Nila Northsun, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ

δεν μπορώ να μιλήσω για
πολλά φεγγάρια
καθώς μεταφέρονταν οι καταυλισμοί (1)
δεν μπορώ να πω για
την τελευταία σπουδαία μάχη
να εξιστορήσω άθλους ή
να πω πώς παίρνεις τα σκαλπ
δεν ξέρω πώς ήταν να
κυνηγάς βουβάλια
ή να χορεύεις τον χορό των πνευμάτων
μα
μπορώ να δω έναν αετό
σχεδόν σβησμένο
πάνω σε γελοία πλαστικά κυπελλάκια
μπορώ να ταξιδέψω σε ανταμώματα (2)
κατασκηνωτών και winnebagos (3)
μπορώ να φάω κρέας βουβαλιού
στο τουριστικό κιόσκι με μπέργκερς
μπορώ να χορέψω σε ινδιάνικη μουσική
το ροκ εν ρολ χέι-α χέι-ο
μπορώ,
και δυστυχώς
το κάνω

***

51weoonholl-_sx310_bo1204203200_

ΗΛΙΘΙΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Μετά από μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ηλίθιες ερωτήσεις
θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γίνει
πιο ανεκτική, πιο υπομονετική
ή τουλάχιστον θα μπορούσα να απαντώ σβέλτα
είσαι στ’ αλήθεια ινδιάνα;
(όχι, έτσι το λέω για να μπορείς να μου κάνεις ανόητες ερωτήσεις)
δεν μοιάζεις με ινδιάνα
(εννοείς ότι δεν μοιάζω με κείνον τον τύπο στο νόμισμα (4))
πάντως σίγουρα είσαι μια όμορφη ινδιάνα
(λες και όμορφη ινδιάνα είναι οξύμωρο)
ξέρεις, η προγιαγιά μου ήταν ινδιάνα πριγκίπισσα
(ξέρεις, θα πρέπει να ήταν και γαμώ τις πουτάνες
γιατί όλοι έχουν την ίδια αυτή προγιαγιά)
είσαι υποχρεωμένη να μένεις στον καταυλισμό;
θα σε αφήσουν να φύγεις;
(όχι, είμαι εκεί για να μην αφήσουμε εσένα να μπεις)
ξέρεις, όταν ήμουν παιδί,
παρίστανα τον ινδιάνο
(κι εγώ τις αποκριές ντυνόμουν γιάπης
και κανείς δεν καταλάβαινε ότι ήμουν μεταμφιεσμένη)
πραγματικά νιώθω συμπόνια για τον τρόπο που
φέρθηκαν στους Ινδιάνους, την αρπαγή γης, την καταπάτηση συνθηκών
(ωραία, αυτό σημαίνει ότι κάνεις γενναιόδωρες προσφορές
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό; ότι δίνεις χρήματα
για υποτροφίες; ότι προσφέρεις γαλοπούλες στους
μεγαλύτερους στη γιορτή των Ευχαριστιών για να έχουν
κάτι να φάνε; ότι δίνεις κονσέρβες σε σχολικά προγράμματα
για να μπορέσουν αυτοί να βοηθήσουν άλλους; ότι είσαι
ανάδοχος ενός παιδιού ή μιας οικογένειας τα χριστούγεννα, ώστε
να μπορούν να πάρουν ένα ζεστό πανωφόρι ή ένα παιχνίδι;)
γάμησέ τα,
μη σπαταλάς την ανάσα μου,
βάλε τα λεφτά σου εκεί που είναι το στόμα σου,
στείλε βιβλία, δωρεές, το χρόνο σου, τη συμμετοχή σου
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό
ονόμασέ το
«εις μνήμην της ινδιάνας πριγκίπισσας γιαγιάς μου»

1.Travois: αυτοσχέδιο μεταφορικό μέσο των ινδιάνων.
2.Pow-wow: συγκέντρωση αυτοχθόνων της βορείου Αμερικής.
3. Φυλή αυτοχθόνων Αμερικανών που ζούσαν στην περιοχή Πράσινος Όρμος του Γουισκόνσιν, σήμερα μοιράζονται σε Γουισκόνσιν και Νεμπράσκα.
4. Στη μια πλευρά του νομίσματος των πέντε cents που κυκλοφόρησε μεταξύ 1913-1938 απεικονίζεται η μορφή ενός ινδιάνου.

51wv8dm9t9l

*H Nila Northsun είναι ποιήτρια, φωτογράφος, καλλιτέχνιδα, ιστορικός και ακτιβίστρια στον αγώνα για τη χειραφέτηση των Ινδιάνων. Γεννήθηκε στο Σουρζ της Νεβάδα το 1951. Ινδιάνα της φυλής των Shoshone και των Chippewa. Μεγάλωσε στο Σαν Φρανσίσκο, μα επέστρεψε στον καταυλισμό της για ν’ αναθρέψει την οικογένειά της στο Φάλον της Νεβάδα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Η ποίησή της δονείται από τις παραδόσεις της κληρονομιάς της και εκφράζει τόσο τη φυλετική της ταυτότητα όσο και τη ζωή τής σύγχρονης αμερικανίδας γυναίκας. Σημαντική συγγραφέας του δεύτερου κύματος της Αναγέννησης των Αυτοχθόνων Αμερικανών και από τις πιο πολυδιαβασμένες ποιήτριες ανάμεσά τους.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή.

Lian Low and Timmah Ball review Maxine Beneba Clarke’s Carrying the World

unnamed

Carrying the World
by Maxine Beneba Clarke
Hachette, 2016

At the launch of Carrying the World, Maxine Beneba Clarke shared the mic with spoken word performers who were part of her decade long journey in poetry. The poignancy of Clarke’s gesture demonstrates how embedded she is in a literary community that erases the distinction between ‘high art’ (page) poetry and the spoken word.

In her poem ‘show us where you’re publishing’ she boldly declares:

and if so inclined
could mic some words across
and blow your fucking mind
Our review of Carrying the World is also a review of our journey into poetry, and our alienation from it. Both of our formal literary educations from high school to university, from the 1990s onwards, entailed a favouring of the Western English canon. While one of us studied Indigenous Australian playwright and poet’s Jack Davis’s play, No Sugar, none of his poems were offered by the curriculum. We struggled with our prescribed poetry and literary texts and missed the opportunity of reading and studying great Aboriginal Australian poets like Oodgeroo Noonuccal / Kath Walker, Lisa Bellear, Lionel Fogarty and Ali Cobby Eckermann. Also absent were non-Anglo poets like Pi O, Adam Aitken, Kim Cheng Boey, Ouyang Yu and Merlinda Bobis. Our experiences of poetry were dull and un-relatable. In contrast, Clarke’s poetry aches and roars of experiences that we can relate to as cis-gendered-identifying women of mixed race Ballardong Noongar and Peranakan-Chinese Malaysian descent.

Carrying the World traverses the autobiographical to the fictional, and ‘Demerara Sugar’ anticipates Clarke’s memoir, The Hate Race. Funded by the Hazel Rowley Fellowship, Clarke and her children traveled to England on a research trip tracing her family’s history and her diasporic Jamaican-Guyanese identity.

this niece of mine a-coming say
she going voyage west africa
some writer say she trace
our lineage /
Clarke’s clever use of patois in conversation effectively conveys intimate moments that
provides insight into her relationships with relatives and the uncovering of family secrets.

she going old country
what / she gon feed the chain
back through the black
atlantic /
The title poem ‘Carrying the World’ is fictional, historical and mythical; it’s a poem you would expect or imagine a black writer and activist to write. At the same time, it also highlights what it feels like to ‘carry the world’, being weighed down by the heavy social justice work that black women must do. Work that is hard, and rarely acknowledged:

the rocking chair strains
under weight of it all
the ole woman’s frail
but she’s carrying the world
In comparison to black male historical figures, women who have participated in this fight remain under-appreciated and anonymous:

y’all don’t know her name
so let’s call her Black History
The pressure that this responsibility places on black women writers like Clarke is further demonstrated in ‘what are you going to say’, where she directly confronts the expectation that she must respond to the shooting in the shopping mall in Nairobi.

people / they have been writing to me
what are you/ what
are you going to say/ about
what just happened
about the westgate mall siege

like they think I am
the oracle
or something
By the end she realises that ‘the only weapon I have at my immediate disposal is a pen’ resolving to take up the fight. But in the act of writing Clarke acknowledges the exhaustion that comes with ‘carrying the world’.

but just maybe / I don’t
want or have to be the one
to write it
However, with her growing reputation, she unintentionally falls into being ‘the voice’ for a community, a positioning she questions.

maybe they need a poem
to make sense of it all
In ‘skin’ she conveys the trauma of racism with an honest simplicity that reading it felt like the words reached out and slapped you.

some nights
i try to claw my way
out of this skin

but pull and scratch and bruise
seems i’m locked tight in
In short sharp sequences we witness the abject conditioning her body endures in a white settler nation. The nightmarish image is a shocking reminder of the experiences people of colour have come to live with. For this woman writer of Afro-Caribbean descent, race has a strong and powerful presence throughout her collection. Often it is Clarke’s depictions of racial injustice that are the most gruesome but leaves a powerful impact. For example, in ‘mali’ she describes the fear she carries for her unborn son, an emotion that eludes the baby’s father.

your dada said
chill out / these are different times
you’re behaving like it’s 1965
but when I looked in his eyes
all I could see were whites
The poet Lia Incognita wrote in the Overland article ‘Four perspectives on race & racism in Australian poetry’ that writers of colour are ‘largely ignored by publishers, critics, prize judges, anthology editors, curriculum writers.’ Carrying the World begins to redress this imbalance and for readers like us, it is thrilling to read someone who speaks a truth that is often silenced.

The collection also reveals how challenging her journey has been towards mainstream success. In ‘the end of the affair’ she expresses the struggle of pursuing a passion where race and gender discrimination lurk in the background.

between me and you
it was wild while it lasted
but poetry/ he got all single white male
for the last part there on me
it’s true

Carrying the World encapsulates the extraordinary journey of a single black mother, poet and author within an industry dominated by white men and women. From writing and performing poetry at the margins to her recent win at the 2017 Victorian Premier’s Literary Awards for poetry, Clarke’s work is breaking down preconceptions and prejudices in white publishing circles. However, what is equally important as her accolades is that her popularity and force is creating new spaces for other vital voices to emerge:

we want poetry back / we
are the children you
left / wailing / without a backward glance

oh / but when you cut down word
the roots undergrounded / and grew
This entry was posted in BOOK REVIEWS and tagged Lian Low, Timmah Ball. Bookmark the permalink.
Lian Low
About Lian Low

*Lian Low edited Peril from 2010-2014. She’s a writer who has created site-specific spoken word performances for the Melaka Art and Performance Festival in Malaysia and currently working on a memoir.

**Timmah Ball is a writer who uses memoir and creative nonfiction to engage with social justice issues and intersectional feminism. She is currently using zine making to critique mainstream publishing conventions and will produce Wild Tongue zine as part of Next Wave. She is excited to be working with Lian Low to challenge conventional practice and use collaborative writing to create new ways of thinking and expressing ideas.

