ΤΕΦΛΟΝ #28 | Χειμώνας-Άνοιξη 2023

Το εικοστό όγδοο ποιητικό τεύχος-σκεύος κυκλοφορεί!

ΘΕΜΑΤΑ

🔥 Σύγχρονη ποίηση από το Κέιπ Τάουν: Τώρα που οι λύκοι ξύπνησαν
Ποίηση γραμμένη στα κάαπς, δηλαδή στη «γλώσσα του Ακρωτηρίου», ποίηση από τις εργατικές πολυκατοικίες του Κέιπ Τάουν, ποίηση για τη μετα-απαρτχάιντ εποχή, για μανάδες που στρίβουν τσιγάρα με σελίδες απ’ τον τηλεφωνικό κατάλογο, για κορίτσια που μπαίνουν σε συμμορίες και μένουν έγκυες στα δεκατρία, γι’ ανθρώπους «αποτσίγαρα χωμένα σε σπιρτόκουτα», ποιήματα για πένθιμα μεθύσια και έκπτωτους θεούς, ποιήματα για τις πληγές που άφησε πίσω της η αποικιοκρατία. Κείμενo-Μετάφραση: Peter Constantine

🤜Οξάνα Βασιάκινα: Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν τον πατέρα μου
Μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης ρωσόφωνης φεμινιστικής και κουίρ ποίησης, η Οξάνα Βασιάκινα στο μακροσκελές ποίημα «Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν τον πατέρα μου» μιλάει για τις ταξικές αντιθέσεις στη Ρωσία λίγο πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία, για την πατριαρχία και τον φεμινισμό, για την ασθένεια και τον θάνατο, για τη στέπα και τα «αγριολούλουδα που κάνουν ως και είκοσι χρόνια ν’ ανθίσουν», για την ποίηση που είναι «ξινή απ’ το πύον». Κείμενο-Μετάφραση: Asja

💥Natalie Diaz: Το πρώτο νερό είναι το σώμα
Η αυτόχθονας Μοχάβι Αμερικανίδα Ναταλί Ντίαζ πραγματεύεται στο ποιητικό της έργο τις πολλαπλές μορφές της συστημικής βίας που διαπερνά την ιστορία των αυτοχθόνων και τη συνεχή διαπλοκή της με την ερωτική επιθυμία και οικειότητα, μιλάει με πολιτική αιχμηρότητα και ελεγειακό λυρισμό για έναν πόλεμο που «δεν τελείωσε ποτέ, κι όμως με κάποιο τρόπο ξαναρχίζει», για τον ποταμό Κολοράντο που «διασχίζει το κέντρο του σώματός μας, με τον ίδιο τρόπο που διασχίζει το κέντρο της γης μας». Κείμενο-Μετάφραση: Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου

⚡️Dorothea Rosa Herliany: Άνθρωποι κρυμμένοι στις σκιές τους
«[Θ]έλησα να πολεμήσω σε όλες τις μάχες/ τ’ αγρίμια μου μ’ ακολουθούν»: Μια από τις πιο ριζοσπαστικές ποιητικές φωνές της Ινδονησίας, η Ντοροτέα Ρόσα Χερλιάνι απαιτεί επιτακτικά την ανατροπή των κοινωνικών και έμφυλων στερεοτύπων, προκαλώντας τα υφιστάμενα για αιώνες ήθη. Εγκλωβισμένη στις ελάχιστες προσωπικές και λογοτεχνικές επιλογές που της επιτρέπει η συντηρητική κοινωνία, μας αφηγείται «την ιστορία της αντάρας», αναζητά «μια πόρτα/ για να δω τον κόσμο/ και την πραγματική ζωή». Κείμενο: Θανάσης Σουλτάτης, Μετάφραση: Θανάσης Σουλτάτης, Cahyo Ramadhani

⭐️Ασμαά Αζαϊζέχ: Πέντε ποιήματα
Η Παλαιστίνια ποιήτρια ομολογεί ότι ήταν εκείνη που έκλεψε «τα παχιά αρνιά απ’ τους αγρούς της ελπίδας», εκείνη που βούτηξε «το κεφάλι της δικαιοσύνης στη λεκάνη με το νερό», εκείνη που έκρυψε «το φεγγάρι στο ψυγείο για να μη γράφουν γι’ αυτό οι ποιητές». H κόλαση, βλέπετε, είναι η βιολογική της μητέρα. Μετάφραση: Jazra Khaleed
Ποιήματα: Άγγελος κυρίου, Ε.Κατη, Εκκεντρική Αρτηρία, Ράνια Καραχάλιου, Καρτ, Κατσαρίδα Υπονόμου, Jazra Khaleed, Κουρτ, Douglas Laurindo [μτφρ. Σπύρος Πρατίλας], Ντιάνα Μάνεση, Βασιλική Παππά, Πούθλε, Θάλεια Τ., Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Τυφοειδής, Γιάννης Χονδρός.
Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Ερατώ
Σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

«Είμαστε λίγοι για τόσα ποιήματα δεν μας ακούει κανείς»

Μάνια Μεζίτη, «στόμα», εκδ. Κουκκίδα

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης //

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Μάνιας Μεζίτη, φέρει τον τίτλο ‘στόμα’ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Είχε προηγηθεί η ποιητική συλλογή ‘Η μαύρη ανάμεσα,΄ η οποία και κυκλοφόρησε το 2018.

Το ‘Στόμα’ διαρθρώνεται σε τρεις επιμέρους ενότητες, που εν προκειμένω τιτλοφορούνται ως εξής: ‘Νερό,’ ‘Γάλα’ και ‘Θειάφι.’ Οι τρεις ενότητες που από κοινού συνθέτουν το ποιητικό υπόστρωμα, λειτουργούν ως καμβάς πάνω στον οποίο η Μάνια Μεζίτη ξεδιπλώνει σκέψεις, καταθέτει ιδέες, υπονοεί και αφηγείται ελεύθερα.

Μορφολογικά, τα ποιήματα ως επί το πλείστον είναι μικρού μεγέθους,[1] δίχως όμως κάτι τέτοιο να σημαίνει πως στερούνται βάθους και ενός ευρύτερου προβληματισμού, με τον ποιητικό λόγο, εξ αρχής, να θέτει ζητήματα αναγνώρισης: «Η κόλαση είναι οι άλλοι αν οι άλλοι είσαι εσύ τότε η κόλαση είσαι εσύ»,[2] γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα ‘Για μια σκέψη του Σατρ.’

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως διαφαίνεται, εντός ποιήματος, μία εμπρόθετη αντιστροφή της γνωστής ρήσης του Γάλλου φιλόσοφου Ζαν-Πολ Σατρ, και πιο συγκεκριμένα, μία συγκεκριμενοποίηση του ορισμού της κόλασης, στο εγκάρσιο σημείο όπου η έγκληση ‘εσύ,’ προσλαμβάνει, ακόμη και ανώνυμα, έναν άμεσο και απτό χαρακτήρα, ενσαρκώνοντας την Σατρική ‘κόλαση’.

‘Κόλαση’ ευδιάκριτη στη γλώσσα, σε διάφορες προσλήψεις του άλλου, στον κομφορμισμό, στις μανιχαϊκές προσεγγίσεις. Και το ενδιαφέρον έγκειται στο ό,τι η Μάνια Μεζίτη φθάνει έως του σημείου να προσφέρει έναν δικό της ορισμό της κόλασης, χωρίς να ‘συγκρουσθεί’ εννοιολογικά με την ρήση του Ζαν Πολ Σατρ και με ό,τι αυτή εμπεριέχει, προσιδιάζοντας παράλληλα προς την κατεύθυνση συγκρότησης μίας συνθήκης καθημερινότητας ή αλλιώς, καθημερινής λειτουργίας: ‘Πόση κόλαση εμπερικλείει η καθημερινότητα σου;’[3]

Δίχως πολεμική ή ορθότερα συγκρουσιακή διάθεση, για να δανεισθούμε έναν όρο από το πεδίο της συγκρουσιακής πολιτικής,[4] δίχως την εστίαση σε μία ιδιαίτερη «μικροπολιτική των προνομίων», σύμφωνα με τον Αλέξανδρο-Ανδρέα Κύρτση, ο ποιητικός λόγος τέμνει μικρές και καθημερινές στιγμές, κινείται στις παρυφές μίας λεπτής ευαισθησίας (που δεν καταπίπτει σε μελοδραματισμό), προσδιορίζοντας την δυνατότητα κατανόησης του τι μπορεί να επιτελείται σε «μια συγκεκριμένη στιγμή».

«Με τα μάτια στο χρώμα της στάχτης απευθείας απ’ τον κάτω κόσμο περνάμε ολόκληρα μερόνυχτα στα νεκρομαντεία πιάνουμε τον Τειρεσία απ’ το λαιμό αλλά δεν μας κάνει τη χάρη απαντάει με τη φωνή του Μπένγιαμιν: το ν’ αντιληφθείς τι ακριβώς συμβαίνει σε μια συγκεκριμένη στιγμή είναι πιο αποφασιστικό απ’ το να γνωρίζεις από πριν τα πλέον απόμακρα».[5]

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλληλεπίδραση του ποιητικού λόγου με το Μπενγιαμινικό ‘σύστημα ιδεών,’ είναι που δύναται να παραγάγει ως αποτέλεσμα την δυνατότητα ή αλλιώς, την επιθυμία της κατανόησης της στιγμής και δη της ιστορικής στιγμής, κάτι που προτιμάται έναντι του ιστορικά απόμακρου, του ανείπωτου και του ακόμη ενδεχομενικού, με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (το ποίημα φέρει έναν υπόγειο διαλογικό άξονα), να μεταμορφώνεται σε ίδιο και σε άλλοι Τειρεσία, για να διακηρύξει την αξία που έχει, ιστορικώ τω τρόπω, το ‘τώρα.’

Για την ακρίβεια, το ‘εδώ και τώρα.’ Ιδιαίτερο ρόλο για την ‘οικονομία’ της ποιητική αφήγησης, διαδραματίζει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, στον οποίο η Μάνια Μεζίτη επιφυλάσσει ρόλο υποβολέα, ‘μάντη’ (βλέπε την αναφορά στον Τειρεσία), που προτού αναζητήσει ακροατήριο, προκρίνει, όχι την αυτο-εκπληρούμενη προφητεία ως Νόμο, αλλά την γνώση εκείνη[6] που ερείδεται στο ‘τώρα’ και σε μία αισθητή πραγματικότητα.

Η δια-κειμενικότητα εντός του ποιήματος λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να σημασιοδοτηθεί η δυνατότητα της μετάβασης. Και από εκεί και έπειτα, στον αναγνώστη έγκειται το να προσδώσει περιεχόμενο σε αυτή την μετάβαση.

Εντός της ποιητικής συλλογής, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν η μνήμη και δη η οικογενειακή μνήμη, με όρους μάλιστα μίας, κατά την ανάλυση του Eviatar Zerubavel «αναμνηστικής πυκνότητας»,[7] μέσω της οποίας η Μάνια Μεζίτη οργανώνει εκ νέου τις προτεραιότητες της και οριοθετεί γεγονότα των οποίων ο απόηχος, πρωτίστως για την ίδια, φθάνει έως το σήμερα (επρόκειτο για γεγονότα που κάτι ‘έχουν να πουν’), οι αναφορές σε σεξουαλικές προτιμήσεις και επιλογές, χωρίς αυτές μάλιστα να εμβαπτίζονται στα νάματα της ‘παραδοξότητας,’ μιας κάποιας ασυμβατότητας[8].

Επίσης, δεν εκ-λείπει και η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο η γλωσσική επαναληπτικότητα, που λειτουργεί και ως μηχανισμός που συντελεί στη θεμελίωση μίας άποψης σε αυταπόδεικτη αλήθεια, παραγάγει αποτυπώματα, ενίοτε έντονα. «Είναι καλή η Λίνα, λέω είναι καλή η Λίνα, λέει είναι καλή η Λίνα, λένε είναι καλή η Λίνα, λέγεται είναι κακός ο Πέτρος, λέω είναι κακός ο Πέτρος, λέει είναι κακός ο Πέτρος, λένε είναι κακός ο Πέτρος λέγεται τι κουτορνίθια θε μου αφού έχουν ακούσει για τον Γκαίμπελς».[9]

Το ύφος είναι παιγνιώδες και ιδιαίτερα εκφραστικό (έως ‘γαργαλιστικό), εφόσον θέτει ως επίδικο την υπονόμευση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο μηχανισμός της γλωσσικής επαναληπτικότητας, εκεί όπου, στο τέλος του ποιήματος (οφείλουμε να δούμε εδώ και την πολιτική νύξη), ο Γκαίμπελς τίθεται στο προσκήνιο, με την παρουσία του υπενθυμίζει το ‘ποιος είναι’ και όχι το τι ‘έχει’: Και είναι ο γεννήτορας αυτού του μηχανισμού, πρόσωπο που αντιλήφθηκε την δύναμη του λόγου και την ικανότητα του στο να ανατρέπει τον κανόνα.

Άλλοτε χαμηλόφωνα και άλλοτε δυναμικά, με έναν λόγο περιεκτικό, επικαιρικό, μνημονικό και πυκνό σε συμβολισμούς, χωρίς όμως να χάνει από τον ορίζοντα της την πραγματικότητα, η Μάνια Μεζίτη αποδεικνύει πως η ‘θητεία’ της στην ποίηση και στον ποιητικό λόγο καθίστανται έργο εν εξελίξει, έργο ανοιχτό, με άδηλο προορισμό αλλά με σαφή απεύθυνση: ‘Εσύ.’ «Συνάντησα τον ποιητή ω του θαύματος ήταν καλός πατέρας άλλαζε ο κόσμος ερήμην μου».[10]


[1] Η απουσία σημείων στίξης, θεωρούμε πως απηχεί την πρόθεση της ποιήτριας να διαμορφώσει ένα άμεσο και οικείο ποιητικό περιβάλλον, εντός του οποίου ο αναγνώστης βοηθιέται ώστε να θέσει τις κατάλληλες ερωτήσεις.

[2] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Για μια σκέψη του Σατρ,’ Ενότητα ‘Νερό,’ Ποιητική συλλογή ‘στόμα,’ Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2021, σελ. 15.

[3] Σε μία σειρά ποιημάτων που παρεμβάλλεται μεταξύ των ποιητικών ενοτήτων, λειτουργώντας συμπληρωτικά, ή αλλιώς, ως γέφυρα μετάβασης από ενότητα σε ενότητα, η Μάνια Μεζίτη, όπως προσφέρει έναν ορισμό της κόλασης, της κόλασης που την θέλει να είναι ορατή, ατομική και συνάμα ‘μοναδική,’ έτσι όπως συγκροτείται και αναπαράγεται, έτσι παρέχει και έναν ορισμό της ποίησης. Και η ποίηση είναι «στόμα» (ας κρατήσουμε τον τίτλο της συλλογής), από το οποίο εκβάλλουν λέξεις, λέξεις που σχηματίζουν ιδέες, νοήματα, εκεί όπου, η ποίηση-«στόμα» συναρθρώνει την αυτο-αναφορικότητα με την ετερο-αναφορικότητα, που δεν είναι, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, παρά ο τρόπος με τον οποίο η ποιήτρια προσλαμβάνει το σύνθετο γίγνεσθαι, επενδύοντας στην ποίηση η οποία ομνύει, χαμηλόφωνα, στη χρησιμότητα της: «Ξέρω τι είναι ποίηση η ποίηση είναι στόμα μιλάει εναντίον ή σχετικά εκ μέρους των ανθρώπων ή του εαυτού της Στην ερώτηση ασχολείστε με την Τέχνη περνάει μια γροθιά ένα πράμα οριστικό αλλά δεν τα καταφέρνω απλώς ενημερώνω για το πένθος». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη, Μάνια, ‘Ποιοι είστε εσείς όλοι ποιοι είστε…ό.π., σελ. 39. Είναι η ποίηση ως ‘στόμα’ που μπορεί να επιχρωματίσει δραστικά την πραγματικότητα συμβάλλοντας στη επανεπινόηση της φιγούρας του ποιητή ως υποκειμένου που κατα-γράφει και κατά-θέτει.

[4] Βλέπε και, Σεφεριάδης, Σεραφείμ, ‘Συγκρουσιακή πολιτική, συλλογική δράση, κοινωνικά κινήματα: Μια αποτύπωση,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 27, Μάϊος 2006, σελ. 7-42.

[5] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Πρόβλεψη…ό.π., σελ. 33. Σε αυτό το σημείο, η ποιήτρια του ‘στόματος’ δεν τείνει προς τον άξονα μίας δημιουργικής επανεπινόησης του μύθου, όπως πράττει ο Γιάννης Ρίτσος σε ποιήματα της ‘Τέταρτης Διάστασης,’ αλλά, αντιθέτως, μεταπλάθει σε ποιητικό λόγο πολλαπλών σημασιολογικών αποχρώσεων βασικές κατευθύνσεις του Μπενγιαμινικού λόγου (εδώ το απόσπασμα από τον ‘Μονόδρομο’).

[6] Ακόμη και με τις αντιφάσεις της. Το στοιχείο της δια-κειμενικότητας το εντοπίζουμε και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, όπως αυτό στο οποίο η ποιήτρια ξεκινά την αφήγηση της με το ποίημα ‘Matière de Bretagne’ του Πάουλ Τσέλαν. «Εσύ μαθαίνεις μαθαίνεις στα χέρια σου να μαθαίνεις μαθαίνεις στα χέρια σου να κοιμηθούν». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη, Μάνια, ‘Στόμα…ό.π., σελ. 24. Επίσης, το ποίημα ‘Μέσα στα πόδια μου έχω σπίτια,’ (ένδειξη ενός ιδιαίτερου ‘μαγικού ρεαλισμού; ), ανα-δημιουργεί, και όχι μηχανικά, μία οικεία ατμόσφαιρα (το σπίτι ωσάν ‘κόσμος’) που παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ‘Εκατό χρόνια μοναξιά.’ Μεζίτη Μάνια, ‘Μέσα στα πόδια μου έχω σπίτια…ό.π., σελ. 59.

[7] Βλέπε σχετικά, Zerubavel, Eviatar, ‘Social Mindscapes: An invitation to cognitive psychology, Cambridge, 1997. Οι συχνές αναφορές στην μητέρα και στον πατέρα, σε περιστατικά κοινής συμβίωσης, συνδράμουν δραστικά στο να λάβει χώρα ό,τι θα προσδιορίσουμε ως ‘εργασία της μνήμης.’

[8] Το ποίημα ‘Το αυτονόητο’ είναι ενδεικτικό αυτής της προσέγγισης, καθώς και ενός ύφους (και ήθους) που ονομάζει ρητά και μη υστερόβουλα: «Η ουρά κάθε πρωτεύοντος θηλαστικού κουνιέται ο θείος Κώστας ήταν γκέι». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Το αυτονόητο…ό.π., σελ. 22. Το ποίημα ‘Το queer φίλοι,’ δεν είναι δηλωτικό ταυτότητας, αλλά καταγραφής της βαθιάς ανθρώπινης επιθυμίας για την έκφραση των συναισθημάτων, για την υπέρβαση ουσιοκρατικών προσλήψεων. Και αυτή η υπέρβαση μπορεί να συντελεσθεί εν-σώματα και διαδραστικά.

