Τα ρόδα της Οδού Ρόδων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΙΟΥΛΟΣ

Γιώργος Πρεβεδουράκης
Οδός Ρόδων
Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2018

Είμαστε στο 2013 και ο Πρεβεδουράκης κυκλοφορεί το “Κλέφτικο”. Έχει ήδη κυκλοφορήσει το “Στιγμιόγραφο” το 2011, οπότε η παρουσία του, δεν μοιάζει κεραυνός εν αιθρία. Εδώ όμως, έχουμε μιαν άλλη ιστορία και με μιας, κάνει ένα επίτευγμα, τόσο συγγραφικά όσο και με τους νόμους και τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς που ορίζει τι είναι επιτυχία. Τα νούμερα δεν μπορούν να πουν ψέματα. Τρεις εκδόσεις (αν δεν απατώμαι), σε μια χώρα που πολλοί γράφουν, αλλά λίγοι διαβάζουν ποίηση. Το “Κλέφτικο” γίνεται θεατρικό και μελοποιείται, από τους Regressverbot, ενώ ετοιμάζεται και η αγγλική μετάφρασή του. Βρίσκει περισσότερα αυτιά, ανοίγει κι άλλες πόρτες. Γίνεται τρόπο τινά “ποπ”,για έναν κόσμο ο οποίος διασκεδάζει διαφορετικά, γυρνάει την πλάτη στο κυρίαρχο, διαβάζει διαφορετικά, εκτονώνεται διαφορετικά. Το ομώνυμο δε ποίημα της συλλογής (μεταγραφή του “Ουρλιαχτού” σε “Κλέφτικο”) , γίνεται ίσως και μια τρόπο τινά τοτέμ, για μια γενιά που ακολουθεί χρονικά τη γενιά του ίδιου του Πρεβεδουράκη και που λίγο ως πολύ το έχει για βραδινή προσευχή, κομμάτι της αυτοκριτικής της και θέμα συζήτησης με τον ψυχαναλυτή της.

Ακολουθούν τα “χαρτάκια”, που θυμίζουν τις αναζητήσεις του ποιητή στην πρώτη του συλλογή. Μικρές βραδυφλεγείς βόμβες, μα για μένα, όχι στο επίπεδο του “Κλέφτικου”., ακόμα κι αν ίσως συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Καθώς λοιπόν περιμέναμε την “Οδό Ρόδων”, είχα μια συζήτηση με μια φίλη, της οποίας τη γνώμη εκτιμώ πολύ και παίρνω πολύ στα σοβαρά. “Δύσκολα θα επαναλάβει ένα νέο “Κλέφτικο”, είναι κάτι που τον στιγμάτισε”. Από την άλλη, δεν μπορείς παρά να ονειρεύεσαι πως οι ποιητές γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, πως οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, έστω και αν οι διαψεύσεις παραμένουν συντριπτικά περισσότερες από τις όποιες επιβεβαιώσεις.

Ήρθε λοιπόν η “Οδός Ρόδων” και όπως λέει κι ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εκδοτικό του σημείωμα για το βιβλίο, ο Πρεβεδουράκης έκανε ένα επίτευγμα. Ξεπέρασε θα πω εγώ το “Κλέφτικο” που τον όριζε και πήγε ακόμα παραπέρα ακόμα κι αν το ομώνυμο ποίημα θα μένει να πλανάται σαν ουρλιαχτό στ’ αυτιά όσων μπορούν ακόμα να ακούσουν.

“Οδός Ρόδων” λοιπόν και με ένα γρήγορο ψάξιμο στις μηχανές αναζήτησης, η πιο διάσημη, βρίσκεται στην Εκάλη. Από κει, ο Πρεβεδουράκης θα μιλήσει για όλους. Τους από δω και τους από κει, για εμάς (αν και το “εμείς” έχει πολλούς πατεράδες, όπως θα πει ο ίδιος) και για τους άλλους, για τις γενιές που φεύγουν, για τις γενιές που ήρθαν και για κείνες ακόμα που σε καροτσάκια κυκλοφορούν. Για τα μωρά των “άλλων” και για τον “δικό του” Μανώλη. Τα ποιήματα της “Οδού Ρόδων” δε θα γίνουν εύκολα συνθήματα στον τοίχο. Τα ποιήματα αυτά μοιάζουν να κατασκευάστηκαν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κι ύστερα, σαν παζλ, κομμάτια τα έκανε και σε προκαλεί να τα συναρμολογήσεις. Για όλων τη γούνα έχει ράματα, μα πρωτίστως για τη δική του (χαμένη υπόθεση ο ποιητής Πρεβεδουράκης).

Ειρωνία, νταβάδες κι άγιοι, εικόνες, πολλές εικόνες, ένα σωρό “easter eggs”, όρεξη να ‘χεις να ψάχνεις και να περιπλανιέσαι στους δρόμους του ποιήματος, κι εκεί, σαν πινακίδες να χάσκουν τα πιο μικρά ποιήματα, βοηθήματα να μη χαθείς, ανάσες.

Η Ελλάδα που κουβαλάει ως βαρίδι την παράδοση, η Ελλάδα που ισορροπεί μεταξύ των Βαλκανίων και του να είναι ένας κράτος πλυντήριο, μα ευρωπαία καμώνεται πως είναι. Το συνάφι που κάνει κλίκες, οι άνθρωποι που ζουν λες και έχουν δεύτερη ζωή καβάτζα, οι άνθρωποι που ποτέ δεν έζησαν, οι σχέσεις μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φιλίες που διαλύθηκαν στο ζόφο που ζούμε.

“Πικρά τα ρόδα του Πρεβεδουράκη”, θα αποφανθεί άνθρωπός μου που το διάβασε. Γεμάτα αίμα, θα προσθέσω εγώ. Και θα κλείσω με τον ίδιο τον ποιητή και το καταληκτικό του ποίημα, μιαν ωδή στο γίγαντα Λεοντάρη (εδώ, θα πει η ξεναγός, στέγνωσε κάποτε το αίμα των ρόδων). Κι αν απαισιόδοξο σου μοιάζει τούτο δα, σκέψου πως υπάρχει κάποιος, να πει την Ιστορία.

Dashiell Moore reviews Lionel Fogarty

Lionel Fogarty
Selected Poems 1980-2017
Philip Morrissey and Tyne Daile Sumner, eds
re.press Publishing, 2017

To begin this review, I would like to make the most important of declarations and acknowledge the Gadigal people of the Eora Nation as the traditional owners of the land on which this review was written; and would like to thank Narungga scholar, writer and poet Natalie Harkin for having assisted in the editorial process. I would also like to acknowledge and pay respects to Lionel Fogarty, the Yoogum language group from South Brisbane, and the Kidjela people of North Queensland, whose inestimable linguistic, cultural and spiritual legacy is clear in Lionel Fogarty Selected Poems 1980-2017.

The publication of this collection marks a retrospective moment for the Australian literary landscape. Lionel Fogarty, born in South Burnett in Southern Queensland, is a poet praised by John Kinsella as ‘the greatest living “Australian” poet’ (2013, 190). The controversial writer, Colin Johnston, also described Fogarty in 1990 as ‘Australia’s strongest poet of Aboriginality’ (26). (Colin Johnston is also known by the name of Mudrooroo, or Mudrooroo Narogin, an act that is seen by many as a misappropriation of the Nyoongar language.) I mention Johnston’s voice above many more fitting critics in this review to juxtapose Johnston’s and Fogarty’s fortunes in the last two decades as somewhat of a tragicomic mirror of the Australian literary landscape and our need to seek out an ‘authentic’ indigenous Australian voice. I write in heed of the deeply tenuous position Johnston occupies in Australian literature as explored by Anita Heiss in her book, Dhuuluu-Yala: To Talk Straight (2003). Heiss posits that from the time of Johnson publishing of Writing from the Fringe: A Study of Modern Aboriginal Literature in the early 1990s, ‘he was regarded as the authority on Aboriginal writing, and anything associated with it’ (4). When Johnston’s authority to speak on Indigenous Australian issues came under question in the years to come, the fallout regarding his lack of consultation and misappropriation caused an indelible impression upon our conception of indigeneity. Such debates over identity politics and cultural authenticity have changed how we read the work of Indigenous Australian writers – creating an obsessively objective distance that misleads us from the real conditions of writing, as well as obscuring the literary production of unabashedly indigenous voices. I would argue that this is certainly the case with regards to Lionel Fogarty, one of the most unrewarded and unrecognised figures in Australian and World Literature.

Continue reading

Χαρτογραφώντας το άγνωστο – Τρεις περιπτώσεις

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ*

Αντώνης Ψάλτης
Βασίλειο για ένα μολύβι
Κέδρος, 2018
Σελ. 40

Κώστας Δεσποινιάδης
Ζέλμπα
Πανοπτικόν, 2018
Σελ. 56

Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος, 2017
Σελ. 64

Τα ποιήματα των τριών υπό παρουσίαση ποιητών συμβαίνουν επαναληπτικά στον χώρο. Είτε δυναμιτίζοντας και ξεπουπουλιάζοντάς τον, ως κάτι το ξένο που πλησιάζει απειλητικά (Δεσποινιάδης) είτε υποσκάπτοντας, διασχίζοντας και αυτo-ανατρέποντάς τον (Ψάλτης) είτε επανα-σχηματίζοντάς τον σε ένα σημειωτόν στο ερημικό κενό του, σε μια περιττή αντανάκλαση (Αϊναλής).

