Λευτέρης Πούλιος, Τέσσερα ποιήματα και μια παρουσίαση

Η Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη

Μανιασμένη βροχὴ
πάνω ἀπ’ τὰ θαμμένα δάχτυλά μου.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
κάτω ἀπὸ ’να δέντρο
ἔξω ἀπ’ τὴ σπηλιὰ
Μ’ ἄγριες κουρελιασμένες προβιὲς
Καὶ βιβλικὴ γενειάδα –
ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι τσουκνίδα
εἶναι εὐάλωτη –
Κακοσιτισμένο
Νὰ ἀγναντεύει τὸ μαχητικὸ ἀφρὸ
τῆς ἀκροθάλασσας
Καθετὶ εἶναι γεμάτο
καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλευθερία.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
Στὸ ναὸ τῆς φαντασίας μὲ ἰκετήρια κλαδιὰ
Τρέμοντας μὲ σκέψεις φτωχοῦ θεοῦ
Τὸ εἶδα
στὴ στοιχειωμένη πολυκατοικία
Ὁδηγημένο στὴν ἀφθονία μὲ αὐτοκίνητο οὐίσκι ἔντυπο
ἢ στὸ ἄντρο τῆς μιζέριας
Μὲ ὁλόλαμπρη γύμνια χλωμὰ στήθια
Ὀρυχτὰ στολίδια νεκρὸ βρακὶ
Ἡ μεγαλειότητά του περιμένοντας φώτιση
κάτω ἀπὸ ληστρικὰ νύχια
Ἔξαλλο βασανιστήριο
Φτυστὰ στὸν καιρό.
Κακόμοιρο πετσὶ θαμμένο
μέσα σὲ τόση νύχτα
Ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη
Μέσα στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

***

Πάρνηθα

Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σάλπισμα τοῦ ἀγγέλου, θειάφι
κίτρινο ζωηρὸ καὶ μενεξεδὶ ζωηρὸ
πάνω στὸ βουνὸ μὲ τὴ μορφὴ ποὺ ἔτρεχε σὲ συνάντησή μου
πίσω ἀπὸ θολὸ τζάμι.
Δρόμος κανένας γιὰ τὸ γυρισμὸ
δυὸ ἀερικὰ ἦρθαν κοντά μου καὶ μὲ παρέσυραν.
Ἡλιοβασίλεμα σχεδὸν ἀνεπαίσθητο
καὶ τῆς κόλασης τὸ στόμα ὀρθάνοιχτο
μετὰ τὸ σκίσιμο τοῦ οὐρανοῦ.
Ἄρτεμη, γιατί μ’ ἔδιωξες;
Ἡ ὥρα σὰν ἀνυπόμονο λεοντάρι μὲ τὴ χαίτη
ριγμένη πρὸς τὰ πίσω καταπίνοντας πυρακτωμένα καρφιά.
Ὁ Ὄλυμπος κι ὁ Γολγοθὰς δυὸ πόλοι
τοῦ ἴδιου ποιήματος.
Ἄγρια μάχη κενταύρων στὸ βορινὸ μέρος
τὰ μπράτσα μου ἐνάντια στὸ δαίμονα
καὶ τὰ κοράκια ψηλὰ ἀνακατεύοντας πριονίδι
καὶ παγάκια στὴ χούφτα μου.
Νοσταλγία τοῦ βράχου ποὺ πάνω του κάθισε
κάποτε ὁ Πὰν παίζοντας τὸν αὐλὸ
μὰ δὲν κάθεται πιὰ παρὰ ἡ μαύρη δυσοίωνη
κουκουβάγια ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό.
Ὁ φονιὰς ἄγγελος τράβηξε τὸ σπαθί του
ἀσήμι λαμπερὸ καὶ καμφορὰ στὴ λαβὴ τοῦ σπαθιοῦ.
Γλίτωσα τὴ ζωή μου, ἕνα βλαστάρι ἀνάμεσα
στὰ λιθάρια. Κράτησα τὴ ζωή μου ἐκεῖ ποὺ
ἡ δύση ἦταν κοντὰ ἀτενίζοντας τὸ ἀόρατο
μέσα στὸν τρόμο καὶ σήκωσα σὰν μιὰ πέτρα
τὸ πρόσωπό μου.

***

Το Θεώρημα

Στο μετρό
ονειροπολώ
κι ανασαίνω βαριά
απ’ το κάπνισμα.

Για μια στιγμή ζαλίζομαι
και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα.
Θλίβομαι νιώθοντας
την ανέλπιδη τέχνη
του ποιητή.

Πόσο απλός ο κόσμος,
αυτό το μεγάλο τίποτα,
και πόσο δυστυχία
και βάσανα
σε ραγισμένες καρδιές
και ψυχές πεθαμένες.

***

Στρίγκλισμα

Μέσα κι ἔξω ἀπ’ τὶς μεγαλουπόλεις μὲ πείνα μὲ τόλμη
μὲ ἁγιότητα σούρανε τὰ μακρουλά τους ποδάρια
Τὰ σβησμένα ἀπ’ τὸ ὄπιο μάτια τοὺς τ’ ἀλουμινένια
πιάτα τοὺς τὰ κουρέλια τους στὸ χωματόδρομο
Τὰ παιδιὰ τῆς γενιᾶς μου γίνανε ἀφίσες τῶν τοίχων
Ξερατὸ καὶ λουλούδια ἐνὸς πολιτισμοῦ ἄθλιου
Ὁ δρόμος ἔχει τὴν ἀγωνία του τοὺς θλιβεροὺς μαντρότοιχους
μὲ τ’ ἀγκωνάρια τῆς παραφορᾶς
Καὶ στὴ βάση κάτ’ ἀπ’ τὸ δέντρο ὁ ἐλεύθερος
ἀπλώνοντας ρίζες καὶ κλωνάρια
Ὁ δραπέτης τῆς ζούγκλας τῶν πόλεων
Σχεδὸν ριπίδι σχεδὸν ἀκάθαρτη συμμετρία
Ὥριμος γιὰ τὴ στιγμὴ τῆς κρίσης
Ἡ ἀγάπη τὸν κυριεύει, ἐπουλώνει τὴ λέπρα τῆς ἐσωτερικῆς γῆς
Ἄνθρωπε τῆς ἐποχῆς μου παράδειγμα
Δόξα σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ σκάει
Ποδοπατώντας σάπιες ἀξίες βαραθρώνοντας τέλματα
Μὲ τὰ παπούτσια στὸ κούτελο τῆς καλοπέρασης
Ἔστω καὶ μὲ τὴ στολὴ τοῦ νικημένου
Μακαρίζω αὐτοὺς ποὺ τὸ στῆθος τους οὐρλιάζει
στὴ μυστηριακὴ ἐρημιὰ τοῦ κόσμου
σὰν ἄστρο.
Αὐτοὺς ποὺ ἀνοίγουν στὸ μέλλον δρόμο
κομμένα ἁγνὰ προϊόντα της φύσης
Στὴν ἀνώνυμη ἱστορία.
Τὸ μπρίκι
Εἶναι τὸ αἰώνιο τσίγκινο μπρίκι
αὐτὸ πού μου ἔδωσε ὅ,τι καλύτερο εἶχε
αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ μᾶλλον ὁλότελα ξαφνικὰ
χωρὶς οὔτε ἀρχὴ μήτε τέλος.
Νὰ ψήνει καφὲ καὶ νὰ ντιντινίζει στὸ ράφι.
Εἶναι τὸ δηλητηριῶδες τσίγκινο μπρίκι
ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ξυριστικὴ μηχανή.
Δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸ τέλος τοῦ χειμώνα
σὲ θερμότητα κανονικὴ σὰν ἐκείνη τοῦ ἥλιου.
Μουντζουρωμένο καὶ μαλακὸ ἀλλὰ ὄχι γιὰ πέταμα.

******

Η ενόραση της πτώσης

Πέτρος Γκολίτσης
9.4.2017

Με λόγο μεστό και αναλυτικό και φέροντας τον εξοπλισμό και την οπτική της συγκριτικής λογοτεχνίας, η Μορφία Μάλλη (Αθήνα, 1962) παρακολουθεί την κίνηση των στιλ, στην πλέξη και στη σχέση τους με την κίνηση της Ιστορίας, παραδίδοντας μια μελέτη που εμπλουτίζει την κριτική νεοελληνική σκέψη.
Δεν μας δείχνει απλά με τρόπο εισαγωγικό τι ήταν η beat γενιά στην Αμερική και πώς οραματίστηκε τη λογοτεχνία και τον κόσμο, αλλά προχωρά στη σχέση των ποιητών της με τους νέους της αθηναϊκής «Παράγκας», που ζυμώνονται με τον ρομαντισμό του Παρισινού Μάη και με τα κινήματα της αμφισβήτησης, για να παρακολουθήσει τη διαμόρφωση της beat ποίησης στην Ελλάδα καταγράφοντας τη διάδραση ανάμεσα στις αμερικανικές και τις τοπικές διαστάσεις της beat κουλτούρας.
Για να προετοιμάσει και να απογειωθεί τελικά με την «ανάγνωση» της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου (1944), του «τρελού» ποιητή της Γενιάς του ’70.

Ξεκινώντας από τους πρώτους και συνειδητοποιημένους πειραματισμούς του («Ποίηση», 1969), δείχνει πως ο Πούλιος είχε ήδη χωνέψει −σε αντίθεση με τους υπόλοιπους «μπεάτους»− την ποιητική παράδοση της χώρας και έχοντας ήδη επινοήσει τους ποιητικούς προγόνους του, τον Σεφέρη κυρίως και τον Παλαμά, διαμορφώνει υπό την επίδραση των beat την ποιητική του ιδιοπροσωπία: μια λυρική, ρομαντικά επαναστατική, προφητική των «νέων» κόσμων και τρόπων αντίληψης για να καταλήξει στα ρεύματα του ανατολικού μυστικισμού, λειτουργώντας ως ποιητικός «οδοδείκτης» του μεταφυσικού και του υπερβατικού στοιχείου.
Μια μελέτη που μας βοηθά να δούμε και να απολαύσουμε το αυτονόητο. Πως η κίνηση του μπιτ από ψηλά φαίνεται και λειτουργεί ως μια νεο-ρομαντική πλεύση, ως ένας δηλ. παραπόταμος του μεγάλου αυτού κινήματος, ενώ όταν πλησιάζουμε βλέπουμε ότι πρόκειται για μία γέφυρα, μια αστική πάροδο, που μας περνά από τον ευρωπαϊκό υπερρεαλισμό στον γλωσσοκεντρισμό.

