Ποι­η­τές και ποι­ή­τριες της νέας γε­νιάς που αξί­ζει να δια­βά­σεις – Α’ μέρος

Πα­ρου­σιά­ζει ο Ει­ρη­ναί­ος Μα­ρά­κης

Ποι­η­τές και ποι­ή­τριες της νέας γε­νιάς πα­ρου­σιά­ζου­με σή­με­ρα στο πε­ριο­δι­κό Ατέ­χνως χρη­σι­μο­ποιώ­ντας στοι­χεία από πα­λιό­τε­ρες δη­μο­σιεύ­σεις μας αλλά και συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας και ποι­η­τές που δεν έχου­με ανα­φέ­ρει στο πα­ρελ­θον, με τα ανά­λο­γα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία και ποι­ή­μα­τα, σε μία προ­σπά­θεια γνω­ρι­μί­ας με φωνές που σί­γου­ρα έχουν να προ­σφέ­ρουν στην σύγ­χρο­νη, ελ­λη­νι­κή ποι­η­τι­κή σκηνή και οι οποί­ες εκ­φρά­ζουν μια υπαρ­κτή τάση που άλλοι χα­ρα­κτη­ρί­ζουν, λαν­θα­σμέ­να, ως “αρι­στε­ρή με­λαγ­χο­λία” κι άλλοι ως “ποί­η­ση της κρί­σης”.

Από αυτή την άποψη, αυτές οι τόσες αντι­φα­τι­κές φωνές με­τα­ξύ τους έχουν, είναι η αλή­θεια, κά­ποια στα­θε­ρά στοι­χεία τα οποία μπο­ρού­με να εντο­πί­σου­με και τα οποία κω­δι­κο­ποιού­νται στο ότι το πα­ρελ­θόν, ιστο­ρι­κό και φα­ντα­στι­κό, πραγ­μα­τι­κό και κα­τα­σκευα­σμέ­νο στα ερ­γα­στή­ρια των αστών ιστο­ρι­κών και οι­κο­νο­μο­λό­γων αλλά και η πραγ­μα­τι­κή ιστο­ρία που γρά­φε­ται κα­θη­με­ρι­νά, συ­νει­δη­τά ή και ασυ­νεί­δη­τα, στους δρό­μους, στις απερ­γί­ες, στα στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης προ­σφύ­γων, στις ουρές της Εφο­ρί­ας και των ΚΕΠ, στα σπί­τια με έλ­λει­ψη θέρ­μαν­σης, στα κα­τα­φύ­για αστέ­γων είναι το υπό­βα­θρο που ανα­πτύσ­σε­ται αυτή η τάση της ποί­η­σης μας που κά­ποιοι ονο­μά­ζουν ποί­η­σης της κρί­σης ή και ποί­η­ση της αγα­νά­κτη­σης ενώ υπάρ­χουν κι αυτοί που αρ­κού­νται σε μια ιδε­α­λι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση αυτών των ζη­τη­μά­των ή και σε μία, ηθε­λη­μέ­νη στις πε­ρισ­σό­τε­ρες φορές, άγνοια αυτών των ζη­τη­μά­των.

Ξε­κι­νά­με με τον Πα­να­γιώ­τη Πα­πα­πα­να­γιώ­του (1978) που απο­τε­λεί μια από τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ποι­η­τι­κές φωνές της νέας γε­νιάς. Η πρώτη του ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή “Σα­πράν­θρω­ποι” (2012) που κυ­κλο­φό­ρη­σε από τις εκ­δό­σεις Ρέω, εμ­φα­νί­στη­κε σαν ατο­μι­κή αυ­το­έκ­δο­ση και αυ­το­έκ­φρα­ση της προ­σω­πι­κής οργής και αη­δί­ας, που ένιω­σε και νιώ­θει ο ποι­η­τής, αλλά και της χα­μέ­νης αγά­πης και απώ­λειας, που νιώ­θει σαν άν­θρω­πος και δη­μιουρ­γός μέσα σε μια κοι­νω­νία που όπως θα έλεγε ένας πα­λιός φι­λό­σο­φος: «Πίνει από κρα­νία σφαγ­μέ­νων αν­θρώ­πων». Τα ποι­ή­μα­τα αυτής της συλ­λο­γής αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα η ποί­η­ση του Πα­να­γιώ­τη Πα­πα­πα­να­γιώ­του, κι­νού­νται γύρω από ένα κοι­νω­νι­κό, πο­λι­τι­κό πλαί­σιο αλλά είναι και βα­θύ­τα­τα ερω­τι­κά. Δεν κα­ταγ­γέ­λουν απλά, αγω­νί­ζο­νται για μια άλλη κοι­νω­νία. Υψώ­νουν φωνή μέχρι τον ου­ρα­νό. Ερω­τεύ­ο­νται και αγα­πούν. Αγα­πούν το σώμα κι έρ­χο­νται σε γό­νι­μη αντι­πα­ρά­θε­ση με την επί­ση­μη ιδε­ο­λο­γία, με την κα­τα­πί­ε­ση και τον ιμπε­ρια­λι­σμό. Κι η γλώσ­σα του ποι­η­τή που είναι κοφτή, λυ­ρι­κή, πε­ρι­γρα­φι­κή, σα­τυ­ρι­κή, ει­ρω­νι­κή, χωρίς πε­ριτ­τά στο­λί­δια κι αγνή στις προ­θέ­σεις της, απο­δί­δει με τον κα­λύ­τε­ρο τρόπο αυτά που θέλει να μοι­ρα­στεί μαζί μας ο δη­μιουρ­γός. Πλού­σια σε ει­κό­νες, πε­ρι­γρα­φι­κή και βα­θειά συ­ναι­σθη­μα­τι­κή. Το βα­σι­κό­τε­ρο όλων είναι ότι ο ποι­η­τής δεν πα­ρα­μέ­νει ένας απλός θε­α­τής των εξε­λί­ξε­ων αλλά συμ­με­τέ­χει ενερ­γά στην τα­ξι­κή πάλη και συ­γκε­κρι­μέ­να μέσα από τον χώρο της αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής αρι­στε­ράς. Όπως υπο­στη­ρί­ζει ο ίδιος, είναι ένας «ποι­η­τής της πα­ρακ­μής», κι αυτό γιατί πε­ρι­γρά­φει μια πα­ρηκ­μα­σμέ­νη κοι­νω­νία, σχε­δόν νεκρή. Γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ότι «Μια μπα­λά­ντα της πα­ρακ­μής θα σας πω εγώ / ο ποι­η­τής της πα­ρακ­μα­σμέ­νης επο­χής» κι αυτό μπο­ρού­με να πούμε ότι απο­τε­λεί μια από τις κε­ντρι­κές ιδέες της ποι­η­τι­κής συλ­λο­γής “Σα­πράν­θρω­ποι”. Από την πλευ­ρά μου θα έλεγα πως είναι ένας ποι­η­τής, ικα­νός να αφή­σει ισχυ­ρό το στίγ­μα του στην λο­γο­τε­χνία μας.

Γρη­γο­ρό­που­λος όπως Καλ­τε­ζάς

Σκι­σμέ­νες αφί­σες στην πλα­τεία,
λά­στι­χα σκα­σμέ­να στο δρόμο,
κάδοι σκου­πι­διών κα­μέ­νοι.

Ζεστό αίμα κυ­λά­ει στο δρόμο,
ένα παιδί νεκρό.
Το κρά­τος θριαμ­βεύ­ει στα πτώ­μα­τα,
στους νε­κρούς με­τα­νά­στες, στη γριά,
στο μα­γα­ζά­το­ρα που φο­βά­ται.

Το κρά­τος θριαμ­βεύ­ει στα πτώ­μα­τα,
ο Αλέ­ξης νε­κρός.
Ένα οδό­φραγ­μα στην Πα­νε­πι­στη­μί­ου,
ΜΑΤ τρέ­χουν στην Κου­μουν­δού­ρου,
η δια­δή­λω­ση φου­ντώ­νει.

Ο Αλέ­ξης έπεσε νε­κρός αλλά είναι ζω­ντα­νός.
Ζεστό αίμα κυ­λά­ει στο δρόμο,
όπως στην Πέ­τρου Ράλλη.
Το κρά­τος θριαμ­βεύ­ει στα πτώ­μα­τα
αλλά όχι στους νε­κρούς.

Ήταν 1985, είναι 2008.
Λε­γό­ταν Μι­χά­λης Καλ­τε­ζάς,
λέ­γε­ται Αλέ­ξης Γρη­γο­ρό­που­λος.
Τάξη επι­κρα­τεί στο Βε­ρο­λί­νο της Αθή­νας!
Τάξη επι­κρα­τεί πάνω στα πτώ­μα­τα δύο παι­διών.
Εμείς δεν ξε­χά­σα­με ποτέ!

Σύ­ντρο­φε πιάσε το χέρι μου να κά­νου­με αλυ­σί­δα!

Ο ποι­η­τής Θωμάς Νι­κο­λά­ου γεν­νή­θη­κε στην Αθήνα το 1988 αλλά η οι­κο­γέ­νεια του κα­τά­γε­ται από τον Άγιο Γε­ώρ­γιο, ένα μικρό χωριό στους πρό­πο­δες των Αγρά­φων, όπου οι λαι­κές ιστο­ρί­ες και οι μύθοι της πε­ριο­χής έχουν επη­ρε­ά­σει την προ­σω­πι­κό­τη­τά του, όπως δη­λώ­νει επί­σης. Αλλά μπο­ρού­με να υπο­θέ­σου­με, κι αυτό δια­βά­ζο­ντας τα ποι­ή­μα­τά του και χωρίς να θέ­λου­με να δη­μιουρ­γή­σου­με ένα ψυ­χο­λο­γι­κό-αι­σθη­τι­κό προ­φίλ του δη­μιουρ­γού, ότι η ίδια η πόλη, οι κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές συν­θή­κες έχουν επη­ρε­ά­σει τον δη­μιουρ­γό. Μια με­λαγ­χο­λι­κή διά­θε­ση και μια αί­σθη­ση μα­ταί­ω­σης (και στο βι­βλίο του «Έχω δει θεούς να γκρε­μί­ζο­νται» (εκ­δό­σεις Λο­γό­τε­χνον) μπο­ρεί να εντο­πί­σει κα­νείς πίσω από τις λέ­ξεις του αλλά και μια διά­θε­ση για συ­νο­λι­κό­τε­ρη σύ­γκρου­ση με θε­σμούς, κα­τε­στη­μέ­νες αντι­λή­ψεις κι ιδέες με υπαρ­κτά προ­βλή­μα­τα. Τα ποι­ή­μα­τα του δεν είναι μο­νό­πλευ­ρα, δεν έχουν μόνο μία εξή­γη­ση κι η γλώσ­σα τους είναι απλή αλλά όχι απλοϊ­κή, δεί­χνο­ντας με τον κα­λύ­τε­ρο τρόπο ότι όντως απο­τυ­πώ­νε­ται δη­μιουρ­γι­κά η σχέση του ποι­η­τή με την καλ­λι­τε­χνι­κή ελευ­θε­ρία σχε­τι­κά με την εξου­σία και τα ερω­τι­κά, πρό­σκαι­ρα ή μό­νι­μα, συ­ναι­σθή­μα­τα. Είναι ένας ποι­η­τής που συ­μπά­σχει με τα προ­βλή­μα­τα που αντι­με­τω­πί­ζει η ερ­γα­τι­κή τάξη σή­με­ρα, με τους πα­λιούς κιν­δύ­νους που ση­κώ­νουν κε­φά­λι αλλά δεν αφή­νε­ται στη με­λαγ­χο­λία, που κά­πο­τε μπο­ρεί να είναι δη­μιουρ­γι­κή αλλά στις πε­ρισ­σό­τε­ρες μπο­ρεί να είναι και κα­τα­στρε­πτι­κή ή ισο­πε­δω­τι­κή, φτά­νο­ντας να νιώ­θει ντρο­πή γιατί, κατά τη γνώμη του, οι αγώ­νες του σή­με­ρα δεν είναι αντί­στοι­χοι με αυ­τούς του πα­ρελ­θό­ντος κα­τα­λή­γο­ντας έτσι να μας καλεί μέσα από την ντρο­πή

Σή­με­ρα νιώθω ντρο­πή

Στον Παύλο Φύσσα

Σή­με­ρα νιώθω ντρο­πή.

Δε θα μι­λή­σω με κρυφά νο­ή­μα­τα
όπως κά­νου­νε οι ποι­η­τές συ­νή­θως.

Σή­με­ρα νιώθω ντρο­πή
γιατί η Ελ­λά­δα που με­γά­λω­σα
έχει πε­θά­νει.

Γιατί ανα­ρω­τιέ­μαι που με­γά­λω­σα
Και αύριο
δεν θα μπορώ να κοι­τά­ξω τους
γεί­το­νες χωρίς κα­χυ­πο­ψία.

Γιατί θα πάψω ν’ ανα­ζη­τώ
στο γέλιο των πε­ρα­στι­κών
την αθω­ό­τη­τα.

Ξέ­ρεις, μπο­ρεί να έχω ένα σπίτι να κοι­μά­μαι
και το φαΐ να μην έλει­ψε ποτέ απ’ το τρα­πέ­ζι μας,
αλλά μέσα μου νιώθω ντρο­πή.

Ξέρω, φταί­ει ο κα­πι­τα­λι­σμός και η κρίση
που γεν­νά­ει τον φα­σι­σμό.

Αλλά εγώ με­γά­λω­σα με τις μνή­μες
ενός άλλου λαού που ήτανε πε­ρή­φα­νος.

