Οροπέδιο, Περιοδική Έκδοση Πολιτισμού, Τεύχος 14, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014

dtbook140315

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Είχα πρόσφατα την καλή τύχη να λάβω τεύχη του πολύ καλού λογοτεχνικού περιοδικού «Οροπέδιο» (συγκεκριμένα τα τεύχη 4, 12, 13 και 14), και θα ήθελα να σας συστήσω ανεπιφύλακτα να γίνετε συνδρομητές. Εκτός από το περιοικό η διεύθυνση προσφέρει και φτηνές και επιμελημένες εκδόσεις ποιητικών συλλογών και άλλων βιβλίων ως εκδόσεις «Οροπέδιο».

Το περιοδικό «Οροπέδιο» εκδόθηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2006, στη Νεμούτα Φολόης Ολυμπίας, από τον ποιητή και μεταφραστή, Δημήτρη Κανελλόπουλο, ο οποίος εξηγεί την επωνυμία του περιοδικού του στο πρώτο τεύχος, στην σελίδα του εκδότη που ονομάζει «Επί του όρους ομιλία»: «Οροπέδιο γιατί η Νεμούτα βρίσκεται στο οροπέδιο και από εκεί μπορούμε να επισκοπούμε όλη την Ηλεία, την πατρίδα μας, και όλον τον Μωριά και παραπέρα όλη την Ελλάδα και παραπέρα ακόμη όλον τον κόσμο, τον κόσμο μας».
Το «Οροπέδιο», σύμφωνα με το λογότυπό του, είναι περιοδικό: Για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό. Το περιοδικό έχει παρουσιάσει αφιερώματα σε μεγάλες προσωπικότητες των ελληνικών Γραμμάτων: Γιάννης Σκαρίμπας, Τάσος Γαλάτης, Μιχάλης Κατσαρός κ. ά. Έχει δημοσιεύσει την αλληλογραφία μεταξύ Σεφέρη-Σινόπουλου και Γονατά-Καχτίτση και έχει αποτελέσει το βήμα νέων, αξιόλογων ποιητών και λογοτεχνών. Το 2012 το περιοδικό «Οροπέδιο» απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για την συμβολή του στην νεοελληνική λογοτεχνία.

Κεντρικό θέμα του 14ου τεύχους του περιοδικού «Οροπέδιο» είναι η εργασία της Πόλυς Χατζημανωλάκη με θέμα «Στον Πρόδρομο στον Ασέληνο, Τόποι και πάθη στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». Ένας ενιαίος τίτλος για δυο εντελώς διαφορετικού ύφους και πνεύματος κείμενα. Το πρώτο είναι ένα «Οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη», κείμενα και φωτογραφίες σε μορφή ημερολογιακής καταγραφής. Ένα άλλο θέμα του τεύχους είναι ένα δοκίμιο για τα πάθη της Ταραντέλας (παλαιές τελετουργίες στη Νότια Ιταλία που σχετίζονται με το τσίμπημα της αράχνης) στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη. Μια ανθρωπολογική μελέτη και μια σκιαγράφηση των παθών και της συνθήκης των ηρωίδων του (στρίγγλες, χτυπημένες κλπ ) και της τυπολογίας των συμπεριφορών τους.

Στόχος η αναζήτηση επιβιώσεων του φαινομένου αυτού στην λογοτεχνική αφήγηση αλλά και σε παραδόσεις όπως η αιώρα (κούνια), η δαιμονοποίηση της αράχνης και η θεραπεία ψυχικά ασθενών στην Παναγιά την Κουνίστρα. Ακόμη οι αναγνώστες μπορούν ν’ απολαύσουν τα ποιήματα των: Νιόβης, Νατάσας Καρακατσάνη, Σωτήρη Παστάκα, Κούλας Ἀδαλόγλου: Ἔλυας Βερυκίου, Ἔλσας Κορνέτη, Χλόης Κουτσουμπέλη, Ελένης Κοφτερού, Γιάννη Σιδηροκαστρίτη, Saşa Pană, Πιὲρ Πάολο Παζολίνι, Else Lasker Schuller, Leah Goldberg, Vladimir Vysotsky, Σεργκέι Γιεσένιν. Επίσης ένα σπάνιο ντοκουμέντο: Σπύρος Ν. Παππάς: Ένα πρώιμο, ανέκδοτο πεζοτράγουδο του Θεόδωρου Ντόρρου: «Χωρίς Πατέρα» (1924). Και πολλά άλλα κείμενα, κριτικές και αφιερώματα.

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος γεννήθηκε το 1954 στην Νεμούτα Ηλείας, το 1958 μετοίκησε οικογενιακώς στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία-Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Babes Bolyai του Κλουζ Ναπόκα της Ρουμανίας. Εργάστηκε ως υπάλληλος εκδοτικών οίκων και ως φιλόλογος στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: «Ομίχλη Πέτρινη», «Σκυθικές Ερημίες», «Σιγή Ασυρμάτου» και «Κλίνη Σπόρου, Καλή». Έχει επιμεληθεί και δημοσιεύσει το βιβλίο «42 σύγχρονοι Έλληνες ποιητές», στο οποίο μετέφρασε γνωστά ελληνικά ποιήματα, που παρουσίασε το 1984 στο ρουμάνικο αναγνωστικό κοινό. Το 1982 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στην ρουμανική λογοτεχνία του περιοδικού «Πολιορκία» (τεύχος 16). Το 1996 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στον Ρουμάνο ποιητή Anatol Baconsky στο περιοδικό «Πλανόδιον» (τεύχος 24). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα και άρθρα σε διάφορα περιοδικά: Εμβόλιμον, Λέξη, Παρέμβαση, Πλανόδιον, Πόρφυρας, Πολιορκία.

Για συνδρομές, επικοινωνία κ.λπ., απευθυνθείτε στον Δημήτρη Κανελλόπουλο στη διεύθυνση Καστοριάς 10, Άγιος Δημήτριος 173 42, Αθήνα, Ελλάδα (τηλ. 210 9915043, 6976 408 666).