[9] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘στόμα…ό.π., σελ. 44. Στο ποίημα ‘Της Ηχώς και της Κρίστεβα,’ η ποιήτρια αφήνει να διαρρεύσει μία σχεδόν Ηρακλείτεια αίσθηση κίνησης του νερού, δυσκολίας κατανόησης του («δεν ερμηνεύεται το νερό»), που αντανακλά την δυσκολία μίας έστω και κατά προσέγγιση ερμηνείας της ανθρώπινης φύσης.

[10] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘στόμα….ό.π., σελ. 37.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/stoma-mania-meziti/

Για τον ζωγράφο Μπασιάκo

Μαριάνθη Μαρκοπούλου*

Ας πω εδώ για τον ζωγράφο Μπασιάκo. Υπήρξε μια εποχή που σταμάτησε να γράφει, πήρε πινέλα και μπογιές, κι ό,τι έβρισκε πεταμένο στους δρόμους, τάβλες, σανίδια, τελάρα, χαρτόνια, τα μάζευε και τα ζωγράφιζε. Και όλο αυτό κάποτε το έφτιαξα μια ιστορία, ένα διηγηματάκι, του το διάβασα και του άρεσε∙ να μου το αφιερώσεις μου είπε, εννοείται του είπα, αλλά απέμεινε έτσι, ημιτελές, αλλά με την αφιέρωση επάνω.

Τέλος πάντων, η ιστορία μιλάει για μια γαλάζια μονοκατοικία από αυτές τις μικρές με το μωσαϊκό στο πάτωμα και γύψινα στα ταβάνια, με τη εξωτερική σιδερένια σκάλα σαν ελατήριο, που ξέμεινε ακατοίκητη σε μια γειτονιά με νεόδμητα. Μια φάλτσα νότα. Και ήρθε η ώρα της και αυτηνής, είναι η μέρα της κατεδάφισης, ο εργολάβος είναι ήδη εκεί, περιμένει, τα συνεργεία τον έχουν στήσει, αρχίζει να τριγυρνάει μέσα, ντενεκέδια και εφημερίδες κάτω από τα πόδια του, και για πρώτη φορά o εργολάβος, βλέπει, προσέχει μάλλον, τους ζωγραφισμένους τοίχους.

Γιατί η μονοκατοικία είναι από άκρη σε άκρη ζωγραφισμένη, δεν υπάρχει ούτε μια πιθαμή άδεια. Αλλού έντονα κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα, αλλού σκοτεινιές, λέξεις πεταμένες εδώ και εκεί, φόντα δαιδαλώδη, και ανάμεσα ουρανοί, καταιγίδες, τρένα, γάργαρα νερά, καραβάνια περιπλανώμενων, αλέες με αγάλματα∙ μια τοιχογραφία, όπου τα δίχτυα ψαρεύουν αστεράκια, οι γοργόνες ξεπροβάλουν στον καπνό της πίπας του μοναχικού ναύτη Ταπίνι, ο πεθαμένος καπνίζει ξαπλωτός μέσα στην κάσα του όσο μια χαρωπή πομπή τον συνοδεύει, ο βιολιτζής παίζει το βιολί του μόνος σε μια βουνοκορφή, ή συνοδεύοντας ως αερικό τους ερωτευμένους, το λεωφορείο χάνεται στο δάσος και έχει για συνοδηγό έναν γάιδαρο και για επιβάτες μια νύφη και μια τσιγγάνικη ορχήστρα, και ένα τραπέζι με κάθε λογής φαγητά, και ποτήρια που τσουγκρίζουν, και σύννεφα, (μπορεί να δούμε και την νιότη μας εκεί), περιπατητές, γάτες που λιάζονται στα καμπαναριά, μουστακαλήδες που βγαίνουν από λαγούμια, δημαγωγοί πάνω σε βαρέλια, κι ένα περιπλανώμενο τσίρκο με τους ακροβάτες του και – εννοείται – τρύπια τέντα. Ένα όργιο από λεπτομέρειες, από χαρωπές παρέες, από θλιμμένους μόνους, από μπουγάδες που στεγνώνουν στα βράχια, κι ένα ολόκληρο χωριό σε μια γιορτή και μικρές φωτιές, και κυκλικοί χοροί, και πρόσωπα, παντού πρόσωπα, με ανάγλυφα βλέμματα, με έντονες μύτες, με γραμμές άγριες σαν αρχαίου πολιτισμού κάποιου προϊστορικού σπηλαίου∙ κοίταζε απορημένος ο εργολάβος, ποιος μουρλός να τα ζωγράφισε όλα αυτά; Εμείς ξέρουμε ότι τα ζωγράφισε ο Μπασιάκος. Αυτός είναι ο ζωγράφος και αυτά τα έργα του.

Και όλο αυτό το μπασιακικό σύμπαν, οι μπασιακικοί κήποι μπαίνουν μέσα στο δισάκι του, αυτό που παίρνει μαζί του στα «μαύρα χώματα», μαζί με μια «φούχτα πάτριο ουρανό», τον δικό του αιώνα, εκεί που ορίζει την καταγωγή του, όπου τα γκρουπάκια κάνουν πρόβες και βγαίνουν οι μουσικές από τα υπόγεια να συγκλονίσουν τον περαστικό πιτσιρικά και να αλλάξει μεμιάς ο κόσμος του, όπου ένα ποίημα αρκεί να σου φέρει τα πάνω κάτω, όπου φυσάει αυτός ο αέρας από κινήματα που αλλάζουν τον κόσμο, αυτός ο αέρας που σε παίρνει και σε σηκώνει και αντί να είσαι η απάντηση, γίνεσαι εσύ η ερώτηση. Δεν πρόκειται για παράλληλο κόσμο. Είναι αυτός ο ίδιος ο κόσμος μέσα από τα μάτια του ποιητή, όσων ζουν ποιητικά και ας μην γράφουν ποιήματα. Όλα όσα θα έβαζε σε μια χρονοκάψουλα να τα βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος ή εξωγήινοι πολιτισμοί. Εκεί, και οι πεινασμένοι αρτίστες στις σοφίτες της Μονμάρτρης, τα στέκια, το χειροποίητο, οι τρύπες, με τις παρέες που συναντιούνται τυχαία κάτω από το αθηναϊκό δείλι, τα καταγώγια, με τις μουσικές και τα διαβάσματα που μας καθόρισαν, την πατρίδα του, γιατί με τι άλλο τρέφεται ένας ποιητής; «Με βιβλία και σινεμά τρεφόμασταν τότε», όλα αυτά που συναντιέσαι μαζί τους και αλλάζεις για πάντα. Γιατί εμείς λέει, «ό,τι διαβάσαμε δεν το διαβάσαμε σαν φιλόλογοι». Μας καθόρισε, έγινε οδηγός, απαράβατος κανόνας. Γιατί εμείς, όπου αγαπάμε, αγαπάμε. Γιατί το να ζεις σαν ποιητής είναι βαθιά πολιτική πράξη. Όσο επαναστατικό είναι να μπορείς να παραμένεις άνθρωπος. Όπως και το κέρασμα είναι πολιτική πράξη, η αγάπη, η ευγένεια, το μοίρασμα, να βρίσκεις δρόμο, να κάνεις ειρήνη με τη φύση των πραγμάτων.

Σκέφτομαι συχνά, σε αυτή την διετία που λείπει, που ήταν τόσο γεμάτη με πρωτόγνωρα πράγματα, τι θα έλεγε, για όλα αυτά που ζήσαμε και ζούμε. Και σκέφτομαι ότι ίσως φεύγουμε από αυτό τον κόσμο επιλεκτικά, όταν παύουμε να τον αντέχουμε. Και δεν ξέρω τι θα άντεχε ο Μπασιάκος που δηλώνει ήδη εμιγκρές σε αυτό τον αιώνα, παρείσακτος σε μια απάνθρωπη φαινομενική τελειότητα, σε ένα κόσμο άσπιλο, πειθαρχημένο, χωρίς φάλτσα, χωρίς κακές λέξεις και χωρίς γέλιο, αυτή την τόσο επαναστατική πράξη, «το γέλιο που θα σας θάψει».

Στο μπασιακικό δάσος, ο άνθρωπος είναι ατελής, incorrect, παιδεύεται από τις αντιφάσεις του, μπορεί να κλάψει στον ώμο του πρώην μπάτσου που θα στον έστελνε στην Σιβηρία, να συγκινηθεί με την γκαρσόνα του σκυλάδικου που απαγγέλει στίχους, να ακολουθήσει τον κλέφτη τραυματία στα μπουζούκια, να ζήσει παρέα με τα πρεζάκια σε ένα ξενοδοχείο της Βάθης, να γίνει φίλος με τον απατεώνα παπά με το τίμιο ξύλο. Ο ίδιος ο Μπασιάκος είναι μια τίμια αντίφαση, ένας εργατικός ράθυμος, ένας σεβαστικός βλάσφημος. Τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, γεμάτοι πάθη και λάθη, αρκεί να εντοπίσει πάνω τους την αυθεντικότητα, την ατόφια συγκίνηση. Και αυτό το εσωτερικό ρίγος είναι το δείγμα, ο θερμοστάτης που μετριέται η συναισθηματική και πνευματική υγεία, η ηθική του μπασιακικού σύμπαντος. Είναι το χέρι που βλέπει να τον χαιρετά μέσα από μια κλούβα και ξέρει ότι είναι άνθρωπος δικός του. Το δράμα των ανθρώπων και οι χαρά τους. Η ανεπιτήδευτη φύση των πλασμάτων, όπως κελαηδεί το κοτσύφι∙ το κοτσύφι παίζει στα γραπτά του, είναι ο οδηγός. Αν το μέτρο του ποιήματος είναι τα πόδια από τα δουλικά που τα κουνάνε νευρικά στο παγκάκι καπνίζοντας στο ρεπό τους, αν αυτό είναι ο ρυθμός, τότε το κοτσύφι είναι η μελωδία. Και αυτό είναι το τραγούδι του, ή καλύτερα το τραγούδισμα του. Δεν θα μιλήσω για τον Μπασιάκο τραγουδιστή, εκεί και αν έχουμε φάλτσα καταγεγραμμένα…

Κάπου γράφει «καπνίζω και δεν έχω καμία όρεξη να ονειροπολώ», και παρότι εύκολα παρερμηνεύεται ως παραίτηση είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένας ύμνος στην στιγμή. Ζήτω η ύπαρξη και ζήτω η θνητότις. Και ζήτω το δέος, εκεί που η ύπαρξη θεριεύει. Η ποίηση είναι το ξεροκόμματο που έχει στη τσέπη να τον κρατήσει ζωντανό ως την επόμενη, είτε μόνος βολοδέρνοντας ανάμεσα στους σπουργίτες είτε στο καμαράκι, όπως κι ο έρωτας, που με ένα «Θοδωρή», θα τον κρατήσει ζωντανό για μια βδομάδα ακόμα. Και αυτή την θνητότητα γλεντάει, όχι με γέλια και χαρές μόνο, αλλά με δάκρυ, «με το λυπητερό αλλά και το χαρούμενο πένθος».

Στην ιστορία μου κατεδαφίζεται το σπίτι. Και η παλιά μονοκατοικία, που πράγματι υπήρξε και που επικοινωνούσε με σταλαχτίτες και υπόγειες στοές, γκρεμίστηκε. Και ο εργολάβος, που ιδέα δεν έχει από παλίμψηστα και ψηφιδωτά, από το ετερόκλητο πλήθος, από την ιστορία που γράφουν οι ανώνυμοι, και που πάνω στο πρόσωπο του ενσαρκώνονται όλοι οι διαχρονικοί βάρβαροι, οι εχθροί της φυλής, δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα. Μόνο ένα κομμάτι μπογιά βάζω να έχει κολλήσει στο δάχτυλο του, ένα ενοχλητικό ίχνος που δεν βγαίνει όσο και να το πλένει. Ένα τατουάζ πάνω στο αποτύπωμά του.
Από τα έργα του Μπασιάκου τα ζωγραφικά, ελάχιστα έχουν μείνει. Σκορπισμένα και αυτά σαν τους στίχους του∙ όπως ζωγράφιζε έτσι έγραφε, καθισμένος σε άβολη καρέκλα, με τη πλάτη στο βοριά. Αλλά αν οι εχθροί έχουν εκρηκτικά και μπάλες κατεδάφισης «το δικό μας παντοδύναμο όπλο, είναι η αλήθεια». Ή αλήθεια «που συγγενεύει με την αλητεία» από την αρχαία έννοια της περιπλάνησης. Ας την γκρεμίσουν την μονοκατοικία. Αυτό το πανηγύρι, μπήκε ξανά σε στίχους. Όλες οι εικόνες είναι εδώ. Αχαρτογράφητες. Με ερημιές και βροχές και βιολιά και μέθη, και ο μεγάλος ρεμβασμός, με απλωμένα απαραιτήτως τα ποδάρια, και ξέφραγα οικόπεδα, ποδαρόδρομοι και άσκοπη περιπλάνηση, και καφενεία λαϊκά, που μυρίζουν γκάζι και τηγανόλαδο ή που συχνάζουν οι περίεργοι τύποι του Λαπέζ Αζίλ, «τα καφενεία που χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαμε», σε αυτή την περιβόητη «προσμονή του απρόσμενου», και σπεύδε βραδέως, και πείνα αλλά χλιδή για όλους, και ερωτευμένα αστεροσκοπεία, αυτοδίδακτοι, ανεπρόκοποι, γνωριμίες των κρατητηρίων, των παμπ και των χαμαιτυπίων, των μύθων της κεντρικής λεωφόρου, ο πολύχρωμος πλανήτης, «τούτη η γη των προλετάριων» που αγάπησε, εδώ που είπε ν’ αφήσει «τα αλήτικά του κόκκαλα».

Ό,τι έχει στο σακούλι του και κουβαλάει μαζί του, το έργο των αφανών της γης, όσων εργάστηκαν για το κέφι τους, μη παίρνοντας πίσω ούτε χρήμα ούτε δόξα. Αυτοί είναι οι ήρωες του και αυτούς θέλει να κληρονομήσει. Και όλα δένουν γλυκά, στο τακτοποιημένο χάος που παίζει στα δάχτυλα του. Μπορεί να το παίρνει αμπάριζα η μπουλντόζα, αλλά σιγά, το σπάει άμα λάχει και εθελοντικά, όπως σπάει τις κασέτες με τα τραγούδια που μάζεψε με τόσο κόπο στην τελευταία σκηνή από το Γκάτζο Ντίλο ο πρωταγωνιστής και ύστερα χορεύει στον τάφο τους, έναν χορό χωρίς μουσική, μόνος. Δεν έχει σημασία. Ειπώθηκε. Βιώθηκε. Μια τελετή για την αριστοκρατία των απόκληρων, όπως του Σαρλώ, η ευγένεια του αντιήρωα που δεν καταδέχεται να ζει παρά μόνο για να ζει. Τόσο ελεύθερος που να μπορεί να τα απαρνηθεί όλα. Γιατί «το ζητούμενο δεν είναι η ευτυχία. Το ζητούμενο είναι η ελευθερία», κι όποιος ζει μέσα στο ποίημα, στο ποίημα μέσα θα πεθαίνει. Μάλλον αξίζει τον κόπο.

*Το κείμενο μου για την παρουσίαση του Γκαγκάν Μυτεράν, Vivere Freakolosamente, στο Αγρίνιο, 25/11, στο βιβλιοπωλείο Αγαύη και την επομένη στην Πάτρα, στο βιβλιοπωλείο Nouveau.

**Ζωγραφιά: Μπασιάκ, αυτοπροσωπογραφία.

Η ποιήτριά μας Αντιγόνη Κεφαλά κερδίζει το Βραβείο Patrick White 

Μια ιστορική φωτογραφία, πριν αρκετά χρόνια στην Μελβούρνη. Από αριστερά, Ελένη Νίκα, Δημήτρης Τσαλουμάς και Αντιγόνη Κεφαλά

Είναι η δεύτερη φορά που το Βραβείο πηγαίνει σε Ελληνοαυστραλιανά χέρια

Η ανακοίνωση ότι η Ελληνοαυστραλή ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) κέρδισε το φετινό Patrick White Award είναι κάτι το φανταστικό, αλλά και μια ιστορική στιγμή, όχι μόνο για την ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία, αλλά και γενικώς για την μεταναστευτική λογοτεχνία στην Αυστραλία, μιας και η Αντιγόνη Κεφαλά άξιζε και με το παραπάνω να τύχει αυτής της ύψιστης διάκρισης στα αυστραλιανά Γράμματα.


Το εν λόγω Βραβείο δημιουργήθηκε αφότου ο Patrick White κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1973, και απονέμεται κάθε χρόνο στον ή στην συγγραφέα που είναι άκρως δημιουργικός/ή για μια μακρά περίοδο και που αξίζει να του/της απονεμηθεί το εν λόγω Βραβείο.


Για μας τους Ελληνοαυστραλούς, η απονομή του φετινού Βραβείου στην Αντιγόνη Κεφαλά έχει μια ιδιαίτερη σημασία, μιας και η Αντιγόνη είναι από τους πλέον χαρακτηριστικούς εκπροσώπους αυτού που στην Αυστραλία ονομάζουμε μεταναστευτική λογοτεχνία.


Στην πρόσληψη του έργου της Αντιγόνης Κεφαλά από την ελληνοαυστραλιανή παροικία, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η έκδοση τεσσάρων έργων της από το Owl Publishing, που διηύθυνε η πρώην ακαδημαϊκός και εκδότρια Ελένη Νίκα, η οποία πάντα διέκρινε την ανάγκη του να προωθηθεί το έργο προβεβλημένων λογοτεχνών μας πρωτίστως στην παροικία.


Η Ελένη Νίκα λοιπόν εξέδωσε τα παρακάτω βιβλία της Αντιγόνης Κεφαλά:

-Alexia: a tale for advanced children (αγγλικά και ελληνικά) (1995)

-Poems: a selection (αγγλικά και ελληνικά) (2000)

-The Island (αγγλικά, ελληνικά και γαλλικά) (2002)

-Max: the Confessions of a Cat (αγγλικά και ελληνικά) (2009)
Επίσης, το 2013, εκδόθηκε το βιβλίο “Antigone Kefala: a writer’s journey” υπό την ευθύνη των Βρασίδα Καραλή και Ελένης Νίκα.


Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι το Βραβείο περνάει για δεύτερη φορά σε ελληνοαυστραλιανά χέρια, μιας και ο αείμνηστος Δημήτρης Τσαλουμάς το είχε κερδίσει το 1994.


Γεννημένη στην Μπράιλα της Ρουμανίας, η Κεφαλά έζησε από πολύ μικρή με την οικογένειά της την εμπειρία της προσφυγιάς, πρώτα στην Ελλάδα και μετέπειτα στη Νέα Ζηλανδία, ενώ στην Αυστραλία έφτασε μόνη της τον Δεκέμβριο του 1959, μια στιγμή που η ίδια έχει αποτυπώσει αρκετά έντονα στα βιβλία της.


