Η Έλευση της Γυναίκας στη Γραφή

Παρουσίαση, ερμηνεία και ανάλυση της ποιητικής ανθολογίας «Ηρωικά Κορίτσια» της Μαρίας Ταταράκη. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό Οδός Πανός (έτος 37o, τχ. 180 Οκτώβριος – Δεκέµβριος 2018).

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ανθολογία «Ηρωικά Κορίτσια» δεν πρόκειται για μια έκδοση απάντων, ή για το επόμενο βιβλίο στη σειρά διαφόρων άλλων που έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Είναι το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Ταταράκη που κυκλοφορεί ποτέ. Και αυτό γίνεται σχεδόν 7 χρόνια μετά τον θάνατό της. Ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις έχουμε στην παγκόσμια λογοτεχνία, με πιο γνωστό παράδειγμα ίσως την περίπτωση της Emily Dickinson.

Εμένα μου έλαχε η ευθύνη να αναλάβω μετά τον θάνατο της μητέρας μου να εκδώσω το έργο της. Η Μαρία αυτοκτόνησε πριν από οχτώ χρόνια. Τα συρτάρια της, τα τετράδιά της και τα περιθώρια των σελίδων των βιβλίων της, ήταν γεμάτα από ποιήματα. Όλα σχεδόν ανέκδοτα, εκτός από ελάχιστα που είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες ή μοιραστεί χέρι με χέρι σε διαδηλώσεις. Τα συγκέντρωσα, τα δακτυλογράφησα, τα ξεδιάλεξα. Συγγραφικό υλικό τριών δεκαετιών που έφτανε για πλήθος συλλογών.

Κάποια από τα ποιήματα αυτά είχαν χαρακτήρα ελεγειακό και μιλούσανε για κορίτσια ηρωικά και πένθιμα. Έπλεξα ένα στεφάνι με αυτά τα άνθη και σας το προσφέρω. Μην νομίσετε όμως σε καμιά περίπτωση ότι πρόκειται για κάποιο μνημόσυνο. Οι λέξεις της Μαρίας Ταταράκη είναι ένα κάλεσμα για εξέγερση και για έναν βαθύ και συγκλονιστικό αναστοχασμό της ύπαρξής μας.

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Το ποιητικό έργο της Μαρίας Ταταράκη ήταν μέχρι πολύ πρόσφατα εντελώς άγνωστο. Όχι μόνο στους λογοτεχνικούς κύκλους και στο αναγνωστικό κοινό, αλλά ακόμα και στους φίλους της. Οι ελάχιστες φορές, οι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, που η Μαρία είχε δημοσιεύσει κάτι, ήταν σε εφημερίδες της Αριστεράς, με αφορμή κυρίως κάποια μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση των εκπαιδευτικών. Το ποιητικό της Σύμπαν ωστόσο ξεπερνάει κατά πολύ τον πολιτικό και εργασιακό της χώρο.

Η Μαρία Ταταράκη, δεν αποφάσισε να στραφεί στην ποίηση μετά από κάποια μεγάλη απογοήτευση, προσωπικής, επαγγελματικής ή ιδεολογικής φύσεως. Δεν άρχισε να γράφει ξαφνικά το 1997 (που είναι η ημερομηνία δημοσίευσης στην εφημερίδα «Η Εποχή» του πρώτου κειμένου της ανθολογίας αυτής, του «Άει Ρόζα Λούξεμπουργκ»). Και σε καμία περίπτωση, το έργο της δεν εξαντλείται σε αυτήν εδώ την ανθολογία.

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» είναι μια επιλογή ποιημάτων της Μαρίας Ταταράκη με βάση ορισμένα συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία θα αναλύσουμε παρακάτω. Είναι καλό όμως να γνωρίζουμε εκ των προτέρων, ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο που έγραφε ποίηση σε όλη τη διάρκειά της ενήλικης ζωής του. Και που δεν δημοσίευσε ποτέ σχεδόν τίποτα. Σας παραθέτω εδώ, για παράδειγμα, ένα ποίημα που έγραψε η Μαρία στις αρχές της δεκαετίας του 80:

τώρα εγώ κατοικώ εν γαλήνη στην κρυστάλλινη σπηλιά μου
φορώ το πέπλο μου
χορεύω χορό παράνοιας
βρίσκομαι κατ’ ουσίαν μετ’ εμαυτής
τρώω τα νύχια μου
φρικιώ
σκίζομαι σαν μάνα να γεννήσω βρυκόλακες
συνομιλώ με τη σελήνη
λαχταρώ ένα χάδι ανθρώπινο
τώρα εγώ σιωπώ
εκστασιάζομαι
γίνομαι μεταξοσκώληκας
κάνω ψυχανάληση
τώρα εγώ δεν έχω μνήμη σαν πεταλούδα
τώρα εγώ κατεβαίνω στα τάρταρα
τώρα εγώ έχω αποκλειστεί
βγάζω τη γλώσσα μου στις χυδαίες γλώσσες της γης
αυτοσαρκάζομαι (!)
τώρα εγώ χαϊδεύω στοργικά τα μαλιά μου
τώρα εγώ παίζω με τη φωτιά
μισιέμαι θανάσιμα με τις σειρήνες του κόσμου
τώρα εγώ μεταλαμβάνω (σ.μ. πεοθηλάζω)
τώρα νανουρίζω στο κόρφο μου το παιδί μου
τώρα ρουφώ ενα ζεστό νες με γάλα
βάφω τις βλεφαρίδες μου
καμαρώνω τα όμορφα στήθια μου
τώρα θυμάμαι τον φίλο μου τον πέτρο και δακρύζω
τώρα δεν μπορώ να κάνω πίσω γιατί θα γίνω στήλη άλατος

Και άλλο ένα ποίημα της ίδιας περιόδου:

δεν πονώ. δεν ουρλιάζω
δεν πονώ
το μηδέν
το απόλυτο μηδέν
η καρδιά, τα μάτια, το αίμα
το αίμα
μια οπτασία, ένα φάντασμα, ένας βρυκόλακας
μεταλλάξεις
χορός χρωμάτων και φως
άπειρο φως
κάτω απ το φως μιας λάμπας 60 κεριών
πως χώθηκες έτσι μέχρι τον εγκέφαλο
μέσα σε τούτο το κενό
θυμάσαι μήπως ποιοι δολοφόνησαν τον caspar
απ’ την αρχή ως το τέλος μια απόγνωση. δεν νομίζεις
Ή
πως θα μπορούσα να ξεπλύνω
αυτόν τον γκρίζο λεκέ
στο κέντρο του σύμπαντος;

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» καλύπτουν την περίοδο 1997 – 2010, δεν εξαντλούν όμως το εύρος της ποιητικής παραγωγής της Μαρίας εκείνο το διάστημα. Για παράδειγμα, μεταξύ 2005 με 2009, έγραψε μια ωραιότατη σειρά ποιημάτων, σημειώσεων και χαϊκού, ημερολογιακού και αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Πολλά από αυτά έχουν να κάνουν με την ψυχική νόσο (με την οποία η Μαρία Ταταράκη έδωσε σκληρή μάχη για 15 χρόνια). Εδώ είναι ένα από αυτά τα ποιήματα, γραμμένο στις 2 Δεκεμβρίου 2005:

~ ~ ~ έχω την τιμή να νοσώ ψυχικά.
Ή θάπρεπε να ξεχάσω τους σκοτωμένους φίλους
μου στο δάσος με τα κυκλάμινα και τις λέξεις
να χαζεύω εκεί στα βασίλεια των ανθρωπο-
φάγων με τη λάμψη στα μάτια, βουλιμικά θαρρείς,
το ψυχορράγημα του σφαγίου.
να υποπτεύομαι την ηδονή,
την μετριοπάθεια,
την πικροδάφνη στα μάτια μιας Πέτρας,
το σινεμά και τους μυρτώους έρωτες
που μέσα του ευδοκιμούν.
Θα πρεπε να προσπερνώ αδιάφορα
χρυσοκοντυλλένια χειρόγραφα διότι είναι
της δικαιοδοσίας των αρμοδίων φιλο-
λόγων κι εκτός διδακτέας εξάλλου
να μην είναι ούτε μια νύχτα με φεγγάρι
να μαρέσει γιατί πάντα φοβόμουνα τα
πλάσματά της
θα πρεπε πάντα διαχυτικός, ατακαδόρος
και ξύπνιος να τρέχω λόγου χάριν στο σφύριγμα
του κέρδους και να λέω στην ικεσία πως
έχω εγώ τα δικά μου σπαρτά.

~ . ~ . ~ φιγούρες πλώρης, να απορώ, α, αυτοί
οι ακίνητοι οι μέτριοι κι ο βραχνός
προφήτης να υπομένει με το
φέρσιμο των ανέμων και των δέντρων
της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Ή θα πρεπε, εγώ ο υγιής, να περνώ ήσυχες
νύχτες, γνωρίζοντας ότι ο πάσχων της αρμοδιότητός
μου έχει υποχρεωθεί να περιφέρεται μ ένα
κουτί στα χέρια, τι τα θέλουμε εμείς
τα ηλεκτροσόκ ας βυθίσουμε την τρέλλα
στη δική μας τρέλλα.
Μην αποσύρεσαι, να λεγα στον τρελλό
της επικράτειας μου, σε χρειάζομαι
να σκιάζω τους τολμηρούς.
Αλλά μόνο έτσι σε χρειάζομαι σαν
γυμνό κερί που έλιωσε ερήμην μου.
Εγώ, τί, εγώ σε συνταγογραφούσα.
Σου ανέθετα χρέη γραμματέως στο σχολείο μου
Σου έκανα διάλογο αντίστασης και προοπτικής
… Ας πήγαινες διακοπές κι εσύ
το καλοκαίρι όπως και κάθε
εχέφρων αδειούχος.

Θα αναρωτιέται ίσως κανείς γιατί δεν εμφανίστηκε στα γράμματα νωρίτερα η Μαρία Ταταράκη. Δεν ήθελε; Δεν την ενδιέφερε να δημοσιευτεί; Υπάρχει ένα τετράδιό της με ποιήματα από το 1984, που μαρτυρά το αντίθετο. Το τετράδιο αυτό έχει ένα σχόλιο επάνω από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο:

«Μαρία Ταταράκη

ευγενικά αισθήματα κι ευαισθησία
που και που μερικοί καλοί στίχοι
θέλει όμως πολλή εξάσκηση στο γράψιμο,
γιατί μόνο με έρωτα δε γίνεται το ποίημα.»

Γνωρίζοντας τα αυστηρά κριτήρια του Ντίνου, το σχόλιο αυτό σε μια 25χρονη ποιήτρια, δεν φαντάζει και τόσο κακό. Και σίγουρα το ποιητικό της έργο από εκεί κι έπειτα δεν χτίστηκε μόνο πάνω σε ερωτική θεματολογία. Η αλήθεια είναι ότι από το 1987 μέχρι και το 1995 έχουμε ένα μικρό κενό, αν όχι στην παραγωγή ποιητικού έργου, τότε σίγουρα στην προσπάθειά της Μαρίας να το επικοινωνήσει με άλλους.

Ήταν τότε που γεννήθηκα εγώ, που η Μαρία παντρεύτηκε και παράλληλα ξεκίνησε να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση ως καθηγήτρια φιλόλογος. Είναι γενικά καλό, όταν ασχολούμαστε με μια εργαζόμενη γυναίκα, που γράφει ποίηση, πριν κάνουμε τις υποθέσεις μας για το έργο της, να λαμβάνουμε υπόψιν και τις οικονομικές, εργασιακές και οικογενειακές συνθήκες της ζωής της.

Η Μαρία επέλεξε να γίνει μητέρα μου κατ’ αρχάς, και να τιμήσει αυτό τον ρόλο, όπως επέλεξε επίσης να υπηρετήσει το λειτούργημα της δασκάλας στα σχολεία. Εκεί λοιπόν επικέντρωσε τις δημιουργικές της δυνάμεις για 25 χρόνια, παρά στην προώθηση του ονόματός της και του ποιητικού της έργου. Ωστόσο δεν σταμάτησε στιγμή να μελετά, να γράφει και να εργάζεται σκληρά πάνω στον λόγο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 90 η Μαρία γνώρισε τον Μάριο Μαρκίδη, ο οποίος ήταν ψυχίατρός της και του οποίου το λογοτεχνικό έργο εκτιμούσε ιδιαίτερα, όντας η ίδια και φανατική αναγνώστρια του περιοδικού Σημειώσεις. Έχω επίσης αλληλογραφία της από το 2004 με τον παππού μου Κάρολο Τσίζεκ και την τότε σύζυγο του, Μαρία Καραγιάννη, οι οποίοι σχολιάζουν αναλυτικά ορισμένα ποιήματα που τους είχε στείλει η μητέρα μου.

Τα αναφέρω όλα αυτά, γιατί θεωρώ ότι έχουμε μπροστά μας το έργο μιας εξαιρετικής ποιήτριας. Η οποία, αν και πολύ διακριτική, δεν ήταν κρυψίνους, από ό,τι φανερώνεται. Και με ενδιαφέρουν οι λόγοι για τους οποίους, ένα τέτοιο έργο, όσο η δημιουργός του ακόμα ήταν εν ζωή, αντιμετωπίστηκε κυρίως με συγκατάβαση, αυστηρότητα ή αδιαφορία. Πώς το χάσαμε; Πώς μας διέφυγε;

Τα πράγματα άλλαξαν λίγο μετά τον θάνατο της Μαρίας, το 2010. Κάποια από τα τελευταία ποιήματά της, που τα είχα στείλει στον Κάρολο Τσίζεκ και τη Μαρία Καραγιάννη, εκτιμήθηκαν πολύ. Ο Κάρολος με τη Μαριέττα αφιερώσανε μερόνυχτα στο να τα επιμεληθούν, και να τα στείλουνε στον Γιώργο Κορδομενίδη, ο οποίος τα εξέδωσε στο περιοδικό Εντευκτήριο το 2012. Με το έργο της Μαρίας ασχολήθηκαν επίσης με θέρμη και μεράκι η Μαίρη Κλιγκάτση, ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Τάσος Σαγρής, η Σίσσυ Δουτσίου, η Μελίτα Κάραλη και άλλοι, και ενδιαφέρθηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να δημοσιεύσουν ή να διαδώσουν το υλικό της.

Το 2017 αγκάλιασαν την ποίηση της Μαρίας Ταταράκη οι συνεργατικές Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Θέλω να ευχαριστήσω τον Χρήστο Μανούκα και τα υπόλοιπα παιδιά που πήρανε πάνω τους αφιλοκερδώς και με αυταπάρνηση την έκδοση αυτής της ανθολογίας και που επιτέλους δώσανε σε μια λαμπρή ποιητική φωνή το κατάλληλο βήμα για να ακουστεί.

Δεν το θεωρώ τυχαίο που τελικά έγινε έτσι η πρώτη δημοσίευση του έργου της Μαρίας, από έναν εκδοτικό οίκο που διέπεται από πνεύμα αλληλεγγύης και αυτοδιαχείρισης, όπου δεν υπάρχει καμία σχέση μισθωτής εργασίας-εξάρτησης, κάθε μέλος είναι ισότιμο με τα άλλα, εφαρμόζεται άμεση δημοκρατία σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται μέσω της Γενικής Συνέλευσης των εργαζομένων.

Ίσως οι λέξεις της Μαρίας Ταταράκη, οι οποίες κατοικούνε στην κόψη της Ουτοπίας, να περιμένανε ένα τέτοιο ουτοπικό εγχείρημα, όπως οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, να ωριμάσει, για να μπορέσουνε και αυτές να τυπωθούνε στο χαρτί.

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΙΤΛΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ
Τα κριτήρια λοιπόν με τα οποία επιλέχθησαν τα ποιήματα που απαρτίζουν την παρούσα ανθολογία είναι τα εξής.

Στο επίκεντρο κάθε ποιήματος βρίσκεται κάποιος γυναικείος χαρακτήρας (από την ιστορία, την ελληνική μυθολογία ή τον κοινωνικό κύκλο της ποιήτριας).
Τα ποιήματα της ανθολογίας είναι ελεγείες (με την έννοια του θρηνητικού και στοχαστικού ποιήματος που ο όρος αυτός απέκτησε στην αγγλική λογοτεχνία μετά τον 16ο αιώνα).
Ο τίτλος «Ηρωικά Κορίτσια» προέρχεται από στίχο της ποιήτριας που λέει:

«Ηρωικά Κορίτσια οι λέξεις μου
τραβούν ολόισια στον κίνδυνο
τω όντι αγαπημένα από αγαπημένους.»

Εδώ η ποιήτρια χρησιμοποιεί ως αναφορά τα τελευταία λόγια της Ισμήνης στην αδερφή της Αντιγόνη, την ώρα που η Αντιγόνη φεύγει για να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, αψηφώντας το διάταγμα του Κρέοντα και πενθώντας παραβατικά. Σε ένα άλλο ποίημα, το «Κατά Συνθήκην Λέξεις», η ποιήτρια κάνει απευθείας αναφορά στην Αντιγόνη, με τον στίχο:

«Κι εσύ μια πέτρα ή μια σιωπή εκεί
μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη.»

