Λεό Φερρέ: Ποιητής του έρωτα και της επανάστασης

Λεό Φερρέ (Léo Ferré, Monaco, 24 Αυγούστου 1916 – Castellina-in-Chianti Toscane, 14 Ιουλίου 1993). Γάλλος ποιητής του έρωτα και της αναρχίας, μουσικός συνθέτης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στο Μονακό (Monaco) από Γάλλο πατέρα (τον Ζοζέφ Φερρέ, προσωπάρχη του εκεί καζίνου) και Ιταλίδα μητέρα (την Μαρία Σκότο). Πήρε αυστηρά χριστιανική παιδεία στο σχολείο «Ecole des Freres des Ecoles Chretiennes» και στο κολλέγιο «College Saint-Charles» της Bordighera και από μικρός έδειξε κλίση στην μουσική: επταετής ακόμα συμμετείχε στην χορωδία του καθεδρικού ναού του Μονακό, δύο χρόνια αργότερα, το 1925, άρχισε να συνθέτει μουσικά κομμάτια και την επόμενη χρονιά, το 1926, μελοποίησε ποιήματα του Πωλ Βερλαίν (Paul Verlaine, 1844 – 1896)

Continue reading

Κώστας Δεσποινιάδης «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (Εκδόσεις “Πανοπτικόν”)

Ο Κώστας Δεσποινιάδης προσπαθεί να ασκήσει μια συνολική κριτική στην επικρατούσα απάτη. Ο ίδιος, σε συνέντευξή του, το έχει συμπυκνώσει στην εξής φράση: «Ολική αντιπαράθεση με το κυρίαρχο φαντασιακό». Τα δυο προηγούμενα βιβλία του με τίτλους «Φραντς Κάφκα – ο ανατόμος της εξουσίας» και «Πόλεμος και ασφάλεια – σχόλια στην εποχή της αντιτρομοκρατικής υστερίας» αντίστοιχα, μας δίνουν ακριβώς το στίγμα του και την οπτική του, όπως, βέβαια, και το ίδιο το «Πανοπτικόν» (εκδόσεις και περιοδικό). Στο «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» συγκεντρώνει 18 κείμενά του που πρωτοδημοσιεύτηκαν σε γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας («Εντευκτήριο», «Ένεκεν», «Πλανόδιον») την περίοδο 2001–2010.

Continue reading

Γιάννης Λειβαδάς, Η Ποίηση και η Κατάσταση

Η ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση, δηλαδή, κάθε τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε, λίγο ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.

Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό και αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Διότι μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής.

Continue reading

Mothers from the Edge (edited by Helen Nickas, Owl Publishing Melbourne 2006)

Του Δημήτρη Τρωαδίτη

Ο εν πολλοίς σημαντικός, αλλά και καθοριστικός, αυτός τόμος, περιλαμβάνει αφηγήσεις από 28 Ελληνίδες συγγραφείς της Διασποράς στην Αυστραλία. Σημαντικός τόμος γιατί γράφτηκε και κυκλοφόρησε από γυναίκες και για γυναίκες και καθοριστικός γιατί αποτέλεσε μια πρώτη σοβαρή προσπάθεια να αποκτήσουν φωνή οι γυναίκες αυτές μέσα από τις ιστορίες των μητέρων τους που μετανάστευσαν στα χρόνια του μαζικού ερχομού στην Αυστραλία, αλλά και της σχέσης που είχαν/έχουν οι ίδιες με τις κόρες τους.

Οι 28 αυτές γυναίκες αποτελούν η κάθε μια τον κρίκο μιας αλυσίδας αναλύοντας το θέμα “μητέρες και κόρες”. Όλες συνδέονται μεταξύ τους και μόνο από το γεγονός ότι ολες είναι γυναίκες, όλες είναι κόρες. Αρκετές από αυτές είναι μητέρες και κάποιες γιαγιάδες. Όλες έχουν ελληνική καταγωγή προερχόμενες από οικογένειες που μετανάστευσαν από την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και από άλλοτε συμπαγείς ελληνικές κοινότητες από τη Μικρά Ασία ώς τη Ρουμανία και από εκεί στην Ανατολική Ευρώπη. Εκτός από μια, όλες ζουν στην Αυστραλία.
Continue reading

Η ποίηση είναι τα «ίσως», τα «πιθανόν», τα «ενδεχομένως»

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Ο 73χρονος Μάρκος Μέσκος, μία από τις σημαντικότερες φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, είναι δυσκολοθώρητος. Θα έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε και να τον ακούσουμε απόψε στις 7, στην αίθουσα MC2 του Μεγάρου Μουσικής, στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων «Η ελληνική ποίηση σήμερα».

Η πρώτη μεγάλη εμφάνισή του συμπίπτει με τα πενήντα χρόνια από την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής «Πριν από το θάνατο». Η είσοδος είναι ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας, μία ώρα πριν από την κανονική έναρξη της διάλεξης. Τον συναντήσαμε σε αθηναϊκή καφετέρια της οδού Ασκληπιού.

«Ενας ορισμός της ποίησής μου: ο απελπισμένος έρωτας της ουτοπίας», λέει ο Μάρκος Μέσκος

– Η ποίηση έχει ομορφιά, κι αν ναι, περιγράφεται με λόγια;

«Την ομορφιά της ποίησης την υπολογίζω ως ένα αποκούμπι, που ενδεχομένως βοηθάει την αυτογνωσία μας και την ύπαρξη της οντότητάς μας. Η ποίηση είναι μία προσφορά που δεν εισπράττεται ποτέ, γι’ αυτό χρησιμοποιώ συχνά τα επιρρήματα “ίσως”, “πιθανόν” και “ενδεχομένως”. Οι βεβαιότητες είναι ελάχιστες στο χώρο της ποίησης. Να θυμηθούμε και τον Ρίλκε, ο οποίος υποστήριξε ότι η ποίηση είναι “η ομορφιά του τρομερού”, όχι του τρομακτικού, αλλά της τρομερής δύναμης».