Πρόκειται για μια μετάβαση, κοινή και στους τρεις, από τη μάταιη απόπειρα αναζήτησης, όχι πια του Θεού, αλλά του εαυτού –ως στάσης–, στη δυνατότητα ή, έστω, στην πιθανότητα να ζήσει με αξιοπρέπεια ένας άνθρωπος «σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε κόλαση». Εκεί όπου ο ποιητής-ήρωας-πρωταγωνιστής δεν επιθυμεί να κρυφτεί ή να διαφύγει από κάτι, αλλά πλησιάζοντας εκτίθεται και επιθυμεί διακαώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Να υπογραμμιστεί εξαρχής πως κανείς τους δεν αυθιστορείται ή αυτοβιογραφείται. Ούτε καν, π.χ., όταν μας λέει ο Δεσποινιάδης: «όταν χώνω τα μούτρα μου / στα σκέλια σου / δεν σκέφτομαι καθόλου», ο Ψάλτης: «ονειροπόλος φουμάριζε τις πιο αλλόκοτες ιδέες που του περάσανε ποτέ από τον νεφελοδαρμένο του νου», ή ο Αϊναλής: «ένας στρατός εγώ οφθαλμαπάτες ξυπόλητοι και να καίει το πέλμα από χίλιες πλευρές μια ζώσα σιωπή να κυκλοφέρνουν τ’ αρπακτικά το κουφάρι μου».

Και οι τρεις χαρτογραφούν το άγνωστο. Ο Δεσποινιάδης «ήρεμα» και με υπομονή, ο Ψάλτης αυτο-υπονομευόμενος με την ειρωνεία και τον αυτοσαρκαστικό του εξοπλισμό, και ο Αϊναλής περιδινούμενος μες στο μυθοποιητικό και παραμυθιακό του σύμπαν.

Χτυπώντας το ανερμήνευτο του επίγειου βίου, την κενότητα και σαφώς τη ματαιοδοξία των μετεχόντων. Με ποικιλόθεμα ποιήματα δείχνουν προς την ανάδυση μιας «διαφορετικής», μιας άλλης στάσης, χειρονομώντας εναντίον του ομοιόμορφου και του συντονισμένου. Προτάσσοντας τη σημασία της διαφοροποίησης ή και της αποκόλλησης, ως μιας αναγκαίας προϋπόθεσης για οποιαδήποτε αλλαγή ή ως μια μορφή αντίστασης. Η ποίηση και ως ένα μάθημα ηθικής.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης (1978), ιδρυτής από το 2001 του περιοδικού και των εκδόσεων Πανοπτικόν, ποιητής και δοκιμιογράφος, ένας από τους νεότερούς μας στοχαστές, δυναμιτίζει τα πράγματα από κάτω, παραμένοντας ανθρώπινος και ζεστός στην επαφή του.

Στο λογοτεχνικό –και όχι μόνο– έργο του βρίσκεται στον τόπο μετά την καταστροφή. Θεωρώντας την απραξία ταυτόσημη με την ενοχή και άρα με τη συν-ενοχή, και αποκλείοντας τη δυνατότητα της όποιας λύτρωσης, επιλέγει, είτε πάνω σε έναν μαντρότοιχο είτε αποσυρόμενος στην οικεία των παιδικών ή των συζυγικών χρόνων, να κινηθεί στα σύνορα της αλλοτρίωσης, χωρίς να δογματίζει.

Άνθρωπος πνευματικά και ηθικά έντιμος αρνείται την «υποταγή» στις επιταγές και στους προσδιορισμούς και τους προκαθορισμούς των «άλλων» και επιλέγει να συμπορευτεί με τους διακειμενικά και δι-ιστορικά «οικείους» του.

Χωρίς να σχολιάζει ή να μεταπλάθει την εμπειρία, με αυτήν ως πρώτη ύλη πλάθει τις δικές του μορφές και τα δικά του συμβάντα, ανοίγοντας σε ένα σκηνογραφικό και σκηνοθετικό όραμα τα ποιήματά του.
Ο Αντώνης Ψάλτης (1977), με σπουδές νομικής στο ΑΠΘ και στη Χαϊδελβέργη, πόλη του ποιητή Χέλντερλιν, τον οποίο και μεταφράζει, μας δίνει την τρίτη του ποιητική κατάθεση, μετά το Ο ήρωας μέσα μου (2005) και Το καντήλι και άλλα ποιήματα (2013).

Με το νέο λυρικό του ένδυμα διαρκώς παρόν, μας παρασέρνει με την παιγνιδίζουσα σπιρτάδα του και το ειρωνικό του βάθος. Αξιοποιώντας προσφυή σχήματα και ευρηματικά λεξιπαίγνια, ισορροπεί περίτεχνα πάνω στην αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων.

Αντιμάχεται με τα χάρτινα όπλα του (γράφει μάλιστα: «με τα όπλα του λοιπόν καθείς / ιππότης της ελεεινής γραφής») και ως άλλος Δον Κιχώτης τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του. Μετακινούμενος από στίχο σε στίχο ή από στροφή σε (απο-)στροφή και με το δονκιχωτικό του κοντάρι, δηλ. το μολύβι του, μας παραδίδει προσχέδια του αδύνατου –οποιουδήποτε– οριστικού σχεδίου. Αρα, όχι μόνον αδυνατεί να ολοκληρώσει μια αυτο-προσωπογραφία ή ένα θέμα ή μια τοπιογραφία, αλλά αυτο-παγιδεύεται στην οντολογική του σάτιρα και προσπαθεί να κρατηθεί από τα περικείμενα.

Βάζοντας εμπόδια και τρικλοποδιές στον εαυτό του και στους άλλους, με μια ποίηση καρυωτακικο-φιλυρικής προβολής, δανείζεται στοιχεία από τον καρναβαλικό Βάρναλη, τα οποία και αναμιγνύει με τα ερωτικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας –τα οποία επίσης μεταφράζει– για να τονίσει το αδύνατο της σύμπλευσης με την εποχή.

Ο Ζήσης Αϊναλής (1982), φιλόλογος και διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Paris 1, μακριά από ψευδο-λυρισμούς και λανθασμένα ή εύκολα αποδιδόμενες φυσιολατρίες, αποφασίζει να κινηθεί στο νέο του βιβλίο κειμενολατρικά, στοχεύοντας στην αλλαγή των σκιάσεων και των τόνων των πραγμάτων.
Στα «Παραμύθια της έρημος» λοιπόν, ο Αϊναλής όχι μόνο στέλνει κατεπείγοντα τηλεγραφήματα σε άγνωστο παραλήπτη, αλλά εξερευνά τα όρη και τα όρια της δικής του ενδοχώρας, με ένα επαναληπτικό σημειωτόν στην έρημο.

Ενώ προσπαθεί να μας παρασύρει με τον ψιθυρικό μονόλογό του, χωρίς να αυτοαναφέρεται, προβάλλει ένα φανταστικό τοπίο. Με την ορμή προς το ακατάληπτο παρούσα, μας παραδίδει μια ποίηση με χρησμώδη και σκοτεινά σημεία, φορτίζοντας επιτυχώς το αδιέξοδο του σύγχρονου ποιητή και οδοιπόρου στην όποια διαδρομή του.

Γνωρίζοντας πως είναι αδύνατον να αποφανθεί τελεσίδικα, όχι μόνο κάνει σημειωτόν στην έρημο, στο άκεντρο-κέντρο μιας εαυτότητας, αλλά αξιώνει τη συστηματοποίηση του παραλόγου. Με την οραματική αναζήτηση του αγνώστου και με την αναστοχαστική του διάθεση παρούσα, δείχνει προς το ασαφές και αχανές πέρας του. Το οποίο και αποπειράται να «κεντροποιήσει».

Ακολουθώντας τη γαλλική ποιητική παράδοση και ιδίως αυτή των «καταραμένων», όχι μόνο δεν κρύβει την μποντλερική του καταγωγή, αλλά ποντάρει στην ανάγκη για μια μελαγχολική, νεορομαντικού-μεσοπολεμικού τύπου, μνημείωση, την οποία όμως ενδυναμώνει με την αμεσότητα της απεύθυνσής του.

Με το διακείμενο των ποιητικών συνθέσεων ανιχνεύσιμο (Σολωμός, Κόλεριτζ, Μαστοράκη, Αρτό, Μισό, Σινόπουλος, Δάλλας) και οργανικά αφομοιωμένο, επιτρέπει και καθοδηγεί την ανάδυση της ιδιοπροσωπίας του. Κινούμενος εντός μιας περιδίνησης και ενός παραμιλητού στο συμπαντικό –και κατά έναν τρόπο– στο ιστορικό κενό, εκεί όπου η γήινη έρημος αντιστοιχεί στο κόκκινο χώμα του πλανήτη Άρη, προδιαγράφει ίσως και ένα κοσμολογικό σχέδιο.

*Από την «Εφημερίδα των Συντακτών» στο http://www.efsyn.gr/arthro/hartografontas-agnosto

Μάξιμος Οσύρος, Οι φίλοι που με ακούν

Οι εκδόσεις «Τύρφη» σας καλούν τη Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018 και ώρα 20:00 στην παρουσίαση του ποιητή Μάξιμου Οσύρου και του νέου βιβλίου του «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΝ», που θα πραγματοποιηθεί στον χώρο των εκδόσεων «Les yper yper», Γ. Σταύρου 4, Θεσσαλονίκη.