Ο στίχος «μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη» συνοψίζει κατά τη γνώμη μου το μεδούλι της έμβιας ύλης και των ανθρώπινων αγώνων. Αν τον αντιπαραβάλλουμε με τους στίχους από το λιανοτράγουδο «Κουβέντα με ένα Λουλούδι» του Γιάννη Ρίτσου μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τί εννοεί η Μαρία. Ότι καθετί το όμορφο γεννιέται στις ρωγμές του κατεστημένου. Ότι ο δρόμος της εξέλιξης εμποδιζόταν πάντα από τεκτονικές πλάκες απάθειας. Ότι η ζωή πάντα ήταν – και δεν μπορεί να είναι άλλο από – παραβατική.

Το κυκλάμινο είναι μια Αντιγόνη, που γεννήθηκε στη ρωγμή ενός βράχου, παραβιάζοντας τη ρητή εντολή του κόσμου των πιθανοτήτων. Έτσι, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που στη σημερινή Ευρώπη η απολυταρχία των τραπεζών συνθλίβει τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας. Στο ερώτημα επανάσταση ή αυτοκτονία η φύση απάντησε αιώνες πριν με το λουλούδι. Είναι σαν να μας λέει εδώ η ποιήτρια: ανθίστε σαν την Αντιγόνη και η ζωή θα βρει τον δρόμο της.

ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΑΤΑΡΑΚΗ

Σε ένα άλλο ποίημα, η Μαρία λέει: «Κορίτσια οι λέξεις μου». Δεν υπάρχει πιο φεμινιστικός στίχος από αυτόν. Με αυτό τον στίχο το γυναικείο σώμα συγχωνεύεται με την ίδια τη γραφή. Η Ταταράκη συγχωνεύει τον εαυτό της με το έργο της, επιδιώκοντας έτσι την ενότητα με τον κόσμο. Γιατί το πρώτο υποκείμενο στον κόσμο είναι η μητέρα. Η πρώτη μαθητεία στη γλώσσα γίνεται αρχικά μέσα από το σώμα της μητέρας και έπειτα μέσα από το νόμο του πατέρα – του κόσμου δηλαδή των ενηλίκων που δίνει περισσότερη εξουσία στους άνδρες, παρά στις γυναίκες. Η Ταταράκη επεκτείνεται στο παρελθόν και στα βάθη της προοιδιπόδειας ομιλίας και με αυτό τον τρόπο αντιστέκεται στην φαύλη πρακτική της πατριαρχίας, δηλαδή της ψυχικής βίας που προσπαθεί να πείσει πάνω από τον μισό ανθρώπινο πληθυσμό του πλανήτη ότι είναι λιγότερο έξυπνες και ότι οφείλουν να είναι υποταγμένες.

Σύμφωνα με τη Marianne DeKoven, μπορούμε να διακρίνουμε δύο γλώσσες: τη συμβατική, πατριαρχική ομιλία μας και μια πειραματική, αντιπατριαρχική. Η πρώτη εξυμνεί το θρίαμβο του αρσενικού έναντι του θηλυκού, του μεταοιδιπόδειου έναντι του προοιδιπόδειου, του λεξικού του πατέρα έναντι του σώματος της μητέρας, του νοήματος έναντι των πραγμάτων, της γραμμικότητας έναντι του πολυδιάστατου – με δυο λόγια του σημαινόμενου έναντι του σημαίνοντος.

Απορρίπτοντας λοιπόν την καταπιεστική πατριαρχική γλώσσα, τοποθετώντας τον εαυτό της στην ψυχοκοινωνική θέση των γυναικών, αγαπώντας το παιχνίδι του σημαίνοντος, η Ταταράκη επανακτά επίσης το σώμα της μητέρας.

Η ίδια έχει γράψει ότι «η ποίηση είναι γένους θηλυκού». Μια ισχυρή διατύπωση, με την οποία κάποιοι ίσως διαφωνήσουν, ως προς την καθολικότητά της, αλλά η οποία σίγουρα ισχύει όσον αφορά συγκεκριμένα την ποίηση της Μαρίας Ταταράκη. Χαρακτηριστική είναι η επιλογή της να παρουσιάζει ξαναγραμμένες, εκθηλυμένες εκδοχές των κλασικών και των χριστιανικών μύθων, με έναν τρόπο που φέρνει στο νου τo έργο «Αντάρτισσες» (Les Guerilleres) της γαλλίδας φεμινίστριας συγγραφέως Monique Wittig.

Στα «Ηρωικά Κορίτσια», βλέπουμε την ανάδειξη μιας γλώσσας «κοντά στο γυναικείο σώμα», μιας σωματοποίησης της Ελληνικής γλώσσας, που συνδέεται με τη φωνή και το σώμα της μητέρας, και αφήνει την «αγριότητα» του ασυνειδήτου να αναδυθεί και να υπερισχύσει της εξημερωμένης λογικής του υπερεγώ ή του Νόμου.

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» είναι εξ’ ορισμού παραβατικές υπάρξεις, είναι αντάρτισσες Αντιγόνες και η γλώσσα τους είναι γλώσσα παραβατική, αντιεξουσιαστική και αντιπατριαρχική.

Έτσι η Μαρία Ταταράκη, ως ποιήτρια αλλά και ως διανοήτρια, συναντάει την παράδοση των Γαλλίδων συγγραφέων που αναδείχτηκαν ως πρότυπα στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν μια νέα γλώσσα προκειμένου να μιλήσουν για το γυναικείο σώμα και να τη συγχωνεύσουν με μια ριζοσπαστική, γυναικοκεντρική πολιτική. Συγγραφείς όπως η Monique Wittig, η Helene Cixous και η Luce Irigaray.

Η Irigaray ισχυρίζεται ότι η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του γυναικείου ερωτισμού αναγκαστικά συνεπάγεται την παραδοχή μιας ιδιαιτερότητας στη σχέση των γυναικών με τη γλώσσα. Σε αντίθεση με τη λογική του «φαλλικού» λόγου – ο οποίος χαρακτηρίζεται από γραμμικότητα, συγκρότηση, βεβαιότητα υπεροχής, αυθεντίας και πάνω απ’ όλα ενότητας -, ο φεμινιστικός λόγος πρέπει να αγωνιστεί για να μιλήσει διαφορετικά.

«Αν δεν επινοήσουμε μια γλώσσα, αν δεν βρούμε τη γλώσσα του, το σώμα μας θα διαθέτει πολύ λίγες χειρονομίες για να συνοδεύσει την ιστορία του», λέει η Irigaray. Η σιωπή δεν είναι λύση για τις γυναίκες.

Στο δοκίμιο «La Jeune Nee [Η νεογέννητη γυναίκα ή Η ξαναγεννημένη γυναίκα], η Helene Cixous λέει πως «Γράφοντας τον εαυτό της η γυναίκα θα γυρίσει σ’ αυτό το σώμα το οποίο κατά το μεγαλύτερο μέρος της έχει αφαιρεθεί. Λογοκρίνοντας το σώμα, λογοκρίνουμε την ίδια στιγμή την αναπνοή και την ομιλία.»

Η Cixous ασχολήθηκε επισταμένως με την εγγραφή του γυναικείου σώματος και της γυναικείας διαφοράς στη γλώσσα και στο κείμενο. Δημιουργεί μια γραφή που καλεί σε επιστροφή στη «Σκοτεινή ήπειρο» της γυναικείας σεξουαλικότητας. Μια ουτοπική επιστροφή στη φαντασιακή προοιδιπόδεια τάξη μέσα από την ανάμνηση του σώματος της μητέρας που μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια γραφή σωματική, αίροντας κάθε απαγόρευση και καταργώντας το Νόμο του Πατέρα. Είναι η «έλευση της γυναίκας στη γραφή» που δημιουργεί τα «sexts», δηλαδή τα κείμενα που συνδέονται με την ερωτική επιθυμία και το φύλο.

Η Μαρία Ταταράκη, στο ποίημα «Αγχιβασίης Αμυθήτου, Γόνιμος Γραμμή», μιλάει για αυτήν ακριβώς την έλευση. Μας λέει την ιστορία της Χριστίνας, μιας δασκάλας τεχνικών εκπαιδευτηρίων που δίδαξε στην άγονη γραμμή των συνοικιών που βρίσκονται κάτω από την Αχαρνών. Η Χριστίνα λάτρεψε τους μαθητές της και στην «κόψη της ουτοπίας», στη «συνουσία» που ήταν η μεταξύ τους σχέση, γεννήθηκε η ψυχή των πραγμάτων κι η φωτεινή ιστορία του ανθρώπου. «Εξαιτίας ενός έρωτα που σκάβει το πρόσωπο».

Η ποιήτρια μας λέει πως η ψυχή της Χριστίνας ήταν «Ελευσία» και πως μάλιστα η Χριστίνα παραστάθηκε στη γέννηση του Απόλλωνος, παρηγορώντας τη μάνα του, τη Λητώ, στις ωδίνες της. Αποκαλεί την Χριστίνα «Ειλειθυία», Μεγάλη Ερωτική.

Η Ειλειθυία, ή Ελευθώ, ήταν η θεά της γέννησης και των πόνων του τοκετού. Βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν και ν’ αντέχουν τους πόνους της γέννας. Κατά την αρχαία παράδοση το όνομα αυτό οφείλεται σε ικετευτική κραυγή των επιτόκων: «Ελθέ!», «Ελθέ!» με την οποία καλούσαν τη θεά σε βοήθεια.

Από εκεί βγαίνει ετυμολογικά και η λέξη ελευθερία. Βλέπουμε δηλαδή ότι μέσα από το ποίημα αυτό, η Μαρία Ταταράκη «εκμαιεύει» την έννοια της ελευθερίας μέσα από την έλευση της γυναίκας στη γραφή. Μέσω της επινόησης δηλαδή μιας γλώσσας του γυναικείου σώματος, που επιτρέπει σε πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο στις συνειδήσεις των ανθρώπων να απεγκλωβιστούν από λανθάνουσες πατριαρχικές και φασιστικές αντιλήψεις και να ξαναγεννηθούν στο ουτοπικό φως του μέλλοντος.

«Αλλά την ώρα την πολυάνθεμο, τη δενδρώτιδα ώρα, θα φανεί στο
φως αρτιωμένος ο Ορφέας.
Γιατί τη νεράιδα που παραστάθηκε στη γέννησή του, οι παλαιοί
την είπαν Ελευθώ – Ένα όνειρο στα κύματα της μοίρας-
Κορίτσι που φύλαξες το μυστικό σου στα χίλια χρώματα των πέπλων
σου.
Για να σωθεί το αίνιγμα, για να μην απομαγευθεί η πλάση.»

Ξεκινώντας λοιπόν από την έκκληση των Γαλλίδων φεμινιστριών συγγραφέων για την επινόηση μιας γλώσσας του γυναικείου σώματος, βλέπουμε τη Μαρία Ταταράκη να φτάνει τελικά στο να υπηρετεί και το όραμα του κινήματος του υπερρεαλισμού για επαναμάγεμα του κόσμου μέσω της δημιουργίας του νέου μύθου.

Απορρέει από αυτή την αναπάντεχη σύγκλιση ότι η κριτική της πατριαρχίας που κάνει ο φεμινισμός και η κριτική του καπιταλισμού που κάνει ο υπερρεαλισμός (μέσα από τη στενή σχέση του με τον μαρξισμό) κάποτε αναπόφευκτα συναντιούνται.

Ο υπερρεαλισμός είναι απαραίτητος σε μια κοινωνία όπου δεν θέλουμε να ξαναϋπάρξουν Άουσβιτς, Νταχάου και Μπέργκεν-Μπέλσεν. Σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος δεν θα αναχθεί ξανά σε αριθμό. Σε μια τέτοια κοινωνία, είναι απαραίτητο το επαναμάγεμα του κόσμου που αποπειράται ο υπερρεαλισμός.

Και για να γίνει αυτό σήμερα, στον 21ο αιώνα, τον χωρίς συλλογικά οράματα, είναι απαραίτητη η δημιουργία του νέου μύθου – η διάσωση του μύθου από τη ναζιστική κηλίδα, με το ουτοπικό φως του μέλλοντος. Όπως λέει ο Michael Löwy, ο υπερρεαλισμός είναι το ακονισμένο στιλέτο που επιτρέπει να κόψουμε τα νήματα του αριθμητικού ιστού της αράχνης, του πνεύματος του ορθολογιστικού απολογισμού κερδών και απωλειών.

Στην κόψη αυτού του στιλέτου κατοικεί η ποίηση της Μαρίας Ταταράκη, κι εκεί μας καλεί να ζήσουμε: στην κόψη της Ουτοπίας.

ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ

Τα Ηρωικά Κορίτσια είναι οι εξεγερμένες υπάρξεις και τα εκστατικά υποκείμενα μιας τέτοιας μετα-καπιταλιστικής πραγματικότητας. Η έλευση της γυναίκας στην γραφή αναπόφευκτα ανατρέπει το κυρίαρχο αφήγημα του δυτικού πολιτισμού και μπορεί να επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στην παιδεία και στην παθιασμένη με τα όπλα μαζικής καταστροφής κουλτούρα μας. Αν τα όρια της γλώσσας μας ορίζουν τα όρια του κόσμου μας και όσα ξέρουμε είναι αυτά για τα οποία έχουμε λέξεις, τότε μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Γιατί είναι μια γλώσσα που δεν φοβάται να θέσει ερωτήματα όπως: με ποιο τρόπο η ακεραιότητα αντιμετωπίζει την καταπίεση; Τι κάνει η τιμιότητα όταν έρχεται αντιμέτωπη με την προσβολή; Με ποιον τρόπο η αρετή αντιμετωπίζει την ωμή επιβολή δύναμης;

Μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα, είναι μια γλώσσα που μαρτυρά την ομορφιά που υπάρχει στο να φλέγεσαι για δικαιοσύνη. Γιατί είναι μια γλώσσα που αποκαλύπτει ότι «είμαι αυτός που είμαι επειδή κάποιος με αγάπησε». Και η δικαιοσύνη, κατά τον Αφροαμερικανό φιλόσοφο Cornel West, είναι η όψη της αγάπης στον δημόσιο βίο.

Γιατί είναι μια γλώσσα που καθιστά σαφές ότι η κατάσταση της αλήθειας είναι να επιτρέπει στον πόνο να μιλήσει. Και δεν επιτρέπει η γλώσσα αυτή να μιλάμε περί αλήθειας, χωρίς να εστιάσουμε σε αυτούς που, όπως λέει ο Malkolm X, «ζούνε την κόλαση».

Μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα, είναι μια γλώσσα τρυφερότητας. Αν η δικαιοσύνη είναι η όψη της αγάπης στον δημόσιο βίο, η τρυφερότητα είναι η όψη της αγάπης στον ιδιωτικό μας βίο.

Και η ανθολογία της Μαριάς Ταταράκη, είναι μια απόπειρα να αποκτήσει ξανά η ελληνική γλώσσα την Στρατευμένη Τρυφερότητα, την Ανατρεπτική Γλυκύτητα και τη Ριζοσπαστική Ευγένεια που είχε η φωνή του Γιάννη Ρίτσου, του Μάνου Χατζηδάκι, του Μάνου Κατράκη, της Ρόζας Εσκενάζυ, της Φλέρυς Νταντωνάκη, της Σωτηρίας Μπέλλου, της Μαρίας Δημητριάδη, η φωνή των πολιτικών κρατούμενων όταν τραγουδούσαν στα ξερονήσια και τις φυλακές και οι φωνές των νέων όταν ανέτρεπαν μια δικτατορία.

Τρυφερότητα, γλυκύτητα, ευγένεια. Αυτές είναι οι πρώτες ύλες της ριζοσπαστικής μας ανάλυσης του νεοφιλελευθερισμού, του μεγάλου κεφαλαίου και της σύγχρονης πλουτοκρατίας.

Ανατρεπτική γλυκύτητα είναι η εύψυχη μουσική, η εύψυχη αλληλεπίδραση, είναι το να μοιραζόμαστε μια καταπραϋντική γλυκύτητα μπροστά στην απειλή της καταστροφής που έρχεται καταπάνω μας. Είναι το να ονειρευόμαστε αλληλουχίες, να συμπονούμε αλαφροϊσκιωτους, να δακρύζουμε και να αρτιωνόμαστε «κατά τον τρόπο των κυκλαμίνων», όπως λέει η ποιήτρια. «Σθεναρά. Εξαίσια. Απρόβλεπτα».

Με τον τρόπο αυτό στον Επιτάφιο του Ρίτσου ο θρήνος της μάνας του νεκρού νεαρού στην διαδήλωση των καπνεργατών μετουσιώνεται σε κάλεσμα για ξεσηκωμό, και ο γιος της ανασταίνεται μέσα στις φλέβες όλων.