Continue reading

Μάριος Χάκκας, Ένας αγνοημένος φιλέλληνας

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ήταν ένας απλός ταγματάρχης. Περιοδεύοντας από τάγμα σε τάγμα, τον παραστέκανε δυο νεαροί λοχαγοί, πλαισιωμένοι κι αυτοί, δεξιά από τον κάθε φορά αλφαδύο αξιωματικό της μονάδας, αριστερά από το βοηθό υπαξιωματικό του ίδιου γραφείου. Και οι πέντε μαζί αποτελούσαν την επιτροπή ηθικής αγωγής, ένα ανώτερο δικαστήριο ψυχών, πενταμελές εφετείο με κατασταλαγμένες απόψεις, τελεσίδικες σκέψεις για το τι είναι εθνικώς επιζήμιο.

Για αίθουσα δικαστηρίου χρησίμευε το καψιμί, ένα λαμαρινένιο τούνελ που ανεμπόδιστα το διαπερνούσε ο βαρδάρης, απ΄ όλες τις μπάντες, συμβάλλοντας σ΄ εκείνη την παγωμένη ατμόσφαιρα που ταιριάζει σε τέτοιους επίσημους χώρους. Στην απαιτούμενη επισημότητα συνέτεινε και η γύμνια του καψιμί. Όλα τα ψυχαγωγικά όργανα, τράπουλες ξεμερντισμένα ποδοσφαιράκια και τάβλι, είχαν εξαφανιστεί μαζί με τα λιγοστά τραπεζάκια και τις σαραβαλιασμένες καρέκλες, αφήνοντας ελεύθερο χώρο για μια διμοιρία εφ΄ ενός ζυγού.
Continue reading

Yannis Ritsos Poems


Selected Books
Translated by Manolis Aligizakis
Edited by Apryl Leaf
LibrosLibertad, Surrey BC
Review by Amy Henry

A careful hand is needed to translate the poems of Yannis Ritsos, and Manolis is the ideal poet to undertake such an enormous task. Born in Crete, Manolis’s youth was intermingled with the poetry of Ritsos.

Once a young man moved by the Theodorakis version of Epitaphios, he’s now a successful poet in his own right who is still moved to tears hearing the refrains of those notes from half a century ago. His Greek heritage, with its knowledge of the terrain, people, history and cultural themes, makes his translation all the more true to what Ritsos intended. Having visited the very places of which Ritsos wrote, he knows how the light and sea shift, and how Ritsos imagined those changes as being a temperament and personality of the Greece itself.
Continue reading

Leonide Andreieff, Το Κόκκινο Γέλιο

Απόσπασμα πρώτον

… Τρέλλα και φρίκη!

Αισθάνθηκα τούτο για πρώτη φορά, όταν κάναμε πορεία για το Ν… Είχαμε δέκα ώρες που εβαδίζαμε αδιάκοπα, χωρίς να σταθούμε, χωρίς να επιβραδύνωμε την πορεία μας, χωρίς να συλλέξωμε τους νεκρούς μας, αφήνοντας αυτούς στον εχθρό που μας παρακολουθούσε συμπαγείς όγκους και σε διάστημα τριών τεσσάρων ωρών έσβηνε με τα πόδια του τα ίχνη μας. Δεν ξέρω τον αριθμό των βαθμών: 40, 50 ή περισσότερο.

Ξέρω μόνον ότι ήταν αδιάκοπη, απελπιστικά μονότονη, βαρειά. Ο ήλιος ήταν υπερμεγέθης, φλογερός, τρομερός, σαν να καίωνταν κι αυτή σ’ ολίγο απ’ την αλύπητη φωτιά του. Η κόρη, μικρή και συμμαζεμένη, μικρή σαν κόκκος παπαρούνας, του κάκου ζητούσε το σκότος κάτω απ’ τον ίσκιο των χαμηλωμένων βλεφάρων. Ο ήλιος περνούσε το λεπτό περικάλυμμα και εισωρμούσε στον κουρασμένο εγκέφαλο. Αλλά παρ’ όλα ταύτα ήμασταν καλά έτσι και, επί πολύ, πολλές ώρες ίσως εβάδιζα με κλειστά τα μάτια, ακούοντας το πλήθος να κινήται, ακούοντας τον κρότον των ποδών ανθρώπων και ζώων, το τρίξιμο των σιδερένιων τροχών, … τη βαρειά και ασθμαίνουσα αναπνοή και τον κρότο των ξηρών χειλιών.

Αλλά δεν άκουα ομιλίες. Όλοι εσιωπούσαν, σαν να ήσαν στρατός βουβών, που προχωρούσε κι όταν κανένας έπεφτε, έπεφτε σιωπηλά, οι άλλοι εσκόνταφταν επάνω στο σώμα του, εσηκώνονταν σιωπηλά και χωρίς να στραφούν οπίσω, επροχωρούσαν, ωσάν όλοι οι βουβοί αυτοί άνθρωποι να ήσαν ταυτοχρόνως κουφοί και τυφλοί. Εσκόνταφτα επίσης κι έπεφτα και τότε άνοιγα τα μάτια άθελα κι εκείνο που έβλεπα μου φαίνονταν σαν άγριο φάντασμα, φρικτή φρενητίασις της γης σε παραφροσύνη…

Ο παραζεσταμένος αέρας εφλόγιζε σε σημείο να λυώση κανείς, οι πέτρες εφλόγιζαν επίσης σιωπηλά κι οι απόμακρες γραμμές των ανδρών, σ’ ένα κλώσμα του δρόμου, τα κανόνια και τα’ άλογα εξεχώριζαν από τη γη κι χωρίς τον παραμικρό θόρυβο εταλαντεύοταν σαν μια μάζα γλοιώδης, σαν να ήτα στρατός σκιών αϋλών κι όχι ανδρών ζωντανών που εβάδιζε. Ο ήλιος παμμεγέθης, κοντά, τρομερός, είχεν ανάψει επάνω σε κάθε σωλήνα όπλου, σε κάθε μεταλλική πλάκα, χιλιάδες μικρών ήλιων, εκθαμβωτικών, κι απ’ όλα τα μέρη, από τις πλευρές, από κάτω εισωρμούσαν στα μάτια, καυτεροί, ακονισμένοι σαν λόγχες φοβερές. Κι η ζέστη αποξηραντική, καυστική, έμπαινε ως αυτό το βάθος του σώματος, στα …

…κάποτε ότι το που κινούταν επάνω στους ώμους δεν ήταν κεφαλή, αλλά μια σφαίρα παράξενη, αλλοιώτικη, βαρειά κι ελαφριά, ξένη και τρομερή.