Ο ποιητής Μάξιμος Οσύρος έχει εκδώσει μέχρι τώρα τα βιβλία: «Εύη j. Βουτσαρά Ι Ι» / 1978 / εκδ. Βάκων, «Το μονοπάτι της μέταξας» / 1981 / εκδ. Γνώση, «Στη νοσταλγία του ψυχιατρείου» / 1986 / εκδ. Νεφέλη, «Πολιτεία» / 1993 / εκδ. Καστανιώτη, «Η τεχνική του πραγματικού» 2008 / εκδ. Νεφέλη και το «Οι φίλοι που με ακούν» / 2018 / εκδ. Τύρφη

Ο ποιητής Μάξιμος Οσύρος, δεν φαίνεται να αγαπά την δημοσιότητα, δεν τον βρίσκουμε καλεσμένο σε ποιητικές βραδιές, σε λογοτεχνικά πάνελ και εκπομπές περί ποιήσεως και γραφής. Δεν φαίνεται να έχει λάβει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, να έχει πάρει κάποιο βραβείο ή να ανήκει σε ενώσεις λογοτεχνών. Γύρω από την ποίησή του υπάρχουν ασθενικές αναφορές στην κριτική και τη βιβλιογραφία, ενώ για τον ίδιο και το πρόσωπό του δεν έχουμε καθόλου στοιχεία.

Παρόλα αυτά στην παρουσίαση θα προβληθούν σκίτσα του Μάξιμου Οσύρου -αφού μεταξύ άλλων πρόκειται και για έναν εξαιρετικό ζωγράφο-μερικές σπάνιες νεανικές φωτογραφίες του και ο ίδιος θα ακουστεί να διαβάζει αποσπάσματα των ποιημάτων του.

Για τον ποιητή και το βιβλίο του θα μιλήσουν η Ειρήνη Καραγιαννίδου, ο Χριστόφορος Λιοντάκης και ο Κωνσταντίνος Τέλιος. Ποιήματα από την συλλογή «Οι φίλοι που με ακούν» θα διαβάσει ο ηθοποιός Δημήτρης Τσιλινίκος. Η ποίηση του Μάξιμου Οσύρου θα πλαισιωθεί από πρωτότυπα μουσικά μέρη που έγραψε για τον σκοπό αυτό ο Γιώργος Χριστιανάκης. Την οπτική επικοινωνία έχει αναλάβει ο Απόστολος Ρίζος και την παρουσίαση προλογίζει η Μαρία Ψωμά Πετρίδου.

Η βραδιά αυτή θα είναι και η πρώτη στιγμή της εμφάνισης του βιβλίου «Οι φίλοι που με ακούν» / εκδόσεις Τύρφη, αφού μέχρι τότε δεν θα βρίσκεται και δεν θα κυκλοφορεί στο εμπόριο.

4 at Steps – Έκθεση Τέχνης, 22 – 28 Μαρτίου, 2018 – Steps Gallery, 62 Lygon Street, Carlton

Έργο της Μαίρης Ραφαήλ

Για δεύτερη κατά συνέχεια χρονιά, τέσσερις Ελληνοαυστραλοί καλλιτέχνες παρουσιάζουν έργα τους σε ομαδική έκθεση στη Μελβούρνη, στη γνωστή γκαλερί «The Steps Gallery”,(Lygon Street, Carlton). Η έκθεση περιλαμβάνει ελαιογραφίες, σκίτσα με πέννα, ψηφιακά έργα και φωτογραφία. Οι καλλιτέχνες που λαμβάνουν μέρος είναι: η Θάλεια Ανδρέου, η Μαίρη Ραφαήλ, ο Φρίξος Ιωαννίδης και ο Σταύρος Μεσσήνης.

Η Θάλεια Ανδρέου, γνωστή στην παροικία της Μελβούρνης από προηγούμενες εκθέσεις, παρουσιάζει ελαιογραφίες εμπνευσμένες από την αυστραλιανή φύση. Τα έργα της Θάλειας είναι πραγματικά εντυπωσιακά, με χρωματισμούς που παραπέμπουν σε έργα της ιμπρεσιονιστικής περιόδου. Χειρίζεται τα υλικά της τέχνης της με επιδεξιότητα, ευαισθησία αλλά και με τόλμη. Αυτά τα χαρακτηριστικά δίνουν στα έργα της Θάλειας ένα έντονο ιδιόρρυθμο χαρακτήρα. Όπως λέει η ίδια: «χρώμα, πινέλο και καμβάς είναι τα μέσα με τα οποία εκφράζω τα εσωτερικά μου αισθήματα και τον θαυμασμό μου για τη φύση. Στην κυριολεξία, τα έργα μου είναι αντιπροσωπευτικά τοπίων που με προσελκύουν για την ομορφιά τους. Ανακαλύπτω την ομορφιά που είναι κρυμμένη στα χρώματα και στα σχήματα της γύρο μου φύσης, των πάρκων, των βουνών και της θάλασσας».

Η Μαίρη Ραφαήλ, επίσης γνωστή στην παροικία της Μελβούρνης από προηγούμενες εκθέσεις, παρουσιάζει έργα εμπνευσμένα από το μακρινό τοπίο της Αυστραλιανής υπαίθρου, και πιο συγκεκριμένα από τη Κεντρική Αυστραλία. Έντονα γήινα χρώματα και συνθέσεις που παραπέμπουν σε αφηρημένη τέχνη είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των έργων της Μαίρης Ραφαήλ. Η επιδεξιότητά της με τα υλικά και τα εργαλεία της τέχνης κάνουν τα έργα της άξια θαυμασμού. Όπως λέει η ίδια «τα έργα μου εκφράζουν ηρεμία, γαλήνη, αλλά και ενέργεια. Αυτά είναι τα αισθήματα που νοιώθω ατενίζοντας τη μεγαλειότητα της φύσης. Η εργασία μου είναι μια εξερεύνηση της φύσης, εμπνευσμένη από τα ταξίδια μου στην αυστραλιανή ύπαιθρο και σε άλλες χώρες».

Ο Φρίξος Ιωαννίδης είναι γνωστός στην παροικία από ατομικές και ομαδικές εκθέσεις που είχε διοργανώσει τα τελευταία χρόνια. Αυτή τη φορά, ο Ιωαννίδης παρουσιάζει μια σειρά από πρόσφατα έργα εμπνευσμένα από την γενέτειρά του την Κύπρο. Μερικά από τα έργα είναι σκίτσα με πέννα και άλλα είναι ψηφιακά. Ασχολείται κυρίως με το τοπίο. Τα θέματα που τον ενδιαφέρουν έχουν περιβαλλοντικό χαρακτήρα. Μερικά από αυτά είναι εκφραστικά, ενώ άλλα είναι απλώς διακοσμητικά. Και το ένα είδος και το άλλο προέρχονται από προσωπικές παρατηρήσεις και αντιλήψεις που αφορούν το ανθρώπινο περιβάλλον, ένα χώρο ευάλωτο από ανθρώπινες επεμβάσεις και που τώρα παρά ποτέ άλλοτε χρειάζεται επειγόντως την προσοχή μας.

Ο Σταύρος Μεσσήνης, γνωστός από προηγούμενες εκθέσεις του, αλλά και από το δημοσιογραφικό και λογοτεχνικό του έργο, παρουσιάζει δημιουργίες του από τη σειρά «The Sovereign Sun» που είναι εμπνευσμένη από την ποιητική του σύνθεση «Έαρ το Πρώτο». Τα πέντε μεγαλύτερα έργα του στην έκθεση συνοδεύονται με ένα ποίημα από την εν λόγω ποιητική σύνθεση, εκτυπωμένο, υπογεγραμμένο και αναρτημένο δίπλα τους. Η σειρά αυτή περιλαμβάνει συνθέσεις με έντονους κυκλικούς χρωματισμούς, που απεικονίζουν το φως, το φάσμα και τα χρωματικά αποτελέσματα του διαχωρισμού του. Βασισμένα σε ειδικές φωτογραφήσεις του ήλιου, κάθε έργο δημιουργείται με ψηφιακή παρέμβαση σε μια νέα μη αντιπροσωπευτική οπτική μορφή, αποκτώντας τη δική του πραγματικότητα. Η οπτική επίδραση αυτών των νέων αφηρημένων μορφών μεγιστοποιείται από τις σκόπιμα θολές μεταβατικές ζώνες μεταξύ των χρωμάτων, δίνοντας την εντύπωση της κίνησης. Η σειρά «The Sovereign Sun» αποτελεί μέρος μιας συνεχιζόμενης εξερεύνησης της αφηρημένης φωτογραφίας και της ποίησης που εξετάζει τις δυνατότητες αφαίρεσης, χρώματος, φωτός, χώρου και μινιμαλισμού μέσω των φωτογραφικών μέσων.

*Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 22 μέχρι τις 28 Μαρτίου.

Ώρες λειτουργίας της αίθουσας: Καθημερινά 10 πμ – 4μμ, Σάββατο και Κυριακή: 11πμ – 6μμ.

Τα εγκαίνια θα γίνουν το Σάββατο 24 Μαρτίου, και ώρα 2 μμ.
Είσοδος είναι ελεύθερη και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι.

