Διαβάζοντας τον Κούκο της Πελαγίας Φυτοπούλου

Κούκος-Πελαγία-Φυτοπούλου

Του Ζαχαρία Στουφή*

Καιρό είχα να συναντήσω την ποίηση μέσα σε βιβλίο και ο «Κούκος» της Πελαγίας Φυτοπούλου με ξάφνιασε ευχάριστα. Όσες φορές τον διάβασα το ξάφνιασμα ήταν αναπάντεχο γιατί στην πραγματικότητα η Πελαγία, μέσα από το «Κούκος» που είναι το πρώτο της ποιητικό βιβλίο, προτάσσει το αίτημα της καθαρής ποίησης. Με τη συλλογή αυτή η Πελαγία Φυτοπούλου μάς συστήνεται χωρίς να προσπαθεί, αφού σε κάθε της ποίημα φαίνεται να μας γνωρίζει καλά. Μας διευκρινίζει τη διαφορετικότητά της όχι για να την αγαπήσουμε ή να τη συμπονέσουμε. Μας διευκρινίζει τη μοναδικότητα της μοναχικότητάς της αφού σε κανένα στρατόπεδο δεν τάσσεται.

Η Πελαγία είναι ο «Κούκος»  που ποτέ δεν ήρθε προμηνύοντας την άνοιξη, ποτέ δεν καταδέχτηκε να αφήσει τα αυγά του στις βρομερές φωλίτσες σας και πιστός στην τραγική του φύση δεν έχτισε δική του φωλιά, δεν επώασε τα αυγά του και δεν γνώρισε ποτέ τα παιδιά του. Αυτός ο «Κούκος» που γεννήθηκε σε ξένο σπίτι και αναστήθηκε ανάμεσα σε αγνώστους, είναι ποιητής! Και είναι ποιητής γιατί οι φωλιές που επιλέγει είναι  οι φυλακές ανηλίκων, είναι τα ψυχιατρεία, είναι οι ανοιχτοί τάφοι και οι χώροι που θυμίζουν εκκλησιαστικά ορφανοτροφεία της επαρχίας.
Στο εν λόγω βιβλίο, αυτό που έχει αξία και πρέπει να σταθούμε είναι ο τρόπος με τον οποίο, επιλέγει η ποιήτρια να μας συστηθεί. Εκτός από την εύστοχη αλληγορία του «Κούκου», δύο είναι ακόμα τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο της. Το ένα είναι η ηλικία που επιλέγει να σταθεί απέναντί μας και το άλλο είναι οι τόποι που εκτυλίσσονται οι περιπέτειες του «Κούκου».

Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου η ηλικία του κεντρικού ήρωα είναι στο μεταίχμιο από την παιδικότητα στην εφηβεία, αλλά, και στα ποιήματα που ο ήρωας ενδέχεται να έχει ενηλικιωθεί ο χαρακτήρας του μένει σταθερός. Η σταθερότητα αυτή σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ανωριμότητα, μονάχα επισημαίνει το πόσο καθοριστικά στάθηκαν τα γεγονότα  εκείνης της περιόδου. Κάτι πολύ σημαντικό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι όλη αυτή η αναδρομή στο μεταίχμιο παιδικότητας- εφηβείας δεν γίνεται για λόγους αυτοψυχανάλυσης που με τη σειρά της θα αιτιολογούσε συμπεριφορές και αποφάσεις. Η αναδρομή αυτή είναι η ιστορία του ίδιου του «Κούκου» ή της ποιήτριας αν προτιμάτε, έχοντας στόχο να αποδείξει τη σταθερή της πορεία στο χρόνο της.

Η γεωγραφία των τόπων της, τους οποίους χρησιμοποιεί και ως σκηνικό αυτής της τόσο θεατρικής γραφής της, είναι η ελληνική επαρχία. Αυτό είναι κάτι που η ποιήτρια δεν το λέει και τόσο ξεκάθαρα, ούτε ονομάζει τοποθεσίες, βουνά ή δρόμους.  Αυτό είναι κάτι που αισθάνεται ο αναγνώστης σε όλο το βιβλίο, βασανιστικό και αναπόδραστο. Αυτή την επιλογή της να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό σκηνικό την κόλαση της ελληνικής επαρχίας τη θεωρώ τουλάχιστον σπουδαία, όταν, οι σημαντικότεροι ποιητές μας (με σπουδαιότερη εξαίρεση τον Κώστα Καρυωτάκη) φρόντισαν να την παραβλέψουν συστηματικά.

Όχι, ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, όπως η ποίηση και γενικότερα η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο. Ο μοναχικός και ξεχωριστός «Κούκος» της Πελαγίας Φυτοπούλου είναι ο «Κούκος» που μάταια επιμένει όχι για να αλλάξει τον κόσμο, ούτε για να φέρει την άνοιξη που οριστικά έχει χαθεί. Είναι ο «Κούκος» που επιμένει να μας θυμίζει τις εκπτώσεις μας και τις υποχωρήσεις μας στους αγώνες ενάντια του εαυτού μας που τελικά εγκαταλείψαμε. Είναι ο Κούκος που κάποτε υπήρξαμε και πλέoν, αποφεύγουμε να θυμηθούμε.

———————————————————————-

ΚΟΥΚΟΣ
στη ζωή μου
δε θέλησα ν’ αφήσω
κάτι
πίσω
ούτε στεριά
ούτε θάλασσα
τα βράδια μοναχά
ένα μονόγραμμα στα χείλη μου
σαλεύει
μικρό κήτος εκπαιδεύει
τη βροχή μου
μια φτερούγα Διόσκουρη
ανεμίζει
στο ύστερο της τύχης
που ξέχασα να κουρντίσω
οι τρόφιμοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρόστυχα
τον τοίχο
τους διασκεδάζει έπειτα
ένας χωρικός να μελοποιεί
την αδιάλλακτη ανυπαρξία μου
ένα βαλσάκι του ’30
εγώ τους λέω παραμύθια
για να μ’ ευχαριστήσουν οι αθεόφοβοι
κατουράνε τις αλυσίδες τους
να γίνει το ποδάρι τους
κυπαρίσσι σκαλιστό
να ’χω κι εγώ
κάπου να κλάψω
στις ντουζιέρες μοιράζουν σταυρουδάκια
και οι ψείρες σαλιώνουν τα καρφιά
 
 
ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Βυθίζομαι στα χρόνια των άλλων, στα σπίτια τους
Οι θεοσεβούμενοι αγαπούν τις παρθένες
Αναπαύομαι στην έμπιστη, του αρχηγού, πολυθρόνα
Ανοίγω την τηλεόραση
Τα πόδια μου ανθίζουν στο τραπέζι που θα φάμε
Ο Μπάστερ Κίτον δε γελά
Ντρέπομαι να με βλέπουν γυμνή, μ’ ευχαριστεί
ωστόσο, η επετειακή τους αμηχανία
Ενός λεπτού σιγή
Τελείωσα λεβέντες
Ναι, ναι έφτασα σε οργασμό
Μπορείτε να κουρδίσετε το τανκ
Ο δονητής υποχώρησε
 