***From Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/lian-hall-clarke/

Οι τολμηρές πτήσεις του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b1

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Ο παρθενικός ποιητικός τόμος του Δημήτρη Τρωαδίτη με τίτλο «Η μοναξιά του χρόνου» που κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβρη (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016, σελίδες 68), σύμφωνα με τα “Περιεχόμενα” συστεγάζει τις εξής τρεις συλλογές: «Η μοναξιά του χρόνου» (15 ποιήματα), «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» (13 ποιήματα) και «Απόπειρες ονείρων» (22 ποιήματα). Τα ποιήματα της συλλογής δεν τιτλοφορούνται αλλά αριθμούνται, επειδή ο ποιητής αποφεύγει συνειδητά οιονδήποτε θεματικό προσδιορισμό και/ή ταυτοποίηση. Εξού και στην πρώτη συλλογή η ταυτότητα εκάστου ποιήματος καθορίζεται από το 1 έως το 15. Στη δεύτερη συλλογή υπάρχει μια ελαφρά παραλλαγή: το κάθε ποίημα ορίζεται ως «στιγμή πρώτη» κτλ., ενώ στην τρίτη συλλογή τα ποιήματα προσδιορίζονται ως «απόπειρα πρώτη» κ.ο.κ. Η τακτική αυτή (αποφυγής συγκεκριμένου τίτλου) οφείλεται στο γεγονός ότι η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση σε καλούπια/στεγανά, με ταμπελίτσες (τίτλους) που να την (προ)καθορίζουν. Γιατί κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη ανοιχτή υφή της. Γι’ αυτό και η μόνη παραχώρηση που κάνει είναι να εξειδικεύει τους τίτλους με τις προσθήκες «στιγμή» (στη 2η συλλογή) και «απόπειρα» (στην 3η συλλογή). Το σημαντικότερο: Όπως δηλώνει κατηγορηματικά στο επιγραμματικό ποίημα «απόπειρα ενδέκατη», η όποια φαινομενική ταυτότητα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και φενάκη («φοράς ατάραχος / τ’ όνομά σου / περιφέροντάς το / με ευτελή κοσμήματα / κειμήλιο σε φωτιές / που τρεμοκαίνε / ασήμαντο στολίδι / προς εξαφάνιση / κι ας διατείνονται οι μετεωρολόγοι / ότι χρειάζεται τόλμη / ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη / σταγόνα δάκρυ», σ. 57). Έπειτα, τα απρόσωπα, άψυχα νούμερα των τίτλων του ταυτίζονται ιδανικά με την μηχανοποιημένη, απάνθρωπη ύπαρξη που επιχειρεί να απεικονίσει.
Τα ποιήματα, άλλωστε, του Τρωαδίτη δεν αντανακλούν ολοκληρωμένες φιλοσοφικές, ηθικές, αισθητικές ή άλλες θέσεις, αλλά αυθόρμητες, «στιγμιαίες απόπειρες» να συλλάβει και αποθανατίσει, εν είδει ενσταντανέ, το άφατο μυστήριο και θαύμα της ύπαρξης. Κι αυτό μέσα από κάποια αντιπροσωπευτικά θραύσματα και ψήγματα του ποιητικού λόγου, που όμως εμπεριέχουν συμπυκνωμένο το όλον (καθότι «εν το παν»), όπως διακηρρύσσει το ποίημα «απόπειρα πρώτη» («κάθε απόπειρα σκέψης / περιέχει όλες τις σκέψεις μαζί / κάθε κίνηση στο άπειρο / περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί», σ. 47). Απ’ αυτή την άποψη, ο θεματικός προσδιορισμός της εν λόγω ποίησης δεν είναι πάντα εύκολη διαδικασία – πολύ περισσότερο όταν η εξιχνίαση της ανθρώπινης ταυτότητας παραμένει μια πολύπλοκη διαδικασία, όπως εύγλωττα συνοψίζει το ποίημα «απόπειρα δέκατη έβδομη» («η οντότητά σου / ενδότερα αρχαίου ναού / μυστικό ρυάκι / σε σκοτεινές πεδιάδες / με καταβόθρες πικρές / αλάτι και χάλκινη σκουριά / αγάπη σε ακάνθινες αψίδες / των πεπιεσμένων στιγμών / της ζωής σου», σ. 63).
Η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες «έμμονες ιδέες» που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος («ήχοι απ’ τα μακρινά νιάτα / σπασμένες φτερούγες / ξεστρατισμένων γλάρων / έμμονες ιδέες / σφηνωμένες στο μυαλό / ζαρωμένες / στην αφηρημάδα τους» [«απόπειρα ένατη»], σ. 55). Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, στον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού. Αντιστοίχως, και ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου.
Η γενικευμένη απαισιοδοξία για το αναπόδραστο της ανθρώπινης κατάστασης (μοίρας) διέπει, με διάφορες παραλλαγές, όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Ενδεικτικό λόγου χάρη είναι το ποίημα «1» στην πρώτη συλλογή («τα κουπιά σπασμένα / γδαρμένα τα παλαμάρια / κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια […] σκύβουμε πάνω από οστά / λέπια και πτερύγια […] αποκοιμόμαστε / και κανείς δεν μας σκέφτεται / μέσα σε θροΐσματα / πριν το μεγάλο χιόνι / σκεπάσει τα μαλλιά μας…», σ. 12). Από τη δεύτερη συλλογή, δειγματοληπτικά και μόνο αναφέρουμε το ποίημα «στιγμή δέκατη» όπου διατυπώνεται επιγραμματικά το πεπερασμένο του ανθρωπίνου βίου και η ματαιότητά του (με απόηχους από το γνωστό βιβλικό «άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού»). Εδώ υπογραμμίζεται το αναπότρεπτο της μοιραίας ήττας του ανθρώπου («φεύγουμε σαν το όνειρο / ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός / απ’ τη χαραμάδα του χρόνου / αποχωρώντας απ’ τη σκηνή / με φωνή αλαργινή / και δειλές φλόγες», σ. 40) – εικόνα που επίσης θυμίζει το σαιξπηρικό «όλος ο κόσμος μια σκηνή». Αξιο μνείας είναι, ακόμη, το ποίημα «στιγμή δωδέκατη», στο οποίο εκφράζεται εμμονικά όχι μόνο το αδιέξοδο της ζωής αλλά, κυρίως, οι ψευδαισθήσεις του ανθρώπου («να πιαστούμε από αλήτες / συννεφιασμένους / πασχίζουμε / που τα παίζουν όλα για όλα / με άδεια μπουκάλια βλέμματα στον ουρανό / να κατεβάσει το όποιο μάννα») ιδίως όταν η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη, με αποτέλεσμα όλα να είναι οριστικά και αμετάκλητα χαμένα («να διαβούμε σε ρυάκια / με βάρκα βομβαρδισμένη / αίμα ξερό και χαλασμένο», σ. 42). Πιο οδυνηρό όμως για τον ποιητή – πέρα απ’ την ανημπόρια του ανθρώπου να υπερβεί τη μοίρα, τη μοναξιά και τη μηδαμινότητά του σ’ ένα κατά τα άλλα αφιλόξενο, αν όχι εχθρικό, σύμπαν – είναι το γεγονός ότι έχει απόλυτη επίγνωση αυτής της απέλπιδας κατάστασης («η σιγανή φωνή μας / τιτίβισμα σπουργιτιού / που δεν ήρθε με χέρια / ολόλευκα κλαίει τη νύχτα / πίσω από καθρέφτες» [«στιγμή δέκατη τρίτη»], σ. 43). Τη δυστυχία αυτή επιχειρεί απεγνωσμένα να αντισταθμίσει, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας ευτελούς διασκέδασης, όταν ο άνθρωπος «συνωστίζεται / σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας / για μια στιγμή υπόληψης» (ό.π.) – αντίδραση που όμως επιδεινώνει τον εξευτελιστικό ξεπεσμό του.
Απ’ τις βασικότερες αιτίες της κακοδαιμονίας του ανθρώπου (του ανικανοποίητου, της άνευ νοήματος ζωής του, καθώς και της γενικότερης παρακμής του) ο ποιητής θεωρεί την αλματώδη τεχνολογική εξέλιξη. Διότι η τελευταία έχει αλλοιώσει και φαλκιδεύσει την ιερότητα και αυθεντικότητα της ύπαρξης, εκφυλίζοντάς την με τις άφρονες και ανισόρροπες επιλογές του, όπως καταδεικνύει το ποίημα «απόπειρα έβδομη» («ούτε ισορροπίες / στους λεπτοδείκτες / μόνο γεννήσεις / στα σκοτάδια / στους πίσω δρόμους», σ. 53). Έτσι οι άνθρωποι, αντί για γνήσιοι εραστές της ζωής, οδηγούνται στην «εκκωφαντική απομόνωση» και καταντούν, μοιραία, «ξεγελασμένοι εραστές των φαντασμάτων» (ό.π.). Αποτέλεσμα: αντί η θεαματική επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος να είναι προς όφελος του ανθρώπου, αποβαίνει τελικά εις βάρος του, λειτουργώντας ως μπούμερανγκ, καθώς τον εκτοπίζει στο περιθώριο της ύπαρξης. Το πιο εύγλωττο δείγμα αυτού του εκφυλισμού είναι η διαδεδομένη ρομποτοποίησή του η οποία λαβαίνει επιδημικές διαστάσεις, κυρίως στους απάνθρωπους χώρους εργασίας. Εκεί η ανθρώπινη υπόσταση δοκιμάζεται ανελέητα, καθώς ο άνθρωπος δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα γρανάζι, ένα εξάρτημα στην όλο και πιο μαζικοποιημένη βιομηχανική παραγωγή και δη σε «προκρούστεια κρεβάτια». Εξού και η εξουδετέρωση οποιασδήποτε «υπόληψής» του, όπως τόσο δηκτικά και παραστατικά αντικατοπτρίζει το ποίημα «στιγμή πέμπτη» («πότε ακίνητοι / πότε τρεμάμενοι / σε μέρη που λέγονται / χώροι εργασίας / κραυγές αργόσυρτες / φωνές ταλαιπωρημένες / έρμαια άνωθεν αποφάσεων / σε προκρούστεια κρεβάτια», σ. 35). Διόλου περίεργο λοιπόν που ο εκ-πολιτισμός του ανθρώπου, μέσω της τεχνολογίας, αντί να τον εξανθρωπίζει, τον καταδυναστεύει μεταμορφώνοντάς τον σε ζωντανό νεκρό – πράγμα που κάνει τον ποιητή να εξανίσταται με το ρητορικό ερώτημα [στο ποίημα «στιγμή έκτη»]: «πότε θα ανασηκωθούμε / από τον ανοιχτό μας τάφο / που έχει τη μορφή / σελιλόιντ ακρόασης» (σ. 36). Έτσι, το μόνο που απομένει στον άνθρωπο είναι να αυτοοικτίρεται, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάστασή του – η οποία επιβεβαιώνει την προφητική ρήση του Φρόιντ ότι, τελικά, η καταστροφή του ανθρώπου θα είναι ο πολιτισμός που ο ίδιος εξέθρεψε.
Όλα τα παραπάνω, με επίκεντρο τον άκρατο πεσιμισμό, ως απόρροια της υπαρξιακής αγωνίας και των παρεπόμενων «δραμάτων» (τού «γιατί ζει / κι άλλα δράματα» [«απόπειρα δέκατη τρίτη»], σ. 59) επόμενο είναι να οδηγούν αναπόδραστα σε κάποιους μικρής κλίμακας, πλην έκδηλους απόηχους της μεταπολεμικής μας «ποίησης της ήττας» (όπως αντικατοπτρίζουν οι στίχοι του ποίηματος «9»: («οι καιροί πιο γκρίζοι / όσοι ήσαν χθες επαναστάτες / σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι», σ. 19). Η ήττα, ωστόσο, σημασιολογικά, παραπέμπει κυρίως στην υπαρξιακή και λιγότερο στην πολιτική εκδοχή της, όπως καταφάσκει το ποίημα «απόπειρα όγδοη» («τρέχεις χαμένος / σαν σκυλί / σε διόδους διαφυγής / να αποτρέψεις / τα μαρμαρωμένα δάση / όπου ο χρόνος / ακινητοποιείται / βαδίζεις πλέον / στα μονοπάτια της ήττας», σ. 54).
Ως συνέπεια της υπαρξιακής παθογένειας και ήττας, αναδύεται, ενίοτε, αλλά ευδιάκριτα, μια παράλληλη μηδενιστική διάθεση η οποία ενσαρκώνεται, κορυφούμενη, σε ποιήματα όπως π.χ. το «9» («το κρανίο ξεθάβεται στο τσιμέντο / καθένας αγαπάει πιο πολύ τον εαυτό του // τα χέρια σπασμένα εμπόδια στην πόρτα / κρατητήρια κάπου με μάτια πληγές / ωχρά φεγγάρια στην αγάπη που πεθαίνει //άδεια όλα / μίσος απροσμέτρητο / οι καιροί πιο γκρίζοι», σ. 19). Συνακόλουθα, αυτή η μηδενιστική προοπτική, στάση και πορεία του ποιητή, αφού διανύσει πρώτα τα ενδιάμεσα στάδια της παρακμής του ανθρώπου (που αποτυπώνονται κυριολεκτικά στο ποίημα «απόπειρα πέμπτη» («δεν υπάρχουν ψηλά βουνά / εδώ στην περιοχή μας / όλα είναι επίπεδα / λεία») ολοκληρώνεται σηματοδοτώντας τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου – ως τελικό προορισμό κι έκβαση – καθώς απουσιάζει το ζήδωρο στοιχείο της αγάπης που συνέχει την καθαυτή πεμπτουσία της ζωής («και ψυχορραγούν / ανυπεράσπιστα / δεν υπάρχει άνθρωπος / να τα χαϊδέψει / για να επιβιώσουν» [«απόπειρα πέμπτη»], ό.π., σ. 51).
Αντίβαρο σ’ όλη την προηγηθείσα εσχατολογική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που θυμίζει επικείμενη συντέλεια, ο ποιητής αντιπαραβάλλει την θαυματουργική ιδιότητα του λόγου και δη του ποιητικού ως μοναδικό όπλο αντίδρασης και αντίστασης. Εξαρχής ο ποιητής, στη συλλογή του, δεν παραλείπει να εξάρει το λυτρωτικό ρόλο της (ποιητικής) γλώσσας ως μόνης σανίδας σωτηρίας, όπως παρατηρεί στο ποίημα «15» («λόγια που φτεροκοπούν / σωσίβιο στη γλώσσα») όσον αφορά την «αίσθηση ασυνέχειας» («στις ατέλειες του κόσμου» και «στο άπειρο του χάους», καθώς (η ποιητική γλώσσα) είναι το μόνο μέσον με το οποίο οι λέξεις «συνθέτουν μεστές ιστορίες / παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας» (σ. 26). Δεν συμβάλλουν όμως μόνο σ’ αυτό. Πέρα απ’ την παραμυθία που προσφέρουν, διορθώνουν επίσης τις «ατέλειες του κόσμου» με τα «υλικά παραμυθιών» που γητεύουν τις αισθήσεις, διαιωνίζοντας τις ιστορίες και περιπέτειες της ανθρωπότητας στο αέναο («ήρωες οι ψυχές / των μαγικών πλασμάτων / με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις / ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας / πάθη σε καταιγίδες / μοιάζουν με ύμνους / αφηγήσεις άξονες ιστοριών / περνάνε και πληθαίνουν / από γενιά σε γενιά / όπως οι θητείες στο αέναο…», σ. 26-7).
