Τάσος Πορφύρης, Νεμέρτσκα, Ποιήματα 1961-2011, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2013

Tasos_Porfyris_Nemertska

Γιάννης Παπακώστας

Ο Τάσος Πορφύρης, γνωστός, χρόνια τώρα, και από τον κύκλο των «Σημειώσεων» και τακτικός συνομιλητής του Βύρωνα Λεοντάρη, συγκέντρωσε σε έναν τόμο την ποιητική του παραγωγή πενήντα χρόνων με τον εμβληματικό τίτλο Νεμέρτσκα, όπου περιλαμβάνονται και οι έως πρόσφατα ευσύνοπτες συλλογές: Το εγκαταλειμμένο σπίτι, Τοπίο, Τα λαβωμένα και άλλες. Νεμέρτσκα είναι το βουνό της ιδιαίτερης πατρίδας του στo Πωγώνι της Ηπείρου. Το βουνό που τον συνδέει με τα πατρογονικά χώματα, με το σπίτι του, και παράλληλα συνιστά βίωμα και σύμβολο μαζί. Πηγή απ’ όπου αρδεύεται ζωογόνους χυμούς.

Ο Πορφύρης, μεταπλάθοντας ποιητικά τα υλικά της ιδιαίτερης πατρίδας του, το νερό, τον αέρα, το βράχο, την αετοφωλιά, τα σύννεφα, ψυχή όλα τούτα της Νεμέρτσκας του και βέβαια και του πατρικού σπιτιού του, ούτε που σκέφτηκε, προς τι άλλωστε, ότι θα μπορούσε να του αποδοθεί μια κάποια τάση προς μια παραδοσιακή θεματολογία. Απόκλιση, δηλαδή, από το νεοτερικό και το μοντέρνο.

Το αντίθετο μάλιστα. Από τις βαθιές ρίζες ξέρει και παραξέρει να αντλεί και να απομυζά το γνήσιο και πρωτότυπο και επίσης να συμπλέκει άνετα και ευέλικτα το παραδοσιακό με το μοντέρνο και να διαχειρίζεται εύστοχα τα εκφραστικά του μέσα. Ο κρουνός της ποιητικής του ευφορίας τον οδηγεί σε έναν αβίαστο, γνήσιο τρόπο έκφρασης, και σε μια ολομέτωπη συνομιλία με το τοπίο του τοπίου του με πλήθος άλλες συνυποδηλώσεις. Και κυρίως η αμεσότητα, η ειλικρίνεια, το νηφάλιο ύφος, χωρίς στόμφο και εκφραστικές εκζητήσεις. Η αίσθηση της αγάπης, της θλίψης, της μοναξιάς και τόσα άλλα συμπυκνώνονται στο πρώτο κιόλας ποίημα με τον τίτλο «Και Συ Ποίηση».

Ποίημα δηλωτικό για τον άμεσο τρόπο έκφρασης και συμπύκνωσης των συναισθημάτων του, ενώ παράλληλα διαπερνά το στίχο του και η έντονα αφυπνισμένη κοινωνική του συνείδηση, βασικό στοιχείο της ποίησης του Πορφύρη. Έχουμε έτσι μια συναίρεση ψυχικών εντάσεων και αντιφάσεων με έντονη την προβολή του κοινωνικού στοιχείου:

Θλίψη σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο λυγμούς
χαρά που σε βγάζουν περίπατο βαθειές ανάσες
μοναξιά ξεχασμένη στη γωνιά μιας πολύβουης σάλας
τρομοκρατημένη από τα χειροκροτήματα
αγωνία μου συγκεντρωμένη στην έξοδο της κάννης
του ντουφεκιού της νύχτας
ανησυχία ξαγρυπνισμένο καντήλι
στον ύπνο των πουλιών
και συ ποίηση ευλογημένη επανάσταση στο αίμα μου
πολύτιμο κλειδί για τις καρδιές του κόσμου.

Continue reading

17 κολάζ πάνω σε 17 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη

IMG_0551-600x600


17 κολάζ πάνω σε 17 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, έκδοση πολυτελείας, Γιώργος Δρίζος, εκδόσεις Verlag an der Friedensgasse 2015

Πολλές φορές έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο ένα εικαστικό έργο να εμπνεύσει έναν ποιητή και να γραφτεί ένα πολύ όμορφο ποίημα και το αντίστροφο: Ένα όμορφο ποίημα να εμπνεύσει έναν ζωγράφο, να δημιουργήσει ένα όμορφο εικαστικό έργο. Η παραπάνω παρατήρηση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ποίηση και η ζωγραφική είναι τέχνες, όπου η μια συμπληρώνει την άλλη.

   Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε, να μελετήσουμε και να θαυμάσουμε το βιβλίο του Γιώργου Δρίζου 17 κολάζ πάνω σε 17 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, μια πρόσμιξη ποίησης και ζωγραφικής με την τεχνική του κολάζ. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις ελβετικές εκδόσεις Verlag an der Friedensgasse, σε αποκλειστική διάθεση στην Ελλάδα από το Βιβλιοπωλείο του Βακχικόν.

   Από τη μια πλευρά έχουμε τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, όπου είναι ο πιο διαδεδομένος, ο πιο μεταφρασμένος και ο διαχρονικότερος Έλληνας ποιητής. Τα ποιήματά του έχουν εκδοθεί και ξαναεκδοθεί από πολλούς εκδοτικούς οίκους, έχουν κοσμήσει εικαστικά έργα, έχουν μελοποιηθεί, έχουν μεταφραστεί, ενώ αποσπάσματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε αμέτρητα δοκίμια και άρθρα. Μέχρι πρόσφατα είδαμε να αναρτώνται στίχοι του Καβάφη στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς εντελώς αποσπασματικοί και δίνοντας άλλο νόημα από αυτό, που έδωσε στην πραγματικότητα ο ποιητής.

   Από την άλλη πλευρά έχουμε τον διακεκριμένο ζωγράφο Γιώργο Δρίζο, όπου τα έργα του κοσμούν μεταξύ άλλων την Εθνική Πινακοθήκη, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, υπουργεία, τράπεζες, μουσεία και διάφορες δημοτικές και ιδιωτικές συλλογές. Οι δύο πλευρές συναντιούνται και ως αποτέλεσμα έχουμε το παρόν βιβλίο.

   Το πιο βασικό στοιχείο, που παρατηρούμε είναι ότι ο Γιώργος Δρίζος στέκεται με απόλυτο σεβασμό απέναντι στα ποιήματα του Καβάφη. Δεν βάζει τους στίχους μέσα σε έργα ζωγραφικής, ούτε τους παρουσιάζει αποσπασματικά, αλλά παραθέτει ολόκληρο το ποίημα στην μια σελίδα και στην απέναντι το αντίστοιχο κολάζ. Έτσι και το νόημα του ποιήματος δεν αλλοιώνεται και ο αναγνώστης μπορεί να δει τόσο το ποίημα όσο και το κολάζ κοντά-κοντά. Τα ποιήματα, που περιλαμβάνονται είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά, όπως τα: Ιθάκη, περιμένοντας τους βαρβάρους, Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον, Τείχη, Θερμοπύλες, Η Πόλις, Κεριά, αλλά και ποιήματα, που είναι προσωπικές επιλογές του Γιώργου Δρίζου, όπου υποθέτουμε ότι τον ενέπνευσαν περισσότερο, όπως τα: Μάρτιαι Ειδοί, και Άγε, ω Βασιλεύ Λακεδαιμονίων.

   Όπως παρατηρεί και η κριτικός τέχνης Αθηνά Σχινά στον επίλογο του βιβλίου: «ο Γιώργος Δρίζος επέλεξε να συνομιλήσει με ορισμένα ποιήματα του Κ. Καβάφη, διαμορφώνοντας συνθέσεις, όχι με το πινέλο και τα χρώματα της παλέτας του, αλλά με τα collages του». Το υλικό, που χρησιμοποιήθηκε είναι κατάλληλα κομμένα φωτολιθογραφικά χαρτιά και όταν λέμε κατάλληλα εννοούμε, ότι δεν είναι απλές απεικονήσεις, ούτε πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι, αλλά ότι καταφέρνουν να αποδώσουν το νόημα του ποιήματος, ακόμα και τη λεπτή ειρωνεία ορισμένων ποιημάτων. Με αυτόν τον τρόπο, ο Γιώργος Δρίζος μας δείχνει ότι είναι πολύ καλός γνώστης της αφαιρετικής και θα ξεχωρίσουμε ιδιαίτερα το κολάζ, που βρίσκεται στο ποίημα: Ιθάκη. Το άγαλμα, που πετάει συμβολίζει το αέναο ταξίδι, τα τοπία, που εμφανίζονται συμβολίζουν τις διάφορες περιπέτειες του ταξιδιού, ενώ κάπου στο βάθος η φωτισμένη πόλη συμβολίζει την Ιθάκη, τον τελικό προορισμό.

   Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, σαν επίλογος του βιβλίου υπάρχει μιας εκτενής κριτική της κριτικού και ιστορικού τέχνης Αθηνάς Σχινά, όπου παραπέμπουμε, όποιον θα ήθελε να εντρυφήσει περισσότερο στον εικαστικό χαρακτήρα του έργου, ενώ στο τέλος υπάρχει και ένα σύντομο βιογραφικό του Γιώργου Δρίζου για όποιον δεν γνωρίζει το μέχρι σήμερα πολυσχιδές έργο του.

   Κλείνοντας, θα θέλαμε να συγχαρούμε τον Γιώργο Δρίζο για το πολύ σημαντικό αυτό έργο του και να συμπεράνουμε, πως όταν δυο πνευματικοί ογκόλιθοι συναντιούνται, τότε το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

*Από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr

Σπύρος Μοσκόβου: Οι Αφρικανοί του Γκρύνμπαϊν

Screen+Shot+2015-05-01+at+11.34.57+PM

Ο Ντουρς Γκρύνμπαϊν, ένας από τους γνωστότερους σύγχρονους Γερμανούς ποιητές, δημοσίευσε σε εφημερίδα ένα ποίημα για τους Αφρικανούς μετανάστες που ζουν όπως όπως σε πλατείες και πάρκα της Ευρώπης. 

Τα ναυάγια στη Μεσόγειο την περασμένη εβδομάδα, οι εκατοντάδες πνιγμένοι πρόσφυγες κάτω από τα γαλάζια κύματα, ο συνωστισμός του Τρίτου Κόσμου στα υγρά κράσπεδα των χωρών των Λωτοφάγων, όλα αυτά κατέκλυσαν και πάλι, προσωρινά αλλά επιτακτικά, τη δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη. Τραγικές ιστορίες αναδύθηκαν στα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ, στατιστικά στοιχεία για την πολιορκία του φρουρίου μας από τα στίφη των πενόμενων αναψηλαφήθηκαν, οι ηγέτες της ΕΕ τήρησαν στις Βρυξέλλες ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των θυμάτων. 

Screen+Shot+2015-05-02+at+12.10.13+AM

Φυγή προς την Ευρώπη

Εκτός όμως από τη συμβολή της δημοσιογραφίας, της στατιστικής και της πολιτικής στην περιγραφή της νέας, μεγάλης μετανάστευσης των λαών, υπάρχει άραγε άλλη τέχνη που να προσφέρει κάποια άλλη προσέγγιση; Μια τέτοια δυνατότητα προσφέρει η ποίηση, κι ας είναι για τους περισσότερους απροσδόκητη. Ο Γερμανός ποιητής Ντουρς Γκρύνμπαϊν, παρατηρώντας μερικούς Αφρικανούς μετανάστες σ’ ένα πάρκο, έγραψε ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε χωρίς επιτακτική αφορμή πριν από μερικές εβδομάδες στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung. Ας το διαβάσουμε:
Continue reading

Φόρεσέ με, ποίηση, Άμαρτζιτ Τσάνταν, μτφρ. Χριστίνα Λιναρδάκη, Ανδρέας Πιτσιλλίδης, εκδόσεις Μανδραγόρας 2014

Άμαρτζιτ-Τσάνταν-Φόρεσέ-με

H Xριστίνα Λιναρδάκη και ο Αντρέας Πιτσιλλίδης μας γνωρίζουν το έργο του Άμαρτζιτ Τσάνταν. Επιλέγουν τα καλύτερα κατά την γνώμη τους ποιήματα από το σύνολο της δουλειάς του, τα μεταφράζουν και τα παρουσιάζουν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, με το βιβλίο Φόρεσέ με που κυκλοφορεί από της εκδόσεις Μανδραγόρας.