Και τότε, και τότε έξαφνα θυμήθηκα το σπίτι μου, ξαναείδα μια γωνιά της κάμαρής μου, ένα κομμάτι χαρτί γαλάζιο, μια γαράφα νερό κατασκονισμένη, άθικτη πάνω στο τραπέζι μου – στο τραπέζι μου που το ένα πόδι κοντότερο απ’ τα τρία άλλα, ήταν στηριγμένο επάνω σ’ ένα κομμάτι διπλωμένο χαρτί. Και στην παράπλευρη κάμαρη, χωρίς να τους βλέπω, φαίνονται νάνε η γυναίκα μου και το παιδί μου. Αν μπορούσα θα φώναζα, τόσο αυτή η θέα η απλή και οικεία – αυτό το κομμάτι του γαλάζιου χαρτιού, αυτή η γαράφα η σκονισμένη κι άθικτη – ήταν παράξενη.

Ξέρω ότι σταμάτησα, σηκώνοντας τα χέρια, αλλ’ επειδή κάποιος μ’ έσπρωξε από πίσω, ξανάρχισα το γρήγορο βάδισμα μου, τρέχοντας Κύριος οίδε πού, χωρίς να αισθανθώ ούτε την κούρασι ούτε τη ζέστη. Κι εβάδιζα επί πολύ έτσι ανάμεσα στις ατέλειωτες σιωπηλές γραμμές, δίπλα σους κόκκινους λαιμούς, τους φλογισμένους από την ήλιο, εγγίζοντας σχεδόν τις καυστικές λόγχες τις αδύνατα χαμηλωμένες, όταν έξαφνα μια ιδέα μ’ έκανε να σταματήσω. Διερωτώμουνα πού πήγαινα τόσο γρήγορα. Χωρίς να επιβραδύνω το βήμα, εστράφηκα παράπλευρα και διήνοιξα δρόμο προς τον ελεύθερο χώρο, διέσχισα μια χαράδρα κι εκάθισα σε μια πέτρα, ωσάν η σκληρή και καυστική αυτή πέτρα να ήταν ο σκοπός όλων μου των προσπαθειών.

Και τότε αισθάνθηκα «τούτο» για πρώτη φορά. Είδα ότι οι άνδρες αυτοί που εβάδιζαν σιωπηλοί κάτω από τις φλογερές ακτίνες του ήλιου, μισοπεθαμένοι από την κούρασι και τη ζέστη, που εταλαντεύονταν κι έπεφταν, ήσαν τρελλοί. Αγνοούν πού πηγαίνουν, αγνοούν την αιτία για την οποία ευρίσκονται κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο, δεν ξέρουν τίποτε. Δεν έχουν κεφαλή επάνω στους ώμους, αλλά σφαίρες παράξενες και τρομερές. Να ένας που όπως κι εγώ γλυστρά γρήγορα ανάμεσα στις γραμμές, να ένας άλλος, ένας τρίτος. Να μια κεφαλή αλόγου με τρελά μάτια, με σαγόνια διάπλατα ανοιχτά, που προμαντεύουν μια παράξενη κραυγή, σηκώνεται και πέφτει. Το πλήθος συνωθείται σ’ αυτό το μέρος, ακούονται φωνές στριγγές, και υπόκωφες, ένας ξερός πυροβολισμός, έπειτα η σιωπηλή κι ατέλειωτη κίνησις ξαναρχίζει.

(Ακολουθεί)

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Εστία», Νο1, Πάτρα, 25 Μαρτίου 1923, σελ. 6, στη σειρά «Ξένη Φιλολογία». Δεν έχουμε το επόμενο τεύχος οπότε και τη συνέχεια του κειμένου. Διατηρείται η ορθογραφία και το συντακτικό, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

Ο ποιητής και μεταφραστής Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970)

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1902. Καταγόταν όμως από την Πάτρα. Ήταν δεύτερος ξάδελφος του ποιητή Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (Jean Moreas). Τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια πέρασε στον Πόρο, το Δραγάτσι και στον Πειραιά, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε τις σπουδές του στο τελευταίο έτος για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και μετά την ολοκλήρωσή της αναγκάστηκε να εργαστεί, έτσι δεν αποφοίτησε παρά το 1938.

Άνοιξε φροντιστήριο στο Νέο Φάληρο και το 1928 διορίστηκε μεταφραστής (μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά) στην ασφαλιστική εταιρεία Αθηναϊκή, όπου παρέμεινε για δέκα περίπου χρόνια. Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο δίδαξε σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια για εικοσιπέντε περίπου χρόνια.

Από το 1937 ώς το 1940 συνεργάστηκε με τη ρουμανική εφημερίδα Le Moment ως γαλλόφωνος φιλολογικός ανταποκριτής. Μετά το 1953 εργάστηκε στην εκπαίδευση στην Κύπρο και την Αίγυπτο (Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και Ισμαηλία).

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα αφοσιώθηκε στις λογοτεχνικές μεταφράσεις και διασκευές ώς το τέλος της ζωής του. Πέθανε από ζάχαρο στο δημοτικό νοσοκομείο της Αθήνας το 1970.

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 και συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Νέοι Βωμοί, Ελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Λόγος, Κύκλος, Ρυθμός, Μπουκέτο, Οικογένεια, Αναγέννησις, Νέα Επιθεώρησις, Το Τρίτο Μάτι, Μακεδονικά Γράμματα και άλλα.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο Ο Παράφωνος Αυλός και εκδόθηκε το 1929. Ακολούθησαν τρεις ακόμη συλλογές, ενώ ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από ποιητικές, πεζογραφικές, θεατρικές και άλλες μεταφράσεις και διασκευές. Η ποίηση του Εμμανουήλ τοποθετείται στα πλαίσια της ελληνικής μεσοπολεμικής ποίησης, ειδικότερα στους νεώτερους ποιητές της γενιάς του είκοσι (ανάμεσα στους Αλέξανδρο Μπάρα, Γιάννη Σκαρίμπα, Ορέστη Λάσκο, Κώστα Ουράνη, Νίκο Καββαδία και άλλους που ακολούθησαν εν μέρει τα χνάρια των Καρυωτάκη, Λαπαθιώτη, Φιλύρα, Άγρα κ.ά.).

