Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.

Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.

Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.

Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.

Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.

Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.

Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.

Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».

Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

*Αναδημοσίευση απο τον Ποιητικό Πυρήνα http://ppirinas.blogspot.com.au/2014/11/blog-post_30.html Η Ειρήνη Παραδεισανού διατηρεί το ιστολόγιο “Παρείσακτη” στη διεύθυνση http://wwwpareisakth.blogspot.com

Οδός Κατερίνας Γώγου

942795_770211283084643_2142839881530591821_n

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ*

Το όνομα της ποιήτριας και ηθοποιού Κατερίνας Γώγου (1940-1993), ενός από τα εμβληματικότερα πρόσωπα του αναρχικού χώρου στα πρώτα του βήματα στην ταραγμένη μεταπολιτευτική Ελλάδα κι ευρύτερα ενός προσώπου που διαμόρφωσε το πολιτιστικό ρεύμα που συνδέθηκε με το διεθνές κι εγχώριο αντιεξουσιαστικό κίνημα, θα δοθεί σε δρόμο της πόλης των Ιωαννίνων στη συνοικία του Λασπότοπου.

Η σχετική πρόταση της επιτροπής ονοματοθεσίας οδών και πλατειών του Δήμου Ιωαννιτών (καταλήχτηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2012) εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο στη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου και έχει το δικό της, ιστορικό βάρος, όπως συμβαίνει με την κάθε ονοματοδοσία δρόμου.

Κι αυτό επειδή τα ονόματα που δίνουμε στις πλατείες και τους δρόμους αποτυπώνουν (ή δεν αποτυπώνουν) τους κοινωνικούς συσχετισμούς-είναι ένας καλός δείκτης για το ποια είναι τα σύμβολα της πόλης, ποιους επιλέγει να τιμήσει η εκάστοτε εξουσία, ποια κομμάτια της ιστορικής μνήμης επιλέγει να αποσιωπήσει, ποια επιλέγει να αναδείξει, ακόμη και κόντρα στα ιστορικά γεγονότα.

Για παράδειγμα, την κεντρική πλατεία κοσμεί ο ανδριάντας του Συρρακιώτη πολιτικού Ιωάννη Κωλέττη (πρώτος συνταγματικός Έλληνας πρωθυπουργός) που αμφιβάλλουμε κατά πόσο θα πρέπει να τιμάται όταν υπήρξε ένας από τους πολιτικούς που θεμελίωσε το πελατειακό κράτος με τα περίφημα ρουσφέτια, ενώ καταμαρτυρούν για αυτόν τα μύρια όσα οι αγωνιστές του ’21 για τον βίο και την πολιτεία του στην ελληνική επανάσταση.

11863437_10152950246150957_247798389147488940_n

Αντίστοιχα, με δεδομένη την στρατιωτική επικράτηση της Δεξιάς στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), η πλειοψηφία των κεντρικών δρόμων της πόλης πήρε τα ονόματα πολιτικών και προσώπων της πλευράς των νικητών. Όταν οι ηττημένοι αργότερα “αποκαταστάθηκαν”, εκπληρώθηκε, το 1983- αν θυμόμαστε καλά- ένα πάγιο αίτημα της δημοκρατικής παράταξης της πόλης, ήδη από τη δεκαετία του ’60: στήθηκε ο ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου στην κεντρική πλατεία (μεταφέρθηκε από την κάτω πλευρά, το 2005, μπροστά από την σημερινή περιφέρεια όταν ξεκίνησαν οι εργασίες για το γκαράζ). Ή αργότερα, δόθηκε το όνομα του αριστερού εξόριστου Δημήτρη Χατζή στην πλατεία των Αμπελοκήπων.

Σαν να μαλάκωσε η μνήμη ή έστω αρχίσαμε με λιγότερους δισταγμούς να συζητάμε για την υπόθεση Πρίντζου.Ας επιστρέψουμε στη Γώγου όμως η οποία, εκτός από το να αποτελεί, μαζί με τον Άσιμο και τον Σιδηρόπουλο,ακόμη ένα από τα σταθερά σύμβολα αναφοράς και έμπνευσης του αντιεξουσιαστικού ρεύματος και στην πόλη μας (“Εμένα οι φίλοι είναι μαύρα πουλιά..”, ένα από τα ποιήματα της που έγινε τραγούδι), δάνεισε τον τίτλο της ποιητικής της συλλογής“Τρία Κλικ Αριστερά” στη δημοτική παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοτικές εκλογές του 2010 με επικεφαλής τον Χρήστο Μαντά.Εντούτοις, η πρόταση να δοθεί το όνομή της σε ένα από τα δρομάκια του Λασπότοπου ήρθε από έναν…πρώην του ΣΥΡΙΖΑ και νυν της Δημοκρατικής Αριστεράς: τον αντιδήμαρχο Βασίλη Μασαλά!

Μία πρόχειρη θεωρία των τύψεων θα εξηγούσε την επιλογή του κ. Μασαλά (ο υπογράφων δεν την ασπάζεται). Υπάρχει κάτι άλλο πιο απλό, πέρα από την ευρύτερη κουλτούρα ποιυ κουβαλά η Γώγου και η οποία σίγουρα πότισε με αντιεξουσιαστικό πνεύμα την ελληνική αριστερά (ειδικά την ανανεωτική): ο αντιδήμαρχος τυγχάνει πρόεδρος της Επιτροπής ονοματοδοσίας του Δήμου στην οποία επίσης συμμετέχουν ακόμη οι δημοτικοί σύμβουλοι κκ. Μ. Ελισάφ, Φ. Τσουμάνης, Φ. Μπουραντάς και ο αντιπρύτανης του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιώργος Καψάλης.

Όπως εξήγησε ο κ. Μασαλάς, μιλώντας στην “Ε”, η ονοματοδοσία των δρόμων γίνεται με δύο τρόπους: είτε αξιολογούνται προτάσεις πολιτών είτε κατατίθενται προτάσεις από τα μέλη της Επιτροπής. Στη συνέχεια οι προτάσεις εγκρίνονται από επιτροπή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης κι επιστρέφουν στο Δήμο ώστε να παρθεί σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Η γενικότερη λογική είναι σε μία συνοικία τα ονόματα να έχουν μία ενότητα μεταξύ τους- πχ. άνθρωποι της τέχνης με ανθρώπους της τέχνης. Για παράδειγμα, η οδός Κατερίνας Γώγου θα έχει “γείτονες” ορισμένους από τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30: Καραγάτσης, Γκάτσος, Θεοτοκάς, Καββαδίας, Πρεβελάκης, Μυριβήλης.
Η ίδια μπορεί να διαφωνούσε- άντε να τα έβρισκε με τον Καββαδία (λησμονημένος κι αυτός για καιρό) ή τον Γκάτσο. Ίσως θα ήθελε “γείτονες” τον Παύλο, τον Γιάννη, την Πάολα, τον Φίλιππο, το Νίκο, τον Μήτσο, την Μυρτώ…

 Είτε έτσι είτε αλλιώς, η επιλογή του Δήμου Ιωαννιτών είναι ιστορική: είναι ενδεχομένως ο πρώτος δήμος στην Ελλάδα που τιμά μία αναρχική ποιήτρια, ένα πρόσωπο των δαιμονοποιημένων Εξαρχείων τα οποία τόσο συκοφαντούνται, αλλά κανείς δεν μπορεί να τα αγνοήσει…

Γιατί γνωρίζουν όπως έλεγε και η Γώγου: “Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια./ Στο μυαλό είναι ο Στόχος, το νου σου ε;”. 

*Αναδημοσίευση τη Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012, από την τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων “Ενημέρωση”. Πρώτη δημοσίευση Babylonia.gr
http://www.babylonia.gr/news/topika-nea/politismos-texnes-istoria/istorika/to-onoma-tis-katerinas-gogou-se-dromo-ton-ioanninon.html

10393578_621281744644265_1820119378365130330_n

Γιάννης Τόλιας: “Η αμηχανία λειτουργεί σαν κίνητρο για να γράψω”

tolias

Συνέντευξη στην Άτη Σολέρτη

Συνομιλήσαμε με τον ποιητή Γιάννη Τόλια και μέσα από το βλέμμα της παρατήρησής του, συνδέσαμε τα κομμάτια των εικόνων που ξεδιπλώνουν οι αποκαλυπτικοί στίχοι του.

