Αν η ποίηση είναι ένα πορτοκάλι πόσο θα άλλαζε η γεύση της με τη μετάφραση

Ομιλία Χλόης Κουτσουμπέλη στην Πανελλήνια Ένωση Μεταφραστών

Ας φανταστούμε πως βρισκόμαστε στην ανοιχτή θάλασσα, πως οι τοίχοι αυτής της αίθουσας γίνονται ρευστοί κι εμείς πλέουμε στο πέλαγος και μέσα στην νύχτα ξάφνου ακούγεται ένα τραγούδι, το πιο μυστικό, το πιο απόκρυφο, το πιο σαγηνευτικό, ένα αρχαίο τραγούδι που διασχίζει τον χώρο και το χρόνο, το τραγούδι της φάλαινας…

Ποιος μπορεί να μεταφράσει το τραγούδι της φάλαινας; Τι ζητά άραγε αυτή η αρσενική καμπουροφάλαινα, τι ψάχνει, τι χρειάζεται, τι θέλει, αναζητά το ταίρι της, προσπαθεί να γοητεύσει, να προσελκύσει, μήπως ονειρεύεται, μήπως πονάει, μήπως ερωτεύεται;

Όλες οι φάλαινες του κοπαδιού μοιράζονται το ίδιο τραγούδι, ίσως η μια αντιγράφει το τραγούδι της άλλης. Τι πληροφορίες άραγε μοιράζονται οι φάλαινες του κοπαδιού, τους άγριους εφιάλτες τους, τα όνειρά τους, τρόπους επιβίωσης, αναγγελία του καθημερινού δείπνου;

Continue reading

Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, «Το έργο του Κ. Π. Καβάφη», (Εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα)

Του Δημήτρη Τρωαδίτη

Το βιβλίο αυτό αποτελεί συλλογή κειμένων που έγραψε ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης για τον Κωνσταντίνο Καβάφη όταν ο ίδιος ήταν εγκατεστημένος και δημιουργούσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου την εποχή της πνευματικής (και όχι μόνο) ακμής της εκεί ελληνικής παροικίας.

Όπως γράφει ο Γ. Π. Σαββίδης στον εκτεταμένο πρόλογο του βιβλίου, η συγκέντρωση και έκδοση των κειμένων αυτών σε έναν τόμο ήταν στοιχειώδες χρέος τιμής των νεώτερων καβαφιστών απέναντι στη μνήμη του ανθρώπου αυτού ο οποίος θεμελίωσε τη συστηματική κριτική μελέτη του έργου του μεγάλου Αλεξανδρινού. Και όμως μέχρι σήμερα, ο Γ. Βρισιμιτζάκης, αν και δικαιούται πλήρως την πρώτη θέση στην ιστορία των καβαφικών μελετών, παραμένει λησμονημένος ως ποιητής, αγνοημένος ως στοχαστής, αυτόβουλος “προσκυνητής της σιωπής και της λήθης” (όπως είναι ο τίτλος ενός έργου του).

Continue reading

Λεό Φερρέ: Ποιητής του έρωτα και της επανάστασης

Λεό Φερρέ (Léo Ferré, Monaco, 24 Αυγούστου 1916 – Castellina-in-Chianti Toscane, 14 Ιουλίου 1993). Γάλλος ποιητής του έρωτα και της αναρχίας, μουσικός συνθέτης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στο Μονακό (Monaco) από Γάλλο πατέρα (τον Ζοζέφ Φερρέ, προσωπάρχη του εκεί καζίνου) και Ιταλίδα μητέρα (την Μαρία Σκότο). Πήρε αυστηρά χριστιανική παιδεία στο σχολείο «Ecole des Freres des Ecoles Chretiennes» και στο κολλέγιο «College Saint-Charles» της Bordighera και από μικρός έδειξε κλίση στην μουσική: επταετής ακόμα συμμετείχε στην χορωδία του καθεδρικού ναού του Μονακό, δύο χρόνια αργότερα, το 1925, άρχισε να συνθέτει μουσικά κομμάτια και την επόμενη χρονιά, το 1926, μελοποίησε ποιήματα του Πωλ Βερλαίν (Paul Verlaine, 1844 – 1896)