«Γλυκέ μου, ἐσὺ δέ χάθηκες, μέσα στὶς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στὶς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.»

*Το κείμενο το πήραμε από εδώ: https://cizek.wordpress.com/

Παρουσίαση βιβλίου: «αποσπάσματα» του Κ ω σ τ ή, απ’ τις εκδόσεις «Εξάρχεια»

Από την Αικατερίνη Τεμπέλη*

Με μεγάλη χαρά, παρουσιάζω σήμερα, αυτό το βιβλίο του Κ ω σ τ ή, στο blog. Πρόσφατο, πολύτιμο απόκτημα, η δεύτερη έκδοση των αποσπασμάτων του απ’ την περίοδο 1967-1973, που κυκλοφόρησε το 2015 σε πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου. Τα πώς και τα γιατί, θα τα πληροφορηθείτε απ’ τις σχετικές παραπομπές. Έτσι κι εγώ, ως είθισται θ’ αρχίσω απ’ την αρχή… Γιατί η αλήθεια είναι ότι πριν ακόμη ξεκινήσω την ανάγνωση, παρατήρησα τις πολλές λεπτομέρειες του εξωφύλλου. Μια φωτογραφία, όπως αυτή που βλέπετε παραπάνω, δεν αρκεί παρά μόνο για να σας δώσει μια γενική ιδέα, ακόμη κι αν τη δείτε σε πλήρες μέγεθος. Όταν πάρετε όμως το βιβλίο στα χέρια σας, θα καταλάβετε πόσο λεπτοδουλεμένο είναι το συγκεκριμένο σχέδιο.

Και φυσικά, διαβάζοντας τα περιεχόμενά του, στάθηκα σε πολλά σημεία… Οι πολιτικές προκλήσεις και το κλίμα της ταραχώδους εκείνης εποχής αποτυπώνονται με την πρωτοποριακή Oπτική (και δε χρησιμοποιώ τυχαία τη λέξη) του γράφοντα, αλλά δημιουργούνται ταυτόχρονα και γόνιμοι, διαλεκτικοί, συνειρμοί με το σήμερα. Έτσι, το ιστορικό πλαίσιο, αν και σφραγίζει τα ποιήματα, δε λειτουργεί σε καμία περίπτωση ασφυκτικά, εγκιβωτίζοντάς τα στο παρελθόν, γι’ αυτό και μπορούμε λοιπόν να ταυτιστούμε με πάμπολλους στίχους του Κ ω σ τ ή, που αντανακλούν τόσο σύγχρονους προβληματισμούς σχετικά με τη θέση μας στον κόσμο, το ρόλο της τέχνης, της ποίησης, κ.α. Η δε «Καθημερινή Ηλέκτρα» του, θα μπορούσε αύριο ν’ ανέβει ως μονόλογος σε μια θεατρική σκηνή. Τη λάτρεψα κι αυτήν την ενότητα.

Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, ο Κ ω σ τ ή ς εξηγεί από ποιες συλλογές προέκυψαν αυτά τα εκρηκτικά ποιήματα και πώς εν μέρει, προέκυψαν. Κι εδώ, στο δικό του ιστότοπο υπάρχει μία σχετική ανάρτηση που αξίζει οπωσδήποτε να διαβάσετε, μιας κι όχι μόνο θα καταλάβετε έτσι καλύτερα το σκεπτικό του, την πορεία του, αλλά θα έχετε την ευκαιρία και να διαβάσετε επιλεγμένα ποιήματα απ’ αυτήν την έκδοση. Όσο για το δημιουργό τους, του αφήνω δικαιωματικά, τον επίλογο: «μαρέσει να δοκιμάζω όλα όσα κανένας δε μου έμαθε. σε τίποτα δεν είμαι ειδικός. νομίζω πώς όλα μπορώ να τα κάνω άμα γουστάρω τη ζωή που ζω…». Και παρακάτω συμπληρώνει «η διαδικασία συνεχίζεται ζώντας. συνεχίζεται και μέσα απ’ τα σχέδια και τα γλυπτά. συνεχίζεται μέσα από τα δοκίμια τους ήχους κι ό,τι άλλο μπορώ να γλεντήσω σαυτό τον πλανήτη…».

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: https://aikaterinitempeli.wordpress.com/2022/06/24/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85/

Κατερίνα Λιάτζουρα: Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες | Δίγλωσση ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης

Παρουσίαση από την Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου

Ι.
Η αρχαιότερη γνωστή στις μέρες μας απεικόνιση ενός διερμηνέα ή μεταφραστή προέρχεται από την Αίγυπτο του 1330 π.Χ. Πρόκειται για ένα ανάγλυφο από την ζωφόρο του τάφου του ανώτατου αξιωματούχου και κατοπινού Φαραώ Χορεμχέμπ στην νεκρόπολη της αρχαίας Μέμφιδας, το οποίο βρίσκεται σήμερα στην πόλη Leiden της νότιας Ολλανδίας. Το «Ανάγλυφο του Διερμηνέα», όπως αποκαλείται, απαρτίζεται από τρεις φιγούρες: τον ίδιο τον Χορεμχέμπ, μια ομάδα ξένων απεσταλμένων και έναν διερμηνέα.

Ο εκπρόσωπος του Φαραώ έχει στο ανάγλυφο το διπλάσιο μέγεθος του διερμηνέα, ενώ υπερέχει κατά ένα τρίτο περίπου και σε σχέση προς τους ξένους αξιωματούχους.

Οι τελευταίοι παριστάνονται γονυπετείς επειδή ικετεύουν τον βασιλιά να τους προστατεύσει από εχθρικές εισβολές. Το μικρότερο μέγεθός τους οφείλεται στο γεγονός ότι στην αρχαία Αίγυπτο η ιδιότητα του «ανθρώπου» ήταν τίτλος τιμής που αποδιδόταν μόνο στους κατοίκους της, ενώ οι ξένοι θεωρούνταν ως κατώτεροι και «βάρβαροι». Η διαφορά μεγέθους αντιστοιχεί όμως και σε μια ιεράρχηση της αξίας και της ισχύος των γλωσσών: τα αιγυπτιακά είναι ανώτερα και ισχυρότερα των ξένων ιδιωμάτων.

Η ιεράρχηση των γλωσσών αποτυπώνεται και στην καθοδική κατεύθυνση των επικοινωνιακών χειρονομιών στο ανάγλυφο. Στο υψηλότερο σημείο βρίσκεται το χέρι του εκπροσώπου του Φαραώ με το αιγυπτιακό διάταγμα· χαμηλότερα το υψωμένο χέρι του διερμηνέα που το παραλαμβάνει από το προηγούμενο και ο οποίος, αφού στραφεί προς την άλλη πλευρά, παραδίδει το μεταφρασμένο πλέον μήνυμα με το κατεβασμένο χαμηλότερα τώρα χέρι στους ξένους, τα χέρια των οποίων βρίσκονται ακόμη πιο χαμηλά.

Ο διερμηνέας/μεταφραστής, ο οποίος κυρίως ενδιαφέρει εδώ, βρίσκεται στη μέση και αποτελεί το επίκεντρο του ανάγλυφου, και απεικονίζεται σε δύο στάσεις: στην πρώτη εμφανίζεται στραμμένος προς τον ίδιο τον ύπατο εκπρόσωπο του Φαραώ Τουταγχαμών, τον Χορεμχέμπ, από τον οποίον δέχεται το διάταγμα του βασιλιά στα αιγυπτιακά. Στην δεύτερη έχει στραφεί προς τους ξένους «μεταφέροντας» και μεταφράζοντας το φαραωνικό διάταγμα στην γλώσσα τους. Είναι μικρότερος σε μέγεθος όχι μόνο από τον Χορεμχέμπ, αλλά και από τους ξένους, μολονότι συνομιλεί ως ίσος προς ίσον με αυτούς. Χαρακτηριστική είναι επίσης η σκυφτή στάση του σώματός του.

Το μικρό μέγεθος του διερμηνέα/μεταφραστή παραπέμπει στην χαμηλή κοινωνική θέση που είχε ο ίδιος και η δραστηριότητά του στην Αρχαία Αίγυπτο. Ταπεινότητα, υποτέλεια, υποταγή και αυθυποβιβασμό δηλώνει και το σκυφτό του σώμα. Η «κίνησή» του, τέλος, μεταξύ των δύο σταθερών πόλων του ανάγλυφου που αποδίδεται με την διπλή απεικόνισή του, αισθητοποιεί προσφυώς την λειτουργία του διερμηνέα ως απλού «μέσου» και μεταβατικού σταδίου, που πάει να πει: νόημα και αξία έχει το μήνυμα που μετα-φέρει και μεταφράζει, όχι αυτός ο ίδιος. Ο μεταφραστής επομένως δεν είχε αυτοτελή και αυτόνομο λόγο ύπαρξης, επειδή – για να χρησιμοποιήσω μια φράση της Κατερίνας Λιάτζουρα [εφεξής = Κ.Λ.] από τον «Πρόλογο» στην Ανθολογία της – «δεν έχει να πει» κάτι ο ίδιος, αλλά υπηρετεί απλώς την επικοινωνία μεταξύ ετερόγλωσσων ανθρώπων που «έχουν να πουν» πράγματα ο ένας στον άλλο.

  • Μα καλά, θα αναρωτηθεί κανείς εδώ, τι νόημα έχει η αναφορά σε ένα ανάγλυφο 3000 ετών; Δεν έχει αλλάξει η κατάσταση στις μέρες μας; Και μάλιστα ριζικά;

Η απάντηση είναι: δυστυχώς όχι, και κυρίως: δυστυχώς όχι στην χώρα μας. Ή τουλάχιστον: όχι σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται και αξιολογείται ο διερμηνέας/μεταφραστής και η ερμηνευτική και μεταφραστική δραστηριότητα, και τον οποίο τόσο «εύγλωττα» αναδεικνύει το αρχαίο ανάγλυφο. Σε ορισμένα χαρακτηριστικά αυτού του τρόπου εστιάζονται οι ακόλουθες σύντομες παρατηρήσεις μας, οι οποίες προέκυψαν από την ανάγνωση της ανθολογίας της Κ.Λ..

ΙΙ.
Το πρώτο από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι η τάση «συρρίκνωσης», η απαξίωση και ο υποβιβασμός του ρόλου του μεταφραστή και της μεταφραστικής δραστηριότητας για τον πολιτισμό μιας χώρας και τις σχέσεις της με άλλες χώρες και τον πολιτισμό τους. Μολονότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης θα προσδοκούσε κανείς να υπάρξει μια αναβάθμιση, η τάση συρρίκνωσης κυριαρχεί και στην σύγχρονη λογοτεχνική ζωή. Αρκεί μια ματιά στην τυπογραφική διαμόρφωση των εξωφύλλων μεταφρασμένων βιβλίων για να διαπιστώσει κανείς τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Το όνομα του μεταφραστή γράφεται συνήθως με τα μικρότερα δυνατά στοιχεία, – αν υπάρχει καν στο εξώφυλλο, διότι πολύ συχνά κρύβεται στις πρώτες εσωτερικές σελίδες.

Μια τέτοια πρακτική υπαγορεύεται ασφαλώς από τις ανάγκες της αγοράς, οι αναγνώστες, όπως λέγεται συνήθως, προσελκύονται «φυσικά» από «διάσημους συγγραφείς» και όχι από «άσημους μεταφραστές». Ωστόσο η αξιολόγηση και ιεράρχηση σε «διάσημους συγγραφείς» και «άσημους μεταφραστές» δεν είναι τόσο «φυσική» και αυτονόητη, αλλά επιβάλλεται συνήθως από την βιβλιοκριτική που ασκείται από δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς, οι οποίοι με την σειρά τους στηρίζονται ρητά ή υπόρρητα σε σχετικές γλωσσολογικές ή λογοτεχνικές θεωρίες.

Βέβαια τελευταία δεν λείπουν οι θεωρητικές προσπάθειες που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, την αποκατάσταση και αναβάθμιση δηλαδή του μεταφραστή και του έργου του, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν ακόμη ευρεία απήχηση. Οι θεωρίες αυτές, οι οποίες στρέφουν την προσοχή τους στην μεταφραστική πράξη, αναγνωρίζουν την εξαιρετική δυσκολία της μετάφρασης, προπαντός της λογοτεχνίας και ιδιαίτερα της ποίησης. Εκκινώντας από εδώ, προτείνουν οι μεταφράσεις στον εν λόγω τομέα να προσεγγίζονται και να κρίνονται ως πρωτογενείς δημιουργίες, ως ιδιόμορφα, αυτόνομα λογοτεχνήματα και όχι μόνο ως απλές αναπαραγωγές των πρωτότυπων έργων σε άλλη γλώσσα. Αντίστοιχα αναβαθμίζονται και οι μεταφραστές από αμελητέους παραγωγούς δευτερογενών κειμένων σε αυθεντικούς δημιουργούς.

Κατά τη μελέτη της μεταφραστικής πράξης οι νεότερες αυτές θεωρίες δεν περιορίζονται στην σύγκριση ενός μεμονωμένου μεταφρασμένου κειμένου με το πρωτότυπο, αλλά διευρύνουν την έρευνά τους στο σύνολο των διεργασιών που καθορίζουν την μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων. Στο πλαίσιο αυτό θέτουν μεταξύ άλλων και ερωτήματα όπως τα εξής:

  • Ποιος επιλέγει τους συγγραφείς και τα έργα που πρέπει να μεταφραστούν;
  • Πώς εκτυλίσσεται ειδικότερα τούτη η διαδικασία και ποιοι παράγοντες την διαμορφώνουν;
  • Ποιος είναι ο ρόλος των συμμετεχόντων προσώπων και θεσμών, όπως εκδοτικοί οίκοι, επιμελητές, λογοτεχνική κριτική, ξένα πολιτιστικά ινστιτούτα, βραβεία και υποτροφίες για μεταφραστές, ακαδημίες, φεστιβάλ ποίησης;

Κρίσιμα και χρήσιμα είναι τέτοιου είδους ερωτήματα, επειδή οδηγούν στην ανάδειξη και κατανόηση μηχανισμών εξουσίας που δεν καθορίζουν μόνο την θέση και την αξία της μετάφρασης και των μεταφραστών, αλλά και επειδή επιβάλλουν έναν κανόνα συγγραφέων και κειμένων που αξίζουν να μεταφραστούν με όχι πάντα διαφανή κριτήρια.

ΙΙΙ.
Μία από τις αρετές που διακρίνουν τη δίγλωσση ανθολογία της Κ.Λ. είναι ότι αποτελεί ένα αντιπαράδειγμα στις προαναφερθείσες αδιαφανείς πρακτικές. Η κεντρική λέξη και έννοια είναι εδώ η «υποκειμενικότητα», στην οποία, όπως ομολογεί η ίδια στον «Πρόλογο» του βιβλίου, στηρίζεται όλο το εγχείρημά της: η διατύπωση κριτηρίων, η ανάγνωση, η επιλογή αλλά και η απόρριψη ποιητών και ποιημάτων, ο προσδιορισμός του τρόπου μετάφρασης. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει πρώτα από όλα – αρνητικά – απουσία γενικών κανόνων που εγγυώνται την διυποκειμενική ισχύ, την αντικειμενικότητα και την βεβαιότητα των προτάσεων μας ή αλλιώς απουσία επιστήμης, και επομένως ένα άλμα στην αβεβαιότητα. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει όμως ακολούθως – και θετικά – θάρρος, τόλμη και εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και την – αισθητική, στην προκειμένη περίπτωση, – κρίση μας. Τούτη η στάση και η μέθοδος κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι στην εποχή της επιστήμης της μεταφρασεολογίας και της στηριζόμενης σε αυτήν «επιστημονικής» λογοτεχνικής μετάφρασης.

Η μεταφρασεολογία μπορεί να είναι χρήσιμη για τους μεταφραστές και την μετάφραση στο μέτρο που – όπως οι προαναφερθείσες έρευνες – στρέφεται ρητά προς την μεταφραστική δραστηριότητα και αναδεικνύει την σημασία της. Τέτοιες θεωρίες συμβάλλουν στην αναίρεση της «συρρίκνωσης» και της υποβάθμισης του μεταφραστή και της μετάφρασης που κυριαρχεί ακόμη και στην εποχή μας. Από την άλλη, ωστόσο, ο αρχικός προσανατολισμός της μεταφρασεολογίας προς τους υπολογιστές και την αυτόματη μεταγλώττιση και η συνακόλουθη τάση να τους εξισώνει με τον άνθρωπο και την ανθρώπινη μετάφραση (humantranslator) συνεχίζει και επιτείνει την «συρρίκνωση» και την απαξίωση του μεταφραστή.