Διατηρείτε τις σελίδες: monody-monody.blogspot.gr, johntolias.wordpress.com – Ασκήσεις Συναισθήματος, jtolias.wordpress.com – Μεταφράσεις Ποιημάτων, poemsonpictures.wordpress.com – Εικονοποιήματα και http://www.youtube.com/results?search_query=ToliasJoh. Θα ήθελα να σας ρωτήσω σχετικά με τα Εικονοποιήματα, πώς προέκυψε η ανάγκη να συνδυάσετε την ποίηση με εικόνες;
Η εξοικείωση μου με την ψηφιακή τεχνολογία μου δίνει τη δυνατότητα να επιχειρήσω με τα εικονοποιήματα ένα συνδυασμό λόγου και εικόνας, όπου το ένα εν δυνάμει υποστηρίζει το άλλο. Η συγκεκριμένη εικόνα που συνοδεύει ένα εικονοποίημα είναι μια υποκειμενική επιλογή του δημιουργού. Μια εφήμερη παράσταση που φιλοξενεί το ποίημα. Ο στίχος, όμως, μέσα από μια βαθιά, δημιουργική ανάγνωση γεννάει άπειρες εικόνες. Έτσι, λοιπόν, μια προτεινόμενη εικόνα δεν πρέπει να λειτουργεί δεσμευτικά.

Μας υποδέχεστε λέγοντας:
«Οι μέρες είναι λίγες και φεύγουν γρήγορα.
Κι όποιος στη ζωή και τον έρωτα είναι θεατής
Δεν είναι αθώος.»
Ποιος ο ρόλος της παρατήρησης στις εμπνεύσεις σας;

Η οπτική παρατήρηση είναι πηγή γνώσης και έμπνευσης. Το βλέμμα ανιχνεύει την εικόνα και τις προθέσεις της. Με συγκινητική αφοσίωση, σχεδόν με αυταπάρνηση, υπερασπίζεσαι την ένταση της στιγμής. Αν είσαι τυχερός, επιβραβεύεσαι με αξιόλογους στίχους.

Τι μπορεί να σας δώσει κίνητρο για να γράψετε;
Η γραφή και ειδικά η περιεκτική, όπως είναι η ποίηση, προκύπτει σε κατάσταση αμηχανίας. Είναι η αμηχανία λοιπόν, που λειτουργεί σαν κίνητρο για να γράψω.

Υπάρχει κάποιο λογοτεχνικό είδος, στο οποίο να έχετε μια ιδιαίτερη προτίμηση ή ενδεχομένως και να έχει ασκήσει επιρροή στη γραφή σας;
Παρότι υπάρχουν σπάνιες εξαιρέσεις, όπου κάποιοι έγραψαν λογοτεχνία χωρίς να έχουν διαβάσει λογοτεχνία, ο κανόνας είναι να προηγείται πάντα σχεδόν αναγνωστική σχέση με το είδος που γράφει κάποιος. Οι ποιητές διαβάζουν ποιητές και οι μυθιστοριογράφοι μυθιστόρημα. Έτσι άλλωστε ανακύπτει και το θέμα των επιρροών και της ποιητικής πατροκτονίας.

Οι “Ασκήσεις Συναισθήματος” είναι η τελευταία σας ποιητική συλλογή. Περιλαμβάνει ποιήματα που μου έδωσαν την αίσθηση ενός φιλοσοφικού διαλόγου, εσωτερικού ενδεχομένως, έχοντας ως άξονα αναφοράς τα ζεύγη των αντιθέτων που ορίζουν την ύπαρξη. Παρών φυσικά σε ρόλο μάρτυρα ο Χρόνος. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο για τη συλλογή;
Ο τίτλος του βιβλίου φέρει την έννοια μιας εκπαιδευτικής άσκησης πολέμου συναισθημάτων. Άλλωστε η ποίηση δεν είναι άσκηση επί χάρτου. Είναι πόλεμος.

Έρωτας και Θάνατος. Οι ενορμήσεις της ζωής. Ποιος καταφέρνει να θριαμβεύσει άραγε;
Προσπερνώ την ψυχαναλυτική οπτική της ερώτησής σας και σας απαντώ ποιητικά, λέγοντάς σας ότι το ζητούμενο δεν είναι το ποιος θριαμβεύει. Το σίγουρο είναι ότι, εν τέλει, γράφουμε ποίηση γιατί υπάρχει και ο έρωτας και ο θάνατος.

ΛΥΓΙΖΩ ΑΠΟ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

«Κι όμως υπάρχουν αυτοί οι σιωπηλοί αυτόπτες
των συγκλονισμών.
Άψυχα αντικείμενα, φυτά, δέντρα ή πετούμενα.
Όλο αυτό το σκηνικό που η επιθυμία κάποτε κατοίκησε.
Πάντα, σε κάτι που εμείς δεν θα γνωρίζουμε,
θα είναι χαραγμένη η θύμηση των αγγιγμάτων.

Να με πιστέψεις, όταν σου λέω πως όταν φυσάει
ο άνεμος του φθινόπωρου ταξιδεύει τόσες εικόνες
επισκέπτριες από το παρελθόν,
που τα βράδια αποκαμωμένες κουρνιάζουν
πάνω στα εύθραυστα κλαδάκια της μνήμης.

Κάθε τόσο λοιπόν, λυγίζω από νοσταλγία
κι έτσι πενθώ με σιωπή το θέρος».

Ποια η σχέση σας με τη μνήμη και τη λήθη;
Η μνήμη είναι ένα απέραντο νεκροταφείο βαλσαμωμένων πράξεων. Ίσως ένας χώρος συντριβής των επιθυμιών. Είναι η σκληρή τιμωρία του αμετάκλητου. Η λήθη ως θηρεύτρια των αναμνήσεων διαλέγει αυτή που θα βυθίσει τους κυνόδοντες της εξάλειψης. Απλός θεατής παρακολουθώ τη διαρκή σύρραξη της μνήμης με τη λήθη χωρίς να μπορώ να περιφρουρήσω τίποτα.

(…)
«Νοσούμε από απουσία, σημαίνει ότι μέσα μας ο ξενιστής
-που ονομάζεται μνήμη-
τρέφεται από τις αντοχές του συναισθήματος».
(…)

Στίχοι από το ποίημά σας που φέρει τον τίτλο: Η απουσία είναι ασθένεια. Πότε η απουσία λειτουργεί ευεργετικά;
Η απουσία είναι το θαυματουργό φάρμακο που κύρια συστατικά του είναι ο χρόνος, η επίγνωση, οι ατολμίες και οι παραλείψεις μας. Καταπραΰνει την ένταση του συναισθήματος απαλύνοντας το άλγος της μνήμης με την απόσταση των πράξεων.

«Η υπέρτατη τιμωρία της νύχτας
είναι όταν δεν σου επιστρέφει
το όνειρο τη μέρα».

Ποια η σχέση σας με τα όνειρα;
Το όνειρο είναι ο εφήμερος πλούτος των φτωχών της ελπίδας. Επειδή για τις πράξεις του ονείρου δεν θα βρεθεί ποτέ κανείς να σε κατακρίνει, φροντίζω οι επιθυμίες μου να κρατούν στοργικά το χέρι των ονείρων. Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι τα όνειρα είναι μια διφορούμενη ευεργεσία.

Ποια πιστεύετε πως είναι η μεγαλύτερη αρετή που οφείλει να διασώσει ο άνθρωπος;
Υιοθετώντας το ότι «οι ποιητές είναι οι ακρίτες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να διασωθεί είναι η αξιοπρέπεια.

«Η μυστική συνάντηση με το γοητευτικό ψέμα
είναι η ανομολόγητη αμαρτία της αλήθειας».

Ποια είναι το πιο γοητευτικό ψέμα που μας λέει η ζωή;
Όταν χαρίζεις ένα ψέμα, είναι σαν να προσφέρεις ένα κομμάτι ζώντος εφήμερου ονείρου. Έτσι και η ζωή για να παρηγορήσει τη φθαρμένη πραγματικότητα, μας προσφέρει τη συναρπαστική διαδικασία της σύλληψης, της κυοφορίας, της γέννησης και τελικώς της δωρεάς μιας ελπίδας. Οι περισσότεροι υποκύπτουμε στον πειρασμό της ελπίδας.

«Η ταπεινότητα
και η αίσθηση του αγνοημένου.
Οι μοναδικοί δρόμοι
που οδηγούν στη γνησιότητα της γραφής».

Στις μέρες μας, πόσο γνήσια είναι όλα αυτά που συναντά το βλέμμα;
Στις μέρες το βλέμμα συναντά πολλά. Άλλα αυθεντικά, άλλα προσποιητά, υποκριτικά ή υπερβολικά. Η γνησιότητα πάντα θα καθορίζεται από αυτόν που βλέπει και παρατηρεί.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;
Επειδή τελικά η ελπίδα απ’ ότι φαίνεται δεν έχει έρθει ακόμα, η προοπτική από κοινωνική άποψη είναι δυσοίωνη. Λογοτεχνικά, θέλω να ελπίζω, ότι η δυσκολία θα δημιουργήσει συνθήκες για να γεννηθεί καλή λογοτεχνία.

Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένετε να εκδώσετε κάποιο βιβλίο;
Επειδή η γραφή είναι ανίατη κατάσταση, θέλω να πιστεύω ότι σίγουρα θα υπάρξει συνέχεια.