Που τους φα­σί­στες και τους προ­δό­τες
τους πο­λέ­μα­γε ξυ­πό­λη­τος.

Γι’ αυτό και νιώθω σή­με­ρα ντρο­πή.

Ο Ντέ­μης Κων­στα­ντι­νί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976) αν και πο­λυ­γρα­φό­τα­τος νέος ποι­η­τής δεν είναι ιδιαί­τε­ρα προ­βε­βλη­μέ­νος κι αυτό καθώς ο ίδιος δεν είναι άν­θρω­πος άρα και δη­μιουρ­γός που επι­ζη­τεί να γυ­ρί­ζει μέσα στα λο­γο­τε­χνι­κά σα­λό­νια αλλά πα­ρό­λαυ­τα και κυ­ρί­ως για αυτά ακρι­βώς, ανα­δει­κνύ­ει ότι ο ποι­η­τής έχει το κα­θή­κον να συμ­με­τέ­χει στις κοι­νω­νι­κές διερ­γα­σί­ες ή του­λά­χι­στον να μην στέ­κει, προ­φή­της μο­να­χός και εκτός της πο­λι­τεί­ας, γρά­φο­ντας ποί­η­ση μόνο για να ικα­νο­ποι­ή­σει τα κρυφά και ανο­μο­λό­γη­τα πάθη του. Αντί­θε­τα διεκ­δι­κεί να ταυ­τί­ζε­ται με τη ζωή των άλλων αλλά και να ξε­φύ­γει του υπαρ­ξια­κού αδιε­ξό­δου στο οποίο έχει βρε­θεί και να κερ­δί­σει λίγο τον χα­μέ­νο εαυτό του, έχο­ντας απο­κτή­σει την ώριμη γνώση πως οι ου­το­πί­ες, οι ελ­πί­δες για ένα άλλο, δια­φο­ρε­τι­κό μέλ­λον θα συ­νε­χί­σουν να διεκ­δι­κούν τα δι­καιώ­μα­τά τους μέχρι να γί­νουν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας επί­σης πως μέχρι τότε δεν θα πά­ψουν να μας προ­βλη­μα­τί­ζουν (το πλή­θος, τον λαό, την ερ­γα­τι­κή τάξη, εμένα, εσάς και φυ­σι­κά τον ποι­η­τή) οι απο­τυ­χί­ες στην εφαρ­μο­γή τους που μας οδη­γούν σε μία βίαια ωρί­μαν­ση τόσο κοι­νω­νι­κά, όσο και ψυ­χο­λο­γι­κά. Δια­βά­ζου­με σχε­τι­κά στο­ποί­η­μα που ακο­λου­θεί, από την εο­εκ­δο­θεί­σα ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του Ντέμη Κων­στα­ντι­νί­δη «Σε κλει­στά βι­βλία» (εκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα, 2017):

Kεί­νες τις μέρες

Είχε βρει αυτός τρόπο
και τα βό­λευε:
χρό­νια ψάλ­της στους Άγιους Πά­ντες,
ασφα­λι­στής το επάγ­γελ­μα―
είτε αρ­γί­ες είτε κα­θη­με­ρι­νές,
το ίδιο πε­λα­το­λό­γιο
να τρο­μο­κρα­τεί
και να κα­θη­συ­χά­ζει.

Μου­σι­κο­δι­δά­σκα­λο πια,
οι­κο­γε­νειάρ­χη,
διο­ρι­σμέ­νο στη Μ. Εκ­παί­δευ­ση
―ποτέ δεν έδωσ’ αφορ­μή,
λόγο κακό δεν είπε για κα­νέ­να,
κρε­μα­σμέ­νο τον βρή­κα­νε
κεί­νες τις μέρες
του Χρη­μα­τι­στη­ρί­ου.

Ο Ε. Μύρων (1983) γεν­νη­μέ­νος στην Αθήνα με κα­τα­γω­γή από τη Λευ­κά­δα είναι ένας ακόμα αξιό­λο­γος ποι­η­τής της νέας γε­νιάς, ο οποί­ος δια­τη­ρεί το ιστο­λό­γιο http://​a-​lektor.​blogspot.​gr/ και ετοι­μά­ζει την πρώτη του ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή (αμέ­σως μόλις συ­γκε­ντρώ­σει τα ποι­ή­μα­τά του από τε­τρά­δια, χαρ­τιά, ση­μειω­μα­τά­ρια, οπι­σθό­φυλ­λα βι­βλί­ων, αιω­ρού­με­νες σε­λί­δες, πα­κέ­τα τσι­γά­ρων και τοί­χους…) Ότι μέχρι σή­με­ρα δεν έχει βγά­λει κα­ποιο σχε­τι­κό βι­βλίο, την ίδια ώρα και στιγ­μή που άλλοι βγά­ζουν βι­βλία σαν σε βιο­μη­χα­νι­κή γραμ­μή πα­ρα­γω­γής, δεν του στε­ρεί τί­πο­τα αντί­θε­τα καλ­λιερ­γεί μια ευ­χά­ρι­στη ανα­μο­νή για αυτό που αργά ή γρή­γο­ρα, δεν έχει ση­μα­σία, θα δια­βά­σου­με. Τα δείγ­μα­τα όμως της ποί­η­σης του αρ­κούν για να γνω­ρί­σου­με μια σεμνή, προ­σε­κτι­κή, με­λαγ­χο­λι­κή, λιτή φωνή και πα­ρου­σία που πίσω από τις ει­κό­νες και τις λέ­ξεις, με ερ­γα­λείο της αυτές τις ει­κό­νες και τις λέ­ξεις, εστιά­ζει στο ασή­μα­ντο και στο ελά­χι­στο για να ανα­δεί­ξει την σω­τε­ρι­κή του με­γα­λειό­τη­τα κα­θι­στώ­ντας το πα­ράλ­λη­λα και σύμ­βο­λο και στοι­χείο μο­ντέρ­νο που κι αυτό με τη σειρά του μπο­ρεί να οδη­γή­σει στην ανά­δει­ξη πολ­λών πε­ρισ­σό­τε­ρων πραγ­μά­των. Η ποί­η­ση του Ε. Μύρων δεν είναι μία χρη­στι­κή ποί­η­ση ενώ δεν κρύ­βει τις κα­βα­φι­κές και κα­ρυω­τα­κι­κές της επιρ­ρο­ές, αν όχι σε επί­πε­δο μορ­φής σί­γου­ρα όμως σε επί­πε­δο ιδεών κι αντί­λη­ψης. Είναι γε­νι­κά μια ποι­η­τι­κή πα­ρου­σία οπωσ­δή­πο­τε αντι­συμ­βα­τι­κή και αι­ρε­τι­κή που δεν αρκεί, κακά τα ψέ­μα­τα, μία πα­ρά­γρα­φος για να ανα­δεί­ξει τη σπου­δαιό­τη­τα της. Θα αρ­κε­στού­με σε αυτά για την ώρα, πα­ρα­θέ­το­ντας δύο ποί­η­μα­τα όπως τα αλιεύ­σα­με από το λο­γο­τε­χνι­κό ιστο­λό­γιο Το Κό­σκι­νο:

Ορυ­μα­γδός

Κά­θο­μαι και χα­ζεύω το τα­σά­κι
ώρες ώρες
Φορ­τω­μέ­νο με σκέ­ψεις
κι απο­τσί­γα­ρα καθώς είναι,
θυ­μί­ζει χω­μα­τε­ρή
ή νε­κρο­τα­φείο
Καμιά φορά ρίχνω
λίγο νερό,
ίσως για να σι­γου­ρευ­τώ
ότι έσβη­σαν οι καύ­τρες
ίσως για να μην ενο­χλεί
η μυ­ρω­διά της απο­σύν­θε­σης

***

Σκή­πτρο και λύρα

“Ἄσε τὰ γύ­ναια καὶ τὸ μα­στροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φι­λύ­ρα.
Σὲ βά­ρα­θρο πέ­φτο­ντας ἀγριω­πό,
κρά­τη­σε σκῆπτρο καὶ λύρα.”

Κώ­στας Κα­ρυω­τά­κης
“Υπο­θή­και”

Εκεί ψηλά ελ­πί­ζω να γρά­φεις στί­χους και νότες
Ξύ­πνιος από τη νύστα του βρα­χνά κα­τα­λύ­τη
Ελεύ­θε­ρος κα­βα­λά­ρης στων ονεί­ρων τα μήκη
με αε­ρι­κά και νε­ράι­δες συ­ντα­ξι­διώ­τες

Εκεί δε θα σε κυ­νη­γούν πια για τις επω­μί­δες
θα έχεις γλυ­τώ­σει από τα τε­τρά­κρυα χιό­νια
Απέ­να­ντι στο λο­γι­κό θα ‘βαλες ωτα­σπί­δες
ώστε να μην έχει δαι­μό­νια και τε­λώ­νια

Εφηύ­ρες τε­λι­κά κείνο ‘κει το παυ­σώ­δυ­νο
για το βά­σα­νο του χρό­νου, τον βαρύ κασμά,
που θα ‘κανε το ρυθμό τού κό­σμου πιο ρό­δι­νο;

Να πε­ρι­γρά­φεις με ρίμα, τον ου­ρά­νιο μπα­σμά
Εσύ, χο­ρευ­τής του θεϊ­κού ρυθ­μού υπο­φή­της
Τα ψηλά να μα­γεύ­ει της τέ­χνης σου η βα­θύ­τις

Ο Αντρέ­ας Κολ­λια­ρά­κης (Αθήνα, 1982) είναι επί­σης ένας νέος ποι­η­τής με έντο­νες υπαρ­ξια­κές, κοι­νω­νι­κές και καλ­λι­τε­χνι­κές ανη­συ­χί­ες κι ένα άν­θρω­πο που ανα­ζη­τά την ομορ­φιά μέσα στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Δη­μιουρ­γός με βαθύ ερευ­νη­τι­κό πνεύ­μα και με αγάπη στον άν­θρω­πο προ­σπα­θεί μέσα από διά­φο­ρες καλ­λι­τε­χνι­κές ανα­ζη­τή­σεις να εκ­φρά­σει την εποχή μας σε συ­νάρ­τη­ση με τον εαυτό του και το κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Έχει εκ­δώ­σει ΄δυο βι­βλία μέχρι σή­με­ρα: τα Κα­θα­ρά σε­ντό­νια (αυ­το­έκ­δο­ση, Αθήνα, 2014) και τη Χα­ρα­μά­δα (εκδ. Οσε­λό­τος, 2018). Η ποί­η­ση του κι ιδιαί­τε­ρα τα μι­κρού σχή­μα­τος και λιτής αλλά πλού­σιας συ­ναι­σθη­μα­τι­κής έκ­φρα­σης ποι­ή­μα­τα του, απο­τε­λούν μι­κρές βόμ­βες οργής αλλά και μπα­λό­νια δη­μιουρ­γί­ας και χαράς. Πίσω από κάθε λέξη και στίχο κρύ­βε­ται και εμ­φα­νί­ζε­ται μια φωτιά ικανή να κάψει τα σκου­πί­δια της κοι­νω­νι­κής αναλ­γη­σί­ας, μια πνοή ικανή να σα­ρώ­σει όλες τις κοι­νω­νι­κές αβε­βαιό­τη­τες. Ο έρω­τας έχει βα­σι­κό ρόλο στην ποί­η­ση του, επί­σης. Ο έρω­τας και κυ­ρί­ως η ερω­τι­κή μο­να­ξιά και απου­σία. Απέ­να­ντι σε αυτό το βαθύ κοι­νω­νι­κό πρό­βλη­μα ο ποι­η­τής διεκ­δι­κεί να αγα­πή­σει ξανά και να τον αγα­πή­σουν, καί­γε­ται από τη φλόγα της πλη­γής, φλερ­τά­ρει με κρί­σεις πα­νι­κού, θυ­σιά­ζε­ται και έρ­χε­ται ξανά μπρο­στά μας για να επι­κοι­νω­νή­σει μαζί και για να μας χα­ρί­σει τις ιστο­ρί­ες του σε κα­θα­ρά σε­ντό­νια, δη­λα­δή με το βι­βλίο της ψυχής του ανοι­χτό, αγνό, χωρίς να στα­μα­τά μπρο­στά σε εμπό­δια και σε προ­κα­τα­λή­ψεις.