Έργο του Σταύρου Μεσσήνη

Ζυράννα Ζατέλη: «Τα βιβλία μου τα υπογράφουν με τις ουρές τους οι γάτες μου»

H συγγραφέας-φαινόμενο των ελληνικών γραμμάτων μιλάει για τη βάσανο του δημιουργού, τα τετράδια που καταγράφει τα όνειρά της, το επόμενο βιβλίο της τριλογίας της και φυσικά, τις γάτες της.

Συνέντευξη στη Λίνα Ρόκου – Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Χρειάστηκαν δύο συναντήσεις για να ολοκληρωθεί η συνέντευξη που ακολουθεί. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στον Φωταγωγό, αγαπημένο στέκι της Ζυράννας Ζατέλη και η δεύτερη στο σπίτι της. Ήταν αυτή, η δεύτερη που μου επέτρεψε να εισέλθω στο προσωπικό της σύμπαν, σε έναν πλανήτη μυστηριώδη αλλά ταυτοχρόνως φιλόξενο, που με βοήθησε να αποκωδικοποιήσω κάπως περισσότερο την προσωπικότητα μιας γυναίκας-ξωτικού.

Το σπίτι της δεν τολμώ καν να το περιγράψω, νομίζω ότι ο Τιμ Μπάρτον μπαίνοντας μέσα σε αυτό θα ένιωθε ένας βαρετός, συνηθισμένος άνθρωπος. Αμέτρητα μικροαντικείμενα, πλάσματα φτιαγμένα από κάθε είδους υλικό και τρεις ολοζώντανες και πανέμορφες γάτες φτιάχνουν μια μυσταγωγική ζούγκλα που συμπληρώνει επάξια την προσωπικότητα του κατοίκου της. Και φυσικά τα αμέτρητα γραπτά της.

Κάποια στιγμή μου δείχνει λίγα μόνο από τα άπειρα τετράδια της, εκεί που σημειώνει με στυλό σκέψεις, ιδέες δικές της, φράσεις που διάβασε ή άκουσε, όνειρα. Από τα τετράδια που εδώ και πολλά χρόνια καταγράφει τα όνειρά της προέκυψε και το τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο Τετράδια Ονείρων.
Continue reading

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, «Είναι ακριβή η τιμή, είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις…»

Κυριακή Μπεϊόγλου*

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου είναι ένας νέος ποιητής από τη Δράμα. Μεγάλωσε σ’ ένα χωριό που λέγεται Πλατανιά κι είναι καρφιτσωμένο σε μια πλαγιά. «Εκεί υπήρχαν τοπία που γράφαν αυτά ποιήματα, αρκεί να είχες τα μάτια να συγγράψεις κι εσύ μαζί τους», θα μου πει. Γύρω του, τα παλιά μουσουλμανικά ερειπωμένα σπίτια, τα σταροχώραφα, η σιδηροδρομική γραμμή και ο σταθμός έξω από το χωριό. Μες στο χωριό, μυγδαλιές, κερασιές, κορομηλιές. Το Φυλακτό και το Φρακτό. «Οταν μπαίνεις εκεί μέσα σιωπάς και καταλαβαίνεις ότι άλλος κάνει κουμάντο, εκεί νιώθεις ότι σταματά ο χρόνος. Εκεί νιώθεις μυρμήγκι».

Μια ολόκληρη μυθολογία ενός μαγικού τόπου για τα μάτια του παιδιού που τότε δεν την καταλάβαινε. Αργότερα ξεκλειδώθηκε μέσα του, με διαβάσματα, και βγήκε σαν κομμάτια, σαν ποιήματα στις ποιητικές συλλογές: «Εκαστος εφ’ ω ετάφη» (Θράκα), «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα), «Με ύφος Ινδιάνου» (Μελάνι), «Μισές αλήθειες» (Μελάνι).

Ετσι έφτασαν στα χέρια μου, σαν εικόνες και λέξεις μιας άλλης επαρχίας, που λίγο την ξέρουμε και ακόμα λιγότερο την καταλαβαίνουμε.

● Σκάρωνες στιχάκια όταν ήσουν παιδί; Πότε έγραψες το πρώτο ποίημα;

Οχι, δεν έγραφα ούτε διάβαζα, δεν έμπαιναν βιβλία στο σπίτι. Το γράψιμο γινόταν αλλιώς. Το πρώτο ποίημα ήταν στην τρίτη Λυκείου. Αρχισα να διαβάζω πολύ από την τρίτη Γυμνασίου. Μια καθηγήτρια με επηρέασε. Η Ησαΐα Τσενεκίδου. Μετά ένας καθηγητής στο Λύκειο μας διάβαζε ποίηση κι εκεί κόλλησα! Κατέβασα τα πόδια από το θρανίο, γιατί μέχρι τότε συνεχώς τα είχα πάνω.

Ημασταν μια παρέα από παιδιά που απασχολούσαμε συνεχώς τον επιστάτη του σχολείου με τις φασαρίες και τα σπασίματά μας. Και ξαφνικά ο καθηγητής μας, ο Γιάννης Αθανασιάδης, μας διαβάζει την «Τρελή ροδιά» και κάνει σαν άλογο μες στην τάξη. Εκεί που λέει το ποίημα «με εκατό βιτσιές», έτρεχε με την καμπαρντίνα του κι έκανε σαν αφηνιασμένο άλογο και είπα: Μα τι κάνει ο άνθρωπος;

● Οπως στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών». Με το «Captain, my Captain»;

Ναι! Ολοι αυτοί που κάναμε όμως ήταν πεθαμένοι. Ετσι άρχισα να ψάχνω από εφημερίδες κριτικές και άρθρα για βιβλία. Θυμάμαι το πρώτο βιβλίο ζώντος συγγραφέα που αγόρασα ήταν του Γιώργου Μακρόπουλου, το «Μη σκεπάζεις το ποτάμι». Διάβαζα πολύ μετά. Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω.

● Κυριάκο, γεννήθηκες και επιμένεις να μένεις στη Δράμα. Από πού κρατάς;

Από τη μάνα Πόντιος. Ηρθαν Ελλάδα μέσω Συρίας. Από τον πατέρα Καππαδόκης, που ήρθαν στη Δράμα μέσω… Αργεντινής. Πόντιοι λοιπόν από τη μάνα και τουρκόφωνοι από τον πατέρα. Με τη γιαγιά μου δεν μιλήσαμε ποτέ ελληνικά.

Στο χωριό μας από τον δρόμο και πάνω ήταν Θρακιώτες, από τον δρόμο και κάτω Μικρασιάτες τουρκόφωνοι. Οταν μαζευόντουσαν όλοι μαζί ποντιακά και τούρκικα μιλούσανε.

● Και πώς τα καταλάβαινες, πώς τα αντιλαμβανόσουν αυτά εσύ;

Ωραίο ήταν. Κι ας μην καταλαβαίναμε τίποτα εμείς, μια ταινία χωρίς υπότιτλους. Θυμάμαι τον πατέρα εκεί στον κήπο και να σκάβει, καθόταν κι ο παππούς σ’ ένα ξύλο παραπέρα με την τραγιάσκα με τα αυτιά, κι αρπάζονταν συχνά και έντονα, ο γέρος κι ο πατέρας βρίζονταν στα τούρκικα. Εμπαινε κι άλλη γιαγιά με τα ποντιακά και γινόταν χαμός! Είχε πλάκα.

● Σε αρκετά από τα ποιήματά σου μιλάς σκληρά…

Η γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι το μισό ποίημα. Εχω στο μυαλό μου αυτό που έλεγε ο Σελίν, «να ξεχαρβαλώνουμε τις προτάσεις για να πάμε το νόημα παρακάτω».

Δεν αρκεί μόνο η ευαισθησία στην ποίηση. Οπως έχει πει κι ένας σπουδαίος Δραμινός, ο Γρηγόρης Πεντζίκης: «Από μας πιο ευαίσθητοι εκατομμύρια στον κόσμο, αυτό δεν αρκεί για ένα ποίημα!».

● Σε ποιον απευθύνονται οι ποιητές του καιρού σου;

Οι ποιητές δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Δεν αρχίζουν και τελειώνουν όλα στον εαυτό μας! Αυτό είναι ένας πολύ γλυκανάλατος και ρομαντικός αυτισμός.

Γύρω συμβαίνουν πράγματα και η πραγματικότητα είναι για μένα μια υπέροχη χωματερή που μπορεί να έχει εκεί μέσα από διαμάντια και σκουπίδια.

● Ποια σκληρή εικόνα που είδες έγινε ποίημα;

Η ποίηση πρέπει να έχει μια πολεμική, γλωσσική, να έχει μια δραστικότητα. Φεύγει από το εγώ, από το υπνοδωμάτιο, και πηγαίνει σε ανοιχτούς χώρους, στο εμείς. Στο τρίτο μου βιβλίο είναι όλοι οι μετανάστες. Τότε που πήγα στον Εβρο για εφτά μέρες κι έβλεπα να βγάζουν τα τουμπανιασμένα πτώματα προσφύγων και μεταναστών από το νερό.

Το 2012 πήγα για μια βδομάδα στον Πέπλο, με φώναξαν επίστρατο και πήγα με μισή καρδιά. Ενας τομέας 65 χιλιομέτρων.

Ηταν Μάιος μήνας, τότε πέφτει η στάθμη του νερού κι αποκαλύπτονται όλα τα πτώματα των ανθρώπων που πήγαν να περάσουν το ποτάμι και πνιγήκανε. Μετά από μήνες έγραψα 6-7 ποιήματα με το ίδιο θέμα.

