Γράφει ποίηση και κριτικά δοκίμια,μεταφράζει και συνθέτει μουσική.Έχει δημοσιεύσει ποιητικές συλλογές στον τόμο Μετα-ποίηση:Διατριβή Αισθητικής Μικρογνωσίας(1991) και την πολυσυζητημένη έμμετρη μετάφραση στον Απολεσθέντα Παράδεισο του Τζων Μίλτων(εκδ. Οδός Πανός 2010).Κείμενά του δημοσιεύονται σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

10635997_898747206820339_7526773277942800886_n

**Ο Γιώργος Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Έζησε στη Νέα Υόρκη, στις Βρυξέλλες και στο Άμστερνταμ. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Μακεδονία, όπου διατηρούσε στήλη με αρθρογραφία διεθνών θεμάτων. Παράλληλα συνεργάστηκε και με διάφορα περιοδικά ποικίλης ύλης (SL, Επιχειρείν, 8ME8, Publicus). Είναι ο εκδότης και διευθυντής του πολιτιστικού περιοδικού Ένεκεν, το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε ένθετο στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος. Έχει επιμεληθεί την έκδοση διαφόρων περιοδικών και βιβλίων, καθώς και των δύο τελευταίων τόμων της τετράτομης Ιστορίας του Ποντιακού Θεάτρου του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη Ερμή Μουρατίδη κ.ά. Έχει μεταφράσει από τη γαλλική το βιβλίο (ψυχαναλυτικό δοκίμιο) του διακεκριμένου Βέλγου ψυχιάτρου-ψυχαναλυτή Mosse Maurice Krazman La place de l’ amour dans psychanalyse. Το 2000 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή “Διαδρομή”, θετικές κρίσεις για την οποία γράφτηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά Οδός Πανός, Εντευκτήριο, καθώς και σε τοπικά έντυπα. Βασισμένη στο έργο αυτό η πιανίστα Ζωή Σαμσαρέλου έχει συνθέσει μουσική για παράσταση. Άρθρα και συνεργασίες του Γιώργου Γιαννόπουλου έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα έντυπα.

10665137_898747460153647_3486495162372274601_n