Μια ποιήτρια η πρώτη γλώσσα της οποίας ήταν τα ρουμανικά, η δεύτερη τα γαλλικά και η τρίτη τα ελληνικά, άρχισε να κατακτά από την πρώτη στιγμή την τέταρτη γλώσσα της, τα αγγλικά, μια γλώσσα στην οποία έγραψε ολόκληρo το λογοτεχνικό της έργο, με το οποίο αναγνωρίσθηκε μιας και το 2017 κέρδισε ένα άλλο μεγάλο αυστραλιανό Βραβείο, το Judith Wright Calanthe Award, και τώρα κατακτά και το Patrick White, καθιστώντας την ως μια από τις πιο επιδραστικές ποιήτριες της χώρας.


Πέρα από τις συλλογές της, σημαντικότατο έργο κρίνεται και η τριλογία της, η οποία φανερώνει όχι μόνο τις πτυχές της ζωής και του έργου της, αλλά και τις απόψεις της για πρόσωπα και πράγματα και όχι κατ’ ανάγκη του χώρου της λογοτεχνίας, μια τριλογία η οποία αποτελείται από τα έργα Summer Visit (2003), Sydney Journals (2008) και Late Journals (2022), όλα από τις Giramondo Publishing.

PUBLISHED WORKS BY ANTIGONE KEFALA

Poetry

  • The Alien (Gargoyle Poets/Makar Press, 1973)
  • Thirsty Weather (Outback Press, 1978)
  • European Notebook (Hale & Iremonger, 1988)
  • Absence: new and selected poems (Hale & Iremonger, 1992, 1998)
  • Fragments (Giramondo, 2016)

Prose

  • The First Journey: two short novels (Wild and Woolley, 1975)
  • Alexia: a tale of two cultures (John Ferguson, 1984)
  • The Island (Hale & Iremonger, 1984)
  • Summer Visit: three novellas (Giramondo, 2002)
  • Sydney Journals: reflections 1970-2000 (Giramondo, 2008)
  • Late Journals (2000-2020) (Giramondo 2022)

In Greek translation (bilingual or trilingual editions)

  • Alexia: a tale for advanced children – English/Greek. Owl Publishing 1995
  • Poems: a selection – English/Greek. Owl Publishing, 2000
  • The Island – English/Greek/French. Owl Publishing, 2002
  • Max: the confessions of a cat – English-Greek. Owl Publishing, 2009

Awards

  • Poetry award: the 2017 Judith Wright Calanthe Award (State Library of Queensland Poetry Collection) for her most recent poetry book, Fragments.
  • Winner of the Patrick White Award (2022). This award is given to a writer who has been highly creative over a long period but has not necessarily received adequate recognition.

Also short-listed for her poetry collection Fragments:

  • the 2017 Prime Minister’s Awards
  • the 2017 NSW Premier’s Literary Awards
  • the 2017 John Bray Poetry Award (Adelaide Festival Awards for Literature)

Η αντεργκράουντ ποίηση και το Vivere Freakolosamente του Θεόδωρου Μπασιάκου

Θεόδωρος Μπασιάκος: Γκαγκάν Μυτεράν. Vivere Freakolosamente. ΑΠΑ(Ν)ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ. Φυλλάδα ποιημάτων και άλλων συναφών καταστάσεων, Εκδόσεις Πανοπτικόν 2021, σσ.: 352

Μεσάνυχτα στο νοσοκομείο
Έχω βγει στο μπαλκόνι, σε στάση επαγρύπνησης
Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο της καβάτζας
Με περιτριγυρίζει η ομορφιά του κόσμου, φυτά κι αστέρια κι όλα
Πλάι μου ο σύντροφος, ένα ντερέκι καλοκάγαθο, εργάτης, με τον καθετήρα του παρά πόδας.
Ησυχία.
Εν αναμονή των μεγάλων μαχών.
Αυτή την ώρα αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως φρουρά απεργιακή.
Σιγοτραγουδώ Ραούλ Βανεγκέμ, ένα τραγουδάκι πολύ αγαπητό σ’ εμάς
τα παιδιά των Λυσσασμένων:

(«la vie s’ecoule, la vie s’enfuit…»)

Πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση.

                                     (La lute continue, Σισμανόγλειο, Σάββ. 12/7/20, 1.30 π.μ.)

La vie s’ ecoule, la vie s’ enfuit. Η ζωή περνά, η ζωή χάνεται. Αλλά ο αγώνας συνεχίζεται. Με μουσική, τραγούδι, γέλιο και συντροφικότητα. La lute/lutte continue. Γιατί, όπως έλεγε και έγραφε πάντα στα ποιήματά του ο Θεόδωρος Μπασιάκος, η επανάσταση γίνεται για τη χαρά της ζωής και όχι (μόνο) για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του ανθρώπου. Εξού και εκείνο το «Ζήτω το παγκόσμιο γλεντζαριάτο! ΓΛΕΝΤΖΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ, ΕΝΩΘΕΙΤΕ!» που έβγαινε ατόφιο από μέσα του και έκλεινε όλη την τρυφεράδα των λόγων και των έργων του. Στον εμμενή κομμουνισμό και μάλιστα στον εμμενή γλεντζέδικο κομμουνισμό, δηλαδή στην κουλτούρα της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της χαράς της ζωής, έβλεπε την πραγματική φύση του ανθρώπου, τον ανυπότακτο άνθρωπο, παρόλη την ιστορική του αλλοτρίωση: «η φύση του ανθρώπου είναι το κερνάτε αλλήλους. Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Άντε, στην υγειά μας ρε! Ζήτω η ζωή έξω οι Αμερικανοί, που έλεγε κι ο μπάρμπα Γιάννης ο Σκαρίμπας».

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος -ή Γκαν-γκάν ή Γκαγκάν Μυτεράν ή Ινδιάνος ή Τεό Μπασιάκ, όπως ήταν μερικά από τα ευφάνταστα και παιγνιώδη ονόματα που κατά καιρούς υιοθετούσε-, υπήρξε αναμφίβολα μία από τις αυθεντικότερες φωνές της αντεργκράουντ ποίησης της Αθήνας. Ίσως η σπουδαιότερη. Με τα αποχαιρετιστήρια λόγια ενός από τους φίλους του, του ποιητή Γιώργου Κεντρωτή, τον Ιούλιο του 2020, «ο Μπασιάκος είναι περιθώριο αυθεντικό. Καθόλου ιμιτασιόν, καθόλου φολκλόρ, καθόλου φιγουρατζής. Δεν περιάγει την τέχνη του επαιτώντας θαυμασμό και αναγνώριση. Σούμπιτος είναι η τέχνη του και η τέχνη του είναι η ίδια του η ζωή. Ο ίδιος ήταν τραγουδιάρης: λάτρευε τα ρωσικά και τα τσιγγάνικα τραγούδια, όπως επίσης και τα ιταλικά. Τα ποιήματά του είναι τραγούδια – δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά είναι… Ο Μπασιάκος είναι ποιητής ταγμένος στη μεριά των προλετάριων. Τελεία. Ούτε «μποέμ» ούτε «προφητικός» – αυτά είναι για τους αστούς ποιητές, για να νιώθουν ότι δεν είναι αστοί, αλλά κάτι άλλο».

Στα ρεπό τους
τα «δουλικά»
(βουλγάρες, ρωσσίδες κλπ.)
ανταμώνουνε πάντα
στο ίδιο παγκάκι
σ’ αυτήν εδώ την πλατεΐτσα
καπνίζουνε ασταμάτητα
και τα λένε τα λένε
και καπνίζουνε
και κουνάνε τα
πόδια τους νευρικά –
κι αυτό είναι
-αυτό!-
το μέτρο των στίχων μου.

                (Το μέτρο)

Σκαλίζοντας ο ίδιος ένα μικρό βιογραφικό σημείωμα για όπου και όταν χρειαζόταν, συστηνόταν ως εξής:

Ο επιλεγόμενος Θεόδωρος ο γκαν-γκαν.
Γεννηθείς το 1963 εν Αθήναις (με ρίζες εις Καζακλάρ, επ. Τυρνάβου και αλλαχού).
Έχω κάνει πολλά και διάφορα μέχρι τούδε. Προκοπή δεν έκανα, διότι δεν μου πάει.

Έχω γράψει πολλά ποιήματα κυρίως. ιστορίες για αγρίους κ.ά. Πολλά δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς, εδώ κι εκεί, σε περιοδικά λογοτεχνικά και πολιτικά, σε φανζίν καθώς και στον επαρχιακό τύπο. Ποίημά μου πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Νέο Σοσιαλιστή», τροτσκιστικό εφημεριδάκι της μεταπολίτευσης. Ποιητικές συλλογές επισήμως έχω βγάλει τα Μαύρα Μάτια, Πλανόδιον 2006, και παλιότερα τα νεανικά 22 ποιήματα και Πολύ ευγενής, αρχές Δεκ. ’80. Συνήθως διακινώ τα ποιήματά μου εκτός εμπορίου υπό μορφή μικρών αυτοσχέδιων φυλλαδίων, με πιο γνωστό ίσως το Αγγούρια και μαργαρίτες. Ηλεκτρονικά κυκλοφορεί η συλλογή Κούκου-νιάου, Ενδυμίων 2017. Στην δε ομαδική συλλογή Επ7ά φωνές, Εξιτήριον 2018, συμμετέχω με κάποια λεγόμενα «Γαλλικά μου τραγούδια».

Η καλύτερή μου πάντως, είναι τα «λάιβ» μας, κάτι αρμένικες βραδιές αντεργκράουντ ποίησης και μουσικής μέχρι πρωίας σε λογής καταγώγια της Ανατολικής Όχθης των Αθηνών!

Κι’ οι φίλοι μου
είναι
όλοι τους
ένας κι’ ένας που λένε
Περιθωριακοί μεν
αλλά ιδιοφυίες
όλοι τους
Συνομιλητές σπουδαίοι
Μαχητές των δρόμων γενναίοι
Γερά ποτήρια
Ποιήματα πιο γερά κι’ από ποτήρια ακόμα
Καμμία* σχέση εννοείται με βραβεία κι εξουσίες
ή καριέρες
Όλοι
όλοι τους – όλοι μας
Καλοφαγάδες
Κι ας μην έχουμε να φάμε
(να μην έχουμε καν έναν πλούσιο φίλο…)
Όλοι
όλοι τους – όλοι μας εν τούτοις
με καλό γούστο
(για το οποίο δεν φημίζεται η μπουρζουαζία,
την οποία όμως και με το δίκιο μας την έχουμε χεσμένη…)
-αυτό είναι το ωραιότερό μου
ποίημα, το συνεχίζω αύριο ή συνεχίστε το εσείς –

                      (Είμαι οι φίλοι μου)

Ποίηση για τον Μπασιάκο είναι το πάθος (με τη διττή έννοια) και η μαρτυρία των καιρών – και ποιητής αυτός που ζει σαν ποιητής. Αυτός δηλαδή που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ποιητικά. Οι ποιητές «οφείλουν να ρίχνουν νέα συνθήματα στο πλήθος και να χάνονται ύστερα και οι ίδιοι μέσα στο πλήθος που ήδη γίνεται ποιητικός λαός». Και κρίνονται από τη στάση τους στη ζωή, κυρίως από τη στάση τους απέναντι στο κατεστημένο.

Γράφω θα πει δρόμος
(κι αντίστροφα…)
θα πει δρόμο παίρνω και δρόμο αφίνω
θα πει γυρνάω
περπάτημα
δημοσιές
σταυροδρόμια
θα πει τόποι/σταθμοί/πολιτείες/άνθρωποι/μουσικές ανθρώπων
Γράφω θα πει δρόμοι της μουσικής
και της αγάπης.

(Το γράψιμο)

Και αλλού:

Γράφω
με τα χέρια στις τσέπες,
αλά σουλατσαδόρος.
Γράφω με τα πόδια,
στον δρόμο.
Οι βόλτες μου είναι η ποιητική μου συλλογή.
(Κυκλοφορεί!)
Τα γραπτά μου – απλώς κάποια ίχνη π’ αφίνω πίσω μου
κι’ αργά ή γρήγορα θα χαθούν·
ελαφρές πες μελωδίες που σφυρίζω αδιάφορα
καθώς διασταυρώνομαι με τίποτ’ ύποπτους μπάτσους…

                                      (Με τα χέρια στις τσέπες)

Και βέβαια, δεν γίνεται επανάσταση χωρίς μουσική –«ο έρως θέλει φίλημα κι’ ο πόλεμος τραγούδια»–, χωρίς η ποίηση να καταφάσκει στη ζωή και να συμμετέχει σε αυτή. Με γλώσσα καθημερινή και ανεπιτήδευτη ο Μπασιάκος φτιάχνει ποίηση βαθύτατα ανθρωπιστική και τα ποιήματά του συντονίζονται και ακολουθούν την (καθημερινή) ζωή και τη στιγμή που δεν πρέπει να χαθεί.

Κατηφόριζα την Τοσίτσα – μπορεί και ν’ ανηφόριζα – αργά και ξάφνου στης νύχτας μέσα τη σιγαλιά ακούω ένα σαξόφωνο. Ήταν ο Άρης ο Βαμπίρ, ο Άρης ο Ρέτσος, μορφή εμβληματική της Πλατείας κι’ ηθοποιός σπουδαίος (τον είχαμε τότε πρόσφατα απολαύσει στη διονυσιακή «Μανία»…) π’ αυτοσχεδίαζε με το σαξόφωνό του στον ρυθμό μιας τζαζ μπαλάντας, εκεί στο περίφημο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου… Κάθισα ήσυχα στο διπλανό παγκάκι και τον άφισα να παίζει για πάρτη του και για μένα all night long.

Μα τον άγιο John Coltrane, μα την αγία Billie Holiday, φχαριστήθηκα μελαγχολία εκείνη τη νύχτα.

                                                                                                  (Νυχτοπερπατήματα)

H εξύμνηση της ζωής, της ζώσας ζωής, αυτό το ζωοφόρο και νικηφόρο και γλεντζέδικο Vivere Freakolosamente που υπερασπίστηκε μέχρι τέλους ο Τεό Μπασιάκ με την καρδιά και τις ιδέες του – ενάντια στο νεκρόφιλο και ατιμωτικό για τον άνθρωπο Vivere Pericolosamente των φασιστών – μοιάζει με ένα μεγαλειώδες τσιγγάνικο πανηγύρι που στήνεται ρεφενέ στη γη των ωραίων ανθρώπων, στη γη των προλετάριων.

Δεν είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος βαστάει από τον απόπατο
Ένα μικρό μόνο μέρος της ανθρωπότητας βαστάει από τον απόπατο.
Οι άνθρωποι κατά βάσιν είναι
ωραίοι άνθρωποι

που βαστάνε απ’ τα σύγνεφα / βαστάνε απ’ τα Παρίσια / βαστάνε απ’ τους γκρεμνούς / βαστάνε απ’ τ’ αμείλικτα ερωτηματικά της ρετσίνας των ξηροσφυράδικων / απ’ τις φιλοφρονήσεις και τις προπόσεις / βαστάνε απ’ το καπέλο του θαυματοποιού με τα πουλιά / βαστάνε απ’ τα δειλινά / απ’ το γιασεμί και τα λαϊκά κεντήματα / βαστάνε ιδίως απ’ τις “καλημέρες”/βαστάνε απ’ τα τυπογραφεία και τα βιβλιοδετεία/βαστάνε από τις τροχιές των πεφτάστερων/βαστάνε απ’ τους ψιθύρους των λουλουδιών του Χλέμπνικωφ κι’ απ’ τη φλογέρα του Λογαρίδη/βαστάνε απ’ τ’ αποστακτήρια σπιτικής μολδαβέζικης βότκας/βαστάνε απ’ τα δακτυλίδια του καπνού/απ’ τα φοιτητικά δωμάτια/βαστάνε απ’ τις περιοδείες των μπουλουκιών στα κατσάβραχα/βαστάνε απ’ τις ευφάνταστες παρλάτες των κομπογιαννιτών/ βαστάνε απ’ το τόπι που παίζει που παίζει κάποιο κοριτσάκι/βαστάνε απ’ τα σφυρίγματα του αλήτη/βαστάνε απ’ το φιλί του μερακλή/βαστάνε απ’ τ’ ανατολίτικα παζάρια κι’ απ’ τους αράπικους τεκέδες/απ’ την καπνιά και τις ομίχλες των σιδηροδρομικών σταθμών/απ’ τα τσίρκα των ψύλλων/βαστάνε απ’ το χαμόγελο/βαστάνε από το γέλιο/βαστάνε από τα κουδουνάκια της πρωινής σκουπιδιάρας κι απ’ τα πρώτα πρωινά πουλάκια/βαστάν επίσης απ’ τον κόκκορα που λαλεί μες στο σκοτάδι/βαστάνε απ’ τα όνειρα στα συντρίμμια των χθεσινών ονείρων/
ωραίοι άνθρωποι
που βαστάνε από τις πλάκες εκείνες τις παλιές του γραμμοφώνου με τα παθητικά τανγκό και τα τσιγγάνικα εμβατήρια…
Όχι, λοιπόν, δεν είναι αλήθεια πως όλοι οι άνθρωποι βαστούν απ’ τον απόπατο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι απλώς βαστάνε απ’ τον πίθηκο και πιστεύουν στο θεό/άλλοι πάλι στον Κινγκ Κονγκ…

(Μα κατά πώς λέει η Κατερίνα σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος!)
(Δεν είναι αλήθεια…)

Vivere Freakolosamente συμβαίνει κάθε φορά που περιγελούμε τον πολιτισμό των κατά Μπασιάκο επικίνδυνων ηλίθιων «ΚΔΩΑ» που μας κυβερνούν («Κτηνώδης Δύναμις Ογκώδης Άγνοια»), κάθε φορά που βγάζουμε τη γλώσσα και πολεμάμε το πλιάτσικο και την αρπαγή που είναι η «κουλτούρα των τσοπαναραίων» και σήμερα έχει εξελιχθεί σε αυτό που ονομάζουμε νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Να δουλεύεις για να δουλεύεις.
Να τρως για να τρως
Έτσι πάει!
Να δουλεύεις για να τρως, δεν το καταλαβαίνω.
Να μη δουλεύεις για να μην τρως, αυτό το καταλαβαίνει ο
νεοφιλελεύθερος μόνον
κι ο Απόστολος Παύλος βεβαίως.
(Ποτέ μου δεν τον χώνεψα τον Απόστολο Παύλο).
Η αγάπη, λέει ο μπάρμπα Κάρολος κάπου, ανταλλάσσεται μόνον με
αγάπη.
Γι’ αυτό κι’ εγώ:
είμαι νεαρός μαρξιστής

Επί τη ευκαιρία, αύριο είναι εργάσιμη μέρα ή καθόμαστε;
(Ρωτάω, διότι προτιμώ να καθόμαστε και να πληρωνόμαστε παρά να εργαζόμαστε και να μη πληρωνόμαστε).