Continue reading

Κώστας Δεσποινιάδης «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (Εκδόσεις “Πανοπτικόν”)

Ο Κώστας Δεσποινιάδης προσπαθεί να ασκήσει μια συνολική κριτική στην επικρατούσα απάτη. Ο ίδιος, σε συνέντευξή του, το έχει συμπυκνώσει στην εξής φράση: «Ολική αντιπαράθεση με το κυρίαρχο φαντασιακό». Τα δυο προηγούμενα βιβλία του με τίτλους «Φραντς Κάφκα – ο ανατόμος της εξουσίας» και «Πόλεμος και ασφάλεια – σχόλια στην εποχή της αντιτρομοκρατικής υστερίας» αντίστοιχα, μας δίνουν ακριβώς το στίγμα του και την οπτική του, όπως, βέβαια, και το ίδιο το «Πανοπτικόν» (εκδόσεις και περιοδικό). Στο «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» συγκεντρώνει 18 κείμενά του που πρωτοδημοσιεύτηκαν σε γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας («Εντευκτήριο», «Ένεκεν», «Πλανόδιον») την περίοδο 2001–2010.

Continue reading

Γιάννης Λειβαδάς, Η Ποίηση και η Κατάσταση

Η ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση, δηλαδή, κάθε τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε, λίγο ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.

Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό και αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Διότι μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής.

Continue reading

Mothers from the Edge (edited by Helen Nickas, Owl Publishing Melbourne 2006)

Του Δημήτρη Τρωαδίτη

Ο εν πολλοίς σημαντικός, αλλά και καθοριστικός, αυτός τόμος, περιλαμβάνει αφηγήσεις από 28 Ελληνίδες συγγραφείς της Διασποράς στην Αυστραλία. Σημαντικός τόμος γιατί γράφτηκε και κυκλοφόρησε από γυναίκες και για γυναίκες και καθοριστικός γιατί αποτέλεσε μια πρώτη σοβαρή προσπάθεια να αποκτήσουν φωνή οι γυναίκες αυτές μέσα από τις ιστορίες των μητέρων τους που μετανάστευσαν στα χρόνια του μαζικού ερχομού στην Αυστραλία, αλλά και της σχέσης που είχαν/έχουν οι ίδιες με τις κόρες τους.

Οι 28 αυτές γυναίκες αποτελούν η κάθε μια τον κρίκο μιας αλυσίδας αναλύοντας το θέμα “μητέρες και κόρες”. Όλες συνδέονται μεταξύ τους και μόνο από το γεγονός ότι ολες είναι γυναίκες, όλες είναι κόρες. Αρκετές από αυτές είναι μητέρες και κάποιες γιαγιάδες. Όλες έχουν ελληνική καταγωγή προερχόμενες από οικογένειες που μετανάστευσαν από την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και από άλλοτε συμπαγείς ελληνικές κοινότητες από τη Μικρά Ασία ώς τη Ρουμανία και από εκεί στην Ανατολική Ευρώπη. Εκτός από μια, όλες ζουν στην Αυστραλία.
Continue reading

Η ποίηση είναι τα «ίσως», τα «πιθανόν», τα «ενδεχομένως»

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Ο 73χρονος Μάρκος Μέσκος, μία από τις σημαντικότερες φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, είναι δυσκολοθώρητος. Θα έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε και να τον ακούσουμε απόψε στις 7, στην αίθουσα MC2 του Μεγάρου Μουσικής, στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων «Η ελληνική ποίηση σήμερα».