Ο Κώστας Στεργιόπουλος διακρίνει στο έργο του δυο φάσεις, την πρωιμότερη που κυριαρχείται από στοιχεία νεορομαντισμού και κοσμοπολιτισμού (στα χνάρια του Κώστα Ουράνη) και τη δεύτερη, που σηματοδότησε το πέρασμά του στο συμβολιστικό ρεύμα και την καθαρή ποίηση των Baudelaire, Valery, Mallarme, αλλά και του Απόστολου Μελαχρινού.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Καίσαρα Εμμανουήλ υπάρχουν τα: Γιαλουράκης Μανώλης, «Εμμανουήλ Καίσαρ», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Καίσαρ Εμμανουήλ», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία – Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.436-439. Αθήνα, Σοκόλης, 1980, Στεργιόπουλος Κώστας, «Ο Καίσαρ Εμμανουήλ και η έκδοση των Ποιημάτων του», Καίσαρ Εμμανουήλ, Ποιήματα · επιμέλεια Κώστα Στεργιόπουλου, σ.13-20. Αθήνα, Πρόσπερος, 1980 και χ.σ., «Εμμανουήλ Καίσαρ», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Εργογραφία

Ι.Ποίηση

• Ο παράφωνος αυλός. Αθήνα, Α.Ι.Ράλλης, 1929.

• Δώδεκα σκυθρωπές μάσκες. Αθήνα, Μαυρίδης, 1931.

• Η δυναστεία των χιμαιρών. 1940.

• Stillae sanguinis. Αθήνα, 1951.

ΙΙ.Μεταφράσεις

• Edgar Allan Poe, Το κοράκι. 1932.

• Paul Valery , Ομιλεί ο Νάρκισσος και άλλα ποιήματα. 1933.

• Stephan Mallarme, Η Ηρωδιάς. 1936.

• Stephan Mallarme, Το απόγευμα ενός φαύνου. 1938.

• Stephan Mallarme, Ίγκιτουρ ή η παραφροσύνη του Ελμπενόν· Μεταφραστής Καίσαρ Εμμανουήλ. Έκδοση του περ. Ποιητική Τέχνη, 1949.

• Arthur Rimbaud, Το μεθυσμένο καράβι. 1947.

ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις

• Ποιήματα · επιμέλεια: Κώστα Στεργιόπουλου. Αθήνα, Πρόσπερος, 1980.

• Μεταφράσεις · επιμέλεια: Τάσου Κόρφη. Αθήνα, Πρόσπερος, 1981.

Ενδεικτικά ποιήματα

 Το Γαλάζιο Kιόσκι

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι

τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι

δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,

βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,

που επάνω από τ’αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου

αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη

παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,

καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη

στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα

θρυμματισμένη απ’τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,

όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,

περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’την αιφνίδια

μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,

που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους

επάνω από τ’αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

Δυο Kαρδιές Hλεκτρισμένες σ’ ένα Tραίνο…

Το πρωί, μέσα στο τραίνο, όπως τη θέση μου

–την ίδια πάντα- παίρνω απέναντί σας,

τ’ ωραίο, λιτό κεφάλι μού προσφέρετε

σα φρούτο σε κρυστάλλινη φρουτιέρα…

Μπροστά σας ένα απλό παιδάκι γίνομαι

που, ορθό σε μια προθήκη φωτισμένη,

νιώθει η καρδιά του απόκρυφα να δένεται

μ’ ένα λαμπρό, γαλάζιο παιχνιδάκι…

Χρόνια με το ίδιο τραίνο ταξιδεύουμε,

λικνίζοντας τ’ απίθανα όνειρά μας:

στο ερωτικό, τ’ αμφίβολο ταξίδι μας,

ω, ας μένουμε κι οι δυο μας πάντα ξένοι!

 Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα       

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη

για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει

στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,

λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,

επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.

μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,

για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,

για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων.

Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας    

Στου ερημικού του πνεύματος τους σκοτεινούς διαδρόμους

άνασσα ωχρή, λυσίκομη, περιδιαβάζει η Τρέλα.

Απ’ το ραβδί της τραγικά κρουσμένη η ωχρή του σκέψη,

σ’ έρημα εστοίχειωσε νησιά με ρόδα ωραία που χύναν

τον πορφυρό τους λήθαργο στην έρημη ψυχή του.

σε πύργους, διάγλυφα όνειρα, όπου η πικρή του ρέμβη,

χρυσή τολύπη, επύκνωσε κάτω από τ’ άστρινα άλση.

Της Βαυαρίας τον άρρωστο ονειρεύομαι ηγεμόνα,

μόνο και ξένο στο «Νησί των ρόδων» κάποια νύχτα.

Σιωπή. Σε τάφους πορφυρούς που έξαλλα ρόδα ανοίγουν

κάτω απ’ τα ράμφη τα χαλκά μιας μυστικής σελήνης,

θα ξεφυλλίζει ο βασιλιάς τις σκοτεινές του σκέψεις.

Άθυμος, αυτεξόριστος και χαοτικός θα νιώθει

μια νύχτα ασφάλτινη στυγνά το νου του να κυκλώνει.

Κι ενώ στ’ αυτοκρατορικά θα τρέμει δάχτυλά του

γυμνή ενός ρόδου περσικού η ερεθισμένη σάρκα,

η ερωτική, αστροκέντητη της Ελισάβετ μνήμη

γλυκά θ’ αυγάζει το θολό κι αβυσσαλέο του πνεύμα,

και τ’ όνομά της, μουσικό θρόισμα, θα σβει στο βάθος

της υπνωμένης πολιτείας των εξορίστων ρόδων.

Νυχτερινή Φαντασίωση           

Νύχθ’ υπό λυγαίαν

                                ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!

Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,

ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν

πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.

Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,

            ο Χάρος,

μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη

από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.

Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,

βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,

να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο

πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες

κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό

            εμηνύσαν

πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,

καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα

μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:

πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,

καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης

οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,

λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα

            άνθη.

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη

κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,

και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,

στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:

Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,

δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του

στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι

(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)

Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,

αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.

Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,

κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–

μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Ομιλεί ένας Παρακμασμένος Nέος       

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη

σ’ ενός λατινικού ναού τα βάθη.

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε,

για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει…

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε

που τους ξανθούς εφήβους θ’ αγαπούσε.

μιαν ώρα πυρετού θε να σχεδιάστηκε,

για τούτο ηδονική είναι η έκφρασή της.

το πρόσωπο λευκό, γλυκό ως το πρόσωπο

παθητικού ερωμένου με φεγγάρι.

τα μάτια έχουν μια μέθη ως να τα λίγωσε

το άρωμα ενός μπουκέτου από βιολέτες.

Τα χείλη, ατόφια λάκα, ως να μαρτύρησαν

σκληρά απ’ τη βία φιλιών ευωδιασμένων.

Η κόμη –θημωνιά σε δύση ολόχρυση–

σαν από χάδια εράσμια ταραγμένη.

Τώρα είναι χρόνια πια που λησμονήθηκε

και πέφτει της το χρώμα λέπια-λέπια,

τα μάτια όμως ακόμα που απομένουνε

δείχνουνε τη χρυσή, σβησμένη ακμή της.

κι εκεί που τα θωρείς, γλυκά κι ασάλευτα,

μέσα στη σιωπηλή εγκατάλειψή τους,

ωραία, για τη μοιραία φθορά τους, άξαφνα,

μαντεύεις μια βροχή μενεξεδένια…

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη

σ’ ενός λατινικού ναού τα βάθη.

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε,

για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει…

(από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)

http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=80

Άρης Αλεξάνδρου: “Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας”

Ο Άρης Αλεξάνδρου είναι ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες συγγραφείς, με πολύ σημαντικό μεταφραστικό έργο -ο οποίος έγινε ιδιαίτερα γνωστός με το μυθιστόρημά του Το Κιβώτιο- αλλά και ποιητής. Τα γραπτά του αντιπροσωπεύουν το ιδεώδες πρότυπο της πνευματικής ανεξαρτησίας. Δεν υποτάχτηκε στις υποδείξεις και προτροπές κάποιας ιδεολογίας και ουδέποτε εντάχθηκε σε κάποιο «κοπάδι» πιστών οπαδών.

Ο Άρης Αλεξάνδρου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη) γεννήθηκε στο Λένινγκραντ από πατέρα Έλληνα (Βασίλη Βασιλειάδη) και μητέρα Ρωσίδα εσθονικής καταγωγής (την Πολίνα Άντοβνα Βίλγκεμσον), το 1922.

Πήγε με την οικογένειά του στην Ελλάδα το 1928 και αφού έμεινε δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο. Έδωσε εξετάσεις και πέρασε στην ΑΣΟΕΕ, όμως εγκατέλειψε σύντομα τις σπουδές του για να ασχοληθεί με τη μετάφραση στα ελληνικά Ρώσων συγγραφέων στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη, με το ψευδώνυμο Άρης Αλεξάνδρου (1943).

Από την εποχή της μεταξικής δικτατορίας, ο Αλεξάνδρου μαζί με μερικούς φίλους του, είχε δημιουργήσει μια ομάδα μαρξιστικού προσανατολισμού, η οποία συνέχισε τη δράση της τον πρώτο καιρό της κατοχής. Το 1941 η ομάδα αυτή προσχώρησε σε μια κομμουνιστική οργάνωση από μέλη της πρώην ΟΚΝΕ, από την οποία όμως ο Αλεξάνδρου αποχώρησε ένα χρόνο αργότερα.

Οι αγγλικές δυνάμεις τον συνέλαβαν το 1944 και τον έστειλαν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα. Παρέμεινε έγκλειστος εκεί μέχρι τον Απρίλιο του 1945. Από τότε και για 15 χρόνια, ο Άρης Αλεξάνδρου γνώρισε διώξεις και εκτοπίστηκε για τις πολιτικές του ιδέες στη Λήμνο, τη Μακρόνησο, τον Άγιο Ευστράτιο και αλλού. Το 1948, μολονότι δεν είχε ουδεμία ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο, καταδικάστηκε σε αναγκαστικό «παραθερισμό» στα διάφορα στρατόπεδα εκτόπισης (Ιούλης 1948-Δεκέμβρης 1951). Το 1952 συλλαμβάνεται ξανά και καταδικάζεται σε 10 χρόνια φυλάκιση (ειρκτή) ως ανυπότακτος για την περίοδο που ήταν εξόριστος!! Αποφυλακίστηκε μετά από αναθεώρηση της δίκης, αφού συμπλήρωσε 7 χρόνια «θητείας» στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου.

Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύτηκε με την Καίτη Δρόσου. Με την επιβολή της δικτατορίας το 1967 διέφυγε στο Παρίσι, όπου για να επιβιώσει έκανε διάφορες δουλειές. Γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του και έκλεβε ώρες από τον ύπνο του για να γράψει. Εργαζόταν πότε σαν το «παιδί» για όλες τις δουλειές σε πολυκατάστημα, πότε οδοκαθαριστής ή νυχτοφύλακας, πότε μεταφορέας βιβλίων, αλλά και αναγνώστης-σχολιαστής ρωσικών εγγράφων, παλεύοντας για το μεροκάματο καθώς οι καθημερινές υποχρεώσεις έτρεχαν πιεστικά, ενώ παράλληλα δεν απολάμβανε και της καλύτερης συμπαράστασης και κατανόησης από το περιβάλλον του. Και όμως έβρισκε το χρόνο που χρειαζόταν για να γράψει. Πίστευε ακλόνητα στο έργο του.

Μνημειώδης είναι η φράση του “Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας…” (στη συλλογή κειμένων του Έξω Απ’ τα Δόντια, εκδ. Ύψιλον 1982).

Πέθανε στο Παρίσι το 1978 από καρδιακή προσβολή.