κλαυθ­μώ­νος

σαβ­βά­το βράδυ με απου­σί­ες θε­σμι­κές
γκρί­ζα πο­λύ­χρω­μα φώτα
συ­μπλη­ρώ­νω τα κενά με λέ­ξεις
ένας κιτς εσταυ­ρω­μέ­νος ανά­σκε­λα στο ηρώ­δειο
με απω­θεί
πα­ρά­στα­ση ρηχή
θα βρε­θού­με κάπου απόψε;
ου­ρά­νιο τόξο η κλαυθ­μώ­νος
μια κλού­βα απέ­να­ντι από τη στάση μου
φλερ­τά­ρω κρί­σεις πα­νι­κού και τις ρίχνω

13/6/2015

***

επο­χές

οι επο­χές της βίας
του σπίρ­του μου φωτιά
νεκρά, μικρά, γατιά
και λέ­ξεις σε βι­βλία
οι επο­χές στη βία
του γέ­λιου μου η ηχώ
σε φρέαρ πια ρηχό
του γάτου μου η λεία
οι επο­χές της βίας
φθαρ­μέ­νες αγκα­λιές
του ονεί­ρου μου φω­λιές
μαμές της ιστο­ρί­ας

7/12/2014

Οι γυ­ναί­κες ποι­ή­τριες έχουν επί­σης τη θέση τους στο αφιέ­ρω­μα μας, οι οποί­ες ανα­δει­κνύ­ουν ότι οι γυ­ναί­κες ισό­τι­μα με τους άντρες ποι­η­τές (ή και ακόμα κα­λύ­τε­ρα, γιατί όχι) μπο­ρούν να ανα­δεί­ξουν τις κρυμ­μέ­νες πλευ­ρές του αν­θρώ­πι­νου ψυ­χι­σμού, τους υπαρ­ξια­κούς και κοι­νω­νι­κούς μας φό­βους, εξε­ρευ­νώ­ντας (και στη­λι­τεύ­ο­ντας κατά πε­ρί­πτω­ση) τις αι­τί­ες της κοι­νω­νι­κής αδι­κί­ας και της κα­τα­πί­ε­σης ή επι­κοι­νω­νώ­ντας, πάλι κατά πε­ρί­πτω­ση, με τις αγω­νί­ες της ζωής, με τα προ­σω­πι­κά τους όνει­ρα και τις ελ­πί­δες τους. Σε άλλες πε­ρι­πτώ­σεις ασχο­λού­νται και με τον άντρα, ως σύ­ντρο­φο και ερα­στή ή ως δυ­νά­στη ή με τον απο­τυ­χη­μέ­νο, χωρίς αντα­πό­κρι­ση έρωτα, χωρίς να υπο­κύ­πτουν σε γλυ­κα­νά­λα­τους ρο­μα­ντι­σμούς, απο­δο­μώ­ντας, ηθε­λη­μέ­να ή αθέ­λη­τα, το στε­ρε­ό­τυ­πο της ροζ συγ­γρα­φέ­ως.

Συ­γκε­κρι­μέ­να, η νέα γενιά ποι­η­τριών έχει να μας δώσει πολλά, τόσο στην ίδια την ποί­η­ση ως τέχνη και τρόπο έκ­φρα­σης, όσο και στην κα­τα­νό­η­ση του κό­σμου μας, πολ­λές φορές κα­λύ­τε­ρα και από κά­ποιον άντρα ποι­η­τή και δη­μιουρ­γό. Η ηθο­ποιός Πε­λα­γία Φυ­το­πού­λου (1972), η οποία γεν­νή­θη­κε και με­γά­λω­σε στην Κα­τε­ρί­νη, απο­τε­λεί μια τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση ποι­ή­τριας, με έντο­νη δυ­να­μι­κά δρα­μα­τι­κή και λυ­ρι­κή έκ­φρα­ση στην ποί­η­ση της, που όπως ση­μειώ­νει και ο Νίκος Κα­τσια­ού­νης σε πα­ρέμ­βα­ση του στο πε­ριο­δι­κό «Βα­βυ­λω­νία», έρ­χε­ται να δια­τα­ρά­ξει (με τα ποι­ή­μα­τά της) με άμεσο τρόπο την κα­νο­νι­κό­τη­τα της κα­θη­με­ρι­νής ζωής. Δια­βά­ζου­με, για πα­ρά­δειγ­μα, στο ποί­η­μα της «Κού­κος» από την ομώ­νυ­μη συλ­λο­γή (που απο­τε­λεί το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της μετά από Το ραβδί των Κα­λι­καν­τζά­ρων (εκδ. Ίαμ­βος, 2012)) που κυ­κλο­φο­ρεί από τις εκ­δό­σεις «Θράκα»:

στη ζωή μου
δε θέ­λη­σα ν’ αφήσω
|κάτι
πίσω
ούτε στε­ριά
ούτε θά­λασ­σα
τα βρά­δια μο­να­χά
ένα μο­νό­γραμ­μα στα χείλη μου
σα­λεύ­ει
μικρό κήτος εκ­παι­δεύ­ει
τη βροχή μου
μια φτε­ρού­γα Διό­σκου­ρη
ανε­μί­ζει
στο ύστε­ρο της τύχης
που ξέ­χα­σα να κουρ­ντί­σω
οι τρό­φι­μοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρό­στυ­χα
τον τοίχο
τους δια­σκε­δά­ζει έπει­τα
ένας χω­ρι­κός να με­λο­ποιεί
την αδιάλ­λα­κτη ανυ­παρ­ξία μου
ένα βαλ­σά­κι του ’30
εγώ τους λέω πα­ρα­μύ­θια
για να μ’ ευ­χα­ρι­στή­σουν οι αθε­ό­φο­βοι
κα­του­ρά­νε τις αλυ­σί­δες τους
να γίνει το πο­δά­ρι τους
κυ­πα­ρίσ­σι σκα­λι­στό
να ’χω κι εγώ
κάπου να κλάψω
στις ντου­ζιέ­ρες μοι­ρά­ζουν σταυ­ρου­δά­κια
και οι ψεί­ρες σα­λιώ­νουν τα καρ­φιά

ενώ στο ποί­η­μα Γε­νι­κή Απο­χαι­ρε­τι­σμού δια­βά­ζου­με:

Εδώ στον ου­ρα­νό έχου­με απ’ όλα
Κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο
Οι κα­λό­γριες πε­τά­νε
Κα­νείς δεν κλει­δώ­νει την ομορ­φιά
Ζούμε χωρίς κε­φά­λι
Οι αυ­το­κτο­νί­ες λι­γό­στε­ψαν
Πε­θαί­νου­με κα­νο­νι­κά

Με υπο­χρέ­ω­σαν να κάνω δια­θή­κη
Σου άφησα μια κλω­στή απ’ το γέλιο μου

Με απέ­συ­ραν βια­στι­κά

Η Ρω Δέλτα είναι επί­σης μια ποι­ή­τρια της νέας γε­νιάς, με αιχ­μη­ρή και καυ­στι­κή, ποι­η­τι­κή γραφή, στην “πα­ρά­δο­ση” της Κα­τε­ρί­νας Γώγου – χωρίς να μένει σε μια στεί­ρα όσο κι ανώ­φε­λη αντι­γρα­φή, που δεν συμ­βι­βά­ζε­ται με τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο από το από­λυ­το, δη­λα­δή με την κοι­νω­νι­κή και προ­σω­πι­κή ελευ­θε­ρία, τόσο τη δική της, όσο και της κοι­νω­νί­ας γε­νι­κό­τε­ρα, φωνή υψώ­νο­ντας γεν­ναία απέ­να­ντι σε κάθε υπο­κρι­σία, απέ­να­ντι σε κάθε κα­θω­σπρε­πι­σμό, υπε­ρα­σπί­ζο­ντας την αλή­θεια με κάθε τρόπο αξιο­ποιώ­ντας τη δύ­να­μη μιας ποί­η­σης που δεν είναι απλά κα­ταγ­γελ­τι­κή αλλά ανε­ξάρ­τη­τη, δύ­να­μη δη­μιουρ­γί­ας. Όπως ακρι­βώς στο ποί­η­μά της «Ανε­ξι­χνί­α­στες δο­λο­φο­νί­ες» που θα βρού­με στην ποι­η­τι­κή της συλ­λο­γή «(Τα) (Αν)επί­και­ρα» από τις εκ­δό­σεις «Ωκε­α­νί­δα»:

Σκο­τώ­στε τους γο­νείς των ποι­η­τών, λοι­πόν,
τους αγα­πη­μέ­νους, τις ιδιαί­τε­ρές τους σχέ­σεις
δο­λο­φο­νή­στε και τους ίδιους αρ­γό­τε­ρα,
όταν, τους απο­δυ­να­μώ­σε­τε και τους μο­λύ­νε­τε ανε­πι­στρε­πτί
τις άμυ­νες εξου­δε­τε­ρώ­στε ύπου­λα, αδιό­ρα­τα…

ποιος ανό­η­τος και λι­γό­ψυ­χος πί­στε­ψε ότι η αλή­θεια
στα­μα­τά­ει
με ηχη­ρές απου­σί­ες και κομ­μέ­νες γλώσ­σες
ή ίσως και ξε­ρι­ζω­μέ­νες καρ­διές,
κορ­μιά άψυχα;

Η Κα­τε­ρί­να Ζη­σά­κη (Λά­ρι­σα, 1984), και με την οποία θα κλεί­σου­με το πρώτο μέρος της πα­ρου­σί­α­σης, ζει κι ερ­γά­ζε­ται στην Αθήνα, είναι άλλη μία ποι­ή­τρια που με την αιχ­μη­ρή και σκο­τει­νή, σχε­δόν ακρο­βα­τι­κή γραφή της ,τολμά να εκ­φρά­σει μια ρι­ζο­σπα­στι­κή γλώσ­σα, η οποία δεν μένει σε μια στεί­ρα κα­ταγ­γε­λία αλλά το προ­χω­ρά­ει και λίγο πα­ρα­πά­νω, προ­τεί­νο­ντας ίσως και μια ει­κό­να και στάση ζωής, επι­θε­τι­κή και οπωσ­δή­πο­τε ασυμ­βί­βα­στη. Ποι­ή­μα­τα της έχουν δη­μο­σιευ­τεί σε πε­ριο­δι­κά και ιστό­το­πους. Συμ­με­τέ­χει στη συ­ντα­κτι­κή ομάδα του πε­ριο­δι­κού Μαν­δρα­γό­ρας, απ’ τις εκ­δό­σεις του οποί­ου κυ­κλο­φό­ρη­σαν το 2014 οι “Ιστο­ρί­ες απ’ το ονει­ρο­σφα­γείο”, στην τε­λι­κή λίστα για Κρα­τι­κό Βρα­βείο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα. Η “μι­σέ­ρη­μος” είναι η δεύ­τε­ρη ποι­η­τι­κή της συλ­λο­γή.

Πα­ρα­θέ­του­με σχε­τι­κά δύο ποι­ή­μα­τα, ένα από την πρώτη της συλ­λο­γη κι ένα που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο τεύ­χος 8 του πε­ριο­δι­κού “Θράκα” (Κα­λο­καί­ρι, 2017):

της απερ­για­κής κι­νη­το­ποί­η­σης

βρέ­χει
συ­νέ­χεια βρέ­χει
και δε μπο­ρού­με μια απερ­γία της προ­κο­πής
χωρίς ομπρέ­λες και βρα­χνούς τη­λε­βό­ες
συ­νέ­χεια βρέ­χει
σκυ­φτοί να μην μπαί­νουν στα­γό­νες στα μάτια
μην πουν πως δα­κρύ­σα­με
λυ­γί­σα­με κι ακόμα δεν άρ­χι­σε το πάρτυ
στους δρό­μους κάθε μέρα πιο πολ­λοί
μ’ ότι έχου­με από σκε­πά­σμα­τα
χαρ­τό­κου­τα κι ένα πο­τή­ρι για ψιλά
όπως και να γρα­φτεί το ΠΕΙ­ΝΑΟ φο­βό­μα­στε
κι ούτε μια απερ­γία

η μάνα λέει μας κο­στί­ζει φαΐ για τρεις μέρες
ο πα­τέ­ρας πα­λιός δε­ξιός πού να τρέ­χει
συ­νέ­χεια βρέ­χει
πο­νά­ει η φωνή μας
τη χρω­μα­τί­σα­με να δυ­να­μώ­σει
μα εκεί­νη τί­πο­τα
ψελ­λί­ζει μόνο
τε­λευ­ταία φω­νή­ε­ντα σε συν­θή­μα­τα έτοι­μα
ούτε που τα πι­στεύ­ει πια
έτσι για τη συ­νή­θεια
για την εκτό­νω­ση και πάλι μέσα
σαν τε­λε­τουρ­γι­κό παλιό
εκ­κλη­σια­σμός την κυ­ρια­κή
άο­πλοι δον κι­χώ­τες και προ­φα­νώς
ο βα­σι­λιάς είναι γυ­μνός και ΠΕΙ­ΝΑΟ
τόσο αλή­θεια που άγονη πια
και βρέ­χει συ­νέ­χεια βρέ­χει
αν είχε ήλιο του­λά­χι­στο θα κά­να­με τη βόλτα μας
θα βλέ­πα­με και φί­λους
τα ερ­γο­στά­σια έκλει­σαν
ποια απερ­γία
η πόλη κοι­μά­ται
σιγά με τους κρό­τους σας
τώρα που συ­νη­θί­σα­με τους πό­νους
απερ­γού­με απ’ τη ζωή
κι όλο βρέ­χει

***

ο πε­θα­μέ­νος ποι­η­τής

ο πε­θα­μέ­νος ποι­η­τής βρί­σκε­ται ακόμα
μες στο συρ­τά­ρι του γρα­φεί­ου του
πάνω απ’ τις κόλ­λες
πίσω απ’ τη φού­ντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το πε­ρί­στρο­φο
που είχε ξε­σκο­νί­σει κά­πο­τε ν’ αυ­το­κτο­νή­σει
μα τον πρό­λα­βε το γήρας

τι λέτε ρε
ο πε­θα­μέ­νος ποι­η­τής χο­ρεύ­ει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρ­λιά­ζεις
κάθε που “σύ­ντρο­φοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξα­πλώ­νει μέσα στο δέρμα που γδέρ­νουν
τα νύχια σου γιορ­τά­ζο­ντας ή πεν­θώ­ντας
σέρ­νει τις σόλες των πα­που­τσιών σου
κάθε που τρι­γυρ­νάς χα­μέ­νος