*Ο Ζαχαρίας Στουφής γεννήθηκε το 1974 στη Ζάκυνθο. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1996 με τη συλλογή Τρένο. Έκτοτε ακολούθησαν οι συλλογές, Ο πόνος οι ηδονές κι ο φόβος των ανθρώπων 1997, Ονειροπληξία 2001, Νιρβάνα 2003, Χαωδία 2005, Νεκρώσιμα 2006, Μυστικό νεκροταφείο 2008 (www.mystikonekrotafeio.gr) και Γράμματα σε νεκρό ποιητή 2009. Το 2012 κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των: Ονειροπληξία, Χαωδία και Νεκρώσιμα, υπό τον τίτλο ΟΝΕΙΡΟΠΛΗΞΙΑ τριλογία. Σαν προέκταση του ποιητικού του έργου, στο οποίο ο θάνατος είναι το επίκεντρο, ασχολείται με την θανατολογία της Ζακύνθου. Αναζητεί τον θάνατο στη λαογραφία, τη φιλολογία, την ιστορία και την σύγχρονη κοινωνία του νησιού του. Μέχρι σήμερα εκτός από τις ποιητικές του συλλογές έχουν δημοσιευθεί και τρεις λαογραφικές μελέτες του για το θάνατο, Τα σύγχρονα επιτύμβια επιγράμματα της Ζακύνθου, 2009, Σήματα θανάτου πίστης και μνήμης στους δρόμους της Ζακύνθου, 2010 και Τα Ζακυνθινά μοιρολόγια και οι μεταλλάξεις του θρηνητικού λόγου στο χρόνο, 2013. Επίσης, έχει εκδοθεί το βιβλίο του Το Αγγλικό Νεκροταφείο της Ζακύνθου, 2013 και την ίδια χρονιά το εκτός εμπορίου φυλλάδιο Συμβουλές σε έναν νέο ποιητή. Ποιήματα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς στα περιοδικά, Τετράμηνα, Περίπλους, Επτανησιακά Φύλλα, Ίαμβος, Ραπόρτο, Πνοές Λόγου και Τέχνης, Ένεκεν, Ο Φαρφουλάς, Δήμος και Πολιτεία, Παρέμβαση, Εμβόλιμον, Ο Σίσυφος, Φρέαρ, καθώς και σε πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια σχετικά με την ποίηση. Από το 2006 ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε δύο ποιητικές ανθολογίες και τρία θεματικά ανθολόγια ποίησης. Από το 1995 ζει και εργάζεται στην Αττική.

**Αναδημοσίευση από το Intellectum http://www.intellectum.org/2016/05/24/cuckoo/

Η τεθλασμένη συνθήκη της ύπαρξης

ΡΕΟΥΣΗΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟ


Γράφει ο Σταύρος Ζαφειρίου

Κώστας Ρεούσης
Ένα τσεκούρι κάθεται (στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας),
Φαρφουλάς 2015,
σελ. 112.

Κύπριος στην καταγωγή και την ιδεολογία, κάτοικος Λευκωσίας, ιδρυτής και μοναδικό μέλος της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκωσίας, ο Κώστας Ρεούσης έρχεται να επιβεβαιώσει με την τελευταία του ποιητική συλλογή Ένα τσεκούρι κάθεται (στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας) την προσήλωσή του στην υπερρεαλιστική γραφή και αντίληψη της ποίησης.

Ως «ανάδελφο» μεταξύ των ομηλίκων του ποιητών τον έχει χαρακτηρίσει η σύγχρονη κριτική, και ενδεχομένως ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνει τον λόγο του συνηγορεί σε αυτό τον χαρακτηρισμό.

Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγχρονη κυπριακή ποίηση, και ειδικότερα από το 1974 και μετά, εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι, ή τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι ηλικιακά, ποιητές είναι ταγμένοι στο γεγονός της τουρκικής εισβολής και κατοχής, το οποίο τους καθορίζει, άλλοτε ως συλλογικό, απτό τραύμα στο σώμα της Κύπρου και άλλοτε ως ατομική συνείδηση που υπερασπίζεται την ταυτότητά της. Οι έννοιες του Κύπριου, του Ελληνοκύπριου και του Έλληνα αποτελούν αντικείμενο διαρκούς αναστοχασμού, ενώ η ιστορική μνήμη ενίοτε μυθολογείται, ως μέσον με το οποίο επιτείνεται το ποιητικό αποτέλεσμα.

Screen+Shot+2016-05-24+at+23.22.56

Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες μετά, φαίνεται πως η ζωή συνεχίζεται, και οι νεότεροι ποιητές, αν και κουβαλούν, ο καθένας με τον τρόπο του μέσα του, την ιστορία και τα απόνερά της, σιγά σιγά αποστασιοποιούνται από αυτή τη θεματική. Τη θέση της παίρνουν και άλλες αναγκαιότητες, όπως ο έρωτας στην περιδίνηση ή την απώλειά του, η υπαρξιακή αναζήτηση, η ειρωνεία, το όνειρο και η φαντασίωση, και ―μέσω αυτών― η διαφυγή από μια πραγματικότητα, όπου κυριαρχεί η κατάρρευση των ανθρώπινων αξιών.

Πιθανόν να γενικεύω, το κάνω όμως ακριβώς για να υπογραμμίσω το «ανάδελφον» του Κώστα Ρεούση. Η επιλογή του να ξεκινήσει και να επιμείνει στην υπερρεαλιστική γραφή, με μια γλώσσα που ενδεχομένως εσκεμμένα δεν διαθέτει την πολυμορφία ή την εκζήτηση ενός Εμπειρίκου ή ενός Εγγονόπουλου, αλλά βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, πιο κοντά στη βιαιότερη γλώσσα των πρώτων, κινηματικών υπερρεαλιστών, τον τοποθετεί μάλλον ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούν την ποίηση άφρισμα αίματος από μια κομμένη αρτηρία, παρά ελεγχόμενη αιμορραγία μιας ανοιχτής πληγής.

Διαβάζοντας τα ολιγόστιχα ποιήματα του βιβλίου, επιχειρώ να κάνω τις εξής διαπιστώσεις:

α) Η συνειρμική ακολουθία, ή ανακολουθία, μια αποδρομή, κατά κάποια έννοια, της γλώσσας, δημιουργεί μεν την αίσθηση της αποδιάρθρωσής της, διαθέτει ωστόσο την ικανότητα να αναδιαρθρώνεται σε νοήματα που υπονομεύουν, όχι τη λογική αλλά τον παραλογισμό μέσα στον οποίο είναι αναγκασμένη να ψάχνει τον χώρο της και τον λόγο της η ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτόν ακριβώς τον παραλογισμό βιώνει ο Ρεούσης, ως μια εσωτερική πολλαπλότητα προκλήσεων και αταξίας, και τον εξωτερικεύει αυτούσιο, όχι μόνο στα ποιήματά του αλλά και στον τρόπο που ζει, προσφέροντας στην κοινή θέα έναν θρυμματισμένο και αδιήθητο εαυτό, μέσα σε ένα περιβάλλον που αντιπαλεύει ακόμη τις εκκρεμότητές του.