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο σημαντικό λογοτεχνικό έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!
Κι εγώ σας ευχαριστώ για αυτή τη συνάντηση. Εύχομαι σε όλους υγεία και έμπνευση.

*Αναδημοσίευση απο το Βακχικόν, στο http://www.vakxikon.gr/γιάννης-τόλιας/

Michael Farrell reviews Philip Hammial

unnamed

Asylum Nerves: New and Selected Poems
by Philip Hammial
Puncher & Wattmann, 2015

Poems don’t need condescension any more than we do. If we pick up a book and the poems come to life only at a certain page, maybe it’s our brain that needed a refresh. Philip Hammial is certainly up for a refresh of everyday culture: of foodie-ness, for one, such as in the high school project scene of ‘The Float’, where food is garbage and his art teacher gives him an A; or the vegetables of death in ‘The Vehicle of Precious Little’. There are enough stories in his poetry – represented here through a selection from twenty-five collections – to replace a whole bookshelf of novels.

Hammial is a poet of at least two turns, meaning that he follows Jasper Johns’ ‘legendary instructions’: ‘Take an object. Do something to it. Do something else to it.’ If we substitute idea or concept for object, there arises an interesting comparison between poetry like Hammial’s and conceptual poetry (or between Johns and conceptual poetry). Where Hammial tropes narrative or theme, and Johns appropriates images which are then recycled, we might ask whether conceptual poems take a concept and do nothing to them, or do one thing. If we think of the best-known examples – Kenneth Goldsmith’s book-length Day or Traffic – there’s a satisfying radicalness in thinking of them as pure curation: of zero intervention. This is, of course, not the case: the poems have undergone at least one action of ‘something’: the medium has changed, the original newspaper and broadcast are published in book form. Yet other texts, such as Goldsmith’s ‘The Death of Michael Brown’, underwent at least two modes of change: an autopsy report given as a reading, its language has also, according to Goldsmith, been given ‘minor tweaks’. What of another press-worthy conceptual work, Vanessa Place’s Gone With the Wind tweets? Are they, as tweets of a whole novel, following Johns’ instructions or not? There is a change in medium, from book to internet, yet the twitter constraint of 140 characters means that the tweets are fragments. Is this one thing or two? Perhaps it’s a new grey area. Perhaps this is too circuitous a way of saying that different kinds of poetry can be criticised in simple, broad terms as having done too many – or not enough – things to be interesting.

For my money, Hammial is generally on the money in his selection (I’d drop the unlively ‘SOS’, though). The prose poem ‘Possessions’ tells of a man who carries his belongings inside himself, including his clothing and his dinner, which he then eats. The following poem, ‘Runners’ features a man wearing ‘fish shoes’ who is winning a race through a river, ahead of men wearing ‘rabbit shoes’. But then we learn that the race takes place over equal amounts of water and dry land: the winner, then, is ‘anyone’s guess’. (This impasse of equality is overcome in a later race poem, ‘Grand Prix’, where it appears that ‘a bicycle built for seventy-six’ nuns will beat ‘a bicycle built for twenty-two’ monks.) Less satisfying is ‘Wheels’, about a man with wheels who has them surgically removed to ‘stand on his own two feet’.

Hammial’s prose poems mean narratives and characters. There’s a lot of men, or, as Avital Ronell might say, a lot of loser sons – the better kind, who have read and understood Freud. Take the narrator of ‘The Country Is Belgium’, who appears to be trapped in a nightmare tennis contest with a ‘huge man’ named Flowerkranz: ‘I always lose’, he says. Or there’s Anthony Glitz, the patient of Dr Eva Plotz (a memorable woman character), who when taken to the woods to release his demons can’t, in the event, let them go. The drive back to the city has Dr Plotz surrounded with demons and detritus, as if an allegorical victim of the helping professions—such as academia. Yet, while Ronell’s sons are defined by fighting with their fathers, Hammial’s narrators – in the enjambed poems – are often haunted (if haunted is the right word when the dead have a physical presence) by their mothers (their grandmothers are another story).

Poems such as ‘Of Tubs, Sailors & Inflation’ and ‘Mad About Me’ resemble late Ashbery in their claims and tone, but both rely on narrative intentness and circularity. The latter is a signature move of Hammial: there are enough examples in this collection to suggest an alternative grouping, of poems that repeat their beginnings and those that don’t; whereas Ashbery relies on a particular enunciatory drive. More interesting is ‘What I Do In A Horn’, which flirts with aspects of lyric – address, persona, feeling – asking us what kind of person is saying this, and what is their situation? The scenario of being in a horn (what kind of horn, exactly?) is described in tones and terms by turns Borgesian, cliché, practical, novelistic, pathetic, parodic (of who? Beckett?) and tricky:

In a horn I find
the false notes & put them
out of their misery.

In a horn I reach
for a brook, to strangle it before it babbles
my shame, dirty and rotten.

In the horn I examine the stomach contents
of a fruit fly & come to this conclusion: food
is a fool’s game.

In a horn there’s a knot
that you can’t untie; I can,
but I won’t.
The poem’s last anaphoric stanza is the Kafkan ‘In a horn / I’m home safe’. A horn can be both corner and room, where ‘Beautiful it is to be unnoticed’, as Kafka wrote in a letter (Ronell calls Kafka ‘perhaps the best of the loser sons’).

A short lyric about ‘Money’ is not about doing things, but about the truth and image of getting rich: a rhyme implied, yet not supplied till seven lines later, by the first line: ‘It’s in a ditch.’ It might seem old-fashioned to think of money as having material substance, for the rich at least; for me there is something profound and timeless about this poem with its rich people jigging hand in hand, distant from the dirt they once had to climb in to get the money; but I can’t help seeing wigs and knickerbockers.

Hammial writes unusually smooth poems, keenly attuned to vowels and consonants. The alliteration of ‘Filthy because first, I fell from a family/of fifty’ is soft because of the fricatives, yet is further lightened by its patterning of ‘i’ sounds (‘Getting Clean’). In this passage from ‘Correspondence’ there is a shifting interplay between i, o, t, c, m, oo, l, g and p sounds:
Could
it be cyanide? Bite at your peril. I’ve lost
my appetite. Which is just as well because the party’s
over, the last guest leaving with my children
in tow. I’d like to go too but don’t have a ticket,
turned away by the conductor, the locomotive hissing
in the moonlight as its huge wheels slowly, reluctantly
begin to turn, my garden
ground to a pulp, Their nourishment
comes from elsewhere. From
Constantinople possibly …

So what? Well, the musically pleasing aspect of the poems is part of an overall effect of (ironic) mildness and subtlety, a thoroughgoing consistency which perhaps contributes to the reason Hammial’s work has not been given significant attention (admittedly relative in the poem-abnegating paradigm of public culture). Even the topical extremities of (Prime Minister) ‘Howard’ on all fours, or the sarcastic ‘Can’t/ afford to be concerned about a few reffos when / xenotransplantation risks are spreading epidemic / diseases to the whole of humanity / us included’ (‘Talking Trash’) end up being, ultimately, pleasing. This might go down well in places where pleasure has an intellectual cast. But our bourgeoisie is not good at enjoying anything that strains the brain. A ‘very major’ poet (quoting Martin Duwell on the back of the book) is a more appealing category than a plain major one, and an alternative to John Forbes’ notion of a minor major one. Yet any kind of major poet – good or bad – to be major, has to be discovered by an audience at some point.
We look overseas for international poetics but we have poets from the U. S., Asia, Africa and Europe living here. Originally from the U. S., Hammial has lived in Australia since the 1970s; his poems aren’t always indicative of place, but North American life is a distinct element in some. Perhaps Hammial is better thought of as an international poet, though there are, potentially, diasporic and postcolonial readings to be made of his work. It’s easy to imagine a version of Hammial being feted in Europe or elsewhere. Writing well is not enough, as all Australian poets realise quickly; what we do with that realisation determines whether we persist (as Hammial clearly has), and with what grace. Hammial’s career is comparable with that of π.O., in that both have published most of their work with their own presses—Island Press, in Hammial’s case. This hasn’t prevented a number of short-list appearances, but has perhaps limited his work’s distribution and critical reception. (Unfortunately, this Puncher and Wattmann selection of his work has spelled his name as Phillip rather than Philip on the cover.)
I get the impression that, in mid-career, Hammial attempts to up the ante with In the Year of Our Lord Slaughter’s Children. Poems from that book feature an anal sex exhibition with a Comtesse that gets grandmothers off (‘Grandmothers’); a vulture trainer (‘Discipline’); ‘Junkies who spank’ (‘Soft Targets’: still using that circular ending, however); and a gang-raped ‘Lucy’. The troping of narrative gets bleaker, too, as in ‘Bicycle’, where a five year-old ages sixty years while bike-riding through wars and ending at an open grave. That is the freedom of poetry: you can do anything but get attention. Doing more means more only; every prolific poet has this problem. Asylum Nerves feels like a lot of Hammial, yet as a selection from over twenty books (and seven new poems) it’s actually a fairly strict sampling. It’s still, perhaps, too generous. A few tickles, a few pokes in the eye, that’s all we need. Which is this?
Party

Bring your favourite corpse to the party.
Fun & games for everyone.