Εκεί όπου αντί του ασυνειδήτου το ποίημα-καλλιτέχνημα γεννιέται από τον τόπο-δίχτυ της γλώσσας −άρα κινούμενο πέραν του «εγώ»− μετατοπίζοντας και εκθέτοντας το σύγχρονο υποκείμενο τόσο στη ρευστότητα των ταυτοτήτων όσο και στο διακεκομμένο, μη ενιαίο των αντιλήψεών του.

Η Μάλλη συμμετέχει στην πλήρωση του κενού που είχε επισημάνει ο Mario Vitti στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (εκδ. Οδυσσέας, 1987), τόσο στη μελέτη της θεματικής, όσο κυρίως της τεχνικής της Γενιάς του ’70, στη σχέση της με τις ποιητικές διαδικασίες της Δύσης, και μας παραδίδει ένα έργο που επιτρέπει στους ομότεχνους και στους φιλέρευνους αναγνώστες να παρακολουθήσουν όχι μόνο την κίνηση των στιλ, αλλά και τη σχέση της Ιστορίας με την «ποιητική πολιτική» στην επαναφορά του poeta vates (ποιητή οραματιστή) που λοξά και από μέσα προμηνύει τα ερχόμενα και αποκαλύπτει τα τρέχοντα με τρόπο διορατικό.

Μια γενιά (βλ. Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Μπάροουζ, Κόρσο, Φερλινγκέτι, Βαλαωρίτης κ.ά.) που ακολούθησε το «αντι-καλλιτεχνικό» αισθητικό κάλεσμα του Μαρσέλ Ντισάμπ κηρύσσοντας την απέχθειά της απέναντι στον αμερικανικό ρατσισμό και παρεμβατισμό, τον καταναλωτισμό και τη συμμόρφωση στους κανόνες, διατρανώνοντας με τις φωναχτές και ποικίλες διαμαρτυρίες τους τη διάλυση της αυταπάτης της διαρκούς προόδου της Ιστορίας, της πολιτικής και της τεχνολογίας, συναντώντας από άλλο δρόμο τους γνωστούς Γερμανούς θεωρητικούς Τέοντορ Αντόρνο και Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Ενα όραμα, αυτό των beat, που ανοιχτό και μεταβαλλόμενο στη διαδρομή του, αποτελούνταν −ενδεικτικά− από τις εξής δεσπόζουσες πρακτικές: την απογύμνωση στην αυτο-έκφραση, τη διεύρυνση της αντίληψης μέσω της τεχνικά υποβοηθούμενης διασάλευσης των αισθήσεων και την τέχνη ως τρόπο βίωσης και παράκαμψης της συμβατικής ηθικής. Συνδέοντας την καθημερινή κοινή εμπειρία με έναν τύπο ενόρασης και την αναζήτηση ενός ευρύτερου μεταφυσικού αυτοπροσδιορισμού, που ανάγεται στον «γενάρχη» τους Ουόλτ Ουίτμαν −αλλά και στον Ουίλιαμ Μπλέικ−, στον οποίο μέσω του αθηναϊκού αστικού μετασχηματισμού του «καταλήγει» ο ώριμος Πούλιος.

Ο οποίος, σε αντίθεση με τον Γκίνσμπεργκ, που εξισορροπεί την «καθαγιασμένη λυρική συνείδησή του με την επική ανάγνωση της παραίσθησης», παίζει ισόβια με τα δάχτυλα του ενός χεριού με τους παρατακτικούς μηχανισμούς της εστιασμένης στη γλώσσα ποίησης (language centered poetry) προκρίνοντας την εκδοχή μιας μη γραμμικής επαναληπτικής εξέλιξης, η οποία μέσω των απροσδόκητων μεταβάσεων και μεταβιβάσεων συνθέτει ένα οπισθοβαρές «σύστημα» που εκτοξεύει τον αναγνώστη και τον ίδιο τον ποιητή, ανα-παρθενεύοντας το σύμπαν στην κοσμολογική και στην ιστορικο-πολιτική του έκφανση, το οποίο και λειτουργεί επαναληπτικά στο μέσο του ματιού και του χεριού.

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών, στο http://www.efsyn.gr/arthro/i-enorasi-tis-ptosis

Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Ο καλλιτέχνης, εάν μιλάμε για γραφιά, πρέπει να είναι αθέατος. Δεν λειτουργεί διαφορετικά. Ως πολίτης, δεν μένω αμέτοχος. Αλλά έχω πληρώσει ακριβά τις αυταπάτες μου».

Συνέντευξη στο αλλιώς
Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

Αντί για πρόλογο αποφάσισα να αφήσω τα λόγια του ίδιου του ποιητή να σας τον παρουσιάσουν μαζί με μιαν αγαπημένη μελωδία…

[βιο-γραφικό]

Γεννηθήκαμε.
Περίπου αφελώς…
ενηλικιωθήκαμε.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια-
προσγειωθήκαμε.
Ατάιστα σκυλιά
έμειναν πίσω μας
οι ουτοπίες.
Ναι, ασφαλώς!
Έχει μια κάποια γνώση
η απόγνωση.

*Πηγή: bibliotheque.gr

Συναντηθήκαμε με τον ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη και συζητήσαμε εφ’ όλης της ύλης.

Πώς είναι να είσαι καλλιτέχνης στην Ελλάδα του 2016;
Φαντάζομαι όπως σε κάθε εποχή, ευαίσθητος παρατηρητής και ταυτόχρονα αποσυνάγωγος. Έχεις να αντιπαλέψεις τη γνωστή Κ.Δ.Ο.Α. (Κτηνώδη δύναμη-Ογκώδη άγνοια), όπως έλεγε και ο Π. Σιδηρόπουλος, που ασφαλώς κλιμακώνεται από την έλλειψη παιδείας και τον ευτελισμό της πνευματικής ζωής.

Διαβάζει ο κόσμος ποίηση;
Ζούμε την υποχώρηση των ανθρωπιστικών επιστημών. Την επικράτηση των αριθμών, των τεχνοκρατών. Έναν καπιταλισμό που τρώει την ουρά του, και αναγεννιέται μέσα από πολέμους, για να στεριώσει ακόμη πιο βάναυσα τα συμφέροντα των λίγων σε βάρος των πολλών. Ίσως φαίνεται παράδοξο, αλλά χρειαζόμαστε περισσότερο την ποίηση όσο το εφιαλτικό αυτό σκηνικό γιγαντώνεται. Τα στατιστικά στην Ελλάδα, ως προς τις πωλήσεις ποιητικών συλλογών, αν εξαιρέσουμε κάποιους πολύ γνωστούς ποιητές, είναι μάλλον απογοητευτικά. Αλλά το παιχνίδι έχει ήδη μεταφερθεί αλλού, στο διαδίκτυο, όπου διαπιστώνεται εντυπωσιακή κινητικότητα.

Το διαδίκτυο έχει βοηθήσει τους καλλιτέχνες ή τους έχει δυσκολέψει μέσα από την υπερσυσσώρευση πληροφοριών;
Και τα δύο. Βέβαια, έδωσε βήμα και χώρο έκφρασης σε πολύ αξιόλογες φωνές, ταυτόχρονα όμως προώθησε και την παραλογοτεχνία και την υποκουλτούρα γενικότερα, ως αντανάκλαση της προβληματικής κατάστασης που γεννά η έλλειψη παιδευτικού προσανατολισμού. Υπάρχει μια αμετροέπεια και μια κουραστική φλυαρία σε όλο αυτό.

Γιατί γράφετε ποίηση;
«Δεν έχω ιδιαίτερα ταλέντα. Είμαι μονάχα παθιασμένα περίεργος», έγραφε ο Αϊνστάιν σε κάποια επιστολή του. Είναι η περιέργεια για τις λέξεις και το πώς μπλέκουν αναμεταξύ τους, συχνά «με τρόπο διαφορετικό των σκέψεων», όπως αναφέρω σε ένα ποίημα. Δηλαδή, ακριβώς αυτό, το αναπάντεχο. Από αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις. Αυτή είναι η γοητεία του ποιήματος.

Τι σημαίνει για σας έρωτας;
Κάτι παρόμοιο. Οι λέξεις όμως έχουν υπομονή. Έχουν μια κάποια μπέσα.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος;
Η ομοιομορφία του αμετάκλητου.

Στο ποίημα σας «Κατά μόνας» παρουσιάζετε τον εαυτό σας αθέατο να επιχειρεί μιαν επανάσταση. Πρώτος εχθρός εσείς ο ίδιος. Αισθάνεστε αθέατος στον κόσμο και τι είναι αυτό που θέλετε να αλλάξετε;
Ο καλλιτέχνης, εάν μιλάμε για γραφιά, πρέπει να είναι αθέατος. Δεν λειτουργεί διαφορετικά. Ως πολίτης, δεν μένω αμέτοχος. Αλλά έχω πληρώσει ακριβά τις αυταπάτες μου. Θα ήθελα να εκμηδενιστεί η τυφλή πίστη, ο φανατισμός και ο πόνος που γεννά. Αλλά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον. Βαδίζουμε αντιστρόφως…

Θεωρείτε την ποίησή σας στρατευμένη;
Στη συνείδησή μου, που βρίσκεται εναντίον κάθε αδικίας και καταπίεσης. Δίπλα και μαζί με κάθε άνθρωπο που υποφέρει. Αλλά χρειάζεται και κάτι λίγο πιο χειροπιαστό… Χρειάζεται περισσότερο σκάλισμα πίσω από τα φαινόμενα, πέρα κι από την ίδια την ποίηση. Μια ουσιαστική αποτίμηση των πράξεων.

Τελικά, πού κρύφτηκε το καλοκαίρι;
Κάποιος μας κουβάλησε μακριά του.. Κι είναι ο χρόνος. Θυμάμαι τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων με νοσταλγία. Ήταν πολύ διαφορετικά, πολύ πιο ανέμελα, σε μια εποχή σχεδόν αφελή, αλλά ασύγκριτα πιο απλή και ανεπιτήδευτη. Πράγματι, δεν θυμάμαι τι ονειρευόμουν τότε. Φαντάζομαι… κάτι γοητευτικά αφελές.