β) Η «οδός Τεθλασμένης» (υπαρκτή οδός της παλιάς Λευκωσίας), η οποία έρχεται και επανέρχεται, φαινομενικά ως συμβολικό μοτίβο χαρτογράφησης του βιβλίου, μου δημιουργεί την εντύπωση πως παραπέμπει στην αναζήτηση της κατεύθυνσης ενός δρόμου, όχι για να ξεφύγει κανείς αλλά για να του αποκαλυφθεί η διάσταση μιας ασταθούς και χαίνουσας γλώσσας, η δυνατότητά της να επενεργεί, εν είδει ουράνιου τόξου, ως καταλλαγή με τη βαθύτερη έννοια του όντος. Γράφει ο Ρεούσης: 

Πώς!
Να μεταφράσεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Και σε επόμενο ποίημα: 

Πώς!
Να μεταλάβεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Και σε ένα τρίτο: 

Πώς!
Να μεταφέρεις
το ουράνιο τόξο. 
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Μετάφραση – μετάληψη – μεταφορά! Τρεις λέξεις, σε τρία ποιήματα, που νοηματοδοτούν τη μετουσίωση της ποίησης και που, μαζί με την «οδό Τεθλασμένης», μένει σ’ εμάς να ανακαλύψουμε αν αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συνδέεται με την ουσία του κόσμου ή αν αποτελούν την τεθλασμένη συνθήκη της ύπαρξής του.

γ) Υπάρχει ένας στίχος: «Συντρίβοντας στις Πλάτρες αηδόνια», σαν απευθείας διάλογος με εκείνον του Γιώργου Σεφέρη «Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες». Στίχος που, κατά κάποιον τρόπο, αποκαλύπτει την αμφίθυμη σχέση του Κώστα Ρεούση με το νησί του. Το οποίο νησί του διατρέχει, άμεσα ή έμμεσα, όλο του το βιβλίο, σαν όριο γης και σαν όριο σώματος, σαν τόπος όπου συντελούνται εξίσου το θαύμα και το τραύμα και όπου συνυπάρχουν τα κοχύλια της Πάφου και το σάβανο της Λάρνακας, ο αέρας που σήκωσε τον ιδρώτα του μιναρέκαι τ’ αλώνια την εποχή του θέρους. Και τούτη η συνύπαρξη, ανάγκη ταυτόχρονα και καταναγκασμός, τούτη η ευαίσθητη αντίφαση είναι ένας από τους λόγους και τους τρόπους ανάγνωσης αυτού του βιβλίου.

Έχοντας κατά νου αυτές τις τρεις διαπιστώσεις, και μέσα σε αυτό το τοπίο, σχηματίζω την άποψη πως η ποίηση του Κώστα Ρεούση, ορθόδοξα υπερρεαλιστική, αντιμάχεται, ή «τσεκουρώνει», όχι μονάχα ό,τι ο ίδιος θεωρεί συμβατικό αλλά και τον ίδιο, αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ως ποιητής, και εν ονόματι της ποίησης που δεν γνωρίζει ή δεν αναγνωρίζει σύνορα, προσεγγίζει την «άλλη μεριά», ως καταγωγικά Ελληνοκύπριος αντιλαμβάνεται την πράσινη γραμμή σαν ένα όριο που τον χωρίζει και τον διαφοροποιεί από αυτούς. Γράφει: 

Αφουγκραστείτε
τους αντικρύ
στήστε
αυτί 
μυρίστε. 

Όμως αλλού: 

Ομίχλη ώχρινη έγκλημα του
ήλιου φοίνικες και τ’ αντικρύ 
η οροσειρά με τα στίγματα.

    
Κλείνοντας, παραθέτω ένα ποίημα, που θεωρώ πως είναι το κέντρο ολόκληρου του βιβλίου. Έχει τίτλο «Το γυάλινο σπίτι» και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Αντρέ Μπρετόν:

Και όχι μόνο έζησα
Αλλά
Φρόντισα να είμαι
Το γυαλί.
Να σπάσω.

Να είμαι κοφτερός.

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/05/blog-post_25.html

Screen+Shot+2016-05-24+at+23.22.34

Παιχνίδι με τα ονόματα του μύθου

poiisi-thumb-large

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΟΠΑΛΗ
(Από την “Καθημερινή”)

Η συνειδητή γυναικεία ματιά της Κ. Κορρυβάντη είναι διακριτική αλλά επίμονη, καθώς παραφράζει μύθους με ολιγόστιχα ποιήματα. Ο Κ. Συφιλτζόγλου μοιάζει να διαθέτει το παλιό, πλυμένο βαζάκι μαρμελάδας, όπου συγκεντρώνει τη συλλογή του από ονόματα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΡΡΥΒΑΝΤΗ

Μυθογονία

εκδ. Μανδραγόρας

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ

Στο σπίτι του κρεμασμένου

εκδ. Θράκα

Έγινε μόδα να χαρακτηρίζουμε την ποίηση «πυκνή», επαινετικά, κι όπως συμβαίνει με τους συρμούς, ξεχνάμε, συχνά, τι ακριβώς εννοούμε. Οι δυο συλλογές που σταυροβελονιάζουμε εδώ θα βεβαιώσουν, ωστόσο, και τον πλέον ανίδεο ότι με τον χαρακτηρισμό «πυκνός» εννοούμε, πράγματι, καμιά φορά αυτό που λέμε. Τα υπό συζήτηση ποιήματα δυο νέων σε ηλικία ποιητών, της (πρωτοεμφανιζόμενης) Κωνσταντίνας Κορρυβάντη (1989) και του Κυριάκου Συφιλτζόγλου (1983) (που με την τέταρτη αυτή συλλογή καθιερώνεται πλέον για τα καλά) είναι ολιγόλογα, πειθαρχημένα και έχουν συντεθεί με βάση συγκεκριμένο σχέδιο.

Ο Συφιλτζόγλου, έχοντάς μας συνηθίσει ήδη στο ιδιαίτερο χαρμάνι της ιδιοσυγκρασίας του, σκηνοθετεί εδώ 26 σύντομα κομμάτια όπου πρωταγωνιστούν γνωστά ονόματα ποιητών, φιλοσόφων, ζωγράφων, μυθιστοριογράφων. Τα ποιήματα θυμίζουν ταινίες μικρού μήκους, καθώς αποτελούνται από ελάχιστα, καμιά φορά ένα μονάχα, «καρέ». Τι κάνουν στα ταινιάκια-ποιήματα οι πρωταγωνιστές; Ο,τι θέλει ο ποιητής! Τον βλέπουμε να παίζει με αυτά όπως ένα ευφάνταστο, εφευρετικό παιδί με τα κουμπιά και τα βότσαλα. Ο Συφιλτζόγλου μοιάζει να διαθέτει το παλιό, πλυμένο βαζάκι μαρμελάδας, μέσα στο οποίο συγκεντρώνει τη συλλογή του από ονόματα, ατάκτως ερριμμένα. Κοιτάξτε (είναι σαν να μας λέει) τι μπορώ τώρα εγώ να κάνω με αυτά τα ονόματα, που είναι πια στη διάθεσή μου μιας και πέρασαν στη σφαίρα του μύθου, ορφανεμένα από σώματα και από κείμενα. Με την ελάχιστη διαθέσιμη αύρα που απομένει να τα τυλίγει, τα ονόματα στήνονται, λοιπόν, σε νέους ρόλους.

Ο δεκάχρονος Κάφκα στο Μέσα Συναγώι των Ιωαννίνων παίζει επικίνδυνα με τον σουγιά του, ενώ στη σελίδα-οθόνη εμείς βλέπουμε αυτά και άλλα ακόμη, αν το θελήσουμε. Το Μέσα Συναγώι, κλεισμένο μέσα στο κάστρο των Ιωαννίνων, βλέπε και Κάστρο (=Πύργος του Κάφκα) της Πράγας αλλά και Γιωσέφ Ελιγιά, και καφκική θανάτωση του πατέρα και λίμνη των Ιωαννίνων ως διαχρονικός τόπος θανάτωσης και πένθους.