Η μαγική ιδιότητα του (ποιητικού) λόγου αντανακλάται και στο ποίημα «11» όπου ο ποιητής, στο ρόλο τού υποβολέα, επιδίδεται σε μια σειρά προσταγών προς τον εαυτό του: 
«Τους τραχείς αιώνες / να απαλύνεις // τ’ αφρούρητα όνειρα / να εξαργυρώσεις / με αγάπες / στη δύσβατη ζωή // τα γυμνά πόδια / των ρακένδυτων / να ντύσεις / με ρόδινες φλόγες / σε ήλιο ελεύθερο // ο πύρινος χορός / να συνεχιστεί // η ιριδίζουσα αυγή / ν’ αντιστέκεται στην πέτρινη / πηγή του λόγου» (σ. 21). Η υλοποίηση των παραπάνω προσταγών θα ήταν ανθρωπίνως αδύνατη χωρίς τη διαμεσολάβηση της παντοδύναμης «πηγής του λόγου» ο οποίος, ούτως ή άλλως, ενέχει μεταφυσικές διαστάσεις, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει κατηγορηματικά και η ευαγγελική ρήση: «Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον θεόν, και θεός ην ο λόγος» (Ιωάν. 1,1). Αυτή η καταφυγή – ή σωστότερα η απαντοχή – στην ποίηση ως μόνης διεξόδου, παρηγοριάς και ανακούφισης, είναι επιτακτική διότι υποστασιοποιεί την ταυτότητα του υποκειμένου («Το άγραφο κρυπτογραφεί / τ’ όνομά σου» [ποίημα «9»], σ. 19). Κι εδώ έχουμε έναν έμμεσο πλην σαφή υπαινιγμό στις μαγικές όσο και απόκρυφες, παραμυθητικές ιδιότητες της ποιητικής γραφής – έστω κι αν πρόκειται για εφήμερη παρηγοριά/ανακούφιση, όχι μόνο επειδή στη ζωή τίποτα δεν είναι μόνιμο και διαρκές αλλά κι επειδή ο άνθρωπος «στο φως πλέει / με δάχτυλα από κερί» (ό.π.).
Ένα άλλο καταλυτικό πλεονέκτημα που προσφέρει η ποίηση στον μειονεκτούντα αδύναμο άνθρωπο, είναι το γεγονός ότι μέσω της ποιητικής αλχημείας καθίσταται εφικτός ο φιλοσοφικός προβληματισμός, αναφορικά με το όλο μυστήριο (τη μαγεία αλλά και το άχθος) της ύπαρξης, που οδηγεί στην αυτογνωσία και, τέλος, στο συμβιβασμό με τα όποια δεινά της. Εξού και στο ποίημα «4» διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής δεν καταφεύγει στον αποφθεγματικό λόγο προκειμένου να προβεί σε μια κοινότοπη διαπίστωση, αλλά σε μια χρήσιμη άσκηση αυτογνωσίας. Η τελευταία δεν αποτελεί παιγνιώδες ευφυολόγημα, αλλά ουσιώδες στήριγμα επιβίωσης, με την υπέρβαση των απαριθμούμενων αντιξοοτήτων («Οι λυγμοί», «οι απελπισίες», «οι αρρώστιες», «τα χρέη», «τα δανεικά» [ποίημα «4»], σ. 14) αφού όλα αυτά «είναι αρχέγονα», που σημαίνει σύμφυτα της ανθρώπινης ύπαρξης ή «του εαυτού μου», όπως παρατηρεί. Είναι δηλαδή ένα modus vivendi που του επιτρέπει να συμβιβαστεί και συμπορευθεί με τις αντιξοότητες της ζωής. Αυτός ο συμβιβασμός συντελείται μέσω της αυτοπαρωδίας του ποιητικού λόγου, δια του προσφιλούς τεχνάσματος των αντιθέσεων-αντιφάσεων, όπως καταφάσκει το καταληκτικό δίστιχο: «κι έτσι δεν μπορεί να βουβαθεί [σημ.: ο «εαυτός» του] / με σκόρπιες λέξεις» (ό.π., σ. 14) – υπαινισσόμενος ότι οι όποιες αντιξοότητες αποτελούν ευκαιρία προβληματισμού, γνώσης και αυτογνωσίας.
Τέλος, το παράδοξο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι, μολονότι η δυστυχία της ύπαρξης (με τις «πριονισμένες ελπίδες / για όποιο θαύμα» και «την πλήρη επιβολή της ξηρασίας» [ποίημα «14»], σ. 24-5) απορρέει κυρίως από τον «πόνο», ως απότοκο ανίατων ασθενειών («γιατί κανείς γιατρός / δεν θεραπεύει ανίατες ασθένειες / μόνο άδηλες ψευδαισθήσεις / που βρίθουν κυνισμό», ό.π.), η μόνη σημαντική αποζημίωση για την κατάρα του «υπέρτατου πόνου» είναι η πολύτιμη «γνώση [που] απορρέει / από τον υπέρτατο πόνο» (ό.π.). Το ακόμη παραδοξότερο όμως είναι ότι, εδώ, ο πόνος λειτουργεί ως ένα είδος ομοιοπαθητικής, αφού κι όταν ακόμη «δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο / ενώ πονάς αφόρητα», τουλάχιστον μπορείς να επιδίδεσαι στην «εξύμνηση της απώλειας δέους» (ό.π.), αντιστρέφοντας και μεταμορφώνοντας έτσι την οδύνη σε ηδονή. Τουτέστιν, ο τρώσας και ιάσεται.
Από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ποίησης του Τρωαδίτη θεωρώ το αυτοαναφορικό της στοιχείο – δηλαδή τη θεματική ενασχόλησή του με τους προβληματισμούς γύρω από τη ίδια την ποιητική τέχνη και τις παραμέτρους της. Καθόλου τυχαίο, άλλωστε, που από το πρώτο κιόλας εισαγωγικό του ποίημα «1» γίνεται σαφής υπαινιγμός στην ποιητική διαδικασία, με αναφορά στη «λάσπη της δημιουργίας» («Οι νεκροί στις κοιλάδες / δεν ξεχνιούνται / ούτε η λάσπη της δημιουργίας / που πέφτει στο κενό», σ. 11). Μολονότι εκ πρώτης όψεως δίνεται η εντύπωση ενός αντιφατικού σχήματος (εξαιτίας της τεχνικής των αντιθέσεων που αρέσκεται να χρησιμοποιεί ευρέως ο ποιητής), τελικά δεν υπάρχει αυτοαναίρεση όσον αφορά τη χρησιμότητα της ποίησης, όταν αναφέρεται στη «λάσπη της δημιουργίας / που πέφτει στο κενό»). Τουναντίον, τονίζεται και αιτιολογείται γιατί «η λάσπη της δημιουργίας» δεν μπορεί να ξεπέσει στη λήθη ή την αχρηστία, όπως επιβεβαιώνει η καταληκτική στροφή («Τα τραγούδια της αναμονής / δεν είναι ανώφελα / καθώς το λάδι / στη μηχανή του κόσμου / δρασκελάει τους αιώνες / ως άλλη καλπάζουσα αγωνία / να αναδυθεί η ανατολή της σκέψης», ό.π.). Έτσι, εδώ έχουμε την αντιπαραβολή αίτιου-αιτιατού που αποσαφηνίζει το τελικό αποτέλεσμα, αφού η «ανατολή της σκέψης» προϋποθέτει τη «λάσπη της δημιουργίας».
Ωστόσο, το καλύτερο και αντιπροσωπευτικότερο δείγμα τής εν λόγω αυτοαναφορικότητας εντοπίζεται στο ποίημα «7», καθώς εκφράζει ανάγλυφα τον πυρήνα των προβληματισμών του ποιητή. Συγκεκριμένα, την αγωνία, το άγχος και άχθος των δυσκολιών της ποίησης («Να ψάχνεις τις λέξεις / να τις ταιριάξεις στον αφρό / του σκοταδιού τεράστιο φορτίο», σ. 17) αλλά και την άφατη ανταμοιβή που προσφέρει στο δημιουργό της («το σπρώχνεις μπροστά σου / κι αντί για τους τροχούς / ακούς ν’ αναστενάζουν τα πουλιά», ό.π.). Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι κάποιος θα σταθεί τυχερός να τρυγήσει απειροελάχιστα, έστω, ψήγματα στίχων, παρά τις όποιες αντιξοότητες του εγχειρήματος («οι στίχοι ψαρεύονται / κι ας μας βρίζουν τα ρυάκια», ό.π.) δηλαδή «μια λεξούλα» («άλλοτε είμαστε τυχεροί / άλλοτε αγκομαχάμε / να αλιεύσουμε μια τόση δα λεξούλα», ό.π.). Προφανώς ο ποιητής έχει απόλυτη επίγνωση των δυσχερειών της τέχνης του, η συνειδητότητα των οποίων όμως δεν τον αποθαρρύνει απ’ το να συνεχίσει την προσπάθεια, προκειμένου να γευθεί τη σαγήνη της ποίησης – που είναι, άλλωστε, και η μόνη του αποζημίωση. Πράγμα που διαπιστώνεται αλάνθαστα και στο ποίημα «απόπειρα πρώτη» όταν διατείνεται: «κάθε απόπειρα σκέψης / […] κάθε κίνηση στο άπειρο / […] κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου» (σ. 47).
Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη έρχεται να επιβεβαιώσει τη ρήση του Φερνάντο Πεσσόα ότι «η λογοτεχνία είναι μια απόδειξη ότι η πραγματικότητα δεν αρκεί» – άποψη που αντανακλάται ανάγλυφα στο στίχο «η πραγματικότητα είναι άλλη» ([«απόπειρα δέκατη πέμπτη»], σ. 61). Αυτή την οπτική της «άλλης πραγματικότητας» (της συνήθως σκληρής και ανυπόφορης, πλην μυστηριώδους και μαγικής) μας προσφέρει ως τίμιο δώρο ο Τρωαδίτης μ’ αυτή τη σεμνή αλλά καθ’ όλα επιβλητική (και τυπογραφικά καλαίσθητη) πρώτη ποιητική συλλογή του. Μέσα από έναν άψογα φροντισμένο και καλοδουλεμένο ελεύθερο στίχο (καθόλου εύκολη υπόθεση, ομολογώ) επιχειρεί τη συμπαντική ενατένιση όσο και (ανα)σύνθεση ενός παράλογου, κατακερματισμένου (εσωτερικού κι εξωτερικού) κόσμου, καθώς αιωρείται «μέσα σε ανεπαίσθητα / θραύσματα χρόνου» ([απόπειρα δέκατη έκτη»], σ. 62). Η σύλληψη και αποτύπωση αυτού του «άλλου» οράματος του κόσμου, διεξάγεται μέσω μιας αντίστοιχης βασανιστικής θραυσματικής γραφής («ο ήλιος βασανιστικός / η γραφή θραυσματική» ([απόπειρα εικοστή δεύτερη»], σ. 68).
Ο Τρωαδίτης – ευτυχώς – δεν ανήκει στη συνομοταξία των εύκολων, αβασάνιστων ποιητών «εκ του προχείρου». Ούτε βέβαια και απευθύνεται σε αμύητους και άσχετους αναγνώστες, αλλά σε λίγους κι εκλεκτούς. Γνωρίζοντας, προφανώς, τη ρήση του μεγάλου Μπόρχες ότι «οι επαρκείς αναγνώστες είναι τόσο σπάνιο είδος όσο και οι μαύροι κύκνοι…», δεν φοβάται να ανήκει σ’ αυτή τη συνομοταξία των δυσνόητων, «κρυπτικών» ποιητών που χρησιμοποιούν μια «συνωμοτική γλώσσα», για να μεταχειριστώ την ορολογία του Δημήτρη Στεφανάκη. Γιατί, όπως παρατηρεί ο τελευταίος σ’ ένα πρόσφατο έξοχο βιβλίο του, «Ο ποιητής θυμίζει κάποιον που θέλει να περάσει το ποτάμι και δεν φροντίζει να πατήσει από πέτρα σε πέτρα αλλά επιχειρεί με μία και μόνη δρασκελιά να φτάσει στην αντίπερα όχθη. [Εξού και] Ο τρόπος που η μοντέρνα ποίηση συνδέει απομακρυσμένες μεταξύ τους έννοιες μας γοητεύει κι άλλο τόσο μας δυσκολεύει» («Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή», εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2016, σ. 112).
Εδώ ακριβώς όμως έγκειται και η πρωτοτυπία και γοητεία της ποίησης του Τρωαδίτη: στο ότι δεν έχει πέσει θύμα στις Σειρήνες της ευκολογραφίας/προχειρογραφίας, όπως τόσοι και τόσοι δήθεν ποιητές και λογοτέχνες. Γιατί το πρόβλημα, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τόσο οι ποιητές όσο – κυρίως – οι αναγνώστες, όπως πειστικά επεξηγεί ο Στεφανάκης: «Ο αντιληπτικός κώδικας των αναγνωστών […] ακολουθεί τα μικρά ασφαλή βήματα της λογικής μεθόδου. Αδυνατεί να παρακολουθήσει τις τολμηρές πτήσεις της ποιητικής σκέψης. […] Είναι φορές που νιώθεις πως έχεις να κάνεις με παράνομους, οι οποίοι συνομιλούν ερήμην μας. Η διαταραγμένη σχέση μας με την ποίηση προκαλεί αμηχανία και όχι άδικα. Όσο θα επιζητούμε να κατακτήσουμε τα πάντα με τη σιδηρόφρακτη λογική μας, θα παραμένουμε δύσπιστοι και απρόθυμοι σε ό,τι υπερβαίνει την αντιληπτική μας ικανότητα. Θα είμαστε εχθρικοί με τη δημιουργία που αρνείται να πάει με τα νερά μας…» (ό.π., σ. 112-13).
Όπως διατείνεται ο μεγάλος Ινδός φιλόσοφος και πνευματικός γκουρού Osho, «μόνο το ψεύτικο και το αβέβαιο δημιουργούνατι γρήγορα, όπως στην αλυσίδα συναρμολόγησης. Ενώ για κάτι αληθινό χρειάζεται χρόνος». Ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι ένας σεμνός, χαμηλών τόνων άνθρωπος και ποιητής που απεχθάνεται την αυτοπροβολή, αν και ασχολείται επί δεκαετίες, αθόρυβα, με την ποίηση. Γι’ αυτό και το έργο του δεν είναι κίβδηλο προϊόν απομίμησης, αλλά γνήσιο και αυθεντικό, με ένα ευδιάκριτα προσωπικό στίγμα. Πρόκειται για έναν εμφανώς ψαγμένο δημιουργό, τον οποίο η ποιητική τέχνη τον έχει προβληματίσει και παιδέψει πολύ. Τα αποτελέσματα είναι απτά στην υπό εξέταση συλλογή. Με την τελευταία ο Τρωαδίτης – αν δεν απατώμαι – έρχεται, έστω και κάπως καθυστερημένα, να εγγράψει σοβαρές υποθήκες για το μέλλον. Αν μη τι άλλο, η περίπτωσή του αξίζει οπωσδήποτε να προσεχτεί ευρύτερα.