Η πρώτη μεγάλη εμφάνισή του συμπίπτει με τα πενήντα χρόνια από την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής «Πριν από το θάνατο». Η είσοδος είναι ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας, μία ώρα πριν από την κανονική έναρξη της διάλεξης. Τον συναντήσαμε σε αθηναϊκή καφετέρια της οδού Ασκληπιού.

«Ενας ορισμός της ποίησής μου: ο απελπισμένος έρωτας της ουτοπίας», λέει ο Μάρκος Μέσκος

– Η ποίηση έχει ομορφιά, κι αν ναι, περιγράφεται με λόγια;

«Την ομορφιά της ποίησης την υπολογίζω ως ένα αποκούμπι, που ενδεχομένως βοηθάει την αυτογνωσία μας και την ύπαρξη της οντότητάς μας. Η ποίηση είναι μία προσφορά που δεν εισπράττεται ποτέ, γι’ αυτό χρησιμοποιώ συχνά τα επιρρήματα “ίσως”, “πιθανόν” και “ενδεχομένως”. Οι βεβαιότητες είναι ελάχιστες στο χώρο της ποίησης. Να θυμηθούμε και τον Ρίλκε, ο οποίος υποστήριξε ότι η ποίηση είναι “η ομορφιά του τρομερού”, όχι του τρομακτικού, αλλά της τρομερής δύναμης».

Continue reading

Μάριος Χάκκας, Ένας αγνοημένος φιλέλληνας

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ήταν ένας απλός ταγματάρχης. Περιοδεύοντας από τάγμα σε τάγμα, τον παραστέκανε δυο νεαροί λοχαγοί, πλαισιωμένοι κι αυτοί, δεξιά από τον κάθε φορά αλφαδύο αξιωματικό της μονάδας, αριστερά από το βοηθό υπαξιωματικό του ίδιου γραφείου. Και οι πέντε μαζί αποτελούσαν την επιτροπή ηθικής αγωγής, ένα ανώτερο δικαστήριο ψυχών, πενταμελές εφετείο με κατασταλαγμένες απόψεις, τελεσίδικες σκέψεις για το τι είναι εθνικώς επιζήμιο.

Για αίθουσα δικαστηρίου χρησίμευε το καψιμί, ένα λαμαρινένιο τούνελ που ανεμπόδιστα το διαπερνούσε ο βαρδάρης, απ΄ όλες τις μπάντες, συμβάλλοντας σ΄ εκείνη την παγωμένη ατμόσφαιρα που ταιριάζει σε τέτοιους επίσημους χώρους. Στην απαιτούμενη επισημότητα συνέτεινε και η γύμνια του καψιμί. Όλα τα ψυχαγωγικά όργανα, τράπουλες ξεμερντισμένα ποδοσφαιράκια και τάβλι, είχαν εξαφανιστεί μαζί με τα λιγοστά τραπεζάκια και τις σαραβαλιασμένες καρέκλες, αφήνοντας ελεύθερο χώρο για μια διμοιρία εφ΄ ενός ζυγού.
Continue reading

Yannis Ritsos Poems


Selected Books
Translated by Manolis Aligizakis
Edited by Apryl Leaf
LibrosLibertad, Surrey BC
Review by Amy Henry

A careful hand is needed to translate the poems of Yannis Ritsos, and Manolis is the ideal poet to undertake such an enormous task. Born in Crete, Manolis’s youth was intermingled with the poetry of Ritsos.

Once a young man moved by the Theodorakis version of Epitaphios, he’s now a successful poet in his own right who is still moved to tears hearing the refrains of those notes from half a century ago. His Greek heritage, with its knowledge of the terrain, people, history and cultural themes, makes his translation all the more true to what Ritsos intended. Having visited the very places of which Ritsos wrote, he knows how the light and sea shift, and how Ritsos imagined those changes as being a temperament and personality of the Greece itself.
Continue reading

Leonide Andreieff, Το Κόκκινο Γέλιο

Απόσπασμα πρώτον

… Τρέλλα και φρίκη!