Αυτά, δεν λέγονται ρητά: τα προκαλεί, ακριβώς, η επιτυχημένη πύκνωση.

Σε άλλα ποιήματα-ταινιάκια τα ονόματα ζευγαρώνουν με τρόπο μάλλον προφανή (Κόνραντ-Ζέμπαλντ), σε άλλα μένουν εντελώς μόνα («υπήρχε κάποτε ασθενοφόρο/ με το όνομα “Λακάν”»). Στο αγαπημένο μου, πρωταγωνιστεί αναπάντεχο ζεύγος: «ο Σάμουελ Μπέκετ με τη Μέλπω Αξιώτη, αυτή ποτίζει τις ρυτίδες του, αυτός οργώνει τις σκέψεις της. συγγενεύουν. απ’ το ίδιο ινδιάνικο φαράγγι. καπνίζουν αμίλητοι. ένα ποτάμι αυλακώνει τα μάτια τους. η σελήνη τραβάει τα νερά. κάνουν να φιληθούν. ξαφνικά η Μαντώ Αραβαντινού. τους χαστουκίζει, σπάνε σαν ξερόκλαδα – ο ένας πάνω στον άλλο»!

Αν, τώρα, στον Συφιλτζόγλου πρωταγωνιστούν οι ποιητές (και όσοι άλλοι επώνυμοι δανείζονται την ποιητική αύρα) χάρη, ακριβώς, σε κάποιον προϋπάρχοντα μύθο, στο βιβλίο της Κορρυβάντη οι πρωταγωνιστικές φιγούρες, όλες σχεδόν γυναίκες (εκτός από τον ακροτελεύτιο Τρίτωνα) προέρχονται κατευθείαν από την (ελληνική) μυθολογία. Τα σύντομα ποιήματα σχολιάζουν γυναικεία μυθολογικά αρχέτυπα, επινοούν λοξές εκδοχές δράσης και ερμηνείας, σκάβουν βαθύτερα στις γνώριμες ατμόσφαιρες. Καμιά φορά, τις αναποδογυρίζουν, σαν φόδρες. Η «Πηνελόπη» της θα μάθει, όταν μεγαλώσει, «πως τους άνδρες τους ξεβράζει η θάλασσα καθώς/ κάπου, κάποια Κίρκη, Καλυψώ/ ή Κατερίνα λύνει τα μαλλιά της/ κι ένας γλάρος μάς φέρνει το μαντήλι.»

Η συνειδητή, νομίζουμε, γυναικεία (και αρκετά δηλητηριώδης) ματιά της ποιήτριας είναι διακριτική αλλά επίμονη καθώς παραφράζει γνωστούς μύθους με κομψά ολιγόστιχα ποιήματα. Το νεαρό της ηλικίας της και το γεγονός ότι είναι η πρώτη ποιητική της συλλογή έρχεται σε ευχάριστη σύγκρουση με τη μεγάλη οικονομία του βιβλίου της: δεν βιάζεται, δεν υποχωρεί στον πειρασμό να τα πει όλα με μιας. Ελέγχει καλά αυτό που γράφει και το αποτέλεσμα την δικαιώνει.

Η αλυσίδα των γυναικών της, άλλοτε μεμονωμένων (Αράχνη), άλλοτε σε διαδοχική αλληλουχία, όπως, π.χ., εκείνη των ερωμένων και της συζύγου του Δία (Αλκμήνη, Σεμέλη, Λητώ, Λήδα, Ηρα, Καλλιστώ) διέπεται από ένα αδιάσπαστο, πικρό νήμα αποτίμησης αλλά και από έναν ακήρυχτο πόλεμο που σιγοβράζει: «Οι γυναίκες που κοιτάζουν τ’ άστρα/γίνονται στο τέλος αστερισμοί. Πολύ πολύ μακριά από εκείνον/που πραγματικά τις αγάπησε./ Εκείνον που τώρα περιμένει/ την πτώση τους/ για να ξαναφτιάξει τη ζωή του.» («Καλλιστώ»). Τα μυθικά ονόματα είναι, συχνά, πρόδηλες συμβάσεις για να ειπωθεί μια ιστορία εντελώς διαφορετική:

«Κάθε αφοσιωμένη σύντροφος/ψάχνει έναν μικρόκοσμο/ για την αυτοθυσία της./ Κάθε αργοναύτης βρίσκει/ μία τέτοια σύζυγο» («Αλκηστις»).

Η τριγωνική σχέση (ερωμένη-σύζυγος-σύζυγος) και η άγρια, μολονότι προσεχτικά καμουφλαρισμένη, μοίρα της ερωτευμένης αλλά όχι υποταγμένης ούτε και συμβατικής γυναίκας την απασχολούν με απαραγνώριστη ένταση. Αν έπρεπε να διακρίνω επιρροές, θα ήταν οπωσδήποτε αγγλοσαξονικές και γένους θηλυκού, για παράδειγμα η ευφυής και χειραφετημένη δαφνοστεφής Βρετανίδα ποιήτρια Κάρολ Αν Ντάφι (1955).

Ειρήνη Ιωάννου-Περδικάρη, Όνειρα κρυμμένα, Εκδόσεις vakxikon.gr

-e1422381363635

Πόσες φορές στεναχωριόμαστε και νοσταλγούμε όνειρα, που κάναμε, όταν ήμασταν παιδιά και δεν εκπληρώθηκαν; Πόσες φορές οι κοινωνικές συμβατικότητες μας ανάγκασαν να ξεχάσουμε τις νεανικές «τρέλες» και να μπούμε στα καλούπια της ρουτίνας και της καθημερινότητας; Πόσα όνειρα δεν τολμήσαμε να αναφέρουμε, γιατί θα ηχούσαν παράλογα σε μια κοινωνία, που δεν τολμάει να ονειρευτεί;

Τέτοια ερωτήματα γεννιούνται, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη: «Όνειρα κρυμμένα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Vakxikon.gr”. Ποίηση ρεαλιστική με έντονα υπαρξιακά ερωτήματα και πινελιές κοινωνικού προβληματισμού.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Στα παιδιά που περιμένουν…». Οι σκιές ζουν τη νύχτα. Τη μέρα κρύβονται μέσα στα όνειρα. Εκεί, που το «θηρίο» της πόλης δεν μπορεί να φτάσει. Η ρουτίνα σκοτώνει. «Όλα νεκρά. / Όπως πάντα / τα ίδια», γράφει η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη, και προτρέπει τους ανθρώπους να μη φοβούνται το σκοτάδι και να διατηρούν την παιδική τους αθωότητα.

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Κάτι έχει τελειώσει…». Και εδώ υπάρχουν υπαρξιακές αναζητήσεις, όμως, η ποιήτρια εκφράζει και την κοινωνική της διαμαρτυρία με στίχους λιτούς και αιχμηρούς: «Σου πετάνε ένα / ξεροκόμματο ίσα / να συντηρείς / τη σάρκα σου. / Σαν σκλάβος. / Σαν πράγμα. / Σαν εργαλείο. / Και αφού / σε ξεζουμίσουν / σε πετάνε / στη χωματερή.»