ο ποι­η­τής
ο πε­θα­μέ­νος
μια απού­σα πα­ρου­σία ζω­ντα­νή
φά­ντα­σμα μες στο σώμα
και πού και πού σκου­ντά­ει τον γρα­φιά
που μέσα στο συρ­τά­ρι του γρα­φεί­ου του
βρί­σκε­ται ακόμα

(συ­νε­χί­ζε­ται)

*Ο Ει­ρη­ναί­ος Μα­ρά­κης γεν­νή­θη­κε στα Χανιά το 1986, από­φοι­τος της τε­χνι­κής εκ­παί­δευ­σης. Συμ­με­τέ­χει με ποι­ή­μα­τα του στα συλ­λο­γι­κά έργα (e-books) ενώ ποι­ή­μα­τα του έχουν δη­μο­σιευ­τεί σε διά­φο­ρες λο­γο­τε­χνι­κές σε­λί­δες. Αρ­θρο­γρα­φεί στην εφη­με­ρί­δα Αγώ­νας της Κρή­της καθώς και στο δια­δι­κτυα­κό πο­λι­τι­κό και πο­λι­τι­στι­κό πε­ριο­δι­κό Ατέ­χνως. Δια­τη­ρεί το ιστο­λό­γιο Λο­γο­τε­χνία και Σκέψη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://atexnos.gr/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%82/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork&fbclid=IwAR0yEvUFjct-raFLE65M127cYVq6rxaFAXfl-XmVtyeo76LZWgYSv8FzVfU

Η πιο εκτεταμένη και πιο ολοκληρωμένη Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά


Ένα έργο του Μανώλη Αλυγιζάκη σε μια κοινή έκδοση Libros Libertad και Ekstasis Editions

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ
ΜΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΤΟ https://libroslibertad.com

Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Ελληνοκαναδός ποιητής με σημαντικά επιτεύγματα στο ενεργητικό του. Εκτός από τη δημοσίευση των δικών του αρκετά δημοφιλών ποιητικών συλλογών, έχει, εδώ και χρόνια, αφιερωθεί στις υψηλής ποιότητας και λεπτεπίλεπτες μεταφράσεις έργων των σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. Έτσι μας έχει προσφέρει σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές, τους οποίους αλλιώς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το καναδικό και γενικά αγγλόφωνο κοινό, για το οποίο είμαστε όλοι ευγνώμονες. Τώρα, όμως, έρχεται με ένα πραγματικά τιτάνιο έργο, το οποί ανοίγει την πόρτα στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό στο έργο πολλών αξιοσέβαστων Ελλήνων ποιητές οι οποίοι, είναι όντως λυπηρό, είναι ουσιαστικά άγνωστοι έξω από τα όρια της χώρας τους. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Νεοέλληνες ποιητές: Μια Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Ποίησης, 1750-2018» με βασικό σκελετό ποιήματα 60 σύγχρονων ποιητών από την Ελλάδα, τα γραπτά των οποίων, μπορούμε τώρα να καταλάβουμε ότι άξιζαν να ακουστούν σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Οι επιδέξιες αλλά και εξειδικευμένες μεταφράσεις που συνθέτουν την Ανθολογία, συνοδεύονται από σύντομες αλλά κατατοπιστικές βιογραφίες των ποιητών που ανθολογούνται δίνοντάς τους μια θέση στον ποιητικό χάρτη για το αγγλόφωνο αναγνωστικλο κοινό, με έναν τρόπο που δεν έχει γίνει ποτέ πριν.

Κάναμε κάποιες ερωτήσεις στον Μανώλη Αλυγιζάκη και να τι απάντησε:

Γιατί μια Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά; Τι σημαίνει αυτή η Ανθολογία για τον χώρο της παγκόσμιας ποίησης;
Δεν έχει υπάρξει ποτέ Ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης στον Καναδά και αυτή η έκδοση έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Από την ημέρα που μετέφρασα το πρώτο ποίημα από τη μητρική μου γλώσσα στα αγγλικά πριν από δώδεκα χρόνια, έχω ονειρευτεί να εισάγω στο καναδικό αναγνωστικό κοινό (και το αγγλόφωνο κοινό γενικότερα) τον πλούτο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης μέσω μιας ανθολογίας επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών ελληνικών ποιημάτων από την περίοδο της Επτανησιακής Σχολής μέχρι σήμερα.

Δεδομένου του πολύ μεγάλου μεγέθους αυτού του τόμου, μπορείτε να μας πείτε πόσο καιρό πήρε όλη η διαδικασία επιλογής και μετάφρασης των ποιημάτων;
Ήταν μια μακρά διαδικασία τριών χρόνων, η οποία οδήγησε στον ογκοδέστατο αυτό τόμο των 815 σελίδων μιας όμορφης τέτοιας ποίησης και σίγουρα είναι είναι η πιο όμορφη ανταμοιβή που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Μετά από τα συνεχή τρία αυτά χρόνια αφοσίωσης στην Ανθολογία, είμαι τελικά σε θέση να παρουσιάσω αυτό που θεωρώ ως την καλύτερη και πιο πολύτιμη μεταφραστική μου εργασία μέχρι τώρα, καθώς και την πιο πολύτιμη συμβολή μου στην Καναδική λογοτεχνία και την παγκλοσμια λογοτεχνία γενικότερα. Το βιβλίο έχει μετατραπεί σε e-book επίσης και έτσι είναι διαθέσιμο και στους νεότερους αναγνώστες της ποίησης που προτιμούν αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης.

Είχατε θεσει κάποια κριτήρια στην επιλογή των ποιητών και των γραπτών τους;

Προσπάθησα να καλύψω ένα διάστημα 250 χρόνων ποιητικής δημιουργίας με ποιητές που εκπροσωπούν κάθε εποχή της ελληνικής ποίησης. Υπήρξαν και μερικοί ποιητές τα έργα των οποίων θα ήθελα να περιλάβω στον τόμο αυτό, αλλά η απόσταση και η διαφορά ώρας μεταξύ της British Columbia και της Ελλάδας δημιούργησε δυσκολίες στην επικοινωνία και δεδομένου ότι μια ντουζίνα ποιήματα από καθέναν από 60 ποιητές ήταν ήδη ένα σημαντικό σώμα της εργασίας που έπρεπε να μεταφράσω, τράβηξα μια διαχωριστική γραμμή σε αυτό το υλικό που ήδη είχα.

Ποιο είναι το μήνυμα που δίνεται στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό μέσα από ένα τόσο τεράστιο έργο και αποτέλεσμα;
Το μήνυμα αυτού του βιβλίου είναι πολύ απλό. Κατ’ αρχάς, να τονίσει το γεγονός ότι η αφοσίωση και επιμονή ανταμείβει πάντα κάποιον με το ευχάριστο αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης και, δεύτερον, να υπενθυμίσει στους αναγνώστες της ποίησης σε όλο τον κόσμο ότι μια ποίηση όπως αυτή που ρέει στις σελίδες αυτές γεννήθηκε στην Ελλάδα και συνεχίζει να ευχαριστεί τον κόσμο με την ομορφιά της, ακόμη και σήμερα. Όλο αυτό κάνει τον μεταφραστή να υποκλίνεται μπροστά στην ανίκητη δημιουργικότητα του Ελληνικού Πνεύματος και εύχομαι ότι θα συνεχίσει να προσφέρει την ομορφιά της στο παγκόσμιο επ’ άπειρον.

*Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Καναδός ποιητής και συγγραφέας, που κατάγεται από την Κρήτη. Πρόσφατα διορίστηκε επίτιμος εκπαιδευτικός και συνεργάτης της Διεθνούς Ακαδημίας Τεχνών και του απονεμήθηκε μεταπτυχιακό δίπλωμα (Μάστερ) στη Λογοτεχνία. Μετανάστευσε στο Βανκούβερ το 1973, όπου εργάστηκε ως εργάτης σε σιδηρουργία, εργάτης σιδηροδρόμων, οδηγός ταξί και χρηματιστής. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser. Άρθρα, ποιήματα και διηγήματά του στα ελληνικά και αγγλικά έχουν εμφανιστεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Αυστραλία, την Ιορδανία, τη Σερβία και την Ελλάδα. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στα ισπανικά, ρουμανικά, σουηδικά, γερμανικά, ουγγρικά, ουκρανικά, γαλλικά, πορτογαλικά, αραβικά, τουρκικά, σερβικά, ρωσικά, ιταλικά, κινέζικα, ιαπωνικά, και έχει δημοσιευθεί σε μορφή βιβλίου ή σε περιοδικά σε διάφορες χώρες. Σήμερα ζει στο White Rock, όπου περνά το χρόνο του γράφοντας, ταξιδεύοντας και διευθύνοντας τις Libros Libertad, μια ανορθόδοξη και ανεξάρτητη εκδοτική εταιρεία που ίδρυσε το 2006 για να εκδίδει λογοτεχνικά βιβλία. Η μετάφρασή του George Seferis: Collected Poems ήταν υποψήφια για το Ελληνικό Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβεία, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική αναγνώριση στην Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο του 2017 τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης του Διεθνιυς Φεστιβάλ Ποιησης Mihai Eminescu στην Κραϊόβα της Ρουμανίας.

Χρήστος Μαρτίνης, «Το ξένο φως», εκδ. Υποκείμενο, 2017

Κώστας Τσιαχρής*

Ανάμεσα στις αρχετυπικές διαθέσεις όσον αφορά στη σύλληψη και έκφραση του ποιητικού βιώματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει εκείνη του πάσχοντος ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη της συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες των ενστίκτων, η καύση βαθιά εγχαραγμένων εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε ένα είδος αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας προς τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του, μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την εκλεκτή συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και φασιανούς, απομένει τελικά στο χέρι με τις σκιές από μερικά μόνο φτερά. Σαν αδέξιος κυνηγός. Σε άλλες περιπτώσεις καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική τοποθέτηση της γραφής του, καθώς αφήνει το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι απʼ τις λέξεις του ανασύρεται μια διάθεση με καθολικό χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει ο κύκλος της αδιέξοδης ερμητικότητας κι απελευθερώνεται ενέργεια προς όλα τα μήκη και τα πλάτη του ποιητικού σύμπαντος, πράγμα που ασφαλώς είναι και το ζητούμενο στη συγγραφική πράξη. Μόνο σε τέτοιες στιγμές εκρήξεων και ταλαντώσεων γεννιέται ανθεκτικός στη φθορά των αναγνώσεων λόγος.
Η εσωτερικότητα, η πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο μελάνι, η εστίαση της ιδέας στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση της ευαισθησίας, ο βιωματικός χρωματισμός του λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων από το βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών στοιχείων είναι παρόντα και στο παρθενικό έργο του Χρήστου Μαρτίνη «Το ξένο φως».

`Από τις πρώτες λέξεις δίνεται το σύνθημα : ακολουθεί πνιγμός και όσοι έχουν το σθένος να επιπλεύσουν ευπρόσδεκτοι ( καλό μου ναυάγιο πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως). Έπειτα σε άλλα δεκαοκτώ αριθμημένα, πλην άτιτλα, ποιήματα και σε άλλα δύο τιτλοφορημένα, ξεδιπλώνεται το γεωλογικό ανάγλυφο μιας ευάλωτης ψυχοσύνθεσης που με έντεχνες δονήσεις προσπαθεί να κάνει το δικό της υπέδαφος μήτρα καθολικών εμπειριών. Μέσα σε αυτό το υπέδαφος ο προσωπικός πόνος στερεοποιείται, γίνεται ορυκτό που εξορύσσεται όχι μόνο με την καρδιά αλλά και με το μυαλό, και κόβεται στο τέλος σε μικρά πετράδια με το σχήμα ποιημάτων.
Στο ίδιο υπέδαφος ανιχνεύονται καταβολές από προγενέστερα εκφραστικά σχήματα και τάσεις του νεοελληνικού και όχι μόνο, ποιητικού λόγου: οι παραλογές (στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Του καταραμένου»), τα τραγούδια των κοντραμπατζήδων (όσο κι αν το προσπάθησα ρούκουνα να σου μοιάσω/ φλώρος εγώ μάγκας εσύ κι έτσι πηγαίνω πάσο), η στιχουργία των ιθαγενών της Αμερικής (κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο/ και προσπαθώ να θυμηθώ/ ένα τραγούδι /κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου/ είμαι άρρωστος), η αρχαία ελληνική επιγραμματοποιία (αν σας ρωτήσουν/ να πείτε κάτι τραγικό /πως τράκαρε καβάλα σε μια μηχανή/ στην άγρια κόντρα με το χρόνο/ ή πως τον έσφαξαν σʼ ένα κωλόμπαρο της εθνικής οδού/κάποια θλιμμένη πέμπτη/ να βρείτε κάτι πειστικό/ μην πείτε απλώς πως πέθανα/ μην πείτε την αλήθεια: Ας προσεχτεί εδώ ότι οι στίχοι μοιάζουν με μία επιτύμβια παράκληση την οποία απευθύνει ο νεκρός προς τους διαβάτες που επισκέπτονται τον τάφο του), η καρυωτακική ειρωνεία (αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μου τόνισαν κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μου έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου κάθετος δύο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε), η θεατρική υφή της τραγικής ποίησης (το ποίημα «Ελένη» θα συνιστούσε κάλλιστα έναν χειμαρρώδη μονόλογο σε μια υποτιθέμενη τραγωδία) απαντούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στα σπλάχνα της ποίησης του Μαρτίνη.
`
Ο ποιητής βεβαίως φέρνει στα μέτρα της δικής του ποιητικής όλες αυτές τις καταβολές, αφήνοντάς τες να λειτουργούν δυναμικά και να επιδρούν στο βαθμό που δε νοθεύεται η καλλιτεχνική αυτονομία του. Άλλοτε πάλι τις εμβολιάζει με μοντέρνους τρόπους έκφρασης, ώστε η τελική εντύπωση να τις εκτοπίζει στο παρασκήνιο. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, για παράδειγμα, «Του καταραμένου» η θεματική και στιχουργική πλοκή που παραπέμπουν στο είδος των παραλογών, κρύβονται επιδέξια κάτω από το σχήμα μιας μοντέρνας ποιητικής αφήγησης και μόνο με μία αναπροσαρμογή του τρόπου ανάγνωσης των στίχων ακούγεται καθαρά ο δεκαπεντασύλλαβος ρυθμός.