Αισθάνθηκα τούτο για πρώτη φορά, όταν κάναμε πορεία για το Ν… Είχαμε δέκα ώρες που εβαδίζαμε αδιάκοπα, χωρίς να σταθούμε, χωρίς να επιβραδύνωμε την πορεία μας, χωρίς να συλλέξωμε τους νεκρούς μας, αφήνοντας αυτούς στον εχθρό που μας παρακολουθούσε συμπαγείς όγκους και σε διάστημα τριών τεσσάρων ωρών έσβηνε με τα πόδια του τα ίχνη μας. Δεν ξέρω τον αριθμό των βαθμών: 40, 50 ή περισσότερο.

Ξέρω μόνον ότι ήταν αδιάκοπη, απελπιστικά μονότονη, βαρειά. Ο ήλιος ήταν υπερμεγέθης, φλογερός, τρομερός, σαν να καίωνταν κι αυτή σ’ ολίγο απ’ την αλύπητη φωτιά του. Η κόρη, μικρή και συμμαζεμένη, μικρή σαν κόκκος παπαρούνας, του κάκου ζητούσε το σκότος κάτω απ’ τον ίσκιο των χαμηλωμένων βλεφάρων. Ο ήλιος περνούσε το λεπτό περικάλυμμα και εισωρμούσε στον κουρασμένο εγκέφαλο. Αλλά παρ’ όλα ταύτα ήμασταν καλά έτσι και, επί πολύ, πολλές ώρες ίσως εβάδιζα με κλειστά τα μάτια, ακούοντας το πλήθος να κινήται, ακούοντας τον κρότον των ποδών ανθρώπων και ζώων, το τρίξιμο των σιδερένιων τροχών, … τη βαρειά και ασθμαίνουσα αναπνοή και τον κρότο των ξηρών χειλιών.

Αλλά δεν άκουα ομιλίες. Όλοι εσιωπούσαν, σαν να ήσαν στρατός βουβών, που προχωρούσε κι όταν κανένας έπεφτε, έπεφτε σιωπηλά, οι άλλοι εσκόνταφταν επάνω στο σώμα του, εσηκώνονταν σιωπηλά και χωρίς να στραφούν οπίσω, επροχωρούσαν, ωσάν όλοι οι βουβοί αυτοί άνθρωποι να ήσαν ταυτοχρόνως κουφοί και τυφλοί. Εσκόνταφτα επίσης κι έπεφτα και τότε άνοιγα τα μάτια άθελα κι εκείνο που έβλεπα μου φαίνονταν σαν άγριο φάντασμα, φρικτή φρενητίασις της γης σε παραφροσύνη…

Ο παραζεσταμένος αέρας εφλόγιζε σε σημείο να λυώση κανείς, οι πέτρες εφλόγιζαν επίσης σιωπηλά κι οι απόμακρες γραμμές των ανδρών, σ’ ένα κλώσμα του δρόμου, τα κανόνια και τα’ άλογα εξεχώριζαν από τη γη κι χωρίς τον παραμικρό θόρυβο εταλαντεύοταν σαν μια μάζα γλοιώδης, σαν να ήτα στρατός σκιών αϋλών κι όχι ανδρών ζωντανών που εβάδιζε. Ο ήλιος παμμεγέθης, κοντά, τρομερός, είχεν ανάψει επάνω σε κάθε σωλήνα όπλου, σε κάθε μεταλλική πλάκα, χιλιάδες μικρών ήλιων, εκθαμβωτικών, κι απ’ όλα τα μέρη, από τις πλευρές, από κάτω εισωρμούσαν στα μάτια, καυτεροί, ακονισμένοι σαν λόγχες φοβερές. Κι η ζέστη αποξηραντική, καυστική, έμπαινε ως αυτό το βάθος του σώματος, στα …

…κάποτε ότι το που κινούταν επάνω στους ώμους δεν ήταν κεφαλή, αλλά μια σφαίρα παράξενη, αλλοιώτικη, βαρειά κι ελαφριά, ξένη και τρομερή.