● Εργάζεσαι κάπου αλλού; Αυτό που σπούδασες ας πούμε;

Διαβάζω, γράφω, φωτογραφίζω. Δεν κάνω άλλη δουλειά. Συστηματικά τον τελευταίο χρόνο ζωγραφίζω και κάνω εξορμήσεις στη Δράμα και τα γύρω χωριά. Βέβαια όλη αυτή η ελευθερία έχει το τίμημά της. Σημαίνει πατρικό, σημαίνει εξάρτηση. Αλλά δεν μπορούσα να γίνω δικηγόρος.

● «Είναι ακριβή η τιμή», λες, «είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις»…

Ναι, κι αυτό είναι από εκείνη την περίοδο. Ηθελα να έχω το κεφάλι μου καθαρό και να «βουτάω» στα άλλα. Πολλοί νομίζουν ότι έχω πολλά φράγκα. Επειδή με βλέπουν να γυρνοβολάω. Δεν έχω, μου αρκούν τα λίγα.

● Πού γράφεις;

Το αγαπημένο δωμάτιό μου είναι το μπαλκόνι. Είναι νότιο. Κοιτάει το Παγγαίο. Εκεί είναι το Καστανόδασος κι η Εικοσιφοίνισσα το μοναστήρι.

Το μπαλκόνι μου είναι κάτι μεταξύ ιερού και εργαστηρίου. Υπάρχουν πετρώματα που μαζεύω, ξύλα, πίνακες, αντικείμενα από τα ακατοίκητα σπίτια, μπογιές, λάδια, μαχαίρια, βιβλία και σπασμένα κομμάτια από μουσουλμανικές ταφόπλακες.

● Και το γραπτό πού βρίσκεται;

Ολα είναι σπασμένα, φθαρμένα, το ‘χουν γραμμένο μέσα τους το ποίημα. Δημιουργούν έναν δικό μου μικρόκοσμο.

● Πώς βλέπεις την Αθήνα;

Σαν το παιδί που πάει στο πολυκατάστημα, αλλά αργεί στους διαδρόμους. Η κίνηση των δρόμων με τρελαίνει. Μια φορά θυμάμαι σε μια ταράτσα έβλεπα παντού αυτά τα κύματα του τσιμέντου και μου ερχότανε να τα διαλύσω. Να δω ποιοι ζουν εκεί μέσα.

● Ποια λέξη της περιοχής σου χρησιμοποιείς συχνά, καθημερινά;

Το ’22 η Δράμα δέχτηκε τους περισσότερους Πόντιους. Υπάρχουν πολλά αρχαία ρήματα, ποντιακά δημοτικά τραγούδια, που χρησιμοποιούν ακόμα και τα ψάχνω.

Το «κανείτε», τελειώνετε, το λέω πολύ. Τελευταία σε κάτι ψησίματα με το σόι, άκουσα το: «Να κάνετε καλές δουλειές για να μην ανασκάφτουν τους γονείς σας», να μην τους κακολογούν, να μην τους ξεθάβουν. Πολύ δυνατή λέξη το «ανασκάφτουν».

● Τι κρατάς ως πιο δυνατή ανάμνηση από την οικογένεια;

Τον θάνατο της γιαγιάς. Στη Βόρεια Ελλάδα γενικά, φύγανε πολλοί μετανάστες, τέλη ’50-αρχές ’60. Οταν πέθαινε κάποιος δεν προλαβαίνανε να γυρίσουν.

Ειδικά όταν πέθαιναν οι γονείς τους, το είχαν σαν ισόβια ενοχή. Επρεπε να ειδοποιήσεις αμέσως στο τηλέφωνο, να προλάβουν το πρώτο αεροπλάνο.

Πέθανε λοιπόν η γιαγιά. Εμείς τα παιδιά βλέπαμε αυτά τα γεγονότα σαν ευκαιρία να μαζευτεί το σόι και να περάσουμε καλά.

Είχαμε μια απορία: «Ο πατέρας μας θα κλάψει;». Ηταν πάντα σοβαρός και απρόσιτος. Ερχεται λοιπόν ο πατέρας από τη δουλειά, δεν κλαίει. Πρώτη απογοήτευση. Μπαίνει μέσα, πάλι δεν κλαίει.

Πάμε στη γιαγιά, λέμε «τώρα θα κλάψει, θα δει τη μάνα του νεκρή, δεν μπορεί, θα κλάψει». Δεν κλαίει.

Την άλλη μέρα, ήταν να έρθουν οι αδερφές του από τη Γερμανία. Με το μπλε ταξί της Θεσσαλονίκης και το άγχος να προλάβουνε. Ερχονται. Βγαίνουν λοιπόν από το ταξί οι δυο αδερφές του. Είναι πια γκριζομάλλες. Και εκεί είδαμε τον πατέρα να κλαίει.

● Μεγάλη υπόθεση τότε το μπλε ταξί που έμπαινε στο χωριό;

Το μπλε ταξί έφερνε τους συγγενείς. Στέλναμε πολλές φορές δικούς μας ταξιτζήδες να τους πάρουνε από το αεροδρόμιο γιατί τρέχανε παραπάνω και τους φέρνανε πιο γρήγορα.

● Πότε άρχισε το πάθος με τη φωτογραφία;

Οταν ήμουνα στην πράσινη γραμμή στην Κύπρο, και τότε τράβαγα φιλμάκια ασπρόμαυρα, μέσα κι έξω από το στρατόπεδο. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ξανάρχισε. Εψαχνα λεπτομέρειες τοίχων σε εγκαταλειμμένα σπίτια που να θυμίζουν πίνακες του Ρόθκο.

Από εκεί μετά συνεχίστηκε στις χελώνες της ΔΕΗ με τα πορτρέτα, τα γεωμετρικά με τα χωράφια, τα εικαστικά και ένα μεγάλο κομμάτι με τα ακατοίκητα σπίτια.

● Ποιους ποιητές διαβάζεις;

Υπάρχουν οι νομπελίστες, αλλά εκεί που επιστρέφω ξανά και ξανά είναι κάτι ποιητές που έχουν πιο δεύτερο, τρίτο τραπέζι πίστα. Επιστρέφω στον Θανάση Τζούλη, στον Μαρκίδη, στον Βασίλη Στεργιάδη και επιστρέφω πολύ στον Λειβαδίτη που δεν είναι γλυκανάλατος, είναι σκληρός. Στον Χριστιανόπουλο επίσης.

● Και στη Δράμα υπάρχει ένα υποσχόμενο δυναμικό ποιητών και λογοτεχνών…

Η παρέα της Δράμας, ο Δημήτρης Πέτρου, ο Γιώργος Κασαπίδης, ο Αλέξανδρος Αραμπατζής, αλλά κι από πιο πίσω υπάρχει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, ο Φαίδων Πατρικαλάκις, ο Βασίλης Κούλης, ο Τσιαμπούσης.

● Ποιο ποίημά σου είναι το «πιο δικό σου»;

«ονόματι Τασία
τυφλή εκ γενετής/ας πούμε
ένας ιστορικός ενεστώτας
το πέρασμά της/ό,τι αντίκρισε το πήρε μαζί της/για τους άλλους
ακατοίκητη γλώσσα/την πήρε το μάτι κανενός;»

(από τη συλλογή «Μισές αλήθειες», εκδ. Μελάνι, 2012). Αυτή η τυφλή γυναίκα υπήρξε καθημερινά στην παιδική ηλικία μου, την παρατηρούσα κάθε μέρα να πηγαίνει τα ζώα στη βοσκή, κάτι βιδώθηκε μέσα μου τότε σαν σταυροκατσάβιδο -ίσως ακόμη γιατί το ποίημα αυτό κλείνει με μια ερώτηση «επί κοινωνίας κρεμάμενη», σαν γάντζος.

● Είσαι 34, πώς βιώνει η δική σου γενιά στη Δράμα τη γενικότερη κρίση;

Οι φίλοι μου, όσοι έχουν μείνει στην Ελλάδα, προσπαθούν με νύχια και με δόντια. Το μεγαλύτερο κομμάτι έχει φύγει έξω. Δεν νιώθει συνυπεύθυνο για την κρίση, έχει όνειρα.

Δεν μεταναστεύουν απλώς, χαιρετάνε, εγκαταλείπουνε. Διαπρέπουν στο εξωτερικό. Κάθε εβδομάδα αποχαιρετώ κι έναν φίλο.

● Σκέφτεσαι κι εσύ να φύγεις;

Εγώ δύσκολα μετακινούμαι. Το πιο πιθανό είναι μπω πιο βαθιά μες στα βουνά παρά να φύγω εξωτερικό. Θα περιμένω.

Αν πεθαίνει η Ελλάδα θέλω να δω την κηδεία της. Θα κάτσω, τους λέω, να ανάβω τα καντήλια των γονιών σας. Το ανατολικό κομμάτι της Δράμας ερειπώνεται, όσο με λυπεί άλλο τόσο με ιντριγκάρει. Ως ιστορικό φαινόμενο, σκηνικό κινηματογράφου.

Να ξέρεις, αυτοί που έχουν πρόβλημα στην κρίση δεν μιλάνε, χωρίς θέρμανση και άδειο ψυγείο. Δεν μιλάνε. Σφίγγουν τα χείλη τους. Γκρινιάζουν αυτοί που έχουν δέκα ακίνητα.