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, σήμερα Σάββατο, 14 Μάρτη 2015.

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Με ύφος Ινδιάνου

6_-_linardakichrisyfiltzoglou

Όλοι έχουμε δει γουέστερν. Σ’ αυτά, οι Ινδιάνοι έχουν ένα μακάριο ύφος που δεν διαταράσσεται ούτε στην πιο άγρια μάχη. Φαίνονται πάντα ψύχραιμοι και απαθείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρατηρούν τα πάντα και δεν μετέχουν ενεργά στην ψυχή του κόσμου γύρω τους. Με τέτοιο ύφος, με ύφος Ινδιάνου, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γράφει τη νέα ποιητική του συλλογή, διατηρώντας αμείωτη τη δυναμική που είχε αναπτύξει στις προηγούμενες δύο. Γράφει σε στιλ που πιστεύω ότι είναι δηλωτικό μιας πολλά υποσχόμενης τάσης στη σύγχρονη ποίηση, καθώς δεν είναι ο μόνος που το υιοθετεί (βλ. Στίγκα, Ζησάκη, Πέτρου), είναι όμως από τους πιο επιτυχημένους: στο έργο του πυκνά νοήματα, απλές καθημερινές λέξεις, ωραίοι μα αναπάντεχοι συνδυασμοί νοημάτων μας ξανασυστήνουν τον κόσμο μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Σημαντικά μειωμένο σε πλήθος ποιημάτων (μόλις 18) συγκριτικά με την αμέσως προηγούμενη συλλογή του «Μισές αλήθειες», το «Με ύφος Ινδιάνου» βασίζεται στον τρόπο που μας έχει δείξει ξανά ο ποιητής, έναν τρόπο ο οποίος παράγει με ασφάλεια αποτελέσματα που ταράζουν και προβληματίζουν τον αναγνώστη: ενώ αφηγείται κάτι, παρεμβάλλει παρενθεντικά άλλες, απροσδόκητες εικόνες ή διαπιστώσεις, δείχνοντας το βάθος της ινδιάνικης και μη σοφίας του. Είναι κάτι που ο Συφιλτζόγλου το κάνει με άνεση, αποδεικνύοντας ότι το απροσδόκητο είναι απόλυτα συνυφασμένο με την πραγματικότητα και γι’ αυτό εντέλει οικείο.

Σε αυτή τη συλλογή, ο Συφιλτζόγλου προβληματίζεται πιο έντονα για το θέμα του θανάτου και του χρόνου απ’ ό,τι στο παρελθόν, της τρωτότητας επομένως που επιβάλλεται από εσωτερικά κατά κύριο λόγο αίτια. Και πιο τρωτός απ’ όλους είναι φυσικά ο ποιητής, μόνο που περιφέροντας τη δική του τρωτότητα έτσι απροσχημάτιστα, μας κάνει να φοβόμαστε κάπως λιγότερο τη δική μας.

Παράλληλα, μας ταξιδεύει σε χώρες του κόσμου ή προσφωνεί ξένα ονόματα. Κι όμως τα όσα περιγράφει θα μπορούσαν να αφορούν εμάς και τα ονόματα που προσφωνεί να ήταν τα δικά μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα από τα ποιήματά του γινόμαστε πολίτες του κόσμου, αλλά όχι θεωρητικά, με έναν καίριο και ουσιαστικό τρόπο, διαπιστώνοντας ότι τα πάθη του ανθρώπου είναι τα ίδια παντού. Ο πόνος και η αγωνία τελικά είναι απόλυτα μεγέθη. Το ίδιο και η ποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Φεβρουαρίου 2015 του vakxikon.gr

Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:

Συνοριακή γραμμή

σκοτάδι απ’ τη μια
σκοτάδι απ’ την άλλη
στο ενδιάμεσο λίγο λευκό

όταν πέφτει η στάθμη του νερού
τα φτυάρια κάνουν καλά τη δουλειά τους

στη μεθόριο υπάρχει πάντα εξοικείωση

– η λέξη “νηπενθή”
δεν έχει νόημα

κάτι αθόρυβο ευδοκιμεί εδώ
σαν να μην έγινε η πράξη

ένα αεράκι αγκαλιάζει
τα πλευρά
πριν σκεπαστούν
με χώμα

και σε ρωτώ

η ιστορία είναι ροή
ή μόνο οι στιγμές της;
– κάποιοι τις ονομάζουν
φλεγμονές

Το τελευταίο όνειρο του Σεβάτ

με τα βήματα του αστροναύτη
έρχομαι κοντά σου
με ρωτάς αν ερεθίζεται η βαρύτητα
σου δείχνω τις πυραμίδες

η απλή αριθμητική της αγάπης
είναι σαν μια Αιγύπτια μαθήτρια
– λίγοι ωμόπλινθοι κάνουν έναν τοίχο
το πάθος πάλι είναι σαν το ψωμί
τα υλικά, οι αναλογίες και
υψηλή θερμοκρασία

τα πνεύματα χτυπάν το τύμπανο τ’ ουρανού
με ρωτάς αν βρέχει
– με ύφος Ινδιάνου
επιστρέφω στη
χάρτινη σκηνή μου

από ‘κει σου απαντώ
με σήματα καπνού

Μεταναστευτικά πουλιά
πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο

αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
– εξάνθημα η φιλοξενία

μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα

είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο

το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν

τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές

το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σ’ έναν
κοκκινο
            λαίμη

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr

Xu Lizhi, Κατάπια ένα φεγγάρι φτιαγμένο από σίδερο

12389_10106000968158594_1419283603_n

*Μετάφραση, εισαγωγή – A ruthless critique
http://aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com

Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε μια σειρά ποιημάτων του Xu Lizhi, του τελευταίου εργάτη που αυτοκτόνησε στην Κίνα λόγω των συνθηκών εργασίας, όχι μόνο στο εργοστάσιο, αλλά γενικά στη κοινωνία, που έχει μετατραπεί σε μια απέραντη γραμμή συναρμολόγησης. Τα ποιήματα του απλά, περιγραφικά, γεμάτα από αυτήν την άρνηση, που τόσο ποθεί να ελευθερωθεί από το κεφάλαιο, που θέλει, εμφανώς και χωρίς αμφιβολίες να στραφεί ενάντια σε αυτό που έχει απογίνει. Μια σειρά λέξεων βγαλμένη από τις γραμμές συναρμολόγησης του παγκόσμιου καπιταλισμού, δείχνει με τρόπο άμεσο, την αλλοτρίωση και τους φετιχισμούς, το τι σκέφτονται οι άνθρωποι που έφτιαξαν τον υπολογιστή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Αυτή είναι η αρνητική ποίηση σε συνθήκες πραγματικής υπαγωγής. Και πόσο “βλάσφημο” και αντιφατικό είναι άραγε από πλευράς μας, να ονομάζουμε κατ’ αυτό τον τρόπο τη ποίηση του, που το μόνο που ήθελε είναι να ξεφύγει ακριβώς από αυτή την υπαγωγή, που ήταν ταυτόχρονα άρνηση στην υπαγωγή, μια ασφυξία στην εργασία ως υπαρκτή συνθήκη και ταυτόχρονα, ο όλος ο κόσμος κάθε λέξης. Ελπίζουμε, η προσπάθεια να μεταδώσουμε τη ποίηση του, και ότι αυτή φέρει μέσα της στο ελληνικό κοινό,καθώς και να την βάλουμε στο συγκείμενο που της αναλογεί, την άρνηση του κεφαλαίου, να είναι άξιο αντίβαρο της “βλασφημίας” μας.

Σημείωση του Μεταφραστή στα Αγγλικά: Τα παρακάτω ποιήματα του Xu είναι ένα δείγμα απλά των καλύτερων δουλειών του, σε αρχική μετάφραση από φίλους του Nao project. Τα ποιήματα είναι της περιόδου 2011-2014. Μέσα σε αυτά περιλαμβάνεται και το πρώτο του ποίημα. Με τη μετάφραση αυτών των ποιημάτων, θέλουμε να κρατήσουμε τη μνήμη του Xu ζωντανή,και να εγείρουμε να την προσοχή στο ζήτημα των σκληρών συνθηκών εργασίας στην Κίνα, για τους εργάτες που είναι εσωτερικοί μετανάστες από την επαρχεία (μεταξύ αυτών και στην Foxconn όπου και ο Xu εργαζόταν) Οι συνθήκες αυτές δεν έχουν αλλάξει παρά το γεγονός των 18 αποπειρών αυτοκτονίας στο εργοστάσιο το 2010, που είχαν σαν αποτέλεσμα 14 εργάτες νεκρούς. Κόσμος εκ των έσω αναφέρει ότι τα περιστατικά μειώθηκαν αισθητά (κυρίως λόγω του ότι η διοίκηση έβαλε δίχτυα γύρω από το εργοστάσιο με σκοπό να αποτρέπει τους εργάτες να πηδούν αλλά και γιατί αυξήθηκαν οι εργατικές αντιστάσεις), παρόλα αυτά, αυτοκτονίες συνεχίζουν, όπως αυτή του Xu Lizhi, τουλάχιστον ακόμα 8 τέτοια περιστατικά έχουν αναφερθεί στα ΜΜΕ από το 2010, αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι πολλά περιστατικά απλά δεν καταγράφονται. Ελπίζουμε ότι στο μέλλον, οι εργάτες στη Foxconn αλλά και αλλού, θα καταφέρουν να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν αυτές τις τακτικές των επιχειρήσεων, όπως την στρατιωτική πειθαρχία και τη συνεχή επιτήρηση, και να βρουν ένα συλλογικό τρόπο να ξεφύγουν από το καπιταλιστικό κόσμο του θανάτου σε έναν κόσμο που να αξίζει να ζεις.

Λίγα λόγια για τον Xu Lizhi

Το 2010, Xu Lizhi πήγε να δουλέψει από το πατρικό του σπίτι στη Jieyang, Guangdong στο εργοστάσιο της Foxconn [εργοστάσιο ηλεκτρονικών συσκευών στο Shenzhen],και συγκεκριμένα εργαζόταν στη γραμμή συναρμολόγησης. Από το 2012 μέχρι το Φεβρουάριο του 2014, πάνω από 30 γραπτά του, δημοσιεύτηκαν στην εσωτερική εφημερίδα της Foxconn “Foxconn People” (富士康人),όπως ποιήματα, δοκίμια,κριτικές ταινιών, και σχολιασμούς της επικαιρότητας. Ο Xu πόσταρε τους τίτλους των γραπτών του σε ένα ποστ στο blog του με τίτλο “Η ωρίμανση μου μέσα από μια εφημερίδα” δείχνοντας την ευγνωμοσύνη του για την ευκαιρία που του δόθηκε να ασχοληθεί με τις φιλολογικές του ανησυχίες. Την πρώτη φορά που ο φίλος του, ο Zheng (ψευδώνυμο) διάβασε την ποίηση του Xu, εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι ήταν τόσο ταλαντούχος. Από τότε ο Zheng πάντα κοιτούσε τα ποιήματα στην εφημερίδα.Ο Zheng πίστευε ότι ο Xu ήταν ένα ντροπαλό άτομο γενικά, “λιγομίλητος αλλά όχι σιωπηλός” Ο Xu υποστήριζε ανοιχτά τις πεποιθήσεις του, αλλά ήταν μοναχικός.”Όταν ο Zheng έμαθε για την αυτοκτονία του Xu πέρασε όλη την εβδομάδα αργίας της επετείου της εθνικής ημέρας της Κίνας μέσα στο σπίτι του θρηνώντας.