(Σημ.: Θερμές ευχαριστίες στον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη που μου χάρισε την ποιητική συλλογή του «Η μοναξιά του χρόνου» με μια θερμή αφιέρωση και, βέβαια, για την προτροπή μου να την εκδώσει. Καλοτάξιδη!)
Ο Δρ. Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Χειμωνιάτικα τραγούδια των Ινδιάνων

winter

Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να ο δρόμος των ψυχών!

Λέει ένα από τα τραγούδια του “Χορού των Φαντασμάτων”, μιας μυστικής ιεροτελεστίας των Iνδιάνων με στίχους που ήταν ακατανόητοι στους αμύητους. Ο “Χορός των Φαντασμάτων” ξεκίνησε από τη φυλή των Αραπάχο, διαδόθηκε σε μια σειρά από φυλές όπως οι Σιου, οι Σαϊέν, οι Παϊούτι και στο τέλος πήρε εθνικό χαρακτήρα, αφού οι φυλές ενώθηκαν γύρω από αυτόν, μέχρι που οι Αμερικάνοι λευκοί τον απαγόρεψαν. Σύμφωνα με το ιστορικό του συγκεκριμένου τραγουδιού, ένας μάγος, ο βοσκός Γουοβόκα “αρρώστησε” την ώρα μιας έκλειψης του ήλιου και είδε ένα όραμα που τον έκανε προφήτη των Ινδιάνων. Στο όραμά του ανέβηκε στον ουρανό όπου ο θεός του έδωσε το χορό για να τον πάει στον λαό του μαζί με συμβουλές ειρηνικής συνύπαρξης. Αν εκτελούσαν τον χορό κάθε τόσο γιο πέντε μέρες ο χαμένος βούβαλος θα ξαναγύριζε στις πεδιάδες και μια νέα γη, λευκή σαν σκεπασμένη από χιόνι θα ξαναρχόταν. Το χιόνι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής, όπως φαίνεται σε ένα άλλο τραγούδι συμπαθητικής μαγείας:

Χιόνι, έλα, πολύ, για να ΄ναι άφθονο νερό,
σαν έρθει καλοκαίρι.
Πάγε, έλα, σκέπασε τα χωράφια,
να δώσει άφθονη σοδειά η σπορά.
Ας είναι όλες οι καρδιές ευτυχισμένες…

Ο χειμώνας, ειδικά για τους κατοίκους των πιο βόρειων περιοχών, ήταν εξαιρετικά δύσκολος και μακρύς, η μόνη τους συντροφιά τη νύχτα ήταν ο έναστρος, καθαρός ουρανός, όπως βλέπουμε στο παρακάτω τραγούδι των ιθαγενών Εσκιμώων:

Ε, άστρο εκεί πάνω,
εσύ που κοιτάς από κει πάνω,
τα δάχτυλα σου εκεί πάνω,
δεν πιάστηκαν γρήγορα,
δεν πλέχτηκαν σφιχτά.

Έπεσε κάτω και δεν άγγιξε,
χωρίς διόλου αντίκρυ του ν’ αγγίξει
– δεν άγγιξε.

