Μήτσος Παπανικολάου – Ένας αξιόλογος «ελάσσων» του Μεσοπολέμου

mitsosPapanikolaou

Ο Μήτσος Παπανικολάου γεννήθηκε το 1900 στην Ύδρα και πέθανε το 1943 στην Αθήνα. Η ζωή του μοιράστηκε, θα μπορούσαμε να πούμε, ανάμεσα στο φως του αισθητισμού και της ποιητικής καθαρότητας από τη μια και από την άλλη στο σκοτάδι των εξαρτήσεων, του «απαγορευμένου» έρωτα και της οικονομικής –προς το τέλος της ζωής του- εξαθλίωσης. Εμφανίζεται στα νεοελληνικά Γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 16 ετών, δημοσιεύοντας μια σειρά ποιημάτων στη Διάπλασιν των παίδων και συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά. Φοιτητής της Νομικής από το 1917, εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και στρέφεται προς τη δημοσιογραφία μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας στη Χωροφυλακή το 1920. Με την ανθολόγηση δύο πρωτότυπων ποιημάτων του στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα, Οι Νέοι, το 1922, «καθιερώνεται σαν ποιητής», ενώ το 1923 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στο περιοδικό Μπουκέτο, ιδιότητα που θα τον καθιερώσει μέχρι το 1939/1940 ως ποιητή, μεταφραστή και κριτικό της νεοελληνικής, αλλά και της ξένης, λογοτεχνίας. Ωστόσο, η αδιέξοδη προσωπική του ζωή, ο κλονισμός της υγείας του και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, αλλά και οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν με τον πόλεμο και την Κατοχή, θα τον οδηγήσουν σε πλήρη εξαθλίωση. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, και παρά τα βραχύβια αποτελέσματα απεξάρτησης στο Τμήμα Τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου, πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών μέσα σε άθλιες συνθήκες.

Γράφοντας στα 1938 την κριτική μελέτη «Ο ποιητής μιας γενιάς», η οποία αναφέρεται στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, ο Παπανικολάου αφήνει να διαφανούν οι βασικές αρχές της ποιητικής του: η νεορομαντική και εξιδανικευμένη αντίληψη περί αγνότητας και λυρικότητας του ποιητικού λόγου από τη μια, αλλά και το νεοσυμβολιστικό αίτημα για μουσική υποβλητικότητα από την άλλη, θα οριοθετήσουν τη μόνιμη προσπάθεια του Παπανικολάου να κατακτηθεί η «καθαρή ποίηση», ώστε να «μεταδώσει την καθαρή αισθητική συγκίνηση από το συναίσθημα, από το δραματικό αίσθημα και την εσωτερική κατάσταση ή από την άμεση αίσθηση και την εξωτερική εντύπωση, ακόμη και με τις παρηχήσεις των φθόγγων».

Η κριτική επεσήμανε την «αδιαφορία» του να εκδώσει ποιητική συλλογή ως ένδειξη υποτίμησης του πρωτότυπου ποιητικού του έργου ή υπογράμμισε την αδυναμία του να δώσει ένα συμπαγές και «μεγάλο» έργο, με αποτέλεσμα να «απομένει, βέβαια, κάπως λίγος». Παρ’ όλα αυτά, ο Παπανικολάου δεν σταμάτησε μέχρι τον θάνατό του να δημοσιεύει ποιητικά κείμενα και, το βασικότερο, να επεξεργάζεται κάποια από τα κείμενά του ενόψει αναδημοσιεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια σειρά κειμένων που από δημοσίευση σε αναδημοσίευση παρουσιάζονται με σημαντικές διαφορές και με συνεχή προσπάθεια να επιτευχθεί η λιτότερη και καθαρότερη ποιητική εκφραστική και να δοθεί η ιδανική – μετρικά, στιχουργικά και γλωσικά – μορφή, ακόμη και όταν ο ποιητής θα αποπειραθεί να γράψει σε ελευθερωμένο ή και ελεύθερο στίχο. Αυτά τα δύο δεδομένα, η αδιάλειπτη δηλαδή ώς τον θάνατό του ποιητική παρουσία και η προσπάθειά του να πλησιάσει την ιδανική ποιητική μορφή, σε κάποια τουλάχιστον ποιήματά του, μπορεί να μην τον καθιστούν σπουδαίο ποιητή, επιβεβαιώνουν όμως την ταυτότητα του αισθητιστή, που «δεν εζήτησε από την Ποίηση, όπως και από την ίδια τη ζωή, την Αλήθεια ή την Ιδέα. Ακόμα και η Ομορφιά του ήταν λίγο. Εζήτησε κάτι πιο τραγικό: την Ηδονή […] και μάλιστα [την] όσο το δυνατόν δουλεμένη». (…)