Στη συνάφεια αυτή ανήκει και η «υποκειμενικότητα» της μετάφρασής της, για την οποία η Κ.Λ. κάνει λόγο στην τελευταία σελίδα του «Προλόγου» της. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει, όπως είδαμε, απουσία γενικών κανόνων και επιστήμης, και επομένως άλμα στην αβεβαιότητα και αποδοχή της δυνατότητας σφάλματος κατά την άσκηση της μεταφραστικής δραστηριότητας. Τούτο το άλμα στην αβεβαιότητα δεν είναι όμως τυφλό, αλλά ακολουθεί ορισμένους ιδιόμορφους κανόνες. Οι κανόνες της υποκειμενικής μετάφρασης δεν διατυπώνονται πριν και ανεξάρτητα από την μεταφραστική δραστηριότητα και εφαρμόζονται κατόπιν σε αυτήν· σχηματίζονται κατά την επιτέλεση της ίδιας της μεταφραστικής πράξης μέσω μιας δημιουργικής ενόρασης του μεταφραστή και ισχύουν μόνο για την μεμονωμένη περίπτωση, δεν επιδέχονται δηλαδή γενίκευση. Με άλλα λόγια: σε κάθε βήμα της μετάφρασης παρουσιάζονται εντελώς νέα και διαφορετικής υφής προβλήματα, επειδή ο μεταφραστής διατυπώνει μόνος του τους κανόνες και τις προδιαγραφές που ακολουθεί για να τα λύσει.

Η δημιουργική αυτή ενορατική ικανότητα δεν μπορεί να διατυπωθεί ρητά σε ένα σύστημα κανόνων και να διδαχθεί, καλλιεργείται όμως και εκμαθαίνεται μέσω της συνεχούς μεταφραστικής πράξης. Η Κ.Λ. δεν είναι αρχάρια, αλλά έχει ήδη μια αξιοσημείωτη πορεία στον χώρο της μετάφρασης και, όπως αποδεικνύει η παρούσα δίγλωσση ανθολογία, διαθέτει χωρίς αμφιβολία την δημιουργική ενόραση που χαρακτηρίζει κάθε ικανό μεταφραστή. Μολονότι δεν είναι εύκολο να προσεγγίσει κανείς μια υποκειμενική μεταφραστική μέθοδο από έξω, θα παραθέσουμε, κλείνοντας, ορισμένες προτάσεις του Bertolt Brecht:
«Αυτό που βλάπτει περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο τα ποιήματα κατά την μετάφρασή τους σε μια άλλη γλώσσα, είναι ως επί το πλείστον η προσπάθεια να μεταφράσουμε περισσότερα από όσα πρέπει. Ίσως θα έπρεπε να αρκεστούμε στην μετάφραση των διανοημάτων και της στάσης του ποιητή. Από το πρωτότυπο οφείλουμε να προσπαθήσουμε να μεταφράσουμε μόνο ό,τι στον ρυθμό του αποτελεί στοιχείο της στάσης του γράφοντος, και τίποτε άλλο.» [Gedichte werden bei der Übertragung in eine andere Sprache meist dadurch am stärksten beschädigt, dass man zu viel zu übertragen sucht. Man sollte sich vielleicht mit der Übertragung der Gedanken und der Haltung des Dichters begnügen. Was im Rhythmus des Originals ein Element der Haltung des Schreibenden ist, sollte man zu übertragen suchen, nicht mehr davon. (Bertolt Brecht: Über Lyrik, Frankfurt a.M. 1975)]

Οι επιγραμματικές αυτές προτάσεις, στις οποίες ο μεγάλος Γερμανός ποιητής συνοψίζει την δική του μέθοδο μετάφρασης, μας φαίνεται ότι πλησιάζουν αρκετά τον υποκειμενικό τρόπο με τον οποίο μεταφράζει η Κ.Λ. Οι ανθολογούμενοι ποιητές πρέπει να αισθάνονται τυχεροί που τα έργα τους αποδόθηκαν από μια τέτοια μεταφράστρια σε μια από τις ισχυρές γλώσσες του σύγχρονου κόσμου.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/lexeis-aihmires-san-prokes-parousiasi-apo-tin-hristina-grammatikopoulou.html?fbclid=IwAR2Cse7ekjd71ZhVKe7HQwohrD-f4ghJodinyCnJWqgo5ftvpunwmtvXq4M

Μητέρα πάντων η συνείδηση…

Σύντομη παρουσίαση τής πρώτης έντυπης ποιητικής συλλογής τού Ε. Μύρωνα, “Γράμμα στη Μητέρα”

(Το σημερινό κείμενο λόγω ανυπέρβλητων τεχνικών προβλημάτων, δημοσιεύεται μονοτονισμένο, κάτι αρκετά ειρωνικό, καθώς ο Μύρων είναι από τους ελάχιστους ποιητές που γράφει τα κείμενά του στο πολυτονικό. Ελπίζουμε το πρόβλημα να διορθωθεί στο μέλλον, έτσι ώστε και τα ποιήματά του να αποτυπωθούν στην αυθεντική αρχική μορφή τους)

Πέρασαν χρόνια από τότε που, (εντελώς τυχαία…), έφτασαν στο γραφείο μου κάποιοι στίχοι τού Μύρωνα. Ένα εξασκημένο βλέμμα, (και θέλω να πιστεύω ότι το δικό μου κατέχει πιά αυτό το ένστικτο μετά τόσα έτη), μπορεί αν διακρίνει σχεδόν αμέσως τον διάφορο στίχο, εκείνον που προσπαθεί να εμβαθύνει και το κυριότερο εκείνον που χαρακτηρίζεται από γνησιότητα. Σε παρόμοιες περιπτώσεις νιώθεις αυτήν την απόλαυση τού κειμένου, (μα πόσο σπάνιο πλέον!..), την υποψία ενός ταλέντου, το ακατέργαστο μέταλλο μιάς ποιητικής φυσιογνωμίας.

Έκτοτε ξεκίνησε μια αλληλογραφία, (θα τολμούσα να πώ μία διαδικτυακή φιλία…), με συζητήσεις για την ποίηση, την λογοτεχνία, την ουσία τού στίχου, μα και τα τεχνικά του ελαττώματα, την οικονομία τού κειμένου, τις ποιητικές συμβάσεις και άλλα πολλά και διάφορα. Όλο αυτό το υλικό, όλη αυτή η ενασχόληση, (μέσα δυστυχώς σε περιορισμένο ελεύθερο χρόνο), κατέληξε στο πρώτο μου αφιέρωμα στον Μύρωνα – ακόμη επάνω σε αδημοσίευτους στίχους, σε ακατέργαστο υλικό, σε πειραματισμούς, σε ανησυχίες, αμφιβολίες και προβληματισμούς.

Και ιδού που, μετά από όλο αυτό το βάσανο τού ποιητή, η πρώτη ποιητική του συλλογή είναι πια πραγματικότητα. Δυστυχώς δεν αμφιβάλλω για την τύχη της – η σκόνη σε κάποιο ράφι, (αν υπάρχει κι αυτό…), είναι πλέον η πιο φιλική συντροφιά για τις εκδόσεις ποιημάτων. Δεν αμφιβάλλω μήτε και για την ακρισία τού φιλότεχνου κοινού, που καιρό τώρα έχει εθιστεί στο φευγαλέο και το στερεότυπο, δηλαδή το ρηχό και το ανούσιο. Όμως όλα τούτα ελάχιστη σημασία έχουν στην ιστορία τής γραμματείας – η έντυπη έκδοση παραμένει ένα ντοκουμέντο για την συνείδηση τού συγγραφέα της, μία πρόταση αλλαγής, μια απόπειρα καταγραφής συναισθημάτων και στοχασμών, μια εξερεύνηση τής προσωπικής ουτοπίας. Η πρώτη συλλογή είναι πάντα ένα πυρηνικό τής συνείδησης απόσταγμα, μια διαφορετική ματιά στον κόσμο, στην πραγματικότητα μία πρόταση.

(Μικρή παρένθεση. Η ποίηση από την πλειονότητα αντιμετωπίζεται ως διάλειμμα, ως ανάπαυλα ενός κουραστικού βίου, στην καλύτερη περίπτωση ως δείγμα μιάς καλαισθησίας και ευγενούς απασχόλησης, περίπου ως πολυτέλεια. Μα είναι το εντελώς αντίθετο, είναι εκπαίδευση βίου και συνείδησης, στάση ζωής, οδοδείκτης πορείας, δοκιμιακή έρευνα τού οντολογικού ζητήματος, αναπόσπαστο μέρος τού καθημερινού στοχασμού. Φυσικά και αισθητική, οπωσδήποτε και τέχνη. Αντιλαμβάνομαι πως είναι κατά πολύ ευκολότερη η ανάγνωση τού Δροσίνη από τους στίχους τού Καρυωτάκη, αλλά με τον πρώτο στην καλύτερη περίπτωση έχουμε αισθητική απόλαυση, με τον δεύτερο σφυρηλάτηση συνείδησης μοναδικής και ασυμβίβαστης. Τυχαία φυσικά τα ονόματα.)

Φυσιολογική λοιπόν η κάποια συγκίνηση όταν η συλλογή «Γράμμα στη Μητέρα» έφθασε στο γραφείο μου, ταχυδρομημένη από τον ίδιο τον ποιητή και διακοσμημένη με μία όμορφη προσωπική αφιέρωση. Πριν δούμε τα ζητήματα ουσίας, ας ρίξουμε μια ματιά στα εξωτερικά χαρακτηριστικά τής έκδοσης.

Η συλλογή εκδόθηκε από τον οίκο «Αρμίδα», εκδότης με έδρα την Λευκωσία στην Κύπρο. Το εξώφυλλο διακοσμείται από ζωγραφικό έργο τού ίδιου τού Μύρωνα, ο τίτλος και το όνομα τού συγγραφέα είναι ευδιάκριτα επάνω στο λευκό φόντο, ενώ το κόκκινο λογότυπο των εκδόσεων αχνοφαίνεται στο κάτω μέρος τού εξωφύλλου, (ας πάρουν κάποιο μάθημα από αυτό ορισμένοι «δικοί μας»
εκδοτικοί οίκοι που υπερκαλύπτουν τα εξώφυλλά τους με την επωνυμία τους. Ακόμη και η τεχνική τής τυπογραφίας διαθέτει τους συμβολισμούς της και τις ιεραρχήσεις της).

Στο οπισθόφυλλο ελάχιστες γραμμές και είναι αλήθεια πως αυτό είναι προτιμότερο από ένα φλύαρο κείμενο γεμάτο από μεγαλοστομίες, κάτι που επίσης είναι σχεδόν κανόνας στις ελληνικές εκδόσεις των τελευταίων δεκαετιών. Μια παρατήρηση μόνο προς τον εκδότη, τους αναγνώστες, όλους μας – το όνομα Μύρων κλίνεται, έχει γενική, έχει αιτιατική. Είναι κρίμα να χαλά η συνολικά καλή εικόνα μιάς έκδοσης με κείνο το ακαλαίσθητο τής αιτιατικής «από τον Ε. Μύρων (α)…». Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενα υπάρχουν κάποια μικρά, (τυπογραφικά κυρίως) λάθη που έχουν επίσης ξεφύγει από την επιμέλεια κειμένου και σχετίζονται κυρίως με τον τονισμό τού πολυτονικού.

Από την συλλογή απουσιάζει οποιαδήποτε εισαγωγή ή προλεγόμενα, εκτός από ένα σημείωμα τού ίδιου τού Μύρωνα για την πνευματική του σχέση με τον Κώστα Μόντη, σχέση που εν πολλοίς υπαγόρευσε την υιοθέτηση τίτλου ανάλογου με έργο εκείνου και ύφος πολύ συγγενικό με το δικό του. Είναι αλήθεια ότι πάντοτε ήμουν υπέρ των λιτών εκδόσεων, ιδιαίτερα των ποιητικών εκείνων. Όμως σήμερα με την άγνοια που επικρατεί περί ποιητικής, την απαιδεία γύρω από τα ουσιώδη τής ποίησης και την κατάργηση κάθε κρίσης και κριτικής, το θαρρώ πια ωφέλιμο κάθε αξιόλογη ποιητική έκδοση να συνοδεύεται από ένα κριτικό ή διερμηνευτικό έστω σημείωμα, προλεγόμενο ή επιλεγόμενο. Θα μπορούσε να υπάρχει και την παρούσα έκδοση, (ή μπορεί να υπάρξει σε κάποια μεταγενέστερη), αν και βέβαια η έλλειψή του δεν μειώνει την αξία τού έργου.

Σήμερα δεν θέλω να σταθώ επισταμένως στις αναλογίες τής συλλογής με τους στίχους τού Μόντη, κάτι τέτοιο θα καταντούσε συγκριτική και σχολαστική φιλολογία και δεν θα είχε κανένα νόημα. Το έχω γράψει πολλές φορές – οι επιρροές ή η μίμηση ενός ποιητή, (μα πόσες χιλιάδες οι «Καβαφιστές» και πόσα τα ανάλογα Καβαφικά ποιήματα!..για να μην μιλήσουμε για Καρυωτάκη που επιπλέον είναι και αδύνατον να τον μιμηθεί κανείς!..) δεν είναι πάντοτε επικριτέα, το γράφω γιατί στην κριτική μας οι επιρροές θεωρούνται πάντοτε δείγμα ποιητικής ατελείας και ατελέσφορης προσπάθειας. Και όμως δεν υπάρχει ποιητής στον ελληνικό χώρο, (με ελάχιστες εξαιρέσεις…), που να μην πέρασε τα ποιήματά του μέσα από τεχνικές προγενέστερων λογοτεχνών. Και αναφέρομαι σε ποιήματα γερά, αυτόνομα σε αξία περιεχομένου.

Βεβαίως οι αναφορές στον Μόντη είναι αναπόφευκτες, μα όχι σαν σύγκριση για βραβεία και επαίνους, αλλά μόνο και μόνο για να διαπιστώσουμε διαφορές εποχών, αντιλήψεων και ποιητικής τεχνικής.

Γράμμα στη Μητέρα λοιπόν, για να ξεκινήσωμε από τον τίτλο, και βεβαίως (όπως άλλωστε και ο ανάλογος τού Μόντη…), τίτλος προσχηματικός, σκηνικό θεάτρου, σκηνικό μονολόγου, που όμως έχει ανάγκη στις εξάρσεις του έστω και έναν ακροατή. Ποια είναι η Μητέρα, (με κεφαλαίο το αρχίγραμμα…) εν τω προκειμένω; Η φυσική αρχέγονη και πάντα σοφή στα παιδικά μας μάτια Μάνα του καθενός; Ένα παρελθόν εξιδανικευμένο στο οποίο δίνουμε αναφορά των παρόντων; Ένα καταφύγιο οικειότητας και ασφάλειας;

Μα δεν το πιστεύω τόσο απλό. Νομίζω ότι και στις δύο περιπτώσεις των ποιητών μας η Μητέρα σηματοδοτεί εκείνο που έχω ονομάσει «ζώσα ουτοπία», μια αντίληψη για τον κόσμο τόσο ελκυστική στην συνείδηση τού καθενός μας που την πιστεύουμε πια πραγματικότητα, κάτι που υπήρχε στο παρελθόν και δεν υπάρχει πια. Όλες μας οι αξίες, όλες μας οι ιδέες για μια καλύτερη κοινωνία, όλη μας η εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, εμπερικλείονται μέσα στην λέξη «Μητέρα», σύμβολο πάντοτε τού ηθικού, τού βέλτιστου, τής αυτοθυσίας και τής προσφοράς, θα έλεγα υπέρτατο σύμβολο όλων των παρόμοιων ανθρωπιστικών εννοιών. Μητέρα λοιπόν είναι ο παράδεισος τού καθενός μας, ένας κόσμος οπού η συνείδησή μας δεν απαιτεί καθημερινές συγκρούσεις ή άμυνες για να επιβιώσει, ένα ποθούμενο που το έχουμε αγαπήσει τόσο ώστε να το θεωρούμε υπάρχον, λειτουργικό, ακοίμητο οδηγό μας.

Όσο και εάν φαίνεται περίεργο κάτω από αυτήν την οπτική, ένα γράμμα στην Μητέρα, είναι πρωτίστως ένα γράμμα προς την συνείδησή μας και φυσικά την συνείδηση όλων εκείνων προς τους οποίους απευθύνεται και για να το γράψω ορθότερα, ένα γράμμα προς τις καλύτερες πνευματικές στιγμές όλης τής ανθρωπότητας, (την άποψη πολλών κριτικών για την Μητέρα-Φύση στο έργο τού Μόντη δεν την θεωρώ ορθή, καθώς δεν νομίζω ότι καλύπτει αποκλειστικά την ερμηνεία τού τίτλου).