Ένα ακόμα τραγούδι που ανήκει στον κύκλο του “Χορού των Φαντασμάτων” εκφράζει τον θαυμασμό τον ινδιάνων για τον νυχτερινό ουρανό:

Απάνω εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του Γαλαξία εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του χναριού των λουλουδιών εσύ κι εγώ θα πάμε·
κόβοντας λουλούδια στο δρόμο μας…

Πολλά τραγούδια περιγράφουν το παγωμένο τοπίο που αντίκριζαν κάθε μέρα οι Ινδιάνοι του βορρά :

Κοιτάω κατά το νότο το ψηλό Βουνό Κουνάκ,
Κοιτάω τα σύννεφα που μαζεύονται γύρω του·
μελετάω τη φωτεινή τους λαμπρότητα·
γύρω απλώνονται πάνω απ’ το ψηλό Κουνάκ·
σκαρφαλώνουν τα θαλασσινά πλευρά του·
δες πώς γλιστρούν κι αλλάζουν·
κοίτα τα εκεί κατά το νότο·
πως το’ να ομορφαίνει τ’ άλλο·
πως ανεβαίνουν τις νότιες πλαγιές του,
κρύβοντάς το απ’ την αγριεμένη θάλασσα…

Τα στοιχεία της φύσης, όπως ο άνεμος του χειμώνα, συχνά προσωποποιούνται στην ποίηση των Ινδιάνων όπως συμβαίνει σ’ αυτό το κομμάτι:

Με λήστεψε ο άνεμος,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Αυτό μονάχα είχα γλυτώσει,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Μόνο που δε μπορούσα με το χέρι να το πιάσω·
το σκέφτηκα μα δε μπορούσα με το χέρι να το πιασω…

Με λήστεψε η άθλια φώκια με τα γένια,
μου λήστεψε του καμακιού μου το σκοινί.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
κι εγώ δεν έριξα με το σκοινί του το καμάκι.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
περίμενα και το καμάκι μου με το σκοινί έμπηξα γερά.

Στον άνεμο και στα στοιχεία της φύσης αναφέρεται κι ένα άλλο τραγούδι μύησης των εφήβων που έμπαιναν στην κοινότητα ύστερα από κάποια ηλικία. Ο έφηβος έπρεπε να νηστέψει για μερικές μέρες προκειμένου να έρθει σε επαφή με το φυλακτήριο πνεύμα του. Κάθε Ινδιάνος είχε ένα προσωπικό τραγούδι σαν αυτό:

Ας γύρναγα τη νύχτα,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους…
ας γύρναγα όταν φωνάζει η κουκουβάγια.

Ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους,
ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα όταν κράζει ο κόρακας.

Ένα ακόμα μικρό τραγοούδι για τον άνεμο από την φυλή Τσιπάγουα:

Ο άνεμος,
μονάχα
αυτόν φοβάμαι.

Οι ατέλειωτες μέρες και νύχτες του χειμώνα όμως ήταν και χρόνος αναπόλησης των κυνηγιών του καλοκαιριού. Ένα από τα πιο όμορφα σχετικά τραγούδια είναι αυτό “Του ελαφιού με την μαύρη ουρά” που έτρεχε κοντά στα “μαγικά σπίτια”, τα ερείπια δηλαδή του παλιού οικισμού Pueblo, που θεωρούνταν από τους μεταγενέστερους ιθαγενείς κατοικία των θεών:

Κάτω στα μαγικά σπίτια, κάτω στα μαγικά σπίτια
φυσούν οι άνεμοι και από τα κέρατα και τ’ αυτιά μου
μαζεύτηκαν δυνατότεροι.

Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας. Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας
γιατί τόξα και βέλη με κυνηγούσαν, πολλά τόξα
ήταν στ’ αχνάρια μου.

Το κυνήγι ήταν ζωτικής σημασίας για τους αυτόχθονες Ινδιάνους κι ήταν επόμενο τα καλύτερα τους τραγούδια να μιλούν γι’ αυτό. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Τραγούδι του κυνηγού” των Τσιπέγουα:

Από μακριά τρέχει
με τ’ άσπρα του ποδάρια
μέσα στους θάμνους.

Από κοντά τρέχει
με τα ρουθούνια του ανοιχτά
πάνω στο γυμνό χώμα.

Η άσπρη ουρά σκαρφαλώνοντας
μοιάζει σα γραμμή πάνω στους βράχους.
Η μαύρη ουρά προχωρώντας
μοιάζει σα ράγισμα στους βράχους.

Απόστολος Σπυράκης

Σημ.: Oι μεταφράσεις είναι του Λευτέρη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της Ειρήνης Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

*Αναδημοσίευση από το http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_10.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

indian2

«Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι» της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

tis-monaxias-diprosopi

Πόσο κοντινά είδη είναι το θέατρο και η ποίηση; «Το θέατρο, ως μορφή Τέχνης, δίνει τη δυνατότητα να συνδεθούμε, να συγκινηθούμε, ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, να νιώσουμε μαζί την αλήθεια των συναισθημάτων, όπως ακριβώς και η ποίηση», γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης.

Τη συγγένεια των ειδών τεκμηριώνει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο πιο πρόσφατο βιβλίο της, Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι, που περιλαμβάνει ό,τι ακριβώς λέει ο εύστοχος τίτλος του: μονολόγους μεταμφιεσμένους σε διαλόγους μεταξύ της ίδιας και του εαυτού της. Πρόκειται για διαλόγους στοχαστικούς, σοφούς, κυρίως όμως τρυφερούς.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε έξι πράξεις και τρία ιντερμέδια. Σε καθεμιά από αυτές τις εννιά εν συνόλω ενότητες η ποιήτρια μιλά με τα άδειο, τον πόνο, τη θλίψη, το μέλλον, τον χρόνο, τη μοναξιά, την υποκρισία και το ποίημα, ενώ δεν λείπει και μια εξομολόγηση στον καθρέφτη. Ο Πέτρος Γκολίτσης έγραψε για διχασμούς και αναδιπλασιασμούς και μας θυμίζει τον Μπλανσό και τον Αρτό.

Πρόκειται για έναν απολογισμό; Για μια προσπάθεια απέκδυσης ευθύνης; Για μια προσπάθεια ανίχνευσης ή μετάθεσης ενοχών; Για μια απολογία; Ίσως να είναι λίγο απ’ όλα αυτά, όμως δεν παύει να είναι ποίηση. Μια ποίηση μεταμφιεσμένη, μια ποίηση που μας πηγαίνει πίσω, στα παρασκήνια, στον χώρο όπου γεννιέται ο ποιητικός λόγος, εκεί που αναδύεται από το ασυνείδητο και αναμιγνύεται με τα όνειρα και τις αναμνήσεις προτού παραδοθεί στον έλλογο νου. Ταυτόχρονα είναι μια ποίηση με θεατρική ποιότητα, λίγο υπερβατική, λίγο υπερρεαλιστική, ίσως τελικά «μπεκετική», όπως έγραψε ο Γκολίτσης.

Όμως η Ρουκ είναι τόσο αθώα μέσα σε όλο αυτό και τόσο μαγεμένη από τη ζωή και την τέχνη, ταυτόχρονα τόσο μαγική μέσα στην ειλικρίνειά της που η εξομολόγησή της, η αποκάλυψη των φόβων και των ελπίδων της, των ονείρων της που δεν σταματούν καθώς περνά η ηλικία και ο αναστοχασμός του παρελθόντος γίνονται ένας τρυφερός τόπος για τον αναγνώστη, που ανέλπιστα του δίνεται ένας νέος τρόπος να γνωρίσει την Κατερίνα – και να την αγαπήσει άλλη μια φορά.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ένα πολύ σύντομο απόσπασμα από την ενότητα «Αθώα θλίψη»:

ΕΓΩ: Εδώ είναι το περίεργο. Ούτε χαίρομαι ούτε λυπάμαι. Σαν να με τυλίγει κι εμένα κάτι, κάτι σαν αύρα, σαν μυρωδιά που με προστατεύει από τις εξελίξεις της ζωής, ως ένα σημείο βέβαια. Χαίρομαι που δυστυχία μεγάλη δε μου ‘χει τύχει – εννοώ έξω από τους φυσικούς κανόνες της ζωής – αλλά η χαρά είναι εγκεφαλική, δε βοηθάει.

ΚΙ ΕΓΩ: Σε βοηθάει όμως ν’ αντέχεις τη θλίψη.

ΕΓΩ: Ναι, ίσως.

ΚΙ ΕΓΩ: Και γιατί τη θλίψη τη λες αθώα;

ΕΓΩ: Μα είναι. Κανείς δεν την κάλεσε, δεν έχει συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης. Είναι σαν τη συννεφιά που σε προστατεύει από τη βροχή. Η θλίψη δεν προσπαθεί να σου αλλάξει τη διάθεση για να σηκωθεί να φύγει. Μένει κοντά σου, στη μοναξιά σου. Ναι, για μένα η θλίψη είναι άγγελος. Ο άγγελος της μοναξιάς.

Κ.Α.-Ρ.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο σύνδεσμο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_13.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Η Σιωπή της Σίβας, ποίηση, Ζ. Δ. Αϊναλής, εκδόσεις Βακχικόν 2016

sheba-final

Ο Ζήσης Αϊναλής, με μια δεκαετή παρουσία στα ελληνικά γράμματα, μετράει ήδη τρεις ποιητικές συλλογές, μια συλλογή με ποιητικά αφηγήματα, έχει μεταφράσει και έχει  μεταφραστεί. Από την πρώτη του κιόλας ποιητική συλλογή Ηλεκτρογραφία (Γαβριηλίδης, 2006) έθεσε κάποια βασικά ζητήματα που τον ακολουθούν έκτοτε συστηματικά και στο μετέπειτα έργο του.
    
Ένα πρώτο, κομβικής σημασίας, ζήτημα είναι ο ίδιος ο χρόνος που πολλές φορές παρουσιάζεται σαν φυλακή, σαν ένα μη βιωμένο διάστημα. Ο ποιητής τον μετράει τα βράδια κλεισμένος στο δωμάτιό του, παρακολουθώντας τις ώρες να περνούν, αργές και στείρες.
    
Η αίσθηση του εγκλωβισμού κυριαρχεί επίσης σε αρκετά ποιήματα. Η απραξία και η έλλειψη διεξόδου, καταπιέζει, τσιτώνει τα νεύρα, πιέζει για αναχωρήσεις «τις νύχτες που λείπω από τον εαυτό μου», «αλλότρια μαδώντας φτερά»,  «λαμαρίνες και λύπες ακέραιες».
    
Ενώ βλέπει και αναγνωρίζει τα γεγονότα όπως αυτά συμβαίνουν γύρω του, παρόλα αυτά ο ίδιος αισθάνεται «άπρακτος» όπως γράφει χαρακτηριστικά: «κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο στα χέρια (σσ. κεφάλι), άχρηστο, άπρακτος, μη ξέροντας τι να το κάνω»
    
Μεγάλο ρόλο στη ποίηση του Αϊναλή παίζει το πάθος που σφύζει σε κάθε στίχο του σχεδόν, χωρίς κι εκείνο να μπορεί να βρει διέξοδο. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι, νομίζω, το ποίημα «Ακολουθία» από την Ηλεκτρογραφία:
Τα πιο καλά σου χρόνια πέρασαν
μέσα στην ησυχία της νύχτας
τσαλακωμένα
μ’ αυτό το περιτύλιγμα των άστρων
περιττό
μέσα σε ευπαθείς σιωπές
περήφανες
και σε αποσιωπήσεις
Στο βάθος έκαιγε η πληγή του Κυναίγειρου
Να θυμίσω εδώ πως ο Κυναίγειρος ήταν ο Αθηναίος ήρωας, αδερφός του Αισχύλου, που μετά την νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα δεν άφηνε ένα περσικό καράβι να αποπλεύσει και προσπαθούσε να το σταματήσει κρατώντας το με το ένα χέρι του. Ένας Πέρσης στρατιώτης του το έκοψε για να ελευθερώσει το καράβι, ο Κυναίγειρος όμως το έπιασε με το άλλο. Όταν του έκοψε και το άλλο χέρι, ο Κυναίγειρος προσπάθησε να συγκρατήσει το πλοίο με τα δόντια, οπότε ο Πέρσης τον αποκεφάλισε. Τέτοιο αίμα νοιώθει να τρέχει στις φλέβες του ο ποιητής. Ένα κόκκινο ποτάμι από ψυχές που ζητούν επανάσταση και αλλαγή.
    