`
Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι η όποια αίσθηση συντριβής αποπνέουν οι στίχοι επενδύεται με κύριο υλικό τον ήλιο, η συχνή παρουσία του οποίου λειτουργεί ως αντίβαρο που δεν επιτρέπει σε όλη αυτή τη σκοτεινή διάθεση να γίνει ένας κουραστικός πεσιμισμός. Υπάρχει πάντα ένα χαλινάρι που συγκρατεί την υπερβολή και φέρνει το συναίσθημα αντιμέτωπο με το μυαλό. Στο κέντρο δε της συλλογής ενεργοποιείται σοφά το μοτίβο της θεραπευτικής επενέργειας της ποίησης με ένα ποίημα που αποτίνει φόρο τιμής στα «ιαματικά» τραγούδια (medicine songs) των Ινδιάνων. Ο πάσχων ποιητής, κατά το πρότυπο του καβαφικού Ιάσονος Κλεάνδρου αλλά με μία διαφορετική υφολογική προσέγγιση, εναποθέτει την ελπίδα της σωτηρίας του στα χέρια της ποίησης, παρόλο που, όπως γράφει και ο Καρούζος, τα ποιήματά του καταλήγουν να είναι «ενθύμια φρίκης». Έτσι, το ρημαγμένο σώμα και το ναυάγιο ταυτίζονται(τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα), ο ήλιος γίνεται κάτι σα συσίφειο βάρος (ένα βράχο-τον ήλιο- κουβαλώ στις πλάτες μου), η αγωνία να αποτυπωθεί στη γραφή η εμπειρία προτού εκφυλιστεί υπονομεύεται από την τελική συνειδητοποίηση της αδυναμίας  (να γράψουμε/πριν μας τελειώσει η εποχή….όμως/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου/πώς να δεθεί ο χείμαρρος με το σκοινί) και αλλού στήνεται ένα αινιγματικό σκηνικό αναμονής που θυμίζει φιλμ νουάρ (τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα μια σακούλα/θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας/θα χυθούν οι σπασμένες ακτίνες του ήλιου). Πιο κάτω, ο ποιητής διαμαρτύρεται για τον τυπολατρικό ξεπεσμό της ανθρώπινης ποιότητας(σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική), δημιουργεί μια καρικατούρα φυλακής όπου τα δεσμά και ο δεσμοφύλακας απομυθοποιούνται (βγήκα να αγοράσω συρματόπλεγμα/ μα δεν περίσσευε καθόλου/ για φυλακές δίναν βελόνες και κλωστές/ κι ένα παιδί κρατούσε τα κλειδιά) ,αντιμετωπίζει τους στίχους ως επικάλυψη νοσηρών στιγμών (και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι /θα μείνει-επιτέλους- να βρωμίζει τον αέρα/ το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι), αγωνιά για την τύχη μιας αναπάντητης ικεσίας (ίσως δεν πρόσεξαν την κλήση την κραυγή/ ίσως να μη μετέφεραν σωστά την ικεσία) και αναγραμματίζει την κατάληξη του μύθου της Ελένης, βάζοντας στο στόμα ενός σύγχρονου Μενελάου έναν περιπαθή αναθεματισμό (ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες/ φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου). «Ενθύμια φρίκης» λοιπόν αυτά τα ποιήματα του Χρήστου Μαρτίνη. Πλην όμως τα τιθασεύει ο λόγος και τα αναβαπτίζει σε μαρτυρικές καταθέσεις ενός υποσυνείδητου σε αναμονή για αποκαλύψεις.

*Από εδώ: http://www.poiein.gr/2018/08/26/nthooio-ianossico-oi-iyii-ouo-aeauoaeo-odhieassiaii-anuoae-i-ethooao-ooeantho/

Δήμος Χλωπτσιούδης, Η υπερρεαλιστική εικονοπλασία της Στέλλας Δούμου

Σύμφωνα με τον Μπρετόν 1 ο σουρεαλισμός δεν είναι μορφή της ποίησης. Είναι μια κραυγή του πνεύματος που ξαναγυρίζει στον εαυτό του με την απεγνωσμένη απόφαση να σπάσει τις αλυσίδες του. Και στην ανάγκη με υλικά σφυριά. Κι όπως είδαμε παλαιότερα 2 στη μεταμοντέρνα ποίηση, και δη στην «ποίηση της αγανάκτησης» 3, ο σουρεαλιστικός στίχος μετατρέπεται σε ένα όπλο αντιτασσόμενο στη δεσποτεία του ορθού λόγου και την -προπαγανδιστική- εργαλειοποίησή του στη σύγχρονη κοινωνία, ενάντια στην αριθμοποίηση και τη συνθηματολογία.

Σήμερα πια λειτουργεί ως αντίδοτο στην απολυτότητα του σκληρού ρεαλισμού, αντιδρά στην κυριαρχία του ρασιοναλισμού μέσα από την συναισθηματική αποδόμηση της λογικής. Με την εικονοπλαστική και δημιουργική του γλώσσα ταξιδεύει τον αναγνώστη με οδηγό το συναίσθημα∙ εκθέτει τη λογική σε νέες προκλήσεις αξιοποιώντας τη συνειρμική διάσταση της γλώσσας χωρίς να περιφρονεί τα μέσα που της προσφέρει ο σουρεαλισμός με στόχο να εκφράσει την ενδόμυχη αλήθεια του ποιητή. 4 Μέσα από τον “παραλογισμό” και την “εξωτερίκευση του μέσα” του αναδεικνύει την ουσία των συναισθημάτων και του ψυχισμού.

Στον δρόμο αυτόν κινείται και η τρίτη ποιητική συλλογή της Στέλλας Δούμου «χρονορυχείο» (Θράκα, 2017). Η στιχουργική της διακρίνεται από έντονο υπερρεαλιστικό στοιχείο∙ η συνειρμική κίνηση και ο πληθωρικός χαρακτήρας της εικαστικής της έχουν ρίζες στον σουρεαλισμό. Πλήθος μεταφορών με συνυποδηλωτικές εικόνες ξεπηδούν από τον στίχο της με χειμαρρώδη ορμή.
Με επίκεντρο την πρωτοενική εστίαση, η δημιουργός σκάβει στο ορυχείο του χρόνου και μιλάει για τον έρωτα, τη φθορά και τον θάνατο. Η δυνατή εικονοποιία της, όπως ξεδιπλώνεται μέσα από την ανοικείωση που γεννούν ονοματικά ή ρηματικά σύνολα, ξαφνιάζουν το κοινό. Διατηρούν όμως λειτουργικό ρόλο, καθώς ενισχύουν αισθητικά και συναισθηματικά το ποιητικό κάδρο, δημιουργώντας πρισματικές συνθέσεις. Με ύφος αφηγηματικό συμπλέκει το βίωμα με τη μυθοπλασία μέσα σε ένα πολύ πολυκεντρικό περιεχόμενο, αξιοποιώντας την υπερρεαλιστική μεταγλώσσα και δημιουργώντας όμορφες εικόνες.

Στην πυκνή γραφή της φανερή είναι η επιδίωξη μιας στοχαστικής κλιμάκωσης, που ενίοτε έρχεται σε βάρος της συναισθηματικής κλιμάκωσης ελλείψει κάποιας δραματικής κορύφωσης. Τούτο, ωστόσο, καλύπτεται από τους χαμηλούς τόνους που ισορροπούν άρτια με το σουρεαλιστικό ύφος.

Σημειώσεις:
1. Αντρέ Μπρετόν, Το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, 1924.
2. βλ. και Δήμος Χλωπτσιούδης, Οι υπερρεαλιστικές επιρροές στην ποίηση της αγανάκτησης, vakxikon, τεύχ. 33.
3. βλ. Δήμος Χλωπτσιούδη, Η ποίηση της αγανάκτησης, τοβιβλίο (03/01/2015).
4. Ανδρέας Εμπειρίκος, Περί σουρεαλισμού 1935, εισαγ.-επιμ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Άγρα, Αθήνα 2009.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.thraca.gr/2018/08/blog-post_16.html?m=1

Γκέοργκ Τρακλ, Βαραββάς

Μετάφραση ▪ Επίμετρο
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Εκδόσεις Κοβάλτιο

Α’ έκδοση: Οκτώβριος 2018
Αριθμός σελίδων: 72 ▪ Τιμή: €8,48
ISBN: 978-618-82781-5-8

Από το παραβολικό διήγημα «Βαραββάς» και τον θεατρικό διάλογο «Μαρία Μαγδαληνή» μέχρι τα ποιήματα σε πεζή μορφή όπως η «Μεταμόρφωση του Κακού» και η «Εγκατάλειψη», η πρόζα του Τρακλ αποκαλύπτει τον σκοτεινό ψυχισμό και τη συγγραφική ιδιοφυία μιας μοναδικής περίπτωσης στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Τα πεζά κείμενα του Τρακλ είναι το σημείο μέγιστης ενέργειας της διάνοιάς του και ο θεμελιώδης βαθμός ελευθερίας στο γλωσσικό του σύστημα.

Όπως ο ίδιος περιέγραψε αυτή την ελευθερία: «Αισθάνθηκα, οσμίστηκα και άγγιξα τις πιο τρομερές δυνατότητες εντός μου, και άκουσα τους δαίμονες να ουρλιάζουν μες στο αίμα μου, χιλιάδες δαίμονες με τα καρφιά τους που τρέλαναν τη σάρκα μου. Τι φριχτός εφιάλτης! Μα πέρασε. Και τώρα ακούω μαγεμένος τις μελωδίες από μέσα μου, και το βλέμμα μου, συνεπαρμένο, επινοεί δικές του εικόνες – καλύτερα, παρά οτιδήποτε πραγματικό! Ο δικός μου όμορφος κόσμος κατακλύζεται από απίστευτη αρμονία».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Κάποτε πρέπει να συλλογίζομαι ξανά τις βουβές εκείνες μέρες, που μοιάζουν με θαυμάσια, όμορφα ξοδεμένη ζωή, την οποία μπορούσα αναμφίβολα να χαρώ ως δώρο από μεγαλόψυχα, ξένα χέρια. Και εμφανίζεται πάλι στη μνήμη μου η μικρή πόλη στην κοιλάδα με τον φαρδύ κεντρικό της δρόμο, όπου εκτείνεται μεγάλη αλέα από εξαίσιες φλαμουριές σε όλο του το μήκος, και τα γωνιακά δρομάκια του σφύζουν από την κρυμμένη επαγγελματική ζωή των μικροπωλητών και των μαστόρων – και με το συντριβάνι στην παλιά πόλη, στο κέντρο της πλατείας, που αναβρύζει τόσο μαγευτικά στο φως του ήλιου, και όπου το βράδυ ακούγονται ψίθυροι ερωτευμένων στο μουρμούρισμα των νερών. Η πόλη, όμως, μοιάζει να ονειρεύεται τα περασμένα.
Και γέρνουν απαλά οι λόφοι, που πάνω τους απλώνεται βουβό, αυστηρό το ελατόδασος, και κόβουν την κοιλάδα από τον έξω κόσμο. Κουρνιάζουν ανάλαφρα οι κορφές στον μακρινό, λαμπερό ορίζοντα και σε αυτή την ένωση Ουρανού και Γης το Σύμπαν μοιάζει με κομμάτι πατρίδας. Αμέσως μου έρχονται στον νου ανθρώπινες μορφές και μπροστά μου αναβιώνει ο περασμένος τους βίος, με τις μικρές χαρές και λύπες του, που οι άνθρωποι τόλμησαν να εκμυστηρευθούν χωρίς αιδώ ο ένας στον άλλον.
Οκτώ εβδομάδες πέρασα σε αυτή την ερημιά· οκτώ εβδομάδες που μου φαίνονται σαν ξεχωριστό, ολόδικο κομμάτι της ζωής μου −ζωή από μόνο του−, γεμάτο ανείπωτη, νεανική ευτυχία, γεμάτο φοβερή λαχτάρα εκ των υστέρων, όμορφα πράγματα. Εδώ η ψυχή του αγοριού που υπήρξα δέχτηκε την επίδραση σπουδαίας εμπειρίας.