Μιχάλης Ρέμπας

Σημ.: Αναδημοσίευση της εισαγωγής ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 66, Οκτώβριος 2015. Ο Μιχάλης Ρέμπας είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, είναι υποψήφιος διδάκτωρ και έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και φιλολογικές εργασίες.

Ακολουθούν δύο ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου:

ΜΙΣΟΣ

Τι μένει; Τι μένει;
Μια νύχτα γεμάτη φωνές την πόλη τυλίγει.
Οι δρόμοι είναι τρόμος. Για πάντα έχουν φύγει
οι αγαπημένοι.

Πέθαναν ετούτοι,
εκείνοι χαθήκαν.
Της νιότης τα πλούτη
εσβήσαν, σωθήκαν.

Κι εμείς συντριμμένοι
τραβάμε μοιραία το δρόμο που βγαίνει,
εκεί που κανείς δε γυρίζει.
Μας λύγισε η πείνα… Μας τσάκισε ο πόνος…

Μας έριξε κάτω κι εδώ μας πατάει
ο νόμος… ο νόμος…
Κανείς πια στη νύχτα δεν μας τραγουδάει
κανένας δυο λόγια γλυκά δεν μας λέει
η μάνα μας κλαίει.

Το στήθος μας πού ‘κλεισε τόσην αγάπη,
μας το ‘χει φουσκώσει το μίσος,
το μίσος που ανάβει πυρκαϊές μες στις χώρες
και φέρνει τις μπόρες…

Στυγνοί βρυκολάκοι, μ’ εχθρούς και με μίση
ζητάμε τα θύματα…
Η θάλασσα φτάνει… Ξεσπάνε τα κύματα…
Εμπρός… Να μια λύση.

1933

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Δώσε μου την ανάμνηση του πράσινου δρόμου,
το σπίτι με το κόκκινο φως,
τα παλικάρια που χόρευαν.
Οι αράχνες έφραξαν τα παράθυρα,
γέμισαν σκόνη τα βιβλία.
Τη θύμησή σου δώσε μου
γιατί έμεινε γυμνό το χαίρε.
1938

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/10/blog-post_80.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+ (στίγμαΛόγου)

Ενο Αγκόλλι, Ποιητικό Αίτιο, Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015

Screen+Shot+2015-09-27+at+6.45.56+PM

Στην πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ποιητικό αίτιο», ο 21χρονος σήμερα, φοιτητής Αναλυτικής Φιλοσοφίας, Ενο Αγκόλλι, μας συστήνεται μέσα από μια πληθωρική, μα καθόλου φλύαρη, ελεγεία για την απώλεια.

Γεννημένος στην Αλβανία, μεγαλωμένος στη Θεσαλλονίκη και κάτοικος εξωτερικού πλέον, ο Αγκόλλι χτίζει μια συλλογή με τρόπο που θυμίζει ημερολογιακές καταγραφές μιας ταλανισμένης ενηλικίωσης.

Βρίσκει όμως τρόπους –με τις γλωσσικές επιλογές του και την κοσμοπολίτικη προσέγγιση της πραγματικότητας– να μην αφήσει τα ποιήματά του να διολισθήσουν στην εσωστρέφεια.

Αντιγράφω από το δεύτερο ήμισυ του ποιήματος «Η σούτρα της φθοράς»:

«[…] Εκείθεν,/ ο μητροπολιτικός άνθρακας/ άρχιζε να/ οξειδώνει τα απολλώνιά τους ιδεώδη και την αλκοολική φιλοσοφία,/ καθώς τις κάστες του/ δουλεύουν πια το ελεφαντόδοντο. Και χρόνια αργότερα, ειρωνικά/ διατυπώνοντας τους σύγχρονους φθόγγους και τα δόγματα,/ Αγγλοσάξωνες/ ρωτούσαν τον Βούδα, τον Γκάντι, τον Ταγκόρ:/ Πείτε μας, πείτε μας – εμείς πότε θα φθαρούμε επιτέλους;» (σ. 29).