Σε αυτή την κατάσταση προβληματίζεται για την αξία της γνώσης αντλώντας παράλληλα από τα γραπτά κείμενα που έχουν παραδοθεί από τους παλαιότερους έμπνευση για εστίες αντίστασης και αναδημιουργίας.
κι ας με προειδοποίησε
Ο μαΐστορας των επαναστάσεων
Εκείνος κοιτούσε στο μέλλον
Ο δικός μου αμφιβληστροειδής κατοπτεύει το παρελθόν
Οι δύο μαζί
ιχνογραφούσαμε παραπληρωματικά,
ένα παρών
χαλκευμένο
    
Από μια πρώτη ποιητική συλλογή με έντονη την κοινωνική κριτική και εμφανές το επικαιρικό πρόσημο, γραμμένη σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ο Αϊναλής περνάει με τη Σιωπή της Σίβας στην αφήγηση μιας ιστορίας που συνέβη σε έναν άλλο τόπο, αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν. Το βιβλίο που επανεκδόθηκε πρόσφατα με τίτλο Η σιωπή της Σίβας, φαινομενικά αφορά τον Σολομώντα, τον τελευταίο βασιλιά του εκλεκτού, από τον Θεό, λαό, Ισραήλ και την παράδοση της Κιβωτού της Διαθήκης -υλικό και φαντασιακό ταυτόχρονα σύμβολο της υποστασιοποιημένης γνώσης-, σ’ έναν νόθο «απόγονο», καρπό του έρωτα του με την βασίλισσα του Σαβά, τον γιο της «Σίβας», Μενελίκ.
    
Το ποίημα δεν είναι σε καμιά περίπτωση ιστορικό κι ας χρησιμοποιεί ή ανασκευάζει τα υλικά ενός συγκεκριμένου θρύλου. Κατ’ επέκταση δεν χρειάζεται να παραθέσουμε όλα τα γεγονότα που οι ιστορικό-θρησκευτικές πηγές κυρίως, αναφέρουν ότι συνέβησαν στο Βασίλειο του Σαβά και στο Βασίλειο του Ισραήλ. Αντίθετα, εκεί που αξίζει να σταθούμε είναι στον ίδιο τον μύθο που το νεότερο ποίημα ανακυκλώνει και ανασκευάζει.
    
Μετά τον θάνατο του Σολομώντα και την νόμιμη διαδοχή του από τον γιο του Ροβοάμ έρχεται η παρακμή του κράτους του Ισραήλ, ο χωρισμός σε δυο κράτη, η επικράτηση της ειδωλολατρικής θρησκείας και η κατάκτηση και λαφυραγώγηση της Ιερουσαλήμ από τους Αιγύπτιους. Η εποχή της μεγάλης νύχτας επικρατεί, όπως διαγιγνώσκει ο ουσιαστικός κληρονόμος του Σολομώντα, ο γιος της Σίβας, ο Μενελίκ.
    
Ο Σολομών, ο σοφός και πλούσιος βασιλιάς του Ισραήλ, βιώνει το δράμα χωρίς να μπορεί να το αποτρέψει. Αντιλαμβάνεται το επερχόμενο αδιέξοδο αλλά δεν κάνει τίποτα για να το εμποδίσει. Εγκαταλείπει την ευθύνη της αντιμετώπισής του στους ώμους του διαδόχου του. Η λαχτάρα του είναι ο γιος του ο αγαπητός να τα καταφέρει να πραγματώσει όλα όσα εκείνος δεν πρόλαβε. Φροντίζει να μεταβιβάσει σε αυτόν ότι πολυτιμότερο έχει και τον καλεί να κάνει το καθήκον του, όπως εκείνος, ο πατέρας, το αντιλαμβάνεται ή το εύχεται. Τον προτρέπει μάλιστα να κινηθεί γρήγορα και να ανατρέψει ότι εκείνος έφτιαξε. Ο Σολομών ξέρει ότι ο δρόμος προς το μέλλον ξεκινάει από την δική του ανατροπή από το μονάκριβο δικό του παιδί. Εκείνος πρέπει να ορίσει το μέλλον με τον δικό του τρόπο.
Τώρα   Καιρός   Του   Μισήσαι
                                                  Καιρός   Του   Πολέμου
                        Υπάρχουν πράγματα που πρέπει,
                        γιε μου,
                            θέλεις δεν θέλεις,
                        να τα πράξεις.
Ο Μενελίκ όμως εγγράφει αλλιώς την πραγματικότητα και αδυνατεί ή -ίσως- δεν επιθυμεί να ανταποκριθεί στις αξιώσεις και τις προσδοκίες του πατέρα του. Αποτυχαίνει κι αυτός με τη σειρά του και μεταθέτει τη λύση του προβλήματος γι’ αργότερα, σε κάποια απ’ τις επόμενες γενιές.
    
Η μεγάλη νύχτα έρχεται με «χρυσαυγό λευκό έως του διάφανου».
    
«Και είδα και λέω εκείν’ όπου είδα: ότι ο Ταύρος στη λίμνη του Ουρανού ν´ ανακινεί με τα κέρατα του το πανάρχαιο Χρυσαυγό. Και να αναταράσσονται της νύχτας τα ύδατα κι όπου να ξημερώνοντας ανάγκη τρεις νύχτες για τρεις ώρες πρώτη φορά μετά από τρεις φορές εκατό ζωές ανθρώπων.»
    
Η Σίβα, απρόσιτη και μυστηριακή, αποτελεί πηγή έμπνευσης τόσο για τον Σολομώντα όσο και για τον ποιητή.
    
«Εισακούσθηκαν οι προσευχές μου», λένε μ’ ένα στόμα όταν αφηγούνται ότι την συναντάνε.
«Ήρθες στολισμένη πετράδια βαρύτιμα κι αρώματα μύρα / και ξοπίσω σου το όραμα ασθμαίνοντας» αναθυμάται ο ήρωας του ποιήματος.
Εκείνη όμως παραμένει σιωπηλή. Είναι ο καταλύτης που πυροδοτεί τις συνειδησιακές αναταράξεις που βιώνει ο κεντρικός ήρωας του ποιήματος, ο Σολομών, αλλά και το ίδιο το ποίημα. Και όμως η ίδια παραμένει απ’ την αρχή, από τον τίτλο, απούσα.
    «Κι έφυγες.
    Όπως ήρθες.
    Μυστήριο μειδίαμα.»  λέει ο Σολομών.
Η Σίβα δεν είναι ποτέ εκεί, μας παρουσιάζεται μόνο μέσα από τις σκέψεις του Σολομώντα και την αγωνία του ποιητή. Υπάρχει απούσα. Κι όμως είναι η αναχώρησή της που υποχρεώνει τον ήρωα του ποιήματος να αναλάβει, με κάποιον τρόπο, δράση μόνος του.
    
«Κρέμασα την καρδιά μου σε τριακόσια δόρατα χρυσά ελατά
Να σε ξορκίσω και να σ’ εξαργυρώσω»
    
Στην προσπάθεια να βρει μια γλώσσα και μια φωνή «δεν ήμουν εγώ που μιλούσε», λέει, «και βλάστησε πόνος και αίμα και κλάμα.»
    
Σ’ έναν κόσμο άδειο, χωρίς κατοίκους και γεγονότα, αυτός που προσπαθεί να δει, αντιλαμβάνεται έναν ρου χωρίς νόημα, μια αέναη κίνηση χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Ένα παρών ακυρωμένο κι ένα μέλλον υποθηκευμένο, μια γενιά χωρίς βιώματα, «ένα ποτάμι περιστατικών» χωρίς ένα σημείο σταθερό για να πιαστείς. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της γενιάς του ποιητή που φαίνεται προορισμένη να παίξει ρόλο αναλώσιμου στην ιστορία.
    
«Αλλά ποιος είμαι εγώ όταν δεν μπορώ να σταθώ σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο και να παρατηρήσω έξωθεν τη διαδρομή;» Τα βασικά θέματα που απασχολούν την Ηλεκτρογραφία βρίσκονται  εδώ σε νέα μορφή.
    
Χρόνος ακίνητος, εγκλωβισμός, σύγχυση, προβληματισμός για την αξία της γνώσης και  επίγνωση της ιστορικής ευθύνης.
«Κι ανάβλεψα τον μέσα άνεμο
και γύρισα και είδα
πρώτη φορά σιωπή πεποίθηση
ηρεμία.»
Ο ποιητής ζητάει έμπνευση αλλά δεν παίρνει. Ο ποιητής κραυγάζει για ένα παρών δίχως περιεχόμενο.
«Κι έγινε η κραυγή συνείδηση
κι αρθρώθηκε φωνή.»
Στη Σιωπή της Σίβας εγκαταλείπεται ο πρώτος ενικός και χρησιμοποιείται ένα μυθολογικής υφής τρίτο πρόσωπο. Η γλώσσα παραμένει ποικίλη αλλά καθημερινή παρά τη μίξη με λόγιες εκφράσεις και ασυνήθιστες λέξεις, προϊόν της χρόνιας ενασχόλησης του Αϊναλή με την ιστορία και τα χριστιανικά κείμενα. Παρόντα, σε μεταγγραφή στη γλώσσα του ποιητή είναι βίοι αγίων, συναξάρια, το λειμωνάριο, ένα μεγάλο μέρος της παράδοσης της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας.
    
Το κείμενο, έτσι κι αλλιώς, είναι ανοιχτό σε διαφορετικές οπτικές και αναλύσεις. Ανανεώνει το ποιητικό έργο του Αϊναλή μορφικά και κληρονομεί τύπους εκφράσεων που προέρχονται από παλαιότερα, ξεχασμένα σχεδόν είδη, σε μια στέρεα, ιδιαίτερη, χαρακτηριστική και πειστική αφήγηση.
    
Σαν επίλογο σε αυτό το σημείωμα θα ήθελα να χρησιμοποιήσω ένα ποίημα από την Ηλεκτρογραφία με τίτλο «Εγκαλούμενοι» που πιστεύω ότι εμπλέκεται βαθιά στην προβληματικής της Σιωπής της Σίβας, την προοιωνίζει κατά κάποιον τρόπο και δίνει ώθηση στην κατοπινή δουλειά του ποιητή. Γιατί ό,τι γράφουμε και κάνουμε έχει πολιτική χροιά αλλά στην περίπτωση του Αϊναλή η πολιτική τον ορίζει από πάνω μέχρι κάτω, βρίσκεται πίσω και μπροστά από τις λέξεις ως βαθιά αγωνία κι αδιάλειπτος προβληματισμός:
Να γινόταν να ξεφύγουμε από την άπειρη έρημο
τα χείλη μας φρυγμένα
τα πόδια μας πρησμένα
τα μάτια κόκκινα από τον άνεμο και την άμμο
μέρες και νύχτες πεζοπορίας
άσκοπη περιπλάνηση
κι ούτε μια στάλα νερό να σβήσομε τη δίψα μας
να γινόταν να ξεφύγουμε από αυτή την άνυδρο έρημο
αδύνατο
σκοντάφτοντας όλο σε σκελετούς πανάρχαιων καραβανιών
ξεχάσαμε τη ζωή μας
κατ’ απ’ τους δρόμους του ήλιου
οστά να ξασπρίζουν
περιπλανώμενοι άσκοπα
τη νύχτα ο φλέβες μας σκλήρυναν
το τελευταίο αίμα
πάγωσε
έτσι
πεθάναμε
διψασμένοι
νιώθοντας
πρώτη φορά
να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάσταχτα
η ευθύνη.