Μετατρέποντας τα αισθήματα σε ποιήματα: φοβόταν ότι θα διαβαστούν από την οικογένειά του

Τα περισσότερα από τα ποιήματα του Xu είναι περιγραφές της γραμμής παραγωγής. Στο ποίημα “Εργαστήριο, η νιότη μου φυλακίστηκε εδώ,” περιέγραφε τις συνθήκες εργασίας και ζωής του: “πέρα από τη γραμμή παραγωγής,δεκάδες χιλιάδες εργάτες[dagongzhe]παρατάσσονται σαν λέξεις στο χαρτί, η μία πίσω απ’ την άλλη/ “Πιο γρήγορα! Πιο γρήγορα!”/ Καθώς στέκεται ανάμεσα τους, ακούω τον επιστάτη που γαβγίζει.” Ένοιωθε ότι “Με το που έμπαινε στο εργαστήριο/ η μόνη επιλογή είναι η υποταγή,” και ότι η νιότη του άδοξα και ψυχρά ξεγλιστρούσε και χανόταν, έτσι ώστε το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι “Να την βλέπει να ξεθωριάζει μέρα και νύχτα/ Συμπιεσμένη, γυαλισμένη, φορμαρισμένη /ανάμεσα από ανάξιες αμοιβές, τους υποτιθέμενους μισθούς”.

Στην αρχή, ο Xu Lizhi δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στην συνεχή αλλαγή μεταξύ πρωινής και βραδινής βάρδιας. Σε ένα άλλο ποιήμα, περιέγραψε τον εαυτό του στη γραμμή παραγωγής ως “στεκούμενος ίσιος σαν σίδερο,τα χέρια μου σαν να πετάω,” “πόσες νύχτες και πόσες ημέρες/ καθώς καθόμουν έτσι, κοιμήθηκα όρθιος;” περιέγραφε την δουλειά του ως εξουθενωτική, “Κυλάνε μέσα στις φλέβες μου, φτάνοντας τελικά στην άκρη του στυλό/ ριζώνουν στα χαρτιά/ αυτές τις λέξεις μπορούν να τις διαβάσουν μόνο οι μετανάστες εργάτες.” Ο Xu είχε δηλώσει ότι δεν έδειξε ποτέ την ποίηση του στους γονείς και τους συγγενείς του καθώς είναι κάτι που αντικατοπτρίζει πόνο, και δεν ήθελε να τους το δουν

Αποτυχημένες προσπάθειες να πιάσει δουλειά σχετιζόμενη με βιβλία

Παρόλο που ο Xu έζησε στο Shenzhen για μερικά χρόνια μόνο, ήταν βαθιά ταυτισμένος με τη πόλη. “όλοι εύχονται να ριζώσουν στη πόλη για πάντα,” εξηγούσε,αλλά οι περισσότεροι μετανάστες εργάτες [dagong] ποιητές, γράφουν για μερικά χρόνια, και μετά φεύγουν από τη πόλη και πάνε πίσω στις πατρίδες τους όπου παντρεύονται και κάνουν παιδιά. Ο Xu έλπιζε να μην έχει τέτοια μοίρα. Προσπάθησε να στήσει ένα πάγκο μαζί με ένα φίλο του στο δρόμο, αλλά απέτυχε. Επίσης προσπάθησε να μεταφερθεί από τη γραμμή συνερμολόγησης στα logistics όπου θα είχε μεγαλύτερη ελευθερία αλλά δεν τα κατάφερε επίσης. Κατανοούσε ότι πολύ λίγοι ποιητές μπορούν να γλιτώσουν “Πρέπει να αγωνιζόμαστε διαρκώς για την επιβίωση μας, είναι πολύ δύσκολο να πας πέρα από αυτό”. Το Φεβρουάριο του 2014, ο Xu παραιτήθηκε από τη δουλειά του στη Foxconn και μετακόμισε στο, Jiangsu. Ο φίλος του, εξήγησε ότι η κοπέλα του Xu δούλευε εκεί, και γιαυτό ήθελε να πάει εκεί αλλά τα πράγματα δεν πήγαν και πολύ καλά. Είπε στον Zheng ότι είχε πρόβλημα και δυσκολευόταν να βρει δουλειά, αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες.

Έξι μήνες μετά, μετακόμισε πίσω στο Shenzhen. Σε μια άλλη συνέντευξη, ο Xu είπε ότι αγαπά αυτή τη πόλη,και ότι του άρεσε να πηγαίνει πολύ στη κεντρική αγορά βιβλίου της πόλης και στη δημόσια βιβλιοθήκη.Αν ήταν να γυρνούσε στο πατρικό του [στο Jieyang], υπήρχαν μόνο μικρά βιβλιοπωλεία “και κάθε φορά που προσπάθησα να παραγγείλω βιβλία online δεν ερχόντουσαν σε τόσο απομακρυσμένη τοποθεσία” Λόγω της αγάπης του για τα βιβλία, η πρώτη αίτηση για δουλειά που έκανε στη πόλη ήταν  στη κεντρική αγορά βιβλίου. Ο Zheng θυμάται ότι ο Xu του είχε πει, όταν δούλευε στο εργοστάσιο, ότι το όνειρο του ήταν να γίνει βιβλιοθηκάριος. Δυστυχώς δεν του έδωσαν τη δουλειά και ο Zheng πιστεύει ότι αυτή ήταν μια από τις μεγάλες απογοητεύσεις. Δύο χρόνια νωρίτερα ο , Xu έκανε αίτηση για την εσωτερική βιβλιοθήκη της Foxconn για τους εργαζόμενους, καθώς είχαν για ένα διάστημα ανοίξει οι αιτήσεις, αλλά τελικά τον απέρριψαν. {…}