                                      (Αμ’ πώς!)

Μέχρι τη στιγμή που θα φανταστούμε και θα πραγματώσουμε έναν άλλο κόσμο, ένα συλλογικό Vivere Freakolosamente, όχι για να πεθάνουμε ευτυχισμένοι, αλλά για να ζήσουμε ελεύθεροι.

Δεν μου αρέσει η ευτυχία. Άμα μυρίζομαι ευτυχία το στρίβω αλα γαλλικά. Προορισμός μας σ’ αυτή τη ζωή είναι η ελευθερία, όχι η ευτυχία. Τα κλουβιά κι’ οι ανέσεις τους δεν είναι για μας τους κορυδαλλούς.

Επ’ ευκαιρία: Τι σχέση μπορεί να έχουν με φυλακές οι κορυδαλλοί; Αδιανόητο! Πρέπει αμέσως να καταργηθούν οι φυλακές ή ν’ αλλάξει όνομα η συνοικία πρέπει.

Τα καναρίνια: Καλές φωνές. Και τα τραγούδι τους «πιασάρικα», «πουλάνε». Εμένα όμως δεν με συγκινούν. Καναβούρι κι ευτυχία – άστο καλύτερα.

Καλά λέει ο Μαγιακόφσκι: Στραγγαλίστε τα καναρίνια!

                                                 (Ornithology)

Vivere Freakolosamente, λοιπόν, και στην υγειά της Άνοιξης!

Είναι η εποχή των ποιητών
των λουλουδιών
των γαϊδάρων
Είν’ η εποχή των αναταραχών
του Μάη του ‘68
της Άνοιξης της Πράγας
(και της Κομμούνας, φυσικά)
Είν’ η εποχή των ωραίων καταστάσεων.
Ε ο υ ΐ!
έτσι λέει κάνουν τ’ αγριολούλουδα σαν ανθίζουν,
ο Χλέμπνικωφ το λέει.

Σε λίγες μέρες, πάνω κάτω μαζί με την παγκόσμια ημέρα Ποίησης, θα μας αλλάξουν πάλι την ώρα, θα μας βάλουν να γυρνάμε πάλι μπρος-πίσω μια ώρα τα ρολόγια… Το γνωστό βαρετό αστικοδημοκρατικό τροπάρι.

Αλλά εμείς, αδέρφια, εμείς όχι!
Εμείς είμαστε με τους ηρωϊκούς Κομμουνάρους,
που πυροβόλαγαν τα ρολόγια:
Κάτω ο μπουρζουάδικος χρόνος σας!
(Το δίχως άλλο το πιο σπουδαίο επεισόδιο επαναστατικής βίας όλων των εποχών!)
Εμείς θέμε:
Ρολόγια δίχως δείκτες! Ζωή δίχως θεούς και αφέντες!

                                              (Άνοιξη)

Vivere Freakolosamente και στην υγειά των φρηκ, των μπήτουλων και των νυχτερινών μπλουζ!

Το σκέφτηκα πολλές φορές
να ξεπουλήσω τη μικρή μου βιβλιοθήκη
Μ’ ένα ευρώ το κομμάτι, μαζεύονται 6-7 χιλιαρικάκια.
Είναι μι’ ανάσα.
Στο μεταξύ μαζεύονται οι λογαριασμοί τα χρέη
-δέκο, εφορία, τράπεζες –
Έννοια σου, θα τους ξοφλήσω με βιβλία
(σπάνιοι πολύτιμοι τίτλοι)
Κι’ αν τους αρέσει.
Αν δεν τους αρέσει, μι’ ακόμα απόδειξη
πόσο βάρβαρη, αμόρφωτη, κακόγουστη είναι
κι’ άξια μονάχα περιφρόνησης
η παρακμιακή αστική τάξη των καιρών μας.
Εγώ τα βιβλία θα τα κάνω όλα παστουρμά, τσιγάρα και ρετσίνα
(Έξω φτώχεια!)
Θα κρατήσω μονάχα το «Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ»,
καρδιά μου,
Να το ‘χουμε για προσκεφάλι σα πλαγιάζουμε στα σανίδια.

                                         (Τα blues των 10.38 μ.μ.)

Vivere Freakolosamente και γεμίζουν τα ποτήρια στη μνήμη σου, τρυφερότατε ποιητή Γκαγκάν Μυτεράν!

Έχω κατασταλάξει στα 50 τόσα μου:

Αληθινός πολιτισμός – κι’ ίσως το μόνο που μένει, που θα μείνει – είναι τα ήθη και τα έθιμα και η αισθητική του περιθωρίου και του υπογείου, των ουτιδανών, των φρικιών, των εργατικών, των αράπηδων, των ρεμπέτηδων και των τζαζιστών, των λεγόμενων μειονοτήτων – εμένα τουλάχιστον εκεί θα με βρείτε…

Αλλά – μη μ’ ακούτε συνάδελφοι – μπορείτε αν θέλετε να βρείτε και καμμιά τρύπα να τρυπώσετε κι εσείς στο σύστημα, μην είστε κορόϊδα!

ΥΓ. (Όχι πως είμαστε τίποτε άγιοι εμείς… μα δεν το παίζουμε κι ούτε είμαστε Κύριοι και Κυρίες εμείς… Αντίο σας!)

(Εγωπρόβατα)

(Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Κώστα Δεσποινιάδη των εκδόσεων Πανοπτικόν για την απόφαση της συγκεντρωτικής έκδοσης του έργου του Θεόδωρου Μπασιάκου (1963 – 2020). Μαζί με τη Μαριάνθη Μαρκοπούλου, σύντροφο του ποιητή, επιμελούνται και παραδίδουν στους αναγνώστες ένα βιβλίο φτιαγμένο με υποδειγματική φροντίδα και περισσή αγάπη. Στο εισαγωγικό τους σημείωμα αναφέρουν: «Ο Μπασιάκος, προέρχεται από τον αστερισμό των βιολιών, εκεί που ό,τι ακούς, ό,τι διαβάζεις, ότι αγαπάς σε ποτίζει μέχρι το μεδούλι. Η ζωή η ίδια είναι το ποίημα. Ελπίζοντας, λοιπόν, ότι δεν προδώσαμε σε κανένα σημείο το πνεύμα και τη θέληση του Θόδωρου, παραδίδουμε τα άπαντα/άπα(ν)τα του Γκαγκάν, ο οποίος μειδιώντας από εκεί που βρίσκεται, θα γεμίζει το ποτήρι του, θα ανάβει τσιγάρο και θα λέει εβίβα στους φίλους και αγνώστους που θα πάρουν στα χέρια τους το βιβλίο αυτό»).

  • Σημείωση: Στην έκδοση κρατήθηκε, κατόπιν επιθυμίας του ποιητή, η ορθογραφία και η αισθητική που ήθελε να έχουν οι συλλογές του. Ιδιαίτερα στο ζήτημα της ορθογραφίας, ο Μπασιάκος είχε ιδιαίτερες απόψεις, στις οποίες επέμενε και ήθελε να γίνουν σεβαστές. Όπως έγραφε: «Ξέρω τρεις ορθογραφίες, τουλάχιστον, αλλά βεβαίως γράφω όπως μου γουστάρει. Και επί τη ευκαιρία θα ζητούσα κι απ’ τους εκδότες περιοδικών και μπλόγκερς που δημοσιεύουν κομμάτια μου να διατηρούν την ορθο-ανορθογραφία μου, όχι ότι με πειράζει, ό,τι θέλει ας κάνει καθείς, αλλά κι εγώ για κάποιο λόγο γράφω ό,τι γράφω έτσι όπως το γράφω».

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.rednblack.gr/stiles/i-antergkraount-poiisi-kai-to-vivere-freakolosamente-tou-theodorou-basiakou/?fbclid=IwAR3EOh5etWGCv0vGSlutDPiPYLUB0LJALRIQBmrVhKEXzW4SdqlIysQOF7E

Γιώτα Τεμπρίδου, «Σου γράφω πάλι από ανάγκη»: Η εξαιρετική περίπτωση της Παρβάνα Αμίρι

Παρβάνα Αμίρι, Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα, μτφ. Χρίστος Μάης, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2021.

Η Παρβάνα Αμίρι, το κορίτσι με την άσπαστη πένα, είναι σήμερα δεκαεφτά ετών και ζει στην Ελλάδα[1]. Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν, πέρασε από το Πακιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, έζησε στη Μόρια και στη Ριτσώνα. Τη γνωρίσαμε όταν μας έγραψε μια σειρά από γράμματα, όχι στη μητρική της γλώσσα, αλλά στα αγγλικά. Την αποστολή των γραμμάτων, την κυκλοφορία τους στο ίντερνετ δηλαδή αλλά και τη μετάφρασή τους στα ελληνικά, ανέλαβε το δίκτυο Welcome to Europe. Αυτά έγιναν το 2020. Τη σκυτάλη πήραν μετά οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, που φρόντισαν την έντυπη έκδοση των γραμμάτων της Παρβάνα Αμίρι Η πένα μου δεν σπάει, τα σύνορα είναι που θα σπάσουν: Γράμματα στον κόσμο από τη Μόρια. Τα δεκατέσσερα γράμματά της ανοίγουν με τα λόγια «μπες στη θέση μας», δυσπιστούν στα σύνορα και έχουν, νομίζω, αφυπνίσει αλλά και ενδυναμώσει ήδη πολλές από εμάς. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι η έγνοια της Παρβάνα να δώσει φωνή σε όσο περισσότερες και περισσότερους μπορεί. Δεν μας προσφέρει έτσι την ιστορία μιας προσφύγισσας, αλλά πολλές προσφυγικές ιστορίες· ή πάλι: σκόρπιες στιγμές ενός συλλογικού βιώματος[2].

Και ενώ τα γράμματά της ταξιδεύουν ανά τον κόσμο (θα μεταφραστούν μάλιστα το επόμενο διάστημα στα ισπανικά), η Παρβάνα μεταφέρεται στο στρατόπεδο προσφύγων της Ριτσώνας. Στο ανήσυχο χέρι της συνεχίζει να έχει την πένα της, με αποτέλεσμα στην εκπνοή του 2021 να κυκλοφορήσει, από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες ξανά, το δεύτερο βιβλίο της Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα. Γράφεται και αυτό στα αγγλικά, τη μετάφραση αναλαμβάνει ο Χρίστος Μάης αυτή τη φορά. Η Παρβάνα, που γνωρίζει πόση αξία έχει «να βοηθάς, να μοιράζεσαι, να δίνεις, να προσέχεις τις άλλες» (26), μας καλεί μέσα στο στρατόπεδο της Ριτσώνας τώρα, να δούμε με τα μάτια μας, να ακούσουμε με τα αυτιά μας, να γνωρίσουμε ανθρώπους που είναι σαν εμάς –μόνο πιο άτυχοι. Η έννοια των συνόρων συνεχίζει να την απασχολεί, στην εξίσωση μπαίνει όμως τώρα και μια παράμετρος ακόμα: η πανδημία.

Το καινούργιο βιβλίο της Παρβάνα Αμίρι ανοίγει με μια αγκαλιά, ένα βουνό, έναν ωκεανό, μια κοιλάδα, έναν γαλαξία και μερικά άστρα ευχαριστιών. Ακολουθεί ένα κείμενο-μανιφέστο με τίτλο «Ποιος είναι πρόσφυγας;». Οι πρόσφυγες είναι συνηθισμένα ανθρώπινα όντα: «το ορφανό παιδί, η ανύπαντρη μητέρα, οι ηλικιωμένοι γονείς, οι ευάλωτοι άνθρωποι, τα θύματα πολέμου»(12, 13), εξηγεί η Παρβάνα και μας προετοιμάζει για ό,τι έπεται. Έπεται η καταγραφή εμπειριών-πορειών: την πορεία προς την Ευρώπη ακολουθεί η πορεία προς το άσυλο, την ενσωμάτωση, την αξιοπρεπή ζωή. Έπεται η αφήγηση ιστοριών «αναμονής και υπομονής» (152), που είναι γεμάτες «διακρίσεις, ανισότητα, καταπίεση», αβεβαιότητα για το μέλλον (14). Είκοσι εφτά αριθμημένα γράμματα, το πρώτο από τα οποία γράφεται τον Μάρτιο του 2020.

Ήδη από το πρώτο αυτό γράμμα, «Η Ριτσώνα υπό τον CoVid-19», στο επίκεντρο τίθεται η πανδημία. Η πανδημία που βρίσκει τους πρόσφυγες συνωστισμένους, χωρίς ενημέρωση, χωρίς πόσιμο νερό. Τον κορωνοϊό αφορούν και τα αμέσως επόμενα γράμματα. Στο δεύτερο, «Έσπασε η αλυσίδα», ο ιός φτάνει στο στρατόπεδο. Το τρίτο απαντάει με διαύγεια στο ερώτημα «Τι μας διδάσκει ο κορωνοϊός;». Μας διδάσκει πολλά, ανάμεσα στα οποία και «τι σημαίνει να είσαι προσφύγισσα. Τι σημαίνει να είσαι ευάλωτη, να σε αγνοούν· να είσαι ζωντανή, αλλά κρυμμένη· ελεύθερη, αλλά σε φυλακή· με χιλιάδες λέξεις, χιλιάδες σκέψεις, αλλά υποχρεωμένη να παραμένεις σιωπηλή» (27). Το τέταρτο, «Δημόσια ασφάλεια ή μαζικός αφανισμός;», αφορά τη συνθήκη της καραντίνας. «Τι σημαίνει καραντίνα σε ένα στρατόπεδο προσφύγων» όμως; Μια υπεύθυνη απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μόνο μέσα από ένα τέτοιο στρατόπεδο.

Βασικός άξονας του βιβλίου παραμένει βέβαια η ζωή των προσφύγων, η μοίρα των προσφυγισσών. Η Παρβάνα γράφει για όλα αυτά που τους λείπουν, την υποτίμηση που υφίστανται, τη ζημιά που έχουν υποστεί, την παραμέληση των παιδιών, την κατάθλιψη, τα ψυχολογικά προβλήματα μικρών και μεγάλων. Γράφει για χαμένες ελπίδες, ανυπέρβλητες δυσκολίες, τείχη γύρω από στρατόπεδα, φωνές που (δεν) φιμώνονται, παραβιάσεις δικαιωμάτων, μια ημέρα στη δουλειά, μια αυτοκτονία και μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, μια φωτιά και μια εκκένωση, έναν βιασμό. Γράφει για ζωές σε αναστολή.

Στην προσπάθειά της να είναι λεπτομερής και περιγραφική, μπαίνει σε ρόλο μάνας, πατέρα, γιαγιάς, παιδιού. Διατυπώνει ερωτήματα, αμφισβητεί, κατακεραυνώνει, διεκδικεί, απαιτεί: «Και μην παριστάνετε πως μας υποστηρίζετε φωτογραφίζοντάς μας και ανεβάζοντάς μας στο Facebook.» (53), «Θέλουμε τις γροθιές σας υψωμένες για εμάς, όχι εναντίον μας!» (56), «Θα έμενες σιωπηλός μπροστά σε αυτή την αθλιότητα;» (112), «Αγαπημένοι μου γονείς, θέλω να παραπονεθώ για τις πράξεις σας.» (105), «Αγαπητό Κράτος, δεν σε εμπιστευόμαστε!» (113), «Υποστηρίξτε μας. Σταθείτε αλληλέγγυες. Μην τους επιτρέψετε να μας απομονώσουν.» (117), «Απαιτούμε τα δικαιώματά μας σε αξιοπρεπή διαβίωση, αξιοπρεπή εργασία, αξιοπρεπή στέγαση, σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση.» (123).

Η Παρβάνα δίνει φωνή στη μικρή Rahela, που έχει μια τρύπα στην καρδιά, και στη μητέρα της που πασχίζει να τη σώσει. Σε μια εξηντάχρονη μάνα και γιαγιά, με άντρα θαμμένο στο Ιράν, αδέρφια θαμμένα στο Αφγανιστάν και γιο στη φυλακή. Σε μια παντρεμένη μητέρα που καταχωρείται ως ανύπαντρη επειδή το γραφείο ασύλου δεν αναγνωρίζει τον γάμο της. Σε έναν περήφανο αγρότη. Σε έναν δεκαεφτάχρονο που περνάει τις μέρες του στα κρεμμυδοχώραφα –κρεμμύδια ξεθάβει, όνειρα θάβει. Στη Farishta που μια πυρκαγιά τη φέρνει για λίγο από τη Μαλακάσα στη Ριτσώνα. Σε μια δεκαπεντάχρονη που τη βιάζει ένας φίλος της. Σε έναν ξεριζωμένο Αφγανό πατέρα. Και σε άλλες και άλλους. Από τις σελίδες του βιβλίου της περνάνε λαθρέμποροι που τάζουν, αστυνομικές δυνάμεις που δεν βοηθούν, δεξιές ομάδες που επιτίθενται, αρχές που υπόσχονται και εύκολα ξεχνούν. Η προσοχή της όμως είναι στραμμένη στους με κάθε τρόπο πληγωμένους, στις γυναίκες που έχουν υποστεί κάθε λογής βία από οικείους και ξένους, σε αγόρια και κορίτσια που μεγαλώνουν περιστοιχισμένα από απειλές, σε τόπους ξεχασμένους.

Είκοσι εφτά γράμματα μετά, η Παρβάνα γράφει έναν «Αποχαιρετισμό στη Ριτσώνα»: Στην κατακλείδα της αποχαιρετά τη Ριτσώνα, που «δεν ήταν ποτέ ένα απλό στρατόπεδο» (171). Την αποχαιρετά, παίρνοντας την πένα της μαζί, γνωρίζοντας πως «υπάρχουν κι άλλες ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν κι άλλες λέξεις που πρέπει να γραφτούν» (167). Καταγράφει πράγματα που θα της λείψουν· θα της λείψουν άνθρωποι, αισθήσεις και στιγμές. Εικόνες και αναμνήσεις που θα πάρει μαζί: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω» (169). Καταλήγει στη δήλωση (που είναι και υπόσχεση μαζί) πως «το ταξίδι και ο αγώνας συνεχίζονται» (171). Πρόκειται πάντα για έναν αγώνα συλλογικό. Η Παρβάνα δεν παλεύει για το δικό της μόνο μέλλον αλλά και για πολλών ακόμα παιδιών, εφήβων, ανθρώπων, γυναικών.

Την έκδοση πλαισιώνει ένα επίμετρο του Γιώργου Σπυρόπουλου, που είναι μέλος της συνέλευσης Stop War on Migrants. Η ανάγνωση του βιβλίου μάς αφήνει με ένα μούδιασμα, κάτω από το οποίο είναι κάτι άλλο που εκκολάπτεται –μια διάχυτη αίσθηση θάρρους. «Θάρρος είναι να μπαίνεις στη θέση αυτών που επιζητούν τα δικαιώματά τους ανά τον κόσμο» (41), γράφει η Παρβάνα. Η Παρβάνα που μας ζητά επίμονα «μαζί να παλέψουμε για το κοινό μας καλό» (123). Η Παρβάνα που δεν εφησυχάζει –επισκέπτεται στρατόπεδα προσφύγων, παίρνει μικρόφωνα, καλεί σε διαμαρτυρίες· παρατηρεί, σκέφτεται, αντιδρά και γράφει.