Το συγγραφικό του έργο δεν ήταν ποσοτικά μεγάλο. Οι συνθήκες ζωής του (εξορίες και φυλακίσεις) και η ανάλωσή του σε «δουλειές του ποδαριού» δεν του επέτρεψαν να ασχοληθεί αποκλειστικά με την πνευματική παραγωγή.

Το «Κιβώτιο» είναι το μοναδικό (κυριολεκτικά και μεταφορικά) μυθιστόρημά του, αρκετό όμως για να τον κατατάξει στους εξέχοντες της νεότερης λογοτεχνίας. Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε το 1972, μετά από 7 χρόνια κοπιώδους εργασίας και πολλών θυσιών.

Το «Κιβώτιο» θεωρείται κλασικό δείγμα αντι-μυθιστορήματος, καθώς ανατρέπει (χωρίς να ξενίζει) τους κανόνες και κώδικες της πεζογραφίας. Έχει περίπου τη δομή ενός προσωπικού ημερολογίου.

Ο μύθος του «Κιβωτίου» είναι συνοπτικά ο εξής: Μια 40μελής ομάδα «εθελοντών» και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους: το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο, έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η «επιχείρηση–κιβώτιο» είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται» (δηλαδή θα εκτελείται). Αυτή η επιχείρηση-εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου-μέσα Σεπτεμβρίου 1949). Ο μοναδικός επιζών -και αφηγητής- ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται ότι είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές Αρχές να εξηγήσει -και να ερμηνεύσει- το νόημα της παράδοξης αποστολής τους. Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται «Το Κιβώτιο».

Πρόκειται, όπως γράφτηκε πριν, για αντι-μυθιστόρημα, γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.

Παραθέτουμε εδώ απόσπασμα άρθρου-συνέντευξης της Καίτης Δρόσου στο Βασίλη Καλαμαρά που δημοσιεύτηκε στην εφημερία Ελευθεροτυπία στις 19 Μάη 2003:

«Έγραφε το “Κιβώτιο” με ματωμένα χέρια

Το ανέβασμα της «Αντιγόνης» στο ΚΘΒΕ και μια γαλλική επανέκδοση του «Κιβωτίου» («La Caisse» από τις εκδόσεις Le Passeur, σε μετάφραση της Κολέτ Λιστ) είναι τα δύο γεγονότα γύρω από τα οποία στράφηκε η ζωή της Καίτης Δρόσου τους τελευταίους μήνες.

Η γαλλική έκδοση τη χαροποιεί ιδιαίτερα. Δυο εξαιρετικά εισαγωγικά κείμενα από τον Ζιλ Ορτλίμπ (τον μεταφραστή του Βιζυηνού) και τη Λίζυ Τσιριμώκου («Το θρόισμα της Ιστορίας») βοηθούν τον Γάλλο αναγνώστη να συνειδητοποιήσει τη λογοτεχνική αξία του κειμένου που έχει στα χέρια του, αλλά και να γνωρίσει την ιδιαιτερότητα της ζωής και της προσωπικότητας του Έλληνα συγγραφέα, «συγγραφέα του ενός βιβλίου, αλλά τι βιβλίου!», όπως γράφει και ο Ορτλίμπ.

«Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Έγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό».

Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ένα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά».

Έφυγαν από την Αθήνα λίγο μετά τη χούντα. Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.

Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Έλληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Έτσι όπως ζούσαμε με τον Άρη έπρεπε ο άλλος να ‘ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Έπειτα, όλοι οι Έλληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Έπρεπε να δώσουμε γη και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».

– Δεν τον πόναγε τον Άρη Αλεξάνδρου η χούντα;

«Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Άρης σε όλη του τη ζωή; Όλο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη “Μοντ”. Ούτε που την κοίταγε. “Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ”, μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Όταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».

Ο Άρης Αλεξάνδρου πέθανε στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1978 στα 56 του χρόνια. Το «Κιβώτιο» είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τον «Κέδρο» το 1975, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Στη Γαλλία είχε κυκλοφορήσει λίγο πριν από το θάνατό του.

«Λίγες μέρες πριν πεθάνει το είχε δει στη βιτρίνα του Γκαλιμάρ και του είχαν στείλει και λίγα αντίτυπα», θυμάται η Καίτη Δρόσου. «Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Άρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το “Κιβώτιο”. Αλλά και για την τύχη του στην Ελλάδα δεν είχε καλύτερη γνώμη. Μέχρι να μας πει η κυρία Κρανάκη ότι έχει κάνει αίσθηση, ο Άρης νόμιζε ότι είχε πάει πάτο».

Είχε αρχίσει να το γράφει στην Ελλάδα, το 1966. Όταν ο Άρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου έφυγαν για το Παρίσι δεν πήραν μαζί τους τα πρώτα χειρόγραφα. Όταν το ξανάπιασε μετά από περίπου τέσσερα χρόνια ο Γιάννης Ρίτσος εξεπλάγη που μπόρεσε να ξαναβρεί το ίδιο στιλ, τον ίδιο τόνο.

Ένα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».

Μεταφράζω από τα γαλλικά.

«(…) Σχετικά τώρα με το “Κιβώτιο”, α, αγαπητέ μου Άρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Όσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από “ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες” και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ’ αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της “αποτυχίας ζωής και δημιουργίας”…».

Το «Κιβώτιο», αυτό το «αντι-έπος της δογματικής αριστεράς, αποστασιοποιημένο από τα ανδραγαθήματα, τα ηχηρά συνθήματα, τους γενναίους αγωνιστές με τα λάβαρα και τα φυσεκλίκια», όπως γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου, ανήκει σήμερα στις πρώτες πρώτες θέσεις του κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας. Και, το σημαντικότερο ίσως, έρχεται συνέχεια σε επαφή με νέους αναγνώστες. Η Καίτη Δρόσου θυμάται τη Νανά Καλιανέση του «Κέδρου» να της λέει:

«Ξέρεις ότι έχω δύο μεγάλες επιτυχίες, τον Βάρναλη και τον Ρίτσο. Αλλά βιβλίο που να πουλάει κάθε μέρα, κάθε μέρα σαν το “Κιβώτιο”, δεν έχω».