*Του Άκη Παπαντώνη. Αναδημοσίευση από το http://entefktirio.blogspot.com.au/2015/09/blog-post_27.html Φωτογραφία: Σάκης Καρακασίδης. Πηγή: http://www.efsyn.gr

Screen+Shot+2015-09-27+at+6.44.37+PM

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: «Χειροβομβίδες τα χέρια του εργάτη»

Papadopoulos2


Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης

Δεν υπάρχουν ποιητές στις μέρες μας κι όσοι γράφουν ποίηση τίποτα δεν έχουν να πουν, να ποια είναι, μεταξύ άλλων, η σύγχρονη αντίληψη για την ποίηση. Κι όμως μέσα από τις εβδομαδιαίες παρουσιάσεις του Ατέχνως στη στήλη των «Νέων Δημιουργών» αναδεικνύεται μια διαφορετική, πολύχρωμη πραγματικότητα όπου νέοι ποιητές και συγγραφείς όχι απλά γράφουν ποίηση αλλά και που επικοινωνούν με την κοινωνική πραγματικότητα. Ο ποιητής Θεοχάρης Παπαδόπουλος που παρουσιάζουμε σήμερα, αποτελεί ακόμα μία περίπτωση που επιβεβαιώνει τη θέση μας εφόσον, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978- αριθμεί πλέον στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές, έχοντας διαμορφώσει από τη δεύτερη κιόλας συλλογή του, το προσωπικό ύφος μιας ολιγόστιχης, λιτής ποιητικής γραφής, άμεσα κατανοητής, κοινωνικής και βαθιά πολιτικής. Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης ποιητικής γενιάς της αγανάκτησης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά του χρόνια ενώ έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, είτε δικές του δημιουργίες, είτε λογοτεχνική κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού) κι έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση) το 1997. Οι υπόλοιπες συλλογές του είναι οι Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014). Αντιπρόεδρος του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις». Επίσης, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών καθώς και μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης, είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας.
Continue reading

Για τις “23 μέρες” της Ασημίνας Ξηρογιάννη

René Magritte, Οι εραστές

René Magritte, Οι εραστές

– Γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Ασημίνα Ξηρογιάννη, 23 μέρες,
εκδ. Γαβριηλίδη,
Αθήνα 2015

Η συλλογή, με τον τίτλο 23 μέρες, απαρτίζεται από είκοσι τρία ποιήματα, τα οποία αντιστοιχούν σε είκοσι τρεις μέρες. Την εικοστή δεύτερη μέρα δίνεται καθαρά η θεματική της πρόθεση, η οποία προοικονομείται σταδιακά μέρα με την ημέρα: «Η πρόθεση του βιβλίου που γράφει τώρα :/ Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress./ Μια νεαρή γυναίκα / κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες/ περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της / ο εραστής της/ (ή καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της)».

Αυτό είναι το θέμα το οποίο η ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη πραγματεύεται σαν σκηνικό ποίημα, σαν θεατρική πράξη. Δίνει στα ποιήματα μορφή μικρού δράματος, μικρής σκηνοθετικής απόπειρας. Είκοσι τρία ποιήματα, είκοσι τρεις θεατρικές σκηνές. Σχεδόν κάθε ποίημα αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο περιέχει τις σκηνικές οδηγίες, δοσμένες με ορθά γράμματα• το όλο πλαίσιο, το κάδρο – το κομοδίνο, τα χάπια, τον πίνακα- τα «σύνεργα της σκηνής», που λέει κι ο Γιώργος Σεφέρης, Το δεύτερο μέρος, όπου δίνονται τα απολύτως προσωπικά, παραληρηματικά, εκείνα που φουσκώνουν το ποτάμι της ψυχής, η ουσία, το συναισθηματικό μέρος, με πλάγια γράμματα. Τα δύο επίπεδα του ποιήματος είναι ευδιάκριτα επομένως και ως μορφή και ως περιεχόμενο.

Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, για τις ερωτικές συναντήσεις του ζευγαριού, όπου η «πρωταγωνίστρια» του δράματος περιμένει εκείνον να έρθει και στήνει έναν νοερό διάλογο μαζί του. Βεβαίως ακούγεται μόνο η δική της η φωνή, ενώ η φωνή εκείνου φτάνει στον αναγνώστη διαθλασμένη μέσα από τα δικά της λόγια, φωτισμένη από τα δικά της μάτια.
Continue reading

Δήμος Χλωπτσιούδης, Κατάστιχα, Εκδόσεις “Το Βιβλίο”

dtbook190915

Έχουμε αναφερθεί ξανά στην τάση της έκδοσης βιβλίων αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή (e-book), μια τάση, που τείνει να εξελιχθεί σε αναγκαιότητα λόγω του υψηλού κόστους της έντυπης έκδοσης. Τούτη η αναφορά είχε γίνει σε μια παλιότερη κριτική για τον Δήμο Χλωπτσιούδη και το βιβλίο του «Η οργή της πεταλούδας». Πιστός στην συγκεκριμένη μορφή έκδοσης ο ποιητής εξέδωσε και δεύτερο βιβλίο αποκλειστικά σε ηλεκτρονική έκδοση. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Κατάστιχα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «Τοβιβλίο» και περιλαμβάνει ποιήματα ολιγόστιχα με οικονομία λέξεων και συμπυκνωμένα νοήματα.

Τα «Κατάστιχα» του Δήμου Χλωπτσιούδη χωρίζονται σε έξι μέρη-θεματικές ενότητες.

Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Πολιτική, ανθρώπων φύσις» και περιλαμβάνει ποιήματα πολιτικού προβληματισμού. Να τονίσουμε, ότι όταν μιλάμε για πολιτική ξεχωρίζουμε χοντρικά δύο κατηγορίες ανθρώπων. Είτε είναι άνθρωποι πάμπλουτοι, που δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα και βλέπουν την πολιτική ως ένα παιχνίδι εξουσίας, είτε είναι άνθρωποι, που βίωσαν τη φτώχεια, την ανεργία και την κρίση και αγωνίζονται μέσα από την πολιτική για έναν καλύτερο κόσμο. Ο Δήμος Χλωπτσιούδης ανήκει στους δεύτερους. Με την οικονομία του λόγου, που τονίσαμε και πιο πάνω και με μια λεπτή ειρωνεία θα γράψει: «το χαμόγελο προβάρει σε καθρέφτη μαγικό / «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, / ποιος είναι ο πιο αγαπητός;» / «Εσύ, κύριέ μου, όλες οι δημοσκοπήσεις / εσένα δείχνουν νικητή».

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Σιγά μη φοβηθώ» και περιλαμβάνει ποιήματα αντιρατσιστικά και αντιφασιστικά. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, οι πυροβολισμοί εναντίον των μεταναστών εργατών στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας, οι σιδερόφραχτες παρελάσεις, ο τρόμος των μεταναστών από τις ρατσιστικές επιθέσεις είναι μερικά από τα θέματα, που θίγονται: «τρύπιες ιδέες / με θυρεό μεσίστιο μίσος / χορεύουν στου ρατσισμού / το ανέμισμα».
Continue reading

“Δήγμα γραφής” της Τζούλιας Φορτούνη

dhgma_grafis

Του Κρις Λιβανίου

Το “δήγμα γραφής” είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Τζούλιας Φορτούνη, έτυχε να έχω γράψει και για την πρώτη της, το “φυσικό αντίδοτο” (Μανδραγόρας, 2013), κι έτσι το ενδιαφέρον μου ήταν μεγάλο όχι μόνο για τα επιμέρους στοιχεία αλλά κυρίως για την συνολική εικόνα. Μια δεύτερη συλλογή δίνει την ευκαιρία για να χαρτογραφήσει κανείς την πορεία του ποιητή και να ψηλαφήσει αν μπορεί την εξέλιξη, τις αλλαγές και τις ρήξεις. Η συνέχεια ανάμεσα στις δύο συλλογές υποθέτω επιβεβαιώνεται και από τους τίτλους με το «δήγμα» να κινείται στον ίδιο νοηματικό χώρο με το «αντίδοτο», όλα φαίνεται να έχουν μια εκ προοιμίου σχέση με το δάγκωμα, την απειλή, τον πόνο, το ξάφνιασμα.