● Πώς βλέπεις τις σχέσεις των ανθρώπων;

Αυτό που σταδιακά ξεχαρβαλώνεται είναι η συντροφικότητα, το μοίρασμα, και η υπομονή που θέλει το μοίρασμα. Είναι μια κατάσταση σουπερμάρκετ, «ποικιλία να χάνεσαι, τιμές να κερδίζεις».

Πολλές μονάδες, με δυσκολία να μοιραστούμε πράγματα. Το βλέπω κι από τον εαυτό μου.

● Πώς τα πας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Εχω τρία χρόνια φέισμπουκ, φοβόμουνα ότι θα μου χαλάσει την αίσθηση με τον χρόνο. Σε αποσυντονίζουν, λειτουργούν διασπαστικά ακόμα και στο να διαβάσεις ένα βιβλίο. Σου χαλάει το βύθισμα.

Αν κάτι απολαμβάνω στη Δράμα είναι οι αργοί ρυθμοί, φιλόξενοι για να βυθίζεσαι σαν τον μεσημεριανό ύπνο που κρατάει στην επαρχία.

Το φέισμπουκ είναι ένα δημόσιο καφενείο, έχει ναρκισσισμό, μια παράλληλη κοινωνία καινούργια, έχει φασαρίες, παρεξηγήσεις, έρωτα. Εχει καλά και κακά.

● Το Φεστιβάλ Μικρού Μήκους στη Δράμα είναι πια ένας μεγάλος θεσμός…

Σαράντα χρόνια έκλεισε φέτος το φεστιβάλ, μια εβδομάδα πολύ όμορφη για την πόλη. Αλλά είναι μια περιοχή με μεγάλη ανεργία, δεν την ενδιαφέρει και πολύ.

● Πρώτη στην ανεργία η Δράμα…

Εφιάλτης. Θυμάμαι τον πατέρα μου στο παραπέντε άνεργο, μόνο για δυο μήνες ευτυχώς. Δεν μιλιότανε με τα χέρια στις τσέπες, και μετά διάβασα τον Καρούζο που λέει: «Μην του μιλάτε αυτού, έχει τα χέρια στις τσέπες του σαν να κρατάει χειροβομβίδες. Είναι άνεργος». Αυτό που θυμόμουνα στα δέκα μου δηλαδή.

Ο πατέρας μου… παλιός ασυρματιστής, αργότερα έγινε καπνεργάτης για εφτά χρόνια. Απ’ τα 13 του έμεινε μόνος, σ’ ένα σπίτι με δυο δωμάτια, όλο λάσπη.

● Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε χώρος για απογοήτευση, μόνο για κουράγιο…

Εκαναν πολύ κουράγιο οι άνθρωποι εκεί. Η Δράμα είχε τρεις βουλγάρικες κατοχές, κάτι που δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος, έφτασαν τρεις φορές στα όρια του λιμού.

Υπήρχε ένταση στην απόφαση να πάνε μπροστά. Ηταν ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο βέβαια.

● Ξέρω πως αγαπάς πολύ τα παλιά ποντιακά δημοτικά τραγούδια, ποιο είναι το αγαπημένο σου;

Εγώ τον Αδην ένοιξα και την πομπήν ατ’ είδα/ τριύλω-ύλω σκοτεινόν, η μέσε φρουχνασμένον… Που πάει να πει, «εγώ τον Αδη άνοιξα, το χάλι του εγώ είδα/ τριγύρω-γύρω σκοτεινός, στη μέση μουχλιασμένος». Αυτό. Με συγκινεί πολύ.

*Από την Εφημερίδα των συντακτών στο https://www.efsyn.gr/arthro/einai-akrivi-i-timi-eite-plironeis-eite-eispratteis

Κατερίνα Λιάτζουρα, Αποκαΐδια ηθικής, Εκδόσεις «Βακχικόν»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στις μέρες μας κυκλοφορούν αρκετές ποιητικές συλλογές, που εμπεριέχουν σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό. Αυτές οι συλλογές δέχονται δύο ειδών επικρίσεις. Από τη μια μεριά, το να γράψει κανείς ποίηση για την κρίση, θεωρείται κλισέ και από την άλλη η κοινωνική ποίηση χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως στρατευμένη. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι λάθος. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, όλο και περισσότεροι ποιητές νιώθουν μέσα τους ένα ξέσπασμα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης και θέλουν να βροντοφωνάξουν με την ποίησή τους. Όσον αφορά τη στράτευση, θεωρούμε, ότι μπορεί να υπάρξει ποίηση πολιτικοποιημένη, όχι, όμως, κομματικοποιημένη γιατί τότε παύει να είναι ποίηση κι ας έχει στίχους. Άρα, η ποίηση μπορεί να έχει καλή έννοια ως στρατευμένη, όχι απαραίτητα σε ένα κόμμα, αλλά σε μια ευρύτερη ιδεολογία.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε, διαβάζοντας το βιβλίο της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Βακχικόν». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει κυρίως κοινωνική ποίηση με άμεσες αναφορές στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα της οικονομικής κρίσης. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να χαρακτηρίσουμε την ποίηση της Λιάτζουρα, ως αντιμνημονιακή, διαβάζοντας ποιήματα, όπως το: «Πλατεία Συντάγματος 2011», όμως, έτσι θα διακινδυνεύαμε να καλύψουμε μόνο ένα μέρος του κοινωνικού της προβληματισμού.

Η πλύση εγκεφάλου, που γίνεται στον σύγχρονο άνθρωπο, από τα ΜΜΕ δημιουργεί ένα σκόπιμο μπέρδεμα: «Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι. / Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ. / Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες / ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.» Και για όσους αντιστέκονται: «Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία / ή στον εξορκισμό.» Σε άλλο ποίημα, η Κατερίνα Λιάτζουρα στηλιτεύει την πολιτική, όπου της δίνει την παλιά σωστή της έννοια της απάτης: «Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία / η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι.», ενώ για τις προσδοκίες κοινωνικής αλλαγής μέσω εκλογών Θα γράψει: «Τα κτήρια γύρω καταρρέουν στο μυαλό / το ίδιο και η ελπίδα της ανατροπής.», για να καταλήξει: «Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.» και αλλού: «Τι σκοτίζεσαι στολιδάκι; / Στο τέλος των εκλογών / θα σε βυθίσουν και πάλι στη χρόνια λήθη σου. / Γιατί έτσι σε θέλουνε. / Κοιμισμένο.» Παρακάτω, η ποιήτρια δεν θα διστάσει να τα βάλει με τον άνθρωπο, που κλείνει τα μάτια του μπροστά στα κοινωνικά ζητήματα και κάθεται στον καναπέ περιμένοντας «την ψυχική ανάταση ή και τη λιποαναρρόφηση», ενώ στο τέλος του ποιήματος, ρωτάει ειρωνικά: «Και αναρωτήθηκες αφού με λίζινγκ τα ανέθρεψες όλα / γιατί μπάζουν τα όνειρά σου;» Όμως, η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν γράφει μόνο για να περιγράψει τα κακώς κείμενα, αλλά κυρίως για να αφυπνίσει: «Το θέαμα της Ιστορίας και των εγκλημάτων της / γεννά παιδιά εξεγερμένα».

Ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» αναφέρεται στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, περνώντας ξεκάθαρα αντιρατσιστικά μηνύματα. Έτσι, οι πρόσφυγες περιγράφονται ως «όμηροι ανεδαφικών περιορισμών» και το κλείσιμο των συνόρων φέρνει απελπισία: «Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα. / Κυρτώσανε οι ράχες τους / καμπούριασε η ελπίδα.» και αλλού: «Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου. / Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια. / έχω κλειστοφοβία -σας το ‘πα;» Αλλά, η ποιήτρια δεν στέκεται μόνο στο τι περνάνε οι πρόσφυγες μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα, αλλά και τι περνάνε μέσα στην Ελλάδα. Έτσι, στο ποίημα «Ριτσώνα camp» θα γράψει: «Η ελπίδα ωστόσο σάπισε / Σάπισε στο πορτμπαγκάζ.», ενώ στο ποίημα «Ειδομένη» θα ειρωνευτεί τραγικά: «Τιμή ευκαιρίας. / Στις δύο ψυχές η τρίτη δώρο.»

Η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής» είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, με αυστηρή οικονομία λέξεων ακόμα και σε κάποια πολύστιχα ποιήματα, ενώ υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και αποφεύγεται η πεζολογία. Η ποίηση της Λιάτζουρα είναι κατανοητή και δεν χάνεται σε δαιδαλώδεις λαβύρινθους ερμητικά κλειστών νοημάτων.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι πραγματικά αφιερωμένη, όπως γράφει και η ίδια στην αφιέρωση-προμετωπίδα του βιβλίου της: «Σε όσους ονειρεύονται ακόμα / και ελπίζουν / τον κόσμο ετούτο να αλλάξουνε.»