Στο κατατοπιστικό σημείωμα για τη μετάφραση, η Χριστίνα Λιναρδάκη μας αναλύει το σκεπτικό της έκδοσης του βιβλίου, καθώς επίσης αναφέρεται στη συνεργασία της με τον Αντρέα Πιτσιλλίδη αλλά και στην επικοινωνία της με τον Άμαρτζιτ Τσάνταν.

Ο ποιητής μας γεννήθηκε το 1946 και ζει στο Λονδίνο από το 1980. Έχει εκδώσει στα παντζάμπι επτά ποιητικές συλλογές και τρία βιβλία με δοκίμια. Έχει εκδώσει και δύο ποιητικές συλλογές στα αγγλικά. Έργα του είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά σε διάφορες χώρες του κόσμου, έχει λάβει διακρίσεις σε Αγγλία, Ινδία και Η.Π.Α. Ποίημά του έχει χαραχθεί στα παντζάμπι και τα αγγλικά, σε πλάκα γρανίτη ύψους 12 μέτρων και αναρτηθεί σε πλατεία της περιοχής Slough έξω από το Λονδίνο. Ποιητής που ζει στο σήμερα και διακατέχεται από μια θυμοσοφία, που όμως δεν μας παραπέμπει σε κάτι παλαιομοδίτικο ή ξεπερασμένο.

Τα ποιήματά του αποπνέουν μια αλήθεια και χαρακτηρίζονται από αμεσότητα. Η αλήθεια υπάρχει όπως είναι/δεν είναι ούτε καλυμμένη/ούτε γυμνή/η δημιουργία στέκεται μπροστά στον εαυτό της όπως ο εαυτός της. [Γιατί μεταφορές] Η φιλοσοφική τους χροιά είναι εμφανής. Σκέψη και ποίηση. Ποίηση και σκέψη. Παντρεύονται αρμονικά και λειτουργούν, αφού ερεθίζουν την ψυχή του σύγχρονου αναγνώστη. […]Το αύριο είναι ό,τι δεν είναι παρόν./Το αύριο είναι ένα όνειρο που θα μοιραστούμε/μέσα σε μια στιγμή./Το αύριο είναι η μέρα που όλα τα ρολόγια θα διαλυθούν/Ό,τι πρόκειται να συμβεί είναι το αύριο./Το αύριο είναι ο θάνατος/Το αύριο είναι η ζωή [Το Αύριο]

Απαλή η υφή των ποιημάτων, ποίηση διαυγής που κοινωνεί τα νοήματά της με τρόπο αβίαστο: […]Τα κάδρα είναι παράθυρα/που ανοίγουν προς τα μέσα το τοπίο του νου. [Κάδρα] […]Κι όταν ακόμα δεν υπήρχε χαρτί, υπήρχε η ποίηση./Κι όταν ακόμα δεν υπήρχε άνθρωπος, η ποίηση πάλι υπήρχε. [Το χαρτί] […]Όλα ζουν και πεθαίνουν/στη μητρική μου γλώσσα. [Μητρική γλώσσα] […]Μείνετε εναργείς… πάντα να θυμάστε το Άχρονο. [Μουσείο ρολογιών στο Den Gamle By στο Αarhus της Δανίας] […]…αφού όλα υπάρχουν όπως είναι/δεν μπορούν να είναι σαν κάτι άλλο. [Γιατί μεταφορές] Για “ουσιαστική λιτότητα” της ποίησής του κάνει λόγο και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ που προλογίζει το βιβλίο. Ακόμα γράφει χαρακτηριστικά: Αυτό που επίσης κατορθώνει ο Άμαρτζιτ Τσάνταν είναι να εκφράζει την πολύπλοκη διανοητική του σκέψη απλά, αρμονικά, με φυσικότητα αναπνοής.

Ποίηση που σε φέρνει σε επαφή με τις εσώτερες πτυχές του εαυτού σου και σε κάνει να αναστοχαστείς την αξία και την αφή των πραγμάτων. Κοιτάς κατάματα το φως χωρίς να τυφλώνεσαι και αναλογίζεσαι την επίδρασή του στην ψυχή σου. Μελετάς τις σκιές και συμφιλιώνεσαι μαζί τους. Κάνεις σπουδή στο εύθραυστο του κόσμου τούτου, ανοίγεσαι, απλώνεσαι, υπάρχεις. Tα όνειρα μαθαίνουν να αντέχουν τα σκιρτήματα της φαντασίας. Τα ποιήματα γίνονται βλέμματα και στόματα που φιλούν τα πράγματα γύρω τους.