Και τότε, και τότε έξαφνα θυμήθηκα το σπίτι μου, ξαναείδα μια γωνιά της κάμαρής μου, ένα κομμάτι χαρτί γαλάζιο, μια γαράφα νερό κατασκονισμένη, άθικτη πάνω στο τραπέζι μου – στο τραπέζι μου που το ένα πόδι κοντότερο απ’ τα τρία άλλα, ήταν στηριγμένο επάνω σ’ ένα κομμάτι διπλωμένο χαρτί. Και στην παράπλευρη κάμαρη, χωρίς να τους βλέπω, φαίνονται νάνε η γυναίκα μου και το παιδί μου. Αν μπορούσα θα φώναζα, τόσο αυτή η θέα η απλή και οικεία – αυτό το κομμάτι του γαλάζιου χαρτιού, αυτή η γαράφα η σκονισμένη κι άθικτη – ήταν παράξενη.

Ξέρω ότι σταμάτησα, σηκώνοντας τα χέρια, αλλ’ επειδή κάποιος μ’ έσπρωξε από πίσω, ξανάρχισα το γρήγορο βάδισμα μου, τρέχοντας Κύριος οίδε πού, χωρίς να αισθανθώ ούτε την κούρασι ούτε τη ζέστη. Κι εβάδιζα επί πολύ έτσι ανάμεσα στις ατέλειωτες σιωπηλές γραμμές, δίπλα σους κόκκινους λαιμούς, τους φλογισμένους από την ήλιο, εγγίζοντας σχεδόν τις καυστικές λόγχες τις αδύνατα χαμηλωμένες, όταν έξαφνα μια ιδέα μ’ έκανε να σταματήσω. Διερωτώμουνα πού πήγαινα τόσο γρήγορα. Χωρίς να επιβραδύνω το βήμα, εστράφηκα παράπλευρα και διήνοιξα δρόμο προς τον ελεύθερο χώρο, διέσχισα μια χαράδρα κι εκάθισα σε μια πέτρα, ωσάν η σκληρή και καυστική αυτή πέτρα να ήταν ο σκοπός όλων μου των προσπαθειών.

Και τότε αισθάνθηκα «τούτο» για πρώτη φορά. Είδα ότι οι άνδρες αυτοί που εβάδιζαν σιωπηλοί κάτω από τις φλογερές ακτίνες του ήλιου, μισοπεθαμένοι από την κούρασι και τη ζέστη, που εταλαντεύονταν κι έπεφταν, ήσαν τρελλοί. Αγνοούν πού πηγαίνουν, αγνοούν την αιτία για την οποία ευρίσκονται κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο, δεν ξέρουν τίποτε. Δεν έχουν κεφαλή επάνω στους ώμους, αλλά σφαίρες παράξενες και τρομερές. Να ένας που όπως κι εγώ γλυστρά γρήγορα ανάμεσα στις γραμμές, να ένας άλλος, ένας τρίτος. Να μια κεφαλή αλόγου με τρελά μάτια, με σαγόνια διάπλατα ανοιχτά, που προμαντεύουν μια παράξενη κραυγή, σηκώνεται και πέφτει. Το πλήθος συνωθείται σ’ αυτό το μέρος, ακούονται φωνές στριγγές, και υπόκωφες, ένας ξερός πυροβολισμός, έπειτα η σιωπηλή κι ατέλειωτη κίνησις ξαναρχίζει.

(Ακολουθεί)

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Εστία», Νο1, Πάτρα, 25 Μαρτίου 1923, σελ. 6, στη σειρά «Ξένη Φιλολογία». Δεν έχουμε το επόμενο τεύχος οπότε και τη συνέχεια του κειμένου. Διατηρείται η ορθογραφία και το συντακτικό, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.