Στέλιος Κραουνάκης

*Από το http://www.vakxikon.gr

Πελαγία Φυτοπούλου, «Κούκος», εκδ. Θράκα, 2016 (προλογίζει ο Γιώργος Δάγλας)

koykos-fytopoyloy2-201x300

Από τις αποκαλύψεις της περσινής χρονιάς στον ποιητικό λόγο, η Πελαγία Φυτοπούλου έρχεται να μας τιμήσει με ποιήματα δυνατά που ωρίμαζαν για χρόνια στη ψυχή και το συναίσθημά της. Ποιήματα κραυγές πληγωμένου θηρίου, ακροβατούν ανάμεσα στην οργή και την ευαισθησία. Περιγραφική ως το μεδούλι, εξομολογητική σαν παιδί, ανασύρει από το βαθύ πηγάδι της ψυχής, το πιο ξεχασμένο κομμάτι μας, το θαμμένο. Η ίδια, ηθοποιός και τραγωδός, δημιουργεί σύγχρονους ήρωες. Τους απ-ελευθερώνει από σωφρονιστήρια ανηλίκων από αποτυχημένους δολοφόνους, από παιδικά τραύματα και από ανεκπλήρωτους έρωτες. Τους ξεγυμνώνει, τους αγκαλιάζει, και τους σαρκάζει και στο τέλος γίνεται η ίδια ο ήρωας.

Η ποιητική της συλλογή ‘ΚΟΥΚΟΣ’ που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2016 από τις εκδόσεις ‘θράκα’, έφτασε στα χέρια μου λίαν συντόμως στη μακρινή Ιθάκη όπου ζω και με συνεπήρε. Η συγκίνησή μου αναπάντεχη καθώς η οικειότητα της ποίησής της ήταν μεγάλη για τις λίγες φορές που τη συνάντησα. Καταιγιστική, ανυπότακτη και αναρχική. Όπως και η γραφή της. Μια σύγχρονη τραγωδός του ποιητικού γίγνεσθαι. Μια σύγχρονη «Αντιγόνη».
`
Γιώργος Δάγλας
`
*****************************************************
ΜΙΜΟΖΑ

χθες
ήπια πολύ
νιώθω πως κάτι
λείπει από μένα
αφαιρέθηκε
δεν είμαι σίγουρος
μετρώ τα δάχτυλά μου
τα βρίσκω δώδεκα
όντως ήπια πολύ
δεν ανησυχώ
αφήνω το σφυγμό μου
στη διάθεση του Μπρεχτ
χαλαρώνω
για λίγο
ψάχνω την ουλή
μια οποιαδήποτε ουλή
να τη, σκωληκοειδίτιδα
περιτονίτιδα
γελάω
θυμάμαι πόσο αστεία
ήταν η μάνα
όταν μιλούσε
στο γιατρό:
κι αλήθεια ντοτόρε μου
μπορεί ένα μικρό
σκουλήκι να κάνει
τόση ζημιά;
συνεχίζω
ψάχνω
γιατί σας το λέω
κάτι μου πήρανε
χθες
το νεφρό
αυτό είναι, το βρήκα
το νεφρό βολεύει
δεν είμαι σίγουρος
ήπια πολύ
επιστρέφω σπίτι
το παράθυρο είναι κλειστό
η μιμόζα
ολόλευκη
το κλειδί
στο χαλάκι
ανοίγω την πόρτα
απέναντι ο
καθρέφτης
με βλέπω
είμαι εγώ
χωρίς κεφάλι
ο λαιμός μου
σε στύση
ξερνοβολά επαίτες
ευτυχείτε
ο Γκοντό έφτασε στα σύνορα
`
*
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά
`
*
ΑΝΑΡΧΙΑ

«εμένα, μάνα, η ποίησή μου είναι ξυπόλητη»
«ω, Πελαγιανή, πώς θα κοιμηθείς απόψε με πρησμένα πόδια;»
Η μάνα πάντα ανησυχούσε για μένα
Ειδικά όταν οι πλείστοι επεδίωκαν να μαλακώσουν
τη σφυροδρέπανη επιδερμίδα μου
Βρήκε λύση
Ανταλλάξαμε φέρετρα
Τώρα όλοι θαυμάζουν τη γυναίκα με τα όμορφα πόδια
Ο πελάτης ήταν σαφής
Στο στήθος του πεταμένο ένα κελί
Κανείς δεν πίστευε ότι χωράω μέσα
Δήλωσε ευτυχής
Σ’ ένα μονάχα έπεσε έξω
Όταν χτυπάς τα πόδια μου
Χοροπηδούν στο χρόνο και σε γυρνάει πίσω
Άτυχος άντρας, έπεσε πάνω στο Μάη του ’68
Έπαψε να με θέλει νοικοκυρά
Γευματίζουμε έξω, πληρώνει τις μετρητοίς
«τι θα πάρετε;»
«ο κύριος μια σαρανταποδαρούσα καλοψημένη
`
*
ΤΟ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ ΤΟΥ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ

ο πιστολέρο ξέρει
απ’ το δεύτερο φονικό
θα τον ερωτευθεί η μάνα του
στο μαξιλάρι του γράφει
«κι αν βλέπεις τα δάκρυά μας
δεν είναι που έφυγες είναι
που μας αγάπησες πολύ»
στο μαξιλάρι της γράφει
«σπρώξτε τις αγορές τα γίδια
τα βοσκάω και μόνη μου»
ο πιστολέρο εκτελεί
την πρώτη φορά τα κάνει πάνω του
τη δεύτερη αφαιρεί το πορτοφόλι του πεθαμένου
εκεί μέσα πάντα βρίσκεις μια μάνα

*Από το Ποιείν στο http://www.poein.gr

“Η Πλατεία των Ταύρων” του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

15665745_362968650745961_8914333315747277969_n1

Από καιρού εις καιρόν τυχαίνει η Κρις Λιβανίου και η Χριστίνα Λιναρδάκη διαβάζουμε τα ίδια βιβλία. Φυσικά, καθεμία βλέπει τα δικά της! Η Πλατεία των Ταύρων του Βαγγέλη Αλεξόπουλου είναι ένα από αυτά τα βιβλία και σεφτήκαμε να επιχειρήσουμε μια παράλληλη ανάγνωση.

Κρις Λιβανίου:
Η ταυτότητα του ποιητή

Η ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου στην Πλατεία των Ταύρων στοιχειοθετεί μια αναζήτηση της θέσης και της στάσης του ποιητή στον χώρο και τον χρόνο. Παρόλο που τα ερεθίσματα που μας περιβάλλουν και ορίζουν τις αντιδράσεις μας είναι σε ένα βαθμό κοινά, ο ποιητής στην συλλογή αυτή ψάχνει τους νέους δρόμους που θα του ανοίξει μια διαφορετική προσέγγιση του εξωτερικού γίγνεσθαι. Το εγώ του ποιητή, χωρίς να καταδυναστεύει τον χώρο, προβάλλει ως μια καθαρά ατομική οπτική, και μια πορεία λίγο-πολύ στο άγνωστο.

Ταυτόχρονα καθώς ξεδιπλώνεται η συλλογή σχηματίζεται αχνά ένα εμείς, στο οποίο ο ποιητής θα ενταχθεί για να ψηλαφίσει τον χρόνο που περνάει και την Ιστορία να χτίζεται χιλιοστό-χιλιοστό.

Το ποιητικό χνάρι και το πέρασμα της Ιστορίας
Το βλέμμα του Βαγγέλη Αλεξόπουλου στην Πλατεία των Ταύρων είναι γυρισμένο προς τα πίσω, είναι γεγονός. Όχι μόνο σε ιστορικό επίπεδο, αλλά κατά μία έννοια και σε προσωπικό: στην αναζήτηση των σταθερών του, ο ποιητής στρέφεται σε ό,τι αισθάνεται γνώριμο, αναγνωρίσιμο έστω. Η αναζήτηση αυτή ενός ποιητικού στίγματος γίνεται με ευθύτητα και με την ειλικρίνεια που θέλοντας και μη αποκτά κανείς όταν στέκεται μπροστά στο άγνωστο που ξετυλίγεται μπροστά του. Σ’ αυτό το σημείο οι ισορροπίες θα αλλάξουν και θα δώσουν την καινούρια πραγματικότητα.

Χριστίνα Λιναρδάκη:
Η φωνή

Η φωνή του ποιητικού υποκειμένου είναι σαφώς υπερρεαλιστική. Πρόκειται όμως για έναν ιδιότυπο υπερρεαλισμό που φλερτάρει με το υπερβατικό στοιχείο σε μια κίνηση που αποβαίνει αυτοειρωνική. Χρησιμοποιώντας σχήματα λόγου που υπερβαίνουν την πραγματικότητα και τη μετασχηματίζουν,  ο Αλεξόπουλος στοχάζεται για το ανέφικτο των πραγμάτων, το αδιέξοδο της αγάπης ή την ομορφιά της ζωής και παράλληλα αυτοσαρκάζεται, σαν από την αναμέτρησή του με τον κόσμο να αναδεικνύεται πολύ μικρός και να έχει επίγνωση της ευθραυστότητάς του.