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία τού Μόντη, είναι η επανάληψη λέξεων και στίχων ολόκληρων μέσα στην ποίησή του. Η κλασική επανάληψη στην ποίηση, (για παράδειγμα επανάληψη τού πρώτου δίστιχου στην τελευταία στροφή…), θεωρείται φιλολογικά ελάττωμα τού στίχου, αλλά στον Μόντη ξεφεύγει κατά πολύ από ετούτη την στερεότυπη τεχνική, οι επαναλήψεις του είναι εντελώς φυσικές, (θα τολμούσα να πω μουσικές, ρυθμικές…) και στην πραγματικότητα είναι αυτές που καθιερώνουν ύφος και τονίζουν τα βασικά νοήματα στην ποιητική του.

Ο Μύρων, (όπως γράφει και ο ίδιος στο εισαγωγικό του σημείωμα στην συλλογή), έχει διαβάσει τόσο εμμονικά και πυρετικά τον Μόντη, έχει σε τέτοιο βαθμό «συγγενέψει» μαζί του, που κατάφερε να τον μιμηθεί, δίχως αυτή η μίμηση να γίνει αντιληπτή ή έστω ενοχλητική για τον αναγνώστη, δύσκολα μπορεί να συμβεί αυτό και πράγματι σπάνια έχει συμβεί στην νεοελληνική μας ποίηση. Η επανάληψη είναι παρούσα και στον Μύρωνα στις σωστές «δόσεις», λίγο παραπάνω και θα κούραζε, λίγο λιγότερο και θα φαινόταν παράταιρη με το υπόλοιπο ποίημα. Έχωμε λοιπόν ισορροπία και η επανάληψη επιτονίζει εκεί που πρέπει, αλλά θα τα δούμε όλα αυτά μέσα από τους καλύτερους στίχους τής συλλογής.

Μία διαφορά, κατά την γνώμη μου όχι ασήμαντη, είναι ότι ενώ ο Μόντης χρησιμοποιεί επαναληπτικά μέσα σε κάθε ποίημα την λέξη «Μητέρα», ο Μύρων επιλέγει την πιο λαϊκότροπη λέξη «Μάνα». Αμφιβάλλω ότι ετούτη η διαφορά εξηγείται μοναχά από τις διαφορετικές εποχές συγγραφής, (άλλωστε το τρίτο γράμμα τού Μόντη δεν γράφτηκε δα και τόσο παλιά), ή από τις διαφορετικές τοπικές συνήθειες. Σχετίζεται νομίζω με δύο στοιχεία που ήθελε συνειδητά ή ασυνείδητα να τονίσει ο Μύρων – το ένα είναι μία απόγνωση που έχει πλέον παγιωθεί, (το μάνα είναι πάντοτε πιο σπαρακτικό, πιο απελπισμένο από το Μητέρα) και το δεύτερο η πολυσημία, μάνα η δική μου, η δική του, η δική σου, μάνα όλου τού κόσμου, μάνα όλων των ανθρώπων.

Σε συνέχεια αυτής τής ερμηνείας, διαπιστώνω μία ακόμη διαφορά ανάμεσα στους δύο ποιητές που την νομίζω σημαντική, καθώς μπορεί να σταθεί αφορμή, (σε έναν άλλο κόσμο, σε ένα άλλο σχολειό οπού η ποίηση θα είχε πρωτεύουσα θέση…), για πολύωρες αναζητήσεις και συζητήσεις γύρω από την σημερινή λογοτεχνία.

Ο Μόντης σε πολλά ποιήματά του, (μα όχι τόσο στα Γράμματα στην Μητέρα), έχει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, από τα μοναδικά επίσης στην νεοελληνική ποίηση. Την ίδια στιγμή που ο στίχος του είναι βαθύς και ασχολείται με ζητήματα τραγικά, (και κυρίως τον θάνατο), την ίδια στιγμή δεν απελπίζει, μια έστω και αμυδρή αχτίδα αισιοδοξίας σού μένει στο τέλος τής ανάγνωσης, ένα ίχνος ελπίδας. Το πώς το καταφέρνει αυτό ο Μόντης είναι αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης που δεν χωράει εδώ, (αλλά έχει πολύ ενδιαφέρον), όμως το στοιχείο αυτό απουσιάζει παντελώς από τον Μύρωνα. Εδώ ο πόλεμος είναι πόλεμος, ο θάνατος είναι θάνατος, τίποτε δεν θεωρείται φυσικό και οπωσδήποτε τίποτα δεν αντιμετωπίζεται στωικά ή έστω με ένα πικρό χαμόγελο. Από αυτήν την άποψη ο Μύρων είναι εγγύτερα στην γενιά τού μεσοπολέμου παρά στον Μόντη. Οι στίχοι του δεν έχουν παράθυρα, δεν έχουν φως, μήτε μια χαραμάδα να μάς δώσει μιαν ανάσα. Θάλεγε κανείς, (έστω και κάπως υπερβάλλοντας…), πως διαβάζει γράμματα που γράφτηκαν σε κελί φυλακής.

(Ακόμη μία παρένθεση – οι παραλληλισμοί πολλών τάχα ειδικών για Σεφέρη και Μόντη ως προς την μικρή έστω αισιοδοξία που επιτρέπουν στον στίχο τους, είναι πρόχειρη και άστοχη, παρά το ό,τι έχει επικρατήσει, {αρχής γενομένης από Κατσίμπαλη και Θεοτοκά}, η ποίηση τού Σεφέρη εν τη ουσία της είναι πλησιέστερα στον Καρυωτάκη παρά στον Μόντη ή οποιονδήποτε άλλον. Ακόμη ένα ενδιαφέρον ζήτημα και μύθος στην Ελληνική λογοτεχνία έως και σήμερα…).

Τέλος και για να τελειώνουμε με τα φιλολογικά – βρίσκονται όλα τα ποιήματα τής συλλογής στο ίδιο ύψος; Ή πρόκειται για εκείνο που η κριτική συνήθως ονομάζει «συλλογή άνιση»;

Φυσικά και δεν είναι και όλα τα ποιήματα τής ίδιας αξίας, σε κανέναν ποιητή δεν συμβαίνει αυτό. Ακόμη-ακόμη και μέσα στο ίδιο ποίημα υπάρχουν διαφορές ποιότητας, κάποιοι χειρισμοί τής γλώσσας που θα μπορούσαν να ήσαν καλύτεροι, ιδίως στα ρήματα και σε λίγα επίθετα. Κανείς δεν ισχυρίζεται, (και οπωσδήποτε θα ήμουν από τους τελευταίους), ότι εδώ έχωμε μία «ανυπέρβλητη συλλογή», «ένα αριστούργημα», ένα «μέγιστο ποιητικό ανάστημα» και άλλα τέτοια ανόητα που ακούω καθημερινά στις παρουσιάσεις των εκδόσεων ποίησης. Έχωμε απλώς στιγμές καλής και αξιόλογης ποίησης, έχωμε σοβαρή ενασχόληση με τον στίχο και ένα βλέμμα που αξίζει να παρακολουθήσωμε. Δεν ξεύρω εάν όλα αυτά είναι το πρώτο Καβαφικό σκαλί τής ποίησης, αλλά οπωσδήποτε είναι αρκετά και εν ανεπαρκεία στην σημερινή πραγματικότητα.

Με βάση όλα αυτά, (και πολλά ακόμη που θα μπορούσαν να ειπωθούν…), ας δούμε κάποιους στίχους τής συλλογής.

Έχωμε 24 ποιήματα χωρισμένα απλώς με τα γράμματα τού ελληνικού αλφαβήτου, δεν υπάρχει άλλο διακριτικό, δεν υπάρχει φυσικά τίτλος, καθώς όλο το έργο κατατίθεται ως μία ενότητα διαχωρισμένη απλώς θεματικά.

Ας ξεκινήσωμε από το Α που τυχαίνει να συγκαταλέγεται στα πολύ αξιόλογα τής συλλογής…

Α.

Απόσπασμα

[ ]

Και μην ανησυχείς, δεν κάνει κρύο πια

Βρέθηκαν λύσεις σε όλα.

Δεν κάνει ψύχρα πιά

μα δεν είναι ούτε ζεστά,

Ένα περίεργο ενδιάμεσο κάνει

που μάς ανακατεύει

που μάς αποπροσανατολίζει.

Δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε,

πώς να φερθούμε τού καιρού.

Ξεμείναμε κι από κρύο κι από ζέστη.

Εξαιρετικά εύστοχη αποτύπωση τού μετεωρισμού μιάς ολόκληρης εποχής. Τεχνικά ένα από τα καλύτερα ποιήματα τής συλλογής κυρίως σε εκφραστικά μέσα – το μεσαίο τρίστιχο με πολύ απλό τρόπο δημιουργεί την αίσθηση ανθρώπου που κινείται ως άθυρμα στον άνεμο, επάνω σε ένα ενδιάμεσο δίχως προορισμό, δίχως σκοπό και στην ουσία δίχως κίνηση. Πολύ καλός επίσης και ο ρυθμός τού στίχου. Δεν ξεύρω γιατί, αλλά εδώ βρίσκω περισσότερες αναλογίες με το Σεφερικό «Θεατρίνοι Μ.Α», (φυσικά ώς αίσθηση και όχι ως τεχνική), παρά με τον Μόντη. Οπωσδήποτε είναι ατόφιος Μύρων και μάλιστα σε μία πολύ καλή στιγμή του.

Ε.

(απόσπασμα)

[ ]

Ό,τι δεν παράγει κέρδος το σκοτώνουν, μάνα,

σαν κουτσό άλογο τής φέρονται τής ποίησης.

Και πληγώνεται εκείνη

και μαζεύεται μόνη της

και αποσύρεται

και δε μάς μιλάει.

Φυσικά το «…δε μάς μιλάει» στην Ελληνική γλώσσα είναι αμφίσημο. Θα έλεγα μάλιστα πως αμφίσημο είναι ολάκερο το ποίημα. Εδώ μέσα είναι η πληγωμένη περηφάνεια των ποιητών που δεν έχουν άλλο τρόπο να προστατευθούν από την άγνοια τού πλήθους, εδώ μέσα είναι το χάσμα ανάμεσα στην ποίηση και την ζώσα κοινωνία, εδώ και η πλήρης απαξίωσή της στις συνειδήσεις. Ο Καρυωτάκης θα αντιμετώπιζε το ίδιο θέμα με σαρκασμό, ο Καβάφης με ένα μικρό θεατρικό, ο Μύρων φαινομενικά απλώς το καταγράφει ως γεγονός διαρκείας, πίσω όμως από τις λέξεις αναπηδά ένα «κατηγορώ», ο φόβος και η λύσσα μαζί ενός πληγωμένου ζώου. Και πού μάς παραπέμπει αλήθεια ένα κουτσό άλογο; Έτσι όπως σε ένα άλογο η αναπηρία ακυρώνει ολάκερη την ύπαρξή του και οδηγεί αναπόφευκτα στον θάνατο, έτσι και μια ποίηση μόνο για τους ποιητές είναι μια αναπηρία που αχρηστεύει, που ακυρώνει τον ίδιο τον σκοπό της. Ποίηση εξόριστη δεν είναι ποίηση, μα κραυγή εν τη ερήμω. Ένα καλό ποίημα που λέει περισσότερα με αυτά που παραλείπει, παρά με εκείνα που εκφράζονται.

Μ.

Έψαξα για την Λευκάδα μας

στο διαδίκτυο, μάνα,

δεν τη βρήκα πουθενά.

Στην αναζήτηση τού χωριού μας

«Δεν βρέθηκαν καταχωρήσεις».

Δεν δέχτηκε να κλειστεί σε λίγες ίντσες.

Είναι περήφανη η Λευκάδα,

πώς το ‘ λεγες; Είναι στραβόξυλο,

δεν επιτρέπει στη θέα της να κλειστεί σε μια φωτογραφία.

Δεν χωρά σε μια φωτογραφία.

( Στην έντυπη έκδοση στον δεύτερο στίχο υπάρχει τελεία αντί για κόμμα).

Εδώ πια έχωμε καθαρό το ύφος τού Μόντη – μα και τι σύμπτωση το αρχίγραμμα τής Λευκάδας, (τόπος καταγωγής τού Μύρωνα), να είναι το ίδιο με εκείνο τής Λευκωσίας!.. Όπως και στον Μόντη, έτσι και στον Μύρωνα μια πόλη δεν είναι απλώς οι γεωγραφικές συντεταγμένες της, ο πληθυσμός της και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που μαθαίναμε στην σχολική γεωγραφία. Η πόλη προσωποποιείται ακριβώς γιατί εν τω συνόλω της κινείται ως πρόσωπο, δίνει και παίρνει συναισθήματα, ακμάζει και παρακμάζει, ελκύει και αποδιώχνει. Δεν είναι η Πόλη με την έννοια που είχε στην Αρχαία Ελλάδα (εκείνη στεκόταν πάνω από τα πρόσωπα), δεν είναι όμως και η πόλη η απρόσωπη, η στεγνή και η άχρωμη με τις μυρωδιές μιάς μεγαλούπολης. Είναι περισσότερο μια ζεστή και εύπλαστη αγκαλιά, ένα αποκούμπι για τα στερνά μας, ένα όνειρο που αφήσαμε πίσω. Και ακριβώς γιατί μέσα μας κατέχει τόσο μεγάλο μέγεθος και βάρος, είναι αδύνατον να χωρέσει σε πέντε αράδες και μάλιστα εγκυκλοπαιδικές. Παρά το σκωπτικό περιεχόμενο, πρόκειται για ένα τραγικό ποίημα, το οποίο εκτός από το κύριο νόημά του στραβοκοιτά και την τεχνολογία – των μαθηματικών και των τετραγώνων, εκείνη που όμως δεν ημπορεί να χωρέσει το αχανές τού συναισθήματος, αυτό μοναχά η ποίηση, (και αυτή όχι πάντοτε με επιτυχία) μπορεί να εκφράσει.

Ο.

Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα,

πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος;

Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα…

Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει

πώς αντέχει και τους πνίγει

κι έπειτα βάζει τα καλά του

και φρεσκολουσμένο

δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια,

κι έπειτα βάζει τα καλά του

και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια;

Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…

Ένα από τα κορυφαία ποιήματα τής συλλογής, κλασικός Μόντης τής επαναλήψεως, μα και κλασικός Μύρων. Φυσικά δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία εάν πρόκειται για την θάλασσα τής Κερύνειας ή το Αιγαίο εν τω συνόλω του ή για τον Ατλαντικό ωκεανό. Όπως έγραφα και σε ένα μικρό αφιέρωμα στον Μόντη, εδώ έχουμε μία πυρηνική μεταλλαγή, μία ανατροπή των πραγμάτων εν γένει. Ό,τι έχει σηματοδοτηθεί ως αγκαλιά, γαλήνη, απεραντοσύνη, ισορροπία με την φύση, τώρα ανατρέπεται, η φιλτάτη θάλασσα μεταλλάσσεται από αγκαλιά σε φονιά, από περήφανη μητέρα πάντων σε παράρτημα τού γραφείου τουρισμού, από σύμβολο γλυκιάς περιπέτειας σε τάφο. Η μεταλλαγή αυτή στον Μόντη είναι πιο σπαρακτική, (βεβαίως εισβολή, βεβαίως πόλεμος…), μα και στον Μύρωνα κάτω από τον πικρόχολο στίχο υπονοείται ο θάνατος μιάς ολάκερης εποχής με εξέχοντα θύματα τα προτάγματα τού ανθρωπισμού. Το ποίημα στην ουσία του είναι ένας πικρός αποχαιρετισμός στο φως τής παιδικής ηλικίας, στην ουτοπία τής νιότης, στο τελευταίο καταφύγιο που έχει ένας άνθρωπος ατενίζοντας το γαλανό απέραντο. Αυτή η θάλασσα δεν είναι πια καταφύγιο, έχασε για πάντα την παρθενικότητα τής φύσης, μολύνθηκε από θάνατο και ανθρώπινη εκμετάλλευση. Ένα-ένα τα σύμβολα καταρρέουν και, αλίμονο, ακόμη και τα σύμβολα έχουν την αξία τους ως οδοδείκτες τής συνείδησης.

Εξαιρετικός και ο τελευταίος στίχος, αποχαιρετισμός στην αθωότητα πολλών γενεών, που μετά τον πόλεμο πάλεψαν και μάτωσαν στην υπεράσπιση ουμανιστικών αξιών.

Για να έχετε μία εικόνα των αναλογιών, μα και τής πολύ επιτυχημένης αφομοίωσης τού Μόντη από τον Μύρωνα, δείτε ένα απόσπασμα από το αντίστοιχο ποίημα τού πρώτου…

Είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,

είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

Πικρή θάλασσα της Κερύνειας

που πρέπει να αποσύρουμε πια

τους στίχους που σου γράψαμε.

[ ]

Διαφορετικές οι συνθήκες και οι πυροδοτήσεις, μα ίδιος ο στοχασμός. Και στο ένα και στο άλλο ποίημα, έχωμε μία από τις πλέον επιτυχείς προσωποποιήσεις στην Ελληνική ποίηση. Η επανάληψη τού στίχου λειτουργεί εξαιρετικά ισορροπημένα για τον επιτονισμό στην πραγματικότητα μιας τραγωδίας, (η επανάληψη ως εργαλείο χρησιμοποιείται και σε άλλες τέχνες, κορυφαίος στην χρήση της στο ελληνικό θέατρο υπήρξε ο Βασίλης Λογοθετίδης).