Γυρνώντας στο εργοστάσιο μια μέρα πριν το περιστατικό

Ο Xu είχε ξεμείνει από χρήματα, οπότε μετά από όλες αυτές τις αναποδιές, γύρισε ξανά στο Foxconn, ξεκινώντας να εργάζεται στις 29 Σεπτεμβρίου του 2014, στο ίδιο εργαστήριο που δούλευε και πριν. Αυτό θα ήταν ένα νέο ξεκίνημα αλλά τελικά δεν ήταν. Το ίδιο απόγευμα ανέφερε στον Zheng μέσω online chat ότι κάποιος του βρήκε δουλειά κάπου αλλού, οπότε ίσως αφήσει το εργοστάσιο ξανά, αλλά ο φίλος του ο Zheng δεν έδωσε σημασία καθώς υπέθεσε ότι δεν θα έφευγε πολύ σύντομα καθώς μόλις είχε επιστρέψει.Την επόμενη φορά που ο Zheng έμαθε νέα για τον Xu ήταν δύο μέρες αργότερα,όταν ο κόσμος άρχισε να συζητά για την αυτοκτονία του Xu μέσω του WeChat.Ο Zheng δεν μπορούσε να το πιστέψει: “Είχαμε μιλήσει πριν δυο μέρες” Αργότερα ο Zheng έμαθε ότι ο Xu αυτοκτόνησε αφού μίλησαν το ίδιο βράδυ τα ξημερώματα και όχι δυο μέρες μετά όπως είπαν τα ΜΜΕ.

Διαδίδοντας φήμες ότι ο Xu ήταν ορφανός

Αν και είχαν περάσει 10 μέρες από την αυτοκτονία, όταν αναφέρεται το περιστατικό, ο Zheng ακόμα δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα του. Πιστεύει ότι η αυτοκτονία του Xu οφείλεται σε εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες. τόσο οι συνεχείς απογοητεύσεις αλλά και ο ίδιος του ο χαρακτήρας έπαιξαν ρόλο. Μετά το θάνατο του,μερικές νεκρολογίες έλεγαν ότι όταν ήταν μικρό παιδί είχε μείνει ορφανός, και ζούσε στους αγνοημένος από τους πάντες μέχρι που μια φτωχή γυναίκα τον υιοθέτησε και τον μεγάλωσε. Αυτή η γυναίκα πέθανε πριν μερικά χρόνια αφήνοντας τον μόνο στο κόσμο. Ο Zheng διέψευσε τις φήμες λέγοντας ότι ο Xu στα γραπτά του αναφέρει συχνά τη μητέρα του και το πόσο του λείπει η πατρίδα του. Το δεύτερο του ποίημα που δημοσιεύτηκε στη Foxconn People για παράδειγμα, λεγόταν “καλοκαιρινός νόστος.” Η ποίηση του Xu είναι ψυχρή και σκεπτική, αντικατοπτρίζοντας μια ζωή γεμάτη μιζέρια. Τα ποιήματα του είναι ένα νήμα από τη μυρωδιά του θανάτου. Έτσι και αλλιώς είχε προβάρει το θάνατο εκατοντάδες φορές στα γραπτά του, η τελευταία του πράξη ήταν απλά λίγο πέρα απ’ τα όρια.
Continue reading

Fiona Hile reviews Lionel Fogarty

Fogarty_front_cover_1024x1024-1

Eelahroo (Long Ago) Nyah (Looking) Möbö-Möbö (Future)
by Lionel Fogarty
Vagabond Press, 2014

Lionel G. Fogarty is an indigenous Australian poet who is recognised for the excavation of a poetic space in which, as Michael Brennan has written, ‘his community and culture is recuperated and asserted’ whilst ‘dominant discourses, both political and poetic’ are subverted and destabilised.1 These qualities make Fogarty’s work difficult to review in a context in which the status of indigenous literature remains, for some institutions at least, seemingly unapproachable.

Should it be assessed by the same criteria used to establish the literary value of books by people writing from within or through the dominant culture? Should it have its own awards, judged by indigenous cultural producers? Or would such a process work as a form of exclusion, a kind of interventionist management of ‘problem’ literature? Does the work of indigenous writers, with its access to the innate power of a specific historical situation, have an advantage over the work of writers faced with less urgent concerns? Or is justice, as certain western philosophers say, ‘for all or not at all’? The inconsistencies with which the matter of indigenous literature is approached show that the mechanisms of its reception are still in the process of being worked out.

For example, the Victorian Premier’s Literary Award includes the biennial Award for Indigenous Writing but unlike the awards as a whole there are no individual categories. Indigenous works of whatever form are lumped in together. Although indigenous-authored works may also enter the relevant categories of the main awards, it just doesn’t seem historically, politically or aesthetically reasonable to pit poetry, for instance, against fiction. The main awards also have a category for best book overall, however, so perhaps it’s all about equality. The Western Australian Premier’s Book Awards, like the Tasmanian Literary Prizes, will now be awarded biennially. Neither have a category for indigenous works. The Queensland Premier’s Literary Awards were done away with by their recently deposed namesake. The renamed Queensland Literary Awards, funded last year by donation, are in the process of formulating categories for 2015. It doesn’t take much investigation into the recipients of the smaller prizes and awards or the roll-call of reviewers and published poems in general before you need to remind yourself that, yet again, as Celan knew, ‘it all depends / on you’. ‘On inconsistencies rest’ is best. But who is ‘you’ in this situation? The writer, the woman, the sorry white person, the paid-up/paid-off member of the bourgeoisie? A recent poem by Sydney poet Pam Brown sums up the broader situation:

oodgeroo noonuccal
gave me back
the problem long
before I knew she did
whiteness then over
forty years ago
kevin gilbert told us
‘white australia’
should leave
‘black australia
alone.
he was right.
2
Continue reading

Fiona Scotney 
reviews Angela Gardner’s The Told World

gardner

The Told World
by Angela Gardner

Shearsman, 2014

Angela Gardner’s The Told World is a collection that made me feel homesick for Brisbane. Gardner is a Brisbane poet, and while some of the lines in this book specifically reference the city, it is not actually a Brisbane book of poetry. Many of the poems are pastoral, but not grounded in a specific landscape, generally the ‘here’ could be anywhere. And yet, they provide a landscape of familiarity, a space for noticing and reflection, and sometimes, a longing for where you are from. Like in the collection’s second poem, ‘Metamorphoses.’