“γράψον ουν α είδες” * (Το κατ’ όναρ απόκοσμο σύμπαν και οι αλχημείες της Ζυράννας Ζατέλη)

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Η Ζυράννα Ζατέλη – η σημαντικότερη ίσως Ελληνίδα πεζογράφος, και απ’ τις καλύτερες στην Ευρώπη – αποτελεί ζώσα ενσάρκωση ποικίλων παραδοξοτήτων. Πρόκειται για έναν πραγματικό «γρίφο» που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε. Είτε πρόκειται για το ιδιότυπο ονοματεπώνυμό της (που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο) και τους κρυπτικούς τίτλους των βιβλίων της, είτε για την αντισυμβατική ζωή και τις ιδιορρυθμίες της (την εμφάνισή της σε φωτογραφίες, στην τηλεόραση, σε συνεντεύξεις, στο αλλόκοσμο περιβάλλον του σπιτιού της, κτλ). Όλα σ’ αυτή την εκκεντρική γυναίκα συντείνουν σ’ ένα αίνιγμα προς αποκωδικοποίηση, εξαίρεση του οποίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και το τελευταίο της πόνημα «Τετράδια ονείρων» (εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2017) οι συνθήκες έκδοσης και η πρωτοτυπία του οποίου το καθιστούν – δικαίως – εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ενώ το αναγνωστικό κοινό αδημονούσε να κυκλοφορήσει το τρίτο μέρος της πολύκροτης μυθιστορηματικής τριλογίας της (που πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με τίτλο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε πρώτος», για να ακολουθήσει μετά από επτά χρόνια το δεύτερο μέρος: «Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές»), τελικά αιφνιδίασε τους πάντες με ένα απροσδόκητο μη μυθοπλαστικό βιβλίο. Πώς προέκυψε αυτό; Στις 3 Μαρτίου 2017 η συγγραφέας κατέβηκε στον οδό Ακαδημίας για να φωτοτυπήσει ορισμένες σελίδες από τα τετράδια ονείρων της (το όγδοο και το ενδέκατο) που κρατούσε για να τις συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα που ετοίμαζε. Περνώντας από τον εκδότη της, κι ενώ συζητούσαν με τον Θανάση Καστανιώτη, σε μια στιγμή ο τελευταίος παρατήρησε ένα περίεργο σημειωματάριο (τα εξώφυλλα του οποίου ήταν εικονογραφημένα με γάτες και πουλιά) να πέφτει από την τσάντα της. Ήταν τα «Τετράδια ονείρων». Εντυπωσιασμένος, της πρότεινε να επιλέξει κάποια όνειρα για να εκδοθούν ως αυτόνομο βιβλίο, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα που ολοκλήρωνε. Κάτι που έγινε μετά τρεις μήνες, καθώς η ιδέα της συγγραφικής «ανάσας» από το μυθιστόρημα που δούλευε την δελέασε.

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης: Από την «ποίηση της ήττας» στην «εξέγερση των αισθήσεων»

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Η ποιητική συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» (εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2016) είναι η δεύτερη του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη και εκδόθηκε λίγο μετά την πρώτη («Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016). Και σ’ αυτή τη συλλογή που αποτελείται από 25 ποιήματα, όπως και στην προηγούμενη, κύρια θεματική συνιστώσα της είναι το ανικανοποίητο, η υπαρξιακή αγωνία και ασφυξία του σύγχρονου ανθρώπου, ως απότοκο των ψυχο-συναισθηματικών αδιεξόδων που προκύπτουν από μια μη αυθεντική, μεταπρατική, (fake) ζωή, η οποία ενώ γίνεται όλο και πιο επίπλαστη και τεχνητή, αγωνίζεται να μιμηθεί την αληθινή. Έρμαιο αυτής της κίβδηλης κατάστασης νιώθει ο ποιητής ο οποίος πασχίζει (μάταια;) να βρει κάποιο ζωντανό ψήγμα αλήθειας, εξομολογούμενος: «δες με που ξεστρατίζω / με μια αλήτικη διάθεση / να διασπάσω τις αδάμαστες / κορνίζες των καιρών / να τους δώσω υπόσταση / στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου // δες με που βρίζω ασύστολα / βωμούς και θεούς / απαστράπτουσες προσωπικότητες / σιντεφένια πλαστικά / είδωλα των θεαμάτων / της πεντάρας […]» («Δες με», σ. 18). Αυτή μάλιστα η φτηνή απομίμηση της ζωής έχει λάβει τέτοιες ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σε σημείο που να παραχαράσσει την ίδια τη φύση, όπως διαπιστώνει κυνικά: «Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά / σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας / απέδρασε από τις αρτηρίες μας / μετοίκησε σε άλλα καταγώγια / έγινε στρώμα καπνού // έχει όμως προοπτική αναγέννησης / από τις στάχτες της / μ’ εμπορικές ρήτρες / ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση» («Ξεμάκρυνε η φύση», σ. 20). Η βεβήλωση αυτή αγγίζει επίσης ό,τι πιο ιερό και όσιο έχει απομείνει στον άνθρωπο: την ίδια την ποίηση, παραποιώντας την. Εξού και αγανακτισμένος εξανίσταται: «δες με που πασχίζω μια / καθοριστική κλοτσιά να δώσω / στ’ αγάλματα και τις ρύμες / που καμώνονται την ποίηση // δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου / σε παράταξη μάχης / στ’ αλώνια του χρόνου / με την κραυγή // στον αγύριστο / μεσίτες της ζωής μας» («Δες με», σσ.18-19).

Αυτό που διαφοροποιεί όμως την παρούσα από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Τρωαδίτη είναι η συνειδητότερη μετατόπισή του από το γενικότερο και πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο και απτό. Ήτοι, στα αίτια και αιτιατά των κακώς κειμένων αυτής της ρομποτοποιημένης, απάνθρωπης κατάστασης, βάζοντας τους τύπους επί των ήλων. Εδώ ο ποιητής δεν περιορίζεται ούτε αρκείται στην εκτόνωση μέσω του καταγγελτικού λόγου, αλλά πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Ανιχνεύει – πάντα με τα μέσα και τους άτυπους κανόνες της ποίησης – του «τις πταίει», αν και τι μπορεί (και πρέπει) να γίνει προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση. Αυτό δεν το κάνει αυθόρμητα και τυχαία αλλά συνειδητά και μεθοδικά. Κατ’ αρχήν, ως συνέχεια και συνέπεια των προαναφερθέντων (περί «υπαρξιακής ασφυξίας» κτλ), προβάλλει, παρωδώντας, τα αποτελέσματα της περιώνυμης «νέας τάξης πραγμάτων» (που αποκαλεί «νέα ακαταστασία πραγμάτων») η οποία έχει επιφέρει τη «νέα φτώχεια [κι] εκμετάλλευση» εξαιτίας των ηγετών «του βροντερού τίποτα» που υπήρξαν οι πρωτεργάτες του «νέου τύπου ανθρώπου». Γι’ αυτά τα αποτελέσματα όμως ο ποιητής δεν μέμφεται μόνο τους υπαίτιους (ανίκανους και/ή καιροσκόπους) «ηγέτες» αυτής της κατάστασης, αλλά περισσότερο το ανώνυμο πόπολο που έπεσε θύμα στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, καθώς και της δικής τους αφροσύνης εξαιτίας της «ατέλειωτης κραιπάλης». Εξού και η ειρωνική προτροπή του προς αυτούς: «προσκυνήστε, ω! πιστοί!… // μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού / προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα // υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο των αναβαπτισμένων αγαλμάτων / στον θρίαμβο του νέου τύπου ανθρώπου [που] είναι έτοιμος να πλέξει ξανά / τη φανέλα του στρατιώτη / για τη δόξα των νέων πατρίδων / των αγορών και των στατιστικών» («Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…» σσ. 30-31).

Μετά τη διαπίστωση-απολογισμό-διάγνωση της κατάστασης και του ποιος και τι φταίει, ο ποιητής προτείνει ως ανάχωμα προς την «πορεία προς το θάνατο», και πιθανή συνταγή θεραπείας του «κακού», την «εκρηκτική σκέψη / έμμονη και φλογερή / πυρωμένη / στο αμόνη της ταξικής πάλης» που θα επιφέρει «μια θεσπέσια χαραυγή / των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση / της ψυχής / που δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» («Με μια κόκκινη ανάταση», σ. 25). Εδώ βέβαια, οι ιδεολογικο-πολιτικοί συνειρμοί και υπαινιγμοί του ποιητή είναι σαφείς – πολύ περισσότερο όταν ο τίτλος του παραπάνω ποιήματος επιλέγεται ως αντιπροσωπευτικός της συλλογής. Ωστόσο, κάθε άλλο παρά για ιδεολογικο-πολιτικό μανιφέστο πρόκειται. Για τον απλούστατο λόγο ότι σε δυο άλλα του ποιήματα ο Τρωαδίτης μπορεί να μην αναιρεί ή αποκηρύσσει τον πυρήνα των ιδεολογικο-πολιτικών καταβολών και «πιστεύω» του, σίγουρα όμως αποστασιοποιείται εμφανώς από την ιδέα ότι αυτά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και τη μοίρα του. Εύγλωττο δείγμα αυτής της στάσης του είναι το καίριο ποίημα «Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», στο οποίο ομολογείται απερίφραστα από τον πρώτο κιόλας στίχο η «ήττα» και συνεπώς το περιττό του αγώνα («προσωπικού και συλλογικού) καθώς ο τελευταίος οριστικά και αμετάκλητα «έχει πια κριθεί»: «Πασχίζεις να καταργήσεις όσα δεν καταργούνται / συμπράττεις ακόμα και με τον εχθρό σου / για να πετύχεις έστω μιαν αναπνοή // […] προσπαθείς να διαβείς την τάφρο / που σε χωρίζει από τη ζωή / αλλά τα μονοπάτια καίγονται / και μένεις μετέωρος / με αισθήματα τρεμάμενα / επιφάνειες που τρεκλίζουν / και συνθήματα που δεν απηχούν / ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…» (σ. 22). Προφανώς πρόκειται για μια διφυή σημειολογία του «εμφυλίου», καθώς ο τελευταίος από τη μια παραπέμπει σαφώς στο ιστορικό γεγονός του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949), με την ήττα της Αριστεράς, ενώ από την άλλη υπανίσσεται τον προσωπικό «εμφύλιο» του ποιητή (με τις αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και τα συναισθήματά του ως απόρροια του πρώτου γεγονότος), με αποτέλεσμα να νιώθει ορφανός και «μετέωρος με αισθήματα τρεμάμενα». Σημειωτέον ότι δεν είναι καθόλου περίεργο ούτε ξαφνιάζει το γεγονός ότι το στοιχείο του «μετεωρισμού» κυριαρχεί όχι μόνο σ’ αυτή τη συλλογή, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής δημιουργίας του Τρωαδίτη. Ωστόσο, μολονότι ο τελευταίος δεν έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, δεν έχει λιποτακτήσει και παραδοθεί, αλλά συνεχίζει τον αγώνα, καθώς «Πασχίζεις να…» (σ. 22), εντούτοις δεν έχει αυταπάτες. Αντιθέτως, είναι αρκετά ρεαλιστής για να συνειδητοποιεί την ουτοπία του ιδεολογικο-πολιτικού αγώνα, αφού «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…».