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Άρη Αλεξάνδρου «Ακόμη τούτη η άνοιξη’ εκδόθηκε το 1946. Ακολούθησε η «Άγονος Γραμμή (1952) και η «Ευθύτης Οδών» (1959). Στην ποίηση του Αλεξάνδρου υπάρχει έντονη η πικρία από τη διάψευση των ελπίδων, πικρία που χαρακτηρίζει την πλειοψηφία των ποιητών που έζησαν τον εμφύλιο. Συγχρόνως, χαρακτηρίζεται από έντονη ειρωνεία που σε ορισμένα σημεία φτάνει στο σαρκασμό, ως προς όλα τα γνωστά κοινωνικά συστήματα. Ο ποιητικός του λόγος ανεξάρτητος, καυστικός, ενίοτε ειρωνικός. Ωστόσο, διατηρεί μια ευγένεια, αντικειμενικότητα και κάποτε εκφέρεται με ένα συγκινητικό λυρισμό.

Ξεφυλλίζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Άρη Αλεξάνδρου με το τίτλο «Ποιήματα 1941-1974», διαπιστώνει εύκολα κανείς την αξιοπρέπεια στην ιδεολογική πορεία του συγγραφέα.
Ξεκίνησε με το στρατευμένο λόγο του υπέρ του κομμουνισμού για να καταλήξει στην άρνησή του κόμματος, απογοητευμένος από τους χειρισμούς των υπευθύνων ηγετών.

Ο Αλεξάνδρου ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων κλασικών και νεότερων Ρώσων συγγραφέων (μετέφρασε Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Αχμάτοβα και άλλους) αλλά και έργων Γάλλων, Αμερικανών και Άγγλων συγγραφέων.

Γράφει ο Νίκος Σαραντάκος στο διαδίκτυο:

«Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, ο Άρης Αλεξάνδρου δεν είναι παραγνωρισμένος -ωστόσο, παραγνωρισμένο ή ξεχασμένο ίσως είναι ένα κομμάτι του έργου του, αφού θεωρείται ευρέως «συγγραφέας του ενός βιβλίου», όπου βέβαια αυτό το ένα βιβλίο είναι το μυθιστόρημα «Το κιβώτιο». Κι όσο κι αν το Κιβώτιο φέρνει τον Γιόζεφ Κ. στα ελληνικά βουνά, για να δανειστώ τη φράση του φίλου μου Ζιλ Ορτλίμπ, με την οποία προλογίζει τη νέα έκδοση του Κιβωτίου στα γαλλικά (La Caisse, ed. Le Passeur, 2003), η αλήθεια είναι ότι η ακτινοβολία του έχει κάπως παραγκωνίσει το ποιητικό έργο του Αλεξάνδρου, και ολότελα το μεταφραστικό του έργο. Προσωπικά, θεωρώ τον Αλεξάνδρου μέγιστο μεταφραστή, και μεταφράσεις όπως της εξάτομης αυτοβιογραφίας του Ηλία Έρενμπουργκ («Άνθρωποι, χρόνια, ζωή») τις θεωρώ μνημειώδεις και (θα το τολμήσω) μεγαλύτερο επίτευγμα από το Κιβώτιο».

Να σημειωθεί ότι μια ενότητα από τη δεύτερη συλλογή του Αλεξάνδρου, τα «Ανεπίδοτα γράμματα», έχει μελοποιηθεί (μαζί με άλλα ποιήματά του) από τον Μιχάλη Γρηγορίου σε καντάτα για φωνή και πιάνο, με την Αφροδίτη Μάνου και τον Σάκη Μπουλά.

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της εγγονής του Άρη Αλεξάνδρου Κατερίνας Καμπάνη «Ο παππούς μου, Άρης Αλεξάνδρου» (εκδόσεις «Ύψιλον», 2006) παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα άρθρου της Όλγας Σελλά στην εφημερίδα Η καθημερινή 16 Απρίλη 2006:

«Άρης Αλεξάνδρου, ο παππούς

Ένα διαφορετικό πορτρέτο μέσα από τις αναμνήσεις της εγγονής του Κατερίνας Καμπάνη

Πώς μένει ένας παππούς στη μνήμη των εγγονιών του; Τι εικόνες κρατάνε οι απόγονοι από τις περιστασιακές, συνήθως, επαφές με τους προγόνους τους, όταν εκείνοι δεν υπάρχουν; Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τις σύντομες, περιστασιακές, αλλά γεμάτες συναντήσεις τους, η Κατερίνα Καμπάνη γράφει ένα βιβλίο για τον παππού της, τον συγγραφέα και μεταφραστή Άρη Αλεξάνδρου. Για τα καλοκαίρια στο Παρίσι ή στην Ελλάδα που είχε την ευκαιρία να γνωριστούν, να παίξουν μαζί, να αφήσει ο παππούς τα ίχνη του στη μνήμη της μικρής, τότε, Κατερίνας…

Η πρώτη εικόνα της πεντάχρονης, τότε, Κατερίνας είναι «το καλοσυνάτο, το διαπεραστικό βλέμμα του και, σαν απόκοσμη μουσική, η ήρεμή του φωνή και ο συναρπαστικός γοητευτικός λόγος του». Μια αποτίμηση που κάνει η Κατερίνα Καμπάνη σήμερα, με τη βοήθεια της γιαγιάς της, Καίτης Δρόσου. Η γιαγιά είναι που βάζει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της εγγονής, που λύνει απορίες, που ξαναζωντανεύει πρόσωπα, τοπία, φωτογραφίες, στιγμές. Η σύντροφος της ζωής του Άρη Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, είναι η ζωντανή μνήμη σ’ αυτό το ταξίδι αναμνήσεων. Η εγγονή, η Κατερίνα Καμπάνη, κρατάει απλώς τη γεύση: «Ο παππούς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ το σκάκι –που το ξέχασα– να τρώγω με τα ξυλάκια τα ασιατικά φαγητά –που δεν το ξέχασα– να μαγεύομαι με ιστορίες –αληθινές και φανταστικές– που μου διηγιόταν· ούτε αυτές τις ξέχασα». Απ’ αυτές τις σκόρπιες αναμνήσεις, που αποτελούν όμως ένα διαφορετικό, άγνωστο πορτρέτο του Άρη Αλεξάνδρου, η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα μερικά αποσπάσματα.