I take mother.

Egg & spoon: mother in a swoon,
I shuffle to the finish line.

Pin the tail: blindfolded & spun around three times,
I pin it to mother’s stomach.

Fox & geese: foxy lady, I’m the goose again.

Tag: levitating, she can’t be caught.

Treasure hunt: mother the treasure,
she can’t be found.

Parcel-parcel: unwrap my prize, she’s it.

Three-legged race: legs tied together,
we finish last.
Or if you like the language of cryptic crosswords and getting caught in the rain, try the beginning of ‘Cattle’: ‘Big wise cattle don’t / jell’. ‘Wig Hat On’ is a standout for reading aloud; its conclusion a chiming (with the poem’s beginning, natch) definition of a poet: ‘A big time singer / who could with a hatchet do’. Ouch, we might well say, for not only is writing well not enough, nor is assembling books of well-written poems. There doesn’t seem enough differentiation between the books excerpted in Asylum Nerves. A more severe selection – or infinite other organisations – might have been more suggestive of the energy that is in the poems. I find myself longing for metacommentary: ‘I took this poem, then I did x to it, and then I did y to it.’ Do the poems speak for themselves, or to themselves?

*Michael Farrell‘s Cocky’s Joy was published by Giramondo in 2015. His scholarly book, Writing Australian Unsettlement: Modes of Poetic Invention 1796-1945, was published by Palgrave Macmillan.

**From Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Νίκος Παπαστεργιάδης: «Αξιοθαύμαστο και σημαντικό το έργο του Γιάννη Βασιλακάκου»

FullSizeRender (2)

Layout 1

Την Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016 έγινε η παρουσίαση των δύο τελευταίων βιβλίων του συγγραφέα Δρα Γιάννη Βασιλακάκου την οποία διοργάνωσε το Πολιτιστικό Κέντρο της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Μελβούρνης. Το πρόγραμμα παρουσίασε ο κ. Νίκος Ντάλλας. Πρώτος ομιλητής ήταν ο καθηγητής κ. Νίκος Παπαστεργιάδης (επικεφαλής της Σχολής Πολιτισμού κι Επικοινωνίας) του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, ο οποίος έκανε μία εις βάθος ανάλυση του πρώτου βιβλίου: «Χρήστος Τσιόλκας: Η Άγνωστη Ιστορία – Η Ζωή και το Έργο του» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2015). Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της ομιλίας του:

«Είναι μεγάλη τιμή που μιλώ σήμερα για το βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου για τη ζωή και το έργο του Χρήστου Τσιόλκα. Το βιβλίο του Γιάννη είναι όντως ένα καταπληκτικό και αξιοθαύμαστο επίτευγμα. Το διάβασα με τεράστιο ενδιαφέρον και θαυμασμό και είμαι πραγματικά περήφανος που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτό το πολύ σημαντικό έργο. Αναφερόμενος στην ποιότητα του βιβλίου, ξεκινώ από το Α΄ Μέρος (που αποτελείται από μια σειρά συνεντεύξεων με τον Χρήστο) το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό διότι τεκμηριώνει την όλη εξέλιξη του Τσιόλκα ως άτομο (από παιδί ως ενήλικα). Κι επίσης διότι, στη συνέχεια, επιχειρεί μια διερεύνηση ορισμένων σημαντικών ζητημάτων που τον απασχόλησαν στη ζωή, όπως για παράδειγμα: την πολιτική, τη θρησκεία, την ταυτότητα, τον πολιτισμό, το ρατσισμό κτλ. Ο Γιάννης διαθέτει αυτή την εκπληκτική ικανότητα να θέτει κάποιες ουσιωδέστατες ερωτήσεις, με τέτοιο άμεσο κι ευφυή τρόπο, έτσι που ο Χρήστος να αναγκάζεται να σκάψει βαθιά στην προσωπική του ιστορία και στις σκέψεις του προκειμένου να απαντήσει όσο πιο αυθεντικά και ειλικρινά γίνεται. […] Οι ερωτήσεις αυτές αγγίζουν τόσο ευαίσθητες χορδές, σε σημείο που να μην υπάρχουν εύκολες κι ετοιμοπαράδοτες απαντήσεις. Εξού και ο Χρήστος αναγκάζεται να αναγνωρίσει τα γνωσιολογικά του όρια καθώς και αυτά της ίδιας της γλώσσας. Εξυπακούεται ότι οι συνεντεύξεις αυτές δεν αποτελούν ρεπορτάζ ιδεών, αλλά δίνουν μια αίσθηση όχι μόνο για το ποια ήταν η πορεία του Χρήστου, αλλά επίσης και για το έργο που αναγνωρίζει ο Χρήστος ότι απομένει να γίνει. Κι αυτό είναι ένα απίστευτο επίτευγμα εκ μέρους του Γιάννη Βασιλακάκου – χωρίς να αναφερθώ ακόμη στα άλλα πλεονεκτήματα του βιβλίου αυτού – για το οποίο αξίζει να τον χαιρετίσω και να τον συγχαρώ…».

Ο καθηγητής Νίκος Παπαστεργιάδης

Ο καθηγητής Νίκος Παπαστεργιάδης

Δεύτερος ομιλητής ήταν ο δημοσιογράφος και ποιητής κ. Δημήτρης Τρωαδίτης, ο οποίος αναφέρθηκε στο δεύτερο βιβλίο του Βασιλακάκου με τίτλο: «Η άγνωστη αλληλογραφία του Κώστα Ταχτσή – και η σχέση του με αυστραλιανούς καλλιτεχνικούς κύκλους» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2014). Ο κ. Τρωαδίτης, αφού έκανε μια σύντομη αναδρομή κι επισκόπηση στην πολυτάραχη ζωή και το έργο του Ταχτσή και τον μυστηριώδη θάνατό του, αναφέρθηκε λεπτομερειακά στο περιεχόμενο του εν λόγω βιβλίου, τη ζωή και τις περιπέτειες του συγγραφέα του «Τρίτου Στεφανιού» στην Αυστραλία, την θυελώδη απέλασή του και τη σπουδαιότητα των επιστολών του προς τον Αυστραλό ζωγράφο Καρλ Πλάτε και τη σύζυγό του Τζόσελιν. Επίσης, στη σχέση του Ταχτσή με τον Αυστραλό νομπελίστα Πάτρικ Γουάιτ και ιδιαίτερα τον σύντροφο του τελευταίου Μανόλη Λάσκαρη, και γενικότερα το αυστραλιανό καλλιτεχνικό συνάφι. Χαρακτήρισε τον Βασιλακάκο ως «κατ’ εξοχήν βιογράφο του Ταχτσή, αφού ήταν ο πρώτος που συνέγραψε την επίσημη βιογραφία του “Κώστας Ταχτσής: η αθέατη πλευρά της σελήνης” που εξέδωσαν οι εκδ. Ηλέκτρα το 2009 κι έγινε μπεστ σέλερ στην Ελλάδα, αλλά και χαλκέντερο ερευνητή-μελετητή αφού ξόδεψε χρόνια ερευνώντας τη ζωή και το έργο του μεγάλου δημιουργού». Ιδιαίτερη μνεία έκανε στον «Απόρρητο φάκελο Ταχτσή» ο οποίος, χάρη στο ενδιαφέρον και τις ενέργειες του Βασιλακάκου αποδεσμεύτηκε από τα Εθνικά Αρχεία της Αυστραλίας (τέλη του 2015), μετά από 55 ολόκληρα χρόνια. «Σημαντικότατο επίτευγμα», τόνισε, «καθώς ο εν λόγω “φάκελος” ρίχνει άπλετο φως στην πολυτάραχη ζωή και δράση του επίμαχου συγγραφέα στους Αντίποδες».