Και είναι μαγικό όταν ο ποιητής αναποδογυρίζει το ποίημα. Ή όταν το ξεφλουδίζει σαν πορτοκάλι. […]Ο ποιητής ξεφλουδίζει το ποίημα σαν πορτοκάλι./Το μέσα είναι πιο όμορφο/Είναι γλυκό σαν το φιλί του ήλιου./Υπάρχει ένας σπόρος εκεί/του μέλλοντος/του θανάτου/της αμφιβολίας. [Ο Ποιητής]

Ασημίνα Ξηρογιάννη

*Αναδημοσίευση από το Βακχικόν http://www.vakxikon.gr

Caitlin Maling
 reviews Alex Skovron’s Towards the Equator: New and Selected Poems

Article Lead - narrow673343751437c5image.related.articleLeadNarrow.353x0.1437jb.png1426650426478.jpg-300x0

Towards the Equator: New and Selected Poems
by Alex Skovron

Puncher & Wattmann, 2014

While I was walking In the Museum of Fine Arts Houston with my cousin, I found myself discussing the conversations I seem doomed to repeat, the seemingly circular unending ones I’ve had over years, with myself and others without resolution. My cousin pointed out that to her a difference exists between two types of circular conversations, those truly round, and those that are elliptical, where with each repetition we reach a point closer to some type of truth before arcing out again. To me the joy and richness of encountering Alex Skovron’s Towards the Equator: New and Selected Poems is in travelling with the poet through these elliptical orbits as Skovron’s poems return and return to key motifs of European history, life in Australia and always, always, music.

The collection opens with ‘Towards the Equator’, 47 pages of new poetry. These poems are indicative of a mature poet, deeply located in the confluences of history, in a ‘day between the wars/ like any other’ (‘The Needle’, 9). There is less freneticism to the prosody than exists in later (younger) sections, instead lines and sentences are longer, measured, as in ‘Humility’ which opens with:

For months Mozart has been so crucial I haven’t played him.
The winds, filibustering the house, have heard
the chimney crackle and the paint strain
while the old obsessions went ignored. What was the point?
(13)
Continue reading

Julie Maclean
 reviews Jennifer Compton’s, Now You Shall Know

Article Lead - narrow668787841437bzimage.related.articleLeadNarrow.353x0.13tg00.png1426824702468.jpg-300x0

Now You Shall Know
by Jennifer Compton

Five Islands Press, 2015

Jennifer Compton’s ear and predilection for the colloquial is one of the threads linking the poems in this latest collection of apparently autobiographical works. Poems further cohere around irony, sometimes translating as humour. There is reflection triggered by the death of her mother in the opening sequence, culminating in a rustic philosophy that questions mortality within the context of the natural world in the final act ‘… somehow urgent’:
You are blossoming

with an endstage intensity?
It’s a thought.
Everything I ever learned
was from gardening.

(‘The Lemon Tree Syndrome’).

Now You Shall Know is divided into sections or acts (titles derived from poems in those sections) and address bereavement, alcohol abuse, family life in the suburbs, travel, gardening and ageing. These memoir poems are neither sentimental nor maudlin, but instead are infused with vitality. This collage of free verse by a New Zealander is vintage Aussie larrikin at times, and can nuance the voice in another era. In ‘As Far As Dandenong’ a new arrival is lost and tries to ask for directions in broken English.
Continue reading

Caren Florance reviews Derek Beaulieu’s Kern

kern

Kern
by Derek Beaulieu

Les Figues Press, 2014

I must admit: the first time I flipped through Kern and looked at the various swirling typographic entities, two thoughts jumped into my head; how similar the pages looked to work by Australian book artist Lyn Ashby, and the other was jealousy at how much vintage dry-transfer lettering (Letraset) Canadian poet Beaulieu obviously has access to. It’s hard to come by here in Australia, and what we can still get comes only in very restrained font styles.