Η Παρβάνα που επιλέγει να μην πορεύεται μόνη. Με την ολοκλήρωση του βιβλίου της, λέει «και τώρα η σειρά σας», ανεβάζει δυο πιθανούς τίτλους στο Facebook και συζητάει γνώμες και προτάσεις γνωστών και αγνώστων. Η Παρβάνα που σε κοιτάει και με αγωνία σε ρωτάει πώς σου φάνηκε το βιβλίο της: «Τι θα μπορούσα να αλλάξω;». Δεν συγκρατεί τον ενθουσιασμό της όταν ακούει πως πολλές περιμένουν να τη γνωρίσουν στην παρουσίασή της. Η Παρβάνα που, με αγωνία ξανά, ρωτάει «και τα ποιήματα;» και εγώ που τότε μόνο πληροφορούμαι πως γράφει και ποιήματα –ετοιμάζονται από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες και αυτά[3]. Η Παρβάνα με δυο βιβλία-βόμβες στο ενεργητικό της και εγώ που ξεκίνησα να γράφω για μια έκδοση που θεωρώ τόσο σημαντική και διαπίστωσα πως θα ήταν καλύτερα όλα μόνη της να μας τα πει.

Η Παρβάνα· και δίπλα της εμείς.

*Επειδή δεν μπορεί να αποτελεί η γνώση της ελληνικής προϋπόθεση για να συναντηθείτε με την (εξόχως συμπεριληπτική) Παρβάνα Αμίρι, ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά από τη Λία Γυιόκα.

Writing Out of Need: The Exceptional Case of Parwana Amiri

Parwana Amiri, Suspended lives: Letters to the World from Ritsona, translated by Christos Mais, Akyvernetes Politeies, Thessaloniki 2021.

Parwana Amiri, the girl with the unbreakable pen, is now seventeen and lives in Greece.[4] Born in Afghanistan, she passed through Pakistan, Iran and Turkey, lived in Moria and Ritsona. We first met her through her letters. She wrote and published them in English, not in her native language. The Welcome to Europe Network immediately undertook their translation into Greek, as well as their online publication and distribution, in 2020. The baton was then passed to the Akyvernetes Politeies Editions, that took care of publishing Parwana Amiri’s fourteen letters in book form:My Pen Won’t Break, but Borders Will: Letters to the world from Moria. Her fundamental distrust in the borders is captured in the introductory words: “Put yourself in our place”. They have awakened and strengthened many of us already. The epistles are marked by Parwana’s constant concern to give voice to as many as possible. They do not offer us the story of one refugee, but of several; or, one might even say, they are scattered instances of a collective experience.[5]

And while her letters were travelling around the world (they are currently being translated into Spanish), Parwana was transferred to the Ritsona refugee camp. Her restless hand clung tightly to the pen, and by the end of 2021 she had produced her second book, to be published again by Akyvernetes Politeies: Lives in Suspension: Letters to the World from Ritsona. The text was again written in English, and this time was translated into Greek by Christos Mais. In this book, fully aware of the value of “helping, sharing, giving, caring for others” (26), Parwana invites us straight into the Ritsona camp, and urges us to look at with our own eyes, listen to with our own ears, and meet in person, humans who are just like us, only more unlucky. The issue of borders continues to pervade her writing, yet a new parameter enters the equation: the CoVid pandemic.

Parwana Amiri’s new book opens with a wide embrace, a mountain, an ocean, a valley, a galaxy and a handful of thanksgiving stars. There follows a manifesto-like passage asking “who is a refugee?”. Refugees are ordinary human beings: “an orphan child, a single mother, elderly parents, vulnerable people, victims of wars” (12, 13). Parwana explains and prepares us for what is in order. First, she presents accounts of personal experiences / itineraries: the journey to Europe is followed by the journey through asylum procedures, towards integration, towards a dignified life. After that comes the telling of “stories of waiting and patience” (152), full of “discrimination, inequality, oppression”, full of uncertainty about the future (14). All in all, the volume hosts twenty-seven numbered letters, the first of which dates from March 2020.

Already in her first letter, entitled “Ritsona under CoVid-19”, the pandemic comes to the fore. CoVid finds refugees crammed inside detention camps, with no information, and no drinking water. The next few letters are also about the corona virus. In the second one, “the chain breaks” and the virus reaches the camp. The third offers a lucid response to the question “What does the coronavirus teach us?”. It teaches us a lot, including “what it means to be a refugee. What does it mean to be vulnerable, to be ignored; to be alive but hidden; free but in prison; with a thousand words, a thousand thoughts, but obliged to remain silent” (27). The fourth, “Public security or mass destruction?”, discusses the conditions of quarantine. “What does it mean to be quarantined in a refugee camp?”. The only responsible answer can come from inside a refugee camp.

The main axis of the book is naturally the life of refugees, the fate of refugee women. Parwana writes about all those things they lack, the devaluation they face, the damage they have suffered, the neglect of children, depression, the psychological problems affecting young and old alike. She writes about lost hopes, insurmountable difficulties, walls around camps, voices (not) silenced, rights violations, a day at work, a suicide, a protest, a fire, evacuation, rape. She actually writes about lives in suspension.

In her effort to be thorough and descriptive, she takes up the role of mother, father, grandmother, child. She asks questions, argues, explodes, exclaims, demands: “And do not pretend you support us by taking our picture and uploading it on Facebook.” (53), “We need your fists raised for us, not against us!” (56), “Would you remain silent in the face of this misery?” (112), “My dear parents, I would like to complain about your actions.” (105), “Dear State, we do not trust you!” (113), “Support us. Stand in solidarity with us. Do not let them isolate us.” (117), “We demand our rights to a decent life, a decent job, a decent home, our rights to healthcare and education.” (123).

Parwana lends her voice to young Rahela, who has a hole in her heart, and to her mother who is struggling to save her. She speaks for a sixty-year-old mother and grandmother, with a husband buried in Iran, brothers buried in Afghanistan and a son in prison. For a married mother who gets registered as unmarried because the asylum office does not recognize her marriage. She speaks for a proud farmer. For a seventeen-year-old who spends his days in the onion fields – digging up onions, burying his dreams in the soil. She speaks for Farishta, who will briefly come to Ritsona after a fire breaks out in Malakasa. For a fifteen-year-old girl who gets raped by a friend. For an uprooted Afghan father. For more and more people. Smugglers who offer promises, police officers who do not offer help, right-wing groups that launch attacks, authorities that easily forget their duties. Yet her focus remains on the wounded, on the women who have suffered all kinds of violence by relatives and strangers, on the boys and girls who grow up amidst all kinds of threats, in places abandoned and forgotten.

Twenty-seven letters into the book, Parwana writes a “Farewell to Ritsona”: At the end she says goodbye to Ritsona, which “was always more than just a refugee camp” (171). She bids farewell to the camp, packing her pen with her, knowing that “there are more stories to be told and more words to be written” (167). She tries to record what she is going to miss; she will miss people, senses, moments. With her she will carry images and memories: “I will never forget” (169). She concludes with the statement (which is also a promise) that “the journey and the struggle shall go on” (171). It is always a collective struggle. Parwana is not fighting for her own future only, she is fighting for many more children, teenagers, humans, women.

The volume closes with an afterword by George Spyropoulos, a member of the Stop War on Migrants assembly. Reading the book leaves us with a certain numbness, yet beneath it looms a pervasive sense of courage. “Courageis to try putting yourself in the place of those who demand their rights around the world” (41), Parwana writes. Parwana insists on “fighting together for the common good” (123). Parwana is not complacent – she visits refugee camps, picks up the mike, calls for protests and mobilizes; she observes, she thinks, she reacts. She writes.

Parwana chooses not to walk alone. At the end of her book, she writes: “now it’s your turn”. She uploads two possible titles on Facebook and discusses opinions and suggestions with friends and strangers. Parwana looks at me and anxiously asks me what I thought of her book: “Do you think I should change something?”. She does not contain her excitement upon hearing about the people lining up to meet her at her presentation. Parwana, anxiously again, asks “and what about the poems?” and that is when it first strikes me that she also writes poems (a volume with her poetry is currently being prepared by Akyvernetes Politeies).[6] Parwana has delivered to us two explosive volumes and me, I started writing this note on a book I feel is so important, only to realize it would have been so much better all along if she had done all the talking herself.

This is Parwana. And this is us, right by her side.

[1] Όσο γράφω αυτές τις αράδες, είναι δεκαεφτά και βρίσκεται ακόμα στην Ελλάδα. Όταν τις διαβάζετε, θα έχει μεγαλώσει λίγο και πιθανότατα θα είναι κάπου αλλού.

[2] Μια παρουσίαση του βιβλίου αυτού, που έγινε στο πλαίσιο του 10ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή της Παρβάνα Αμίρι, του Γιώργου Σπυρόπουλου και της Λίας Γυιόκα που ανέλαβε τη διερμηνεία, μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Την Παρβάνα μπορείτε, αν θέλετε, να τη γνωρίσετε καλύτερα μέσα από συνεντεύξεις που έχει δώσει. Παραπέμπω ενδεικτικά σε δύο από αυτές, στη Μαρία Λούκα και στη Σταυρούλα Πουλημένη, αντίστοιχα: https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22.6.21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13.10.21).

[3] Όσο τα περιμένουμε, αποκλείεται να χάσουμε αν διαβάσουμε τις ιστορίες και άλλων προσφυγισσών. Προτείνω οπωσδήποτε το τρίγλωσσο (ελληνικά, αγγλικά, φαρσί) βιβλίο τής (επίσης δεκαεφτάχρονης Αφγανής) Μπεναζίρ Χοσσαϊνί Η καινούργια μου ζωή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των ξένων.

[4] By the time these words reach you, Parwana has probably grown a little older and has left Greece.

[5] Link to the book presentation by Parwana herself at the 10th Libertarian Book Festival: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Links to two (of many) interviews she has given (to Maria Louka and to Stavroula Poulimeni respectively): https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22/06/21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13/10/21).

[6] Meanwhile, there is definitely no harm in reading the stories of other refugee girls. I fully recommend My New Life, written by Benazir Hossaini (also seventeen and also from Afghanistan), and published in three languages (Farsi, Greek and English) by the Editions des Etrangers.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mag.frear.gr/soy-grafo-pali-apo-anagki-i-exairetiki-periptosi-tis-parvana-amiri/?fbclid=IwAR03wcTGbeQM-rX4eUDotMuDl-oCNm0F7FsGY44IcMYJDgoJfy_s-3oHlFg

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή, “Σαλός Μαγνήτης” της Ρωξάνης Νικολάου

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος*

Μια κριτική σ’ ένα λογοτεχνικό έργο έχει χρέος να γίνεται πρωτίστως με σεβασμό προς το έργο. Κατά δεύτερον, επιτάσσεται η απαραίτητη προσοχή ώστε να μην κυριαρχήσει το συναίσθημα έναντι της κριτικής ανάλυσης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο κριτικός επιβάλλεται να υπαγορεύει στην κριτική του να βρίσκεται με συνέπεια όχι κάπου αλλού αλλά πάντοτε εκεί, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να επιλέξω μια ποιητική συλλογή – για παράδειγμα τη συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου (εκδόσεις Φαρφουλάς 2022) και να τοποθετηθώ για το συγκεκριμένο έργο με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μ’ εντυπωσιακές ποιητικές εκφράσεις, με συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις ή και με τη συνήθη πομπώδη χρήση του λόγου. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη κριτική – και δη η κριτική εν γένει – είναι επιβεβλημένο να πιέζει το λογοτεχνικό έργο – για παράδειγμα εδώ τα ποιήματα της Νικολάου – στη μέγγενη και στη βάσανο του κριτικού ελέγχου. Το κατάλοιπο αυτής της εξαντλητικής πίεσης δεν μπορεί να μην το βαραίνει το θραύσμα της πολιτικά ιστορικής θέσης του εκάστοτε δημιουργήματος. Ο εντοπισμός της αλήθειας ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνίσταται βέβαια στην επικαιροποίησή του αλλά στην ανάδειξη της σχέσης του με την καθολικότητα της πολιτικής του ύπαρξης. Η ποιητική συλλογή της Νικολάου για παράδειγμα ενδείκνυται για την πολιτική της ποιητική οντολογία. Είναι προφανές ότι τα ποιήματά της δεν συγκροτούν συνθηματικό λόγο ούτε βέβαια ρομαντικό κομεντί μονόλογο. Ένα αξιόλογο στοιχείο στην ποίηση της, το οποίο αφήνει χώρο για να λειτουργήσει το πολιτικό στοιχείο, έγκειται στην χώνευση των νοημάτων, στην επεξεργασία τους και τελικά στην προσφορά τους στον αναγνώστη ως ποίηση. Η επίτευξη της ποιητικής της εργασίας απαιτεί τον χώρο μιας πραγματικότητας, πέρα δηλαδή από γλωσσικά εφέ και συγκινησιακές, μεταφυσικού τύπου, επικαλύψεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, Σαλός Μαγνήτης η ποιήτρια καθιστά αναγκαία τη συνθήκη της χώρας της. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως αποκωδικοποιητές του κατεσταλμένου οικείου. Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται όχι τα δικά της μυστικά αλλά της πατρίδας της. Η γυμνή και κρύα χώρα παραμένει ενεργή παρουσία στη συλλογή, απαλλαγμένη από τις εξαρτήσεις της μητρόπολης.


Στο ποίημα Μια κοπέλα που την έλεγαν Πέτρα, διακρίνει κανείς αυτήν ακριβώς την μοιραία παρουσία της πατρίδας, όχι ασφαλώς ως κάτι που αποσπάται από την ύπαρξη αλλά ως κάτι που την καθορίζει ως πολιτικό ον· ως, δηλαδή, «σάρκα ψυχής»:

«πως έριχνα μαύρη πέτρα
στην πατρίδα
κι εξουθενωμένη
από τη νοσταλγία έφτανα
σ’ ένα café του Μονάχου

και τη μαύρη πέτρα
σκέπασαν βρύα
κι η μαύρη πέτρα
που τη σκέπασαν βρύα
έγινε η σάρκα της ψυχής.»

Ο «σαλός μαγνήτης» της Ρωξάνης είναι ο ίδιος ύπαρξη και δη πολιτική ύπαρξη. Είναι ο σαλός μαγνήτης ο οποίος:

«Έσωσε λίγη γη απ’ τα δόντια τους και μέσα της κοιμήθηκε.
Στυλώνει με τα οστά του ανήκουστη μουσική.»

Είναι ο σαλός μαγνήτης η συνείδηση εκείνη που κρατάει «σπαθί από αίμα και λάσπη (αίμα και όνειρο)». Η πρωτοτυπία της ποιητικής δημιουργίας της Νικολάου μεταξύ άλλων συγχρόνων της, που υποτάσσονται στην ασφάλεια του συμβιβασμού, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι δανεισμένη, ούτε ντυμένη με την καθαρότητα της ιστορίας και την αποκρυσταλλωμένη της μορφή. Αυτή η ιστορική συνείδηση βρίσκεται κατά την ποιήτρια κατάχαμα, χάμω, στο πάτωμα και πάνω στις πέτρες:

«Τις πέτρες φτιάχνω για τα χαλάσματά μου που όμορφα
θα σκορπιστούν μες στ’ αγριόχορτα και τις τσουκνίδες
δεν γράφω ποιήματα.»

Και βέβαια γράφει ποιήματα αλλά και βέβαια δε γράφει. Η γλώσσα-έρημος δεν της ανήκει:

«ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
«η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει».

(Όλα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός)

Αυτή η συνείδηση κείται μακράν τους φωτός, ακόμα αναπνέει με πείσμα μόνο χώμα:

«Αντιγράφω τα λόγια της βρύσης σου: «αφότου έφυγες
στέκω των ερειπίων μπάστακας, νερό δεν έτρεξα ξανά
μόνο χώμα».»

Εναποθέτει τις δυνάμεις στον αγώνα για την αιώνια ήττα. Δεν υπάρχει νικηφόρα έκβαση στην ποίηση της Ρωξάνης· γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ψόφιους ήρωες:

«ΘΥΜΗΣΟΥ ΟΠΟΙΑ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΎΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ ΜΑΣ
Βάζω τ’ αφτί μου στην κοιλιά της γης.
Ένα καρφί γυρνά μες στην καρδιά μου
χύνεται ακόμα αίμα
κι αυτή γεννάει όλο γεννάει.»

Αφού πια δεν υπάρχουν μυστικά, η συνείδηση σπασμένη και σπαρμένη σαν το χώμα της πατρίδας της, δημιουργεί την ίδια την πατρίδα ή το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης όπως τιτλοφορείται το ακόλουθο ποίημα:

«Φορά παράταιρα ρούχα. Στο χέρι του
κρατά πουρόπετρα του Μάμμαρι.
Παραμιλά για τα δέντρα του που έπαθαν
άνοια και κατάθλιψη που ούτε τα πουλιά
δεν τα πλησιάζουν πια,
για τον παμπάλαιο αέρα του τόπου
που κλείστηκε κι εκείνος στον εαυτό του
αφού πρώτα είπε: «αφήστε με να κοιμηθώ,
να κουρνιάσω στ’ αγαπημένο χώμα,
το άθλιο εμπόριο να ξεχάσω.»

Τέλος, αν στη συλλογή Ψαλιδιστής (εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2018) ξεκινάει η σύνθεση του προσώπου – του σπασμένου πάντα προσώπου:

«Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο…»

(Παραμύθι)

τότε στο Σαλός Μαγνήτης επιτελείται μια σύνθεση της πολιτικής συνείδησης του τόπου, του Κυπριακού τόπου, του τόπου εκείνου που ακόμα δεν υπάρχει, που ακόμα τρώει χώμα και μαγνητίζει «σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα» κι αγωνίζεται να παραμείνει σαλός αλλά «ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

«ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ
ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

*Από το https://www.monocleread.gr

Ρογήρος Δέξτερ, Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]

ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΓΙΩΤΗ

Ο Άγιος Αυγουστίνος απαντούσε συχνά, όταν τον ρωτούσαν τι είναι χρόνος, πως ήξερε τι είναι μέχρι τη στιγμή που τον ρωτούσαν. Το ίδιο συμβαίνει, θαρρώ, και με την ποίηση. Αυτό αποτελεί το μοναδικό διέξοδο που έχουμε, το πιο στιβαρό συμπέρασμα αναφορικά με το τι είναι η ποίηση ή το ποίημα, γι’ αυτό εν τέλει η επιλογή της «σχεδίας» αντί του ποιήματος ως όρου ποιητικής γραφής από έναν νέο δημιουργό που παρουσιάζει για πρώτη φορά το έργο του, μας καθησυχάζει.