Το τρίτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Όνειρα κρυμμένα…». Εδώ, η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη συνεχίζει στο υπαρξιακό μοτίβο, που συναντήσαμε στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ενώ οι κοινωνικές τις ευαισθησίες μεταφέρονται σε αλληγορικό επίπεδο, όπως, το πουλί, που δεν μπορεί να τραγουδήσει φυλακισμένο στο κλουβί, έτσι κι ο άνθρωπος, αν του περιορίσουν τις ελευθερίες, δεν μπορεί να δημιουργήσει.

Στο τέλος της ποιητικής συλλογής της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη υπάρχει μια κριτική του αείμνηστου λογοτέχνη και κριτικού λογοτεχνίας Νίκου Ανώγη για παλιότερη ποιητική συλλογή της ποιήτριας, όπου μεταξύ άλλων είχε γράψει ότι το μέλλον της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη: «προδιαγράφεται ευοίωνο, και επιτυχές στον πνευματικό χώρο.» Με την ποιητική συλλογή «Όνειρα κρυμμένα» η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη επιβεβαιώνει το παραπάνω συμπέρασμα.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Άτη Σολέρτη, Ερημία παθών

vakxikon_issue_16_solerti_prodimosiefsi

ΑΤΗ ΣΟΛΕΡΤΗ
ΕΡΗΜΙΑ ΠΑΘΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: “WWW.VAKXIKON.GR”

Όταν μια ποιητική συλλογή επανεκδίδεται σημαίνει ότι κάτι έχει να δώσει, ότι το περιεχόμενό της είναι τέτοιο, που αξίζει να επανεκδοθεί.

Μια τέτοια περίπτωση έχουμε και στο βιβλίο της Άτης Σολέρτη: «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ», που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις: http://www.vakxikon.gr. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, όπου ενώ όλα τα ποιήματα είναι γραμμένα χωρίς μέτρο υπάρχει μια υποτυπώδης ομοιοκαταληξία, μια ρίμα, που παίζει περισσότερο με τις λέξεις δημιουργώντας όμορφες παρηχήσεις χωρίς να χάνεται το νόημα του ποιήματος. Τα περισσότερα ποιήματα της Άτης Σολέρτη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν γλωσσοκεντρικά αν και ο γλωσσοκεντρισμός συνήθως χάνει το νόημα προς χάριν της παρήχησης κάτι, που η ποιήτρια αποφεύγει με επιτυχία.

Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ» περιγράφουν αιματηρές σκηνές ενώ ο θάνατος είναι ένα από τα συνηθισμένα τους θέματα έτσι, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι το βιβλίο της Άτης Σολέρτη κινείται στα όρια της gothic λογοτεχνίας, όπως λογουχάρη το ποίημα «θύω», όμως, υπάρχουν και ποιήματα, που είναι εντελώς διαφορετικά και δεν θα μπορούσαν να καταταχτούν στα στενά όρια ενός είδους.

Ένα από τα καλά στοιχεία της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής είναι ότι μέσα στα ποιήματα της Άτης Σολέρτη συναντάμε στίχους με έξυπνο νόημα, που ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη: «Τι κι αν το τσιγάρο τελειώνει… / απ’ τον καπνό του, θα τραφούν κι άλλες σκέψεις…» και αλλού: «Αγαπητέ καθρέφτη, / δεν ήξερα πως το είδωλό σου σε τρομάζει!»

Κατά τη γνώμη μας, το πιο χαρακτηριστικό ποίημα της συλλογής «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ» είναι «Το φιλί του ερπετού» το οποίο ξεκινάει με τους στίχους: «Πρόσεχε το φίδι… καθώς θα βγαίνεις απ’ τον κήπο σου. / Πρόσεχε το ερπετό!» και αφού περιγράψει όλες τις ιδιότητες του φιδιού καταλήγει: «Πρόσεξε το ερπετό! / Ξέρει καλά να κρύβεται / και να σ’ αιφνιδιάζει! / Πρόσεχε το φίδι! / Πρόσεξέ με!»

Θα μπορούσαν να γραφτούν κι άλλα πολλά για την ποιητική συλλογή της Άτης Σολέρτη: «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ», θα κλείσουμε, όμως, εδώ συμπεραίνοντας ότι πρόκειται για ένα βιβλίο, που άξιζε τον κόπο να επανεκδοθεί.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Γιάζρα | Γκρόζνι

Grozny_Cover

Εκδόσεις Υποκείμενο

Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Σρεμπρένιτσα

Το Γκρόζνι είναι εδώ. Η πρωτεύουσα της Τσετσενίας χτυπάει στην καρδιά των Εξαρχείων. Γιατί το πρώτο βιβλίο του Γιάζρα είναι πλέον γεγονός.

Μη με μπερδεύεις για Σάββατο / είμαι απλά μια γαμημένη Τρίτη, ξεκαθαρίζει από νωρίς, και γίνεται φανερό: το βιβλίο αυτό δεν απευθύνεται σε όλους.

Γιατί οι λέξεις του δεν κρύβουν πως ανήκουν στην εκδικήτρια τάξη. Στους αντιφασίστες ράπερς, στις πιτσιρίκες που αράζουν στις πλατείες, στους μετανάστες που κουβαλούν τη σκόνη της πατρίδας τους στις χούφτες τους. Έφυγε η Συρία, έφυγε˙ / πήρε τις μαντίλες της, τους δρόμους της, τα χαλάσματά της, / ζεύτηκε τους νεκρούς της κι έφυγε.

Γιατί οι λέξεις του δεν μνημονεύουν τις πέργολες του Αιγαίου αλλά τον Λουκμάν, μια ράφτρα, το παιδί που δολοφονήθηκε παιδί, μια πόρνη από τη Σενεγάλη.

Γιατί οι λέξεις του έχουν αποδράσει από τα μαθηματικά της εξουσίας και φώλιασαν κάπου στην Αθήνα, εκεί όπου ο Δεκέμβρης έχει καμιά, εκεί όπου οι εργάτες σπάσαν τα ρολόγια στα καμπαναριά.

Γιατί είναι εξόριστος από τότε που είπε δεν έχω πατρίδα / κατοικώ μέσα στις λέξεις / μαυροφορεμένες / αιχμάλωτες.

Γιατί οι λέξεις του αγκαλιάζουν τους ανθρώπους που έστυψαν τις γροθιές τους στo θάνατο ενός εργάτη.

Πολλοί είναι οι λόγοι που το μέταλλο του βιβλίου αυτού δεν προορίζεται για όλους παρά μονάχα για αναγνώστες και αναγνώστριες που εντοπίζουν στην ποίηση ένα πεδίο απελευθέρωσης. Κι είναι σίγουρο πως εκείνοι θα καταλάβουν πως το Γκρόζνι δεν βγήκε από τυπογραφείο. Εξήλθε απευθείας από μεταλλωρυχείο.

Γκρόζνι θα πει: ποίηση από μαντέμι.

Κολάζ εξωφύλλου: Jar Moff
Επιμέλεια & διορθώσεις: Ράνια Καραχάλιου, Ελένη Μπούρου
Σχεδιασμός έκδοσης & σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε ποιήματα από το βιβλίο.
Πατήστε εδώ για να ακούσετε ποιήματα από το βιβλίο.

Δείτε εδώ το βίντεο για το ποίημα “Δώστε μου έναν άνθρωπο”.

ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
Αθήνα:
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22

Θεσσαλονίκη:
Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες, Αλ. Σβώλου 28
Βιβλιοπωλείο Κεντρί, Δημ. Γούναρη 22
Βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν, Εθν. Αμύνης 14

Geoff Page reviews Mike Ladd’s Invisible Mending

612099acc5f15d1fce4f1d8b200f6f90

Invisible Mending
by Mike Ladd
Wakefield Press, 2016

Adelaide poet, Mike Ladd, is best known for his long-running Poetica program on the ABC’s Radio National (eighteen years all up before its casual destruction in 2014). The breadth of taste and openness to a wide range of influences Ladd displayed in Poetica is also to be found in Invisible Mending, his first poetry collection since Transit in 2007.

It needs to be pointed out, however, that Invisible Mending is not so much a collection as a miscellany. Barry Hill in his introduction calls it an ‘accelerated mix of poetry and prose’ and he is not far wrong. The book does have a forward momentum as prose (fiction, essay and memoir) is loosely alternated with poetry. It’s the sort of book that publishers are normally reluctant to accept. Poetry collections, they think, are hard enough — as are short story collections — but combinations of the two (with some essays thrown in) are normally unthinkable. Wakefield Press, an enterprising publisher specialising in South Australian writing, has made the right decision, however, in not advising Ladd to go away and come back in a year or three with two separate books.

All the work Invisible Mending is unified both by Ladd’s aesthetic curiosity and his political temperament. The poems are quick to pick up anomalies or hypocrisies. A good example is the early poem, ‘Learn to Speak the Language,’ where the narrator hears a fellow bus passenger criticising two Punjabi women for not learning ‘the language’ of their adopted country. ‘ “Yeah. You’re right,” I said. / “So how’s your Kaurna? / And how good are ya / at Pitjantjatjarra? / Fancy a chat in Ngarkat?”’ That’s just the beginning of a thorough and humorous put-down.

A more visceral politics can be felt in poems such as ‘Gasoline Flowers’ and ‘The Museum of Memory, Santiago de Chile.’ These are full-blooded but subtle protests in the tradition of Brecht and Neruda rather than the slyly-winking postpostmodern critiques we have suffered in recent decades. In the short but horrific stanzas of ‘Gasoline Flowers’ Ladd compares four widely separated political self-immolations to a variety of flowers, culminating in ‘For his land of snow / and a spinnng prayer, / Tsering Tashi was a gaping petro hibuscus.’

‘The Museum of Memory, Santiago de Chile’ works in a comparable way with details of torture under Pinochet’s regime intercut with details of the generation of the electricity used by the torturers. It finishes with ‘the snow melts / the river hurries / the bed is wired.’

Fortunately, and cleverly, the poetry is not all politics. There are several nicely ambivalent poems about Ladd’s home town, Adelaide, and a couple of disturbing ones about his father’s descent into dementia. The second of these, ‘My Father at the Clothesline,’ shows an inventive way with syntax and is short enough to quote in full: ‘Concentrating on each peg, mouth open, / aghast at the rate the world is leaving him. / His dignity, as he folds his clothes.’ It’s a sort of long-lined haiku which obliquely and effectively makes its point.

A rather different style can be seen in Ladd’s pantun sequence, ‘A Book of Hours at Rimbun Dahan’ which follows an informative essay on this ancient Malay form. The interlocking stanzas of the pantoum, as we know it in the west, is just one of its varieties. Ladd uses a quatrain form with its abab rhyme scheme with a two-line pembayang from the outside world to start with and a closing two-line maksud to make a related ‘interior’ point. His scattered use of half-rhyme here can seem less persuasive than the full rhyme he quotes in his Malay examples but the pantuns do make their (often playful) point. The last one is probably the best (though perhaps a bit boyish): ‘From the estate’s wall, grey macaques leap / into the laden mango tree. / From your side of the bed, you told me to sleep, / but the night’s so warm, and I want something juicy.’

No less memorable are short stories such as ‘A Neighbour’s Photo,’ ‘Ken,’ ‘Traffik,’ ‘Breakfast in Valparaiso,’ ‘Back Again’ and ‘A Country Wedding.’ The last three are, admittedly, closer to memoir or travelogue than fiction but are no less compelling for that. ‘Traffik,’ at 22 pages, is the most ambitious work in the collection and is a forceful revelation of the more dubious dimensions of the Asian ‘economic miracle.’ If you want to know more about the miserable fate of the orang-utans in Borneo, then ‘Traffik’ is a good place to start. Strangely, Ladd breaks the ‘rules’ of fiction writing by making the characters stereotypes with capital letter titles (‘the Student,’ ‘the Middleman’ and so on) but the story also has a persuasive surreal edge, reminiscent of Peter Carey’s early stories.

In a rather different style to ‘Traffik’ and reminiscent of social realists such as Alan Marshall, are stories such as ‘Ken.’ This story in particular is made from cleverly arranged details with little or no authorial intervention. It certainly involves ‘comment’ but not of the kind that does damage to the particularity of the character portrayed. Its opening sentence establishes both the tone and the method to be used: ‘I hear Ken more often than I see him: the crackle and clatter as he flattens aluminium cans and throws them into a wool-bale cover, the clinking as he sorts empty stubbies and longnecks, sometimes late at night.’

The essays, such as ‘Pantuns in the Orchard’ and ‘Gaudi and the Light,’ are both informative and somewhat personal (as the best essays can often be) but the impulse seems less intense than in the best of the poems and fiction. Stories such as ‘Ken’ and ‘Traffik,’ dissimilar though they are, will probably be what most readers take away from the book, along with poems such as the two fiercely political ones discussed above and lighter, almost humorous pieces such as ‘Radio News,’ ‘Adelaide’ and ‘Spring Café.’

Invisible Mending is undoubtedly a miscellany but it is one in which a reader can enjoy variety while still having a clear sense of the values and preoccupations which hold the whole collection together.

*Geoff Page is based in Canberra and has published twenty-one collections of poetry as well as two novels and five verse novels. He’s also won the Grace Leven Prize and the Patrick White Literary Award, among others. His recent books include A Sudden Sentence in the Air: Jazz Poems (extempore 2011), Coda for Shirley (Interactive Press 2011), Cloudy Nouns (Picaro Press 2012), 1953 (University of Queensland Press 2013), Improving the News (Pitt Street Poetry 2013) and New Selected Poems (Puncher & Wattmann 2013). His Aficionado: A Jazz Memoir is forthcoming from Picaro Press.