Οι διαφορές των δύο ποιητών που προαναφέραμε είναι εμφανείς και εδώ. Στον Μόντη επιβιώνει ακόμη μία τρυφερότητα, μία ελάχιστη ανοχή, θα έλεγα υπονοείται ακόμη και μία συγχώρεση για την αγαπημένη του θάλασσα που έγινε εργαλείο θανάτου. Στον Μύρωνα υπάρχει θυμός που σιγοβράζει, πρόσωπο συνοφρυωμένο, λόγος κατηγορηματικός. Και αυτή είναι μία διαφορά μόνιμη σε στο σύνολο τής συλλογής.

Υ.

Μάνα, δεν μάς αξίζει η ποίηση που μάς έδωσες

δεν μάς αξίζει τέτοια προίκα.

Δεν βλέπεις πώς δεν εμφανίζεται πουθενά

σαν το δάκρυ που ξέρει

πώς θα το περάσουν για σταγόνα βροχής

και κρύβεται μέσα απογοητευμένο.

Δεν βλέπεις πώς δεν εμφανίζεται

αντικρύζοντας όλα αυτά;

Αντικρύζοντάς μας να βαριόμαστε

να γινόμαστε κουφοί μάρτυρες

να γινόμαστε άβουλα στρατιωτάκια;

Την κάναμε αλλόγλωσση επειδή μάς βόλευε,

για να ησυχάσουμε από δαύτην.

Ας προσέξουμε λιγάκι εδώ τα υπονοούμενα. Πρόκειται για ένα πολύ καλό ποίημα, ένα σχόλιο για μία ακόμη κατάρρευση, για μία ακόμη μεταλλαγή – εκείνη τής ποίησης, (θυμηθείτε ότι η λέξη ποίηση στην ευρύτερη έννοιά της σημαίνει και δημιουργία, ατομική κατασκευή). Από την ώρα που καταργήθηκε η κρίση και επομένως η διάκριση, η καλή ποίηση, (η προίκα), βρέθηκε στην ίδια μοίρα με τις κακές απομιμήσεις της, με τις χειρότερες στιγμές της. Δεν υπάρχει λόγος πλέον να εκτίθεται, να συνομιλεί με τους αναγνώστες της, να διεκδικεί ερμηνεία και κατανόηση. Από την ώρα που όλοι έγιναν Καρυωτάκηδες και Καβάφηδες, η αξία τού αυθεντικού κειμένου έγινε αόρατη, συναθροίστηκε, έχασε τον παραλήπτη της.

Προσέξτε στο ποίημα την διάκριση ανάμεσα στην σταγόνα βροχής, (ίδια και απαράλλαχτη με όλες τίς άλλες, απλό νεράκι χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό) και στο δάκρυ, (σύμβολο ατομικού συναισθήματος, νερό φορτισμένο με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τού φορέα του), επιτυχημένη μεταφορά για την διάκριση ανάμεσα στην αδιάφορη και κακή ποίηση που δεν λέει τίποτα και τον άξιο στίχο.

Εξαιρετικά εύστοχο και το τελευταίο δίστιχο. Αλλόγλωσση η καλή ποίηση, καθώς μήτε καταλαβαίνουμε την γλώσσα της πιά, μήτε την κατανοούμε, άρα είναι πλέον έξω από την ζωή μας, από την σκέψη μας, από την συνείδησή μας. Διατηρώ την ίδια άποψη και το έχω ξαναγράψει – δεν έχωμε πλέον μία ποίηση δύσκολη που απαιτεί εκπαίδευση και κόπο η κατανόησή της, έχωμε αντιθέτως ένα χάσμα, μία οριστική ρήξη με ό,τι επί αιώνες αντιλαμβανόμασταν ως καλή ποίηση και γενικότερα ως λογοτεχνία.

Εάν οι στίχοι 9-11 ήσαν περισσότερο δουλεμένοι εκφραστικά, θα μιλούσαμε για ένα εξαιρετικό ποίημα, αλλά και χωρίς αυτό παραμένει ένα από τα κορυφαία τής συλλογής.

Αντί επιλόγου
Δεν θα παραθέσω άλλα ποιήματα, άλλωστε μπορείτε να αγοράσετε την συλλογή και να έχετε μία συνολική άποψη τού έργου. Λίγα λόγια μόνο ακόμη και, ας μού επιτραπεί η τόλμη, κάποιες ελάχιστες προτάσεις.

Η πρώτη συλλογή ενός ποιητή μπορεί να γεννήσει ελπίδες, μπορεί να περάσει αδιάφορη, μπορεί ακόμη, (και δυστυχώς αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές), να συναθροιστεί με τις χιλιάδες των υπολοίπων, κυρίως γιατί περιέχει στίχους αδιάφορους, κακούς και στερεότυπους. Το ότι μπορεί ο καθείς πλέον να εκδίδει ποίηση, δεν είναι δείγμα δημοκρατίας όπως ισχυρίζονται οι αφελείς και επιπόλαιοι, αντιθέτως πλήττει καίρια κάθε έννοια ποιότητας και διάκρισης. Τα λίγα καλά και άξια χάνονται στον σωρό, οι ελάχιστοι καλοί στίχοι περνούν απαρατήρητοι και ανερμήνευτοι, οι αναγνώστες εθίζονται σ’ αυτό που ένας παλαιότερος ποιητής έχει εύστοχα γράψει – είμαστε όλοι σαν το γρασίδι που το κουρεύουν ομοιόμορφα.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Μύρων στην πρώτη του συλλογή «προστατεύεται» πίσω από μία ξένη ποιητική φόρμα και ότι στην πραγματικότητα δεν εκτίθεται ο ίδιος με ύφος ξέχωρο και μοναδικό. Εκτός από όσα έγραψα στην αρχή τού σημερινού σημειώματος, θα ήθελα επάνω σ’ αυτό να πω τούτο – στα δικά μου μάτια αυτή η κίνηση είναι δείγμα προσοχής, πορείας που δεν βιάζεται, ποιητή που δεν αδημονεί για δόξα και αναγνώριση, συνείδησης χαμηλόφωνης. Το να περπατάς σε χνάρια γνωστά προσθέτοντας και το δικό σου αποτύπωμα σ’ αυτά, είναι κατ’ αρχάς σεβασμός στην «προίκα», συνέχιση μιάς διαδρομής, σύνδεση με ό,τι πιο ποιοτικό μάς έχει δώσει η νεοελληνική γραμματεία. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά την φόρμα, (όχημα άλλωστε…), αλλά το περιεχόμενο, το διαφορετικό βλέμμα, το βάθος και την οπτική.

Προσωπικά αντικρύζω την συλλογή «Γράμμα στη Μητέρα» ως έναν πολύ καλό πρόλογο, ως υπόσχεση για τα μελλούμενα. Εκείνο που αποδεικνύουν οι στίχοι της είναι πως ο Μύρων διαθέτει το κύριο τάλαντο για έναν ποιητή – δηλαδή την ικανότητα να διαμορφώνει ένα διαφορετικό βλέμμα για πράγματα κοινά, καθημερινά, για πράγματα τέλος πάντων που έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα, (ή έτσι θεωρούμε κάθε φορά…). Αυτό είναι το λεγόμενο ξάφνιασμα, εκεί που πιστεύεις πως δεν έχει τίποτα παραπάνω να γραφτεί για τον θάνατο, τον έρωτα, το προσφυγικό, την πολιτική και χιλιάδες άλλα ζητήματα, ιδού ένας στίχος νέος, φρέσκος, διαφορετικός, ίσως και βαθύτερος επάνω σε ουσία που δεν είχαμε ποτέ σκεφθεί.

Το δεύτερο είναι η παιδεία, η μελέτη, αυτή η ανεξάντλητη μελέτη επάνω στο χάος τής γραμματείας, ελληνικής και ξένης. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως κάποιοι ξεκινούν να γράφουν δίχως να έχουν διαμορφώσει έναν όγκο γνώσης για την φιλολογία, την γλώσσα, την λογοτεχνία. Μα φυσικά είναι ο ρυθμός και η απαίτηση τής εποχής – συγγραφείς τής μίας νύχτας που με παρουσιάσεις, πληρωμένες καταχωρήσεις και εμπορικές προωθήσεις καθιερώνονται σαν γραφίδες σημαντικές. Στον Μύρωνα αυτό δείχνει να απουσιάζει sui generis, υπάρχει μία συστολή και αυτοσυγκράτηση, αποτέλεσμα τής επίγνωσης ότι ακόμη έχει δρόμο να διανύσει στα μονοπάτια τής ποίησης και συνολικότερα τής γραφής.

(Δυστυχώς εκεί έχουμε οδηγηθεί σήμερα, να χαρακτηρίζουμε sui generis το αυτονόητο, εκείνο που θα έπρεπε να είναι κοινό χαρακτηριστικό όσων ασχολούνται με την πνευματική δημιουργία.)

Βεβαίως είναι φυσικό να υπάρχει μία αμφιταλάντευση, δεν είναι καθόλου εύκολο να αντιστέκεσαι στην αντίληψη μιας ολόκληρης εποχής, στην απαίτηση για «επιτυχία» γρήγορη, δόξα, αναγνώριση. Γνωρίζω εξ’ ιδίων πόση δύναμη χρειάζεται για να αρνηθείς συνεντεύξεις σε ανόητες εκπομπές, τον διακοσμητικό ρόλο σε παρουσιάσεις βιβλίων, την σιωπή για συγγραφείς κακούς και ατάλαντους, με άλλα λόγια να επιβάλλεις τον βηματισμό σε δικό σου μονοπάτι σύμφωνο με την συνείδησή σου και την κρίση σου. Έως και σήμερα τουλάχιστον, ο Μύρων δείχνει να αντιμετωπίζει όλη αυτή την πίεση διατηρώντας ένα μετερίζι στην ελάχιστη δυνατή γραμμή άμυνας. Περισσότερο σκέφτεται και γράφει, παρά μιλά. Περισσότερο στοχάζεται, παρά φλυαρεί. Περισσότερο μελετά, παρά εμφανίζεται. Είναι μια καλή αρχή.

Όταν εμφανίζεται μία συλλογή πολλά υποσχόμενη για το μέλλον, θα ήταν παράλειψη να μην στοχαστούμε επάνω σ’ εκείνα που θα βοηθούσαν να εκπληρωθεί αυτή η υπόσχεση. Υπάρχουν αδυναμίες σ΄ ετούτη την πρώτη συλλογή; Περιθώρια βελτίωσης; Ζητήματα που πρέπει να συζητηθούν, σημεία που θα μπορούσαν να είχαν βασανιστεί περισσότερο;

Αλίμονο!.. τέτοιες ερωτήσεις μόνο ως ρητορικές μπορούν να χαρακτηριστούν. Δεν θα μπω σε φιλολογικούς σχολαστικισμούς, άδικη και ανώφελη κούραση για τους αναγνώστες αυτού τού σημειώματος. Θα μείνω μοναχά σε δύο ευρύτερα ζητήματα.

Το πρώτο είναι η γλώσσα. Κατά την γνώμη μου η επιλογή τού πολυτονικού από τον Μύρωνα είναι μία πολύ καλή επιλογή που θα πρέπει να συνεχιστεί. Έχω γράψει σε πολλά άλλα σημειώματα τους λόγους για τους οποίους υπερασπίζομαι την παλαιότερη ορθογραφία και στίξη, ότε δεν θα επεκταθώ περισσότερο. Για να μπορέσει όμως το συγκεκριμένο σύστημα να αναδείξει στον μέγιστο βαθμό την εργαλειακή και εννοιολογική του χρησιμότητα, πιστεύω ότι ο Μύρων θα πρέπει να συνεχίσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση την μελέτη τής γλώσσας στο σύνολό της. Παρά το ότι καλός χρήστης τής γλώσσας, παρά την απουσία σοβαρών λαθών, από ένστικτο πιστεύω πως έχει την ανάγκη ενός πλουσιότερου λεκτικού στην ποίησή του. Θα τον βοηθήσει να εκφράσει ακριβέστερα τον στοχασμό του, θα τον βοηθήσει όμως και στους λυρικούς του στίχους. Προς το παρόν έχω την αίσθηση ότι ο στοχασμός του βρίσκεται πρωτοπόρος με την γλώσσα να ακολουθεί. Αυτή η απόσταση έχω την βεβαιότητα ότι στο μέλλον θα μικραίνει ολοένα.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ, είναι η επέκταση σε βάθος, η φιλοσοφική διάσταση των στίχων, η διεύρυνση των θεματικών οριζόντων. Νομίζω πως είναι καιρός, έστω και με βήματα δειλά και πειραματισμούς, να ξεκινήσει την επεξεργασία μιάς βαθύτερης ματιάς σε ζητήματα οντολογικά. Υπάρχουν βεβαίως στιγμές στην ποίησή του που ο στίχος είναι βαθύτερος και πιο απαιτητικός, όπως για παράδειγμα στο ποίημα Ψ τής συλλογής – και εδώ το διαφορετικό είναι εμφανές, καθώς το ποίημα δείχνει ξέχωρο και κάπως μοναχό μέσα στην υπόλοιπη ενότητα -, αλλά νομίζω ότι πρόκειται πλέον για μία ανάγκη που ζητά εντονότερα να εκφραστεί στο μέλλον.

Αλλά ας μην επεκταθούμε περισσότερο.

Μητέρα πάντων η συνείδηση, ετούτο το απλό μα και τόσο δυσεύρετο δείχνει να φωνάζει ετούτη η πρώτη έντυπη συλλογή τού Μύρωνα. Οι αρετές της είναι πολλές, οπωσδήποτε τόσες ώστε να αξίζει η αγορά της και η τοποθέτησή της στα ράφια τής βιβλιοθήκη σας. Ακόμη περισσότερες οι υποσχέσεις της. Για τις οποίες ανυπόμονα περιμένουμε και ευλόγως ελπίζουμε στο μέλλον.

Μάνος Τασάκος

*Το κείμενο το πήραμε από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%83%CE%B7/

Λογοτεχνία εν είδει πολιτισμικής γραφής – «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες», του Κώστα Κατσάπη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΔΙΤΗΣ

Συνήθως, τα βιβλία που διαβάζουμε για την ελληνική μετανάστευση και γενικά την ελληνική Διασπορά ανά τον κόσμο, είναι κυρίως ιστορικά και δεν μιλούν περιληπτικά για την καθημερινή ζωή και για τα επιτεύγματα ή μη των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες υποδοχής τους. Ή ελάχιστα είναι εκείνα τα βιβλία και οι εργασίες που εμπίπτουν ακόμα και στην κατηγορία της προφορικής ιστορίας.

Όμως στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας Κώστας Κατσάπης, διαχειρίζεται την ξενιτιά, τη φτώχεια, την ξενοφοβία, τα ήθη, τα έθιμα και τις όποιες ριζωμένες προκαταλήψεις, με άκρως λογοτεχνικό τρόπο εν είδει πολιτισμικής γραφής. Γιατί το βιβλίο «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες» είναι λογοτεχνία και όχι σκέτη ιστορία ή μια επιστημονικά δομημένη ανάλυση. Είναι δέκα ιστορίες που πραγματεύονται λογοτεχνικά και όχι με τον τρόπο των ιστορικών και των αναλυτών, τα προσωπικά αφηγήματα που ξεδιπλώνονται στις σελίδες του.

Οι εποχές που διαπερνούν τις ιστορίες που παρατίθενται εδώ, είναι η μεταπολεμική Ελλάδα και η μαζική μετανάστευση στην Αυστραλία. Είναι ένα «ανακάτωμα» -με την καλή και δημιουργική έννοια- τόσο πραγματικών όσο και φανταστικών στοιχείων. Μάλιστα, ο συγγραφέας το επισημαίνει αυτό στον πρόλογό του, λέγοντας ακόμα και το ότι υπήρξαν και οι γονείς του μετανάστες στην Αυστραλία και ότι το κυρίως υλικό για τη συγγραφή του βιβλίου αντλήθηκε τόσο από το ιστορικό αρχείο της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Νέας Νότιας Ουαλίας όσο και από υλικό που βρίσκεται στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και αφορά την ελληνική μετανάστευση στην Αυστραλία.

Το βασικό στοιχείο που, κατά τη γνώμη μου, αναδεικνύεται από την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι οι ήρωες των δέκα διαφορετικών αφηγημάτων είναι μεν διαφορετικοί, όμως έχουν τόσα κοινά στοιχεία μεταξύ τους, και αυτά αφορούν τη νοσταλγία και τη σκέψη για την πατρίδα που έμεινε πίσω, και την προσκόλληση ή την εμμονή σε κάθε τι το ελληνικό. Φυσικά, συναντάμε ανάγλυφα όλα όσα αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι στην Ελλάδα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ώστε η μετανάστευση να αποτελεί για πολλούς από αυτούς μονόδρομο.

Διαβάζοντας αυτές τις δέκα ιστορίες ζούμε και οι ίδιοι τους ρυθμούς και την καθημερινή ζωή της παροικίας-«γκέτο» την περίοδο του ’50-’60 στο Σίδνεϊ. Μια άλλη Ελλάδα σε μικρογραφία στην άλλη άκρη της Γης, με ό,τι αυτό μπορούσε να σημαίνει. Ένα μεγάλο ελληνικό χωριό, όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και τους ήταν αδύνατον να «ανοιχτούν» στην υπόλοιπη Αυστραλία, γιατί πρώτα απ’ όλα δεν γνώριζαν καν τη γλώσσα… Εκεί εξακολουθούσαν να τηρούνται οι παλιές συνήθειες, γεγονός το οποίο ξαφνιάζει τον αναγνώστη, καθώς θα περίμενε ότι η διαμονή σε μια άλλη χώρα ίσως «άλλαζε» όλους αυτούς που παρέμεναν προσκολλημένοι σε αναχρονιστικές απόψεις και πρακτικές όπως το ξυλοφόρτωμα των παιδιών, οι ενδοοικογενειακοί καυγάδες και το κουτσομπολιό.

Συνειδητοποιούμε, βέβαια, από τη μια, το θάμπωμα από τα χρήματα που είχαν κάνει μερικοί και τον νέο τρόπο ζωής, που σε καμία περίπτωση δεν θύμιζε τη φτωχή Ελλάδα με τις παντοειδείς στερήσεις και κακουχίες, όμως, την ίδια στιγμή, και το γεγονός ότι η ανοχή της διαφορετικότητας και της άλλης άποψης είναι ακόμα έννοιες «ξένες» για πολλούς της παροικίας. Το ότι εμποδίστηκε να προχωρήσει και τελικά να θαφτεί η σχέση μιας νεαρής Ελληνίδας με έναν Αυστραλό, είναι κραυγαλέο παράδειγμα που συνηγορεί σε αυτό τον ισχυρισμό.

Μέχρι και η πολιτική κατάσταση που υπήρχε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, μεταφέρθηκε αυτούσια και στην παροικία του Σίδνεϊ και αποτέλεσε αναπόσπαστο σημείο τριβής των σχέσεων του ενός με τον άλλο στα στενά ενδοπαροικιακά δρώμενα. Από τη μια, οι αριστεροί και, από την άλλη, οι «εθνικόφρονες» και με ό,τι αυτό συνεπάγεται στ όρια μιας παράλληλης μικροκοινωνίας.

Το βιβλίο «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες» εκδόθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο από τις Eκδόσεις/Βιβλιοπωλείο «Μωβ Σκίουρος», στην Αθήνα. Στο εξώφυλλο του βιβλίου διακρίνεται Έλληνας μετανάστης στην παραλία Manly του Σίδνεϊ το 1971.

Ο Κώστας Κατσάπης (Αθήνα, 1973) είναι καθηγητής Πολιτισμικής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Δημόσιας Ιστορίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Από τις ίδιες Εκδόσεις κυκλοφόρησε το 2020 και το βιβλίο του «Λέξεις της φωτιάς – Νεανική ριζοσπαστικοποίηση και ημερολογιακή γραφή την αυγή της Μεταπολίτευσης».

Μια γόνιμη ποιητική συνεργασία: Χρήστος Νιάρος, Δημήτρης Τρωαδίτης, «Σύμπραξη Χρόνου»

ΑΘΗΝΑ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ*

Γράφει το λεξικό για την ερμηνεία της λέξης «σύμπραξη»: α) συνεργασία και επίτευξη κοινού στόχου, β) ένωση ανθρώπων υπό κοινές ιδέες, ιδεολογίες, σκοπούς, γ) συμμαχία. Και οι τρεις έννοιες ταιριάζουν στο συντροφικό ποιητικό εγχείρημα του Χρήστου Νιάρου και του Δημήτρη Τρωαδίτη, που ένωσαν σε ένα χαρμάνι, για την ακρίβεια σε ένα λιτό βιβλίο των εκδόσεων Στοχαστής, τις ποιητικές φωνές και ευαισθησίες τους. Ποιος είναι, εντέλει, ο κοινός τους στόχος; Και εναντίον τίνος συμμαχούν; Την απάντηση μάς τη δίνει η δεύτερη λέξη του τίτλου της συλλογής τους: «Σύμπραξη χρόνου», καθώς και το εξώφυλλο του βιβλίου, όπου φιγουράρουν οι δείκτες ενός αόρατου ρολογιού: μαύροι και κομψά διακοσμημένοι ο κοντός δείκτης (της ώρας), και ο λεπτοδείκτης (των λεπτών), κόκκινος, απέριττος και δραματικός ο δείκτης των δευτερολέπτων. Οι δυο ποιητές, λοιπόν, συμμαχούν ενάντια στον χρόνο, καθώς έτσι κι αλλιώς η τέχνη πάντα ενάντια στον χρόνο τίθεται, εξ ορισμού· στην ακινητοποίησή του στοχεύει, στην αθανασία. «Οι λεπτοδείκτες αμείλικτοι και η αγάπη άφαντη», γράφει ο Τρωαδίτης στο εισαγωγικό ποίημά του. Για «ειρωνεία του χρόνου» κάνει λόγο ο Νιάρος. Όμως δεν επαναπαύονται.

Οι δυο δημιουργοί έχουν διανύσει διαφορετικές διαδρομές: ο Τρωαδίτης έχει δημοσιεύσει αρκετές ποιητικές συλλογές, ο Νιάρος αποτολμά για πρώτη φορά να βγάλει ποιήματά του σε βιβλίο, αλλά κάθε άλλο παρά απουσιάζει από τον χώρο του λόγου, καθώς δημοσιεύει συχνά ποιήματα και πεζά σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες όπου το ελληνικό στοιχείο είναι ισχυρό: Γερμανία, Καναδά, Αυστραλία. Αλλά και ο τρόπος που γράφουν οι δυο «σύμμαχοι» είναι διαφορετικός: πιο ορμητικός, πιο εξωστρεφής/διαλογικός, πιο συνειρμικός ο Χρήστος Νιάρος, περισσότερο συγκρατημένος, πιο ερμητικός και πικρός στην εξομολόγησή του ο Δημήτρης Τρωαδίτης. Κι ωστόσο τους δυο ποιητές συνδέει κάτι κρίσιμο: η κοινή μοίρα του μετανάστη, καθώς εδώ και δεκαετίες είναι εγκατεστημένοι στη Μελβούρνη. Κι έτσι οι φωνές τους συντονίζονται, θα λέγαμε, στην κόψη δυο τόπων και δυο ημισφαιρίων (πατρίδας και Αυστραλίας), δυο χρόνων (των παιδικών αναμνήσεων από την Ελλάδα και του παρόντος στην ξένη χώρα), δυο καταστάσεων: πραγματικότητας και ονείρου, ρεαλισμού και πόθου για υπέρβαση της σκληρής καθημερινότητας. Ακροβατούν και οι δυο στους στίχους τους ανάμεσα στην αγάπη και τη μοναξιά, τον πόθο για επικοινωνία και τη διάψευση.

Έτσι, μολονότι ο Τρωαδίτης λέει αποφασιστικά:

Καλά κάναμε και φύγαμε
καλά κάναμε και μισέψαμε

[…]
δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε
δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε
καλά κάναμε και αποστατήσαμε

(«…Καλά κάναμε»)

συγχρόνως, και εξ αντιθέτου, συνεχίζει να αναπολεί το μητρικό παρελθόν και πάνω σε αυτή την κόψη πατρίδας και τόπου μετανάστευσης, παιδικότητας και ενηλικίωσης, ισορροπεί, εντέλει, επώδυνα ίσως μα και λυτρωτικά, μέσα από την ποιητική γραφή:

Τις νύχτες επιδιώκω
να πετάξω σ’ αναπολήσεις
σ’ εκείνο το πεύκο
που χάθηκε ένα πρωί
στην αυλή της εγκατάλειψης

[…]
να ισορροπήσω στον κοφτερό
τεθλασμένο ιστό της ζήσης μου.

(«Νυχτερινές προσδοκίες»)

«Η ένταση των ακροδαχτύλων», γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα «Καταλάγιασμα» (εννοώντας ασφαλώς τα ακροδάχτυλά του που γράφουν στίχους, στο χαρτί ή στον υπολογιστή) «συμβιβάζεται με την ξενιτιά μου / στη νυχτωδία αυτής της εξορίας / εξακολουθώ να ερωτεύομαι / τα ανείπωτα και τα ευτελή […] έξω από την ηχώ των ορίων μου». Τόπος διαφυγής λοιπόν η ποίηση, οδηγεί από την «εξορία» της «ξενιτιάς» έξω από τα όρια του τόπου και του χρόνου…

Ο Χρήστος Νιάρος, από τη μεριά του, συμπυκνώνει καίρια τον διχασμό ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια, ανάμεσα στις δυο ζωές της ψυχής:

Λήθη και νοσταλγία
με βάλανε στη γωνία
δύο πατρίδες φιλοξενία,
μια καρδιά φιλοδοξία.

(«Έμμετρα»)

Και μολονότι συμπεραίνει ότι «δεν κόβεται και ο άρτος ο επιούσιος / στις εξορίες και στις μοναξιές», επιμένει να παλεύει ενάντια στη λήθη, μερικές φορές ακόμη και με μια έξαρση ενθουσιασμού, όπως στο εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου:

ταξιδέψανε οι αναμνήσεις
με ταχύτητα επισκεπτηρίου
δοξαστικών δευτερολέπτων

(«Εποχιακό σεντόνι ΙΙ»)

Mε έναν ακόμη τρόπο, όμως, πιο υπόγειο, βάζει ο Νιάρος δόσεις πατρίδας στην ξενιτεμένη ποίησή του: συνομιλώντας με σημαντικούς Έλληνες ποιητές. Έτσι, για παράδειγμα, γράφοντας για το «σαλπάρισμα ματιών και πανιών» ότι

πάντα ένα μαντίλι
θα σε κρατάει
για να μην πας στον πάτο

(«Ασυνόδευτη βαλίτσα επιπλέει στο νερό»)

μας θυμίζει την ξενιτεμένη «Ξανθούλα» του Διονύσιου Σολωμού. Γράφοντας εμφατικά «δεν έχω άλλο χρόνο» θυμίζει ένα από τα τελευταία ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, την «Έλλειψη χρόνου» («Δεν έχω – λέει – καιρό. Δεν έχω καιρό»). Γράφοντας

ονόματα και πράγματα
ανακατεύτηκαν

[…]
ξεφτίζονται τα ονόματα και τα πράγματα
όταν δεν φρεσκάρονται οι σιγουριές τους

(«Χώματα και πράγματα με το μικρό τους όνομα σε βάφουν»)

απηχεί τόσο τον όψιμο Ρίτσο («Τα ονόματα δεν εφαρμόζουν πια πάνω στα πράγματα») όσο και τον Ελύτη των Ελεγείων της Οξώπετρας. («Δεν / Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους»).

Κι ωστόσο με την ποίησή του – γιατί αυτό πάντα κάνει η ποίηση – ο Νιάρος παλεύει να βρει τα ονόματα, τις λέξεις τις σωστές, που θα εφαρμόσουν πάνω στα πράγματα, και θα μας κάνουν έτσι να ηχήσουμε αυθεντικοί εις πείσμα των δύσκολων καιρών. Οι καιροί στον Νιάρο δεν είναι δύσκολοι μόνο λόγω της ξενιτιάς, της μοναξιάς, των διαψεύσεων του έρωτα και της κοινωνικής υποκρισίας, αλλά και λόγω της κρίσης που έχει φέρει στην ανθρώπινη επικοινωνία το διαδίκτυο, στον αχανή χώρο του οποίου οι άνθρωποι μοιάζει να επικοινωνούν περισσότερο απο ποτέ, αλλά συγχρόνως και λιγότερο από ποτέ – κάτι από την ουσία έχει χαθει, μαζι με την επαφή της ζωντανής σάρκας… Είναι πραγματική μνήμη, αναρωτιέται ο ποιητής, οι φωτογραφίες μέσα στα κινητά μας τηλέφωνα; Η μνήμη των μηχανών ταυτίζεται με την ανθρώπινη μνήμη;

όλα τρέχουν γρήγορα
στις εικόνες
που κρατάς
τις αποθηκευμένες στη μνήυμη του κινητού

(«Εικόνα»)

Είναι οι καθιερωμένες τελετουργίες του Facebook ουσιαστική επαφή;

Λυπημένες Λαμπρές
τα likes και τα loves σου

[…]
οι ληγμένες λήψεις τους
λαμβανονται λειψά.

(«Κάποια λάμδα στο laptop»)

Θα κλείσω τα παραδείγματά μου με το ποίημα του Νιάρου «Ζωές απλές», όπου όπως προχωράμε από τον πρώτο στίχο προς τον τελευταίο οι λέξεις και οι συλλαβές μειώνονται, για να καταλήξουν στο κοφτό, τυπικό «γειά» του τελευταίου στίχου – πολύ δραστικός τρόπος για να δηλωθεί, ακόμη και τυπογραφικά η συρρίκνωση της ανθρώπινης επαφής, που με την πρόφαση ενός σημειώματος στο messenger κρύβει τη φτώχια της, την απουσία ουσιαστικής διάδρασης με τον άλλον:

ΖΩΕΣ ΑΠΛΕΣ

Συναντηθήκαμε στην είσοδο πολυκαταστήματος,
είσαι δεν είσαι, τι κάνεις, δεν άλλαξες,
χάρηκα που τα είπαμε,
σε ποια σελίδα θα σε βρω,
τα λέμε στο messenger,
καλό υπόλοιπο,
να μου γράφεις,
χαθήκαμε,
γεια.

Ενώ όμως υπάρχει προβληματισμός, συνειδητοποίηση, θλίψη για τα τρωτά του υπερσύγχρονου κόσμου μας, παραίτηση δεν υπάρχει στο βιβλίο Σύμπραξη χρόνου. Η ίδια η «σύμπραξη» των δυο ομοτέχνων είναι μια δύναμη, ένα αίτημα, που μένει στον αναγνώστη να το εισπράξει και να το μετατρέψει σε νίκη επικοινωνίας, ολοκληρώνοντας τον προορισμό του ποιητικού λόγου. «Αυτοσχεδιάζω φάλτσα τα χρώματα / πέφτοντας στα δίχτυα του ηλιοβασιλέματος», γράφει ο Νιάρος. «Να φιλήσεις τα βλέφαρα της κόρης / για να λυθούν τα… μάγια», γράφει ο Τρωαδίτης. Ο λυρισμός, η ομορφιά της φύσης, η μαγεία, συγχωνεύονται στο βιβλίο τους με πινελιές ωμού ρεαλισμού, ειρωνείας και αυτοειρωνείας, ανοίγοντας μια μεγάλη βεντάλια ποιητικών τόνων, τρόπων και αισθημάτων. Ο χρόνος, για λίγο, ακινητεί μέσα στην ποικιλία των εικόνων τους· ο λεπτοδείκτης πετρώνει ανακουφιστικά.

*H Aθηνά Bογιατζόγλου γεννήθηκε στην Aθήνα το 1966. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Kρήτης και εκπόνησε το διδακτορικό της στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (1989-1993). Δίδαξε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Kρήτης και της Πάτρας και το 2001 εξελέγη λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Iωαννίνων όπου σήμερα υπηρετεί ως αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας. Για το συγγραφικό της έργο ανατρέξτε εδώ: https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF/?personid=17270

Τάσου Λειβαδίτη, Enchiridion Euthanasiæ (Εγχειρίδιο Ευθανασίας)

Αυτή είναι η πρώτη ολοκληρωμένη αγγλική μετάφραση της συλλογής πεζών-ποιημάτων του Τάσου Λειβαδίτη, Enchiridion Euthanasiæ (Εγχειρίδιο Ευθανασίας), που κυκλοφόρησε αρχικά στα ελληνικά το 1979 και τού απονεμήθηκε εκείνη τη χρονιά με την υψηλότερη διάκριση της Ελλάδας στην ποίηση, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.


Ο Λειβαδίτης, γεννημένος στην Αθήνα το 1922, είχε βιώσει μέχρι την έκδοση του βιβλίου την καταστροφή της γερμανικής κατοχής κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο ακολούθησε γρήγορα ένας ακόμη πιο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος με τη σειρά του οδήγησε σε δεκαετίες αυταρχικής δεξιάς κυριαρχίας με αποκορύφωμα την στρατιωτική δικτατορία του 1967-74. Αυτές οι εμπειρίες απάλλαξαν τον Λειβαδίτη από τον νεανικό του ιδεαλισμό, αλλά και τον βύθισαν στο σκοτάδι και την απόγνωση, από την οποία προέκυψαν μερικά από τα ωραιότερα ποιήματά του, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος «εγχειριδίου», ενός είδους εγχειριδίου λειτουργίας, που μας δίνει τα εργαλεία για να ζήσουμε και να πεθάνουμε καλά.