Ένα ξάφνιασμα που καταρχάς εδραιώνεται με τα πολύ σύντομα ποιήματα που αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της συλλογής. Με αρκετά ποιήματα να μην ξεπερνούν τους δέκα στίχους, κάποιες φορές μάλιστα και λιγότερους, η Τζούλια Φορτούνη επενδύει στον γρήγορο ρυθμό και τα συμπυκνωμένα νοήματα. Επιδιώκει το ξάφνιασμα του αναγνώστη και ενδεχομένως την γρήγορη αντίδρασή του στα ποιητικά τεκταινόμενα, δεν αφήνει χώρο και χρόνο για δεύτερες σκέψεις. Νομίζω ότι λίγα πράγματα αποδίδουν καλύτερα σε μια συλλογή από έναν σωστά υπολογισμένο ρυθμό, γιατί είναι το στοιχείο εκείνο που οριοθετεί και υποστηρίζει το νόημα. Όταν όμως ένα ποίημα όπως είναι για παράδειγμα το «τα ανθρώπινα σώματα» ή «οι γιορτές» είναι τόσο σύμπυκνωμένο που ο αναγνώστης αισθάνεται ότι του λείπουν στοιχεία κατανόησης, τότε ο γρήγορος ρυθμός και ο πυκνός λόγος από πλεονέκτημα γίνονται βάρος. Σε κάποιες περιστάσεις η ποιήτρια εκ των πραγμάτων και μόνο δεν έχει τον χρόνο και τον χώρο να διαλύσει τις ασάφειες που εμποδίζουν, και να ανοίξει την πόρτα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη.

Όπως άλλωστε και στο “φυσικό αντίδοτο”, το λεξιλόγιο είναι καθημερινό και αυθόρμητο, ακριβές αν μη τι άλλο, συνολικά όμως η ποίηση είναι αποσπασματική και λειτουργεί με συγκοπές. Υπάρχουν εντυπωσιακές εξαιρέσεις βέβαια, όπως το «κόκκινο σπίτι» που είναι εκτενές και δείχνει μια φρεσκάδα και μια πρωτοτυπία στην σκέψη. Η Τζούλια Φορτούνη πετυχαίνει να εδραιώσει μια ξεκάθαρη ατμόσφαιρα όπου αντικατοπτρίζονται απρόσκοπτα τα συναισθήματα και οι συγκινήσεις σε μια δομή καθόλα λειτουργική και ευέλικτη. Αισθάνομαι ότι αυτά τα ίδια στοιχεία θα μπορούσαν να υπάρχουν και σε όσα ποιήματα της συλλογής τα στερούνται λόγω της τόσο περιορισμένης έκτασής τους: χρειάζεται ένας ελάχιστος χώρος για να ξεδιπλωθούν και να αναπτυχθούν οι συναισθηματικοί πόλοι και όταν αυτός λείπει, τότε ο αναγνώστης κινδυνεύει να βρεθεί μετέωρος.

Η διπολικότητα ανάμεσα στα δύο ισχυρά Εγώ και Εσύ προσδίδει επιπλέον δυναμική στο σύνολο των ποιημάτων καταστώντας τον αναγνώστη ταυτόχρονα και θεατή σε μια αέναη και τελικά αρχέγονη αντιπαράθεση ανάμεσα στα άκρα των σχέσεων. Όπως συνέβαινε και στην πρώτη της συλλογή, έτσι και εδώ έχουμε μια ιδιαίτερα προσωπική ποίηση. Σε αρκετές περιπτώσεις από προσωπική μετατρέπεται σε ερμητικά κλειστή, με τον αναγνώστη να μένει απέξω και να προσπαθεί να καταλάβει τους κώδικες. Δεν μπορώ να σκεφτώ πώς θα ήταν δυνατή μια πλήρως αποστασιοποιημένη ποίηση, αισθάνομαι όμως ότι είναι θεμελειώδες οι δίαυλοι της επικοινωνίας να είναι ανοιχτοί και να εξασφαλίζουν την ροή των σκέψεων και των συναισθημάτων.