*Taken from http://cordite.org.au/reviews/page-ladd/

Σταύρος Καμπάδαης, Ποιήματα

cover11

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΠΟΥ ΖΕΙ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ
ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΕΠΙΘΕΤΑ
ΚΑΙ ΚΥΡΙΟ ΟΝΟΜΑ ΞΕΝΙΚΟ

-Είσαι ποιητής;
Πώς είναι να είσαι ποιητής;
-Σαν να ζεις
μέσα στον εγκέφαλο σου
Μέσα στο μυαλό σου
Εκεί περνάς όλες τις ώρες σου
δωμάτιο-πολυθρόνα-βιβλιοθήκη
-Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο;
-Υπάρχει μια συλλογή
πίσω δεξιά στον εγκέφαλο
Εκεί που είναι η βιβλιοθήκη
απλά δεν θυμάμαι
σε ποιο ράφι
την έβαλα
Μόλις
την βρω
θα βγει

***

ΝΑ ΦΟΒΑΣΑΙ ΟΧΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ
ΑΛΛΑ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΤΟΥΣ

Είχα βασανίσει
ένα σκύλο
επειδή με είχε δαγκώσει
Αυτό με βάραινε
+
αποφάσισα
να πάω
να εξομολογηθώ
Θα πάω στη κόλαση
για αυτό πάτερ;
Ξέρεις Πάτερ
αυτό που με βαραίνει
δεν είναι η συγχώρεση
Αυτό που με στοιχειώνει
είναι μήπως
στην κόλαση
συναντήσω το σκύλο

***

Κοιμάσαι με μια αμυχή
με ένα άσχημο σκίσιμο
στο δέρμα
Ξυπνάς το πρωί
έχει θρέψει
έχει κατά πολύ γιατρευτεί
Η νύχτα θεραπεύει
Σάρκες
σώματα
σκέψεις
ιδέες
Πέφτεις με πυρετό
+
ξυπνάς απύρετος

***

Παλιά στα καράβια

κάθε που πιάναμε λιμάνι

έστελνα πορτρέτο

στην καλή μου

+

από άλλον πλανόδιο

να μην ξεχνιόμαστε

Μετά όταν μ’ έπιασαν

+

μπαινόβγαινα

η καλύτερη φωτογραφία μου

ήταν αυτή της σύλληψης

Να φαίνεται πως ήμουν στα άγρια

Να αποτυπώνεται όλη η αλήθεια

όχι κάτι άλλο από αυτό στην εικόνα

Τώρα στο τέλος

η προσωπογραφία

όταν χρειαστεί

κάπου να δοθεί

θα είναι

μια ακτινογραφία

από το κρανίο μου

*Από τη νέα συλλογή του ποιητή με τίτλο “Ε, ψιτ κύριος! ποια είναι η ιστορία σου;”, Εκδόσεις vakxikon.gr

**Ο Σταύρος Καμπάδαης ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Διαπόμπευση” (Εκδόσεις Αλφειός 2004, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Γιατί καθετί που πουλιέται δεν έχει καμία αξία” (Εκδόσεις Ash in Art 2007, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι;” (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2010, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Aνταπόκριση από πλανήτη ψυχή” (Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013).

Δώδεκα ερωτικές διαδρομές (συλλογικό έργο), Εκδόσεις «Πηγή»

erwtikesdiadromescover-510x751

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από την έκδοση του μνημειώδους έργου του Φρίντριχ Ένγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» και πάρα πολλά χρόνια από την πρώτη του έκδοση στα ελληνικά. Παρά την ύπαρξη του παραπάνω σπουδαίου βιβλίου και τις όποιες επανεκδόσεις του, έχουμε φτάσει στις μέρες μας, να αποδεχόμαστε την μονογαμική οικογένεια σαν μοναδική στην ιστορία της ανθρωπότητας. Συχνά, ακούμε φράσεις-κλισέ του τύπου: Έτσι ήταν πάντα. Οποιαδήποτε άλλη μορφή οικογένειας χαρακτηρίζεται αρρωστημένη, ανώμαλη και με άλλα τέτοια κοσμητικά επίθετα! Το χειρότερο, όμως, είναι πως μεγάλα κομμάτια της αριστεράς, που στηρίζουν την πολιτική τους ανάλυση στον Μαρξ και στον Ένγκελς, στο θέμα της οικογένειας και των ερωτικών σχέσεων, είτε συναινούν στην θεώρηση της μονογαμικής οικογένειας ως τη μόνη «υγιή» μορφή, είτε προσδοκούν ότι η μορφή της οικογένειας θα αλλάξει αυτόματα με το πέρασμα σε μια καλύτερη κοινωνία και το αναβάλλουν για το απώτερο μέλλον. Όμως, σήμερα, υπάρχουν ήδη μορφές ανοιχτών σχέσεων και πολυσυντροφικών οικογενειών, που απαιτούν εδώ και τώρα τα δικαιώματά τους. Η βιβλιογραφία για τέτοιου είδους σχέσεις, είναι σχετικά φτωχή και κυρίως ηλεκτρονική, ενώ η έντυπη είναι σχεδόν αποκλειστικά ξενόγλωσση με κυριότερο βιβλίο το: “More than two” των Franklin Veaux και Eve Rickert.

Για πρώτη φορά, λοιπόν, εκδόθηκε στην Ελλάδα ένα συλλογικό έργο, που αναφέρεται ανοιχτά στις ανοιχτές σχέσεις με τον τίτλο: «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πηγή».

«Υπάρχει κάποιος από σας, που να μην έχει ερωτευτεί; Κάποιος, που ενώ βρισκόταν μέσα σε μια σχέση, να μην πόθησε κάποιο άλλο άτομο;» Ρώτησε ο Πέτρος Μποτέας, ένας από τους συγγραφείς του έργου στην πρώτη του παρουσίαση. Δώδεκα άνθρωποι συναντήθηκαν και έγραψαν τις προσωπικές τους ερωτικές εμπειρίες και τα συμπεράσματα, που έβγαλαν από αυτές. Το αποτέλεσμα: Οκτώ αφηγήσεις, τρία δοκίμια και ένα θεατρικό μονόπρακτο. Οι οκτώ αφηγήσεις δεν χαρακτηρίζονται διηγήματα, αφενός γιατί αφηγούνται αληθινές εμπειρίες, αφ’ ετέρου γιατί δεν περιορίζονται σε ένα είδος γραπτού λόγου. Για παράδειγμα, υπάρχει αφήγηση, που ξεκινά ως πεζό, συνεχίζει ως ποίημα και καταλήγει πάλι σε πεζό.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές» είναι άκρως ερωτικές, ενώ σε ορισμένες συναντάμε αρκετά αισθησιακές περιγραφές. Είναι ανατρεπτικές και επαναστατικές. Εξάλλου, ο έρωτας είναι κι αυτός μια επανάσταση του μέχρι πρότινος συναισθηματικού μας κόσμου. Ακολουθώντας τις «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές» συναντάμε γλαφυρές περιγραφές, ενώ εντυπωσιάζει η λογοτεχνικότητα αρκετών κειμένων γραμμένα από απλούς ανθρώπους και όχι απαραίτητα λογοτέχνες.

Οι μόνες ενστάσεις, που έχουμε σχετικά με τις «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές» έχουν να κάνουν με το δοκίμιο του Νίκου Ηλιόπουλου με τίτλο: «Ας επινοήσουμε ξανά τον έρωτα». Πέρα από τις απόψεις του για τις ερωτικές σχέσεις, που είναι απόλυτα σεβαστές, ο συγγραφέας παραθέτει σε μια υποσημείωση τη ρήση των Μαρξ και Ένγκελς: «Η φιλοσοφία ως προς την εξέταση του πραγματικού κόσμου είναι ό,τι ο αυνανισμός ως προς τη σεξουαλική πράξη» και αναφέρει τον Μαρξισμό ως βαριά φιλοσοφία. Όμως, ο Μαρξ και ο Ένγκελς με τον διαλεκτικό υλισμό κατάφεραν να ανατρέψουν όλη τη μέχρι τότε φιλοσοφική θεώρηση. Το «έτσι ήταν πάντα» έγινε «μπορεί και να ήταν αλλιώς». Μια δεύτερη ένσταση υπάρχει για το υποκεφάλαιο «έρωτας και πολιτική», όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: «συμβατική είναι η διάκριση δεξιάς-αριστεράς και τινάζεται στον αέρα όταν μπαίνουμε στα μεγάλα θέματα της ζωής». Ο παραπάνω αφορισμός είναι απαράδεκτος και επικίνδυνος. Απαράδεκτος γιατί τοποθετεί την πολιτική σε μια σφαίρα έξω από την καθημερινή ζωή, σα να μη μπορεί να επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις και επικίνδυνος γιατί όσοι δηλώνουν σήμερα ότι η δεξιά και η αριστερά είναι το ίδιο καταλήγουν σε ακραίες συντηρητικές απόψεις ενισχύοντας την προπαγάνδα της συμφιλίωσης των κοινωνικών τάξεων.