Η δομή και οι πρωταγωνιστές
Η Πλατεία των Ταύρων είναι μια τακτοποιημένη, ωραία σκηνοθετημένη συλλογή. Περιλαμβάνει εισαγωγή, τρία αυτόνομα κεφάλαια και επίλογο. Εμπνευσμένη από τις τις ταυρομαχίες, ταυτοποιεί σε πρώτη ανάγνωση τον ποιητή με τον ταύρο, κρατώντας τον ρόλο του ταυρομάχου για τους μύθους, τις πεποιθήσεις και τις κάθε λογής μεροληψίες που λειτουργούν σαν παραμορφωτικοί φακοί μέσα από τους οποίους κοιτάζουμε τη ζωή. Ταύρος και ταυρομάχος τελικά είναι το ίδιο πρόσωπο: δεν είναι αλήθεια, άλλωστε, πως τις μεγαλύτερες μάχες τις δίνουμε με τον εαυτό μας;

Μετα-ποιητική σημείωση

Και, για το τέλος, μια προσωπική μου συνειδητοποίηση εξ αφορμής της Πλατείας των Ταύρων. Η πρώτη συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, Αγχέμαχες λέξεις, ήταν αρκετά καλή, αλλά όχι από εκείνες με τις οποίες θα δήλωνα αβίαστα ενθουσιασμένη. Τούτη η δεύτερη συλλογή του συνιστά όχι απλώς εκτόξευση, αλλά πραγματική διακτίνιση σε άλλα ύψη. Το γεγονός αυτό, δηλαδή μια τόσο θεαματική βελτίωση με διαφορά ενός μόλις χρόνου, στάθηκε η αφορμή να κατανοήσω τα λόγια παλαιότερων, πιο έμπειρων από εμένα, ανθρώπων που γνώριζαν από ποίηση και ήταν ανεκτικοί και υπομονετικοί με τους ποιητές, ιδίως τους πρωτοεμφανιζόμενους: “δεν κρίνουμε ποτέ έναν ποιητή από την πρώτη συλλογή του, πάντοτε περιμένουμε να δούμε την επόμενη – αν υπάρξει”, μου έλεγαν. Χαίρομαι πολύ που στην περίπτωση του Αλεξόπουλου υπήρξε συνέχεια και περιμένω εναγωνίως να υπάρξει κι άλλη. Εξαιτίας της δουλειάς του και της αγάπης του για την ποίηση μπόρεσα να γίνω λίγο πιο σοφή, να αποκτήσω περισσότερη κατανόηση και υπομονή και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο – τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_8.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Για το Αντάρτικο2

antartiko

Δημήτρης Γκιούλος και Κωνσταντίνος Παπαπρίλης – Πανάτσας, Αντάρτικο2
Ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ, 2016

Η ιδέα ενός ποιητικού διαλόγου, ενός ποιήματος που γράφεται από δυο ή περισσότερα πρόσωπα, δεν είναι μια ιδέα ξένη στην ιστορία της ποιητικής τέχνης. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως την συναντάμε συχνά και οι λόγοι για αυτό είναι αρκετοί. Από την μια, η δημιουργία ενός «συλλογικού ποιήματος» ενέχει αφάνταστες δυσκολίες συντονισμού των διαφορετικών δημιουργικών ρυθμών και ιδιωμάτων, ενώ από την άλλη, η σύνδεση ποιητικών αποσπασμάτων σε ένα ενιαίο έργο με συνοχή και νόημα φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Για να υπερβούν τα παραπάνω χρειάζεται οι συμμετέχοντες ποιητές να είναι αφενός ανοιχτοί σε αμοιβαίες ανταλλαγές και αφετέρου να διαπνέονται από μια κοινή αίσθηση καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης. Αφού το σημείο εκείνο όπου το έργο (τμηματικά ή εν συνόλω) θεωρείται περαιωμένο είναι ίσως η πιο μοναχική απόφαση κάθε δημιουργού και η ευθύνη της απόφασης αυτής δύσκολα μπορεί να διαμοιραστεί. Την σπάνια αυτή σύμπτωση συναντάμε στην ποιητική σύνθεση των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη – Πανάτσα Αντάρτικο2 που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 16′ από τις εκδόσεις Κουρσάλ και με την οποία είχα την τύχη να εμπλακώ προσωπικά, βοηθώντας στην έκδοσή της.

Την απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι δυο δημιουργοί επέλεξαν αυτήν την δύσκολη άσκηση συλλογικής γραφής μας τη δίνει το θεματικό περιεχόμενο του ποιήματος στο οποίο διακρίνεται μια διαρκής αγωνία για την αναζήτηση της χαμένης συλλογικότητας, που δεν είναι μόνο ο κυτταρικός ιστός της διαλυμένης πια, μέσα στον άγριο ωκεανό της κοινωνίας των ιδιωτών, κοινότητας αλλά και το απολεσθέν σφιχταγκάλιασμα των διαπροσωπικών εγωισμών. Και επειδή στην αναζήτησή τους φαντάζουν ειλικρινείς, οι δημιουργοί επέλεξαν —ασυνείδητα ή συνειδητά— ο τρόπος δημιουργίας τους να υπομνήει αυτήν την εκζήτηση· με τον τρόπο και το μέτρο που ταιριάζει στο είδος που καταπιάνονται. Αλλά ας δούμε αναλυτικότερα τη σύνθεσή τους.

Πρόκειται για ένα έργο που αποτυπώνει ποιητικές τους ανταλλαγές που, όπως μας λένε εξ αρχής, ολοκληρώθηκαν σε οκτώ συνολικά βραδιές. Οι οκτώ αριθμημένες ενότητες μας μεταφέρουν στο εικονικό δωμάτιο της συνομιλίας τους μέσα στο οποίο ξεκινούν κάθε βράδυ την αναμέτρησή τους με τα υπαρξιακά ερωτήματα, τις αγωνίες και τις ματαιώσεις τους. To μετουσιωμένο απόσταγμα που αποτυπώνεται ως τελικό ποίημα, μοιάζει να ρέει σαν από τη γραφίδα ενός και μόνο προσώπου, κι ας είναι δυο, που βλέπουν ο ένας τον άλλον (ή μήπως τελικά ο καθένας το πρόσωπό του) στον καθρέφτη. Μια αμφίπλευρη ανάλυση, μια καταβύθιση στις ασχημάτιστες ακόμα κραυγές του ασυνειδήτου, ένα μπάσιμο μέσα σε «έναν άλλον άνθρωπο», κατά το οποίο η θέση του αναλυτή και του αναλυόμενου συνεχώς αντιστρέφονται.

Το θέμα της συνεδρίας τους γίνεται εμφανές ήδη από τις πρώτες στροφές. Η προβληματική του ματαιωμένου έρωτα και της χαμένης επανάστασης εξετάζονται μαζί αλλά και σε αντιδιαστολή. Η διαρκής υπαρξιακή ματαίωση που δηλώνεται ως προσδοκία. Στην νεανική γραφή τους υπάρχει η βεβαιότητα πως ο τροχός της ιστορίας θα γυρίσει. Είναι η επαναστατική αισιοδοξία για ένα μέλλον άξιο να βιωθεί. Παρότι η αγωνία για την πιθανότητα ενός ακόμα χαμένου γύρου σκούζει ανάμεσα στις σχισμές που αφήνουν οι λέξεις, οι δυο τους νιώθουν πως η ίδια η δήλωση πρόθεσης ισοδυναμεί με το πρώτο βήμα της πραγμάτωση της. Οι στοίχοι τους ρέουν σαν έναν αδηφάγος ποταμός που στο βίαιο καλπασμό του προσπαθεί να διαβρώσει όλο και περισσότερο τη γη, πριν παραδοθεί στην τελική ηρεμία της θάλασσας. Είναι αυτή η βία των λέξεων, το αίμα που ζητούν να χυθεί, που προσπαθεί να ξορκίσει τη βία και το αίμα της πραγματικότητας· να λυτρώσει και να λυτρωθεί οριστικά.

Αν εξετάσει κανείς τη μακροσκελή τους σύνθεση αποσπασματικά θα μπορούσε να εντοπίσει αρκετά χωρία εκπληκτικής ομορφιάς (που, δεν το κρύβω, μπήκα στον πειρασμό να παραθέσω εδώ) όπως βέβαια και ορισμένα λιγότερο εντυπωσιακά. Θα ήταν όμως λάθος το εγχείρημά τους να διαβαστεί κατακερματισμένο, ακριβώς γιατί κάθε κομμάτι έχει την ειδική του θέση μέσα στο σύνολο και μόνο σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη αποκτά την πραγματική του αξία. Προσωπικά, μου ηχεί έντονα σαν ένας θεατρικός διάλογος μέσα στον οποίον κάθε φράση έχει καίρια σημασία για την έκβαση του όλου έργου. Γιατί παρά την ελευθεριότητα της ποιητικής γλώσσας, που χαρακτηρίζεται από την έντονη πολυσημία των νοημάτων και τις πολλαπλές εν παρόδω εικονικές μεταφορές, έχουμε να κάνουμε με μια αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος.

Το αντάρτικο2 είναι μια σύνθεση πολλά επιπέδων. Σε ένα πρώτο στρώμα είναι ορατή η υπαρξιακή αγωνία της απουσίας τού ερωτικού αντικειμένου που συνομιλεί με ένα έντονα εξεγερτικό αίτημα συλλογικής πραγμάτωσης. Σε δεύτερο χρόνο, οι σκοποί διαπλέκονται για να επαναδιατυπωθούν εμποτισμένοι κατοπτρικά, ο ένας από το πνεύμα του άλλου. Έτσι η προσωπική ματαίωση προβάλεται ως συλλογική αγωνία για την τύχη του έρωτα στις σύγχρονες κοινωνίες, ενώ οι επαναστατικοί σκοποί συμπλέκονται με τις υποκειμενικές αγωνίες και τα υπαρξιακά αδιέξοδα. Σε χρόνο τελικό, η σύνθεση θα εξαλείψει την ετερογονία των σκοπών δημιουργώντας την αίσθηση μιας συμφωνίας ως προς το νόημα του αντάρτικου σήμερα. Η συλλογικότητα που δεν μπορεί να συλλάβει τον χαρακτήρα τον σύγχρονων ατομικών αδιεξόδων δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, και αντίστροφα, καμία ατομική αυτοπραγμάτωση δεν μπορεί παρά να είναι πλαστή όσο η κοινωνία παραμένει υποταγμένη. Δεν έχουμε όμως εδώ ένα αισθητικό πρόγραμμα αλλαγής του κοινωνικού ορίζοντα, αλλά το ολόγραμμα μιας επιτύχουν διαβούλευσης, μιας περαιωμένης συλλογικής ανάλυσης.

Το τέλος, μέσα από το οποίο προσδοκούν να ανέβουν ένα έστω σκαλί στη κλίμακα της αυτογνωσίας, δεν είναι οριστικό. Όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά για την ατομική τους ζωή και την συλλογική μας ιστορία. Η τέχνη δεν θα δώσει τη λύση, αλλά μπορεί να μας δώσει το τρόπο μέσα από τον οποίο μπορούμε να δούμε τις άπειρες δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά μας. Η ποίηση είναι ο λόφος από τη θέα του οποίου θα δούμε (και μόνο θα δούμε!) τη γη της επαγγελίας. Για να φτάσουμε εκεί χρειάζονται τα ζωντανά βήματα της καθημερινή μας πράξης.

Το τελευταίο τμήμα του έργου θα μας δώσει και την επίγευση:

Χωρίς ιερά,
χωρίς όσια,
απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη ωστόσο,
θα ‘χω κάθε απάντηση
για τις ερωτήσεις σου.
Ένα χορό,
από ψυχές βασανισμένες,
να κυλά την τραγωδία σου,
μπας και φτάσεις
στην κάθαρση.
Μπας και βγεις μαζί μου στο βουνό
να ουρλιάξουμε.
Μπας και μπούμε μαζί, Δεκέμβρη, στην Αθήνα.
Μπας και πάψουν τα γιατί,
τα όπλα μας ν’ αδειάζουν.
Μπας και δεν με προδώσεις σαν το κόμμα.
Μπας κι ασφαλίσω την καρδιά μου
μη σκάσει.
Τσάμπα τόσα μαθήματα που σας έκανα.
Τίποτα δεν έμαθα.

Τίποτα,
ποτέ
για κανέναν.
Μόνος,
με ακίδες
στα δάχτυλά μου όλα,
με τρύπες στον οισοφάγο
με τρύπες στους κροτάφους
με τρύπες
στα μαύρα μου πανιά
που δε θέλω ν’ αλλάξω.
Να πάει να γαμηθεί ο Αιγέας.
Φτερά φτιάξε μου,
θα ληστέψω όλες τις εκκλησίες του κόσμου
να ‘χεις κερί
για μπόλικα ζευγάρια.
Να γράφω τον ήλιο
στα αχαμνά μου.

Για μια φορά ακόμα,
μίαν ακόμα,
έφοδο στον ουρανό.

Σωτήρης Λυκουργιώτης