«Πρωτοείδα τον παππού στη γραφική κοινότητα της νότιας Γαλλίας La Colle-sur-Loup, στη διάρκεια διακοπών. Σ’ ένα γράμμα του προς τη μεγάλη μου θεία Αύρα, αδελφή της γιαγιάς μου, με το χιούμορ που τον διακρίνει και τη μεταφραστική του μανία, της γράφει: “Εν Κόλλα επί του Λύκου”. (…) Τότε που ήμουν μικρή και δε διάβαζα, με έθρεψαν εν είδει παιδικών παραμυθιών οι ιστοριούλες που μου διηγιόταν απ’ την παιδική του ηλικία στη Ρωσία, την πρώτη του πατρίδα. Βρήκα δύο που τις είχε γράψει ως μαθητής. Με καμάρι. Όχι πια αντιγράφοντας, αλλά βάζοντας τη σκέψη του στο χαρτί, σε γλώσσα ελληνική που κατακτήθηκε με κόπο, θέληση και πείσμα».

«Του Άρη του αρέσει να φωτογραφίζει, αλλά όχι να φωτογραφίζεται. Γι’ αυτό και σπάνια ποζάρει μπροστά στον φακό. Εξαίρεση αποτελούν φωτογραφίες τραβηγμένες από τον Αλέξανδρο Αργυρίου, τον ζωγράφο Άλκη Πιερράκο, τη Μαντλέν, συνάδελφο της γιαγιάς Καίτης στο παρισινό εργοστάσιο όπου εδούλεψε δεκαπέντε χρόνια, κι άλλους που δεν τους θυμάμαι. Σ’ αυτές εδώ τις φωτογραφίες (οι περισσότερες των ετών 1977-1978), η στάση, το ύφος, το πάντοτε ερευνητικό του βλέμμα, είτε κοιτάζει ένα τοπίο είτε ανάβει τον αναπτήρα του, βοηθά, όποιον τις παρατηρεί προσεκτικά, να δει πως ο Άρης βρίσκεται σχεδόν συνεχώς σε παραμονές αποφάσεων. Πρόκειται για την εποχή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. (…) Δεν θυμάμαι να έγραφε ο παππούς στις διακοπές, ούτε να ’χε φέρει μαζί του χαρτιά ή σημειώσεις. Μου το επιβεβαίωσε η Καίτη στις αφηγήσεις της οποίας και βασίζομαι για εποχές και γεγονότα που λόγω της ηλικίας μου αγνοώ. Ο Άρης, από τα νιάτα του, στην Αθήνα, σταματούσε να μεταφράζει για δεκαπέντε μέρες. Έμενε σπίτι ξαπλωμένος, διαβάζοντας, ονειροπολώντας – πραγματικό φαρνιέντε! Ξαπλωμένος ο Άρης – το ’βλεπες. Αυτή η στάση ήταν κάτι σαν ευδαιμονία, πιότερη από χαρά. Στ’ αλήθεια, στις αμμουδιές όπου πηγαίναμε για μπάνιο, στις εκδρομές, στα βουναλάκια, στην εξοχή, πρώτος και καλύτερος βολευόταν. Ξαπλωμένος».

«Είχα ό,τι ήθελα. Όλοι μου κάναν τα χατίρια. Όμως, δεν είχε γούστο. Το ήξερα απ’ τα πριν. Εκτός, εκτός από τον Άρη· κι ας ήταν τα χατίρια τα πιο απίθανα, όπως, ας πούμε, να χορεύω πάνω στην κοιλιά του. Μας περίμενε. Όλους. Αλλά κυρίως εμένα, με ύφος τάχα αδιάφορο. Έτσι άρχιζε το παιχνίδι –της επίθεσης, της σαγήνης, της υποταγής. Έπρεπε να θέλει να μου κάνει το χατίρι, χωρίς παρακάλια απ’ τη μεριά μου. Πλενόμουνα προσεχτικά στον νιπτήρα, με τις ώρες, του τραγουδούσα, του χόρευα. Μια μέρα, θυμάμαι, έπαιζε μ’ ένα φακό, τον αναβόσβηνε. Μου κίνησε έτσι το ενδιαφέρον και, φυσικά, την επιθυμία να κάνω το ίδιο. Παράτησα τον φακό, γιατί δεν τα κατάφερνα, και το είπα. Είπα: “Δεν μπορώ…” Ξέρω πως κείνη τη μέρα ο παππούς με αγάπησε πολύ. Το είπε στην Καίτη. Γιατί; Γιατί είχα πει “όχι”, γιατί είπα “δεν μπορώ”, εξηγώντας την αδυναμία μου, γιατί την παραδέχτηκα.

Ξεδιπλώναμε κάθε βράδυ τις αφίσες – και ήταν πολλές. Δεν ήταν μάθημα γεωγραφίας, αλλά ζωγραφικής. Τελικά, κολλήσαμε στον τοίχο την αφίσα της Πορτογαλίας. Ήταν, βλέπεις, η εποχή της “Επανάστασης των Γαρυφάλλων”. Το παιχνίδι – μάθημα συνεχίστηκε με τη μουσική. Για πολλά απογεύματα, ακούγαμε μαζί έναν μεγάλο δίσκο. “Τον έφερα για σένα”, μου είχε πει. Έπρεπε, λοιπόν, στο τέλος πολλών ακροάσεων, να είμαι σε θέση να μαντέψω τι αντιπροσωπεύει κάθε όργανο. Ποιος μουσικός φθόγγος είναι η γάτα, το καναρίνι ή το αγόρι, ο κεντρικός ήρωας. Ήταν “Ο Πέτρος και ο λύκος” του Σεργκέι Προκόφιεφ, με αφηγητή τον Ζεράρ Φιλίπ. Κάθε επιτυχημένη απάντηση είχε την ανταμοιβή της. Τις καραμέλες δεν τις αγαπούσα. Προτιμούσα ένα φιλί. Αυτός ήταν ο παππούς μου – για μένα».

* Το κείμενο είναι αποτέλεσμα συρραφής διαφόρων άλλων κειμένων από το διαδίκτυο και των δύο προαναφερθέντων δημοσιευμάτων από τις εφημερίδες «Ελευθεροτυπία» και «Η Καθημερινή».