Μια άποψη του ακροατηρίου. Σε πρώτο πλάνο (από δεξιά) οι Γιάννης Βασιλακάος και Δημήτρης Τρωαδίτης

Μια άποψη του ακροατηρίου. Σε πρώτο πλάνο (από δεξιά) οι Γιάννης Βασιλακάκος και Δημήτρης Τρωαδίτης

Τρίτος ομιλητής που ανέβηκε στο βήμα ήταν ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος, ο οποίος, στην αντιφώνησή του, αφού ευχαρίστησε όλους τους συμβαλλομένους στη διοργάνωση της εκδήλωσης – την Ελληνική Κοινότητα για το κάτερινγκ και την άψογη φροντίδα της διοργάνωσης, αλλά και τους έξοχους ομιλητές για τις οξυδερκείς αναλύσεις τους, μεταξύ άλλων τόνισε: «Πάντα με γοήτευε η ζωή των μεγάλων προσωπικοτήτων της τέχνης και των γραμμάτων – Ελλήνων και ξένων. Κυρίως των πρώτων, και ιδιαίτερα όσων υπήρξαν απόδημοι, ή παιδιά αποδήμων, οι οποίοι έζησαν την περιπέτεια του ξεριζωμού από πρώτο χέρι, όπως κι εγώ. Καθόλου τυχαίο λοιπόν που καταπιάνομαι με συγγραφείς που έζησαν εκτός Ελλάδας. Το κριτήριο της αποδημίας όμως δεν είναι το μόνο που λαβαίνω υπόψη. Εννοείται ότι πρωτίστως είναι η ποιότητα, σπουδαιότητα και γοητεία του έργου τους που με έλκει. Αλλά βεβαίως και η ζωή τους με αφορά άμεσα, καθώς, συχνά, είναι εξίσου ενδιαφέρουσα και σημαντική όσο και η δουλειά τους – ιδίως όταν υπάρχουν αχαρτογράφητα νερά όσον αφορά το ερευνητικό πεδίο». Και κατέληξε λέγοντας: «Παρακολουθώντας την αυτοεξομολογητική πορεία συγγραφέων σαν τους Τσιόλκα και Ταχτσή, εμμέσως πλην σαφώς, ιχνηλατώ, αναπόφευκτα, και τη δική μου συγγραφική πορεία. Είναι σα να πορευτήκαμε μαζί χέρι-χέρι όλα αυτά τα χρόνια, σα να συν-γράψαμε από κοινού, κομμάτι-κομμάτι τούτα τα βιβλία…»

Ακολούθησαν ερωταπαντήσεις από το ακροατήριο ενώ, στη συνέχεια, ο Γιάννης Βασιλακάκος υπέγραψε βιβλία του για το κοινό κατά τη διάρκεια της δεξίωσης.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης

Διαβάζοντας τον Κούκο της Πελαγίας Φυτοπούλου

Κούκος-Πελαγία-Φυτοπούλου

Του Ζαχαρία Στουφή*

Καιρό είχα να συναντήσω την ποίηση μέσα σε βιβλίο και ο «Κούκος» της Πελαγίας Φυτοπούλου με ξάφνιασε ευχάριστα. Όσες φορές τον διάβασα το ξάφνιασμα ήταν αναπάντεχο γιατί στην πραγματικότητα η Πελαγία, μέσα από το «Κούκος» που είναι το πρώτο της ποιητικό βιβλίο, προτάσσει το αίτημα της καθαρής ποίησης. Με τη συλλογή αυτή η Πελαγία Φυτοπούλου μάς συστήνεται χωρίς να προσπαθεί, αφού σε κάθε της ποίημα φαίνεται να μας γνωρίζει καλά. Μας διευκρινίζει τη διαφορετικότητά της όχι για να την αγαπήσουμε ή να τη συμπονέσουμε. Μας διευκρινίζει τη μοναδικότητα της μοναχικότητάς της αφού σε κανένα στρατόπεδο δεν τάσσεται.

Η Πελαγία είναι ο «Κούκος»  που ποτέ δεν ήρθε προμηνύοντας την άνοιξη, ποτέ δεν καταδέχτηκε να αφήσει τα αυγά του στις βρομερές φωλίτσες σας και πιστός στην τραγική του φύση δεν έχτισε δική του φωλιά, δεν επώασε τα αυγά του και δεν γνώρισε ποτέ τα παιδιά του. Αυτός ο «Κούκος» που γεννήθηκε σε ξένο σπίτι και αναστήθηκε ανάμεσα σε αγνώστους, είναι ποιητής! Και είναι ποιητής γιατί οι φωλιές που επιλέγει είναι  οι φυλακές ανηλίκων, είναι τα ψυχιατρεία, είναι οι ανοιχτοί τάφοι και οι χώροι που θυμίζουν εκκλησιαστικά ορφανοτροφεία της επαρχίας.
Στο εν λόγω βιβλίο, αυτό που έχει αξία και πρέπει να σταθούμε είναι ο τρόπος με τον οποίο, επιλέγει η ποιήτρια να μας συστηθεί. Εκτός από την εύστοχη αλληγορία του «Κούκου», δύο είναι ακόμα τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο της. Το ένα είναι η ηλικία που επιλέγει να σταθεί απέναντί μας και το άλλο είναι οι τόποι που εκτυλίσσονται οι περιπέτειες του «Κούκου».

Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου η ηλικία του κεντρικού ήρωα είναι στο μεταίχμιο από την παιδικότητα στην εφηβεία, αλλά, και στα ποιήματα που ο ήρωας ενδέχεται να έχει ενηλικιωθεί ο χαρακτήρας του μένει σταθερός. Η σταθερότητα αυτή σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ανωριμότητα, μονάχα επισημαίνει το πόσο καθοριστικά στάθηκαν τα γεγονότα  εκείνης της περιόδου. Κάτι πολύ σημαντικό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι όλη αυτή η αναδρομή στο μεταίχμιο παιδικότητας- εφηβείας δεν γίνεται για λόγους αυτοψυχανάλυσης που με τη σειρά της θα αιτιολογούσε συμπεριφορές και αποφάσεις. Η αναδρομή αυτή είναι η ιστορία του ίδιου του «Κούκου» ή της ποιήτριας αν προτιμάτε, έχοντας στόχο να αποδείξει τη σταθερή της πορεία στο χρόνο της.

Η γεωγραφία των τόπων της, τους οποίους χρησιμοποιεί και ως σκηνικό αυτής της τόσο θεατρικής γραφής της, είναι η ελληνική επαρχία. Αυτό είναι κάτι που η ποιήτρια δεν το λέει και τόσο ξεκάθαρα, ούτε ονομάζει τοποθεσίες, βουνά ή δρόμους.  Αυτό είναι κάτι που αισθάνεται ο αναγνώστης σε όλο το βιβλίο, βασανιστικό και αναπόδραστο. Αυτή την επιλογή της να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό σκηνικό την κόλαση της ελληνικής επαρχίας τη θεωρώ τουλάχιστον σπουδαία, όταν, οι σημαντικότεροι ποιητές μας (με σπουδαιότερη εξαίρεση τον Κώστα Καρυωτάκη) φρόντισαν να την παραβλέψουν συστηματικά.

Όχι, ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, όπως η ποίηση και γενικότερα η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο. Ο μοναχικός και ξεχωριστός «Κούκος» της Πελαγίας Φυτοπούλου είναι ο «Κούκος» που μάταια επιμένει όχι για να αλλάξει τον κόσμο, ούτε για να φέρει την άνοιξη που οριστικά έχει χαθεί. Είναι ο «Κούκος» που επιμένει να μας θυμίζει τις εκπτώσεις μας και τις υποχωρήσεις μας στους αγώνες ενάντια του εαυτού μας που τελικά εγκαταλείψαμε. Είναι ο Κούκος που κάποτε υπήρξαμε και πλέoν, αποφεύγουμε να θυμηθούμε.

———————————————————————-

ΚΟΥΚΟΣ
στη ζωή μου
δε θέλησα ν’ αφήσω
κάτι
πίσω
ούτε στεριά
ούτε θάλασσα
τα βράδια μοναχά
ένα μονόγραμμα στα χείλη μου
σαλεύει
μικρό κήτος εκπαιδεύει
τη βροχή μου
μια φτερούγα Διόσκουρη
ανεμίζει
στο ύστερο της τύχης
που ξέχασα να κουρντίσω
οι τρόφιμοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρόστυχα
τον τοίχο
τους διασκεδάζει έπειτα
ένας χωρικός να μελοποιεί
την αδιάλλακτη ανυπαρξία μου
ένα βαλσάκι του ’30
εγώ τους λέω παραμύθια
για να μ’ ευχαριστήσουν οι αθεόφοβοι
κατουράνε τις αλυσίδες τους
να γίνει το ποδάρι τους
κυπαρίσσι σκαλιστό
να ’χω κι εγώ
κάπου να κλάψω
στις ντουζιέρες μοιράζουν σταυρουδάκια
και οι ψείρες σαλιώνουν τα καρφιά
 
 
ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Βυθίζομαι στα χρόνια των άλλων, στα σπίτια τους
Οι θεοσεβούμενοι αγαπούν τις παρθένες
Αναπαύομαι στην έμπιστη, του αρχηγού, πολυθρόνα
Ανοίγω την τηλεόραση
Τα πόδια μου ανθίζουν στο τραπέζι που θα φάμε
Ο Μπάστερ Κίτον δε γελά
Ντρέπομαι να με βλέπουν γυμνή, μ’ ευχαριστεί
ωστόσο, η επετειακή τους αμηχανία
Ενός λεπτού σιγή
Τελείωσα λεβέντες
Ναι, ναι έφτασα σε οργασμό
Μπορείτε να κουρδίσετε το τανκ
Ο δονητής υποχώρησε
 

