Βασίλης Φαϊτάς, Ρους και ροή

rous

Στην ποιητική συλλογή Ρους και ροή του Βασίλη Φαϊτά συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα. Πρόκειται καταρχάς για ένα σύνολο 32 ποιημάτων, είναι δηλαδή αρκετά εκτενής ώστε να δώσει το στίγμα του ποιητή και να επιτρέψει στον αναγνώστη να αποκτήσει μια πιο σφαιρική εικόνα του ποιητικού σύμπαντος που ξεδιπλώνεται.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι μια δουλειά προσεγμένη τόσο λεξιλογικά όσο και δομικά γενικότερα, ο ποιητής έχει αφιερώσει τον απαραίτητο χρόνο για να φέρει τον στίχο του σε μια μορφή συνολικά άρτια. Τα περισσότερα ποιήματα είναι σύντομα με εξαίρεση το ομότιτλο που είναι και το εκτενέστερο, φωτίζοντας κατά κύριο λόγο την αναζήτηση του χρόνου στο διηνεκές, το στοιχείο δηλαδή που αποτελεί και τον κεντρικό άξονα της θεματολογίας του ποιητή. Η προσεγμένη γλώσσα εγκαθιδρύει ένα εννοιολογικά ενδιαφέρον «πλησίασμα των αντιθέτων», συναντά κανείς απρόσμενους συνδυασμούς που φαντάζομαι ενισχύουν την αίσθηση της έκπληξης, όμως ο ποιητής δεν αποφεύγει πάντα την παγίδα της ασάφειας: σε κάποιες περιπτώσεις, δείχνει να ερωτεύεται τις ίδιες του τις λέξεις.

Στο ποίημα «Γερνάει το σύμπαν» για παράδειγμα, οι στίχοι:

η αγωνία του τυχαίου να διαιωνίσει
έναν ανομολόγητο πόθο
αίσθηση ροής σε μια άδεια θάλασσα

στο τέλος προκαλούν μια αίσθηση απορίας, και ο αναγνώστης κινδυνεύει να χάσει την επαφή του με το κείμενο.

Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής επιχειρεί να κατανοήσει το πέρασμα του χρόνου, και στην προσπάθειά του αυτή τα όρια του χρόνου διαστέλλονται για να χάσουν το αρχικό τους περίγραμμα, βγαίνουν από την πεπατημένη και ακολουθούν πιο προσωπικά, εσωτερικά μονοπάτια. Το «εγώ» είναι πανταχού παρόν στο σύνολο των ποιημάτων, η ποίηση είναι σαφέστατα προσωποκεντρική χωρίς όμως να είναι εσωστρεφής, οι δίοδοι επικοινωνίας είναι σταθερά ανοιχτοί ανάμεσα στον ποιητή και τον αποδέκτη.

Είναι γεγονός ότι η αγωνία και το άγχος του θανάτου όπως σκιαγραφούνται για παράδειγμα στα ποιήματα «Ροή I» και «Συνομιλία με τη σκιά μου» δεν αποτελούν ιδιαίτερα πρωτότυπη προβληματική, ο ποιητής τελικά ανακαλύπτει ξανά γνωστά μονοπάτια. Από την άλλη μεριά, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η εκκωφαντική σιωπή και απουσία του έρωτα και της γυναικείας φιγούρας, τόσο θεματικά όσο και στυλιστικά. Η έκφραση συναισθημάτων απέναντι στον Άλλον είναι σχεδόν ανύπαρκτη, το «εγώ» στο σύνολο αυτών των κειμένων πορεύεται μόνο του, με αποκλειστική συντροφιά κάποιες ισχυρές εικόνες που σίγουρα δεν στερούνται ομορφιάς.

Μερικά ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

Εντός ορίων

Όσο οι ψυχές γεννιούνται εντός ορίων
αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ
έξω απ’τη σιωπή των στίχων
ο αργοπορημένος θάνατος ταχυδρομεί τον εαυτό του
σ’αυτούς που έχουν κι όλας πεθάνει.

Ταξιδεύω
αλληγορία, αναρχικό φωνήεν
ανάμεσα σε ασύμβατα σύμφωνα
ιχνηλατώντας
ένα παντοτινό πρωινό
την παλίρροια αιώνες.

***
Ολότητα

Με το αίμα αντιστεκόμαστε στο θάνατο
με τη γλώσσα κατανοούμε το φως
το όνειρο πάντα προϋπήρχε
να προετοιμάσει την ένωση με την ροή.

***
Tο δάκρυ του παντός

Κάποιοι λένε πως έφτασα
από μια διακύμανση του άχρονου
απομεινάρι του ολοκαυτώματος της φαντασίας
λένε πως είμαι η φαντασία του εαυτού μου
ίχνος ανάμεσα στο πριν και στο μετά
όχημα της άγνοιας η συνείδηση
βρόχος πιθανοτήτων μεταλλάσσεται
ό,τι ονομάσαμε εδώ ή τώρα
ρίζα της κοίτης
δεν είναι πια εδώ
ένα δέντρο από διάστικτες ματαιότητες
πάλλεται όπως ο γλάρος που πετά
σε γενέθλιες φανταστικές διαστάσεις.

Όμως γιατί μ’αφήνει άγρυπνο αυτή η σκέψη
να’μουν κάτι άλλο απ’ό,τι είμαι
γιατί τα μάτια μου τα τυραννάει
αυτό το δάκρυ του παντός
καθώς μια παρουσία αόριστη ερχομού
μακρινός καταρράχτης και γύρω
της αιωνιότητας ο αφρός.

Κρις Λιβανίου

Ο Βασίλης Φαϊτάς

Ο Βασίλης Φαϊτάς

*Κείμενο, ποιήματα και φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2014/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29

Janine Pommy Vega – Ποίηση όπως λέμε ακτιβισμός

vega_logoskaitexni

Η Janine Pommy Vega, σε ηλικία μόλις 16 ετών, πήγε από το Union City, New Jersey, όπου ζούσε, στη Νέα Υόρκη σε αναζήτηση της Beat Generation που είχε γνωρίσει μέσα από τα βιβλία που διάβαζε. Συνάντησε τον Gregory Corso, και μέσω αυτού και άλλους συγγραφείς. Μετά την αποφοίτησή της εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Το φθινόπωρο του 1962 έφυγε από την Αμερική με τον Fernando Vega και ταξίδεψε μαζί του για τρία χρόνια στο Ισραήλ και την Ευρώπη. Μετά το θάνατό του το 1965 επέστρεψε στην Αμερική και ολοκλήρωσε το πρώτο της βιβλίο, “Poems to Fernando”, το οποίο δημοσιεύθηκε από την City Lights Books το 1965. Στο Σαν Φρανσίσκο  συναναστρέφεται με τους Diggers και τους Hell’s Angels, με τους συγγραφείς του North Beach, και έχασε τέσσερις συνεχόμενες φορές τα χειρόγραφα του δεύτερου βιβλίου του. 

Το 1971 έφυγε για 4 χρόνια για τη Νότια Αμερική και έζησε στο Περού, την Κολομβία και τη Βολιβία. Κατά την παραμονή της στο νησί του Ήλιου στη λίμνη Τιτικάκα στη Βολιβία, όπου τελείωσε “Journal of a Hermit” (Cherry Valley Editions, 1979) και “Morning Passage” (Telephone Books, 1976). Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη το 1975 άρχισε να διδάσκει ποίηση σε αγγλόφωνα και δίγλωσσα παιδιά στα δημόσια σχολεία και στους φυλακισμένους του Σωφρονιστικού Συστήματος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Τα ταξίδια της σε όλη τη δεκαετία του ογδόντα και του ενενήντα ήταν η βάση για το “Drunk on a Glacier, Talking to Flies” (Tooth of Time Press, 1988); “Threading the Maze” (Cloud Mountain Press, 1992); “Red Bracelets” (Heaven Bone Press, 1992); “Tracking the Serpent: Journey to Four Continents” (City Lights, 1997); “Island of the Sun” (Longhouse, 1991) και “Mad dogs of Trieste” (Black Sparrow Press, 2000).

Διεύθυνε τη  Incision/Arts, μια οργάνωση που συγκεντρώνει συγγραφείς στη φυλακή. Μέλος της Επιτροπής PEN American Center’s Prison Writing Committee, ήταν συν-συγγραφέας με Hettie Jones του “Words over Walls”, ενός εγχειριδίου για την ενεργοποίηση των εργαστηρίων γραφής στις φυλακές. Η Janine Pommy Vega πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου του 2010.