Το ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της ομολογουμένως ανθρωποκεντρικής ποίησης είναι ίσως το ότι το Εγώ και το Εσύ, παρόλο που συμπορεύονται, δεν δείχνουν να συναντιούνται. Σαν να διαγράφουν παράλληλες πορείες στο διηνεκές και τα ποιήματα να αποτελούν τον καμβά αυτής της τελικά αδύνατης συνάντησης. Δεν ξέρω αν η αγωνία που θα προέκυπτε από αυτό έχει δώσει την θέση της στην παραδοχή και σε έναν κάποιο ανομολόγητο συμβιβασμό, είναι όμως γεγονός ότι η Τζούλια Φορτούνη επιχείρησε με επιτυχία να χαρτογραφήσει την περιπέτεια της ανασφάλειας και του αυτο-προσδιορισμού σε συνθήκες τόσο έρωτα όσο και απουσίας αυτού.

Κρις Λιβανίου

Παραθέτω δύο από τα ποιήματα που ξεχώρισα:

το σπίτι πλάι στη θάλασσα[1]
Πάντα ήθελα ένα σπίτι στη θάλασσα. Όχι για τους ορίζοντες, όχι για τους παφλασμούς των κυμάτων. Μόνο για τη φθορά. Να σκεβρώνουν τα παράθυρα. Να σκουριάζουν οι μεντεσέδες.
Να τρίζει ανελέητα η μνήμη. Να εισρέουν επιθυμίες. Να ανασύρω αμφορείς με νομίσματα.

Εσύ, αμετανόητος, με μια τρίαινα.
Να γράφω με αναφιλητά.

Πάντα ήθελα ένα σπίτι στη θάλασσα. Εγώ και όλα τα χαλασμένα μου ρολόγια.
Εσύ, αμετανόητος – μια τρίαινα.

πανσέληνος[2]
            μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

γαυγίζει πάλι
όλο το βράδυ ανελέητα
έξω απ’το παράθυρό μου

[1] Σελ. 22.
[2] Σελ. 45.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com

Κωστή Τριανταφύλλου, Αποσπάσματα του Κωστή 1967-1973, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1974. Επανέκδοση από τις εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2015

-1

Κ Α Π Ο Ι Ε Σ Σ Κ Ε Ψ Ε Ι Σ……………………………

Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν την περίοδο 1967-1973. Διαβάστηκαν πρώτα πολυγραφημένα από χέρι σε χέρι, μερικά δημοσιεύτηκαν στον παράνομο τύπο της εποχής, μετά μια έκδοση με λάθος εξώφυλλο και μικρότερο σχήμα και αμέσως μετά η πρώτη τους έκδοση. Αθήνα, Φεβρουάριος 1974. Από τον τυπογράφο κι εκδότη της πλατείας Εξαρχείων, Λουκά Γιοβάνη. Και τώρα η επανέκδοσή τους, πιστό αντίγραφο της πρώτης έκδοσης, από τις εκδόσεις Εξάρχεια. Αντιμετωπίζω αυτό το βιβλίο σαν αυτόνομο και συνολικό έργο τέχνης. Μια κατάθεση ψυχής που αποκτά την ιδιαίτερη ταυτότητα παρουσίασης της ποιητικής του. Είναι άποψη να δώσω την εξέλιξη της γραφής μου μέσα σε μια χρονική περίοδο. Πριν από το βιβλίο αυτό είχα τετράδια με δεκαπεντασύλλαβο και ίαμβο, είχα πεζά και ποιήματα που αναφερόντουσαν στα διαβάσματά μου, όπως όλοι όσοι γράφουν – τίποτα το ιδιαίτερο! Το 1964 δημοσιεύω το ποίημα o τόπος μου στη Διάπλαση των Παίδων, δεν ήταν κακό.

Το βιβλίο αυτό, περιέχει αποσπάσματα πέντε ανέκδοτων βιβλίων μου ποίησης, αλλά το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στη συνολική ποιητική επικοινωνία με τον αναγνώστη μέσα από τη συγκρότηση αυτού του ποιητικού βιβλίου. Από τότε που εκδόθηκαν έως σήμερα δεν σταμάτησα τόσο να δημοσιεύω στα περιοδικά ποίησης όσο και να κάνω ποιητικές αναγνώσεις, αλλά και να παίρνω μέρος διεθνώς σε εκθέσεις ποίησης και νέων τεχνολογιών ή σε ανάλογες του κινήματος Οπτικής Ποίησης. Ανάλογο, τέτοιας ποιητικής ταυτότητας, βιβλίο έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις ΚΣΥΜΕ, το 2009, με τον τίτλο ‘ π ‘ .

http://www.ksyme.org

/epsilonkappadelta972sigmaepsiloniotasigmaf.html
Continue reading

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Οντισιόν, εκδ. Vakxikon

thumbnail

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Την Ασημίνα Ξηρογιάννη την έχουμε γνωρίσει ως ποιήτρια με τρεις μέχρι σήμερα ποιητικές συλλογές. Την έχουμε γνωρίσει ως πεζογράφο με τη νουβέλα «Το σώμα του έγινε σκιά» και με την ποιητική νουβέλα «23 μέρες».

Είναι καιρός, λοιπόν, να γνωρίσουμε την Ασημίνα Ξηρογιάννη και ως θεατρική συγγραφέα με το θεατρικό σπονδυλωτό μονόπρακτο: «Οντισιόν», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις: “Vakxikon.gr”.

Οντισιόν είναι η δοκιμαστική ακρόαση ή παράσταση καλλιτέχνη με σκοπό την επαγγελματική συνεργασία. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, με το πρώτο της αυτό θεατρικό έργο περνάει από οντισιόν, όπου οι κριτές είναι το αναγνωστικό κοινό και μπορούμε να πούμε ότι θα έχει επιτυχία ως ένα πρωτότυπο θεατρικό για το θέατρο.

Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι εκτός από όσους έχουν συνδέσει τη ζωή τους με το σανίδι, ποιον θα μπορούσε να ενδιαφέρει ένα θεατρικό για το θέατρο; Όμως, το θέατρο είχε, έχει και θα έχει κοινωνικές προεκτάσεις, γιατί είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή και αντικατοπτρίζει το κοινωνικό περιβάλλον. Πόσο μάλλον, που το θεατρικό της Ασημίνας Ξηρογιάννη έχει κοινωνικές προεκτάσεις. Είναι η κατάντια του σύγχρονου θεάτρου, που στη βάση ενός κακώς εννοούμενου νεωτερισμού, φτάνουμε στο σημείο να βλέπουμε τον ηθοποιό να αφοδεύει πάνω στη σκηνή. Η συγγραφέας στηλιτεύει τέτοιου είδους καταστάσεις χωρίς να κάνει κήρυγμα. Σε άλλο σημείο βλέπουμε ότι ο ηθοποιός με το πλούσιο βιογραφικό δεν μπορεί να κάνει καριέρα γιατί οι σκηνοθέτες ζητούν ανθρώπους, που δεν έχουν ιδέα από θέατρο, ενώ αλλού, ένας ηθοποιός είναι ταυτόχρονα και σκηνοθέτης και σεναριογράφος και αναλαμβάνει να παρουσιάσει ένα έργο εντελώς μόνος του.

Που καταλήγουν οι ήρωες του θεατρικού; Σε δυο σκηνές η λήξη αναγγέλλεται τελετουργικά με τη δήλωση: «Θέατρο τέλος» και στην τελευταία σκηνή η ηρωίδα λέει ότι τελείωσε με το θέατρο. Τελειώνει, όμως, ποτέ η σχέση ενός ηθοποιού με το θέατρο; Αν πρόκειται για ταλαντούχο ηθοποιό η σχέση με το θέατρο δεν τελειώνει ποτέ. Εκείνος, που κόβει τη σχέση του με το θέατρο, είναι ο θεατής. Ο κουρασμένος και παθητικός θεατής. Ο θεατής, που βαρέθηκε να βλέπει προϊόντα υποκουλτούρας πασπαλισμένα με χρυσόσκονη χαρακτηρισμών, όπως έντεχνο, μοντέρνο, πρωτοποριακό και ανεξάρτητο.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι το θεατρικό μονόπρακτο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Οντισιόν» έχει διακριθεί με έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, θα θέλαμε να συγχαρούμε τη συγγραφέα και ελπίζουμε σύντομα να δούμε την «Οντισιόν» και επί σκηνής.

534784_10150920942759618_1633866833_n