*Ο Ζαχαρίας Στουφής γεννήθηκε το 1974 στη Ζάκυνθο. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1996 με τη συλλογή Τρένο. Έκτοτε ακολούθησαν οι συλλογές, Ο πόνος οι ηδονές κι ο φόβος των ανθρώπων 1997, Ονειροπληξία 2001, Νιρβάνα 2003, Χαωδία 2005, Νεκρώσιμα 2006, Μυστικό νεκροταφείο 2008 (www.mystikonekrotafeio.gr) και Γράμματα σε νεκρό ποιητή 2009. Το 2012 κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των: Ονειροπληξία, Χαωδία και Νεκρώσιμα, υπό τον τίτλο ΟΝΕΙΡΟΠΛΗΞΙΑ τριλογία. Σαν προέκταση του ποιητικού του έργου, στο οποίο ο θάνατος είναι το επίκεντρο, ασχολείται με την θανατολογία της Ζακύνθου. Αναζητεί τον θάνατο στη λαογραφία, τη φιλολογία, την ιστορία και την σύγχρονη κοινωνία του νησιού του. Μέχρι σήμερα εκτός από τις ποιητικές του συλλογές έχουν δημοσιευθεί και τρεις λαογραφικές μελέτες του για το θάνατο, Τα σύγχρονα επιτύμβια επιγράμματα της Ζακύνθου, 2009, Σήματα θανάτου πίστης και μνήμης στους δρόμους της Ζακύνθου, 2010 και Τα Ζακυνθινά μοιρολόγια και οι μεταλλάξεις του θρηνητικού λόγου στο χρόνο, 2013. Επίσης, έχει εκδοθεί το βιβλίο του Το Αγγλικό Νεκροταφείο της Ζακύνθου, 2013 και την ίδια χρονιά το εκτός εμπορίου φυλλάδιο Συμβουλές σε έναν νέο ποιητή. Ποιήματα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς στα περιοδικά, Τετράμηνα, Περίπλους, Επτανησιακά Φύλλα, Ίαμβος, Ραπόρτο, Πνοές Λόγου και Τέχνης, Ένεκεν, Ο Φαρφουλάς, Δήμος και Πολιτεία, Παρέμβαση, Εμβόλιμον, Ο Σίσυφος, Φρέαρ, καθώς και σε πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια σχετικά με την ποίηση. Από το 2006 ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε δύο ποιητικές ανθολογίες και τρία θεματικά ανθολόγια ποίησης. Από το 1995 ζει και εργάζεται στην Αττική.

**Αναδημοσίευση από το Intellectum http://www.intellectum.org/2016/05/24/cuckoo/

Η τεθλασμένη συνθήκη της ύπαρξης

ΡΕΟΥΣΗΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟ


Γράφει ο Σταύρος Ζαφειρίου

Κώστας Ρεούσης
Ένα τσεκούρι κάθεται (στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας),
Φαρφουλάς 2015,
σελ. 112.

Κύπριος στην καταγωγή και την ιδεολογία, κάτοικος Λευκωσίας, ιδρυτής και μοναδικό μέλος της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκωσίας, ο Κώστας Ρεούσης έρχεται να επιβεβαιώσει με την τελευταία του ποιητική συλλογή Ένα τσεκούρι κάθεται (στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας) την προσήλωσή του στην υπερρεαλιστική γραφή και αντίληψη της ποίησης.

Ως «ανάδελφο» μεταξύ των ομηλίκων του ποιητών τον έχει χαρακτηρίσει η σύγχρονη κριτική, και ενδεχομένως ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνει τον λόγο του συνηγορεί σε αυτό τον χαρακτηρισμό.

Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγχρονη κυπριακή ποίηση, και ειδικότερα από το 1974 και μετά, εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι, ή τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι ηλικιακά, ποιητές είναι ταγμένοι στο γεγονός της τουρκικής εισβολής και κατοχής, το οποίο τους καθορίζει, άλλοτε ως συλλογικό, απτό τραύμα στο σώμα της Κύπρου και άλλοτε ως ατομική συνείδηση που υπερασπίζεται την ταυτότητά της. Οι έννοιες του Κύπριου, του Ελληνοκύπριου και του Έλληνα αποτελούν αντικείμενο διαρκούς αναστοχασμού, ενώ η ιστορική μνήμη ενίοτε μυθολογείται, ως μέσον με το οποίο επιτείνεται το ποιητικό αποτέλεσμα.

Screen+Shot+2016-05-24+at+23.22.56

Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες μετά, φαίνεται πως η ζωή συνεχίζεται, και οι νεότεροι ποιητές, αν και κουβαλούν, ο καθένας με τον τρόπο του μέσα του, την ιστορία και τα απόνερά της, σιγά σιγά αποστασιοποιούνται από αυτή τη θεματική. Τη θέση της παίρνουν και άλλες αναγκαιότητες, όπως ο έρωτας στην περιδίνηση ή την απώλειά του, η υπαρξιακή αναζήτηση, η ειρωνεία, το όνειρο και η φαντασίωση, και ―μέσω αυτών― η διαφυγή από μια πραγματικότητα, όπου κυριαρχεί η κατάρρευση των ανθρώπινων αξιών.

Πιθανόν να γενικεύω, το κάνω όμως ακριβώς για να υπογραμμίσω το «ανάδελφον» του Κώστα Ρεούση. Η επιλογή του να ξεκινήσει και να επιμείνει στην υπερρεαλιστική γραφή, με μια γλώσσα που ενδεχομένως εσκεμμένα δεν διαθέτει την πολυμορφία ή την εκζήτηση ενός Εμπειρίκου ή ενός Εγγονόπουλου, αλλά βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, πιο κοντά στη βιαιότερη γλώσσα των πρώτων, κινηματικών υπερρεαλιστών, τον τοποθετεί μάλλον ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούν την ποίηση άφρισμα αίματος από μια κομμένη αρτηρία, παρά ελεγχόμενη αιμορραγία μιας ανοιχτής πληγής.

Διαβάζοντας τα ολιγόστιχα ποιήματα του βιβλίου, επιχειρώ να κάνω τις εξής διαπιστώσεις:

α) Η συνειρμική ακολουθία, ή ανακολουθία, μια αποδρομή, κατά κάποια έννοια, της γλώσσας, δημιουργεί μεν την αίσθηση της αποδιάρθρωσής της, διαθέτει ωστόσο την ικανότητα να αναδιαρθρώνεται σε νοήματα που υπονομεύουν, όχι τη λογική αλλά τον παραλογισμό μέσα στον οποίο είναι αναγκασμένη να ψάχνει τον χώρο της και τον λόγο της η ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτόν ακριβώς τον παραλογισμό βιώνει ο Ρεούσης, ως μια εσωτερική πολλαπλότητα προκλήσεων και αταξίας, και τον εξωτερικεύει αυτούσιο, όχι μόνο στα ποιήματά του αλλά και στον τρόπο που ζει, προσφέροντας στην κοινή θέα έναν θρυμματισμένο και αδιήθητο εαυτό, μέσα σε ένα περιβάλλον που αντιπαλεύει ακόμη τις εκκρεμότητές του.

β) Η «οδός Τεθλασμένης» (υπαρκτή οδός της παλιάς Λευκωσίας), η οποία έρχεται και επανέρχεται, φαινομενικά ως συμβολικό μοτίβο χαρτογράφησης του βιβλίου, μου δημιουργεί την εντύπωση πως παραπέμπει στην αναζήτηση της κατεύθυνσης ενός δρόμου, όχι για να ξεφύγει κανείς αλλά για να του αποκαλυφθεί η διάσταση μιας ασταθούς και χαίνουσας γλώσσας, η δυνατότητά της να επενεργεί, εν είδει ουράνιου τόξου, ως καταλλαγή με τη βαθύτερη έννοια του όντος. Γράφει ο Ρεούσης: 

Πώς!
Να μεταφράσεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Και σε επόμενο ποίημα: 

Πώς!
Να μεταλάβεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Και σε ένα τρίτο: 

Πώς!
Να μεταφέρεις
το ουράνιο τόξο. 
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Μετάφραση – μετάληψη – μεταφορά! Τρεις λέξεις, σε τρία ποιήματα, που νοηματοδοτούν τη μετουσίωση της ποίησης και που, μαζί με την «οδό Τεθλασμένης», μένει σ’ εμάς να ανακαλύψουμε αν αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συνδέεται με την ουσία του κόσμου ή αν αποτελούν την τεθλασμένη συνθήκη της ύπαρξής του.