[Από το διήγημα «Η Χώρα του Ονείρου: Ένα επεισόδιο»]

Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Η απουσία της έκπληξης μας καθιστά αμέτοχους δέκτες»

Μια συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Είναι, λοιπόν, [η απουσία της έκπληξης] η ίδια φθοροποιός ουσία, που μας διαβρώνει και μας καθιστά αμέτοχους δέκτες, όπως σκληρά διαπιστώνουμε. Ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας συνδέεται άμεσα με αυτό. Και οδηγεί σε αποτρόπαιες εκφάνσεις του εαυτού»

Προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο για να σας συστήσω τον σημερινό μας καλεσμένο, θυμήθηκα κάποιους στίχους του από ένα παλιότερό του βιβλίο:

Εκ νέου τα λόγια μια υπαγόρευση
Οριστικά υπό κατάληψη το σώμα
Ιεροεξεταστές χωρίς συγχώρεση
Στίχοι που δεν ζευγάρωσαν ακόμα.
Κι ευθείς ο δάσκαλος Auden ήχησε στ’ αυτιά μου:
Η Τέχνη τα σβησμένα ανοίγει μάτια
στη Σάρκα και το Διάβολο, ως ζεσταίνουν
τα σκοτεινά του Πειρασμού δωμάτια
όπου ήρωες βρυχώνται και πεθαίνουν

[…]

Μα πώς θα ικανοποιήσουμε, όταν βρεθούμε
ανάμεσα στο Μήπως και το Θα,
του λιονταριού το στόμα, που η πείνα
του δεν χορταίνει με καμιά μεταφορά;

Ίσως να φαντάζει παράδοξη η εισαγωγή μου ετούτη. Μα παράδοξη δεν είναι και η κάθε μας συνάντηση; Τα λόγια μας; Οι εξομολογήσεις μας; Και τι πιο παράδοξο απ’ το να ακούσεις έναν ποιητή που, ανοίγοντας ένα μικρό παραθυράκι απ’ το εργαστήρι του, σου ψιθυρίζει δρόμους που σε οδηγούν στο κέντρο του εαυτού σου, του κόσμου κι εκείνου του ονείρου που το λέμε –συνήθως- πραγματικότητα;

Συναντήσαμε τον ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη και συζητήσαμε μαζί του εφ’ όλης της ύλης.

Από την τελευταία μας κουβέντα πάνε –σχεδόν- δυο χρόνια. Τι άλλαξε για σας, μέσα σ’ αυτό το διάστημα;
Μέσα μου, λίγα πράγματα. Ο βυθός, πάντως, έχει προοπτικές… Δεν ξέρεις ποιο θαλάσσιο ρεύμα θα σε παρασύρει, σε ποιο ακρογιάλι θα σε ξεβράσει, για πόσον καιρό. Να μικραίνεις, να μικραίνεις και να διαλύεσαι. Είμαι ένα είδος βότσαλου.

Τι κρύβετε μέσα στα… κλειστά σας βιβλία;
Πολλά σκόρπια ποιήματα, τόσο πρώιμα ―σχεδόν εφηβικά― όσο και κατοπινά. “Αποτυπώνουν μια πορεία αγωνιώδη και κοπιαστική, όχι όμως χωρίς τις απολαβές της συμφιλίωσης με την εσωτερική φωνή”, όπως αναφέρω στο δελτίο τύπου. Ο τίτλος είναι απόσπασμα από στίχο ποιήματος, εντός της συλλογής. Και μόνος ενοποιητικός παράγοντας σε αυτήν, το τυχαίο. Οπωσδήποτε, όμως, η εικόνα των κλειστών βιβλίων κάπου πρέπει να παραπέμπει…

Ποια είναι αυτή η φθοροποιός «ουσία» που καταγγέλλετε στην «Περίπολο για τους εναπομείναντες»; Και ποιοι –θεωρείτε- πως θα’ ναι αυτοί που θα μείνουν πίσω και θ’ αντέξουν;
Σε μιαν ωραία σας ερώτηση, στην προηγούμενη συνάντησή μας, περί του νοήματος της αυγής σε κάποια προμετωπίδα παλαιότερης συλλογής, σας είχα, μεταξύ άλλων, απαντήσει: “Η έκπληξη κάθε καινούργιας μέρας”. Το “να μη βουλιάξουμε στο βούρκο της συνήθειας, της αναβλητικότητας, του εύκολου και του χυδαίου”. Είναι, λοιπόν, η ίδια φθοροποιός ουσία, που μας διαβρώνει και μας καθιστά αμέτοχους δέκτες, όπως σκληρά διαπιστώνουμε. Ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας συνδέεται άμεσα με αυτό. Και οδηγεί σε αποτρόπαιες εκφάνσεις του εαυτού.

Σήμερα τα ποιήματα πίπτουν ως ράβδοι επάνω στους κάλπηδες εμπόρους; Ποια είναι η μεγαλύτερη μάστιγα της εποχής μας;
Δυστυχώς όχι. Τουλάχιστον, όχι όσο θα έπρεπε. Όταν έγραφα το συγκεκριμένο ποίημα, που μου ανακαλείτε στη μνήμη, είχα στο νου μου, φυσικά, τη μορφή του εξοργισμένου Χριστού. Ενός Χριστού επαναστάτη, όπως υπήρξε πράγματι. Το μόνο που άλλαζε ήταν ο ναός. Εγώ μιλούσα για έναν ναό της τέχνης, όπου πολλοί σήμερα ασχημονούν, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια των πολλών. Αυτή θεωρώ, ίσως τη μεγαλύτερη μάστιγα. Παρότι (συνεχώς) δικτυωμένοι, αγνοούμε πολλά: τόπους, κείμενα, εξελίξεις, τον διπλανό μας, τον ίδιο μας τον εαυτό. Τις δυνατότητες, αλλά και τους περιορισμούς μας.

Αν σας δίνονταν η δυνατότητα να αλλάξετε κάτι στον κόσμο, τι θα ήταν αυτό;
“Διάβαζα τις εφημερίδες σας… Όλες διακηρύσσουν ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει! Τα γνωστά. Αυτοί οι παλιάτσοι το λένε πάνω από εκατό χρόνια τώρα, αλλά δεν αναρωτιέστε τι μανία είναι αυτή να με ανακηρύσσουν νεκρό ξανά και ξανά;” λέει ο Μαρξ, δια χειρός Χάουαρντ Ζιν (Ο Μαρξ στο Σόχο). Και σοφά προτρέπει: “Ας σταματήσουμε να μιλάμε για καπιταλισμό και σοσιαλισμό. Ας μιλήσουμε απλώς για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε τον απίστευτο πλούτο της γης προς όφελος (όλων) των ανθρώπων.”

Ελπίζετε σε κάτι;
Σε αυτό που φοβάμαι ταυτόχρονα. Πως η Ιστορία κάνει κύκλους…

Στην προηγούμενη συνομιλία μας μου είχατε περιγράψει το μέλλον με μελανά χρώματα. Είχατε μιλήσει για την αναπότρεπτη κυριαρχία των μηχανών και την υποταγή μας σε μια τεχνητή νοημοσύνη. Σήμερα βλέπετε να ερχόμαστε όλο και πιο κοντά σ’ αυτό ή μήπως διακρίνετε κάποιαν αλλαγή ρότας;
Είμαστε ήδη πολύ κοντά, ώστε έπαψε να είναι απλώς ένα κακό σενάριο. Νευροεπιστήμονες και άλλοι ειδικοί μιλούν, πλέον, ανοιχτά για ένα νέο είδος υβριδικού ανθρώπου, όχι απλά συνδεδεμένου (αυτό συμβαίνει και σήμερα με τα smartphones), μα αξεχώριστου από τον παγκόσμιο ιστό και απολύτως εξαρτημένου από την τεχνητή νοημοσύνη. Έναν “πολιτισμό” των (cy)borgs, για να θυμηθούμε και το Star Trek.

Η ποίηση δεν έχει καμιά χρηστική αξία. Άχρηστο πράγμα για μιαν εποχή ψυχαναγκαστικά στραμμένη στην υπερ- κατανάλωση, την υπερ- παραγωγή και την απομάκρυνση από το συναίσθημα. Κι όμως, τα social media κατακλύζονται καθημερινά από στιχάκια, όπως επίσης αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς κι ο αριθμός εκείνων που θεωρούν πως γράφουν ποίηση. Από πού εκπορεύεται αυτό;
“Ίδια τοπία απελπισίας/Σε κάθε συναναστροφή:/Κινήσεις, εκφράσεις, θεατρινισμοί/Πληθυντικοί ευγενείας… “ γράφω κάπου, στη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”. Στο μανιφέστο του “Η χρησιμότητα του άχρηστου”, Άγρα, ο Nuccio Ordine θεωρεί χρήσιμο ό,τι μας βοηθά να γίνουμε καλύτεροι. Συμφωνώ απόλυτα με τη καίρια διατύπωσή του: “Η λογική όμως του κέρδους ναρκοθετεί τις βάσεις των θεσμών (σχολεία, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, εργαστήρια, μουσεία, βιβλιοθήκες, αρχεία) και εκείνους τους κλάδους (ουμανιστικούς και επιστημονικούς) των οποίων η αξία θα έπρεπε να ταυτίζεται με αυτή καθεαυτήν την γνώση, ανεξάρτητα από το αν παράγουν άμεσα κέρδη ή πρακτικά οφέλη. “ Το θέσατε πολύ εύστοχα, “εκείνων που θεωρούν πως γράφουν ποίηση”. Αλλάζω ελαφρώς την καταληκτική σας ερώτηση: από πού εκπορνεύεται (όλο) αυτό…

Είστε από τους συγγραφείς που έχουν καταγγείλει αυτή την μόδα των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτό το θέμα; Είναι δυνατόν να διδαχθεί η δημιουργικότητα;
Εξακολουθώ να είμαι πολύ δύσπιστος. Όπως το λέτε, μόδα! Για να δούμε, αν μπορεί να διδαχθεί η δημιουργικότητα. Γράφει ο Γ. Θέμελης, σε ένα δοκίμιό του στη Νέα Πορεία (1972), “Η Ποίηση υπερβαίνει τα πράγματα, την κίνηση των λεπτομερειών, μπαίνοντας άμεσα, με ρωγμές αιφνίδιες, εκπληκτικές, το συχνότερο, στο “μετά”.” Ως “μετά” ορίζει την ελευθερία του πνεύματος. Έναν ιδεατό χώρο όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον συνυπάρχουν. Οι ποιητές εκεί, ζώντες και τεθνεώτες, συνομιλούν. Όχι, αυτά δεν διδάσκονται…

Η κυβέρνηση ακόμα γιορτάζει την έξοδό μας από τα μνημόνια. Ο κόσμος –παρ’ όλα αυτά- παραμένει φοβισμένος. Θα μπορούσαν οι πολίτες να κάνουν κάτι για να αλλάξει αυτό το κλίμα;
Η ξύλινη ορολογία των ημερών με αφήνει παγερά αδιάφορο. “Η σύγχρονη κρατική εξουσία είναι απλώς μια επιτροπή, που διαχειρίζεται τις υποθέσεις της αστικής τάξης.” Το γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Μανιφέστο τους. Λέτε να μην το διδάχθηκαν οι κυβερνητικοί; Φοβισμένος γιατί; Τι άλλο του μένει να χάσει;

Η βία γίνεται όλο και πιο έντονη στην κοινωνία μας. Τι σημαίνει αυτό; Αλλάξαμε ως άνθρωποι ή φανερώνουμε τον πραγματικό μας εαυτό;
Ο εαυτός έχει διαφορετικές εκδοχές, ενδεχομένως εντελώς άλλες όψεις, αναλόγως με το τι τον ταΐζει κανείς. Εδώ και δεκαετίες αναμασάμε σκουπίδια, στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα ίδια τα βιβλία, που κατάντησαν κι αυτά, εν πολλοίς, αναπαραγωγές σαπουνόπερας. “Πλήθη τσαμπιά με προσπερνάνε ανύποπτα/Πλήθη γιγαντικά! Τις μέρες τους φτυαρίζω./…/Και με τα ρούχα λερωμένα, μες στα χώματα/Αφού απ’ τ’ αχάραγα έχω αντικρίσει πτώματα” (Με περιπαίζεις, Α’ δημοσίευση στα Αποτυπώματα).

Θεωρείτε πως μέχρι τώρα ο πνευματικός κόσμος στάθηκε στο πλευρό των ανθρώπων; Μίλησε για τα προβλήματά τους; Τους έδωσε κάτι για να σταθούν και να κρατηθούν;
Δεν έχω εποπτεία των δηλώσεων, των συνεντεύξεων, της συνολικής βιβλιοπαραγωγής κλπ., άρα δεν μπορώ να έχω συγκεκριμένη γνώμη ως προς αυτό, παρά μόνον μία γενική αίσθηση. Κι αυτή είναι μάλλον αρνητική. Παρ’ όλα αυτά, κάθε γνήσιο έργο τέχνης είναι ένα στήριγμα για τους ανθρώπους, αρκεί να έχουν την καλή προαίρεση να το ανακαλύψουν.

Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιους στίχους ή λόγια που στάθηκαν για σας ερείσματα σε δύσκολες στιγμές;
Ας παραθέσω, τότε, το πρώτο τετράστιχο του Λαμαρτίνου, από το εκτενές ποίημα “Η Λίμνη”, σε μετάφραση του Γ. Σημηριώτη (Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Εκδόσεις Κοροντζή) :

Πάντα λοιπόν σ’ ακρογιαλιές καινούργιες θα τραβούμε;
πάντα θα βυθιζόμαστε στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ στο πέλαγο του χρόνου να σταθούμε
μια μέρα μοναχά;

Όπως και την ευχή του Ρ.Μ. Ρίλκε (Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, Εκδοτική Θεσσαλονίκης):
“Να βρείτε μέσα σας αρκετή καρτερικότητα για να υπομένετε και αρκετή ταπεινότητα για να πιστέψετε. Ν’ αποκτήσετε όλο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε ό,τι είναι Δύσκολο και στη Μοναξιά που νοιώθετε, όταν είστε με τους άλλους. Κατά τ’ άλλα, αφήστε τη ζωή σας να κυλά”.