Η στάση αυτή του ποιητή επαυξάνεται κατηγορηματικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο αυτοεξομολογητικό του ποίημα «Προς λαθρόβιο αγκιτάτορα» (αντίβαρο του ποιήματος «Με μια κόκκινη ανάταση»), το οποίο, με γενναιότητα και χωρίς παρωπίδες, αντικατοπτρίζει την τωρινή ρεαλιστική κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Εξού και ο ανυπόκριτος μονόλογός του προς εαυτόν – τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο λόγω της βαρύτητάς του: «Κλείνεις τις ιδέες σου στα εκμαγεία της σοφίας / όπως κλείνεις τα χειμωνιάτικα ρούχα / στα μπαούλα με μπόλικη ναφθαλίνη // τις βγάζεις μόνο όταν θυμάσαι / τις ένδοξές σου αγκιτάτσιες / τις παλιοκαιρίστικες / όταν ρητόρευες στις πλατείες / και στα πλακόστρωτα της ανάγκης // επιδιώκεις να ζήσεις μ’ αυτές / ως άλλοθι για τις αποτυχημένες / επαναστατικές σου απόπειρες // αλλά έτσι όπως έχεις στερέψει / και την τελευταία σταγόνα / προλεταριακού καύσιμου / περιφέρεσαι ολομόναχος / στις σύγχρονες εξεγέρσεις / για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα // το τραγούδι σου βράχνιασε πλέον / παρ’ όλα τα μαγικά σου τσιτάτα / και όντας σφόδρα αφελής / πασχίζεις να / ανθοφορήσουν / οι ιδεολογικές σου εμμονές» (σ. 28).

Έτσι, ενώ από τη μια ο ποιητής δεν φαίνεται πρόθυμος να εγκαταλείψει τα πολιτικά του πιστεύω, αποσκιρτώντας/αποστατώντας από την ιδεολογία που τον γαλούχησε επί χρόνια (βλ. «Με μια κόκκινη ανάταση»), από την άλλη συνειδητοποιεί ξεκάθαρα ότι πρόκειται για σκέτη αυταπάτη. Κι αυτό διότι οι ιδεολογικές «εμμονές» του, καθότι «σφόδρα αφελής», δεν είναι παρά «για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα» (ή «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως λέει ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ελένη»). Πρόκειται, ομολογουμένως, για ένα ειλικρινά συγκλονιστικό ξεστήθιασμα, σπανιότατο στην ελληνοαυστραλιανή ποίηση, και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν.

Παρ’ όλα αυτά, ή εξαιτίας αυτών, η συγκεκριμένη συλλογή, αλλά και η ποίηση του Τρωαδίτη γενικότερα, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της αποκαλούμενης «ποίησης της ήττας». Όχι μόνο επειδή ο ποιητής γεννήθηκε πολύ μετά την περίοδο της Κατοχής–Αντίστασης–Εμφυλίου και ήττας της Αριστεράς – άρα δεν έχει προσωπικά βιώματα όπως άλλοι ποιητές (Μανόλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος κτλ) – αλλά κι επειδή μόνο ευκαιριακά και όχι συχνά ασχολείται με ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα. Αλλά κι όποτε συμβαίνει αυτό, το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο (στα ουσιώδη) αλλά λειτουργεί κυρίως παραπληρωματικά (ως επουσιώδες). Περισσότερο για την τιμή των όπλων, ή για να «αντισταθεί στο ξεθώριασμα / των ιδεών των άδειων από λέξεις» («Στο ξεθώριασμα», σ. 33).

Τούτων δοθέντων, η οιαδήποτε άμεση ή έμμεση «ήττα» στην ποίηση του Τρωαδίτη δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική αφετηρία αλλά πρωτίστως υπαρξιακή αφού, ουσιαστικά, από εκεί απορρέει ο όλος προβληματισμός και η κοσμοθεωρία του για το ανικανοποίητο της ζωής και την υπαρξιακή ασφυξία. Γι’ αυτό άλλωστε και στην ενδελεχή εξέτασή μου της πρώτης ποιητικής συλλογής του, επεσήμανα τα εξής: «η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες “έμμονες ιδέες” που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος. […] Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού». Εξού και η ιστορικο-ιδεολογικο-πολιτική «ήττα» εδώ δεν είναι η αιτία αλλά το επακόλουθο/αποτέλεσμα της υπαρξιακής ήττας του ανθρώπου γενικότερα. Απόδειξη ότι, στην πρώτη του συλλογή, ο ποιητής μόνο ακροθιγώς και υπανικτικά θίγει το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο, ενώ στη δεύτερη συλλογή του ξανοίγεται περισσότερο, μιλώντας ξεκάθαρα για τη σχέση του με την Αριστερά και την «ήττα» της. Η ουσία πάντως παραμένει ίδια.

Στην προηγούμενη συλλογή του Τρωαδίτη είχα παρατηρήσει ότι «ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου». Στη δεύτερη συλλογή του, ως αντίβαρο και αντίδοτο στην «ήττα» αντιπαραβάλλεται κυρίως η αντίσταση μέσω του έρωτα, ή η επανάσταση μέσω της «εξέγερσης των αισθήσεων», κατά τις επιταγές του Παρισινού Μάη («κάντε έρωτα, όχι πόλεμο»): «Θα κάνω τις κινήσεις του σώματος / σοφότερες από το μυαλό / […] θα κρατήσω την εσωτερική μας φωτιά / μόνο δική μας / την ώρα που το κορμί μας στριφογυρίζει / αλλάζοντας χρωματισμούς και στάσεις / στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας» («Στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας», σ. 38). Το ερωτικό κρεσέντο κορυφώνεται στο εκτενέστερο και γνησιότερο ερωτικό ποίημα «Το φως του κεριού» όπου ο ποιητής, αντιστεκόμενος στους «επικείμενους θανάτους» που τον περιτριγυρίζουν, αντιτάσσει το μαγικό ελιξήριο του έρωτα, προτρέποντας: «έλα να λευτερώσουμε τις ψυχές μας / να σπάσουμε τις αλυσίδες που μας έχουν / δέσμιους σε πασάλους ηθικών, / να γδυθούμε απέναντι σε φώτα λυτρωτικά, / κάτω απ’ τα φύλλα του φθινοπώρου / πριν μας προλάβουν οι καταιγίδες… // σε βλέπω πέρα απ’ τα σύνορα / σε κόσμους χωρίς κραυγές απόγνωσης / αγγίζοντας τις νεφέλες της νύχτας, / υψώνοντας σφιχτά τα χέρια μας στις αρμονίες, / αγκαλιασμένοι ν’ αντιστεκόμαστε / στις δίνες που θα φτάνουν…» (σ. 43-44).

Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη δεν αυτοαναιρείται ούτε είναι αντιφατική, όπως εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από την παραπάνω εξέταση. Αντιθέτως, είναι πολυσυλλεκτική και πολυπρισματική – ακόμη κι όταν κυριαρχούν ορισμένα σταθερά μοτίβα. Η όποια αντίθεση και αντίφαση αποσκοπούν στη δημιουργική σύνθεση μέσω του σχήματος «θέση-αντίθεση-σύνθεση» Άλλωστε, όπως παρατηρούσα στην προηγούμενη κριτική μου, «η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση [αφού] κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη υφή της». Τέλος, και με τη δεύτερη ποιητική συλλογή του ο Τρωαδίτης εδραιώνει πλέον τη θέση του στον ποιητικό χώρο, αποδεικνύοντας ότι ξέρει να ανανεώνεται, να προβληματίζεται και προβληματίζει, αλλά και να συναρπάζει ποικιλοτρόπως τον σοβαρό, απαιτητικό αναγνώστη. Με τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του που έχουμε εξετάσει έως σήμερα, διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα που θα τον ανεβάζουν όλο και ψηλότερα, ως ποιητή αξιώσεων, στο corpus της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας – και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν…

*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).