Ο Ρογήρος Δέξτερ (Ρ.Δ.) εκδίδει τον Μάιο του ’22 την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο που φέρει την ατμόσφαιρα μίας φαντασιακής ιστορίας των τελών του 19ου αιώνα στο Λονδίνο, μια και Ο Δόκτωρ Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ (1886, Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον) είναι η πρωτότυπη πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν (τον τίτλο). Ο Τζέκιλ βέβαια είναι ο παράτολμος γιατρός που πειραματίζεται με τον εαυτό του προσπαθώντας να διαχωρίσει το καλό από το κακό, ενώ ο Χάιντ είναι φυσικά ο κακός εαυτός του. Τόσο το πείραμα όσο και ο ίδιος έχουν άδοξο τέλος: αποτυχία – αυτοκτονία. Μια και οι Τζέκιλ και Χάιντ είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, τι ακριβώς συνεπάγεται η επιλογή της δολοφονίας («μαχαίρωσε»), αν όχι και πάλι αυτοκτονία; Μα και η αποτυχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αποτυχία διάσπασης του κατεξοχήν διπόλου «καλού-κακού».

Δύο ακόμη πράγματα για τον τίτλο: πρώτον, η αναφορά στη γνωστή νουβέλα δημιουργεί και συντηρεί τον μύθο γύρω από το πρόσωπο του ίδιου του Ρ.Δ. που έχει επιλέξει δια της ανωνυμίας να δημοσιεύει το έργο του εδώ και κάποια χρόνια ξεκινώντας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και χωρίς να δείχνει ουδεμία διάθεση αποκάλυψης. Δεύτερον, η χρήση του όρου «σχεδία» αντί του ποιήματος (πράγμα που αντιμετωπίζω με κατανόηση, ενδεχομένως και συμπάθεια) μπορεί να ερμηνευτεί ως άποψη που θέλει την ποίηση στο υψηλό άπιαστο βάθρο ή ως αποδοχή της γνωστής αδυναμίας όλων να αποσαφηνίσουν την ποίηση, τουλάχιστον στον βαθμό που η «σχεδία» το πετυχαίνει δίνοντας μάλιστα στο σύνολο της συλλογής ένα πολύ συγκεκριμένο ύφος. Η σχεδία βέβαια προέρχεται από το αοριστικό θέμα του ρήματος «έχω» (σχ-) και σχετίζεται με το «σχεδιάζω», «σχεδιασμός», «σχέδιο». Όλα συντείνουν στην επινόηση του σχεδίου μιας κατασκευής και στη γραφική του απόδοση. Περαιτέρω, η «σχεδία» είναι μία πρόχειρη κατασκευή που προορίζεται να πλεύσει, αλλά όχι στα βαθιά νερά. Ο Οδυσσέας είδε τη σχεδία του να καταστρέφεται ολοσχερώς από την οργή του Ποσειδώνα, ενώ χρειάστηκε η θεϊκή παρέμβαση (Λευκοθέα) προκειμένου να τον σώσει.

Οι 57 σχεδίες, λοιπόν, εκτείνονται σε σύνολο 103 σελίδων (7-110) και χωρίζονται σε δύο διακριτά μέρη, εκ των οποίων το πρώτο -άτιτλο- αποτελεί τον κορμό της βασικής συλλογής και το δεύτερο μέρος, που τιτλοφορείται “Carmina Tristia” (Ποιήματα της Λύπης), είναι μικρότερο σε έκταση. Είναι συνήθης η χρήση ξένων λέξεων (αμερικανική και λατινική γλώσσα), η αναφορά σε ξένα ονόματα και τοπωνύμια, ενώ οι επιμέρους τίτλοι (των σχεδιών) συχνά έχουν διαζευκτική μορφή (είναι επί της ουσίας διπλοί). Τα λατινικά και αμερικανικά στοιχεία προκύπτουν από σχετικές σπουδές του συγγραφέα (ή τουλάχιστον αυτή είναι η μοναδική πληροφορία που έχουμε κάτω από το πέπλο της ανωνυμίας) που όμως αντιστρέφει το «κλασικιστικό ύφος» με την προσήλωση στον κόσμο των παρακμιακών και μη bars. To bar είναι ιερός τόπος. Είναι και το κολαστήριο. Είναι ο τόπος που δημιουργεί τις προϋποθέσεις της ποίησης, είναι όμως και ό,τι κατατρύχει τον Ρ.Δ.

Οι περισσότερες σχεδίες απλώνονται μπροστά μας σε αρκετά μεγάλη έκταση με στίχους στοιχισμένους αριστερά (ας πούμε ορθόδοξα). Το περιεχόμενό τους ισορροπεί μεταξύ του storytelling και των λυρικών στοιχείων. Ο Ρ.Δ. χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο α’ πρόσωπο ενικού οριοθετώντας κατά κάποιον τρόπο την ποιητική του στο εύρος των αρχών της βιωματικότητας, ενώ είναι εμφανείς οι επιρροές από το πεδίο της αμερικανικής ποίησης του 20ου αιώνα, της μπιτ λογοτεχνίας ή της χειμαρρώδους ενδόμυχης, σαρκαστικής και κυνικής σκέψης ενός Μπουκόβσκι. Οι παραλληλισμοί αυτοί δεν αντικατοπτρίζουν, κατά τη γνώμη μου, την ουσία των σχεδιών του Ρ.Δ., αλλά περισσότερο τις αναγνωστικές του τάσεις, καθώς οι σχεδίες του ούτε μπιτ είναι ακριβώς ούτε ομοιάζουν με τα ποιήματα του Μπουκόβσκι σε τέτοιο βαθμό που να τα χαρακτηρίσουμε «μπουκοβσκικά». Από το πρώτο κιόλας ποίημα, ο συναισθηματικός κουρνιαχτός δεν μπορεί παρά να σηκωθεί στον αέρα, να απεγκλωβιστεί μέσα από αυτή την αμερικανική περιβολή που δεν τη μιμείται ανεπιτυχώς ο Ρ.Δ., αλλά ούτε την κατακτά, αφού τελικά το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ύφος που, κατά τη γνώμη μου, πασχίζει εσφαλμένα να παγιωθεί πάνω σε αλλότρια ερείσματα.

Στρεφόμενος στον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνοντας στο αέναο «παιχνίδι» της συγγραφής («Μοιάζει να κύλησαν μάταια τόσα χρόνια/Στο κούφιο από ιδέες κεφάλι μου»), ταλανίζεται από τη ματαιότητα της ανάγκης για έκφραση, για πλήρωση. Γιατί ό,τι είναι πρόσφορο να μεταφερθεί στο χαρτί είναι ταυτόχρονα και ένας βαθμός απώλειας. Αυτή η χαρακτηριστική ενδογενής ρήξη που γεννά έμπνευση φέρει το ανάλογο κόστος («Μόλις πιάσω κουπί στα ξένα κάτεργα/ Και ξαναγίνω/Το παλιό κορμί/Χαμένο στα κράσπεδα της Βαβυλώνας·»). Ο Ρ.Δ. «σερβίρει» ποτά στα πιο καταραμένα πλάσματα της νύχτας, σε ανθρώπους που τους απαρνήθηκε η ίδια η ζωή, που παραδομένοι στο αλκοόλ ψάχνουν διεξόδους. Οι ήρωές του είναι όμως επί της ουσίας εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτόν τον μικρό-απέραντο δεξτερικό κόσμο και δεν λυτρώνονται παρά συνδυάζοντας πράγματα που συνιστούν ταυτόχρονα μεγαλείο και πτώση.

Το ίδιο διπολικό μοτίβο διέπει όλη τη συλλογή και ως προς το στυλ γραφής∙ ο Ρ.Δ. κινείται από τη λυρικότητα, όταν καταπιάνεται με θέματα που αφορούν την τέχνη [πχ. «Άμουσος (μπροστά στο δέος των χρωμάτων)»], το μεταφυσικό στοιχείο και τον θάνατο (π.χ. «Αυτοσχέδιο για τη Jill Ή Όνειρο στο Everglades (B’)”, «Η κυρά-Γραφτώ» ή όλο το δεύτερο μέρος) στον ακραίο ρεαλισμό (π.χ. «Οι δύο όψεις [στο ίδιο νόμισμα]» ή «TENDER IV» κλπ.). Η διπλή διάθεση απέναντι στο καθετί είναι σαν το παιχνίδι της διελκυστίνδας, παρόν ακόμη και μέσα στο πεπερασμένο σύμπαν της μίας ή της άλλης σχεδίας, κυρίως διακριτό στο θέμα του έρωτα∙ η γυναίκα είναι «νεράιδα», είναι πλανεύτρα, είναι ο αδιαφιλονίκητος πόθος, είναι αυτή που τροφοδοτεί το σώμα με ζωή. Η απουσία της γυναίκας (ή του έρωτα) ισοδυναμεί με θάνατο και ο θάνατος σημαίνει παύση της διέγερσης και της ερωτικής επιθυμίας. Ως εκ τούτου, το σώμα αποθεώνεται: στη σχεδία «Λόγια στο Outnet Ή Pseudo-Blues [prose song “written on a toilet roll”]», η γυναίκα και η ηδονή συνυπάρχουν μέσα στην καρδιά μιας έννοιας που παρουσιάζουν στοιχεία ομαδοποίησης, ομοιότητας και εξάρτησης («Τα γυμνά όταν το θέλουν κορίτσια της ερημιάς/ Να σε φωνάζουν στη λιακάδα τους/Και σε καλούν στον οργασμό τους/Να γαμηθείτε μέχρι να ξημερώσει»).

Ο Ρ.Δ. χρησιμοποιεί μία γλώσσα που παρουσιάζει ποικιλομορφία. Ήδη αναφέρθηκα στη χρήση πολλών αμερικανικών και λατινικών λέξεων. Συναντούμε επίσης πολλούς ιδιωματισμούς, τυπικές προφορικές φράσεις και αργκό όρους. Η αργκό γλώσσα είναι το «ένδυμα» του ηρώων του υποκόσμου και του αλκοόλ: «δεν κάθεται στα ζάρια», «χάνω προπάντων στα χαρτιά και στην αγάπη», «τ’ αρσενικά να κόβουν τον κώλο της», «Ένα βράδυ έκοψε ξαφνικά φτερό στο μπαρ» κλπ. Ενίοτε η χρήση τέτοιων φράσεων μοιάζει εξεζητημένη ή υπερβολική, αν και αυτό το συναίσθημα πρέπει να δημιουργήθηκε μέσα μου από την αίσθηση ότι ο δημιουργός εγκλωβίζεται πρώτον στη γενικευμένη θεματολογία που διέπει την underground λογική του Μπουκόβσκι και δεύτερον ότι -εισχωρώντας τώρα βαθιά στην ποιητική- ακόμη περισσότερο ο δημιουργός εγκλωβίζεται στο ποιητικό υποκείμενο.

Προσπαθώντας τώρα να εξηγήσω λίγο πιο αναλυτικά την τελευταία μου φράση, πιστεύω πως η ποιητική εδώ είναι προσωπική – εξομολογητική και χειμαρρώδης. Αυτό το γεγονός είναι ένας ευχάριστος συναισθηματικός κόλαφος για τον αναγνώστη τουλάχιστον στις δέκα πρώτες σχεδίες, ίσως και παραπάνω. Περαιτέρω, όμως παρουσιάζει ένα μοτίβο αρκετά αναγνωρίσιμο, που δεν χάνει τίποτε σε ποιότητα, όμως επιτελεί τον ίδιο ή έναν παρόμοιο σκοπό στο σύνολο της συλλογής. Χωρίς να είναι διακριτά τα όρια του ποιητικού υποκειμένου από τον δημιουργό, ενεργεί, μαθαίνει, παθαίνει, βιώνει, κάνει έρωτα, υποφέρει, συλλογίζεται σχεδόν πάντα σε α’ πρόσωπο (όπως προανέφερα). Ελάχιστες φορές παρατηρείται η χρήση πρώτου πληθυντικού προσώπου, συγκεκριμένα μόνο όταν ο δημιουργός προσπαθεί να καταστήσει κοινωνούς τους αναγνώστες στη γενική ηθική κοσμοθεωρία του. Και αυτό δεν είναι μεμπτό, αν και σπάνια αντιμετωπίζω με συμπάθεια τις ηθικοφιλοσοφικές διαπιστώσεις που διατυπώνονται με αυτόν τον τρόπο. Στην περίπτωση του Ρ.Δ. πολύ συχνά η χρήση τους εντάσσεται στο πλαίσιο της προσωπικής εμπειρίας, της αναγκαίας βιωματικότητας που επιβάλλει η ποιητική του, ωστόσο -κατά τη γνώμη μου- πρέπει να βρει έναν άλλο τρόπο να καταστήσει ελκυστική την όποια ιδεολογία του.

Κλείνω το κείμενο αυτό με τη γενική διαπίστωση πως η συλλογή του Ρ.Δ. φέρει τη σφραγίδα των συνειδητών ποιητικών επιλογών. Φέρει ακόμη τη σφραγίδα του ιδιότυπου χαρακτήρα που κρύβεται πίσω από την ανωνυμία, την προσωπική αισθητική, την εμπειρία, τη γνώση, την πεποίθηση γύρω από τον άνθρωπο και την ύπαρξή του. Ο Ρ.Δ. με την πρώτη του συλλογή δείχνει αναμφισβήτητα το ιδιαίτερο ύφος του, το οποίο όμως μπορεί να απελευθερώσει εντελώς από πρότυπα που λειτουργούν «κανονιστικά» και να ανάγει τις σχεδίες του σε ποιήματα που μπορούν «να πλεύσουν στα βαθιά νερά».

Οι 2 όψεις
[στο ίδιο νόμισμα]

Βγήκε έξω απ’ το μπαρ
Φωνάζοντας τα ξημερώματα
Και ο θόρυβος ακούστηκε πιο μακριά
Σα να έσπαγε το τσόφλι ενός αβγού
Και ύστερα
Ότι έπεσε νόμιζες στο πλατύ ποτάμι
Που θα τον ξέβραζε
Στη θάλασσα με τα ποντοπόρα καράβια
Και τις νεράιδες των ωκεανών· αλλά
Στην πραγματικότητα ίσως να ήταν άλλος
Ένας μεθυσμένος που χάθηκε
Στα βρόμικα νερά μια νύχτα κραιπάλης
Ξοδεύοντας και το παραμικρό του νόμισμα
Ξοδεύοντας και τον τελευταίο του χρόνο
Στα ποτά στα χαρτιά στις γυναίκες
Ευτυχισμένος μέχρι λίγο πριν πνιγεί
Γιατί δε βρέθηκε κανείς μπροστά του
Να τον εμποδίσει
Από τους φιλήσυχους πολίτες
Που κοιμόντουσαν ατάραχοι
Και δε θα ήθελαν ποτέ
Αν ξυπνούσαν ξαφνικά
Να μοιραστούν μαζί του ούτ’ ένα κέρμα
Από εκείνα που ρίχνουμε ψηλά
Όταν γυρεύουμε μάταια
Παίζοντας στην τύχη τις ελπίδες μας
Παίζοντας στα ζάρια όλο το μέλλον
Να στείλουμε στα τσακίδια μια θλίψη·

*Ρογήρος Δέξτερ, Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες], Εκδόσεις Στίξις, Αθήνα – Ρέθυμνο 2022.

Η «σαλή ψαλμωδία» της Ρωξάνης Νικολάου

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Κώστας Ρεούσης
Ρωξάνη Νικολάου, «Σαλός μαγνήτης» (Φαρφουλάς, 2022)

Μηνύματα μιας ευγενικά αρχαίας συγκινησιακής αγωγής. Μακριά, πολύ μακριά, από τη σύγχρονη πρόστυχη πραγματικότητα της αδηφάγου καθημερινότητας μιας αστικής πόλης, η Νικολάου, καλλιεργεί τους στίχους της ακριβώς όπως φροντίζει, πιθανώς, τον κήπο της. Προσγειωμένη στο παρόν του παρελθόντος μας προϊδεάζει για το αναγνωστικό ταξίδι στα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή της, «Σαλός μαγνήτης», θέτοντας ως προμετωπίδα έναν επιγραμματικό στίχο της: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώ· γυρεύει το στόμα μου.».

Τα 53 ποιήματα της συλλογής κατανεμημένα σε τρεις ενότητες –η πρώτη άτιτλη (31 ποιήματα), η δεύτερη με τίτλο «Εξ αίματος» (15 ποιήματα) και η τρίτη με τίτλο «Ψεύτης ύπνος» (7 ποιήματα)– αρθρώνουν έναν ενιαίο και αρραγή δροσερότατο ποιητικό λόγο, ελκύοντας την καταγωγή τους από εκείνον τον κοσμογονικό 7ο π.Χ. αιώνα όπου και η λυρική ποίηση μ’ ένα βαθιά ανθρώπινο άλμα προσπέρασε, εάν όχι ισοπέδωσε, την κυριαρχία του έπους. Συγγενής, βιολογικά και γλωσσικά, των αρχαίων ελληνίδων ποιητριών, η Ρωξάνη Νικολάου, ακούει τη φωνή τους ως φυσική και αναπόσπαστη συνέχεια ενός αρχέτυπου πελασγικού λόγου τολμώντας να τραγουδήσει το τραύμα, την πληγή και τον πόνο της χαράς, της λύπης και της πίκρας του ανθρώπου και των στοιχείων της φύσης που τον ορίζουν.

Κατοικώντας το ποίημα που καταθέτει, μέσα στη φωτεινότητα της εκτοπλασματικής γνησιότητάς του, συντρίβει το φόβο και τον τρόμο του βιώματος χωρίς να τους αποκλείει απ’ τη γραφή της. Αντίθετα τους δεξιώνεται, με το μέτρο και την απόσταση, όμως, που τους πρέπει. Η ποιήτρια έχει συνειδητοποιήσει στον υπερθετικό βαθμό το σαρκοβόρο της ανθρώπινης συνθήκης. Διαβάζοντας, ή καλύτερα, συναντώντας το ποίημά της με τον ευφυή μακροσκελή τίτλο, «Απλώνεις λιγάκι το χέρι χραπ στο κόβουνε το πόδι χραπ… τέλος το κεφάλι το καβούκι ύστερα τσακίζουν με την πέτρα τους αυτοί που πρώτοι θα λυπηθούνε για το θάνατό σου», οι στίχοι της τρομερής υπερρεαλίστριας αγγλοαιγυπτίας ποιήτριας, που έγραψε στη γαλλική γλώσσα, Joyce Mansour, άστραψαν αβίαστα στο νου μου:

Να τρώτε ένα μάτι μέσα σ’ ένα αυγό
ένα άλογο ή ένα ελάφι
ένα μυαλό μαλθακό από υγεία
έναν στραβοκάνη σκύλο ένα βιολί
Να τρώτε για να τρώτε
Να πνιγείτε στο κρέας
Ταρακουνήστε τον κώλο σας πάνω σ’ ένα φανάρι
Να τρώτε για να πεθάνετε μ’ έναν αιμάτινο λυγμό
Τραφείτε για να μποδίσετε τους άλλους
να σας καταβροχθίσουν

— «Κανόνας Ζωής», από τη συλλογή της Joyce Mansour «Όρνια» σε απόδοση Έκτορα Κακναβάτου

Βέβαια, η Νικολάου δεν έχει «κανιβαλικές» τάσεις, ούτε καν εκδικητικές, εντούτοις αναγνωρίζει ήρεμη έως ατάραχη το σύγχρονο εχθρικό και πολεμικό τοπίο των διαπροσωπικών σχέσεων και τις καταστάσεις που αυτές προκαλούν.