Πριν λίγες μέρες ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως φάρμακο για το ψυχικό άλγος;
Φάρμακον νηπενθές, ασφαλώς. Και καταφυγή.

Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;
Μαζεύτηκαν αρκετά. Έχω ολοκληρωμένη μία συλλογή. Είναι εντελώς άχαρο να το κάνω εγώ αυτό. Θα μου πείτε, και ποιος να το κάνει; Θαύμαζα πάντοτε τους ποιητές που αδιαφορούσαν για οποιαδήποτε έκδοση. Στο Μεσοπόλεμο μα και αργότερα. Που το έργο τους σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους. Και τώρα το ψάχνουν φιλόλογοι και φιλολογίζοντες… Αυτοί είναι, είμαι της άποψης, οι πιο γνήσιοι.
Τις παρουσιάσεις, επίσης, τις αποφεύγω. Κάνω μία παρουσίαση, περίπου κάθε 4-5 χρόνια. Όταν πιστεύω πως έχω να πω κάτι σημαντικό. Στις 26 Νοέμβρη, λοιπόν, στην Πρωτοπορία της Θεσσαλονίκης, θα μου κάνουν την τιμή να μιλήσουν για την τελευταία συλλογή μου, ο Ανδρέας Αντωνίου, ποιητής-μεταφραστής και ο Άρης Μπιτσώρης, εκπαιδευτικός-στιχουργός. Δύο maître, που δουλεύουν ακούραστα το στίχο τους, με έξοχα αποτελέσματα. Θα χαρώ να σας δω εκεί.

Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους αναγνώστες μας;
“Ξέρω ότι ξυπνάτε νωρίς το πρωί, ότι έχετε ένα πρόγραμμα, ενώ εγώ δεν έχω. Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα, και δεν πρέπει να σας στερώ τον ύπνο.” Ν. Λαπαθιώτης, Συνέντευξη στον Κωστή Μπαστιά, Περιοδικό Εβδομάς, 4.4.1931.

Με ποιο τραγούδι θα θέλατε να κλείσουμε την συνέντευξή μας;
Sad lovers and giants, Things we never did. Παρακολουθώ τα άρθρα σας για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό με αμείωτο ενδιαφέρον. Σας ευχαριστώ από καρδιάς και σας εύχομαι κάθε επιτυχία.

Εμείς σας ευχαριστούμε!

*Ο Ντέμης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Α.Π.Θ. και στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Μουσειολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ευλύγιστες μελαγχολίες (Vakxikon.gr 2014), Εφημερόπτερα (24 γράμματα , 2015), Περίπολος για τους εναπομείναντες (24 γράμματα, 2016), Σε κλειστά βιβλία (24 γράμματα, 2017). Οι τρεις προηγούμενες ποιητικές συλλογές, κυκλοφορούν από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press: Διαθέσεις, 2009, Ιχθύων λόγος, 2011, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, 2013. Το ίδιο έτος λαμβάνει το Β’ Βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης για τα 100 χρόνια Ελεύθερης Θεσσαλονίκης 1912 – 2012, που διοργάνωσε ο Σύλλογος Φίλων του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Θεσσαλονίκης, με το ποίημα Εξομολόγηση. Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονται τακτικά στα προσωπικά του ιστολόγια, καθώς και σε τεύχη των περιοδικών fuctART και Vakxikon.gr, του οποίου είναι συνεργάτης.

**Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος ασχολείται με την δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση

***Αναδημοσίευση από εδώ: https://iporta.gr/%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82/

Λάζαρος Γεωργιάδης, «Τέλος», Εκδόσεις «Στοχαστής»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Χρειάζεται αρκετό θάρρος για να εκδώσει ένας ποιητής την πρώτη του ποιητική συλλογή. Είναι η πρώτη του έκθεση στο κοινό, όχι δυναμικά με τη μορφή της απαγγελίας, αλλά στατικά με τη μορφή της ψυχρής αποτύπωσης στο χαρτί. Και αν χρειάζεται θάρρος για να εκτεθεί ο ποιητής για πρώτη φορά στο κοινό, χρειάζεται ακόμα περισσότερο για να δώσει στη συλλογή του έναν προκλητικό τίτλο.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής».

Ο τίτλος της συλλογής μπορεί να έχει δύο ερμηνείες: 1) Ο ποιητής αρχίζει ανάποδα από το τέλος προς την αρχή σε μια διαλεκτική σχέση με την ποίηση. Κάθε τέλος του παλιού περιλαμβάνει την αρχή του νέου. Αν δεν υπάρχει τέλος, τότε δεν υπάρχει ούτε αρχή, αφού το ένα προϋποθέτει το άλλο σε μια αέναη σύγκρουση αντιθέτων. 2) Όταν εκδοθεί μια ποιητική συλλογή, ο ποιητής έχει τελειώσει την ενασχόλησή του με την επεξεργασία της. Βάζει μια τελεία και από εκεί κι έπειτα, η συλλογή περνάει στους αναγνώστες. Ο καθένας θα την εκλάβει με τον τρόπο της δικής του ανάγνωσης, αλλά ο ποιητής δεν θα μπορεί να επέμβει και να αλλάξει κάτι. Και άρα εδώ ο τίτλος «Τέλος» παίρνει τη μορφή του τελεσίδικου.

Η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο αν και δεν λείπει σε ορισμένα σημεία η ρίμα έστω και με ηθελημένα λανθάνουσα εμφάνιση. Τα νοήματα είναι συνήθως σαφή, αν και μερικές φορές ο ποιητής χάνεται σε δαιδαλώδεις διαδρόμους της φαντασίας του. Σε αρκετά σημεία, που ο Λάζαρος Γεωργιάδης γράφει κάπως πιο ρεαλιστικά, θα λέγαμε ότι δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Η ποίηση του Λάζαρου Γεωργιάδη είναι ανατρεπτική και αρκετές φορές αγγίζει τα όρια της αναρχίας. Έτσι, όλα είναι OK εκτός από τη φαντασία, που πέθανε. Το γένος των ανθρώπων είναι τόσο καταστροφικό για τον πλανήτη, έτσι ώστε φτάνουμε στο σημείο να λέμε πως αν ποτέ εκλείψει ο άνθρωπος: «Η ζωή μετά τους ανθρώπους / θα είναι μια / όμορφη ζωή».

Στη σύγχρονη κοινωνία η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο οδηγεί σε έναν κανιβαλισμό άνευ προηγουμένου: «Εδώ / όπως τα ήξερες / ή μάλλον / δεν ήξερες / τρωγόμαστε ζωντανοί». Στα παραμύθια μας μαθαίνουν ότι ο λύκος είναι πάντα ο κακός έτσι ώστε να γινόμαστε πρόβατα, ενώ το παιδί, που ξεκίνησε με όνειρα κι ελπίδες «είχε ήδη πεθάνει / από την ώρα που γεννήθηκε.» Ο ποιητής θρηνεί για την Πρωτομαγιά και την χαμένη άνοιξη: «σε έναν κόσμο που τόσα πολλά θα μπορούσαμε / μα φτιάχνουμε έναν άλλον / που τίποτα δεν θα μπορούμε τελικά» και περιγράφει την «αγαπημένη» οικογένεια, που καταλήγει να παίρνει Xanax.

Και πώς μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς όλα τα παραπάνω; Ο Λάζαρος Γεωργιάδης εκφράζει μεγάλο μίσος για τους εκμεταλλευτές: «δεν είναι τα λεφτά σας αυτά που ζητάμε / αλλά το αίμα σας», ενώ για την επανάσταση θα γράψει: «Αν όχι τώρα πότε…» και θα κάνει το ίδιο ερώτημα στον εαυτό του.

Στην ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» υπάρχουν και ορισμένες ερωτικές πινελιές. Ο ποιητής βλέπει την αγαπημένη του σαν την Αφροδίτη της Μήλου, ενώ η αληθινή αγάπη κρύβεται πίσω από τα φερμουάρ και όχι στα κινηματογραφικά στερεότυπα.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» είναι ένα πολύ σημαντικό πρώτο βήμα στο δύσκολο δρόμο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα.

Αλεξάνδρα Επίθετη, Корени (*)

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Πολύ σπάνια μπορεί να μας τραβήξει την προσοχή μια ποιητική συλλογή, που δεν έχει από πίσω της έναν εκδοτικό οίκο. Όμως, υπάρχουν και αυτοεκδόσεις, που είναι διαμαντάκια γιατί διαθέτουν πρωτοτυπία, που δεν βρίσκουμε εύκολα στην σύγχρονη ποίηση.
Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την πολύ πρωτότυπη ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени», που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση. Πρωτότυπη γιατί δεν είναι απλά μια ποιητική συλλογή, αλλά ένα ζην, δηλαδή μια ολόκληρη ζωή αποτυπωμένη με σκίτσα, παιδικές ζωγραφιές και φωτοτυπίες από προσωπικά και οικογενειακά έγγραφα, που στολίζουν τα ποιήματα. Πρωτότυπη και για τον τρόπο γραφής της.

Корени σημαίνει ρίζες στα βουλγάρικα καθώς η ποιήτρια κατάγεται από τη Βουλγαρία. Μέσα στην ποιητική της συλλογή περιλαμβάνονται και δυο φωτογραφίες από τη Σόφια και τη Χαλκίδα, τις δυο πόλεις καταγωγής της. Πολλοί ποιητές έχουν γράψει για τις ρίζες τους, αλλά οι περισσότεροι γράφουν συνηθισμένους σπαραξικάρδιους στίχους, που δεν αξίζει καν να διαβαστούν. Η Αλεξάνδρα Επίθετη με τον μοντέρνο ρεαλισμό, που τη διακρίνει, φέρνει έναν ανανεωτικό αέρα με στίχους, που ταρακουνούν και συναρπάζουν τον αναγνώστη.

Η Αλεξάνδρα Επίθετη γράφοντας για ρίζες, υποδύεται διάφορους ρόλους. Τον ρόλο του πατέρα, της μητέρας, του παππού, της κόρης και του γιου. Γράφει πάντα σε πρώτο ενικό πρόσωπο γιατί ό,τι αναφέρει, το αισθάνεται πρώτα βαθιά μέσα της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παιδί, που ονειρεύεται να γίνει άνδρας, νέος και όμορφος και όταν μεγαλώνει, διαπιστώνει: «μονάχα που στο τέλος δεν έγινα ποτέ μου άνδρας, / ούτε όμορφος / και κανείς δεν μένει για πολύ / νέος.»
Η ανατροφή παίζει μεγάλο ρόλο στις οικογενειακές σχέσεις. Οι γονείς μπορεί να κάνουν λάθη. Η Αλεξάνδρα Επίθετη γράφει πως δεν αρκεί το «συγχωρώ και ξεχνάω». Δεν τελειώνουν όλα με ένα συγγνώμη και τα παιδικά τραύματα μπορεί να μας ακολουθούν μια ζωή. Για την οικογένεια η ποιήτρια γράφει πως είναι ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου ασθενείς και γιατροί αλλάζουν ρόλους μεταξύ τους. Κι όμως, στο τέλος του βιβλίου η Αλεξάνδρα Επίθετη θα λυπηθεί και θα γράψει τους παρακάτω συγκινητικούς στίχους: «μετά από τόσο καιρό / θυμήθηκα / πως είναι να είσαι / η μαμά μου / κι όχι η μάνα, / ούτε η μητέρα μου».

Όπως αναφέραμε και πριν, η ποιήτρια υποδύεται ρόλους κι έτσι μας πηγαίνει στον παππού, που στο τέλος της ζωής του ανήμπορος, «κακέκτυπο ανθρώπου» περιμένει να πεθάνει και νιώθει ήδη πεθαμένος. «Νυστάζω για όλα απόψε / εκτός από τον ύπνο» γράφει η Αλεξάνδρα Επίθετη, ενώ πιο κάτω διαβάζουμε: «μακάρι / να είχα ξυπνήσει / όσο ζούσα.» Σε άλλο σημείο η ποιήτρια αναφέρεται στα πατρικά των φίλων, όπου η χλωρίνη πασχίζει να καλύψει το μεταμεσονύκτιο κλάμα, ενώ αλλού, ντύνεται πυροσβέστης και περιμένει να βρει φωτιά να σβήσει.

Συμπερασματικά η ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени» είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον έργο και αξίζει να κλείσουμε με δυο λόγια της ίδιας της ποιήτριας, που αναφέρονται σαν επίλογος στο τέλος του βιβλίου: «Οι δικές μου ρίζες σίγουρα κάποτε υπήρξαν και για να συνεχίσουν να υπάρχουν μέσα μου χρειάστηκε να βρω έναν τρόπο για να τις θυμάμαι».

(*) Την ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени» μπορείτε να τη βρείτε στις εκδηλώσεις της ποιητικής ομάδας «Ο Κύκλος Των».