γ) Υπάρχει ένας στίχος: «Συντρίβοντας στις Πλάτρες αηδόνια», σαν απευθείας διάλογος με εκείνον του Γιώργου Σεφέρη «Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες». Στίχος που, κατά κάποιον τρόπο, αποκαλύπτει την αμφίθυμη σχέση του Κώστα Ρεούση με το νησί του. Το οποίο νησί του διατρέχει, άμεσα ή έμμεσα, όλο του το βιβλίο, σαν όριο γης και σαν όριο σώματος, σαν τόπος όπου συντελούνται εξίσου το θαύμα και το τραύμα και όπου συνυπάρχουν τα κοχύλια της Πάφου και το σάβανο της Λάρνακας, ο αέρας που σήκωσε τον ιδρώτα του μιναρέκαι τ’ αλώνια την εποχή του θέρους. Και τούτη η συνύπαρξη, ανάγκη ταυτόχρονα και καταναγκασμός, τούτη η ευαίσθητη αντίφαση είναι ένας από τους λόγους και τους τρόπους ανάγνωσης αυτού του βιβλίου.

Έχοντας κατά νου αυτές τις τρεις διαπιστώσεις, και μέσα σε αυτό το τοπίο, σχηματίζω την άποψη πως η ποίηση του Κώστα Ρεούση, ορθόδοξα υπερρεαλιστική, αντιμάχεται, ή «τσεκουρώνει», όχι μονάχα ό,τι ο ίδιος θεωρεί συμβατικό αλλά και τον ίδιο, αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ως ποιητής, και εν ονόματι της ποίησης που δεν γνωρίζει ή δεν αναγνωρίζει σύνορα, προσεγγίζει την «άλλη μεριά», ως καταγωγικά Ελληνοκύπριος αντιλαμβάνεται την πράσινη γραμμή σαν ένα όριο που τον χωρίζει και τον διαφοροποιεί από αυτούς. Γράφει: 

Αφουγκραστείτε
τους αντικρύ
στήστε
αυτί 
μυρίστε. 

Όμως αλλού: 

Ομίχλη ώχρινη έγκλημα του
ήλιου φοίνικες και τ’ αντικρύ 
η οροσειρά με τα στίγματα.

    
Κλείνοντας, παραθέτω ένα ποίημα, που θεωρώ πως είναι το κέντρο ολόκληρου του βιβλίου. Έχει τίτλο «Το γυάλινο σπίτι» και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Αντρέ Μπρετόν:

Και όχι μόνο έζησα
Αλλά
Φρόντισα να είμαι
Το γυαλί.
Να σπάσω.

Να είμαι κοφτερός.

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/05/blog-post_25.html

Screen+Shot+2016-05-24+at+23.22.34

Παιχνίδι με τα ονόματα του μύθου

poiisi-thumb-large

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΟΠΑΛΗ
(Από την “Καθημερινή”)

Η συνειδητή γυναικεία ματιά της Κ. Κορρυβάντη είναι διακριτική αλλά επίμονη, καθώς παραφράζει μύθους με ολιγόστιχα ποιήματα. Ο Κ. Συφιλτζόγλου μοιάζει να διαθέτει το παλιό, πλυμένο βαζάκι μαρμελάδας, όπου συγκεντρώνει τη συλλογή του από ονόματα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΡΡΥΒΑΝΤΗ

Μυθογονία

εκδ. Μανδραγόρας

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ

Στο σπίτι του κρεμασμένου

εκδ. Θράκα

Έγινε μόδα να χαρακτηρίζουμε την ποίηση «πυκνή», επαινετικά, κι όπως συμβαίνει με τους συρμούς, ξεχνάμε, συχνά, τι ακριβώς εννοούμε. Οι δυο συλλογές που σταυροβελονιάζουμε εδώ θα βεβαιώσουν, ωστόσο, και τον πλέον ανίδεο ότι με τον χαρακτηρισμό «πυκνός» εννοούμε, πράγματι, καμιά φορά αυτό που λέμε. Τα υπό συζήτηση ποιήματα δυο νέων σε ηλικία ποιητών, της (πρωτοεμφανιζόμενης) Κωνσταντίνας Κορρυβάντη (1989) και του Κυριάκου Συφιλτζόγλου (1983) (που με την τέταρτη αυτή συλλογή καθιερώνεται πλέον για τα καλά) είναι ολιγόλογα, πειθαρχημένα και έχουν συντεθεί με βάση συγκεκριμένο σχέδιο.

Ο Συφιλτζόγλου, έχοντάς μας συνηθίσει ήδη στο ιδιαίτερο χαρμάνι της ιδιοσυγκρασίας του, σκηνοθετεί εδώ 26 σύντομα κομμάτια όπου πρωταγωνιστούν γνωστά ονόματα ποιητών, φιλοσόφων, ζωγράφων, μυθιστοριογράφων. Τα ποιήματα θυμίζουν ταινίες μικρού μήκους, καθώς αποτελούνται από ελάχιστα, καμιά φορά ένα μονάχα, «καρέ». Τι κάνουν στα ταινιάκια-ποιήματα οι πρωταγωνιστές; Ο,τι θέλει ο ποιητής! Τον βλέπουμε να παίζει με αυτά όπως ένα ευφάνταστο, εφευρετικό παιδί με τα κουμπιά και τα βότσαλα. Ο Συφιλτζόγλου μοιάζει να διαθέτει το παλιό, πλυμένο βαζάκι μαρμελάδας, μέσα στο οποίο συγκεντρώνει τη συλλογή του από ονόματα, ατάκτως ερριμμένα. Κοιτάξτε (είναι σαν να μας λέει) τι μπορώ τώρα εγώ να κάνω με αυτά τα ονόματα, που είναι πια στη διάθεσή μου μιας και πέρασαν στη σφαίρα του μύθου, ορφανεμένα από σώματα και από κείμενα. Με την ελάχιστη διαθέσιμη αύρα που απομένει να τα τυλίγει, τα ονόματα στήνονται, λοιπόν, σε νέους ρόλους.

Ο δεκάχρονος Κάφκα στο Μέσα Συναγώι των Ιωαννίνων παίζει επικίνδυνα με τον σουγιά του, ενώ στη σελίδα-οθόνη εμείς βλέπουμε αυτά και άλλα ακόμη, αν το θελήσουμε. Το Μέσα Συναγώι, κλεισμένο μέσα στο κάστρο των Ιωαννίνων, βλέπε και Κάστρο (=Πύργος του Κάφκα) της Πράγας αλλά και Γιωσέφ Ελιγιά, και καφκική θανάτωση του πατέρα και λίμνη των Ιωαννίνων ως διαχρονικός τόπος θανάτωσης και πένθους.

Αυτά, δεν λέγονται ρητά: τα προκαλεί, ακριβώς, η επιτυχημένη πύκνωση.

Σε άλλα ποιήματα-ταινιάκια τα ονόματα ζευγαρώνουν με τρόπο μάλλον προφανή (Κόνραντ-Ζέμπαλντ), σε άλλα μένουν εντελώς μόνα («υπήρχε κάποτε ασθενοφόρο/ με το όνομα “Λακάν”»). Στο αγαπημένο μου, πρωταγωνιστεί αναπάντεχο ζεύγος: «ο Σάμουελ Μπέκετ με τη Μέλπω Αξιώτη, αυτή ποτίζει τις ρυτίδες του, αυτός οργώνει τις σκέψεις της. συγγενεύουν. απ’ το ίδιο ινδιάνικο φαράγγι. καπνίζουν αμίλητοι. ένα ποτάμι αυλακώνει τα μάτια τους. η σελήνη τραβάει τα νερά. κάνουν να φιληθούν. ξαφνικά η Μαντώ Αραβαντινού. τους χαστουκίζει, σπάνε σαν ξερόκλαδα – ο ένας πάνω στον άλλο»!

Αν, τώρα, στον Συφιλτζόγλου πρωταγωνιστούν οι ποιητές (και όσοι άλλοι επώνυμοι δανείζονται την ποιητική αύρα) χάρη, ακριβώς, σε κάποιον προϋπάρχοντα μύθο, στο βιβλίο της Κορρυβάντη οι πρωταγωνιστικές φιγούρες, όλες σχεδόν γυναίκες (εκτός από τον ακροτελεύτιο Τρίτωνα) προέρχονται κατευθείαν από την (ελληνική) μυθολογία. Τα σύντομα ποιήματα σχολιάζουν γυναικεία μυθολογικά αρχέτυπα, επινοούν λοξές εκδοχές δράσης και ερμηνείας, σκάβουν βαθύτερα στις γνώριμες ατμόσφαιρες. Καμιά φορά, τις αναποδογυρίζουν, σαν φόδρες. Η «Πηνελόπη» της θα μάθει, όταν μεγαλώσει, «πως τους άνδρες τους ξεβράζει η θάλασσα καθώς/ κάπου, κάποια Κίρκη, Καλυψώ/ ή Κατερίνα λύνει τα μαλλιά της/ κι ένας γλάρος μάς φέρνει το μαντήλι.»

Η συνειδητή, νομίζουμε, γυναικεία (και αρκετά δηλητηριώδης) ματιά της ποιήτριας είναι διακριτική αλλά επίμονη καθώς παραφράζει γνωστούς μύθους με κομψά ολιγόστιχα ποιήματα. Το νεαρό της ηλικίας της και το γεγονός ότι είναι η πρώτη ποιητική της συλλογή έρχεται σε ευχάριστη σύγκρουση με τη μεγάλη οικονομία του βιβλίου της: δεν βιάζεται, δεν υποχωρεί στον πειρασμό να τα πει όλα με μιας. Ελέγχει καλά αυτό που γράφει και το αποτέλεσμα την δικαιώνει.

Η αλυσίδα των γυναικών της, άλλοτε μεμονωμένων (Αράχνη), άλλοτε σε διαδοχική αλληλουχία, όπως, π.χ., εκείνη των ερωμένων και της συζύγου του Δία (Αλκμήνη, Σεμέλη, Λητώ, Λήδα, Ηρα, Καλλιστώ) διέπεται από ένα αδιάσπαστο, πικρό νήμα αποτίμησης αλλά και από έναν ακήρυχτο πόλεμο που σιγοβράζει: «Οι γυναίκες που κοιτάζουν τ’ άστρα/γίνονται στο τέλος αστερισμοί. Πολύ πολύ μακριά από εκείνον/που πραγματικά τις αγάπησε./ Εκείνον που τώρα περιμένει/ την πτώση τους/ για να ξαναφτιάξει τη ζωή του.» («Καλλιστώ»). Τα μυθικά ονόματα είναι, συχνά, πρόδηλες συμβάσεις για να ειπωθεί μια ιστορία εντελώς διαφορετική:

«Κάθε αφοσιωμένη σύντροφος/ψάχνει έναν μικρόκοσμο/ για την αυτοθυσία της./ Κάθε αργοναύτης βρίσκει/ μία τέτοια σύζυγο» («Αλκηστις»).

Η τριγωνική σχέση (ερωμένη-σύζυγος-σύζυγος) και η άγρια, μολονότι προσεχτικά καμουφλαρισμένη, μοίρα της ερωτευμένης αλλά όχι υποταγμένης ούτε και συμβατικής γυναίκας την απασχολούν με απαραγνώριστη ένταση. Αν έπρεπε να διακρίνω επιρροές, θα ήταν οπωσδήποτε αγγλοσαξονικές και γένους θηλυκού, για παράδειγμα η ευφυής και χειραφετημένη δαφνοστεφής Βρετανίδα ποιήτρια Κάρολ Αν Ντάφι (1955).

Ειρήνη Ιωάννου-Περδικάρη, Όνειρα κρυμμένα, Εκδόσεις vakxikon.gr

-e1422381363635

Πόσες φορές στεναχωριόμαστε και νοσταλγούμε όνειρα, που κάναμε, όταν ήμασταν παιδιά και δεν εκπληρώθηκαν; Πόσες φορές οι κοινωνικές συμβατικότητες μας ανάγκασαν να ξεχάσουμε τις νεανικές «τρέλες» και να μπούμε στα καλούπια της ρουτίνας και της καθημερινότητας; Πόσα όνειρα δεν τολμήσαμε να αναφέρουμε, γιατί θα ηχούσαν παράλογα σε μια κοινωνία, που δεν τολμάει να ονειρευτεί;

Τέτοια ερωτήματα γεννιούνται, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη: «Όνειρα κρυμμένα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Vakxikon.gr”. Ποίηση ρεαλιστική με έντονα υπαρξιακά ερωτήματα και πινελιές κοινωνικού προβληματισμού.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Στα παιδιά που περιμένουν…». Οι σκιές ζουν τη νύχτα. Τη μέρα κρύβονται μέσα στα όνειρα. Εκεί, που το «θηρίο» της πόλης δεν μπορεί να φτάσει. Η ρουτίνα σκοτώνει. «Όλα νεκρά. / Όπως πάντα / τα ίδια», γράφει η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη, και προτρέπει τους ανθρώπους να μη φοβούνται το σκοτάδι και να διατηρούν την παιδική τους αθωότητα.

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Κάτι έχει τελειώσει…». Και εδώ υπάρχουν υπαρξιακές αναζητήσεις, όμως, η ποιήτρια εκφράζει και την κοινωνική της διαμαρτυρία με στίχους λιτούς και αιχμηρούς: «Σου πετάνε ένα / ξεροκόμματο ίσα / να συντηρείς / τη σάρκα σου. / Σαν σκλάβος. / Σαν πράγμα. / Σαν εργαλείο. / Και αφού / σε ξεζουμίσουν / σε πετάνε / στη χωματερή.»

Το τρίτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Όνειρα κρυμμένα…». Εδώ, η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη συνεχίζει στο υπαρξιακό μοτίβο, που συναντήσαμε στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ενώ οι κοινωνικές τις ευαισθησίες μεταφέρονται σε αλληγορικό επίπεδο, όπως, το πουλί, που δεν μπορεί να τραγουδήσει φυλακισμένο στο κλουβί, έτσι κι ο άνθρωπος, αν του περιορίσουν τις ελευθερίες, δεν μπορεί να δημιουργήσει.

Στο τέλος της ποιητικής συλλογής της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη υπάρχει μια κριτική του αείμνηστου λογοτέχνη και κριτικού λογοτεχνίας Νίκου Ανώγη για παλιότερη ποιητική συλλογή της ποιήτριας, όπου μεταξύ άλλων είχε γράψει ότι το μέλλον της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη: «προδιαγράφεται ευοίωνο, και επιτυχές στον πνευματικό χώρο.» Με την ποιητική συλλογή «Όνειρα κρυμμένα» η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη επιβεβαιώνει το παραπάνω συμπέρασμα.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Άτη Σολέρτη, Ερημία παθών

vakxikon_issue_16_solerti_prodimosiefsi

ΑΤΗ ΣΟΛΕΡΤΗ
ΕΡΗΜΙΑ ΠΑΘΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: “WWW.VAKXIKON.GR”

Όταν μια ποιητική συλλογή επανεκδίδεται σημαίνει ότι κάτι έχει να δώσει, ότι το περιεχόμενό της είναι τέτοιο, που αξίζει να επανεκδοθεί.

Μια τέτοια περίπτωση έχουμε και στο βιβλίο της Άτης Σολέρτη: «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ», που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις: http://www.vakxikon.gr. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, όπου ενώ όλα τα ποιήματα είναι γραμμένα χωρίς μέτρο υπάρχει μια υποτυπώδης ομοιοκαταληξία, μια ρίμα, που παίζει περισσότερο με τις λέξεις δημιουργώντας όμορφες παρηχήσεις χωρίς να χάνεται το νόημα του ποιήματος. Τα περισσότερα ποιήματα της Άτης Σολέρτη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν γλωσσοκεντρικά αν και ο γλωσσοκεντρισμός συνήθως χάνει το νόημα προς χάριν της παρήχησης κάτι, που η ποιήτρια αποφεύγει με επιτυχία.

Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ» περιγράφουν αιματηρές σκηνές ενώ ο θάνατος είναι ένα από τα συνηθισμένα τους θέματα έτσι, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι το βιβλίο της Άτης Σολέρτη κινείται στα όρια της gothic λογοτεχνίας, όπως λογουχάρη το ποίημα «θύω», όμως, υπάρχουν και ποιήματα, που είναι εντελώς διαφορετικά και δεν θα μπορούσαν να καταταχτούν στα στενά όρια ενός είδους.

Ένα από τα καλά στοιχεία της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής είναι ότι μέσα στα ποιήματα της Άτης Σολέρτη συναντάμε στίχους με έξυπνο νόημα, που ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη: «Τι κι αν το τσιγάρο τελειώνει… / απ’ τον καπνό του, θα τραφούν κι άλλες σκέψεις…» και αλλού: «Αγαπητέ καθρέφτη, / δεν ήξερα πως το είδωλό σου σε τρομάζει!»

Κατά τη γνώμη μας, το πιο χαρακτηριστικό ποίημα της συλλογής «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ» είναι «Το φιλί του ερπετού» το οποίο ξεκινάει με τους στίχους: «Πρόσεχε το φίδι… καθώς θα βγαίνεις απ’ τον κήπο σου. / Πρόσεχε το ερπετό!» και αφού περιγράψει όλες τις ιδιότητες του φιδιού καταλήγει: «Πρόσεξε το ερπετό! / Ξέρει καλά να κρύβεται / και να σ’ αιφνιδιάζει! / Πρόσεχε το φίδι! / Πρόσεξέ με!»

Θα μπορούσαν να γραφτούν κι άλλα πολλά για την ποιητική συλλογή της Άτης Σολέρτη: «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ», θα κλείσουμε, όμως, εδώ συμπεραίνοντας ότι πρόκειται για ένα βιβλίο, που άξιζε τον κόπο να επανεκδοθεί.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