Μεταφράστηκε με εισαγωγή του Ν. Ν. Τρακάκη και εκδόθηκε στον περιορισμένο αριθμό των 75 χειρόδετων αντιτύπων.

Ο Νικόλαος Ν. Τρακάκης διδάσκει Φιλοσοφία στο Australian Catholic University (Αυστραλιανό Καθολικό Πανεπιστήμιο) και έχει μεταφράσει στο παρελθόν τον The Blind Man with the Lamp (Denise Harvey, 2014) Τυφλό με τη Λάμπα του Λειβαδίτη (Denise Harvey, 2014), Violets for a Season (Red Dragonfly Press, 2017) και Autumn Manuscripts (Smokestack Books, 2020)

2901 Indiana Street, #336, Dallas, Texas | humansidepress.com | info@humansidepress.com

“Dada” – Λογοτεχνική και καλλιτεχνική συλλογή

Διεύθυνση: Tristan Tzara, Τεύχος 6 “Δελτίο Dada “, χωρίς όνομα εκδότη, Παρίσι, χ.χ. [Φεβρουάριος 1920].

Τεύχος που δημοσιεύθηκε με την ευκαιρία της εκδήλωσης Dada της 5ης Φεβρουαρίου 1920 στο Salon des Indépendants και περιέχει το πρόγραμμα των αναγνώσεων των μανιφέστων του Francis Picabia, Georges Ribemont-Dessaignes, André Breton, Paul Dermée, Paul Éluard, Louis Aragon και Tristan Tzara.

Το κείμενο αποτελείται από αποσπάσματα των μανιφέστων, των αφορισμών, έναν κατάλογο με 76 ονόματα των μελών της ομάδας, διαφημίσεις για τα βιβλία και τα περιοδικά τους, την ανακοίνωση της δεύτερης εκδήλωσης του Χρυσού Τμήματος στγν γκαλερί La Boétie, στις 2 Μαρτίου κλπ

*Πηγή: Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας.

Στον αστερισμό του φυλετικού χρωμοσώματος Χ

Μαριάννα Πλιάκου, «Χ»

Εκδόσεις Βακχικόν.

Αθήνα, 2021

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*

Το «Χ» της Μαριάννας Πλιάκου ξενίζει και από τον τίτλο και από τις αφιερώσεις της συγγραφέως του γιατί μας εισαγάγει κατ’ ευθείαν στο κυρίως θέμα. Τουτέστιν στο φυλετικό χρωμόσωμα ‘Χ’ που αφορά, για τους μη έχοντες τις ανάλογες ειδικές γνώσεις στην επιστήμη της γενετικής, την κληρονομικότητα και το φύλο του ατόμου, αλλά την ίδια στιγμή και τις σχέσεις, εν προκειμένω, την ανθρώπινη εμπειρία από την ένωση με το θήλυ φύλο. Για την Jane λοιπόν και στον Νικόλα τους είναι αφιερωμένη ετούτη η έκδοση. Στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή όλα τα παραπάνω εμπλέκονται, συναλλάσσονται και συναινούν με το απομονωμένο νησί Γκέρνσι (Guernsey) το οποίο μαζί με τα άλλα τρία κατοικημένα, τα Χερμ, Τζετού και Λίχου, βρίσκονται μέσα στα στενά της Μάγχης.

Από το πρώτο, ήδη, ποίημα της συλλογής (‘ΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΜΕΝΩ’), ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός του γεωγραφικού τοπίου στο οποίο διαβιεί η ποιήτρια και στο οποίο κατά κύριο λόγο αναφέρονται οι στίχοι των ποιημάτων της:

«είναι στη μέση του πουθενά./ Ο ουρανός του/τετράδιο μιλιμετρέ/ ευθείες αεροπλάνων που διασταυρώνονται./ Ουρανός–Σημείο-Χ./Και Γη-Χ./ Αποδημητικά πουλιά σταματούν εδώ/πριν συνεχίσουν για άλλα γεωγραφικά πλάτη./Το ίδιο και εμείς.

Νησί καταφύγιο/Ανάμεσα/σε τούτο και εκείνο,/στο σημείο Χ/που μπασταρδεύονται οι πορείες μας/και ομοιοκαταληκτούμε.».

Στο βιβλίο, ακολουθούν οι ειδικότερες και απαραίτητες γνώσεις και ποιητικές επεξηγήσεις που αφορούν τον γεωγραφικό ιστό και τους ανθρώπους του νησιού, όχι μόνο τους παρόντες αλλά και όσους πέρασαν από εκεί και έζησαν για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα απολαμβάνοντας την ηρεμία της φύσης του. Στα μέρη του έζησε μεταξύ των άλλων και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Συγκεκριμένα στην Οικία Ωτβίλ, από το 1856 έως το 1870. Μάλιστα, στην οικία αυτή ο μεγάλος συγγραφέας έγραψε πολλά από τα αριστουργήματά του, όπως: ΄Οι Άθλιοι΄ (1862), ΄Οι Εργάτες της Θάλασσας΄ (1866), ΄Ο Άνθρωπος που γελά΄ (1869), την ποιητική συλλογή ‘Ο Θρύλος των Αιώνων’ (1859), και άλλα. Η Πλιάκου δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη ούτε και ασυγκίνητη σε εκείνο το ιστορικό κτίριο με τους σπουδαίους κήπους και αναφέρεται σε κάποιες λεπτομέρειες του βίου του εκεί, όταν εκείνος βρισκόταν στο νησί αλλά είχε το νου του αλλού, ατενίζοντας απέναντι, στις Γαλλικές ακτές. Το ποίημα ‘ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ HUGO’, με απλούς αφηγηματικούς τόνους μας υπενθυμίζει:

«Ο Hugo έζησε 15 χρόνια/εξόριστος εδώ./Πούλησε τις Ενατενίσεις και/αγόρασε το σπίτι/στο οποίο θα έγραφε τους Άθλιους./Με θέα το λιμάνι/και προοπτική τις κοντινές γαλλικές ακτές/κάθε πρωί θα δούλευε στο γραφείο του -/το ένα πόδι εδώ, το άλλο εκεί.

Η απόσταση/κράτησε το Παρίσι/ατόφιο μέσα του.

Η απόσταση/ σκιά που φωτίζει/καθώς τόσοι πλενόμαστε/στο φώσφορό της/Προσευχή/με βλέμμα καθένας/στη δική του φωτεινή πόλη».

Ίσως, κατά μία έννοια, οι κάτοικοι του νησιού να είναι όλοι προσωρινοί και «…Αποδημητικά πουλιά σταματούν εδώ/πριν συνεχίσουν για άλλα γεωγραφικά πλάτη./Το ίδιο και εμείς…», όπως δηλώνει στο προαναφερόμενο ποίημά της. Η ίδια, για την ώρα, ζει εδώ με την σύντροφό της όπως διαβάζω σε σχετική ιστοσελίδα και τον Νικόλα τους, πριν αποφασίσουν να μετεγκατασταθούν σε άλλα αγαπημένα τους μέρη. Στη συλλογή φυσικά δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν τα κάστρα, τα λιβάδια που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα, τα μικρά λιμανάκια με τα καράβια τους, κάποια οχυρωματικά έργα που σημάδεψαν το παρελθόν, λίγα εστιατόρια και ξενώνες, με κουλτούρα εκκρεμές ανάμεσα στις δύο χώρες ένθεν κακείθεν, τουτέστιν τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα «νησί από νωρίς/σημείο διεκδίκησης/μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας… Νησί εκκρεμές/ μετρονόμος/που σταμάτησε/και ξεκουράζεται/στη μέση».

Οι ποιητικές εικόνες των ποιημάτων της, οι άφθονες παραλίες κυριολεκτικοί πίνακες ζωγραφικής, αφού εδώ, «…ο ήλιος δεν βιάζεται να δύσει/καθώς πίνουμε καφέ από το θερμός./ Πολύ βαθιά μέσα/η υποψία ενός πλοίου/διασχίζει τη Μάγχη». Οι ιστορικές αναφορές αφθονούν με πληθώρα στοιχείων άγνωστων κατά κανόνα στους περισσότερους εξ’ ημών. Παντού όμως, καταλήγουν στην επιθυμητή και διαφαινόμενη ένωση των ανθρώπων, γιατί όπως προτάσσει τους στίχους «…οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε /μια θέση/στη ζωή/ των άλλων…» του Τάσου Λειβαδίτη στο δικό της ποίημα ‘Nexus’, έτσι και τούτο το νησί τώρα, μας λέει «… ήταν κάποτε δύο νησιά./Το μικρό, βόρειο κομμάτι/συνδέονταν με το νότιο με/μια γέφυρα, the Bridge/ ώσπου κάποια στιγμή/ γέμισαν το κενό με πέτρες και τούβλα/φτιάχνοντας αναχώματα και κανάλια/ώστε σήμερα/ελάχιστα να θυμίζουν την παλαιότερη διαίρεση./ Γιατί/πάντα αποζητούμε την ένωση./Αυτή μας φέρνει στη ζωή, μέχρι/να ξεχωρίσουμε απ’ τη μάνα μας/και ψάχνουμε από τότε/νέο ομφάλιο λώρο/προς κάτι μεγαλύτερο από εμάς»!

Η ποιήτρια δείχνει την ευγνωμοσύνη της για την παραμονή και φιλοξενία της σε εκείνο το απομονωμένο μέρος της Μάγχης, αλλά παράλληλα θυμάται τη χώρα της έστω και μέσα από αφηγήσεις ή αναφορές άλλων. Έτσι αρέσκεται στο άκουσμα των αγγλικών λέξεων ‘antidote’, ‘epidermis’, και ‘microscope’ από την προσωπική της γιατρό, αλλά όπως υπερθεματίζει στο ‘THESAURUS’, «… Τέτοιες στιγμές νιώθω ότι/αν φωνάξω/Psyche, Anthropos, Cosmos / κάποιοι/θα με καταλάβουν./Αυτοί/που ξέρουν πως/η Ψυχή, και ο Άνθρωπος και ο Κόσμος/έχουν/ παντού/την ίδια/γεύση», φέρνοντας στο προσκήνιο τις έννοιες της πολυπολιτισμικότητας με την συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών από τη μια μεριά της παγκοσμιοποίησης, της οικουμενικότητας και της αποδοχής, της κατανόησης και ανοχής των ιδιαιτεροτήτων και της κουλτούρας ενός εκάστου. Του άλλου!

«…Ο γρανίτης επιμένει κάτω/από τα βότσαλα./Οι αιχμηρές γωνίες/καμουφλαρισμένες από/την απαλή στρογγυλάδα/θα τραυματίσουν/τον ανύποπτο επισκέπτη…», γράφει στο ποίημά της που φέρει τον τίτλο ‘ΠΑΡΑΛΙΑ PEMBROKE, ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ’, με την ελπίδα της οι απόψεις, οι βαθύτερες σκέψεις και οι συμπεριφορές των ανθρώπων να μην επιμένουν όπως ο γρανίτης κάτω από τα βότσαλα και τραυματίσουν τις ψυχές των άλλων ανθρώπων. Η συλλογή της ετούτη, όπως εξομολογείται η ίδια, έχει σκοπό να «…χαρτογραφήσει καταστάσεις του είναι και να συνδέσει το τοπικό με το οικουμενικό και το προσωπικό με το συλλογικό…».

Η Μαριάννα Πλιάκου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1976. Σπούδασε Ιστορία, Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία και Ψυχολογία. Ζει κι εργάζεται στο νησί Γκέρνσι (Guernsey). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές ‘Σιωπή’ (εκδόσεις Πολύτροπον 2015) και ‘2017’ (εκδόσεις Κύφαντα, 2019). Τώρα επιστρέφει στην επικαιρότητα με τη νέα της ποιητική συλλογή ‘Χ’ που μόλις κυκλοφόρησε από τις φιλόξενες Εκδόσεις Βακχικόν.

*Από εδώ: https://www.fractalart.gr/x-marianna-pliakoy/

Μάνθος Λύκαμνος, «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», Εκδόσεις Libris X Machina

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές η προσπάθεια αρκετών ποιητών να αποδώσουν μια ποίηση εντελώς ελεύθερη χωρίς περιορισμούς. Άλλοι πέτυχαν να δώσουν κάτι ξεχωριστό και άλλοι όχι.
Έχουμε, λοιπόν, στα χέρια μας την ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Libris X Machina.
Το πρώτο, που παρατηρούμε είναι ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή έχει μια ιδιαίτερη ορθογραφία, που θα την χαρακτηρίζαμε πιο ελεύθερη. Ο στίχος αλλού είναι ελεύθερος και αλλού ακολουθεί πιο παραδοσιακή φόρμα με χαλαρές ρίμες και έναν εσωτερικό ρυθμό, που κάνει τα ποιήματα να διαβάζονται αβίαστα ενώ αρκετά από αυτά θα μπορούσαν να μελοποιηθούν.
Η ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου είναι χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες: Σεληνιασμοί και σπιτικές ιερουργίες, Μότο-ποίηση, εξεγερτική ποίηση, ζωική ποίηση. Τέσσερις ενότητες, τέσσερα ρέκβιεμ, που θρηνούν για όσα βλέπει ο ποιητής να συμβαίνουν γύρω του αρχίζοντας από το προσωπικό. Το προσωπικό, που αρχίζει από τον έρωτα, που μπορεί να επιβιώσει ενάντια στις αντιξοότητες: «κι αν ειν’ τα σπιτια μας κλειστα και μπορες τα χτυπανε / θαρθουν παιδια στην πορτα σου που ξερουν να αγαπανε». Όμως, ο έρωτας μπορεί να χαθεί ή να έχει τραγική κατάληξη. Τότε ο ποιητής συνεχίζει να δημιουργεί μοναχικά και περήφανα. Μοναχικός σαν λύκος, περήφανος σαν αετός και ταξιδιάρικος σαν γκιώνης. Να γίνει Απάτσι των τρώγλεων και να σηκώσει τα μαύρα λάβαρα των υπονόμων. Ο μοναχικός λύκος, που θα ανέβει στην μοτοσυκλέτα σαν σύγχρονος κουρσάρος, σαν τσιγγάνος, που αλλάζει συνέχεια κατοικία, σαν ινδιάνος της ασφάλτου, νοσταλγεί μια επιστροφή στη φύση, στην αθωότητα και στην αγνότητα, που διακρίνει τους αμνούς. Εδώ μπορεί να ταιριάξει και το επώνυμο Λύκαμνος. Λύκος μοναχικός, αλλά και αγνός σαν αμνός. Ένας λύκαμνος, που ψάχνει καταφύγιο σε μια πόλη που δεν κοιμάται. Που λαχταρά μια γλυκιά κουβέντα, ένα χάδι, όμως, δεν βρίσκει ανταπόκριση γιατί «τα φωτα της ραμπας εκλεισαν / μηπως ηταν απο παντα σβηστα?»
Όμως, ο ποιητής ψάχνει να βρει διέξοδο κι αναρωτιέται: «Πες μου πως δραπετεύουμε στ’ ονειρο του φυγά / του αετού του αρχέγονου. / Δείξε μου τον τρόπο να γίνουμε πάλι παιδιά / παιδιά ατελή και άχρονα. / ζώα ουτοπικά. / Να μην λοξοδρομήσουμε στον δρόμο του φονιά.» Κι όμως, υπάρχει διέξοδος. Υπάρχει λύση. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουν όσο περισσότεροι γίνεται: «το ξαναλεω πως η πορτα της φυλακης ειναι ανοιχτη / γνωριζουμε τον δισταγμό για το μεγαλο άλμα / ενα σαλτο ομως ειναι η εφοδος στον ουρανο».
Πριν κλείσουμε αξίζει μια αναφορά και στα σκίτσα που στολίζουν το εξώφυλλο και αρκετές σελίδες της ποιητικής συλλογής του Μάνθου Λύκαμνου. Πρόκειται για έργα του ίδιου του ποιητή, που με την ψυχεδελική τους ατμόσφαιρα συνοδεύουν υποβλητικά τα ποιήματα.
Συμπερασματικά, από την ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου “Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», αναδεικνύονται οι τέσσερις άξονες των ανθρώπινων αξιών, που είναι ο έρωτας, η ελευθερία της ταχύτητας, η εξέγερση και η αδερφική αγάπη για τα ζώα. Ο ποιητής ως άλλος λυπημένος στρατιώτης με αυτό το έργο του καταφέρνει «να κάνει σαματά να διώξει τα πουλιά / μη τα βρει ο δολοφόνος στην πρώτη τους φωλιά.»