Η κουζίνα σε καιρό πολέμου 

Σκέφτομαι τις γυναίκες του Γιάννη Ρίτσου
που βαδίζουν προς την κουζίνα στην πρώτη φήμη του πολέμου
Σκέφτομαι τη μυλόπετρα της γιαγιάς στο Jersey City,
μια μηλόπετρα που δεν θα μπορούσα ποτέ να παράξω, ενώ προχωρώ
με βήμα βελούδινο για να τρίψω το βασιλικό που μεγάλωσε
πέρυσι, βουρτσίσμα της γάτα, κόψιμο του σκόρδου
για να καρυκεύσεις τη σαλάτα.
Ασχολίες σκοπιμως ήσυχες, αν και θα μπορούσα να ξεκινήσω
να πετώ τις κατσαρόλες όπως η μητέρα μου, μπορώ να σου πω
που θα μπορούσα να κάνω μια τέτοια φασαρία που θα αναρωτηθείτε ποιος
έχει τρελαθεί, και είναι ο κόσμος
στις φωτογραφίες που δεν θα φέρω στο σπίτι,
στην μοχθηρή, χλεβαστική στάση ενός προέδρου
απατεώνα, τοποθετημένο εκεί από μια χούφτα των εταιρειών
Θα μπορούσα να σου δείξω πώς τα δάκρυα έσκαψαν στην καρδιά
μια τρύπα τόσο βαθιά όσο οι παντόφλες
όπου εκείνη βύθιζε τα πόδια της τα κρύα πολωνικά πρωινά
Έγινα ότι η γυναίκα babushka
μαρτυρας του μακελειού, κάθε αστείο είναι εκτός
τόπου, καθόλου αστεία σχετικά με σπασμένα παιδιά ή μητέρες
που ουρλιάζουν, οι νεκροί στρατιώτες είναι οι ίδιοι παιδιά
Καθόλου αστεία για παιδιά, τα παιδιά του καθενός
δεν χάνουν την σφαγή τους
το πετρελαίο τα όπλα ο χρυσός σε ψηλούς σωρούς όσο αυτό το σπίτι
δεν μπορούν να αγοράσουν το γελιο τους, δεν μπορουν να θάψουν τις κραυγές τους
τη νύχτα, εγώ κατηγορώ τους λευκούς γέρους πνίγμένη στην απληστία
των φονικών τους, θα παλέψω για κάθε κατσαρόλα και τηγάνι
που έχω στην κατοχή μου για έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα χέρια τους.

Willow, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 2003

*Μετάφραση στα Ιταλικά: Raffaella Marzano. Μετάφραση στα Ελληνικά: Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης. Πηγή: http://www.casadellapoesia.org/ Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο Λόγος και Τέχνη στο http://logoskaitexni.blogspot.com

Martin Duwell reviews Petra White

a-hunger

A Hunger
by Petra White
John
Leonard Press, 2014

Petra White’s A Hunger is a kind of Collected-Poems-so-far, containing her two previous books, The Incoming Tide and The Simplified World, and a new collection that provides the overall title. It is not a large body of work but it is an impressively consistent one and a third book is often a good place from which to get a grip on a poet’s overall orientations.

A Hunger begins with a thirteen-part section devoted to love poems. The poems, though autobiographical, are highly analytical and there are few voyeuristic pleasures to be gained by reading them. Petrarch seems the main model invoked and Dante appears in the title of one of the poems, ‘Selva Oscura’ (which makes a nice wordplay when it says, ‘Ourselves obscure us’) but it is hard not to think of the Metaphysicals as the most important influence. It’s no surprise, then, that the poem after ‘Selva Oscura’, ‘The Ecstasy’, should recall Donne in its title.

The focus is on the psychological and on the sheer weirdness of intense, ‘true’ love. ‘What is he that he has me, / making me think he owes me his self’, asks the first poem and the series goes on to explore various paradoxes. Among these are the way in which the relationship is a willed damage to the self, ‘Love is a thing, the self’s / undoing that it begs for’. There is also the weird dual-solipsism of the situation whereby any outsider is both a ‘poor creature / who shrivels outside all this’ and, at the same time, one of ‘those giant people who survive / without the whim of his attention’. A trip into the Pilbara suggests that love is even capable of holding off the notorious Dreamtime spirits of that area.
‘By This Hand’ is a clever self-referential sonnet, but its first line – ‘In these black lines alone can our love live’ – is significant. It recalls Coleridge’s ‘Dejection: An Ode’ which, famously, says at one point ‘O Lady! we receive but what we give and in our life alone does Nature live’. If Petrarch, Donne and, to a lesser extent, Dante, are the poet-avatars of love, Coleridge is the poet-avatar of depression. It is thus no accident that one of the love poems allows depression to make a brief appearance.

In a parallel way, love makes a brief appearance in the next section of five poems about depression – a section dominated by the impressive ‘Ode on the End’. As with the poems about love, there is nothing superficially documentary about this poem. It is essentially analytical and its perspectives are unpredictable and revealing. The first section, for example, is an engagement with the biblical psalms and White comments, surely correctly, on the way in which an individual’s fight against her local enemies is often inflated into a cosmic battle which, in turn, produces a god who is ‘outlandish and vicious’.
This seems to parallel – though I count my blessings to have no personal experience of this – the way in which a trivial unhappiness inflates in a person suffering clinical depression, and into a shaking apart of the glue that holds the entire cosmos together, destroying ‘the certainty from my hand that grips its object’. As a result, the overwhelming sensation is of fear that practises ‘its little song, / its rattle of flies, / slow shrink of mind / and heart // to a field where love can’t live’.

If there is a unifying theme in the poems that make up the third and final section of A Hunger, it is the examination of the opposition between freedom and enclosure. This is laid out in the first poem, ‘Feral Cow’, which describes a how lone cow ‘tap-dances on the edge of the road’ while an endless procession of trucks carry others of her kind to the abattoirs. It is one of those poems which, if extracted from other poems by the same author – put in an anthology, say – leaves the reader puzzled as to its significance. But three collections of Petra White’s work give a locating context within the theme of containment and freedom. Yes, the cow is free, but the poem is no naïve celebration of a freedom that is a result of being cut adrift from all structures: as the poem says, ‘unfenced from dream / of herd, field and farmer’. Herd, field and farmer – uncannily reminiscent of the colleagues, building and superiors of White’s many poems about the bureaucratic life – form a structure that enables productive work. Of course, in the cow’s case, that means joining a cavalcade of one’s peers going to a slaughter-house where their only ‘production’ will be meat for humans. But the poem’s conclusion – ‘Infinite cry of road, / tongue-spiking spinifex’ – shows that being a lone domesticated beast in the wilderness is no picnic either. Perhaps there is a reflection here of the old case in support of the Neolithic revolution: the domestication of animals is a bargain which ensures the animal a longer and healthier life in captivity than is available in the wild as well as, comparatively, a better death. Another poem, ‘The Cat, Marina’, about training a cat to become an indoors animal, says openly, ‘she is prisoned / that she might live longer’, but in the long run, I think both ‘Feral Cow’ and ‘The Cat, Marina’ are more allegories than poems about animals and domestication.

There is another series of poems about bureaucratic life, ‘The Sound of Work’, which now rather clicks into focus as a study of one kind of virtuous, reasonably productive, containment. It makes sense of the way in which, in White’s first book, a long sequence on office life was followed by a sequence detailing the adventures of a hippy party driving through the Nullarbor. The poems here are exemplars of a kind of containment and a kind of freedom.

A Hunger finishes by reintroducing darker poems. ‘Film Script’ describes the dark figure who always advises self-harm on bleak days, and ‘The Unanxious Mind’, while seeming a celebration of mental freedom, reminds us that it is a very vulnerable state: ‘the light that shines / around its eyes is balanced upon a pinpoint’. The final two poems move into areas of public rather than personal bleakness – culminating in the Victorian bushfires of five years ago. I don’t think a public poetry is White’s strongest suit, but I am impressed by the way in which, instead of standing outside and observing such issues, she sees them as what happens when a sickness in the soul spreads to the whole world.
This entry was posted in BOOK REVIEWS and tagged Martin Duwell, Petra White. Bookmark the permalink.

*Martin Duwell formerly taught in the School of English, Media Studies and Art History at the University of Queensland. He was also, formerly, the proprietor of Makar Press. He now writes extensively on contemporary Australian poetry as editor of Australian Poetry Review.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Ο ποιητής Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος στο Λογοτεχνικό Εργαστήρι

160859-screen_shot_2014-09-22_at_10.56.09_p.m.

Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά το 1945, και είναι Αχαιός στην καταγωγή. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία από το 1971. Με την ποίηση ασχολείται από πολύ μικρός. Στίχους πρωτοδημοσίευσε στη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας Η Βραδινή, που την επιμέλειά της είχε ο αξέχαστος Μπάμπης Κλάρας.

Το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα εκδόθηκε, όταν ήταν 21 χρονών και είχε τίτλο Προβολή στον ήλιο (Αθήνα 1966). Πήρε μέρος από τα φοιτητικά του χρόνια στην έκδοση περιοδικών κοινωνικού προβληματισμού και δημοσίευσε πάνω από 200 κείμενα σε διάφορα έντυπα. Η έντονη κοινωνική του παρουσία θα τον αναδείξει σε σημαντικό στέλεχος του Αδέσμευτου Κινήματος Ειρήνης.
 
Είναι από τους πρώτους ποιητές, που συγκαταλέγονται στη γενιά του ’70, έχοντας περιληφθεί στην ανθολογία Νέα Γενιά των εκδόσεων Κέδρος. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και αποτελούσε για αρκετά χρόνια μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου, ενώ την περίοδο 1993 – 1995 εξελέγη Γενικός Γραμματέας της. Είναι, επίσης, επίτιμο μέλος της Διεθνούς Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας, όπου κατά την περίοδο 2001 – 2002 διετέλεσε Α’ Αντιπρόεδρός του.
 
Έχει κάνει πάνω από τριάντα διαλέξεις και έχει παρουσιάσει το έργο ή μεμονωμένα βιβλία αρκετών λογοτεχνών, αλλά και αρκετοί κριτικοί της νεότερης γενιάς έχουν ασχοληθεί με το έργο του σε διαλέξεις τους όπως και με αυτοτελείς εκδόσεις. Για το ποιητικό του έργο έχουν οργανωθεί εκδηλώσεις από πολλούς πνευματικούς φορείς, όπως ο Επιμορφωτικός Σύλλογος Παιανίας, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ηλιούπολης, το περιοδικό Νέα Σκέψη, ο Νέος Πνευματικός Κύκλος Καλλιθέας κ.ά. Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε αρκετές ανθολογίες, όπως η Νέα Γενιά των εκδόσεων Κέδρος (1971), των Δικηγόρων Ποιητών του Π. Παναγιωτούνη (εκδόσεις Πιτσιλός), η Λογοτεχνία της Αχαΐας του Κ. Σταμάτη κ.ά.

160859g-papadoantwnis

Μιλήστε μας για το τελευταίο σας βιβλίο…
 

Πίστευα ότι η ποιητική συλλογή μου Κενό αέρος θα ήταν τυπικά και ουσιαστικά το τελευταίο μου βιβλίο, λόγω της ηλικίας μου. Γι’ αυτό, εκτός από ποιήματα, που είχα γράψει τον τελευταίο καιρό, όπως το ποίημα «H διαθήκη μου» συμπεριέλαβα σ’ αυτό και ποιήματα, που είχα γράψει παλαιότερα, όπως το ποίημα «O καινούργιος», που δεν είχαν συμπεριληφθεί σε προηγούμενα βιβλία μου, μα που θεωρώ ότι δικαιούνταν να συμπεριληφθούν σε κάποιο βιβλίο, αφού από κάθε άποψη, εξακολουθούν και σήμερα να με εκφράζουν τόσο σαν μορφή όσο και σαν περιεχόμενο όπως, πιστεύω ότι εξακολουθούν να εκφράζουν και τις συνθήκες, που βιώνουμε σήμερα. Διατηρώ και στο βιβλίο αυτό το ίδιο απλό ύφος, που χαρακτηρίζει την ποίησή μου μέχρι σήμερα και εξακολουθώ ακόμα να δείχνω την προτίμησή μου τόσο στον παραδοσιακό, όσο και στον ελεύθερο στίχο, αφού πιστεύω πως στην τέχνη γενικά, αν κάτι έχει αισθητική αξία, γίνεται διαχρονικό και έχει, όπως έχει πει και ο Μαρξ, «αιώνια ακτινοβολία».

Πως αναζητάτε την έμπνευση στα χρόνια της κρίσης;
    

Έχω τη γνώμη ότι για το από αισθητική άποψη άρτιο έργο δεν υπάρχουν καινούργια θέματα. Η θεματολογία ήταν, είναι και θα είναι η ίδια. Ο έρωτας, ο θάνατος, ο πόνος, η αδικία δεν ήταν παλιά θέματα, ούτε είναι καινούργια. Υπήρχαν και υπάρχουν και εξακολουθούν να αποτελούν πηγές έμπνευσης κάθε εποχής, ανεξάρτητα απ’ τα συγκεκριμένα γεγονότα απ’ τα οποία εκπήγασαν. Η σημερινή κρίση σίγουρα αποτελεί πηγή έμπνευσης, αφού μπορεί να εκκολάψει έντονα συναισθήματα στην καρδιά κάθε δημιουργού.
 
Ποια η σχέση σας με τη λογοτεχνία;
     
Πρωτόγραψα στίχους πριν κλείσω τα δέκα μου χρόνια. Ωστόσο οι συνθήκες δεν ήταν πάντοτε ευνοϊκές. Παρόλα ταύτα ποτέ δεν εγκατέλειψα το λογοτεχνικό και όχι μόνο βιβλίο. Πάντοτε διάβαζα και παράλληλα με την όποια άλλη κοινωνική μου δραστηριότητα (που δεν ήταν μικρή) έγραφα. Πιστεύω ότι η προσφορά μου σε όγκο τυπωμένων έργων δεν είναι ασήμαντη, αφού αριθμεί ήδη τα 12 βιβλία.
 


Μπορεί ένα καλό βιβλίο να «σώσει» την ψυχή μας;
   

Μπορεί να έχει επίδραση σε κάποια μεμονωμένα άτομα. Όχι σε μεγάλα κοινωνικά σύνολα. Πόσο «έσωσε» την ψυχή του γερμανικού ναζιστικού όχλου η ποίηση του Γκαίτε και η μουσική του Μπετόβεν; Και να πει κανείς ότι ήταν αμόρφωτοι; Όχι, βέβαια. Αυτό δεν σημαίνει ότι μετά το Άουσβιτς δεν αξίζει να ασχολούμαστε με τη λογοτεχνία. Ασχολούμαστε, όσοι ασχολούμαστε, γιατί έτσι μας αρέσει, γιατί το αισθανόμαστε σαν ανάγκη έκφρασης και είναι αξιοπαρήγορο ότι αυτό που αρέσει σ’ εμάς, αρέσει και σε άλλους, παίζοντας κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση του ψυχικού τους κόσμου, άλλοτε μικρό, άλλοτε μεγαλύτερο, μα όχι ασήμαντο και αξιοκαταφρόνητο.

Τα επόμενα σχέδιά σας;
Είπα απαντώντας στο πρώτο σας ερώτημα ότι το τελευταίο βιβλίο μου Κενό αέρος θα ήταν κυριολεκτικά τελευταίο. Έπεσα έξω. Έχω ήδη γράψει μέσα στο τελευταίο εξάμηνο δύο συλλογές με τρίστιχα (χάι κου) και θέλω να πιστεύω ότι θα μπορέσω να τα χαρώ τυπωμένα στο άμεσο μέλλον.

* H ποιητική συλλογή του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου Κενό αέρος (εκδόσεις Vakxikon.gr 2014) θα βρίσκεται από τις 29 Σεπτεμβρίου στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία όλης της χώρας. Την Παρασκευή 3 Οκτωβρίου, στις 20.00, θα παρουσιαστεί στο Βιβλιοκαφέ Έναστρον (Σόλωνος 101 Αθήνα) από τις κριτικούς λογοτεχνίας Ελένη Καρασαββίδου και Χριστίνα Λιναρδάκη. Ποιήματα θα διαβάσει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος.

Η ανάδυση ενός εκλεκτού στο στερέωμα της γραφής

b164520

Μια βιβλιοκρισία του διαλεχτού μου ποιητή και διανοούμενου Αθανασίου Οικονόμου. για την ποιητική συλλογή “Το θέρος των βροτών” του Γιώργου Γιαννόπουλου …
Δημοσιευμένη στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ(τεύχος 31 ο , Ιανουάριος ,Φεβρουάριος, Μάρτιος 2014)

Ανάδυση από το ασυνείδητο είναι το προανάκρουσμα της ποιητικής γραφής του Γιώργου Θ. Γιαννόπουλου στη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο “Το θέρος των βροτών” (Εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη: 2010 με σχέδια του Κ. Λαζαρίδη). Το Matadi μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί αφήγηση ονειρικού περιεχομένου με πλούσια και ζωηρή συνειρμική ακολουθία, γεμάτη συμβολισμούς που ζητούν ψυχαναλυτική ερμηνεία των λανθανόντων στοιχείων αυτού του εντυπωσιακού ονειρο-ποιήματος.


Ανάδυση στον Τόπο του άλλου από τη σκοπιά του εαυτού ως ποιητικού υποκειμένου είναι η δραματική κατακλείδα της συλλογής, για να μάς υπενθυμίσει ότι ο άνθρωπος οικεί τον κόσμο ποιητικά και τότε μόνο καταξιώνεται, όταν καταφέρει και διασώσει την αξιοπρέπεια και την ευγένειά του, όσο η ευαισθησία του διηθείται μέσα από τα συμφραζόμενα της ζωής του, όποτε συναντά και έρχεται σε σχέση με τους άλλους (“Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι”).


Ενδιαμέσως, το ομότιτλο με τη συλλογή του ποίημα “Το θέρος των βροτών”, μια σουρρεαλιστική ραψωδία, αποτυπώνει το ποιητικό credo του ποιητή. Η γραφή εδώ αποσπασματική. Κύματα-κύματα, αναδεύει ένα βαθύ προεγώ και από το βυθό αναδύονται λεπτές αποχρώσεις της ζωής, κρυπτογραφημένες σε συμβολικές παραστάσεις, που όλες όμως παραπέμπουν στο ανεξιχνίαστο μυστήριο της ύπαρξης.

Το αέναο ρεφραίν, “ο δρόμος είναι σκληρός”, υποβάλλει μια ατμόσφαιρα μυστική και μεταφυσική και συνάμα ένα δεύτερο λάιτ-μοτίφ (με τη σταθερή επανάληψη του “καίγονται… καίγονται…”) εστιάζει στην σωστική εκπύρωση των επιφαινομένων – ανούσιων, μα εξουσιαστικών – παραφέρνων του κοινωνικού βίου. Με τον τρόπο αυτό η γραφή οδηγείται σε μια αναπάντεχη κορύφωση, που καταφάσκει στη ζωή (αψηφώντας μυριάδες μικρούς θανάτους) και σ’ αυτά που συνιστούν τις πιο θελκτικές “αιχμές” της.


Πληγωμένος από την αίσθηση της βροτείας του φύσης, ο ποιητής μας εστιάζει την προσοχή του στα ουσιώδη, στα τιμαλφή του βίου του δράγματα. 
Συμπονώντας το θάνατο και τη λήθη της ύπαρξης, ανακαλύπτει ευγνωμόνως “την ευεργεσία της ζωής”, χωρίς να υποτιμά τα δικαιώματα των νεκρών. Συνομιλεί με ποιητές και αναστοχάζεται τη σημασία της ποίησης. Ως γνήσιος ωραιολάτρης, λατρεύει και δοξάζει την ομορφιά και τη γυναίκα, είτε ως αιώνιο θήλυ είτε ως προκλητική femme rouge είτε ως συμβατική σύντροφο του άντρα. Σέβεται τον πνευματικό του “γέροντα” και συμπροσεύχεται με ταπεινότητα, εκφράζοντας μία απολογητική συγγνώμη, που ο καθένας μας θα όφειλε να ζητήσει. Αναπολεί και νοσταλγεί τα χρόνια του σε μεγάλες ξενικές πολιτείες και αντλεί κουράγιο και δύναμη να ξαναρχίζει από το τίποτα και από το πουθενά. Γράφει ένα νεκρικό “παραμύθι” και αφηγείται το περιστατικό του αιφνίδιου θανάτου του πατέρα, φιλοσοφώντας για το πεπρωμένο και την άφευκτη μοίρα, φιλιώνοντας εν τέλει με την ιδέα του θανάτου, που είναι πλέον “καλοδεχούμενος”. Με χιούμορ αντιμετωπίζει τον πειρασμό, αναλαμβάνοντας περσόνα ζωγράφου.


Μα πάνω απ’ όλα, αυτός ο ποιητής-ζωγράφος φωταγωγεί τους πίνακές του μέσα σε άπλετο φως αγάπης, αγάπης ουρανωμένης, που ξεθωριάζει τη δύναμη όλων των σκοταδιών (πρβλ. το motto της συλλογής).


Έτσι, ο “άτυχος της αγάπης” καθίσταται εν τέλει τυχερός να φέρει στο φως ένα εικόνισμα σπάνιας ομορφιάς, που δεν βασίζεται στους τυπικούς κανόνες της καλολογίας. Απόκειται στην εξεικονιστική δύναμη της γλώσσας του Γ. Γιαννόπουλου να περιγράφει συνειδησιακές καταστάσεις της ύπαρξης, χωρίς ναρκισσισμούς και ωραιοπάθειες – με μόνη τη δύναμη της καθαρής καρδιάς και του αναβαπτισμένου σε καθάρια νάματα στοχαστικού νου σε μια ακόμα θαρραλέα ανάδυσή του…

*Ο Αθανάσιος Οικονόμου σπούδασε Ψυχολογία και κοινωνικές επιστήμες,Αγγλική Φιλολογία και επιστήμες του ανθρώπου.Γράφει ποίηση και κριτικά δοκίμια,μεταφράζει και συνθέτει μουσική.Έχει δημοσιεύσει ποιητικές συλλογές στον τόμο Μετα-ποίηση:Διατριβή Αισθητικής Μικρογνωσίας(1991) και την πολυσυζητημένη έμμετρη μετάφραση στον Απολεσθέντα Παράδεισο του Τζων Μίλτων(εκδ. Οδός Πανός 2010).Κείμενά του δημοσιεύονται σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

10635997_898747206820339_7526773277942800886_n

**Ο Γιώργος Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Έζησε στη Νέα Υόρκη, στις Βρυξέλλες και στο Άμστερνταμ. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Μακεδονία, όπου διατηρούσε στήλη με αρθρογραφία διεθνών θεμάτων. Παράλληλα συνεργάστηκε και με διάφορα περιοδικά ποικίλης ύλης (SL, Επιχειρείν, 8ME8, Publicus). Είναι ο εκδότης και διευθυντής του πολιτιστικού περιοδικού Ένεκεν, το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε ένθετο στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος. Έχει επιμεληθεί την έκδοση διαφόρων περιοδικών και βιβλίων, καθώς και των δύο τελευταίων τόμων της τετράτομης Ιστορίας του Ποντιακού Θεάτρου του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη Ερμή Μουρατίδη κ.ά. Έχει μεταφράσει από τη γαλλική το βιβλίο (ψυχαναλυτικό δοκίμιο) του διακεκριμένου Βέλγου ψυχιάτρου-ψυχαναλυτή Mosse Maurice Krazman La place de l’ amour dans psychanalyse. Το 2000 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή “Διαδρομή”, θετικές κρίσεις για την οποία γράφτηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά Οδός Πανός, Εντευκτήριο, καθώς και σε τοπικά έντυπα. Βασισμένη στο έργο αυτό η πιανίστα Ζωή Σαμσαρέλου έχει συνθέσει μουσική για παράσταση. Άρθρα και συνεργασίες του Γιώργου Γιαννόπουλου έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα έντυπα.

10665137_898747460153647_3486495162372274601_n

Για τον Άρη Ταστάνη

10312348_1467775260166294_6438245700734694747_n

Πέρασε ένας χρόνος.
Και είναι σαν ήτανε χτες που έφυγε ,
αναπάντεχα, την Παρασκευή 20-9-2013 
για τις γειτονιές των κατατρεγμένων και αλαφροισκιωτων αυτού του κόσμου, που τόσα ποιήματα είχε γράψει
ο Αρης Ταστάνης, ο φίλος μας, ο σύντροφος, ο συναγωνιστής, ο αδερφός μας,
 ένας μεγάλος καταπληκτικός άνθρωπος, 
ένα μεγάλο χαμόγελο, 
μια μεγάλη αγκαλιά.

Ο ποιητής Αρης Ταστάνης ,ίσως ο σπουδαιότερος ποιητής με αναπηρία στην Ελλάδα. 
Τυχεροί όσοι τον γνώρισαν, όσοι έζησαν μαζί του, όσοι μοιράστηκαν μαζί του 
χαρές, λύπες, γέλια ,τραγούδια, γλέντια, χορούς, ταξίδια, ξενύχτια, ντουμάνια και γεμάτα τασάκια με αποτσίγαρα, άδεια μπουκάλια με αλκόλ και σπασμένα ποτήρια, όσοι ήπιαν καφέ και έπαιξαν μαζί του τάβλι κάτω από την κληματαριά στην φιλόξενη αυλή στη Τερψιθέα, όσοι μαζί του είδαν την ανατολή στο καράβι που τον πήγαινε στην αγαπημένη του Μυτιλήνη, φίλοι που έφυγαν νωρίς, ανεκπλήρωτοι και προδομένοι έρωτες, δάκρυα, όνειρα, ελπίδες, ,ατελείωτες συζητήσεις, συγκρούσεις, διαδηλώσεις, υποσχέσεις για το αύριο, υποσχέσεις για έναν καλύτερο κόσμο. 

Ο Αρης δεν ζήτησε ποτέ τίποτα, 
μόνο έδινε
, έσκαβε 
απλόχερα, το παράδειγμα 
ότι μόνο με αγώνα θα αλλάξουν τα πράγματα ότι μόνο με μάχες θα έρθουν καλύτερες μέρες. 
Ο Αρης έφυγε ξαφνικά, 
κοινώς μας την έκανε,
 μας τσάντισε, μας θύμωσε,
 λες και πήγε μια βόλτα να πιει ένα καφέ και όπου να ναι θα ξανάρθει. 
Άφησε πίσω του ένα μεγάλο πολύ βαρυ σημαντικό ποιητικό έργο, ανήκει σε όλους τους αγαπημένους του συνταξιδιωτες στο όνειρο.

Απο τις πρωτες κριτικες της δουλειάς του απ΄π τον μεγαλο ποιητή Τάσο Λειβαδιτη.

Εφ. ΑΥΓΗ: (Κυρ. 13 Απρ. 1980)

{…μεστός και ανανεωμένος παρουσιάζεται ο Α.Τ. με το τέταρτο βιβλίο του…
Φυσικά την πορεία του την είχε χαράξει από την πρώτη κι όλας συλλογή του με πυξίδα που να δείχνει πάντα τη μεγάλη και σκληρή εποχή μας.
Τους μακρόχρονους αγώνες του λαού μας για ελευθερία, το μόχθο των ταπεινών, τα δάκρια των καταφρονεμένων, αλλά συγχρόνως και την ελπίδα στη ζωή και το μέλλον, που σ’ αυτό το βιβλίο του παίρνουν πλατύτερες διαστάσεις:


<>.

<>.

<>.

Ο «ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ» του Ταστάνη, δεν είναι μόνον οι απόμερες γωνιές της Αθήνας, αλλά όλου του κόσμου. 
Κι οι άνθρωποι, στην πιο ακραία τους καθημερινότητα, αλλά και στο πιο λαμπρό μεγαλείο τους συνωστίζονται μες στις σελίδες του: εργάτες, λαϊκοί αγωνιστές, άτομα δυστυχισμένα, αποκλεισμένα, όμως με αξιοπρέπεια και περηφάνια παλεύουν για το δικό τους αύριο!

<>.

Ο «ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ» του ποιητή διαθέτει ό,τι καλύτερο έχει το ανθρώπινο στοιχείο: ειλικρίνεια, ευψυχία, δύναμη, ευαισθησία, ιδανικά.
Όλα αυτά που συναντάει κανείς λίγο μακρύτερα απ’ τις ολόφωτες και άψυχες βιτρίνες των μεγαλουπόλεων.
Ακόμα κι ο πόνος είναι γεμάτος καρτερία:

<>.

Ακριβώς όμως επειδή ο νεαρός ποιητής παρουσιάζει μια τέτοια αναμφισβήτητη εξέλιξη , πρέπει και η κριτική να επισημάνει κάποιες αδυναμίες του, όπως η περιττολογία κι η εύκολη αισθηματικότητα καμιά φορά.
Αν ο Ταστάνης πυκνώσει το λόγο του και του αφαιρέσει κάθε περιττό, είναι βέβαιο ότι θα δώσει ποίηση υψηλής στάθμης.
Γιατί κι εδώ , όπου κατορθώνει ν’ αποδεσμεύεται απ’ το περιττό, μας χαρίζει μικρά κείμενα υποδειγματικά:

<>.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (Ποιητής)


Η ΑΥΓΗ 20-9-2014
Για τον ΑΡΗ ΤΑΣΤΑΝΗ.
΄Εφερε το αποτύπωμα των αξιών της Αριστεράς
Καθώς τις μέρες αυτές κλείνει ένας χρόνος από τον ξαφνικό θάνατο του Άρη Ταστάνη, σκέφτομαι ότι υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να θυμόμαστε συχνά τον Άρη.
Ένας προφανής λόγος είναι το πείσμα του. Χτυπημένος από μια σκληρότατη μοίρα, ο Άρης έζησε παρ’όλα αυτά προσηλωμένος με πείσμα στην τέχνη, τη δημιουργία και τον αγώνα. Η τέχνη και η δημιουργία για τον Άρη ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν μέσα στο οποίο κινούταν με γνώση και με πάθος. Διαβάσματα, βιβλία, ιστορίες και λεπτομέρειες, και η συνεχής άσκηση της γραφής. Νομίζω ότι ο Άρης – παρ’όλο που είχε πλήρη συνείδηση του άνισου αγώνα που έδινε – είχε αποφασίσει να μην παραιτηθεί, να φτιάξει ένα δικό του κόσμο δημιουργίας και επικοινωνίας. Και τον έφτιαξε. Όχι με την αγωνία της υστεροφημίας, αλλά με την ανάγκη να νοηματοδοτήσει μια ζωή που ήταν αρκετά νωρίς φανερό ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

Σκέφτομαι επίσης τον Άρη σα σύντροφο. Ο Άρης ήταν ένας από τους συντρόφους (και τις συντρόφισσες, φυσικά) που ήταν πάντα εκεί και που ξέρεις ότι θα είναι πάντα εκεί. Τους συντρόφους που δε στελεχώνουν τις κεντρικές επιτροπές ή τα κομματικά όργανα, που δεν είναι επαγγελματικά στελέχη, αλλά είναι σταθεροί στις επιλογές τους, παρόντες στις καλές και τις κακές στιγμές του κινήματος. Που οι ανάγκες τους ξεπερνούν την τρέχουσα ανάλυση της καθοδήγησης. Που κουράζονται και αδιαφορούν για την ατελείωτη εσωκομματική ίντριγκα. Τους συντρόφους δηλαδή που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά του ιστορικού ρεύματος της ελληνικής Αριστεράς.

Για τον Άρη η ένταξη στην Αριστερά ήταν μια βαθιά ανθρωπιστική επιλογή. Η βασική πηγή της έμπνευσής του – τόσο στην ποίηση όσο και στην κοινωνική του δράση – ήταν οι αγώνες των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Η αγωνία του για το κίνημα της κοινωνικής απελευθέρωσης αποτυπωνόταν στα διαβάσματά του και τη βαθιά γνώση της ιστορίας των κοινωνικών αγώνων όπου γης. 

Ήταν τύχη αγαθή που τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ζώντας στα νότια προάστια, ο Άρης συνδέθηκε με τον αγώνα της υπεράσπισης του Ελληνικού και της πρόσβασης στην παραλία του, ένα υποδειγματικό αγώνα που συμπύκνωνε τις αξίες και τα νοήματα που ενέπνευσαν και τον Άρη σε όλη του ζωή. Οι “ανυπότακτοι γαλάτες” του Ελληνικού αποτέλεσαν για τον Άρη μια νέα πολιτική οικογένεια. Και με πολύ μεγάλη ικανοποίηση συχνά ανέφερε ότι με τον αγώνα αυτό μπορούσε και ο ίδιος πλέον να κάνει μπάνιο στην απελευθερωμένη παραλία χάρη στην ειδική πρόβλεψη που υπήρχε για τους ανθρώπους με αναπηρία. Μια φαινομενικά μικρή, αλλά εξαιρετικά σημαντική (συμβολικά και πραγματικά) νίκη.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Άρης ήταν ο άνθρωπος μιας άλλης εποχής, που έφερε το αποτύπωμα των αξιών της Αριστεράς των αγώνων της δεκαετίας του ’60, του αντιδικτατορικού αγώνα, του ενθουσιασμού της μεταπολίτευσης. Ελπίζω ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ελπίζω ότι ο Άρης είναι ο άνθρωπος μιας ενδιαφέρουσας εποχής που έρχεται, ένας άνθρωπος της εποχής “των σεισμών που μέλλονται για να’ρθουν”.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του ΑΡΗ ΤΑΣΤΑΝΗ


Ο Άρης Ταστάνης γεννήθηκε στα Παράκοιλα Λέσβου, το 1953.
Η αντιστασιακή δράση του πατέρα του, οι διώξεις στον εμφύλιο, καθώς και οι πρώτες ενδείξεις της σκληρής ασθένειας στο παιδικό του σώμα, υποχρεώνουν την οικογένειά του να εγκαταλείψει το νησί και να μεταναστεύσει στην Αθήνα.
Από το 1966 κατοικούσε στην Τερψιθέα – Γλυφάδας.

Υπήρξε δεσμώτης μιας ανίατης ασθένειας (μυϊκή δυστροφία των άκρων) καθηλωμένος από 20 ετών, σε αναπηρικό καρότσι.

Από παιδί γνώρισε καλά, όλες τις αρνητικές πτυχές του νοσηλευτικού συστήματος και της κοινωνικής επανένταξης.
Μεγάλωσε σ’ εποχές γκρίζες κι άγονες για τ’ άτομα με αναπηρία. Σε δύσκολες συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Τότε που ήταν «στίγμα» για το άτομο και την οικογένειά του η «αναπηρία» κι όνειρο η πρόσβαση στην πόλη και τη ζωή, στη μέριμνα της πολιτείας, στη μόρφωση και την αποκατάσταση…
Μέσα σε αυτές οι συνιστώσες, μαζί με το προσωπικό πρόβλημα, και την ανάγκη να δραπετεύσει από τα ψηλά τείχη του αποκλεισμού,
αρχίζει να γράφει ποιήματα και να μελετά λογοτεχνικά κείμενα.

Από τότε θα σημαδέψουν βαθύτατα όλη την ποιητική του διαδρομή, τα πάθη και οι αγώνες των καθημερινών ανθρώπων. Τα όνειρα και οι αγωνίες στις υποβαθμισμένες γειτονιές της μεγαλούπολης. 
Μαζί πάντα ο νόστος και θύμηση της Αιολίδας, (τόπος, χρόνος, ιστορία, άνθρωποι, αγώνες, θυσίες, οράματα).
Υπήρξε μέλος της «ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ» (ΕΕΛ) 1980, της «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ», της 
«ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ» 1981.
 Ιδρυτικό μέλος του σωμ. «ΠΑΡΑΠΛΗΓΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ». 
Μέλος της «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ».
Το 1983 εκδίδει το λαογραφικό περ. «ΤΑ ΠΑΡΑΚΟΙΛΙΩΤΙΚΑ».

Το 2002 εκδίδει το πολιτιστικό περ. «ΓΛΥΦΑΔΑ – ΑΝΩ ΚΑΤΩ».

Συνεργάζεται και αρθρογραφεί σε περ. και εφημ. στις συνοικίες και στην περιφέρεια
για ποίηση, λογοτεχνία, άρθρα για τον κοινωνικό αποκλεισμό, ιστορία – λαογραφία Λέσβου, κοινωνικά θέματα.
Στην καθημερινή εφ. της Μυτιλήνης «ΕΜΠΡΟΣ» γράφει τη στήλη: «Της Καθημερινής Ζωής μας».
Το πρώτο ποίημα του που εκδόθηκε: «ΜΠΟΡΕΙΣ», (αφιερωμένο στους ζωγράφους με το στόμα και το πόδι) θα κυκλοφορήσει μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες στο ημερο-λόγιο της «Διεθνούς Ένωσης Αναπήρων Καλλιτεχνών» (1976).
Το 1981 από την TV: ΕΡΤ 2 η δημοσιογράφος Άννα Παναγιωταρέα, παρουσιάζει ημίωρο ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του. Μιλάνε για τον Α.Τ. οι συγγραφείς Ασημάκης Πανσέληνος και Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ.
Το 1981 λαμβάνει μέρος στην εκπομπή της ΕΡΤ 1 του Ν. Δήμου «ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ – ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ» με θέμα : ‘’Αναπηρία και Κοινωνικός Ρατσισμός’’ είναι η πρώτη
απόπειρα που γίνεται από τα Μ.Μ.Ε. να δείξουν το πρόβλημα ρεαλιστικά…
Το 1983 α΄ έτος παγκόσμια αφιερωμένο από τον ΟΗΕ για τ’ Α.Μ.Ε.Α. επιμελείται και παρουσιάζει μια σειρά από 15 εβδομαδιαίες εκπομπές στο ραδιόφωνο ΕΡΤ 2, με θέμα: ‘’Ανάπηρος πολίτης και Κοινωνία’’.
1983 – 84 από τον ραδιοφωνικό σταθμό «GERONIMO GRUVI» επιμελείται και παρουσιάζει την εκπομπή: ‘’Νυχτερινές Στάσεις στην Ποίηση και τη Μουσική’’.
Τα βιβλία του:

1. ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙΝΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ, ΑΘΗΝΑ 1976

2. ΑΙΟΛΙΚΑ, Εκδ. ΙΩΛΚΟΣ 1977

3. 14 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΑΓΓΟΥΛΕ, Εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979

4. ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ, Εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979 

5. ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ, Εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1982 (σχ.εξ. Β. Κατράκη)

6. ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ, Εκδ.ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1985 (σχ. εξ. Β. Κατράκη.)

7. ΑΙΟΛΙΚΑ ΙΙ, Εκδ. ΚΑΛΑΜΑΣ 1992

8. ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ, Εκδ. ΚΑΛΑΜΑΣ 1992 (σχ.εξ. Β. Κατράκη)

9. ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΟΔΟΙΠΟΡΩΝ, Εκδ. ΗΡΑ 1999 (σχ.εξ.Τζέλη Χατζηδημητρίου)

10. ΤΟ ΕΓΩ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ, Εκδ. ΗΡΑ 2003
11. TAΞΙΔΙΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΛΙΣΑΧΝΗΣ, Εκδ. ΑΣΤΕΡΙΑΣ 2005 

12. ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ, Εκδ. Κ.Ψ.Μ 2007
13. ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΟΥ, Εκδ.ΚΨΜ 2011

Gig Ryan Reviews Emma Lew, Bella Li, Kate Lilley, and Jennifer Maiden

lew

li

lilley

maiden

Luminous Animals
by Emma Lew
Vagabond Press, Rare Objects series, 2014

Maps, Cargo
by Bella Li
Vagabond Press, Rare Objects series, 2014

Realia
by Kate Lilley
Vagabond Press, Rare Objects series, 2014

The Violence of Waiting
by Jennifer Maiden
Vagabond Press, Rare Objects series, 2014

Elegy intensifies around the objects that remain, those keepsakes that must signify a spent life. In Kate Lilley’s Realia, the first poem ‘GG’ is an auction listing from Greta Garbo’s estate in which the repetition of Garbo’s name intones like a docked requiem. Only things exist timeless, immutable, saleable, as shining representatives of the once-living. Life’s fraught event is reduced to its acquisitions, and transformed, satirised, into capitalism’s ultimate wearer of labels: the former consumer of commodities is now more amenably cast purely as a selection of those objects, whose value her absence increases. Lilley’s ‘realia’ hammer to the page like Luther’s Theses, each new item increasingly absurd, poignant, etiolated: ‘Greta Garbo bear metal figurine / Greta Garbo stamped Edelweiss doe skin gloves gauntlet length … Greta Garbo mechanical terrier … Greta Garbo wind-up puppy in pink basket … Greta Garbo roulette ashtray.’ The list loyally refrains from any enhancing or explanatory judgement. Each described object vainly attempts to serve as metonym, a distilled abbreviation of its once owner, an aide mémoire, an attribute, such as Athena’s aegis, or Hermes’s winged heels. Objects replace the person and the poem attempts its rite of transubstantiation, exposing this as futile bid. The four poems of Realia are composed of carefully placed fragments, evoking, through sentiment they strategically evade yet imply, the unseen vanishing points of pathos and humour. Precise description memorialises: the ‘antler inkwell’ from Melbourne’s Trades Hall, in ‘Valet de Chambre’ signifying a past era, an obsolete trade; the ‘shaded o-mouth / painted sideglance … glad plaid’ of a doll from ‘Wax Composition 1926’ spins to life like Coppélia, with its sudden flush of present participles, or gerunds, ‘sleeping walking kissing’; ‘Plantation Dainty’ takes lines from Cajun and Creole slave songs, ‘les jours du temps passé’ (auld land syne), that stretch desire into death, as if yearning is always for obliteration:

She comes at night to croon me
les jours du temps passé

cream-top, picayune
she’s what I want and her I’ll have

lowers her face to mine
when love’s chains upon thee lie

buttons down her back as she goes
bonsoir bonsoir mes beaux yeux noirs

Only the poem can remember, as objects stack these radiant caskets. The last poem, ‘Letters of Caption’ – a formal term meaning, roughly, to request to bring an offender of the church into line – wittily re-charges some common phrases in unpredictable contexts: ‘Presentation feedback: good to see you! … Brevity fabrication error … Cheek to cheek in the unabridged / Yours forthwith to thrall and bond.’ In Emma Lew’s Luminous Animals, each poem plays an irresolvable dramatis personae of pronouncements, justifications, and opinions, some seeming to address one who stands accused for unspecified reasons. The Other in these poems may be frightening, yet contemptible, as each narrator enacts a paradox of both revelation and withdrawal, embalming and erasing their own integrity:

Chaos persists and leads to inner haunting,
spreading ruinously, as in dreams.

So I’ll go on suffering with a kind of relish
in the shadow of heroic virtues,
until my errors of allegiance are forgotten
or I fall into a brook one morning, very simple!

(‘Speculative Realms’)

Some poems tally instructions that parody conventional roles:

You must try to touch his heart.
Concoct a special soup in his honour.
Laugh and cry and be afraid, and so on.

(‘Mysteries and Lacquers’)

It is bitterness I want to teach her …
Sweet dreams, delusive hopes.
The taint is passed on from parent to child.
How could anyone as pale as she, I wonder, sit so silently?
I’ll never tire of punishing her.

(‘Finishing School’)

These brusque explainers define their separateness with many end-stopped statements gathering around them like moats, yet they also wildly yield (The Wild Reply was Lew’s first book). The Other is alternately wooed and rejected as hoodwinked despot, witness, or invigilator, the narrator’s character always a flagrantly unknowable display, deflecting with spurious gambits. These narrations twist through self-analysis, repeating and dissolving, with any sense of agency brokered with qualifications and self-sabotaging contradictions, sometimes mirroring the doublespeak of so much twentieth century history:

I concluded in a very slow and clear manner,
so as to assist the person whose job it is to write
everything down and
make a report,
“The death of the Red Army man should remain in our memories
all our lives as a lesson:
If the horse drowns,
proceed on foot.”

(‘Lesson’)

There is an element of the Gothic in these minatory phrases, these haunted apologias of defiant resignation or offhanded incantation that are declaimed and yet, with almost Gothic camp, wryly toyed into discontinuous narrative. Another interest is season: two poems mention autumn, and three allude to spring, one locating it in May – the air is tinged with the upheavals of European history and literature, a fitting setting from which to parry the interpolations of shadowy off-stage quibblers.

The first poem in Jennifer Maiden’s The Violence of Waiting, ‘George Jeffreys: 15: The Fourth Terrace’, takes us into Dante’s Inferno, the abode of the slothful imagined as a casino, in which some Labor Party politicians have gathered. Dante’s sloth is that of ungrasped opportunities, of insufficient love (of the good), and on the fourth terrace these blighted souls now rush in frenzy to compensate for their earthly sloth:

The air in here swirled that colour,
she thought, like aerated wine, all
restless, tired pearls, a hiss
of penitential moonlight, love
that was not enough at the start becoming
overwrought and angry at the last …
Upstairs,
Matilda offered some cold, flasked
forgetfulness and sublime
selective memory, but Clare
remained steeled to remember,
and George knew his own knowledge
of her history itself a steel anchor.

In this sweaty, tinselly atmosphere, Maiden’s George and Clare sharpen their philosophical positions while sceptically observing the ensuing procession. In ‘Diary Poems: Uses of Cosiness’, Sylvia Plath’s facility with homecrafts is described as being ‘desperate / for humanity and control’, that is, as in Lilley, such minutiae may signify, or even magically contain, character. As in previous collections, here Maiden directs odd-couple dialogues: Kevin Rudd and Dietrich Bonhoeffer, Princess Diana and Mother Teresa, Hillary Clinton and Eleanor Roosevelt, along with George and Clare who appear through many volumes. These talismanic guides interpret the existing world as if time-travellers, wise elders whose ethics are more stable than those of their admiring adherents – partly confessors, partly loved parent-figures. Eleanor speaks to Hillary of the Osama Bin Laden assassination, critical of those televised reactions: ‘to have trapped oneself as an audience / to prove onself an actor isn’t what / I would ever want for you’ (‘Hillary and Eleanor: 10: the Coppice’).

The final poem ‘Maps in the Mind’ is similar in its economy and rhythm to ‘My heart has an embassy’, which imagined Julian Assange, in Maiden’s last book Liquid Nitrogen:

The isle of the dead is always sand …
The isle of the dead is never solved
by jungle fast last answers, planned
sensitive-isolate like species evolved
in feral fight and fear on Manus Island,
in fear on Manus Island.

This lyrical poem is partly in couplets whose repetitions and melody, not its matter, remind of Hopkins. The plaint of Hopkins’s ‘Spring and Fall: to a Young Child’ echoes in Mother Teresa’s words to Princess Diana, ‘we will now mourn for ourself.’ This pair converge as if painted in a Renaissance Visitation: ‘now she was wistfully, stilly alone / and Teresa stood beside her.’ Maiden’s poems are naturally political, wrangling the catastrophic here and now. The Violence of Waiting refers to those lukewarm souls who wait in the Inferno’s antechamber, but also refers to those, deemed guilty of the recently-invented ‘sin’ of seeking asylum, who wait in much nearer Infernos.

In his introduction to Contemporary Asian Australian Poets, Adam Aitken writes that Bella Li’s ‘poems are more like deracinated explorers’ journals … China is not hers … China is a library.’ In Li’s Maps, Cargo, prose poems expose the solipsism of early explorers – Cortés in South America, Franklin in the North-West Passage – who see only a desired ‘terra nullius’, just as Judith Wright exposed the Wilderness Society’s presumption of an unnamed wilderness.1 Yet it is colonisers and explorers, at once unbearable and sympathetic, who narrate these poems as they dauntlessly proceed to erase ‘wilderness’: only they possess character, as if the indigenous inhabitants form merely homogenised backdrops for an extinguishing gaze. This pocket atlas of colonialism moves from China to the Americas and elsewhere, through time. Facts frame tired or rapt asides, but Li’s interest is in the Melvillean quest itself, its compulsion and audacity. The second prose poem ‘Voyage’, indicating Baudelaire et al, also positions discovery as play: ‘The hold littered with props. Flat clouds drifting idly along the cardboard coast … my eyes reeked of distance’, and in ‘Three views of the Hindenburg, Ocean County’, part three simply states ‘(Stock photo.)’ – highlighting the writer as collagist and guardian of information. Another tracks the exiled prophet Muhammed:

Massacred, according to custom, the vast number of the inhabitants … One morning, according to the vast number of oriental historians, the sun ‘a little after rising, completely lost its light’. To the great astonishment of the astronomers, this darkness (in the easter palace persisting). Persisted until noon.
(‘E 44 10 N 33 15’)

Dashes, ellipses, are often deployed, as if any word can be arbitrarily assigned: place and time become generic components of colonialism. To own a thing is to desecrate, its attributes miniaturised into a performance of obedience. Reminiscent of Susan Howe’s suggestive gaps, Li’s gaps function as cynicism, a yawn for randomly designated place. This is reiterated in her use of a type of anadiplosis: beginning a line with the last word of the previous line, (a technique Maiden employs in her earlier ‘cluster’ poems) but more often, simply reiteration, or anaphora, beginning lines with the same words. Images are layered like houses around a harbour, theatrically doubling their importance, the solid thing suspended above then caught in the permeable waves re-interpreting it. Li uses lines from, among others, Pound, Ashbery, Seferis, Sexton, and the Guyana-born British poet David Dabydeen, as departure points in many prose poems. The last poem ‘Windows’, a somewhat jarring break from the ebbing dream-like prose, looks out from, or into, an americanised universe as if past feats of exploration are now transposed into the blandishments of a more insidious conquest.

1.‘… the Wilderness Society of Australia’s … aim, to ‘preserve Australia’s wilderness’ assumes that it is the right of the invaders, not the original owners, which is dominant everywhere except where Aborigines may be able to prove, before our tribunals, ‘traditional attachment … (Its) policy thus adds up to a confirmation and endorsement of the terra nullius judgement … That judgement has resulted, over the past two hundred years, in dispossession, destruction and the denial of all human rights to Aborigines, has turned all Aboriginal land in Australia over to destructive interests, and is the chief stumbling-block to justice and reconciliation’. Judith Wright, Born Of The Conquerors, Aboriginal Studies Press, 1991, p49 ↩

*Gig Ryan is author of New and Selected Poems, Giramondo 2011 and Selected Poems, Bloodaxe Books 2012.

**Taken from Cordire Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Ένας αλύγιστος ποιητής με «ευλύγιστες μελαγχολίες»

ceb5cf85cebbcf8dceb3ceb9cf83cf84ceb5cf82-cebcceb5cebbceb1ceb3cf87cebfcebbceafceb5cf82

ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗ

Το πορθμείο για τη νησίδα της Ποίησης είναι απάνεμο και φιλόξενο. Πολλοί καταφεύγουν εκεί με το όνειρο του ταξιδιού. Η θάλασσα του εμπορευματοποιημένου πολιτισμού και της υποκουλτούρας είναι τρικυμιώδης και τα εμπόδια πολλά. Λίγοι τολμούν το επικίνδυνο ταξίδι και ακόμα λιγότεροι αγκυροβολούν στην Ποίηση, λίγοι πραγματώνουν το στόχο του “ταξιδιού”.  

Ο Ντέμης Κωνσταντινίδης έφτασε στο λιμάνι το 2009. Το ανήσυχο ταξίδι τον έφερε αντιμέτωπο με λογής θηρία. Στο νησί φτάνοντας ναυαγός είχε να επιδείξει ήδη τέσσερις ποιητικές συλλογές και μία πανελλήνια βράβευση: Διαθέσεις (UniversityStudioPress, 2009), Ιχθύων λόγος (UniversityStudioPress, 2011), Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες (UniversityStudioPress, 2013), Ευλύγιστες μελαγχολίες(Vakxikon, 2014).
Οι «ευλύγιστες μελαγχολίες» είναι μία συλλογή από ποιητικά θραύσματα. Ο δημιουργός πειραματίζεται με τον έμμετρο στίχο και την ομοιοκαταληξία και με τον ελεύθερο στίχο. Γνωρίζει ότι ο ελεύθερος στίχος δεν τον καθιστά ελεύθερο, αλλά του επιβάλλει τους δικούς του νόμους, ότι απαιτεί ρυθμό και έχει τη δική του τελετουργία. Επιμένει στο στίχο, εγκαταλείποντας το πεζολογικό ύφος και την ποιητική πρόζα. Ελλειπτικοί στίχοι αναδύουν την αγωνία για το παρόν και το μέλλον.

Η διατύπωσή του αποφθεγματική, με στίχους σπαράγματα, απότομους και κοφτούς που λειτουργούν ως κραυγής αγωνίας. Η σάτιρα αποτελεί ένα άλλο μέσο έκφρασης για τα σύγχρονα αδιέξοδα. Η Θεσσαλονίκη του παρόντος και των παθών βρίσκεται στο ποιητικό του επίκεντρο (κλειστά καταστήματα, πολύπαθη Εγνατία, Χαλκιδική). Η ανατροπή ακόμα στέκει μακριά, ο εξανδραποδισμός και οι ανθρωποθυσίες συναγωνίζονται την οργή, την απογοήτευση.

Θραύσματα εικόνων ξεπηδούν μέσα από τις λέξεις. Στίχοι αμφίσημοι, όπως ο δημόσιος λόγος. Η εικονοπλασία με τη δύναμη της εκφραστικής λιτότητας που τον διακρίνει γίνεται εκρηκτική. Η θάλασσα είναι πολλά υποσχόμενη, αλλά τελικά και τούτη συμμετέχει στην κοινωνική ένταση (αυτοκτονίες, ανεργία, σκληρές συνθήκες εργασίας). Ακόμα και η φύση μοιάζει να συνωμοτεί κατά του σύγχρονου ανθρώπου.
Η μελαγχολία των καιρών που διακρίνει όλη την κοινωνία αποτυπώνεται στον ποιητικό καμβά του Κωνσταντινίδη. Η απογοήτευση και η ελπίδα αποτυπώνονται με λέξεις αιμάτινες σαν τις πληγές του ποιητή που αγωνίζεται στην τρικυμία της φίλαυτης κι αντιπνευματικής κουλτούρας της ήττας. Κι όμως ο ποιητής συμμετέχει, δίνει το δικό του παρών στο κοινωνικό κάλεσμα. Απέναντι στον εφιάλτη όμως ο ποιητής αντιτάσσει την τέχνη με στόχο να αφυπνίσει από τη νάρκη. 

Η γενιά της κρίσης αντιστέκεται σθεναρά στην υποταγή και την αδιαφορία των σκοτεινών μας χρόνων. Ο ποιητής είναι μέλος της κοινωνίας, άνθρωπος των τεχνών και των γραμμάτων, βιώνει τα κοινωνικά πάθη, τους μετασχηματισμούς. Οι λέξεις είναι το δικό του μέσο για να εξωτερικεύσει το δικό του ψυχοσυναισθηματισμό. Άλλωστε, όπως έλεγε και ο Προυστ και «οι ποιητές ανατρέφονται με σκαμπίλια (της ζωής)»… Δρουν σε μία κοινωνία πόθων και βασάνων.

*Παρμένο από το http://tovivlio.net/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%BC%CE%B5-%CE%B5%CF%85%CE%BB%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5/

Alyson Miller
 reviews Lucy Williams’s Internal Weather

lucy-williams

Internal Weather
by Lucy Williams

Walleah Press, 2014

While Lucy Williams’s Internal Weather is split into the unavoidable cycle of life – birth, childhood, and death – the collection as a whole is a love song, a tribute to ‘difficult events’ and ‘unattended shadows’. The poems emphasise how the ‘forming of words’ and the ‘making of stories’ locates these instances in specific moments of memory and time. Indeed, love is the lung-set of Internal Weather: love for a child, first love, romantic love, love lost, love for the dead, love that ‘surprises … like religion’ and thickens ‘doubt into determination’.

Fittingly, then, much of Williams’s imagery, with its striking use of defamiliarisation, is embedded in notions of familial connection, which are simultaneously ethereal and visceral. There is the wonder of family in ‘baby’, for example, ‘how all of us / are linked by blood—by memory and hope’, and in ‘magnolia’, the ‘ghost’ of afterbirth, which ‘moves inside me again as though my heart has fallen’. It is this grounding in the bodily or the ‘real’ which resists Williams’s poetry, more often than not, from lapsing into sentimentalism – instead, this approach anchors notions of love and loss with a corporeality that is often as tragic as it is beautiful, if not domestic. This delicate balance is captured particularly well in ‘miscarriage’; ‘I’m sorry that you will never learn / about the human heart—unbuttoned / like a giant pocket’, and in ‘hindsight’; a haunting image of collision and death:

I would wish for death fast as new love
his car into a tree, windshield glass like
diamonds connecting with a face
a fall from a great height like a dream of falling.

The graceful fluidity of Internal Weather’s prose poems – sometimes fragmentary and elliptical, other times perfectly compressed micro-narratives – emphasises a storying of memory or operating as a keep-safe in its most literal understanding of protecting precious things. The poems are undoubtedly cohesive, but the distinct changes in style and form are suggestive of memoir in the epistolary tradition; or, more prosaically, a scrapbook. It is an image most evocatively captured in the poem ‘the place where things collect’ which describes ‘pine-needle memories’, flashes or pricks of history that culminate to define the generations of a family: ‘a girl on a swing’; a crying mother; ‘emotions boxed like groceries’; a birth that ‘filled her / with dumb animal love’; four funerals a reminder of ‘the people we want to protect but can’t’.

Williams writes of bodies and night skies, a child’s paintings and chasing dogs, ‘hearts bruised as oysters’ and ‘guilt like spoiled fruit’. These are ordinary things – the experiences and encounters of the everyday – but there is nothing clichéd about Internal Weather, with its constant hints of darkness and fear, and its underlying anxiety about the ease with which ‘the beginning or the end’ might occur. It is an edginess best observed in Williams’s talent for the simplicity of images that border on violence and despair that suggests the threat of an abyss from which the subject might not return: a ‘tiny coffin’ is likened to ‘a huge mistake in the arms of men’, while the silence of a dying son is ‘a baby / that wouldn’t stop screaming’. In the eponymous poem,

I am saddened, suddenly, by what is not here.
All of this internal weather
blueprints for every possible
thing aching in the rib cage.

The synthesis of materiality with the abstract denotes the quiet beauty of this collection. Rich with hearts that ache ‘like a caught fish’ and oceans that ‘boil over and dry up’, Internal Weather is, as noted, a song about love, but it is simultaneously an ode to small pains and large tragedies, ‘the phenomena of the earth’ and all those things ‘that shocked or floored us’.

*Alyson Miller teaches literary studies at Deakin University, Geelong. Her short stories and prose poetry have been published in both national and international publications, alongside a book of literary criticism, Haunted by Words. Her collection of prose poems, Dream Animals, is forthcoming.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

John Jenkins
 reviews Chris Mansell’s, STUNG

cm-scan

STUNG

by Chris Mansell

Wellsprung Productions, 2014

Chris Mansell is a widely published poet with a lively range of interests, a multi-talented writer who bridges various creative worlds; her work sometimes fusing with music, the visual arts, and theatre. Her departure from a narrow specialisation in poetry is highly admirable, but may have made her somewhat under-appreciated both as an energetic innovator and important poet of her generation. Mansell’s first book of poetry appeared in 1978, and she has published more than 25 books and chapbooks in the intervening decades; while her Schadenvale Road, a collection of short stories, appeared in 2011.

STUNG represents a return to some of Mansell’s ongoing experimental concerns, foregrounding this vital dimension of her work. There is an obvious first clue in the typography, with the S of STUNG printed in grey ink, and TUNG (appropriately ‘sticking out’, as it does) in pink. Twin colours continue to alternate throughout the book.

STUNG consists of 72 square-shaped units of text, or ‘text tiles’, four of which are diagonally disposed across most of the book’s right hand pages. All the left-hand pages remain blank, providing a sort of conceptual breathing space.

Just one glance immediately reveals the pattern, with its ‘squads of quads’ joining across their adjacent corners, so one can read from one to the next, then down the page like stepping stones.

We have entered the territory of concrete poetry here, where the extreme formality of the book’s layout begins to shape content. Running counter to this, however, while cleverly mining a certain frisson it allows, the text itself – uniform within these severely formalistic, four-sided containers – immediately plunges readers into a stepping-down, breathless and heady onrush of words, entirely without punctuation. The expressionistic and often elevated lyricism of STUNG is thus held in a fine balance by the book’s formal restraint, and Oulipo meets concrete poetry in the service of conceptual play. But there is also passionate protest, mostly against the inescapable crap of life!

A lyrical passage which begins STUNG could refer to Sydney’s Circular Quay, or industrial port setting: ‘afternoon ferry hips a wharf goes feral in the light a wondrous jam of metal and wood ….’
The poem, after achieving very rapid liftoff, then rebukes two-faced summer: ‘… summer spilt hard on the street … promises futures summer lies its head off … summer you lying dog low smiling before you kill us you darer of fate and tickler of whim torch torturer wonder ….’

With tongue now fully free to sing or sting, we hear how many on Earth have been comprehensively stung (and in this context, conned). In the following ambiguous passage, summer’s rays of light seem glamorously life-enhancing at one moment, then like death-dealing military lasers the next: ‘… the glitzdom of over the edge of limelight of fantasms of lightfooted imaginary night spotlighting the flash of daylight an eyeflash straight to the brainstem arch over the edge … instant blisterglam ….’
STUNG then delivers a fusillade of pungent mini-diatribes against everything restricting and ugly in the human condition, including war, preventable global poverty, perceived crazy religions, the international arms trade, and particularly the one rule of thumb of economic exploitation. In these sections, images tumble chaotically: ‘… religion claiming the earth … fantastical dressups impress the poor dancing dreams around the ugly roofs … surely unbelievable to those who speak it as to those who hear … o god save something from the rubble if not truth then money render unto concrete what is abstraction power into glory into gore how it goes ….’

stung

Energy runs in tandem with much verbal invention, particularly towards the end, where we are left waiting, if not in God’s – then at least in Beckett’s – waiting room; waiting, that is, for things (not likely, on the evidence) to somehow improve: ‘ … next millennium gone to the hogs faster a violation wait waits waited waiting will wait was waiting will have waited will have to have waited…’.

STUNG is a spirited cry of protest, while remaining defiantly creative; and sympathetic too, to all those rowing in ever smaller circles in the same little tragi-comic boat on earth, or is that barb-wire canoe? This book is an excellent example of small-scale publishing, with care and attention to detail consistently evident, from concept to writing, through to text design, paper and binding.

*John Jenkins is best known as a poet. He also writes short fiction, non-fiction and occasionally for radio and live performance. He has worked as a journalist and book editor and taught in universities. He lives near Victoria’s Yarra Valley, and is widely travelled. His most recent poetry book is Growing up with Mr Menzies (John Leonard Press, 2008). Website: http://www.johnjenkins.com.au/

**Taken from Cordire Poetry Review at http://www.cordite.org.au