Both of my thoughts are valid, since the author’s note to Kern positions this ongoing body of work as being typical of Lettrism (without actually naming the field), a graphic practice that emphasises the ‘glyphic nature of the visual sign’ and ‘proliferates meaning through its visual properties’ 1: ‘viewers need not read, they only need momentarily stare and receive’ 2. I received comparative thoughts and emotional flare. Other viewers, of course, will have differing receptions. I say ‘viewers’ because these are letterforms that dissuade reading. This is confusing: such visual typographic play is common amongst graphic designers, but this is poetry. Isn’t it meant to be read?

from Kern, p 17

from Kern, p 17

The overlap between experimental poetry publishing and artist books is fascinating, and still quite un-probed. If Kern were an artist’s book, I could talk about the sequence of images, how its march from small entities floating in white through to the overwhelming and crackling obliteration of the page space is a pessimistic foreshadowing of apocalypse. As a poetry volume, I can still say that – it’s hard not to think of societal breakdown when the object on the page is taking full advantage of its material origins by falling apart during the process of its very creation (cracking and failing to adhere, which is what Letraset does when it is rubbed too hard or not hard enough) – but there are ruptures in the sequence that undermine a clean visual reading. A book artist would allow the final images to move past the white borders of the page – bleeding out of the book – and would move back the vertical works on pages 82-85 so that they did not break the flow of disintegration. So, maybe not a straight line to dystopia.

from Kern, p 88

from Kern, p 88


Continue reading

Amy Brown
 reviews Anna Jackson’s I, Clodia, and Other Portraits

clodia

I, Clodia, and Other Portraits
by Anna Jackson

Auckland University Press, 2014

Early in this collection, Clodia demands to be ‘loved by one of the new poets’ (4). Instead of beginning with the poet’s invocation of a muse, the muse of I, Clodia seems to summon the poet. Over 34 pages, Jackson imagines Clodia Metelli, the witty, promiscuous Roman aristocrat generally believed to have been the subject, ‘Lesbia’, of Catullus’s love poems – his interlocutor – her voice dovetailing easily with his. This biographical sequence is followed by another, observing an unnamed photographer during ‘the worst disaster of her career –/ this photographing of faces, this creation/ of ‘portraits’’ (41). The poet’s potential as portraitist and biographer preoccupies I, Clodia.

When a poet adopts the perspective of a historical figure, it is tempting to interpret the poem as a costumed performance – the ‘I’ belonging to the poet despite its period disguise (Dorothy Porter’s Akhenaten has been read in this way). ‘I, Clodia’, however, is a conduit for the subject’s voice. This is a departure for Jackson, whose poetry is often laced with autobiography; in Catullus For Children (2003), the Roman poet is coaxed into contemporary New Zealand, specifically into the lives of Jackson’s children. By contrast, ‘I, Clodia’ takes a scholarly and empathic imaginative journey to 1st-century BC Rome. Meticulously researched, technically precise, and psychologically persuasive, this does not appear to be a masked self-portrait, but a portrait of someone Jackson understands deeply.
Continue reading

A Female Odysseus For the Times: Angelo Loukakis launches ‘Vagabondage’ by Beth Spencer

9781742586342_cov.indd

Angelo Loukakis launched Beth Spencer’s verse memoir, Vagabondage 
UWAP, 2014 / Dogmedia e-book, 2015 at Better Read than Dead, Newtown on 9th October 2014

There are authors for whom writing functions as a form of truth-telling that requires art, but humanity as well. We look to them for insight and intelligence and good humour, and a willingness to share – and Beth is one of them.

In Vagabondage – Beth’s memoir about the year she lived in a campervan — you will find again the particular characteristics of her writing that readers have so admired in her previous books, How to Conceive of a Girl and Things in a Glass Box.

To nominate some of the themes in Vagabondage, I would say the search for a sense of home is right up there.

In this she is a female Odysseus, and one very much for the times. She negotiates a route that is at least as tortuous as that hero of Greek myth. She must find a way past her own six-headed Scylla, and past her own rocks of Charybdis. But Beth’s are modern perils — hers is the journey to Ithaca taken via Bondi… the Great Ocean Road… and the Hume Highway… among other very Australian hazards.
There are adventures and misadventures aplenty on this particular journey. And some of the misadventures struck me as very typical of Beth’s writing: prosaic and mythic at the same time.
At a certain point in her travels, for instance, she has the misfortune of colliding with and killing three stray birds on the road. Now tell me THAT doesn’t trigger grief and guilt in the contemporary voyager!
Continue reading