Ενσταλαγμένη ποίηση της καθημερινότητας ανασύρει το θαύμα της ζωής στις στιγμές εκείνες που το βλέμμα ασκημένο στην αντίθεση θεωρεί την καλοσύνη. «Η μυστική μου αγρυπνία / Η σαλή μου ψαλμωδία.», γράφει η Νικολάου στο ποίημά της «Αίνιγμα». Κι είναι αυτή η πληρότητα του ενθουσιασμού και της μελαγχολίας που χαράζεται στο «πρόσωπο» των στίχων της ανακαλώντας το μαγικό στοιχείο ή άγγιγμα που φωτίζει και τις πλέον σκοτεινές διαδρομές της. Η ποιητική φωνή της Ρωξάνης Νικολάου ίπταται στιβαρή και ελεύθερη αδιαφορώντας για το μιζεραμπιλισμό και τα νεκρά έργα των οσφυοκαμπτικά πλουσιοπάροχων λογοτεχνικών ζωντόβολων της νήσου Κύπρου.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΕΡΑ
Έπεσα μες στο πηγάδι
που μ’ άνοιξε η γέννησή μου.

Μηδενικά στιγμών
και κοχύλια κατειλημμένα
από φόβο
βρέχει μ’ ελάχιστες διακοπές.

Μην έχεις έγνοια·
πάνω απ’ το κουφάρι μου
θα τραγουδάει ο αέρας
ότι μέχρι θανάτου κράτησα.

(σ. 25)

ΑΓΡΥΠΝΩ ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΟΥΣ
«Αγρυπνώ το ακίνητο νερό
της φωνής τους
ύπνους παραστέκω
πραγμάτων που δεν
θα ξυπνήσουν ποτέ»

Βρύα σκεπάζουν
το ψύχος του θανάτου

μαργωμένοι οι τοίχοι
μαργωμέν’ η αυλή

τρώει τα μάτια του
η σκουριά

μα κάθε απολειφάδι ίσκιου
απ’ της ζωής τον πόλεμο
αρπάζει
και πίνει
το σπίτι τους.

(σ. 32)

ΜΗΠΩΣ ΓΕΝΝΗΘΕΙ
Ξαπλώνω κι ευθύς σηκώνομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
πίνω τον καφέ με την ψυχή στο στόμα
μπαινοβγαίνω στα δωμάτια
κι αφουγκράζομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
τρέχω έξω, στρίβω στο πρώτο στενό,
στο δεύτερο, μπαίνω στο ένα μαγαζί,
στο άλλο, μπαίνω όπου είναι ανοιχτά,
σ’ εστιατόρια, σ’ εκκλησίες, σε μουσεία,
σε πάρκα κι όπου είναι κλειστά
χτυπώ δυνατά, κάποιος με σπρώχνει,
σκοτεινιάζει, ένα φως ανάβει,
ένα παραθυρόφυλλο ανοίγει,
«φύγε, φύγε» μου φωνάζουν
ξαπλώνω σε παγκάκια, σε πέτρες, στο χώμα
με το ένα μάτι ανοιχτό
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
μήπως γεννηθεί και κανένας δεν το δει
κατεβαίνω σε υπονόμους, σε πηγάδια
σε εγκαταλελειμμένες σήραγγες

με μάτια κατακόκκινα απ’ την αγρύπνια
καταγδαρμένη από την αγωνία
και το ψύχος του ανθρώπου
με παίρνει ο ανίκητος ύπνος

άπειροι δρόμοι ξανοίγονται
μέσα στην ατέρμονη σπείρα του
σε κάποιον από αυτούς θα το προλάβω.

(σ. 43)

ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΡΟΔΑ
Η λάβρα έκαιγε τα μάτια και το στόμα μου
οι λεύκες έλαμναν πέρα δώθε κι από μέσα τους
έβγαινε τ’ αιώνιο μοιρολόι.

Ίσως να έπεσε από το άρμα κάποιου Φαέθοντα
που μέσα στον κόσμο έχασε τον δρόμο του
που ο κόσμος τον έχασε
όπως καθημερινά αμέτρητα πλάσματα
από τα υπέρλαμπρα πετάγματα
και τις θανάσιμες πτώσεις τους·
θέλω να πω: από τα θανάσιμα πετάγματα
και τις υπέρλαμπρες πτώσεις τους

από ένα ακόμα τρελαμένο άρμα, σκέφτηκα,
θα ξέφυγε η καιόμενη ρόδα και κύλισε εδώ
στα πόδια μου.

(σ. 61)

ΤΟΣΟ ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ, ΤΟΣΗ Η ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ, ΤΟΣΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΤΗ ΦΩΝΗ, ΤΟ ΖΥΓΙΣΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
Θυμήθηκα την κραυγή της Ρίτας τα μεσάνυχτα, πριν πεθάνει την άλλη μέρα. Την είχε πάρει ο ύπνος σε όχθη ορμητικού ποταμού ενώ έσφιγγε πάνω της ένα σώμα που είχε φύγει από χρόνια.

Ακούω τα φύλλα που γεννιούνται, θροΐζουν, μαραίνονται, σαπίζουν· ίσως κι εκείνα ν’ ακούν εμένα.

Ο λάκκος με τα φίδια που με πίνει για να γίνει στέρνα γλυκομίλητη σε κήπο.

Ερ.: Πώς άρχισες να γράφεις ποιήματα;
Απ.: Από μια αίσθηση κακοτυχίας που με γυρόφερνε
είχε δυναμώσει πολύ εκείνη τη μέρα.

(σ. 68)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://exitirion.wordpress.com

Νάντια Ανζουμάν | Ξένια Καλαϊτζίδου

το σκοτεινό λουλούδι που κόπηκε νωρίς
Από παντού διωγμένη όπως είμαι,
της ποίησης ο ψίθυρος
μες στην ψυχή μου πέθανε.
Χαράς ουσία σε μένα μην αναζητείτε,
κάθε χαρά στην καρδιά μου έσβησε.
Στα μάτια μου αν ψάχνετε για αστέρια,
να ξέρετε πως παραμύθι είναι, δεν υπάρχουν.
Με το παραπάνω απόσπασμα πρωτοσυναντάμε την Νάντια Ανζουμάν τον Δεκέμβριο του 2001 στους New York Times και σε άρθρο της Έιμι Ουόλντμαν (Amy Waldman), όπου η δημοσιογράφος αναφέρεται σε γυναικεία λογοτεχνικά εργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν υπό κάλυψη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου καθεστώτος των Ταλιμπάν και συχνά αποτελούσαν, για όσες τα παρακολουθούσαν, τη μόνη δημιουργική και ζωτική ενασχόληση, καθώς είχαν στραφεί στην γραφή για να διασκεδάσουν και να επικοινωνήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Όπως είπε χαρακτηριστικά η Ζένα Καραμζαντέ (Zena Karamzade), φοιτήτρια ιατρικής πριν την άνοδο των Ταλιμπάν, «μόνο στα μαθήματα νιώθαμε ανθρώπινα όντα», ενώ όλες τις υπόλοιπες ώρες «μέναμε στα δωμάτιά μας σαν τις αγελάδες».
Την εποχή λίγο πριν από τη συγγραφή του άρθρου, ο Μουχαμάντ Αλί Ραχιάμπ (Muhammad Ali Rahyab), καθηγητής λογοτεχνικής θεωρίας και μεθοδολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χεράτ, παρέδιδε μαθήματα λογοτεχνίας στο σπίτι του σε περίπου 30 γυναίκες, με κίνδυνο της ζωής του και όσων συμμετείχαν, ενώ η πινακίδα έξω από το οίκημα διαφήμιζε μαθήματα ραπτικής. Ο ίδιος ο καθηγητής, υποκινούμενος εν μέρει από τις τρεις κόρες του οι οποίες ήθελαν να ασχοληθούν με τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία, δήλωσε ότι πιστεύει στη δύναμη της λογοτεχνίας, ακόμη και σε μια κοινωνία όπου οι αναλφάβητοι πλειοψηφούν, καθώς η υφιστάμενη προφορική παράδοση καθιστά ακόμα και τη δραστηριότητα μιας μικρής ομάδας αναγνωστών ικανή να διασπείρει ταχύτατα τα οφέλη της τέχνης του λόγου. Η πεποίθησή του αυτή, αλλά και η παρατήρηση ότι οι Αφγανοί εν γένει ανταποκρίνονται πιο εύκολα στην ποίηση παρά στην πολιτική ανάλυση, σε τέτοιο βαθμό που «ένας στίχος μπορεί να δώσει λύση σε ένα οικογενειακό πρόβλημα ή ακόμη και σε κάποιο πρόβλημα ενός χωριού», συνέβαλε στη δημιουργία μιας δυναμικής ομάδας γυναικών που, υπό την καθοδήγηση του Ραχιάμπ, σχολίαζαν και συζητούσαν σε εβδομαδιαία βάση κάποιο λογοτεχνικό έργο που διάβαζαν εκ των προτέρων η καθεμία μόνη σπίτι της, από συγγραφείς όπως ο Τολστόι, ο Μπαλζάκ και ο Ντίκενς, καθώς και τα δικά τους ποιήματα και πεζά. Έτσι αναδείχθηκαν αρκετές ταλαντούχες πεζογράφοι και ποιήτριες, μεταξύ των οποίων ήταν και η Νάντια Ανζουμάν, η οποία ζούσε στην ίδια γειτονιά με τον καθηγητή.
Η Ουόλντμαν περιγράφει την Ανζουμάν ως «μαυροντυμένη και κουλουριασμένη σαν γάτα στο γραφείο του καθηγητή της κοπέλα, με λεπτή φωνή και με κατάμαυρα σπινθηροβόλα μάτια που σε κοίταζαν θαρρείς από πρόσωπο ξωτικού». Είκοσι ετών τότε (γεννηθείσα το 1980), είχε γράψει 60 με 70 ποιήματα, και συνάμα είχε σταθεί αρκετά τυχερή ώστε να κερδίσει, ύστερα από πολύ αγώνα, τη συνεργασία της οικογένειάς της που δεν είχε καμία σχέση με τη λογοτεχνία, και να αναβάλει το γάμο της, όταν τα περισσότερα κορίτσια στον τόπο της παντρεύονται στα 14 ή 15 τους. Στα ποιήματά της έγραφε κυρίως για τη ζωή των γυναικών, όπως είχε πει και η ίδια, «επειδή έχουμε υποφέρει πολύ». Mετά την πτώση του καθεστώτος των Ταλιμπάν, η Νάντια Ανζουμάν ξεκίνησε εκ νέου και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο λύκειο θηλέων «Μεχμπούμπε Χεράουι» και έγινε μία από τις πρώτες εισακτέες στο Πανεπιστήμιο της Χεράτ και τη σχολή λογοτεχνίας. Εκεί γνώρισε τον πτυχιούχο φιλόλογο και λέκτορα Φαρίντ Αχμάντ Ματζίντ Μία (Farid Ahmad Majid Mia), με τον οποίο, παρά τη δυσαρέσκεια της μητέρας του, παντρεύτηκαν και απέκτησαν έναν γιο. Εντωμεταξύ, η Νάντια, λάτρης της μεσαιωνικής περσικής ποίησης, ωρίμαζε και η ίδια ποιητικά, κι έτσι σύντομα κυκλοφόρησε η πρώτη και μοναδική ποιητική συλλογή της «Ανθός στον καπνό» (γνωστή ως «Κόκκινο σκούρο λουλούδι», Κάπα Εκδοτική, 2017, σε μετάφραση Γιάννη Σουλιώτη) που έκανε θραύση στο Αφγανιστάν και στο γειτονικό Ιράν.  
Για να κατανοήσουμε την τραγική εξέλιξη που ακολούθησε, πρέπει να σημειώσουμε ότι η Ανζουμάν ήταν λάτρης της μεσαιωνικής περσικής ποίησης και πως πολλά από τα ποιήματά της είναι γραμμένα σε παραδοσιακές περσικές φόρμες, όπως το γκαζάλ και το ναζμ. Στο πρώτο εξ αυτών, μάλιστα, θεωρούνταν από την αφγανική λογοτεχνική κοινότητα ως μία από τις λαμπρότερες και πιο εξειδικευμένες ποιητικές φωνές της γενιάς της. Το γκαζάλ (ghazal, غَزَل) είναι μία φόρμα ερωτικής ποίησης που αποτελείται από 5 ως 15 δίστιχες στροφές, προερχόμενη από την αραβική ποίηση του 7ου αιώνα, και συγκεκριμένα από την κασίντα (qaṣīda, قصيدة) που ήταν μια μορφή ωδής, ενώ τεχνικά θυμίζει το ιταλικό σονέτο, καθώς ακολουθεί ένα αυστηρό μετρικό μοτίβο, χρησιμοποιώντας ένα ρεφρέν (μια ομοιοκαταληξία ή ολόκληρη λέξη) που κλείνει κάθε στροφή. Ένα γκαζάλ μπορεί να νοηθεί ως μια ταυτόχρονη ποιητική έκφραση τόσο του πόνου της απώλειας ή του χωρισμού, όσο και της ομορφιάς της αγάπης, παρόλο τον πόνο αυτό. Το γκαζάλ διαδόθηκε στην Ασία τον 12ο αιώνα μέσω του σουφιστικού ρεύματος του Ισλάμ, εξού και η πνευματική, κατά κανόνα, θεματική της θείας εξιδανικευμένης αγάπης, που σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, είναι αμφίσημη παρέχοντας τη δυνατότητα να συγκαλύπτει το πραγματικό ερωτικό αντικείμενο. Από την άλλη, το ναζμ (nazm, نظم) είναι ένα είδος ποίησης, κυρίως στην γλώσσα Ουρντού, διαδεδομένο εξίσου με το γκαζάλ, με έμμετρο ή ελεύθερο στίχο, αντικείμενο του οποίου είναι η ανάλυση προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων που μπορεί να οδηγεί σε λογικό συμπέρασμα.
Γίνεται ξεκάθαρο, λοιπόν, γιατί η επιτυχία της Νάντια έριξε λάδι στη φωτιά στην ήδη τεταμένη κατάσταση στο νέο της σπίτι, όπου οι συγκρούσεις με την πεθερά της ήταν καθημερινές. Η Χεράτ, τρίτη σε πληθυσμό πόλη του Αφγανιστάν (τα αρχαία Αρτακόανα ή Αρτίκαυδνα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου) που οι διάδοχοι του Ταμερλάνου έκαναν πρωτεύουσα των τεχνών, παρέμενε μια βαθιά συντηρητική, παραδοσιακή, κοινωνία, ενώ το πέρασμα των Ταλιμπάν έκανε τους φόβους και τις προκαταλήψεις της να φουντώσουν. Το να εκφράζει μια Αφγανή, πόσο μάλλον παντρεμένη, ερωτικά συναισθήματα, έστω και υπό καθεστώς αμφισημίας, σε γραπτό λόγο και να τα δημοσιεύει, ώστε να μεταφέρονται από στόμα σε στόμα, θεωρούνταν ύψιστη ντροπή για την οικογένειά της, που μονάχα με το αίμα της θα μπορούσε να ξεπλυθεί. Έτσι, στις 4 Νοεμβρίου 2005, λίγο πριν από τα εικοστά πέμπτα γενέθλιά της και ημέρα μουσουλμανικής γιορτής Ιντ (Μπαϊράμι), η Νάντια Ανζουμάν, τριτοετής φοιτήτρια και μητέρα έξι μηνών βρέφους, γρονθοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τον σύζυγό της, με τον οποίο τους ένωνε το πάθος για τη λογοτεχνία. Τα ακριβή αίτια του θανάτου της παραμένουν ανεξιχνίαστα, διότι η οικογένεια του συζύγου της δεν επέτρεψε να διεξαχθεί η νεκροψία, παρόλο που ήταν πρόδηλο ότι παρέμεινε πολλές ώρες χτυπημένη και αβοήθητη, και ο σύζυγός της δήλωσε ότι απλά την χαστούκισε εν μέσω καυγά και έπειτα αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της «από ντροπή» λαμβάνοντας χάπια. Ο οποίος, αφότου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κάνοντας ένεση με κηροζίνη από τη θερμάστρα που υπήρχε στο κελί του. Εντούτοις, νοσηλεύτηκε επιτυχώς και συνέχισε να εκτίει την ποινή του.
Ο τραγικός θάνατος της Νάντια Ανζουμάν συγκλόνισε την παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα, οδηγώντας ορισμένα δυτικά περιοδικά να υποστηρίξουν πως «ανάλογη απώλεια έχει να σημειωθεί από την εκτέλεση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα». Τα ποιήματα της Νάντια Ανζουμάν έκτοτε επανεκδίδονται τακτικά και μεταφράζονται και σε άλλες γλώσσες, ενώ το λογοτεχνικό εργαστήρι της πόλης της φέρει πλέον το όνομά της, Anjuman-e Adabīye Herat. Παρά ταύτα, η ποίηση παραμένει απαγορευμένη και επικίνδυνη για της γυναίκες του Αφγανιστάν, επιβιώνοντας μόνο εν μέσω των «κρυφών σχολειών» και της προφορικής παράδοσης των δίστιχων ποιημάτων λαντάι. Μολονότι την περίοδο της παρουσίας των Αμερικανών τα λογοτεχνικά εργαστήρια δεν ήταν παράνομα για να μεταμφιέζονται σε συλλόγους ραπτικής, η απροκάλυπτη δραστηριοποίηση σε αυτά μπορούσε κάλλιστα να αποβεί μοιραία. Έτσι, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο της Νάντια Ανζουμάν, η δεκαεξάχρονη Ζαρμίνα Σεχάντι (Zarmina Shehadi), η οποία επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τη λέσχη ανάγνωσης Μιρμάν Μπαχίρ (Mirman Baheer) που αριθμεί πάνω από 300 μέλη σε ολόκληρη τη χώρα, πιάστηκε για πολλοστή φορά από τους γονείς της να διαβάζει ποιήματα και, αφότου την τιμώρησαν και την απείλησαν, λούστηκε με λάδι και αυτοπυρπολήθηκε. Μολοταύτα, οι γονείς της όχι μόνο αρνούνται το γεγονός της αυτοκτονίας της, αλλά ακόμη και το γεγονός ότι έγραφε ποίηση.
Στο πείσμα των καιρών, η ποίηση παραμένει το μόνο πράγμα που συνδέει πολλές νέες γυναίκες του Αφγανιστάν με τον έξω κόσμο και οφείλει να επικοινωνηθεί. Κατά την απόδοση δειγμάτων κλασικής φόρμας, όπως στην περίπτωση της Νάντια Ανζουμάν, ο μεταφραστής καλείται να αντιμετωπίσει την πρόκληση της διατήρησης ή της αναδόμησης της μορφής του στίχου. Στην ακόλουθη επιλογή ποιημάτων επιχειρώ να βρω μια χρυσή τομή, προσεγγίζοντας τους ήχους και τους ρυθμούς του πρωτοτύπου, εξίσου με τα προσιτά σημαινόμενα στις μορφές που λειτουργούν για την ελληνική γλώσσα.