Ο Νίκος Ηλιόπουλος δηλώνει πρώην αριστερός και γράφει ότι σήμερα δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική. Όμως, όταν κάποιος δηλώνει ότι δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική, ξεχνάει πως η πολιτική ενδιαφέρεται γι’ αυτόν! Πόσο μάλλον, που η κυρίαρχη πολιτική άποψη είναι αυτή, που σήμερα ρυθμίζει ακόμα και τις ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων με το γάμο-συμβόλαιο, τα οικονομικά κέρδη από γάμους συμφέροντος, την κτητικότητα και την υποταγή. Την καλύτερη απάντηση στα παραπάνω δίνει το δοκίμιο της Λίζας Αστερίου με τίτλο «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία». Συγκεκριμένα η συγγραφέας αναφέρεται στο πολυσυντροφικό κίνημα τόσο στο εξωτερικό, όσο και στην Ελλάδα, την μάχη για την αποδοχή της διαφορετικότητας, το σύμφωνο συμβίωσης, την παιδοθεσία και όλα τα προβλήματα, που απασχολούν τα άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό από αυτό, που ονομάζουμε κανονικό. Η Λίζα Αστερίου κλείνει το δοκίμιό της με ένα σύνθημα παλιών φεμινιστριών, που παραμένει διαχρονικό: «Το προσωπικό είναι πολιτικό».

Συμπερασματικά το συλλογικό έργο «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί θίγει θέματα, που η βιβλιογραφία δεν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα και χτυπάει παγιωμένες αντιλήψεις και στερεότυπα.

Γιώργος Δάγλας, Αιρετικές «Καντάδες για έναν δαίμονα»

ΚΑΝΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΑΙΜΟΝΑ

«Αυτός ο άνθρωπος/ που περπατάει σκυφτός/ στην άλλη άκρη του δρόμου,/ φαίνεται πως κρυώνει./ Κι όμως/δεν κοιτάζει ψηλά./ Ξέρει./ Κανείς δεν θα τραβήξει την κουρτίνα του/ να τον σκεπάσει».

Δωρικός, βαθύτατα υπαρξιακός, ανυπάκουος, αποσυνάγωγος και γενναίος, ήδη ένας μύθος, ο ποιητής Γιώργος Δάγλας υπογράφει και παρουσιάζει τον καινούργιο ποιητικό κύκλο δουλειάς του.
«Καντάδες για έναν δαίμονα» ο τίτλος, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Φίλντισι, με εικαστική φροντίδα του ποιητή και ζωγράφου Ακάνθου.

Οι «Καντάδες για έναν δαίμονα» παρουσιάστηκαν πριν λίγο καιρό στο βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια). Για το βιβλίο μίλησαν ο συνθέτης και δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης, ο δημοσιογράφος Γιώργος Σταματόπουλος και απάγγειλαν ποιήματα ο Πέτρος Μαντζουράνης και η νέα ποιήτρια Νάντια Δανιήλ.

Ο ποιητής γεννήθηκε το 1958 στην Ιθάκη, όπου και τελείωσε το Ναυτικό Λύκειο χωρίς να μπαρκάρει ποτέ. Το 1977 θα έρθει στην Αθήνα για να προλάβει ζωντανούς τους τελευταίους ρεμπέτες. Ακούει τον Ρούκουνα και πίνει ούζο με τον Γιάννη Κυριαζή. Το 1980, άγριες διαδηλώσεις-καταλήψεις. Δουλεύει κομπάρσος με τη μεσολάβηση της Κατερίνας Γώγου και με τον Ασιμο στο υπόγειο της Αραχώβης. Γράφει στο «Ιδεοδρόμιο» του Λεωνίδα Χρηστάκη. Παράλληλα βιοπορίζεται ως βιομηχανικός εργάτης, ταβερνιάρης και υπάλληλος γραφείου τελετών. Η ποίηση εξάλλου εκτός από θυσίες απαιτεί ανυπερθέτως και ποιητική ζωή. Μια άλλη θέαση ζωής, δηλαδή, που έχει σαν αποτέλεσμα το βιβλίο, η «Μέρα των φωταγωγών» (κυκλοφορεί το 1982 από τις εκδόσεις «Ελεύθερο Τύπο»). Το 1985 ο Γιώργος Δάγλας αποσύρεται στην Ιθάκη, εκδίδει την τοπική εφημερίδα «Αγονη Γραμμή», διορίζεται στο νοσοκομείο και παντρεύεται. Το 1992, παραιτείται από τον δημόσιο και τον συζυγικό βίο και φεύγει στη Θεσσαλονίκη. «Γράφει, πίνει, χάνεται». Το 1999 θα εκδοθεί το «Μαύρο Χιόνι» του από τις εκδόσεις «Ελλέβορος» (Άργος). Και το 2004 θα επιστρέψει ως «άσωτος Οδυσσέας» στην Ιθάκη του.

«Οι άσωτοι εραστές/ των κούφιων χρόνων/ πνιγμένοι στο κρασί και την αμαρτία/ κρυμμένοι στα μάτια των τυφλών/ τη μάταιη εξέγερση περιμένουν./ Ηττημένοι και περήφανοι/ ψάχνουν για/ να ξεράσουν συμβιβασμούς και συμβόλαια…» Μικρό αντίδωρο από την καινούργια ποιητική Καντάδα του. Στον «δαίμονά» του. Στον «δαίμονά» μας.

Κι από την «Μέρα των Φωταγωγών»: «Κάθε πρωί βγαίνω/ ήρεμα στο δρόμο/ και κολλάω τ’ αυτί μου στις εξατμίσεις./ Αγοράζω ό,τι πιο άχρηστο βρω/ και μπαίνω σ’ όλα τα καφενεία./ Δεν βρίσκεται κανείς να μ’ ακούσει./ Ανάμεσα στους κόσμους των αμαρτωλών/ και των πανηγυριών/ μπαίνω και βγαίνω χτυπώντας τυφλά/ το σφυράκι του ψυχιάτρου./ Δεν είναι ζωή ετούτη». Κι όλα αυτά, χρόνια πριν από την κρίση. Διότι η ποίηση ή είναι χρησμική ή δεν είναι και κάποιοι ευλογημένα καταραμένοι και ευτυχισμένα ασυμβίβαστοι την αφουγκράζονται προκαταβολικά ότι ήταν υπαρξιακή κρίση.

*Της Ελένης Γκίκα από εδώ: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22808&subid=2&pubid=64162592