Ποιο το νόημα της αυγής;
Και τούτη τη λέξη, δυστυχώς, μας τη λέρωσαν… Υποθέτω, η έκπληξη κάθε καινούργιας μέρας. Αρκεί να μην έρχεται όπως εκείνη της μαρμότας… Να μη βουλιάξουμε στο βούρκο της συνήθειας, της αναβλητικότητας, του εύκολου και του χυδαίου (ακούγεται διδακτικό; το λέω για να το ακούω!).

Η ποίησή σας περιέχει πολλές εικόνες της φύσης. Ποια η σχέση σας μαζί της;
Αγαπώ τη φύση και κυρίως τη θάλασσα. Δεν περνά, ωστόσο, μέσα στο έργο μου Σαχτουρικά, αλλά -ας πούμε- με τον αισθητικό τρόπο ενός υπαιθριστή ζωγράφου. Η επιλογή του «κάδρου» συναρτάται, όπως είναι ευνόητο, με την -εξόχως ευμετάβλητη- ψυχική μου διάθεση.

Θα θέλατε να μας εισαγάγετε λίγο στο ποιητικό σας εργαστήρι;
Οποιοδήποτε τετράδιο ή πρόχειρο χαρτί, οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Διατηρώ μια «εργαλειακή» βιβλιοθήκη, στο πατρικό μου σπίτι, με λογοτεχνικό-φιλολογικό κυρίως προσανατολισμό και αρκετά βιβλία σπουδών. Τη συλλογή «Ευλύγιστες μελαγχολίες», για παράδειγμα, την έγραψα σχεδόν εξολοκλήρου σε εξωτερικό χώρο, στα διαλείμματα του ανασκαφικού έργου, συχνά υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Ποιες είναι οι επιρροές σας;
Οι ποιητές του Μεσοπολέμου, όχι μόνον οι κάπως πιο εμβληματικοί, μα και οι λησμονημένοι τραγουδιστές. Ξεχωρίζω τον Μ. Παπανικολάου. Παλιοί κι αξεπέραστοι μάστορες, επίσης, όπως ο «δάσκαλος» Κ. Βάρναλης. Ο Καρυωτάκης -απαραιτήτως- στην απέριττή του μεγαλοπρέπεια. Ο Αναγνωστάκης, στο πεζολογικό του ύφος, στον αυθόρμητο πολιτικό του προβληματισμό. Σίγουρα, ο σαρωτικός Σουρής, με τον πηγαίο σαρκασμό του, κι ας τον χαρακτήρισαν υποτιμητικά στιχοπλόκο…

Ποια η γνώμη σας για την σύγχρονη Ποίηση;
Οι κριτικοί του μέλλοντος θα έχουν πολλή και απαιτητική δουλειά… Φαντάζει πραγματικά τιτάνια η προσπάθεια πλήρους εποπτείας της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Αν κανείς συνυπολογίσει το γεγονός ότι σήμερα δεν γράφονται κριτικές, αλλά χάδια, στη λογική του «να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι», το συγκεκριμένο έργο καθίσταται δυσκολότερο. Ας μη γελιόμαστε, το 70-80% είναι σκουπίδια (γιατί όχι και ευπώλητα, υπό προϋποθέσεις). Και μεγάλη ευθύνη για αυτό φέρουν οι εκδοτικοί οίκοι, που έπαψαν, σε μεγάλο βαθμό, να «φιλτράρουν» τα γραπτά. Άλλωστε, με ποια κριτήρια; Πόσοι, στα σοβαρά, ασχολούνται;

Πληθυντικός

Οι πληρωμένοι στίχοι
Τα αραδιασμένα λόγια
Οι εκλεκτικές συγγένειες
Τα σόγια
Οι χαλαρές ενότητες
Οι τρυφερές κενότητες
Τα αβέβαια δρομολόγια
Οι αναχωρητές
Οι ανακαινιστές
Τα ιστολόγια
Οι νανουριστικές κοινοτοπίες
Οι φιλαυτίες
Οι ναυτίες

Πώς φαντάζεστε το μέλλον;
Οι μηχανές θα κυριαρχήσουν. Είναι αναπότρεπτο. Η πλήρης εξάρτηση και άρα υποταγή στην τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μακριά. Και δεν το λέω εγώ. Είναι φόβος-πρόβλεψη του Stephen Hawking. Ως τότε, ας χαρούμε όσο μας απομένει.

Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τις τρεις ποιητικές συλλογές, που έχετε εκδώσει;
Για την ακρίβεια είναι έξι. Καλύπτουν μία περίοδο επτά χρόνων (2008-2015). Οι τρεις πρώτες (Διαθέσεις, Ιχθύων λόγος, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες) από το University Studio Press, η τέταρτη (Ευλύγιστες μελαγχολίες) από το Vakxikon.gr, και δυο e-book (Εφημερόπτερα, 24γράμματα και Η ασφαλής ομήγυρη, Αυτοέκδοση). Προτιμώ, όμως, να αφήσω το έργο να μιλήσει για

Ετοιμάζετε κάτι καινούριο αυτή την περίοδο;
Υπάρχει μία πρόσφατα ολοκληρωμένη συλλογή. Βρίσκομαι εδώ και μερικούς μήνες σε συνεννοήσεις για την έκδοσή της. Και μάλλον δεν επιθυμώ να βγάλω άλλη. Ίσως μάλιστα είναι ήδη πολλές.

Θα θέλατε να στείλετε κάποιο μήνυμα στους αναγνώστες σας;
Τους τιμώ και τους ευχαριστώ, όπως και εσάς, για τον πολύτιμο χρόνο που μου διαθέσατε. Ειλικρινά, απόλαυσα τις ερωτήσεις σας. Επηρεασμένος από το αγαπημένο μου τοπίο, βλέπω στο Αλλιώς ένα ζεστό, φιλόξενο λιμάνι, γεμάτο φωνές, μυρωδιές και πολύχρωμα φώτα.

Εμείς σας ευχαριστούμε, για την εξαιρετική συνεργασία. Με ποιο τραγούδι θα θέλατε να κλείσουμε την συνέντευξη;
Με το All The Way to Reno, των REM.

*Η συνέντευξη μαζί με τις φωτογραφίες και των τραγούδι αναδημοσιεύονται από εδώ: http://skorpieslekseis.blogspot.com.au/p/blog-page_58.html

“Γράμμα στην πατρίδα” του Τανέρ Μπαϊμπάρς

Της Χριστίνας Λιναρδάκη*

Ο Τουρκοκύπριος ποιητής Τανέρ Μπαϊμπάρς γεννήθηκε το 1936 στη Λευκωσία, μετανάστευσε στη Μ. Βρετανία σε ηλικία 20 ετών και αργότερα στη Γαλλία, όπου και πέθανε το 2010. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Κύπρο για να ζήσει και έτσι το νησί όπου γεννήθηκε παρέμεινε η για πάντα χαμένη του πατρίδα. Οι μετεγκαταστάσεις του καθόρισαν το γλωσσικό του ιδίωμα, το οποίο δεν είναι ενιαίο. Ξεκίνησε να γράφει στα τουρκικά, στη συνέχεια έγραψε στα αγγλικά και έπειτα στα γαλλικά, για να υιοθετήσει εντέλει πολυγλωσσικά σχήματα έκφρασης που αντικατόπτρισαν το παζλ της γεωγραφίας της ζωής του.

Η μεταφράστριά του, ποιήτρια Αγγελική Δημουλή, εξ αφορμής αυτής της πολυγλωσσίας, μιλά στην εισαγωγή για «πολιτισμικό υβριδισμό», θα μπορούσαμε ωστόσο να μιλήσουμε και για «κοσμοπολιτισμό» της ποίησής του, καθώς τo γλωσσικό είναι απλώς ένα μέρος των πολυπολιτισμικών στοιχείων που επικαλείται ο ποιητής. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι στα ποιήματά του συντελείται μια ταλάντωση ανάμεσα στην οικειοποίηση του Άλλου, σε ένα έργο που – ακριβώς λόγω των πολλών γλωσσών και πολιτισμικών αναφορών που χρησιμοποιεί ο ποιητής – ανοικειώνει παράξενα τον αναγνώστη. Και είναι ακριβώς εκεί, ανάμεσα στην ανοικείωση και την οικειοποίηση, όπου κτίζονται οι πολλαπλές ταυτότητες (ή η κατακερματισμένη μία) που υιοθετεί ο ποιητής για τον εαυτό του. Εκεί επίσης δομείται και ο καθολικός χαρακτήρας της απεύθυνσης της ποίησής του: πρόκειται για ποίηση που αντιστέκεται στους χαρακτηρισμούς εντοπιότητας και απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, Έλληνες, Τούρκους ή Ευρωπαίους. Τα θέματά της είναι πανανθρώπινα.

Σημαντικό στοιχείο της ανθολογίας και νήμα που συνδέει τα επιμέρους μέρη μεταξύ τους σε ένα λειτουργικό σύνολο είναι η μνήμη. Περασμένες αυτούσιες μέσα στην καθημερινή εμπειρία που περιγράφει στην ποίησή του ο Μπαϊμπάρς, οι μνήμες υφαίνουν έναν ισχυρό ιστό που, χωρίς να καθορίζει τον ποιητή, αποτελεί καίριο σημείο αναφοράς της απάτριδος ζωής του.

Εκατόν τριάντα ποιήματα είναι η πλούσια συγκομιδή της ανθολόγησης σε αυτό το βιβλίο, το οποίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στην πρώτη κυριαρχεί το θέμα του ταξιδιού σε αντιδιαστολή προς τη στατικότητα της παραμονής σε έναν τόπο. Εδώ συναντάμε και τη θεματική της νοσταλγίας της πατρίδας της παιδικής ηλικίας, που συνιστά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του ποιητή. Στη δεύτερη ενότητα, η παιδικότητα αναδεικνύεται σε κυρίαρχο στοιχείο, πότε σε μια αυτοβιογραφική κίνηση και πότε με απεύθυνση την κόρη του ποιητή. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, τον πρώτο λόγο έχει η καθημερινότητα – αν και μισά περίπου από τα ποιήματα που την απαρτίζουν συνθέτουν ένα ενιαίο ποίημα με τίτλο «21 χριστουγεννιάτικες μέρες».

Είναι το δεύτερο βιβλίο τουρκοκυπριακής ποίησης που δημοσιεύουν οι εκδόσεις Βακχικόν. Είναι σημαντικό να έρθει το ελληνικό κοινό σε επαφή με τη λογοτεχνική δημιουργία της άλλης πλευράς – μιας πλευράς που αποδεικνύεται εξίσου ανθρώπινη και ευαίσθητη με τη δική μας.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα «Γράμμα στην πατρίδα»:

«Αγαπητέ πατέρα, ρωτάς στο γράμμα σου
γιατί τόσο καιρό δεν έγραψα ούτε λέξη.
Σε σένα δεν μπορώ να εξομολογηθώ
περισσότερα απ’ όσα μπορώ ν’ αντέξω.

[…]

Νοσταλγός;
Δεν είμαι γιατί ποτέ δεν είχα ένα σπίτι
αλλά δεν είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό.
Ακόμα θυμάμαι τη θάλασσα και το βουνό
μαζί, τη νύχτα τελείως χωριστά,
και το χώρο μεταξύ τους το λίκνο μου.
Δεν πρέπει να έχω παρεκτροπές σ’ ένα γράμμα
Σταματάω λοιπόν να ζω σ’ αυτό το ξένο παρελθόν.
Επί του παρόντος, εννοώ ακριβώς τώρα,
η καλοκαιρινή βροχή χτυπάει τα παραθυρόφυλλα
και ένας ματαιόδοξος ήλιος αντανακλάται στον καθρέφτη.
Πολύ, πολύ περίεργο.
Παρόλα αυτά πρέπει να έχω αναμμένη φωτιά τον Ιούνιο
έχει τόσο κρύο
αν και δεν πάει κάτι στραβά με την ισημερία.

[…]

Δυστυχής;
Πατέρα είσαι επίμονος.
Είπα ότι δεν είμαι δυστυχισμένος
αν και ξέρω ότι θα ξέθαβα τη δυστυχία
σε κάθε τι
αν το άγγιζα».

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/04/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Για τον Τάσο Δενέγρη

Γράφει ο Ντέμης Κωνσταντινίδης

Ο αμερικανός ποιητής Randall Jarrell, σε ένα βιβλίο απαισιόδοξο για την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού, το “Ποίηση και η εποχή” (1), αναφέρει:

Ο ποιητής ζει σ’ έναν κόσμο που οι εφημερίδες του, τα βιβλία του, οι κινηματογραφικές ταινίες του,
οι ραδιοφωνικοί και οι τηλεοπτικοί σταθμοί του, έχουν καταστρέψει, σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ακόμα
και την ικανότητά τους να καταλαβαίνουν την αληθινή ποίηση, την αληθινή τέχνη κάθε είδους…

Πρόκειται πράγματι για εκείνο το απαιτητικό ξεδιάλεγμα, που αν ίσχυε στις μέρες μας, πολλοί περισσότεροι, ασφαλώς, θα είχαν την τύχη και τη συγκίνηση να ανακαλύψουν έργα, όπως αυτό του πρωτοπόρου ποιητή Τάσου Δενέγρη (1934-2009).

Ο Δενέγρης, με τη “δημιουργική αφομοίωση του προγονικού διδάγματος” (2), καταφέρνει να συνομιλεί με την ποίηση του Καρυωτάκη, ουσιαστικά και χωρίς μιμητισμό, εκφράζοντας όμως το πνεύμα της εποχής του, μέσα από ποιήματα με εξαιρετική δύναμη εικόνων, όπως π.χ. “Ο θάνατος στην πλατεία” ή “Το παράδειγμα του Λεονάρδου”, όπου κυριαρχεί μια πικρή ειρωνεία που ανακαλεί στη μνήμη τα “Ελεγεία και Σάτιρες”. Κάτι τέτοιο όχι μόνον δεν φοβίζει τον ποιητή, αλλά αντίθετα του δίνει δύναμη, του προσφέρει ένα καθοριστικό σημείο αναφοράς, έναν μπούσουλα, ώστε να πορευτεί και να μιλήσει απελευθερωμένος, από δική του γωνία θέασης, για όσα επιτακτικά τον βασανίζουν.

Θέλω να κλείσω τη μικρή μου αυτή αναφορά με μία σκέψη: πόσο σπουδαίο -και επίκαιρο!- μάθημα θα μπορούσε κανείς να κάνει στα νέα παιδιά, τι νοσηρές καταστάσεις και πόσα κακώς κείμενα θα είχε τη δυνατότητα να θίξει, διαβάζοντας σωστά εκείνο το περίφημο ποίημα του Δενέγρη, από τα Κ.Ν.Λ. της Γ’ Λυκείου, “Οι κατάσκοποι”:

Δεν φοβάμαι το ρεύμα των ποταμών την αγρύπνια και το λεπίδι
Μόνον τους κλητήρες
Και τις κυρίες που πίσω από καρότσια νηπίων κατασκοπεύουν
στο διάβα σου.

Όσο για τις αράχνες τρομάζω το σιωπηλό τους περπάτημα
Κι εκείνη τη μεταφυσική ικανότητα να στέκονται στο ταβάνι
Παρακολουθώντας με σκοτεινό μάτι τη σκέψη σου
Δίχως να βγάζουν τον παραμικρό ήχο φωνής.

Σημειώσεις
1.Leo Lowenthal, Για μια κριτική θεωρία της λογοτεχνίας, Ρόπτρον, Αθήνα, 1990.
2.Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Τάσος Δενέγρης: οι “γενεαλογικοί” άξονες της ποίησής του, Ε-poema.eu

*Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από εδώ: http://www.vakxikon.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%BF-%CE%B4%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CF%81%CE%B7/

Ξορκίζοντας φόβους – Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος*

Στις μέρες μας, εκδίδονται αρκετά ποιητικά βιβλία, τα οποία μιλάνε για σύγκρουση με το κατεστημένο, στηλιτεύουν την σύγχρονη κοινωνία και ζητούν την αλλαγή της, ενώ αρκετά από αυτά αναφέρονται σε επαναστατικές ανατροπές. Όμως, οι περισσότεροι ποιητές, στην προσπάθειά τους να γράψουν ένα είδος επαναστατικής ποίησης, ξεχνούν την ποιητικότητα και καταλήγουν να γράφουν επαναστατικά μανιφέστα, που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον για τις ιδέες, που προωθούν, όμως, δεν είναι ποίηση. Υπάρχουν και λίγες ποιητικές συλλογές, που καταφέρνουν, χρησιμοποιώντας ανατρεπτικό στίχο να γράψουν ποίηση, δίχως να χάσουν την ποιητικότητά τους.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Με μια κόκκινη ανάταση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής» και διαπιστώσαμε, ότι είναι ποίηση.

Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, εξάλλου ο ποιητής απορρίπτει την παραδοσιακή ρίμα χαρακτηρίζοντας τους ποιητές, που την χρησιμοποιούν αποκλειστικά «δίποδα κολεόπτερα», όμως, παρά την απουσία ρίμας και μέτρου, υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός, που διατηρεί μια μουσικότητα σε κάθε ποίημα, έτσι, που να διαβάζεται αβίαστα χωρίς να κουράζει και αυτό είναι μεγάλη αρετή στη σύγχρονη ποίηση.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης στην ποιητική του συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» γράφει απλά, λιτά και κατανοητά. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Η ποίησή του γίνεται κραυγή διαμαρτυρίας, αγανάκτησης και οργής. Μια ποίηση, που δεν φιλοδοξεί τίποτα άλλο, από το να γίνει σύνθημα στα χείλη του κάθε καταπιεσμένου της σύγχρονης κοινωνίας.

Σε αρκετά σημεία, ο ποιητής γίνεται ειρωνικός, ειδικότερα, όταν αναφέρεται σε εκπρόσωπους της αστικής τάξης, όπως, οι κυρίες των τιμών: «που επιδεικνύουν τα αστραφτερά δόντια τους / γιατί δεν έχουν τι άλλο να κάνουν». Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν διστάζει να χτυπήσει και το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο, που διαφημίζει ορισμένα ευπώλητα βιβλία θεσπίζοντας βραβεία του συρμού: «Μυθιστορήματα ανάγκης / επί παραγγελία / υποψήφια για βραβεία αοριστίας». Όσον αφορά το γιατί γράφουμε ποίηση, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κατηγορηματικός: «Όταν γράφουμε ποίηση / το κάνουμε για να ξορκίσουμε / τους πρότερους εφιάλτες μας.»

Σε κάποια ποιήματα της συλλογής «Με μια κόκκινη ανάταση» συναντάμε αρκετά απαισιόδοξες διαπιστώσεις, όπως, ότι «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», ή ότι «ξεμάκρυνε η φύση», ενώ σε άλλο ποίημα αναφέρεται ο ταχυδρόμος, που φέρνει: «μόνο τραπεζικά χρεόγραφα/ λογαριασμούς / αλληλογραφία», που ο ποιητής χαρακτηρίζει: «ασήμαντη χαρτική ύλη / ανίκανη ν’ ανατινάξει / την επαναστατική του φαντασία» και πιο κάτω συναντάμε τις ερημιές που, «κυριαρχούν παντού». Που καταλήγουμε, λοιπόν; Σε μια διαπίστωση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει; Σε μια κραυγή, που απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων; Ο Δημήτρης Τρωαδίτης, δεν απελπίζεται. «Το σύμπαν είναι άναρχο / κι εμείς επαναστάτες» θα γράψει, φέρνοντάς μας μπροστά στην διαλεκτική μαρξιστική φιλοσοφία, ενώ σε άλλο ποίημα θα αναφέρει ότι μια «κόκκινη ανάταση… δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» και αλλού θα προτρέψει: «να τραβήξουμε απότομα / το δηλητηριασμένο στιλέτο / που μας χτυπά πισώπλατα.»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Με μια κόκκινη ανάταση» είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή, που έρχεται να κοιτάξει στα μάτια τον αναγνώστη και να αγγίξει την καρδιά του. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει: «Η μόνη αληθινή κίνηση / είναι αυτή των ματιών / όταν αντικαθιστούν / το άγγιγμα της παλάμης.»

* Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα βουλγάρικα, στα αγγλικά, στα αλβανικά και στα πακιστανικά. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό http://www.vakxikon.gr. Διαχειρίζεται τα blogs: http://www.poihtikostayrodromi.blogspot.gr http://www.theoharispapadopoulos.blogspot.com

**Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από εδώ: http://fractalart.gr/me-mia-kokkini-anatasi/

Το deBόp συναντά τις εκδόσεις: Ο Φαρφουλάς

Στην Αθήνα υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι, μικροί και μεγάλοι, πάρα πολλοί άνθρωποι που ασχολούνται με το βιβλίο και αν πάρουμε ως δεδομένο ότι η οικονομική και κοινωνική συγκυρία που βιώνουμε εξανάγκασε πολλά μεγάλα βιβλιοπωλεία και μεγάλους εκδοτικούς οίκους να κλείσουν, είναι σημαντικό το ότι η τέχνη του βιβλίου εξακολουθεί να ανακινείται. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο σε ανθρώπους που έκαναν την αγάπη τους για το βιβλίο πράξη και με επιμονή και πείσμα πάνε κόντρα στους καιρούς. Τέτοια εγχειρήματα θα παρουσιάσουμε εδώ, ξεκινώντας από τον Διαμαντή Καράβολα και τις εκδόσεις Φαρφουλάς (Μαυρομιχάλη 18, Εξάρχεια). Ας τους ανακαλύψουμε λοιπόν:

Σε τι συνίσταται η εκδοτική σας πρόταση;

Οι εκδόσεις Φαρφουλάς, που κλείνουν φέτος 10 χρόνια λειτουργίας, εστιάζουν στην επανέκδοση έργων συγγραφέων που παραμένουν αγνοημένοι ή στο περιθώριο της σημερινής λογοτεχνικής ζωής, και που πιστεύουμε ακράδαντα ότι αξίζει να ξαναανακαλυφθούν και να ξαναδιαβαστούν. Βουτυράς, Ζάρκος, Βέλμος, Βελλούδιος, Αρκάδιος Λευκός, Γιώργης Τσουκαλάς είναι μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις Ελλήνων συγγραφέων και δημιουργών που έχουμε ανασύρει από τη λήθη. Επίσης έχουμε εκδώσει έργα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το διεθνές κίνημα του Υπερρεαλισμού. Μας ενδιαφέρουν επίσης και νέοι συγγραφείς που επιλέγουν να ρισκάρουν με τη γραφή τους. Όλα αυτά περνάνε ως ενδιαφέροντα πεδία άσκησης και έρευνας στο περιοδικό που εκδίδουμε, τον Φαρφουλά, όπου λειτουργεί ως ένα πειραματικό εργαστήριο ή προθάλαμος για τα βιβλία που βγάζουμε.

Τι σας διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους οίκους;

Ο εκδοτικός χώρος στην Ελλάδα είναι αρκετά μεγάλος, μιλάμε για εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους, με μεγάλη ποικιλία σε σχέση με τα ενδιαφέροντα αλλά και τάξη μεγέθους του κάθε ενός. Επομένως είναι φυσικό να διαφοροποιούμαστε με τις περισσότερες αλλά και να συγγενεύουμε με ορισμένες άλλες εκδοτικές προσπάθειες, που κινούμαστε σε σχετικά πεδία ενδιαφερόντων. Νομίζω, ότι το ιδιαίτερο στίγμα μας σε σχέση με τον περισσότερο εκδοτικό χώρο είναι ότι ξεκινήσαμε ως ερασιτέχνες των εκδόσεων, έχοντας ως κίνητρο κάποιες δημιουργικές μας εμμονές, τις οποίες εξακολουθούμε να υπηρετούμε με συνέπεια αλλά και να διευρύνουμε προσεκτικά, χωρίς να παρασυρόμαστε από το όποιο κλίμα της εποχής.

Ποιες είναι οι τελευταίες κυκλοφορίες σας τις οποίες θα χαρακτηρίζατε ενδεικτικές του ύφους σας;

Το τελευταίο τεύχος του Φαρφουλά στο οποίο ανατυπώνουμε ένα θρυλικό περιοδικό του μεσοπολέμου το Φραγγέλιο, που έβγαζε για 3 χρόνια (1927-1930) ο Νίκος Βέλμος (1890-1930), καθώς και η έκδοση ενός βιβλίου για τη ζωή και το έργο αυτού του σημαντικού πολύπλευρου επαναστάτη-δημιουργού, αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας και μελέτης του ερευνητή Νίκου Λογοθέτη είναι απ’ τα πιο χαρακτηριστικά του εκδοτικού μας στίγματος. Ο τίτλος του είναι: Νίκος Βέλμος, ο γυιος της απωλείας.

Δεδομένου ότι μιλάμε για εγχειρήματα «μεσαίου κυβισμού», ποιος είναι ο ιδεατός στόχος σας; Σε τι κοινό σκοπεύετε να φτάσετε, σε μια εποχή που τα μεγάλα έντυπα και η κριτική απουσιάζουν εν πολλοίς.

Είμαστε ένας πομπός που εκπέμπει ανεξαρτήτου προσδοκίας μεγάλων ή πλατιών ακροατηρίων. Είμαστε του «Όσοι πιστοί…» που λέει ο λόγος.

Θα κάνατε υποχωρήσεις από τον αρχικό σχεδιασμό και εκπτώσεις για οποιοδήποτε λόγο;

Αυτή η ερώτηση θα έχει απαντηθεί από μόνη της όταν συνταξιοδοτηθούμε.

Η ανάπτυξη του ίντερνετ, των social media και της ηλεκτρονικής αγοράς σε ποια σημεία σας βοηθάει και σε ποια όχι;

Βοηθάει αρκετά, ιδιαίτερα μάλιστα όταν θέλει κανείς να ανοίξει τους δικούς του δρόμους, και επομένως δεν μπορεί να βασίζεται στα κατεστημένα μέσα προώθησης και προβολής, που κατά βάση διακατέχονται από έναν συντηρητισμό όσο αφορά τις επιλογές τους, δηλαδή προβάλουν αυτά που ξέρουν και τους είναι οικεία, ή ακόμα αυτά που έχουν ήδη διαμορφώσει ένα πλέγμα σχέσεων (οικονομικών, ιδεολογικών, αισθητικών κλπ.). Πάνω σ’ αυτή την κατάσταση έχουμε, δυστυχώς, αρκετή πικρή εμπειρία. Ενδεικτικά αναφέρω δύο σημαντικά βιβλία που έχουμε εκδώσει, Τα γραπτά της α-νοησίας του Edward Lear, και το βιβλίο της Παταφυσικής του Πράξεις και απόψεις του Δρ. Φαουστρόλλ του Alfred Jarry, που αν και υπήρξε ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία στην παγκόσμια λογοτεχνία και πέρα απ’ αυτήν, η εδώ βιβλιοκριτική στάθηκε απέναντί του επιεικώς αμήχανη…

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους τίτλους που θα εκδώσετε;

Τα βιβλία των εκδόσεων μας θέλουμε να δημιουργούν έναν ιστό, όπου το κάθε βιβλίο να συνδέεται με έστω και ένα αδιόρατο νήμα, με τουλάχιστον κάποιο άλλο προηγούμενο βιβλίο μας ή συγγραφέα που αγαπάμε. Να υπάρχουν «εκλεκτικές συγγένειες», αδιάφορο αν αυτές θα είναι ευδιάκριτες ή όχι. Π.χ.: Πρόσφατα επανεκδώσαμε τον Φάουστ του Γκαίτε στην αριστουργηματική μετάφραση του Αριστομένη Προβελέγγιου (1887). Η απόφασή μας καθορίστηκε εν πολλοίς και από το γεγονός ότι ο Δημοσθένης Βουτυράς στη σάτιρά του «Μέσα στην Κόλαση» (1927), που επίσης έχουμε εκδώσει, τοποθετεί τον Προβελέγγιο, μαζί με άλλους δύο ακόμα, ως τους μόνους Έλληνες λογοτέχνες που είναι στον Παράδεισο, δείγμα τις μεγάλης εκτίμησης που έτρεφε γι’ αυτόν. Ο άλλος ένας απ’ την παρέα του Παραδείσου, ήταν ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης, του οποίου, κατά μία έννοια, πνευματικά τέκνα ήταν ο Βέλμος και η παρέα του που έβγαζαν το Φραγγέλιο, το οποίο, όπως προανέφερα, ανατυπώσαμε. Κάπου μέσα στο Φραγγέλιο, αυτή η ατίθαση παρέα, εκφράζεται πολύ κολακευτικά για το «Μέσα στην Κόλαση» του Βουτυρά που ό,τι είχε κυκλοφορήσει στην εποχή τους.

Ποιοι είναι οι συγγραφείς, Έλληνες και μη, τους οποίους θαυμάζετε και ενδεχομένως να θέλετε να εντάξετε στο εκδοτικό σας πρόγραμμα;

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα το ότι θαυμάζω κάποιον συγγραφέα και θέλω να εκδώσω έργα του, δεν σημαίνει και αυτονόητα ότι είναι εφικτό σύμφωνα με τις εκδοτικές μου δυνατότητες. Μια περίπτωση όμως, που θαυμάζω απεριόριστα και σκοπεύω να εκδώσω τα κείμενα του, είναι ο «Ποιητής» του συγκροτήματος των «Αέρα Πατέρα», ή, κατά κόσμον Μιχάλης Κρίαλης.

Πώς βρίσκετε το δρόμο σας μέσα στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που ζούμε; Ποια «ρεφλέξ» αναπτύξατε ώστε να επιβιώσετε;

Η μάχη επιβίωσης για έναν εκδοτικό οίκο, που δεν θέλει να κολακέψει κανένα εκ των προτέρων έτοιμο και διαμορφωμένο αναγνωστικό κοινό, είναι ένας διαρκής κλεφτοπόλεμος, που σημαίνει καλή στάθμιση κάθε φορά του τι κάνω, πότε το κάνω και με ποια μέσα.

Τι σχεδιάζετε για το μέλλον;

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ το να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε, ίσως με λίγο μεγαλύτερη πυκνότητα και ένταση.

Πες μας ενδεικτικές προτάσεις του οίκου του Φαρφουλά!

Για τους παλιούς που επανεκδίδουμε τα έργα τους είπαμε κάποια πράγματα. Αξίζει όμως να προσεχτούν και οι νεότεροι συγγραφείς που έχουμε εκδώσει έργα τους στην ειδική σειρά Λοξή γραφή. Ενδεικτικά, για να μην σας κουράσω με πολλά ονόματα, θα αναφέρω τον Νίκο Σταμπάκη που είναι και εξέχων μεταφραστής των εκδόσεών μας, τον θεσσαλονικιό Λεωνίδα Βασιλειάδη, τον λαρισαίο Θοδωρή Νταλούση, τους κύπριους ποιητές Γιώργο Καλοζώη και Κώστα Ρεούση, καθώς και την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Κατερίνα Αγυιώτη. Για όλους αυτούς, είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι το στίγμα του έργου τους, αν μη τι άλλο, δεν θα είναι πρόσκαιρο.

Το βιβλίο θα είναι πάντα το πιο όμορφο ταξίδι που μπορεί να χαρίσει ο καθένας στον εαυτό του αλλά και στους άλλους. Ανακαλύψτε τα δικά σας ταξίδια με μια βόλτα στην πόλη.

Τη σειρά συνεντεύξεων για τους εκδοτικούς οίκους της Αθήνας επιμελούνται και παρουσιάζουν από κοινού οι συντάκτες: Χρυσού Έφη και Μπιστολάς Ηλίας.

*Αναδημοσίευση από το http://www.debop.gr/deBlog/interviews/to-debop-synada-tis-ekdoseis-o-farfoulas

Κούκος μονός αβολοντέ

Αρκετά χρόνια πίσω καθόμουν σε μια μπάρα – σιγά την είδηση. Είχα πιει μερικά, αλλά ήμουν σε καλή κατάσταση, νηφάλιος. Κάποια στιγμή βγαίνοντας από το μέρος, πέφτω πάνω σε μία κυρία, την είδα στον καθρέπτη δηλαδή και σάμπως να παρεξηγήθηκε – τύπου την ενόχλησε η μούρη μου και μπήκε κλείνοντας με δύναμη και φόβο θα έλεγα την πόρτα. Δεν μου άρεσε. Βγαίνοντας με κάλεσε ή την κάλεσα, δεν θυμάμαι, για εξηγήσεις.

Μου ζήτησε μετ’ επιτάσεως συγγνώμη, γνωριστήκαμε, ήταν από το χωριό μου, την έλεγαν Ελλάδα (!) Σ. Ηταν της γενιάς μου, είχε πολύ καλή κουβέντα, ήταν ουδέτερα νοσταλγική προς τα ξερόβραχα της πατρίδας μας, ήταν καλή πότης, ήταν ίσια στο βλέμμα.

Κάτσαμε κάνα δυο ώρες, δεν ανταλλάξαμε καν τηλέφωνα θεωρώντας –καθότι πελάτες και εμφανώς γνώριμοι των προσώπων εκεί– αμφότεροι δεδομένο ότι θα ξανασυναντηθούμε στο ίδιο μέρος σύντομα.

Ποτέ.

Πέρασαν καιροί πολλοί. Το συζήτησα κάποια στιγμή με τον ιδιοκτήτη και φίλο, δεν μου το επιβεβαίωσε ότι σύχναζε τέτοιο πρόσωπο εκεί -το όνομα είναι εξαιρετικά σπάνιο και εντελώς ξένο στα μέρη μου, άσχετο αλλά σχετικό- κι αυτό με έβαλε σε σκέψεις.

Μπορεί όλη αυτή η ιστορία να μην υπάρχει; Να ‘ταν τέτοιο το παιχνίδι του μυαλού μου; Τα γεγονότα προς τα κει κατευθύνουν (ληξιαρχεία στο χωριό βέβαια δεν πήγα να ψάξω, αλλά τώρα που το σκέφτομαι), προς ένα μυστήριο. Υπάρχει η Ελλάδα Σ.;

Η Πελαγία Φυτοπούλου κατέβηκε από την Κατερίνη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια για να παλέψει με τις τέχνες.

Με την ευγενική χορηγία της γιαγιάς Πελαγίας, σπούδασε ηθοποιία-σκηνοθεσία και όταν έγραφε, κάτι ώρες δύσκολες, τα αποταμίευσε στο συρτάρι.

Εχει παίξει θέατρο και κινηματογράφο, έχει σκηνοθετήσει, έχει δημοσιεύσει πρόπερσι το πολιτικό παραμύθι «Το Ραβδί των Καλικαντζάρων» και πρόσφατα έπεσε στα βαθιά.

Η ποιητική συλλογή «ΚΟΥΚΟΣ» έρχεται να μουδιάσει το πίσω μέρος του μυαλού, να γρατσουνίσει τα καθωσπρέπει, να προβοκάρει την κανονικότητα, να παίξει την μπάλα κάθετα.

Κάτι σαν μια τρυφερή μπαλάντα στους ποιητές, παράδοξοι που ‘ναι.

Αλλά πάλι, η ποίηση υπάρχει; Τα ποιήματα υπάρχουν ή είναι μια εφεύρεση των μορφωμένων για να με κάνουν να νιώθω αμήχανα;

Οταν όμως γράφει η Πελαγία Φυτοπούλου, την άκουσα/κατέβηκα στο λιμάνι/αγόρασα χρώμα/ έγινα ζωγράφος τότε η ποίηση υπάρχει. Παραδοχή-επαφή-επικοινωνία-όραμα-ευθύτητα-καθαρότητα-ταχύτατα. Στο λιμάνι ο καθένας ζει το όνειρο. Και ο ψαράς και ο ζωγράφος και ο ποιητής και ο αυτόχειρας.

Σπάνια διαβάζω ποίηση, όπως καταλάβατε, αλλά όταν το κάνω δεν περιμένω να χαρώ κιόλας. Από περιέργεια ξεκινάω και συνήθως μ’ αυτήν καταλήγω. Οταν όμως διάβασα «ο λόγος τους λυσσώδης/ξαγρυπνά πάνω από τα βρέφη/που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις/θα τα στείλουν πίσω», κατάλαβα.

Υπάρχει μια ποίηση με λόγο ανατρεπτικό για να μας θυμίζει πως δεν μας περισσεύει πολύς καιρός για γέλια. Μας πήραν στο κατόπι τ’ αρπακτικά του κόσμου μας και δεν προλάβαμε να οχυρωθούμε. Και τώρα δεν υπάρχει άλλος να τρέχει για μας. Μήπως και να ‘πρεπε να σταθούμε να κοιτάξουμε τα θηρία στα μάτια;

Υπάρχει κι άλλη ποίηση, χαρούμενη όχι, αισιόδοξη ίσως. Οταν πάλι γράφει: Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες/κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ/ ονειρεύονται τον Λόρκα/ Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση/ μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους.

Εμ, αυτά είναι που φοβάμαι…

Και να που η ποίηση υπάρχει – όπως και η Ελλάδα Σ.- τώρα το ξέρω…

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/koykos-monos-avolonte

Η Ανάσταση με μια Κόκκινη Ανάταση του Δημήτρη Τρωαδίτη

Αν δεν ήταν αδιαφορία σίγουρα θα ήταν υποτιμητικό στη συνείδησή μου να αδιαφορήσω στη φιλική διάθεση, αλλά και ιδιαίτερα στην επίσκεψη που μου έκανε ο ποιητής και γνωστός δημοσιογράφος Δημήτρης Τρωαδίτης δέκα μέρες νωρίτερα να μου δωρίσει με θερμή αφιέρωση μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση». ‘Ενα από τα ποιήματά του έτυχε να ακούσω από συνέντευξη στο 3ZZZ στην εκπομπή του Δρ. Χρήστου Φίφη. Αφάνταστα δυνατά μου προκάλεσε ενδιαφέρον και του τηλεφώνησα.

Όλα τ’ άλλα ήταν εύκολα.

Απασφαλίζοντας τη θύρα εισόδου στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη χρειάζεται πυκνή σκέψη στις επιμέρους αναγνώσεις όπως, ανθρωπογνωσία, συναισθηματικό «πολυμερισμό», ιδεαλισμό, ευαισθησία, αισιοδοξία, υπαρξιακά, οργή, αμοραλισμό, αμφιβολία, ηθική, συμβιβασμό, κρίση, αδράνεια, απαξίωση κ.τ.λ.

Στο ποίημα «Οι τόποι μου» σ.7-11 και στους ορισμένους στοίχους γράφει:
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες/ σε φωτιές που θεριεύουν/ βλέμματα κατακερματισμένα/ σε κοινούς κατατρεγμούς/ και ακρωτηριασμούς σωμάτων/ μορφές μα βαθουλωμένα μάτια/ από την πείνα/ και τις αγρύπνιες/ πολιτείες που γκρεμίστηκαν/ εκ των έσω/ και έμειναν πένθιμες/ διαλύονται εξοστρακίζονται/ καρμανιόλες σε πλήρη ανάπτυξη/ ……

Η παραστατική και ποιητική δεξιότητα διατρέχοντας τον κίνδυνο παρεξηγημένης εκτίμησης αποφεύγει την αισθητική καλαισθησία μεταμόρφωσης, παρουσιάζοντας σε πιθανή εμπειρική ανάλυση το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο ρυθμικός πνευματικός βηματισμός αφαιρεί δυναμικά την ρεμβώδη (ονειροπόληση) παρουσία σε ακραία μορφή αντικειμενισμού ώστε, μετριάζοντας το μέγεθος της αλήθειας να γίνει αρεστός. Αυθόρμητος και ως ένα βαθμό αναχαίτιστος στην οργιλότητα, καταγράφει αυτά που νιώθει για την σύνδεση του αναγνώστη στην αμεσότητα της κρίσης.

Στο «Κατά μέτωπο» ποίημα σ.12-16 γράφει:
τα βρώμικα λιμάνια ποικίλων ψυχοτρόπων/ οι θλιβερές χοάνες ψυχών εν αφθονία/ οι τόποι οι αλλόφρονες/ όταν αλλοτινοί σύντροφοι ολόγυμνοι/ μπροστά σε ξετσίπωτες ντιρεκτίβες/ κεντρικών επιτροπών νταβατζήδων/ σαν δημοσιογράφος με υπονοούμενα/ σαν την κακιά μητριά/ μεθυσμένοι από ανύπαρκτη έξη/ μπάτσοι επί σκοπώ/ οδοκαθαριστές επί ματαίω/ που στοιχειώνουν τις πόλεις/ ταξιαρχίες μίσους/ προσποιούμενες τις υπέρτατες αρετές/ παραστάσεις εξορίας/ των κακών πνευμάτων/…..

Λάβρος καταγγελτικός κρανιοσκόπος που σπάζοντας το κέλυφος της οστρακοειδούς θηριωδίας αποφεύγει και σ’ αυτό το ποίημα τις «περιτομές» εξευμενισμού ή τοτεμισμού, βεβαιώνοντας ότι δεν είναι διαβάτης συνηθισμένης καθημερινότητας και εναντιώνεται στο σύστημα των αρνητικών εικόνων και ψευδαισθήσεων.

Στη σχετική ανεπάρκεια συνείδησης του περίγυρου, του προξενεί συγκεκριμένη συναισθηματική φόρτιση, με αποτέλεσμα από τα συντρίμμια του παρδαλόκοσμου να αδειάζει στο φως με λογοτεχνικές μεταφορές την συνισταμένη επιδίωξη δικαίου.

Ισορροπώντας τις έντονες εικόνες κρίσης με την ελευθερία λόγου, θυμίζει Μοντεσκιέ στην ομιλία του περί δικαιωμάτων του πολίτου το 1789 στην γαλλική επανάσταση.

Στο συγκεκριμένο ποίημα ο ποιητής απόλυτα και βαθμιαία, έρχεται σε αντίθεση με την εξάρτηση των ιδιοτήτων αντινομίας λογικής στις δομές των ομάδων, «group structures» οι συνέπειες των οποίων θέτουν κατά την κρίση του ποιητού σε πλήρη κοινωνική περιθωριοποίηση.

Στο έρεβος της αποκτήνωσης ή και «αποβλάκωσης» ο ποιητής δια της προσωπικής παρουσίας ή ενόρασης είναι μάρτυρας ενός άκρατου αμοραλισμού «άρνηση της κάθε ηθικής» που χωρίς γραμματικό «θεοδόλιχο» συντεταγμένων γραμματικών παρατηρήσεων με έμφαση σημειώνει την ψυχική νοσηρότητα ή χειμέρια νάρκη του κοινωνικού συνόλου.

«Με μια κόκκινη ανάταση» σ.25.
Αυτή η μακρά πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει ν’ ανακοπεί/ τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης/ πρέπει ν’ αλλάξου χρώμα// αυτή η απαρασάλευτη οδύνη/ πάνω απ’ τις στέγες/ των καρδιών μας/ πρέπει να μεταλλαχτεί/ σε εκρηκτική σκέψη/ έμμονη και φλογερή/ πυρωμένη/ ΣΤΟ ΑΜΟΝΙ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ/ αναμενόμενη σαν ανατολή/ καυτή σαν το δάκρυ/ στο μάγουλό μας/ μετά το μεροκάματο/ του τρόμου// αυτή η άγρια πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει να ανακοπεί/ με μια θεσπέσια χαραυγή/ των απόκληρων με την κόκκινη ΑΝΑΤΑΣΗ/ της ψυχής/ που δεν θα επιτρέψει/ στα προοίμια της αδικίας/ να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

Αντιτάσσοντας την πραγματοκρατία «ρεαλιστική κατάθεση» στην προτεινόμενη χειρολαβή ζωής της σύγχρονης συγκυρίας, ο ποιητής Δημήτρης Τρωαδίτης κοινωνός γνώσεων πολιτικής κοινωνιολογίας, σφυρηλατεί στην ταξική πάλη πληρέστερα απ’ οτιδήποτε άλλο λόγο που δεν γνωρίζει όρια ερμήνευσης το οικουμενικό ισοδύναμο ανάμεσα στην κατανόηση αμάθειας και αδιαφορίας στην ανάσταση της ουμανιστικής σημαίας στο έργο του με μια Κόκκινη Ανάταση. Όπως και ο Αριστοτέλης είχε πει:
Ο άνθρωπος με την δράση του και την καθοδήγηση της λογικής του, δίνει ζωή στις δυνατότητες εκείνες που είναι χαρακτηριστικές για τον άνθρωπο. «Ηθικά Νικομάχεια 1098α, 8».

Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι η ανατάραξη των ψυχικών διαθέσεων του αναγνώστη σε ρεαλιστική συμμετοχή με το ασυμβίβαστο πνεύμα απέναντι στα ομαδικά ή γενικότερα κοινωνικά πάθη σαν ρυθμιστής κοινωνικής ηθικής για όλους.

Ο Μαρξ έγραφε στο «Κεφάλαιο»:
Για να μάθει κανείς τι είναι ωφέλιμο για το σκύλο πρέπει να μελετήσει την φύση του σκύλου.

Ο ποιητής συνεχίζοντας μια πορεία στο υπόλοιπό του έργο του, με περιφρόνηση στα στολίδια ύφους λογοτεχνικής ακροβασίας ή ακριβέστερα ενοράσεις πτήσεων είναι σε ετοιμότητα στην θέση κωπηλάτη αναμένοντας ως γνωστών το παράγγελμα «επί τας κώπας και εν όψει» διότι η πυροστιές του Τρωαδίτη δεν περιμένουν φωτιά για να ζεστάνουν τον λογισμό του και πάλι.

Διονύσης Παρασκευάτος
Μελβούρνη

3+1 Ποιητικές συλλογές

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Ντίνα Γεωργαντοπούλου «Απροσποίητα», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 58

Είναι σημαντικό η ποίηση να βρίσκεται δίπλα στην ανθρώπινη ψυχή για να γίνεται αόρατος ο καιρός! Απροσποίητα η Ντίνα Γεωργαντοπούλου καταθέτει τις λέξεις τις που «θυμούνται να νιώσουν» οι ίδιες και θυμούνται να συνδεθούν με τον σύγχρονο αναγνώστη σε τόνους ειλικρινείς και συνάμα αισθαντικούς. «Καμιά σιωπή δεν θα ‘ναι άηχη/ καμιά σκιά δεν θα τρομάζει το παρόν.  Κυρίως σε πρώτο πρόσωπο καταφεύγει σε μια διαρκή εξομολόγηση σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων χωρίς όμως να τείνει προς το μελό, ή να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής.«Σήμερα, σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω να παραμείνω/ γυναίκα των επιθέτων/ ντροπαλή, μελαγχολική και αβέβαιη».
Μικρές πινελιές ζεστασιάς και προσμονής που φανερώνουν πόσο η ποιήτρια αγαπά τη μαγεία. Μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά: «Πάντα ήταν ζητούμενο να μοσχοβολούν/ οι αμίλητες αισθήσεις»
Μια γυναίκα που γράφει για το μέσα της τοπίο, για το βλέμμα της που οι άλλοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να ξεκλειδώσουν. Γράφει για τις σκοτεινές, μύχιες πλευρές της. Αγαπά, θυμάται, φοβάται, ονειρεύεται εξαγνίζεται. Αλλά έχει τον τρόπο της να τα διαχειρίζεται όλα αυτά μέσω της γραφής. Και πάντα θυμάται πως «υπάρχουν χρώματα που φτιάχνονται κάθε στιγμή» και έτσι πορεύεται. Τελευταίοι στίχοι του βιβλίου: «Σε παρακαλώ, μή με αναλύεις, χωράω ολόκληρη σε ένα φιλί, που δεν στριμώχνει την ψυχή.
Εξαιρετικό το ποίημα με τίτλο «Λάνσελοτ μού λείπεις».
 

Νίκη Κωνσταντοπούλου «Εγώ, απέναντι», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 40

Συνήθως οι νέοι ποιητές καταπιάνονται με τον έρωτα ή με τα προσωπικά τους βιώματα. Αυτά θεωρούν ως πιο πρόσφορα υλικά για να τα κάνουν αντικείμενο στην ποίησή τους! Όμως είναι δύσκολο τελικά να γράφεις για τον έρωτα, ή τουλάχιστον δεν είναι εύκολο να εισάγεις το νέο αναφορικά με ένα τέτοιο θέμα ,αν κρίνεις ότι άπειρα πράγματα έχουν ειπωθεί. Όσο για τα προσωπικά βιώματα, αν τα βάλεις χωρίς επεξεργασία μέσα στους στίχους σου, κινδυνεύεις να γίνεις μελό, κάτι που σίγουρα δεν είναι ζητούμενο στην ποίηση.
Ευτυχώς η Νίκη Κωνσταντοπούλου δεν γαντζώνεται από το θέμα του έρωτα. Μιλάει για θέματα υπαρξιακά κυρίως, για το ανικανοποίητο της ψυχής, για το νόημα που έχει να υπάρχει στη ζωή μας μια κάποια αισθητική. Στίχοι απλοί, άμεσοι, σταθεροί, νηφάλιοι, που δεν έχουν ως στόχο τους τον εύκολο εντυπωσιασμό. Τα αισθήματα της ματαίωσης, της ματαιότητας, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας διασχίζουν τα ποιήματα με τρόπο τέτοιο που θα τον «ζήλευε κι ο διάολος», για να δανειστώ στίχους της ποιήτριας. Βρίσκεται σε καλό δρόμο με την έννοια ότι έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που διαθέτουν συνοχή και αλήθεια, έχουν κάτι να πουν, χωρίς να καταχρώνται τις μοντέρνες υπερβολές, ή τα ναρκισσιστικά γλωσσικά πυροτεχνήματα προκειμένου να γίνουν αρεστά. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: το Βουνό, η Αιτία, το Βιογραφικό, Μάσκες.
 
Με μάσκες ήρθαμε 
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο  μάς τις τράβηξαν
Κι έτσι μπορούμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.
 
[σελ.31]
 
 

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής, σελ. 50

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη. Το 2016 εξέδωσε στην Ελλάδα δύο βιβλία ποίησης. Τη μοναξιά του χρόνου  από τις εκδόσεις Οδός Πανός και το βιβλίο Με μια κόκκινη ανάταση από τις εκδόσεις Στοχαστής. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο». Η ποίησή του υπαρξιακή και κυρίως κοινωνική. Το βλέμμα του στραμμένο στον άνθρωπο, τις αγωνίες, τις ιδέες και κυρίως, στους αγώνες του. Ο Τρωαδίτης καταγγέλλει το σαθρό σύστημα, την απόγνωση του κόσμου, τους παρωχημένους ηθικούς κώδικες, το μετέωρο εγώ του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στο ποίημα Οι τόποι μου γράφει : […] «XII  οι τόποι μου /ρευστοί σαν το φως/των κεριών/σε ανταύγειες/σε αβέβαια τραγούδια/»Τίποτα δεν περνάει απαρατήρητο απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, το οποίο φιλτράρει με τον τρόπο του και μιλά γι’ αυτό στους στίχους του. Τον ενδιαφέρει η πορεία που έχει πάρει ο κόσμος, τον ενδιαφέρει η ίδια η ζωή και πώς αυτή κυλάει στην ουσία. Με «αλήτικη διάθεση» ξεστρατίζει «να διασπάσει τις αδάμαστες/κορνίζες των καιρών/να τους δώσει υπόσταση/στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου»(Δες με, σελ. 19). Με τρεμάμενα αισθήματα στέλνει «στον αγύριστο» τους «μεσίτες της ζωής μας.» Ο εμφύλιος, η αιώνια ταξική πάλη, τα τραγούδια που βράχνιασαν, η κοινωνική ευαισθησία, το ανελέητο παιχνίδι ανάμεσα σε αλήθειες και ψέματα, οι ηγέτες του βροντερού τίποτα, το ξεθώριασμα των ιδεών, οι ιδεολογίες που αποδεικνύονται φενάκη αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της θεματικής προσέγγισης μέσα στο ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Τρωαδίτη. Με παλμό ,υψώνει φωνή, τίθεται υπέρ του κριτικού ελέγχου, της ανατροπής, της επανάστασης. Γράφει: «Δες με που βρίζω ασύστολα/βωμούς και θεούς/απαστράπτουσες προσωπικότητες/σιντεφένια πλαστικά/είδωλα των θεαμάτων/της πεντάρας/που προκαλούν /ημίγυμνα/τις μνήμες μας/δες με που πασχίζω μια/καθοριστική κλοτσιά να δώσω/στ’ αγάλματα και τις ρύμες/που  καμώνονται την ποίηση/δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου/σε παράταξη μάχης/στ’ αλώνια του χρόνου/με την κραυγή» (σελ.18-19). Διάθεση να μπει φωτιά στο όποιο κατεστημένο, εξέγερση των αισθήσεων, ψυχή πάλλουσα, διακαής πόθος για ατέρμονη αντίσταση σε ό,τι καταπατά την ανθρώπινη ελευθερία ( «[…]αγκαλιασμένοι να αντιστεκόμαστε στις δίνες που θα φτάνουν » (Το φως του κεριού)]. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: H σιωπή, Αγώνας, Όταν γράφουμε ποίηση, Το σύμπαν είναι άναρχο.
Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρό το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
 
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας 
σεργιανούν στο άπειρο
 
[…]
 
όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
 
όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.
 
 

Νεκταρία Μενδρινού «Κοχύλια από χρόνο», εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 120

Koχύλια από χρόνο  η δεύτερη ποιητική  συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Απαλά σαν χάδι νοσταλγικά ποιήματα που φλερτάρουν με την θλίψη, αλλά, ευτυχώς όχι με την κατάθλιψη. Στίχος απλός, άμεσος, άλλοτε «αφηγηματικός», άλλοτε «εξομολογητικός». Εσωτερικός ρυθμός, νότες χαμηλόφωνες. Αν αυτός ο στίχος ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα κάποιο γήινο χρώμα. (Μη γελιέσαι, δεν υπάρχουν /φυσιολογικές ζωές/μετρημένες λύπες/υπάρχουν μόνο/και μυστικά /του ενός…/). Η θεματική της ποιήτριας είναι διαχρονική, οι στίχοι εύθραυστοι, που διαδηλώνουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ψυχή, καθώς και «πόσο φαύλος κύκλος» είναι αυτή, ειδικά όταν η αλήθεια μπλέκεται συνεχώς με το ψέμα.
Η μνήμη(« […]μήτε να ζήσω/μπορώ/μήτε να ξεχάσω», Οβολός, σελ.99), τα γηρατειά, η ματαίωση, η Φύση, ο χρόνος ([…] ο χρόνος/δεν έχει  ακόμα/αρχίσει να μετρά/έχει μασκαρευτεί/και αυτός/σε αιωνιότητα…/[…], Απόκριες, σελ.67», ο έρωτας ([…] τα βράδια /σαν άλλη Πηνελόπη, σβήνω/σειρά σειρά/το ημερολόγιο καταστρώματος/δεν βρήκα ακόμη/προορισμό να με προσμένεις […] Προορισμοί, σελ. 70-71),το Όνειρο, η μοναξιά ([…] καμιά αιωνιότητα/που να χωρά/στα ανθρώπινα,/καμιά αλήθεια/παντοτινή/καμιά ηχώ /δυνατότερη/από την  μοναξιά σου…[…], Όνειρα, σελ.60)   και η απώλεια είναι κυρίως τα θέματα που την απασχολούν. Ξεχωρίζουν για την οικονομία και την αλήθεια τους του τα ποιήματα: Όσο, Μυθολογίες, Απογοητευμένο, Κρυφτό, Ευκαιρίες, Σαν.

*Αναδημοσίευση από το fractalart στο http://fractalart.gr/3-syn-1-poiitikes-sylloges/

Ποιητική Συλλογή: Ο “Κούκος”

Εισαγωγικό σημείωμα: Νίκος Κατσιαούνης*

Ο Κούκος (εκδ. Θράκα) αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου. Μέσα από ένα νεορομαντικό, αλλά και ρεαλιστικό, πλαίσιο τα ποιήματα της Φυτοπούλου έρχονται να διαταράξουν με άμεσο τρόπο την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Συνειδητό και ασυνείδητο, ρεαλισμός και φαντασία, πρόζα και αλληγορία συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στον Κούκο. Παίζοντας με διάφορα μοτίβα ποιητικής αποτύπωσης, με έναν συνδυασμό σκληρού και παράλληλα ευαίσθητου λεξιλογίου, με (α)ναρχικά και (ά)ναρχα ποιήματα, με επιρροές από τους μπήτνικ αλλά και τον Καρούζο, η Φυτοπούλου μάς παραδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί. Δημοσιεύουμε στη Βαβυλωνία δύο ποιήματα από τη συλλογή της και την ευχαριστούμε για την παραχώρηση.

Ε

ο κόσμος μας δεν υπάρχει
ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι
ψάρια είμαστε
οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο
ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια
βιάζεται να μεγαλώσει
η πολιτεία ορθοπόδησε
κοκκίνισε επαίνους
σύντομα όμως θα μας ζητήσουν
τα πόδια πίσω
και η πολιτεία θα πέσει
σαν αδούλευτη αστραπή
πάνω στα γραφούμενά μας
η ποίηση θα συρθεί
σαν φίδι που δεν του δόθηκε
η δέουσα προσοχή
και τότε θα βγάλει χέρια
και τα χέρια όταν θέλουν
χτυπάνε στην καρδιά

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑΣ

ελεύθερη διακίνηση ιδεών. προσβλέπω σ’ αυτό. γράφω
γι’ αυτό. έχω μια ακρίδα στο στόμα. πηδάει από δόντι
σε δόντι. από σύμφωνο σε σύμφωνο. πάει πέρα δώθε.
κάνει τραμπάλα πάνω στα λόγια σας. προσβάλλει την
αλφαβήτα σας. είμαι η ένοπλη πάλη των αυτιστικών.
έχω μια ακρίδα στο στόμα. ομοφυλόφιλη. απ’ τη
μέση και πάνω. παίρνουμε δωρεάν εισιτήρια για
τις ταινίες του Αλμοδόβαρ. μας μυρίστηκαν οι μητριές
(μπάτσοι). καρφωτή. με ψάχνουν εξονυχιστικά. η
ακρίδα κρύβεται στη δεξιά κουφάλα. το προτελευταίο
δόντι. απ’ τη μάνα μου το ’χω σακάτικο. το μικρό μου
μνήμα. γιατί πάντα ένας τάφος μένει ανοιχτός. δε βρήκαν
τίποτα. έχουμε ξανακρύψει εβραίο. ο Τζων Γουέιν με
πλησιάζει. γελάει. και λέει στους σερίφηδες. όρνια
ε, όρνια, δε βλέπετε; είναι παιδί με ειδικές ανάγκες.
παρά ταύτα με απέλασε. τελευταίο γαλόνι για τη
σύνταξη.
οι ποιητές μάς ξεναγούν στην απαγορευμένη ζώνη.
εκεί που ο Θεός επέτρεψε μονάχα ένας να περπατήσει.
ο παραμικρός αναστεναγμός μπορεί να σε συντρίψει.
κρατούν καλαθάκια με σερβιέτες, δημητριακά και
αγκινάρες Πρεβέζης. εγώ παριστάνω το Χριστό. (κι ας
μην ξέρω το Φ.Π.Α. μιας τέτοιας επιχειρηματικής
δραστηριότητας). θέλω να βιώσω εκείνον τον πρώτο
κομμουνισμό. τον ημίγυμνο. τον πρωτόγονο. να
καμαρώσω κρεμασμένο στον ουρανό το υπαρξιακό
προβάδισμα. εγώ! είμαι μπροστά ακόμη και στη
φάση που ο γαλανομάτης αποδίδει τα του Καίσαρα.
εγώ του σήκωσα το χέρι. απολαμβάνω το παρακράτος.
το σπίτι του Γκοντό είναι μικρό.
ω, μεταμοντέρνα χαρά
γύρνα και δες τα χθεσινά.
ο σκώληξ γυρεύει συντροφιά.
τέτοια ώρα τα νεκροτομεία είναι κλειστά.
σε κάποιον έπεσε βαρύ το ανθρώπινο κρέας.
δυο χιλιάδες χρόνια σε τραγουδάω και συ
ψηφίζεις κ.κ.ε.
άλλοι πετούν αποτσίγαρα στους δρόμους
για τα πρεζόνια.
άλλοι φτιάχνουν χιονάνθρωπο από παιδικά οστά.
κι εγώ μαζεύω Τρωαδίτισσες στη βροχή.
το ποιητικό μου ζώο είναι μικρό. χωράει στην κιβωτό σας.
κάνω λάθος; τι; δε δέχεστε ακρίδες με κουσούρι;
μα, είμαι κούκος, Κύριε.
αχ, πόσο μου λείπει ο Βαραββάς.

*Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού ‘Βαβυλωνία” στο http://www.babylonia.gr/2017/02/11/o-koukos-piitiki-sillogi/