1
Street after street held back in unanimity
drowned in brick and tile containment
flat suburbs of white bread television stupor
droning and drowsing out to the rivermouth.

That paradoxical question from philosophy:

How to live?

Above, the sky is radiant with risk
turning shadows, luminous glances, break
throughs in motion, charge and discharge.

This poem traverses the general to the specific, from ‘white bread’ suburbia to ‘Mount Coot-tha staked with television masts’, an iconic Brisbane landmark and a sight familiar to me from living in western and southern Brisbane suburbs. The poem has an observational quality, ‘The morning air held, like breath, expectant / not even a distant lawnmower’ and there is an interchange in the narrative mode between first and second-person, shifting our perspective from the ‘I’ ‘On the driveway of my own house / looking forward rather than back’ to the ‘you’ who will ‘come to cliffs / with equipment laid out: ropes, harness, / other tackle and instruction / shouted from the rim.’ Gardner’s metaphorical language provides pleasurable little shocks: ‘radiant with risk’, ‘luminous glances’ and ‘cognate cloudburst’.
Continue reading

David Dick reviews Stu Hatton’s glitchings

glitching

glitchings
by Stu Hatton

(outer) Publishing, 2014

‘Glitching,’ sharp and immediate, is a – word that sounds like it belongs to this modern internet and computer age: moments of fracture as a website struggles to load, fragmented by popups, weird demands of your exact location and the failure of Flash to connect properly. It suggests twitching and distorting monitors, the crackle of an old modem and illogical videogame surrealism, frustrations and interruptions ‘Not of substance but of form’ (‘entheogen’).

Stu Hatton’s book, glitching, is true to this contemporary sense of the word, laying bare a poetry that often seems to have been ground through the blunt binary language of computer programming. Like the 1s and 0s of binary code, Hatton’s poems are largely visual, his language jerking between, even through, various grammatical signs – dashes and slashes, ellipses and parentheticals, question and quotation marks. The effect is a sense of broken transmission, often leading the reader to moments of distracted or disappointed insight:

who’s impersonating who
here? / who’s mindblowing

who (she too
is edgy / & interior

/ late-night
drip-crack /

(‘coupling’)

The question – pertaining perhaps to a sense of poetic tradition – dissolves, the slashes acting like internal line-breaks, as the speaker evasively resorts to non-sequiturs and blunt, ‘coupled’ syllables. Whatever is being projected belongs to the poem: ‘hedges & trades (they | ride within / the system.’
Continue reading

Για τον ”δικό μου” Χρήστο Γκέζο

thumbnail

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

Τον Γκέζο τον αγαπώ από τη πρώτη στιγμή που είδα γραπτό του, τυχαία. Με άγγιξε, είδα τη δύναμη να σταθεί και να ξύσει μπογιές και πληγές, είδα μια δική του ”προφορική” γραφή που φτάνει με θάρρος και καταχτημένη τεχνική, στα άκρα. Είμαι ευτυχής που τον ξέρω λίγο, είμαι πολύ ευτυχής που παρουσίασε το ασήμαντο βιβλιαράκι μου, είμαι ευτυχής κυρίως σαν τον διαβάζω, κάθε φορά.

Χαίρομαι για την πλατιά αποδοχή του, ”κρατική” ή μη, ακόμη και για την είσοδό του στον μικρό εκείνο κύκλο της επίσημης προβολής, όπως τον καθορίζουν συγκροτήματα σαν τον ΔΟΛ. Γιατί αξίζει τον κόπο να διαβαστεί έστω κι έτσι ο Γκέζος, πλάι στους… Χωμενίδηδες και τις Τριανταφύλλου, που επί χρόνια οι ίδιοι, προβάλλουν πιεστικά. Κριτική, προβολή, κάποιος συνδυασμός τους, είναι υποκειμενικά και ποτέ ”αθώα ουδέτερα” ασφαλώς. Ο καθένας κρατάει-γεννάει με αφετηρία μια δημιουργία, το ”δικό του παιδί”.

Το παιδί του ΔΟΛ, Σάββατο και ιδίως Κυριακή 14-15 Φεβρουαρίου 2015, με αφορμή το έξοχο πεζό του (μυθιστόρημα στη φόρμα, πεζοποίημα για μένα) ”η Λάσπη”, είναι σαφές: Ο δημιουργός τάχα ”λέει”, πως όλα είναι εσωτερικά, ψυχαναλυτικής αφετηρίας οικογενειακών πραγμάτων & τραυμάτων, το κοινωνικό ”είναι” είναι απλά ένα ντεκόρ, περίπου…(από -έναν εμφατικά επαναλαμβανόμενo- ”μετανάστη” από την Βόρειο ‘Ηπειρο, την περίοδο της κρίσης). Να σημειώσω πως δεν αναφέρω τις εύκολο ν’ αναζητηθούν, υπογραφές κριτικών-παρουσιαστών, μιας και αφ ενός δεν τους γνωρίζω, αφ ετέρου δεν με αφορά η ταυτότητα αλλά οι θέσεις.

Και ακόμη να τονίσω πως ο ίδιος ο Χρήστος στην παρουσίαση του βιβλίου του 3/12, είχε πει -κάνοντάς με να χαμογελάσω με μια ”φιλική διαφωνία”- πως το έργο αυτό, ”δεν είναι κυρίως πολιτικό, αλλά υπαρξιακό”. Όμως το δικό τους παιδί, αυτό που φοβάμαι πως προβάλλουν αντί για την ίδια τη ”Λάσπη”, πάει χιλιόμετρα μακριά…

Φοβούμαι πως προβάλλεται ένα πακέτο ”Βορείου Ηπείρου” και όσων θα παρατεθούν αυτούσια παρακάτω, ενώ ασκείται μια ήπια αρνητική κριτική, στο νευρικό σύστημα των γραπτών του Χρήστου, τον ”παραληρηματικό του λόγο”.

Παραθέτω λοιπόν…”.Παρεμπίτουσα,ωστόσο, παράμετρος στο μυθιστόρημα του Γκέζου δεν είναι μόνο η κρίση, αλλά και το ίδιο το κοινωνικό και οικονομικό status του μετνάστη. Η κακοδαιμονία του ήρωα, η συνεχής ροπή του προς την καταστροφή και την αυτοκαταστροφή, η πλήρης αδυναμία του να ισορροπήσει δεν είναι αποτέλεσμα του αποκλεισμού του από την κοινωνία. αλλά προιόν ενός παραλυτικού εγκλωβισμού στην κόλαση του εαυτού του. Το οικογενειακό παρελθόν θα πάρει εδώ το πάνω χέρι αποκομμένο σε μεγάλο βαθμό από το εξωτερικό πρόβλημα του αγώνα για επιβίωση είτε στον γενέθλιο τόπο είτε στην Ελλάδα…” και εντελώς όμοια κι αυξανόμενη, ιδεολογικά συνέχεια…

Απόψεις- το είπαμε, προβολή αυτών που θέλουμε, εδώ επί χρόνια προβάλλεται ένας ανύπαρκτα ”φιλο-θάνατος” Καρυωτάκης. Αυτό κάνει ανεξάρτητα των όσων εγώ πιστεύω και δεν παραθέτω ως αδιάφορα και φανερή την ποιότητα του Γκέζου και το ενδιαφέρον για κάθε δημιουργία του…αξίζει πάντα ο κόπος να διαβάζεται πλατιά.

Υ.Γ.:
– Για να μην παρεξηγηθώ, δυο διευκρινήσεις: -Όποιος δημιουργός, έχει απέναντί του, με όποια πρόθεση κι αν προβάλλεται,μια κριτική έργου του, απαντά μόνον με το ίδιο το έργο του (…μόνον εάν είναι ”επαγγελματίας καυγατζής”, σαν τον γράφοντα, τα βάζει με τον θετικά διακείμενο κριτικό του- βλέπε περίπτωση ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟΥ το 2013)

– Η Βόρειος Ήπειρος, εθιμικά κρατώντας το όνομα που είναι εθνικιστικό όσο το ”δυτική τούρκικη Θράκη”, ή ”η τσάμικη νότια Ήπειρος”, κατοικείται από ΄Ελληνες. Όπως και στη Θράκη υπάρχουν Τούρκοι και κάπου-κάπου στη Μακεδονία ελάχιστοι πια Σλαβομακεδόνες… όπως επίσης και ο τσάμικος ”εθνικός μας” χορός με τον καλαματιανό, δεν είναι απλή συνωνυμία με το …Τσάμηδες, παρά όσο η καταγωγή του Ανδρούτσου που δεν μιλούσε-δεν ήξερε ελληνικά ,για παράδειγμα (…αυτά)

*Από το http://www.biblionet.gr/author/105010/%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%91%CF%81%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%93%CE%BA%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ανδρέας Κολλιαράκης, Καθαρά σεντόνια

unnamed

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα από τα τελευταία βιβλία, που εκδόθηκαν το 2014 είναι και η ποιητική συλλογή του Ανδρέα Κολλιαράκη: «Καθαρά Σεντόνια», που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση.

Αν και τα ποιήματα της συλλογής είναι μόλις δεκαπέντε, τα θεωρούμε αρκετά και είναι προτιμότερο να εκδίδονται μικρές ποιητικές συλλογές σε σχέση με κάποιες αρκετά μεγαλύτερες, όπου πολλές φορές συναντάμε μερικά καλά ποιήματα και μερικά άτεχνα, που στριμώχτηκαν μαζί για να φαντάζει πιο μεγάλο το βιβλίο.

Η ποίηση του Ανδρέα Κολλιαράκη είναι κυρίως υπαρξιακή με κοινωνικές πινελιές. Μια ελαφριά ειρωνεία διαπερνά τους στίχους και πολλές φορές τους τίτλους των ποιημάτων του, ενώ ο έρωτας χάνεται μέσα στα κοινωνικά αδιέξοδα για να βρεθεί σε ένα εφηβικό χαμόγελο. «Οι καλημέρες που δε σου χάρισα ποτέ, / τσαλακωμένες στην τσέπη του παντελονιού μου», γράφει ο Ανδρέας Κολλιαράκης και αλλού: «Κι εμείς, οι εραστές της νύχτας, αποτυχημένοι και ποιητές, / με ξενυχτισμένα βλέμματα και αισθήσεις, / θα κουρνιάζουμε μέσα στο μεγάλο εφηβικό σου χαμόγελο».

Η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή τον κάνει να νιώθει μοναξιά και να δηλώνει μετανάστης. Ένας μετανάστης, που δεν εξαναγκάζεται να πάει σε άλλη χώρα διωγμένος από πολέμους και καταδιώξεις, αλλά αναγκάζεται να φεύγει διαρκώς διωγμένος από τον ίδιο του τον εαυτό: «Μετανάστης στη μέσα μου γη».

Όμως, ένας ποιητής, όσο απογοητευμένος και αν είναι, όσο και αν νιώθει ότι η φωνή του είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω, δεν παύει να ονειρεύεται μια άλλη κοινωνία, που την εκφράζει με νότες και ποιήματα: «Με ρωτάς το όνομά μου. / Όχι το βαφτιστικό, αυτό που φέρω στα όνειρα».

Το βιβλίο τελειώνει με ένα λιτό και χιουμοριστικό βιογραφικό σημείωμα, που λέει πολύ περισσότερα από ορισμένους συγγραφείς, που φέρουν βαρύγδουπα βιογραφικά μόνο και μόνο για επίδειξη.

Κλείνοντας θα θέλαμε να συγχαρούμε τον Ανδρέα Κολλιαράκη για την ποιητική του συλλογή «Καθαρά Σεντόνια», περιμένοντας τις νέες πνευματικές του δημιουργίες.

Angela Costi, Lost in Mid-Verse, Owl Publishing 2014

dtbook210215


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Όπως υποσχέθηκα το προηγούμενο Σάββατο, παρουσιάζω εδώ εν συντομία τη νέα ποιητική συλλογή της Angela Costi (Αγγελική Κωστή) “Lost in Mid-Verse”, που παρουσιάστηκε τον τελευταίο Νοέμβρη μαζί με το “Winter Journey” του Δημήτρη Τσαλουμά. Η ίδια η ποιήτρια, μάλιστα, παραβρέθηκε σ’ αυτή την εκδήλωση και διάβασε κάποια ποιήματα από τη συλλογή αυτή.

Η Angela Costi, η οποία γεννήθηκε στο Σίδνεϊ από Ελληνοκύπριους γονείς μετανάστες, αλλά μεγάλωσε και διαμένει με την οικογένειά της και εργάζεται στη Μελβούρνη, είναι μία από τις πλέον κατασταλαγμένες και ελπιδοφόρες ποιήτριες της πόλης μας, η οποία, βέβαια, εκφράζεται στην αγγλική γλώσσα. Ίσως να μην είναι τόσο γνωστή στην ευρύτερη ελληνική παροικία, είναι, όμως, αρκετά γνωστή στους γενικότερους αυστραλιανούς ποιητικούς και, γενικά, λογοτεχνικούς κύκλους της Αυστραλίας, έχοντας ήδη δώσει σημαντικά δείγματα της εμβληματικής ποιητικής –και όχι μόνο– δουλειάς της, αλλά και έχοντας στο ενεργητικό της την παραγωγή, οργάνωση και παρουσίαση ανάλογων εκδηλώσεων και γεγονότων όλα αυτά τα χρόνια.

Η εν λόγω συλλογή περιλαμβάνει επτά νέα ποιήματα της Costi, τα οποία δεν έχουν περιληφθεί σε προηγούμενη δουλειά της. Όπως γράφει ο Peter Lyssiotis στην εισαγωγή του –και τείνω να συμφωνήσω μαζί του–, τα ποιήματα αυτά σηματοδοτούν ένα είδος μιας κάποιας “στροφής” ή επανεκκίνησης της ποιητικής τέχνης της Costi υπό την έννοια ότι επιχειρείται ένα πέρασμα, μια μετάβαση από την ποίηση που είναι για ζωντανή παρουσίαση μπροστά σε ένα κοινό (perfomance poetry) στην ποίηση που τείνει να στοχεύσει στην ανάγνωσή της ως στοχασμού, ως ιστορικού γεγονότος και –γιατί όχι;– ως φιλοσοφικής στάσης απέναντι σε ζητήματα στα οποία φαίνεται ότι πατά γερά η ποιήτρια, αντλώντας από αυτά, όπως η μετανάστευση, η σχέση μεταξύ δύο πατρίδων, το χάσμα και ίσως η γεφύρωσή του τώρα ή στο μέλλον.
Η Angela Costi σέρνει πίσω της την κάθε μορφής μετανάστευση και τα όποια παρεπόμενά της, που είναι κεντρικό, κομβικό σημείο σε όλη της την έως τώρα ποιητική δουλειά. Επίσης, η ίδια είναι μία από τις πιο “πεπειραμένες” performance poetesses στην πόλη μας, γνωρίζοντας πολύ καλά πώς να “δώσει” ένα ποίημα και γιατί.

Από το 1994, η Angela Costi δημοσιεύει και παρυσιάζει την ποίησή της στην Αυστραλία και το εξωτερικό. Το 1995 ταξίδεψε στην Ελλάδα για να διδαχθεί αρχαία ελληνικά και να παίξει σε αμφιθέατρα ως μέρος του Australian National Languages and Literacy Board. Η ποίηση, τα πεζά και τα κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε μια σειρά έντυπων και ηλεκτρονικών περιοδικών και επιθεωρήσεων, όπως τα Southerly, Meanjin, Cordite και άλλα. Έως τώρα έχει παρουσιάσει τρεις ποιητικές συλλογές, τις Dinted Halos (Hit&Miss Publications, 2003), “Prayers for the Wicked” (Floodtide Audio, 2005, που είναι cd) και “Honey and Salt” (Five Islands Press, 2007). Η συλλογή “Honey and Salt” προτάθηκε για βράβευση στον έγκριτο Ποιητικό Διαγωνισμό Mary Gilmore Poetry Prize 2008. Έχει επίσης γράψει οκτώ θεατρικά έργα. Σπούδασε Νομικά και τώρα εργάζεται στο Victoria Legal Aid, όπου ειδικεύεται στη νομική εκπαίδευση νεοφερμένων κοινοτήτων στην Αυστραλία.

Η συλλογή αυτή είναι μια ακόμα έκδοση των Owl Publishing και για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.owlpublishing.com.au

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, Σάββατο, 21 Φλεβάρη 2015.

Alexis Lateef
 reviews Rachael Mead’s The Sixth Creek

mead

The Sixth Creek
by Rachael Mead

Picaro Press, 2013

Rachael Mead is part of a fine group of contemporary Australian poets writing about nature in nuanced and resonant ways. She brings her own slant to the genre with her first collection, The Sixth Creek, while doffing her hat to celebrated writers like Mary Oliver, Thoreau, and Judith Wright. Part I of the collection opens with a quotation from Oliver, and the first poem is a homage to ‘Wild Geese’:

Does it surprise you how it seems good
this world, viewed from your knees?
Just look. You are not repenting anything …

Mead reiterates Oliver’s stance that even when downtrodden, lonely and forced to your knees, you have the natural world to offer you a shoulder. She also presents the idea that nature is something we can read, or find hard to read; she writes that ‘I’m sure your assumptions are the same as mine;/ our teachers reading from the same books/ on the how, but illiterate/ to the italics of rain …’ Mead boldly asks if we have lost the ability to read the land, a recurring question, for example in the poem ‘Geology’:

Earth drifts beneath our attention/doing the real work
… our surface lives flicker in fast motion
not reading in the rip of gorge or cliff
what stone, with slow enunciation, suggests.

Continue reading