Ποιήματα
Άνευ νοήματος (γκαζάλ)
Άνευ νοήματος πια η μουσική
-προς τί να πω τραγούδια νέα;
Μισητή μες στη λήθη του χρόνου,
τραγουδώ ή καρτερώ σιωπηλά.
Τάχα λόγια γλυκά να γευτώ πώς μπορώ,
με το στόμα γεμάτο φαρμάκι;
Τους σκοπούς μου να σβήνει,
η πιο τρανή του τυράννου μου μαστοριά.
Συντροφιά στη ζωή μου καμιά, και κανέναν δεν μέλλει,
άμα κλαίω ή γελώ, αν πεθαίνω ή κάθομαι στη σιγαλιά
στο κελί μου αυτό, σαν αιχμάλωτη θρήνου και λύπης·
και προς τί η ζωή, με σφραγισμένο το στόμα βουβά;
 
Μην προτρέχεις, καρδιά,
τα εαρινά πρωτοβρόχια να καλωσορίσεις,
το εφήμερο πάθος θα δαμάσουν μεμιάς
τα σπασμένα φτερά.
Από μνήμη, πλήρη σιωπής, στερέψανε πια οι μελωδίες,
μα σκοποί χαμηλόφωνοι ηχούνε βαθιά στην καρδιά.
Νοερά σα θωρώ τη στιγμή, το κλουβί μου να σπάω,
σαν τους ξέγνοιαστους μέθυσους, τερετίζω ξανά.
Ας το μάθουν, ανεμόδαρτη ιτιά πως δεν είμαι –
Ότι μέλπω τον θρήνο, όπως κόρη Αφγανή τραγουδά!
(η μετάφραση έγινε από συνδυασμό τριών αγγλικών μεταφράσεων: την απόδοση της Αφγανοαμερικανής ποιήτριας και μεταφράστριας Farzana Marie, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cordite Poetry Review με έδρα την Αυστραλία, αλλά και στην ανθολογία Load Poems Like Guns: Women’s Poetry from Herat, Afghanistan που η ίδια επιμελήθηκε το 2015· την απόδοση της Ιρανοαμερικανής ποιήτριας και μεταφράστριας Mahnaz Badihian, που δημοσίευσε το διαδικτυακό περιοδικό ποίησης The HyperTexts· και την απόδοση της Parwana Fayyaz για την μελοποίηση του εν λόγω ποιήματος από την Shahla Zaland που υπάρχει και στο YouTube με τίτλο Dukht-e-Afghan, δηλαδή Αφγανή κόρη)
Ανθός στον καπνό
Το μέσα μου βρίθει κενού
κενού που πλημμυρίζει.
Πείνα παράφορη
στους πυρετώδεις με βράζει αγρούς της ψυχής,
και τούτη η άνυδρη παράξενη ζέση
τις οπτασίες αιφνιδιάζει στο ποίημά μου
προς τη ζωή.
Κι ως εκ θαύματος, μια μορφή νεογνή,
ρόδο κάλλους ασύγκριτου
στη σελίδα φουντώνει!
 
Μα με το που γεύτηκε την πρώτη του ανάσα,
οι βουρδουλιές καπνού αρχίσαν μονομιάς,
το πρόσωπό του για να κρύψει κι οι αναθυμιάσεις
το ευωδιαστό του δέρμα να καταβροχθίσουν.
(από την απόδοση στην αγγλική της Farzana Marie)
 
Από χειλιών μου κύπελλο (γκαζάλ)
Από χειλιών μου κύπελλο, κυλάει ο σκοπός μου,
Την ωδική ψυχή μου εναγκαλίζεται ο σκοπός μου.
Έκστασης νόημα θωρώ όπου η χαρά πεθαίνει,
Όπου η χαρά μου πένθος γίνεται, σκοπέ μου.
Όμως αν δεις ομμάτων μου κουβέντα να ξεφεύγει,
Τη ρέμβη μου υπαίτια θεώρησε, σκοπέ μου.
Αγάπης λόγια μη γυρεύεις να σου πω!
Για σένα η μιλιά τους,
Μα όσα ξεστομίζω τρυφερά, υμνούν τον θάνατο,
σκοπέ μου.
Κι αυτόν μονάχα λαχταρώ, πιότερο από άνθη,
Και των ματιών μου στάλα δεν αρκεί καμιά,
σκοπέ μου.
Κασίντα ή γκαζάλ θα τραγουδά
τούτου του τόπου η κόρη,
Πού το φαρμάκι στις απόκοσμες αράδες της,
σκοπέ μου;
Ω, άφατη χαρά μου κηπουρός δε θα νοήσει,
Ω, νιότης άφθονες ματιές μη μου ζητάς, σκοπέ μου. 
Πόσο παράξενο θαρρώ, που σύγκορμοι,
με λόγια τούτα
Χαράζουν τ’ όνομά μου στην ταφόπλακα της νιότης μου, σκοπέ μου.
(από την απόδοση στην αγγλική της Πακιστανής ποιήτριας Khizra Aslam για το διαδικτυακό περιοδικό ποίησης The HyperTexts)
 
Πέφτει η νύχτα (γκαζάλ)
Πέφτει η νύχτα κι αυτά τα λόγια έρχονται σε μένα,
Στο κάλεσμά μου, σαν φωνάξω, έρχονται σε μένα.
Τί είδους φλόγα μέσα μου φουντώνει,
νερό τί είδους να κομίσω;
Μεσ’ απ’ το σώμα, της ψυχής μου ευωδιά
ανέρχεται σε μένα.
Πώς κι από πού κουβέντες θαυμαστές σε μένα φτάνουν, δεν γνωρίζω,
Όμως ο ζέφυρος τη μοναξιά παίρνει μακριά από μένα.
Τούτο το φως από νεφέλες π’ αντιφέγγουν, κατεβαίνει
Κι άλλη επιθυμία δεν υπάρχει πια για μένα
Και της καρδιάς μου η φωνή σαν άστρο λαμπυρίζει
Και σαν πουλί πετούμενο τον ουρανό αγγίζω –
Όμοια της τρέλας μου αυτής μονάχα
στο βιβλίο Του θα βρείτε –
Ω, Κύριε, μη μ’ αρνηθείς, ρίξε ΄να βλέμμα και σε μένα!
 
Λες κι ήρθε η μέρα της Μεγάλης Κρίσης,
Ειν’ όλα με συντέλειας σιωπή τριγυρισμένα,
Μα είμαι ευτυχής μ’ αυτής της χίμαιρας μετάξι
Γιατί όλη νύχτα στίχοι έρχονται σε μένα.
(από την απόδοση στην αγγλική της Khizra Aslam)
 
Μνήμες του γαλάζιου (ναζμ)
Ω, εσείς που στο βουνό της λήθης βρήκατε κρυψώνα!
Εσείς που τ’ ονομάτων σας μαργαριτάρια
μες στης σιωπής τον βούρκο κείτονται!
Εσείς που οι μνήμες σας, οι μνήμες του γαλάζιου,
έχουν σβήσει
Στις συνειδήσεις, μες στα πελάγη λησμονιάς
από το κύμα θολωμένες!
Που είναι το καθάριο λαγαρό νερό των ιδεών σας;
Τ’ ονείρων σας τ’ ολόχρυσο άγαλμα,
ποιο χέρι ληστρικό έχει λεηλατήσει;
Σ’ αυτή τη θύελλα την απηνή που καταπίεση γεννάει,
Που χάθηκε η γαλήνια βάρκα σας
από ασήμι της σελήνης;
Μετά από τούτη τη θανατηφόρα παγωνιά –
Εάν η θάλασσα καταλαγιάσει,
Αν οι νεφέλες τη σφιγμένη πίκρα της καρδιάς
ελευθερώσουν,
Αν της σελήνης κόρη, χαμόγελου σας δώσει ευλογιά
κι αγάπη φέρει,
Αν μαλακώσουν τα βουνά, με φρέσκο πράσινο ντυθούν
Και με καρπούς γεμίσουν –
Δικό σας όνομα απ’ τις κορφές πιο πάνω άραγε θ’ ανέβει
Σαν ήλιος απαστράπτον;
Άραγε οι αναστημένες μνήμες σας,
Του γαλανού οι μνήμες,
Στα μάτια των ψαριών
απ’ την πλημμύρα εξαντλημένων,
Που σκιάζονται τη ζοφερή βροχή,
Μπορούν ελπίδας φως να καθρεφτίσουν;
Ω, στο βουνό, εσείς εξόριστοι, της λήθης!
(από την απόδοση στην αγγλική της Khizra Aslam, σε συνδυασμό με την απόδοση του Αφγανού David Tayyari, αλλά και αυτή των Zuzanna Olszewska και Belgheis Alavi για το ιστολόγιο UniverseOfPoetry.org)
 
Άφωνη κραυγή
Βροχή των πράσινων βημάτων είν’ ο ήχος.
Ιδού, από τον δρόμο έρχονται:
Ψυχές διψασμένες και ποδιές
όλο σκόνη απ’ την έρημο,
Η αναπνοή τους καίει,
μ’ οφθαλμαπάτες μπερδεμένη,
Τα στόματα ξερά και βουλωμένα μ’ άμμο.
Ιδού, από τον δρόμο έρχονται, πλησιάζουν:
Κορμιά βασανισμένα, κόρες
στον πόνο αναθρεμμένες,
Τα πρόσωπά τους εγκατέλειψε η χαρά,
Και οι καρδιές τους γέρικες μα και χαρακωμένες,
Και των χειλιών τους μαύρα πέλαγα χαμόγελο
δεν βρέθηκε εισέτι να ταράξει,
Δάκρυ ουδέν απ’ των ματιών τις
αποστεγνωμένες κοίτες.
Ω Θε μου!
Γιατί να αγνοώ, εάν οι άφωνες κραυγές τους
φτάσουν στα σύννεφα,
στων ουρανών τους θόλους;
Βροχή, το άκουσμα των πράσινων βημάτων.
(από την απόδοση στην αγγλική των Zuzanna Olszewska και Belgheis Alavi)
 
Είθε (γκαζάλ)
Είθε απ’ το κρασί της ομορφιάς του
να μπορούσα να χορτάσω
ή να καώ στις φλόγες της αγάπης του
και κυριεύσω την καρδιά του
Είθε στο πρόσωπό του δάκρυ να ήμουνα που θάλλει
ή ένας βόστρυχος από τα μοσχομυριστά μαλλιά του
Είθε σκόνη στο δρόμο του που είχε καθιζάνει να ‘μουν,
αυτή που σιγολιώνει κάτω απ’ τον ήλιο της ματιάς του
Κάποια παρέλαση είθε να ήμουν μυστική μπροστά του
ή στ’ ασάλευτα χείλη του η σπάνια μιλιά του
Είτε σκιά, τον φίλο μου να συνοδεύω σε κάθε του ανάσα,
ή ξάγρυπνη ως τα παράωρα να παραμένω,
ενεή απ’ τη θωριά του
Τον νου μου αφιερώνω στην ελπίδα της καρδιάς μου, που απ’ τον χωρισμό ραγίζει,
Κλείνω τη θύρα μου στη θλίψη, γίνομαι πλέρια σεληνόφως στην υγειά του.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Στη συντροφιά της Κόρης της Άνοιξης
Τραγουδιστή βροχή σε έφερε εδώ
Και τις ματιές μου έκανες να επιταχύνουν.
Η όψη σου εγείρει ταραχή,
Έφερες αλλαγή στον κήπο του ονείρου.
Τί ρίγος είσαι; Τί είδους αρμονία, που η μορφή σου
Κάνει το κάθε φύλλο σου με τον εαυτό του να χορεύει;
Τα ερωτικά μπουμπούκια σου κι η συστολή,
ο αέρας και το φως:
Δουλεύουν όλα με προσήλωση,
το βλέμμα μου αγνοώντας.
Πώς γνώρισες το περιστέρι τόσο καλά
που μυστικά του θα σου πει, μόλις σε αντικρίσει;
Κι αν, πονηρή, ήμουνα φίλη σου εγώ;
Θα μου ‘λεγες, ποια σοφία σου ‘χε τραγουδήσει;
Κι αν, οικοδέσποινα, το ποίημα σου ‘ναι αρεστό,
Κάτω από σκιά κυπαρισσιού προσκάλεσέ με,
Να με καθίσεις σε χαλί από τριφύλλι πλουμιστό,
Και δυο γλυκούς βασιλικούς για δώρο πρόσφερέ μου.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Αιώνιος λάκκος
Κάποτε με τα οικεία ήταν πλήρης.
Τα χέρια της βλαστάρι φύτεψαν άνευ ριζών
με τη διαίσθηση-
ούτω θα τρανέψει.
Κάποτε, στου νου της έαρ φωτεινό
έτρεχαν τόσες μεγάλες σκέψεις.
Κάποτε και κατά καιρούς
δέντρα δια χειρός ημέρευε.
Κάποτε, ήταν υπάκουα ακόμη και τα σωθικά της,
ίσως τη δύναμή της έτρεμαν.
Όμως τώρα
άχρηστα πια τα χέρια κι αδρανή,
οι οφθαλμοί, καμένες κόγχες,
και οι λαμπρές της σκέψεις, θαμμένες σ’ ένα βάλτο,
ξεθωριάζουν.
Ούτε τα πόδια της δεν εμπιστεύεται
γιατί την αψηφούν,
την πάνε εκεί που δεν επιθυμεί να πάει.
Και έτσι κάθεται σε μία σιωπηρή γωνιά
χαμένη σε μια θάλασσα του σκότους
άδεια από αίσθηση του χρόνου
σε κείνον
τον αιώνιο λάκκο.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Τραγικές ιστορίες
Ω ιστορίες τραγικές,
στις καρδιές μας ενδιαίτημα έχετε κάνει.
Τα μάτια αυτά τα θλιβερά, τα μάγουλα
κίτρινα και βαθουλωμένα,
είναι της παρουσίας σας τα ζοφερά σημάδια.
Ω μελαγχολικά κλαδιά!
Άνοιξες και φθινόπωρα εκατό έρχονται
και φεύγουν,
μαραίνονται μπουμπούκια
με σημαδεμένες τις καρδιές,
αίρονται πολιορκίες εκατό,
καραβάνια εκατό περνούνε,
ο Φαραώ πεθαίνει και τελειώνει η ιστορία του Νεμρώδ–
κι εσείς εκεί, ακόμα πράσινα και φρέσκα,
λες κι από κήπου μήτρα μόλις ξεπροβάλατε.
Ω δυστυχία που καψαλίζει!
Φύγε μακριά απ’ τα όρια των καρδιών μας–
δεν είναι τα μόνα πράγματα που αξίζει να καούν,
για μια φορά, πέρνα από κάποιου άλλου σπίτι!
Ω τραγικές ιστορίες,
μας κατακλύζει πια η συντροφιά σας.
Αν δεν αναζητάτε νέο σπίτι, φυλαχτείτε:
αύριο θα διαβούμε τα θλιβερά ερείπια της ζωής–
και τότε, άθλιες κι εκτεθειμένες
θα μείνετε στο κολαστήριο του χρόνου
δίχως στέγη.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Πλούτος
Μια μέρα, οι σκέψεις μου, αντί γι’ αέρα παγερό,
πυροτεχνήματα θα γίνουν.
Μια μέρα, τα μάτια μου ορθάνοιχτα θα είναι,
τόσο που
στη θέα των φύλλων που σμπαράλιασε ο ωκεανός,
θα πλέουν όπως πρώτα.
Μια μέρα, τα χέρια μου θα γίνουν υφαντές
και στης επίγειας ζωής την παντέρημη χώρα
θα φτιάξουν φόρεμα από σιτάρι και άνθη.
Μια μέρα, ένα νανούρισμα
θα φέρει ύπνο στων άστεγων παιδιών
τα κουρασμένα μάτια.
Μια μέρα θα υμνήσω
το πνεύμα της φωτιάς
με της βροχής τα απαλά τραγούδια.
Τη μέρα εκείνη
θα γράψω ένα πλούσιο και εξυψωμένο ποίημα
που θα ‘χει του καρπού γλυκύτητα
και του φεγγαριού ομορφιά.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
Στη μνήμη της Νάντια Ανζουμάν
 
Thomas Kerrigan
Η πτώση του κορυδαλλού
«Δεμένα τα φτερά μου… Να πετάξω δεν μπορώ»,
Έγραψε εκείνη, πριν κατακορύφως πέσει,
Πλάσμα που ανήκε λιγότερο στη γη από τον ουρανό,
Κορυδαλλός θαρρείς από νταήδες σκοτωμένος,
Έπεσε καταγής, και σίγησε η φωνή της,
Έμεινε θλιβερός σωρός οστών θρυμματισμένων.
Όμοιό της χάρισμα, τι υπομένει μια ζωή
Εκεί που η άγνοια λιθοβολεί την τέχνη,
Και οι θρασύδειλοι, της κόβουν τη φωνή;
Θέλει βουλή η επιλογή να τραγουδάει·
Πρέπει να γνώριζε ενστικτωδώς:
Πρώτο σκοτώνουν το πουλί που κελαηδάει.
 
Michael R. Burch
Η τραγουδοποιός
Κλεισμένη σε θώρακα κατάλευκο, η καρδιά
να φτερουγίζει άγρια, ω! και πάντοτε να τραγουδά
ενάντια στο πνιγηρό σκοτάδι: αυτό μονάχα ξέρει
ώσπου εν τέλει αισθανθεί κεντρί να την μουδιάζει
του θανάτου. Τότε, σύντομο όραμα ζωής περνά σαν αστραπή,
τη νύχτα επιβάλλοντας σε όποιον βλέμμα έχει εναργές.
    
Την φωτεινή καρδιά σου άρπαξε ο θάνατος, κρατώντας τη σφιχτά, ώσπου το στόμα του–
φαρμακερό, με δόντια κοφτερά– ολόκληρο το δέος σoυ κατάπιε.
Κι όμως δεν ήταν τόσο o θάνατος όσο εσύ
που σφράγισες τη μοίρα σου· δεν μπόρεσες να μην τραγουδάς
και να σιωπήσεις. Και τώρα, ιδού του τάφου σου
λευκό αλαβάστρινο κλουβί: χλωμό, άθλιο πράγμα!
 
Όμως δε θα ‘ναι η φυλακή σου εδώ, σοφό πουλί!
Τα λόγια σου ελεύθερα κυλούν· σήκω, τραγούδα, πέτα, ζήσε πάλι.
 
Ξένια Καλαϊτζίδου
Πρώτη δημοσίευση, Λογοτεχνικό Δελτίο, τεύχος 22ο, Ιούνιος 2022, Φιλολογικός Όμιλος Θεσσαλονίκης