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», εκδ. Κέδρος, 2018

Γράφει ο Χρήστος Μαυρής*

Είναι δημιουργικά  στοιχεία η θλίψη  και η ειρωνεία στην ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη
Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι μία ξεχωριστή  και ιδιότυπη ποιητική  φωνή  στον ελλαδικό χώρο. Λέω «ξεχωριστή και ιδιότυπη φωνή» με την έννοια ό,τι δεν μπορείς να την κατατάξεις εύκολα και απροβλημάτιστα σε καμία καθιερωμένη λογοτεχνική  σχολή  ή ομάδα.
Όπως διαφαίνεται μέσα από  την τελευταία συλλογή του, που φέρει τον εξεζητημένο τίτλο «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», γράφει μία πρωτότυπη ποίηση, με μία ιδιότυπη νοηματική, στέρεη αισθητική συνοχή, πλαστικότητα στις εικόνες της, κάποτε κρυπτική και άλλοτε μυστηριώδης, στοιχεία που της δίνουν το δικαίωμα να επιπλέει και να ξεχωρίζει μέσα στο πέλαγος της ποίησης που παράγεται στις μέρες μας. Είναι όμως, αυτά τα στοιχεία, μαζί  με το αυστηρό  ύφος του, που την κάνουν ελκυστική  και ενδιαφέρουσα στο αναγνωστικό κοινό.
Όλη αυτή  η ιδιότυπη ποίηση που γράφει ο Δ. Π. Κρανιώτης είναι εξ’  ολοκλήρου επικεντρωμένη στη σύγχρονη εποχή,  που αντανακλά  αυτόματα και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Γράφει στο ποίημα «Ιανός»:
«Πολυκατοικία πια
Η γειτονιά μας
Το ασανσέρ κολλημένο
Μεταξύ ρετιρέ
Και ουρανού
Κι εμείς  μέσα
Συνωστισμένοι άνετα
Χωρίς ανάσα
(Και χωρίς σήμα
Το κινητό μας)»
Σελ. 15

Φαινομενικά παρουσιάζεται απλή  η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη γιατί είναι καμωμένη από γνωστές και εύχρηστες λέξεις. Είναι, όμως,  αρκετά  παραπλανητική  αυτή  η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης, σχετικά με την απλότητα της ποίησης του Δ. Π. Κρανιώτη. Γιατί, κατά  βάθος, η ποίησή του,  παρουσιάζει μια πυκνή  δομή, δηλαδή  είναι καλά  μαστορεμένη και συγκροτημένη, με τους δικούς της κανόνες, κώδικες και συμβολισμούς, γι’ αυτό  και χρειάζεται πολύς κόπος, κυρίως προπαίδεια και εξοικείωση μαζί της, εννοώ  από  την πλευρά  του αναγνώστη, για να την ερμηνεύσει σωστά,  αλλά και για να κατορθώσει να φθάσει στη βαθύτερη ουσία της. Για να το πω πιο απλά  και κατανοητά,  η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη έχει τους δικούς της δρόμους και τα δικά της περάσματα, τα οποία οπωσδήποτε πρέπει ν’ ανακαλύψει ο αναγνώστης αν θέλει να φθάσει κοντά της, για να τη νιώσει και να την απολαύσει. Δίνω ένα ενδεικτικό  παράδειγμα τέτοιας ποίησης:
«Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Πεταμένη στο πέλαγος
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας
Το αβέβαιο
Της θέλησης μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας»
(Υψικάμινος, Σελ. 18)

Δυστυχώς, μέσα από  το σύνολο των ποιημάτων που περιέχει η συλλογή «Γραβάτα δημοσίας αιδούς» αναδύεται άφθονη θλίψη,  αλλά  και πόνος. Θλίψη και πόνος για ό,τι χάνεται και σβήνει από  τον πλανήτη μας,  και ειδικά  από  τον ελληνικό  γεωγραφικό  χώρο, χωρίς να καταβάλλονται οι απαιτούμενες προσπάθειες από  τις αρμόδιες αρχές  για να περισωθούν όλα αυτά  που αποτελούν  την ελληνική  Παράδοση και τα οποία σήμερα αφανίζουν αδιάκοπα οι μυλόπετρες του ανελέητου χρόνου. Και όταν λέω Παράδοση ασφαλώς και εννοώ  το σύνολο των αξιών,  που επέζησαν από γενιά  σε γενιά  και συνθέτουν το ζωντανό  πολιτισμό  ενός λαού. Ας δούμε πως δίνει αυτά τα αισθήματά του,  μέσα από  το ποίημα «Διατηρητέο χθες»:

«Το σπίτι μας ξάπλωσε
Με προσκέφαλο
Το δέντρο της αυλής
Ακουμπώντας
Το γαλάζιο του ουρανού
Να μετρά τις ανάσες
Που το έκτισαν
Ξάγρυπνο από φωνές
Που το γκρέμισαν
Στεγνό  από  δάκρυα
Που το σταύρωσαν
Χωρίς πόρτα πια
Με κλειστά  παράθυρα
Κι ένα μπαλκόνι
Που ξεχάστηκε στο χθες»
Σελ. 45

Ταυτόχρονα, ο Δ. Π.  Κρανιώτης, στιγματίζει, μάλιστα με παραδειγματικό  τρόπο, την αφθονία και την αλόγιστη κατανάλωση που γίνεται σήμερα σε όλους τους τομείς (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό) της σύγχρονης ζωής,  αλλά παράλληλα, καυτηριάζει με την ποίησή του,  την αποξένωση και ασυνεννοησία που υπάρχει στο σύγχρονο κόσμο. Είναι συμπτώματα όλα αυτά  του επιφανειακού  τρόπου ζωής, που οδηγεί  τον άνθρωπο στην εσωτερική  ένδεια, τη ρηχότητα και την κοσμική μοναξιά. Γράφει στο ποίημα «Αλέκτωρ»:

«Φυλακισμένοι ισόβια
Στο κλεινόν άστυ
Εκεί  όπου η άρνηση
Ισοδυναμεί  με αφωνία
Και η βούληση
Με υποταγή»
Σελ. 50

Από  τα πυρά  του Δ. Π. Κρανιώτη, βέβαια, δεν ξεφεύγει και η ακατανόητη μανία του κόσμου για το πλαστικό και το ψεύτικο που έχουν επικρατήσει για τα καλά  και έχουν κατακλύσει τη ζωή μας, όπως αυτές οι αρνητικές τάσεις εκδηλώνονται π.χ. μέσα από  τη χρήση του πλαστικού  χρήματος ή από  τα ψεύτικα συναισθήματα με τα οποία διακατέχονται πολλοί  συνάνθρωποί μας. Περισσότερο,  όμως, στιγματίζει την έκπτωση των ανθρώπινων αξιών, τη διασάλευση των προσωπικών σχέσεων, τον ευτελισμό  της φιλίας, τον μαρασμό της φιλοξενίας κ.ά. Στο ποίημα «Χωρίς  ΦΠΑ» θα γράψει:
«Μη μου τοκίζεις όνειρα
Εν είδει τοκογλύφου
Ανεξόφλητων ιδανικών
Κι ερώτων παρελθόντος»
Σελ. 51

Ενώ στο ποίημα «Όχι λοιπόν» θα σημειώσει:
«Εν δυνάμει ψέμα
Κάθε όρκος σου
Μ’  έσπρωξε
Στην άβυσσο της οργής»
Σελ. 56

Ο ποιητής  αφήνει ν’  αντιληφθούμε πως, όλα αυτά  που κρίνει και επικρίνει, ήθελε να τα έβλεπε από  την καθαρή  άποψή τους, μέσα από την αθώα ματιά του. Γιʼ αυτό  και τώρα εμμένει πεισματικά  στην παιδική  αθωότητα, που με κανένα τρόπο ή καμία δικαιολογία δεν επιτρέπει να του στερήσουν, εφόσον αυτή  τον επαναφέρει, έστω και νοερά, στις αληθινές διαστάσεις που έπρεπε να έχει ο σημερινός  κόσμος μας. Αρκετά ενδεικτικό  είναι το ποίημα «Αλφαβητάρι»:

«Έχασα το αλφαβητάρι
Της πρώτης δημοτικού
Και τώρα
Που ψάχνω απεγνωσμένα
Να δώσω στην Άννα
Ένα μήλο
Γέρασα από αναμνήσεις
Χωρίς  διακοπή
Για διαφημίσεις
Πίνοντας αναψυκτικό  light
Και κάνοντας like
Σε τετράστιχα ημερολογίου»
Σελ. 9

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που διαπερνάει τους περισσότερους στίχους του,  και μία λεπτή ειρωνεία, απότοκο και αυτή  φυσικά  όλων αυτών  των θλιβερών διαπιστώσεών του.
Ακόμη, δεν είναι τυχαίο που οι στίχοι του,  καταλήγουν να είναι, άλλοτε σκληροί  και τραχείς, γεμάτη αγανάκτηση και πικρία για την απανθρωπιά , που εισβάλλει από  παντού μέσα στον κοινωνικό  χώρο μας, και άλλοτε καταλήγουν να είναι τρυφεροί, γεμάτοι νοσταλγία και αγάπη για ό,τι πολύτιμο είχαμε χθες, αλλά  δυστυχώς,  σήμερα σβήνει και χάνεται, αργά  αλλά  σταθερά  από  τον κόσμο μας.
Η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη μπορεί να είναι μελαγχολική,  σίγουρα όμως δεν είναι απαισιόδοξη. Αντιθέτως, είναι μία ποίηση με πολύ αισιοδοξία μέσα της, με τον δημιουργό της, να εναποθέτει τις ελπίδες του, στην εξελικτική  πορεία και κυρίως στην πρόοδο του σύγχρονου κόσμου.

«Μια ζωή  αιτιατική
-Αναπόφευκτη συνήθεια
Των ημερών  που έρχονται-
Σε μια πέμπτη εποχή»
Σελ. 52

Ο Δ. Π. Κρανιώτης, όπως έχω διαπιστώσει, μέσα από  τα καινούργια ποιήματά του, παρουσιάζεται καλός  χειριστής της ελληνικής  γλώσσας, την οποία κατέχει σε όλες τις διαστάσεις της, παρόλο που δε διστάζει μερικές  φορές  να χρησιμοποιήσει ξένες και αμετάφραστες λέξεις μέσα στην ποίησή του. Η ενέργειά του,  αυτή  εκδηλώνει νομίζω την αταλάντευτη πίστη του, στην ανθεκτικότητα της ελληνικής  γλώσσας, που είναι ικανή  να εξουδετερώνει οποιονδήποτε κίνδυνο την απειλεί. Ταυτόχρονα, η χρησιμοποίηση ξένων λέξεων, εξυπηρετεί  πιστεύω και τον απώτερο στόχο του, που είναι ασφαλώς η ευαισθητοποίηση του αναγνωστικού κοινού. Και αυτός  ο στόχος επιτυγχάνεται, όπως είπα, άλλοτε με τη  θλίψη και άλλοτε με τη λεπτή ειρωνεία του. Στην εν λόγω συλλογή , ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιήματα ποιητικής που υπάρχουν στις σελίδες της.
Ολοκληρώνοντας αυτή  την κριτική παρουσίασή μου,  θα πρόσθετα πως η νέα συλλογή του Δ. Π. Κρανιώτη είναι μία γερή κατάθεση στην τράπεζα της σύγχρονης ελληνικής γραμματολογίας, εφόσον εντός της, μεταφέρει όλα τα στοιχεία που αποτελούν τη γνήσια και αληθινή ποίηση.

*Η κριτική δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ποιείν»:http://www.poiein.gr/archives/39568/index.html

Αλήτις Τσαλαχούρη, Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα, Εκδόσεις «Οδός Πανός»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Σπάνια αναφερόμαστε σ’ ένα βιβλίο, που έχει κυκλοφορήσει παλιότερα και για να ασχοληθούμε μ’ αυτό, θα πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τη αρχή μέχρι το τέλος του.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα», που κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια από τις εκδόσεις «Οδός Πανός» και μας κέντρισε το ενδιαφέρον, τόσο για την πρωτοτυπία της, όσο και για την απλότητά της.

«Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι μια ποιητική συλλογή εξ’ ολοκλήρου γραμμένη σαν τηλεγράφημα. Οι στίχοι χωρίζονται με παύλες και σύμφωνα με τον υπότιτλο είναι «πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα». Όμως, με τον τρόπο, που είναι γραμμένα τα ποιήματα, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι πρόκειται για ποίηση καθώς υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και χαλαρή ως ανεπαίσθητη ομοιοκαταληξία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τίτλος της συλλογής είναι λίγο παραπλανητικός. Η ποίηση της Τσαλαχούρη δεν είναι απλά επαναστατική. Είναι αναρχική, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο γράφει και τον αναλύσαμε πιο πάνω, όσο και για το περιεχόμενο των στίχων της.

Τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια είναι κυρίως κοινωνικά. Η ποιητική της συλλογή ξεκινά με το «κουτσό σκυλί από πριόνι», που όλοι το διώχνουν και «πιάνει η χολή αέρα». Στα επόμενα ποιήματα συναντάμε μια λεπτή ειρωνεία: «Από ‘δώ και πέρα θα συνιστά τρομοκρατική πράξη η δημιουργία ουράνιου τόξου», αλλά και την ελπίδα, που παραμένει ακέραια στην πάλη για μια καλύτερη κοινωνία: «Η βαρβαρότητα κατατροπώνεται από τη θέληση για ελευθερία» και αλλού: «Εκτροχιασμένα βλέμματα – Θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο συθέμελα». Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες αναφέρονται σε αρκετά ποιήματα από τα οποία ξεχωρίσαμε τα: «Πατημένα γατιά», «Το δωμάτιο του Άδη» και το συγκλονιστικό «Το αγόρι με την μάινα στον ώμο».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι ένα πολύ δυνατό βιβλίο, από εκείνα, που λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και γι’ αυτό καταφέρνουν να μας εντυπωσιάσουν ευχάριστα.

*Στους συνδέσμους αυτούς θα διαβάσετε αποσπάσματα της συλλογής που δημοσιεύτηκαν στο Κόσκινο:

Αλήτις Τσαλαχούρη, Αποσπάσματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία πεζά ποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα