‘Εμιλυ Ντίκινσον, η άβυσσος δεν έχει βιογράφο

emily-dickinson

«Είσαι μεγάλη ποιήτρια» θα της πει η συγγραφέας Ελεν Χαντ Τζάκσον το 1898 προφητικά, αλλά ο κόσμος δεν θα την μάθει παρά μονάχα αρκετά χρόνια μετά από τον θάνατό της.

Το κορίτσι με τ’ άσπρα, που είδε το φως της ζωής στις 10 Δεκεμβρίου 1860, στο Άμερστ της Μασσαχουσέτης, μια μικρή πόλη δύο χιλιάδων κατοίκων, πλάι σε δάση από έλατα και σημύδες κι έφυγε ένα μαγιάτικο απομεσήμερο του 1886, σε ένα άσπρο φέρετρο για την αθανασία, αν κι έζησε μια ζωή κρυμμένη και κλειδωμένη γράφοντας στην κάμαρά της, έμελλε με την ποίησή της να σημαδέψει τους αιώνες που ακολουθούν.

Μορφή μυθική πια της λογοτεχνίας, η αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον, λίγο νεότερη από τον Πόε, και σύγχρονη του Ουίτμαν, του Μέλβιλ και του Χώθορν, έγινε διαχρονική σπρώχνοντας όπως- όπως τον καιρό της. Υπήρξε οικουμενική δίχως να ξεμυτίσει από το δωμάτιό της στη μικρή πουριτανική πόλη του Άμερστ. Έγινε διάσημη, δίχως ποτέ να εκδώσει βιβλίο όσο ζούσε. Ένα κλειδωμένο έπιπλο από ξύλο κερασιάς με 2000 ποιήματα που θα ανακαλύψει η αδελφή της Λαβίνια την ώρα που εκείνη ξεκινούσε για το δίχως επιστροφή ταξίδι στο επέκεινα, θα είναι το όχημα που θα αποδείξει για ακόμα μια φορά ότι η μεγάλη τέχνη βρίσκει τον τρόπο κι επιβάλλεται στον κόσμο, πολλές με τρόπο αρκούντως παράδοξο.

«Με κάλεσαν πίσω» πρόλαβε κι είπε να χαράξουν στον τάφο της. «Μακάρι να ‘μασταν πάντα παιδιά, δεν ξέρω πώς να μεγαλώσω», το μόνιμο άγχος και το πρόβλημά της. Μοναδικό της βάσανο «εάν τα ποιήματά της ανασαίνουν». Και εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της τα ποιήματα και τα γράμματά της θα γίνουν «η ποιητική δωρεά της στον κόσμο».

Στα νυχτέρια της μοναξιάς, της γραφής και της μελέτης της, συντροφιά της η Αγία Γραφή, ο Σαίξπηρ και το λεξικό Webster’s. Το ζυμωτό ψωμί και τα μικρά γλυκά που έφτιαχνε με τα χέρια της, τα ζουζούνια και τ’ άνθη του αρχοντικού της. Τα ποιήματά της που έγραφε χωρίς παραλήπτη και δίχως σταματημό σε αυτοσχέδια τεύχη από διπλωμένα φύλλα χαρτιού αλληλογραφίας, επάνω σε φακέλους, στο πίσω μέρος λογαριασμών και προσκλήσεων. Για την εμπειρία της έκστασης και για τον έρωτα, για την εγκατάλειψη και το θάνατο, για την παντοδυναμία και την ομορφιά της φύσης, για την αναζήτηση το Θεού και την αμφιβολία. Και 1000 γράμματα. Εφάμιλλα πολλά απ’ αυτά με την ποίησή της. Στο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό» μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά, τρία ερωτικά γράμματά της με άγνωστο παραλήπτη. Τα πιο αινιγματικά και τα τραγικότερα, τα πιο ερωτικά.

«44 ποιήματα & 3 γράμματα» ο τίτλος του. Και στις σελίδες του βιβλίου ο Ερρίκος Σοφράς ανθολογεί, μεταφράζει και σχολιάζει τα ποιήματα και τα γράμματά της. Ενώ στο επίμετρο με τον τίτλο «Η άβυσσος δεν έχει βιογράφο» μελετά την εποχή και το έργο της. Καταγράφοντας «ό,τι μπορεί να συγκρατήσει ο αναγνώστης από την άμμο μιας ζωής».

Σπαράγματα ποίησης και ζωής, ό,τι ακολουθεί.

Continue reading

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Η ατίθαση γραφή της Mansour

image

…Γλώσσα που μ΄άλλη γλώσσα δεν μοιάζει!Σε κόβει στα δύο, στα χιλια! Σε τσακίζει!Σαν να σου βαράει το κεφάλι στον τοίχο, σα να σε σου τρώει το συκώτι,σαν σα σε κοπανά σε τραχείς βράχους πλάι σε ήρεμη θάλασσα.Χωρίς αιδώ,χωρίς στόμφο,χωρίς δισταγμό,χωρίς θεωρία ,χωρίς ανάλυση,χωρίς πιθηκισμό, χωρίς συντηρητισμό,χωρίς σεβασμό και αξιοπρέπεια-αλίμονο!-χωρίς ψευτιά και σύμβαση!

Με πόθο και πάθος,με ακαταστασία,με πολύ όνειρο και υπερρεαλισμό,με σαρκική αποχαλίνωση ,με δριμύτητα ,με σφοδρότητα,με τόλμη,μ΄αμίμητη σκληρότητα,με ατελείωτη προκλητικότητα,μ΄αυταρχισμό ,με κυνισμό,με ειλικρίνεια,με ερωτισμό και αυτο-ερωτισμό,με αυτοαναφορά ,με φλόγα,με πόλεμο,με μοναξιά,με ΣΟΚ, ΜΕ ΧΑΟΣ,ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ!

Εκεί κάπου στέκει η ποίηση της JOYCE MANSOUR!.Μια ποίηση ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ.ΞΕΣΗΚΩΜΑ.ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ.Μια ποίηση γεμάτη μεταφυσική και εξαλλοσύνη,αγριότητα και ανηθικότητα, ντελίριο, ξέσπασμα και οραματισμό!Μια ποιήτρια από τη Γαλλία,με την οποία έχουν ασχοληθεί αρκετοί Έλληνες και έχουν μεταφράσει έργα της. Αναφέρω τους:Βικτωρία Παπαδάτου και τους ποιητές Nάνο Βαλαωρίτη,Τάσο Κόρφη, και Έκτορα Κακναβάτο Μια ποιήτρια που δεν φοβάται την ΄ΕΚΘΕΣΗ,το ξεγύμνωμα,την αποκάλυψη.Ενα αγρίμι που πορεύεται και πάει και δεν κρύβει πως είναι αγρίμι!Δεν ωραιοποιεί,δεν εξωραίζει,δεν μαλακώνει, δεν συμβιβάζεται. Δεν κρύβει τη μελαγχολία,την αηδία,τον πόνο,την πικρία,τη διαστροφή ακόμα και τη λαγνεία.Φαίνεται πως όλα αυτά τα προτιμά από τον θάνατο η Μansour!Φαίνεται πως όλα αυτά τα μεταφράζει ως ΖΩΗ,με της οποίας το μέρος είναι τελικά!Σημειώνω εδώ πως η ποιήτρια πέθανε από καρκίνο του στήθους το 1986,στα πενηνταοχτώ της χρόνια.

Ο ΄Εκτωρ Κακναβάτος στην εισαγωγή του βιβίου ΚΡΑΥΓΕΣ-ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ-ΟΡΝΙΑ,αναφέρει πώς <έξι μήνες πριν από τον θάνατό της,στην τελευταία της συλλογή Trous noirs είχε γράψει:

Πρέπει να εισπνέι κανείς θάνατο
για να γιατρέψει το πνεύμα του
Το σφεντάμι γλύφει τον αγέρα
δίχως καλέμ
Περιμένω τη στροφή του δρόμου
Στόμα ξερό από αγρύπνια
κυριευμένο από τον φόβο.

H Μansour πάει πέρα από τη συμβαση…Στην αληθινή ποίηση δεν πρέπει να υπάρχει σύμβαση!Κάθε ποίημα και αίσθηση. Κάθε ποίημα και εμπειρία.Αντιτάσσεται στο βόλεμα της ψυχήξς και της γραφής . Αποδομεί. Καταστρέφει. Και πάλι συνθέτει.Είναι σπουδαία η Μαnsour.Γιατί δεν φοβάται τα γκρεμίσματα και τα τσαλακώματα.Κάθε ακρότητα και προχώρημα.Με επικίνδυνα ένστικτα στην αγάπη:,.

Μια γενική παραφορά με διάχυτη τη σκέψη ή την παρουσία του θανάτου: …η ομορφιά μου όλη μέσα στα δίχως κόρες μάτια σου πνιγμένη,μες στην κοιλιά σου ο θάνατος που το μυαλό μου τρώει,όλα ετούτα μιαν αλλόκοτη με κάνουν κόρη>.

Θάνατος χωρίς Έρωτα -και το αντίστροφο -δεν νοείται:

.

Άλλοτε παιχνίδι ερωτικό καννιβαλιστικό: .

Η ίδια ήταν μητέρα,κάπου όμως γράφει:.

Υπερρεαλιστικές σκληρές εικόνες:
Πέταξες τα μάτια μου στη θάλασσα
ξερίζωσες από τα χέρια μου τα όνειρά μου
ξέσκισες τον μελανιασμένο αφαλό μου|και μες στα πράσινα των μαλλιών μου φύκια π΄ανεμίζουν
το έμβρυο έχεις πνίξει.

Μια περιρρέουσα μοναξιά:

Σας είδα αγκαλιασμένους μες στον άνεμο…
σας είδα πλαγιαμένους μές στον χολερικό χρυσό των σκοίνων…
σας είδα κοιμισμένους
Κι έγώ δέντρο αλγεινό από γύμνια, μοναχικό …
δεν ήμουν παρά ένας κλόουν με καρδιά αναμαλλιασμένη.

Παρ’ όλα αυτά,την μοναξιά,την απόγνωση…, την πικρία,θα τομήσω να πω ότι η Mansour δεν πτοείται,δεν ηττάται,δεν κλείνεται στο καβούκι της.

Θα γραψει:
…κλαίω αλλά προς τί;
Γριά τριάντα χρονών…

Όμως όχι,ακμαία δημιουργεί, γιατί διακατέχεται από απόγνωση άκρως δημιουργική.Το ξαναλέω.Η ποιήτρια είναι με το μέρος της ζωής.Την ξεπερνά, την ακυρώνει τη ζωή και την ξανασυνθέτει.Την παει και τη φέρει.Ελαστική στα βιώματα, αυτοσαρκαστική και αγρίως παιχνιδίζουσα, με το παράλογο αγκαλιά και με το λογικό συνάμα.Η αλήθεια κάπου στο μεταίχμιο, ν΄ακροβατεί χωρίς σκοινί και να γουστάρει ν΄αναλώνεται ολόκληρη:

δεν θέλω πια να φτιασιδώνω την αλήθεια σου…

Κοίτα ,είμαι αηδιασμένη από τους άνδρες
τις ικεσίες τους το τρίχωμά τους
τηνπίστη τους τούς τρόπους τους
Μπούχτισα τις περίσσιες αρετές τους τις μισοντυμένες
Μπούχτισα τα κουφάρια τους
Άγιασέ με τρελό φέγγος που καταυγάζεις τα ουράνια όρη
Λαχταράω να ξαναγίνω κενό σαν ήσυχο μάτι της αγρύπνιας
Λαχταράω να ξαναγίνω άστρο.

Η λαχτάρα για το φως , για την ομορφιά, για την αγάπη,για την απλότητα, την κανονικότητα,όχι όμως τη συμβατότητα ή τη συμβατικότητα.Η συμβατικότητα δεν συνάδει με αυτό που είναι η ποιήτρια,ένα συνοθύλευμα,ένας σίφουνας,μια κινούμενη- γεμάτη οίστρο -σκέψη και αίσθηση, OΛΑ και ΕΝΑ,πληθωρική και ατίθαση. Η ηδονή, ο έρωτας, το σεξ… σταθερά μοτίβα στο έργο της.Τα διαχειρίζεται μοναδικά.

Ενδεικτικά:

Aφού σε προκαλούν τα στήθια μου θέλω τη λύσσα σου θέλω τα μάτια σου να βαραίνουν τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν θέλω τ΄ανατριχιάσματά σου θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε Τα βίτσια των ανδρών είναι η επικράτειά μου οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

*Αναδημοσίευση από το http://poihsh-logotexnia.blogspot.com.au/2012/06/mansour.html#more

Η νοσταλγία για το χαμένο Παράδεισο

220px-GeorgTrakl

Ο έκπτωτος άνθρωπος ενόσω αναζητεί τη λύτρωση από το θάνατο

ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ
Το όνειρο του Κακού (Ποιήματα, 1913-1915)
ΕΙΣ.-ΜΤΦΡ.-ΣΧΟΛ.: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
«ΕΡΑΤΩ»
ΣΕΛ. 188, ΕΥΡΩ 14,6

Η ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ, σχεδόν έναν αιώνα μετά τη γέννησή της, εξακολουθεί να κεντρίζει το ενδιαφέρον Ελλήνων μεταφραστών, με αποτέλεσμα να επανέρχονται στο έργο του, επιχειρώντας κάθε φορά μια νέα απόδοση στη γλώσσα μας αυτού του μελαγχολικού και, θαρρείς, εύθραυστου ποιητικού σύμπαντος. Τα ποιήματα του Τρακλ εξακολουθούν και σήμερα να αποπνέουν μια γλυκιά μελαγχολία, κάτι σαν νοσταλγία για μια ζωή μέσα στους ρυθμούς και τους χρόνους της φύσης, όπου ακόμη και τα ακραία ή επώδυνα συναισθήματα βιώνονται, υπακούοντας τους νόμους της φυσικής αρμονίας. Παρακολουθούμε ένα τοπίο ψυχής που δονείται και αντανακλά πάνω στα στοιχεία της φύσης, συνθέτοντάς τα εκ νέου με τον ονειρικό και συχνά εφιαλτικό τρόπο που το υποκείμενο τα αντιλαμβάνεται και τα ορίζει. Οι εικόνες δημιουργούν έναν κόσμο που επιβάλλεται στον αναγνώστη ως ο μόνος φυσικός τόπος ύπαρξης του ποιητικού υποκειμένου.

Ποιήματα δομημένα με ακρίβεια και αυστηρή ισορροπία, χωρίς τίποτα το περιττό, αποτελούν ουσιαστικά ένα ενιαίο ποίημα, το οποίο μέσα από φαινομενικά ασύνδετες εικόνες, υποταγμένες ωστόσο στο δικό τους εσωτερικό ρυθμό, μέσα από ήχους και σιωπές εκφράζει την πραγματικότητα και τα εφιαλτικά οράματα ενός ψυχισμού που κατατρύχεται από την υπαρξιακή αγωνία, την ενοχή, την ανάγκη εξαγνισμού και επιστροφής, έστω και μέσω του θανάτου, σε μια προγεννητική κατάσταση παραδείσου.
Τα ποιήματά του συντίθενται με επαναλαμβανόμενα μοτίβα, σήματα που λειτουργούν ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα. Διατηρώντας την ηχητική τους δύναμη και το κυριολεκτικό τους περιεχόμενο, κινούνται την ίδια στιγμή και στο χώρο της συμβολικής μεταφορικής γλώσσας του εξπρεσιονισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σταθερή παρουσία ορισμένων χρωμάτων, όπως είναι το χρυσαφί, το κόκκινο και, κυρίως, το γαλάζιο, σύμβολο της έννοιας του ιερού.

Continue reading

Pétros Golítsis, The meaning of light in the work of T. Falkos – An attempt at conveying it

1022651275767333

The meaning of light has engrossed the interest of T. Fálkos from his very first published work, The Righteous, culminating in Light Drawings. In the past, he gathered material for a dissertation on light, which later on he abandoned for reasons unknown. During lessons, and in the course of our conversations, he stated that light had engaged people’s attention from the beginning of time. The Homeric warrior abhors the dark, and asks god to disperse the cloud that enveloped them, εν δε φάει και όλεσον, “and let me die in the light!” According to Fálkos, this phrase expresses the distinctness and the need for clarity as felt by the ancient Greeks. He also spoke to us about the significance light had on Plato, Plotinus, et al. As such, the topic is vast, and each student’s aspirations can be but limited. I shall focus my attention ⎯ though not exclusively ⎯ on Light Drawings, where Fálkos appears to have made an organized effort to record his poetic and philosophical speculations, without considering the matter closed, of course, not even as regards himself. For this reason, and not out of modesty, he names the poems in this collection “drawings”.

As he told me, he began writing some thirty poems on the subject of light. He kept these “drawings” for years in his drawers, as happens with other of Fálkos’ works. Those he had worked on and completed, went back to ten or even twenty years earlier. When he started working again on Light Drawings, “when time was ripe”, he saw that through this medium he could express to a tee the reflection and anguish of his now mature soul. So he worked heart and soul on this work, which deserves to be placed among the highest in European literature.

Continue reading

Σχεδίασμα πρόσληψης του Octavio Paz

octavio_paz_muladar

Του Βασίλη Ρούβαλη

Είναι η εσωτερική φωνή του ποιητή μέσα στην οποία βρίσκεται η λύση του αινίγματος για τη δημιουργία, δηλαδή την πράξη που αποφέρει ποιήματα, τη μυστική συμφωνία σκέψης κι έκφρασης, το ανείπωτο, το ανεξήγητο που θα συνεχίσει να ξεπερνά την ορθολογική γνώση, να τη σαρκάζει, να την περιπαίζει.

Τον Οκτάβιο Πας τον γνωρίζουμε πολύ, λίγο λιγότερο, ήκιστα: σε κάθε περίπτωση η φωνή του καθίσταται οικεία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό καθώς -εδώ τον αντιγράφω- «το τραγούδι κρέμεται στη φωτιά της ημέρας…», και περαιτέρω επειδή κάθε στίχος του, κάθε ποιητική φράση του, διεισδύει σαν χείμαρρος στη φαντασία ενώ τα πάθη που περιγράφει έχουν παρόμοια υπόσταση, ως προς την εκφορά τους, με τη θερμότητα, την άνωση, την πυκνότητα και τη διαπεραστική αλήθεια του κόσμου.

Continue reading

Αρθούρος Ρεμπώ, Υπερρεαλιστής της ζωής;

images

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗ

Η αναγνώριση του Arthur Rimbaud ως προδρόμου του υπερρεαλιστικού κινήματος και η διακήρυξη του Andre Breton στο πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού (1924) ότι «ο Rimbaud είναι υπερρεαλιστής στην πρακτική της ζωής και σε άλλα πράγματα» είναι σε γενικές γραμμές γνωστά. Λιγότερο, ίσως, γνωστή είναι η βαθιά εκτίμηση που έτρεφε για τον Rimbaud ο Paul Claudel, ο οποίος μάλιστα δεν δίστασε να δηλώσει ότι η γνωριμία του με το έργο τού κατά δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερού του ποιητή συνέβαλε στη θρησκευτική μεταστροφή του στη Notre-Dame στο Παρίσι τα Χριστούγεννα του 1886. Ο δεκαοκτάχρονος Claudel διάβασε τις «Εκλάμψεις» («Illuminations») -ο τίτλος παραπέμπει στην αγγλική σημασία των «coloured plates», στις μικρογραφίες, αλλά και στην έννοια της αποκάλυψης μιας στιγμιαίας αλήθειας, στην «επιφάνεια»- και το «Μια εποχή στην Κόλαση» («Une saison en Enfer») το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ίδιου έτους στο συμβολιστικό περιοδικό «La Vogue», όπου έγινε ουσιαστικά η πρώτη δημοσίευση των δύο έργων, αφού τα αντίτυπα του «Μια εποχή στην Κόλαση», που τυπώθηκαν τον Οκτώβριο του 1873 στις Βρυξέλλες, δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στο εμπόριο, ενώ οι «Εκλάμψεις» δεν τυπώθηκαν πριν από το 1886, αν και η συγγραφή τους είχε ξεκινήσει από το 1872 και ολοκληρώθηκε αποσπασματικά μετά τη συγγραφή τού «Μια εποχή στην κόλαση».

Continue reading

Μια κριτική του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου στο Βύρωνα Λεοντάρη

leontaris

Βύρωνα Λεοντάρη: Ψυχοστασία ( Ιανουάριος 1972, Προτάσεις)

Ο Βύρων Λεοντάρης βγαίνει κατ’ ευθείαν μέσα από τα καπνίζοντα ερείπια της δεκαετίας ‘40-‘50. Ανήκει φύσει και θέσει σ’ ένα κύκλο νεώτερων ποιητών που πολώνονται γύρω από δυο σημαντικούς ποιητές κάπως παλιότερους: Τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Μ. Κατσαρό. Στη μεταπολεμική μας ποίηση θα μπορούσε κανείς να διακρίνει σχηματικά δυο μεγάλα ρεύματα.

Το ένα συνεχίζει την Παλμική μεγαληγορία έχοντας επικεφαλής τους Ρίτσο, Λειβαδίτη και τον Ελύτη του “Άξιον Εστί”.

Το άλλο εκπορεύεται μέσα από τον υποτονικό χαρακτήρα του Σεφερικού λόγου και μ’ ενδιάμεσο σταθμό τον Αναγνωστάκη καταλήγει στον Θ. Κωσταβάρα, στον Θωμά Γκόρπα, στον Β. Λεοντάρη και λίγο πιο πέρα στον κύκλο του προ δεκαετίας “λαθρόβιου” περιοδικού “Μαρτυρίες”.

Του δεύτερου αυτού ρεύματος ο τόνος είναι πιο οικείος, πιο ανθρώπινος. Επιδιώκοντας να διαπλάσει ένα αντιηρωικό κλίμα, απομυθοποιεί ορισμένες καταστάσεις με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να διεκδικήσει έναν τόνο μοναδικής γνησιότητας. Η ποίηση αυτή δεν έχει να υμνήσει κατορθώματα και συγκλονιστικές συγκρούσεις.

Γεννήθηκε μετά τη μάχη και δεν ντρέπεται να το ομολογήσει: “Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω – ανίατα μεσοπόλεμος…” ψιθυρίζει πικρά ο Λεοντάρης κι ο στίχος αυτός χαρακτηρίζει το γενικό κλίμα της “Ψυχοστασίας”. Εύκολα λοιπόν μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι εκείνο που είχε ονομαστεί “ποίηση της ήττας” από τον ίδιο τον Β. Λεοντάρη σαν κυριαρχικό ρεύμα μέσα στην ποίηση της δεκαετίας ‘50-‘60 εξακολουθεί να επιβιώνει ανανεωμένο και μετά το 1970.
Υπάρχει ένας στίχος που αυτοχαρακτηρίζει την ποίηση του Β. Λεοντάρη: “Η τέχνη ένας πανικός μπρος στην πραγματικότητα”. Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να πει, μετά από την ανάγνωση της “Ψυχοστασίας”, ότι η τέχνη, έστω και πανικόβλητη, δεν μπορεί να υπάρξει σαν τέχνη: Επιτέλους πριν σκεφτούμε να προχωρήσουμε, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη φοβερή όψη της πραγματικότητας (και τον πανικό μας).

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Διαπίστωση”, τευχ. 4, Μάιος 1972, σελ. 139. Εμείς το αναδημοσιεύουμε από το http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_25.html

Φρανσουά Βιγιόν Ένας Καταραμένος Ποιητής…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο πρώτος “καταραμένος ποιητής” της ιστορίας, o πιο διάσημος και σημαντικός ποιητής του Μεσαίωνα, γεννήθηκε στο Παρίσι το 1431 ως Francois de Montcorbier ή des Loges από πολύ φτωχούς γονείς. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και την ανατροφή του ανέλαβε ο ιερέας Guillaume de Villon, ένας άνθρωπος αγαθός και με πολύ ψηλή μόρφωση.

Από τον προστάτη του, που ‘τρεφε απέραντην αγάπη κι αφοσίωση, δανείστηκε το επώνυμο του. Στα 12, γράφεται στο Πανεπιστήμιο και το 1452 παίρνει πτυχίο ως Δάσκαλος Των Τεχνών. Έχοντας το δικαίωμα να εισαχθεί σ’ οποιαδήποτε ανώτερη πανεπιστημιακή σχολή, επιλέγει τη νομική, αλλά πολύ γρήγορα περνά στην όχθη της παρανομίας. Τα κεφάλαια της άσωτης ζωής του περιελάμβαναν κλοπές, ληστείες, προστασία γυναικών, φόνους και παρέα του ήταν τα “εκλεκτά” μέλη του παρισινού υποκόσμου.

Continue reading

Ποίηση στους Αντίποδες: από τους παλιότερους στους νεότερους

cf80cebfcf85cebbceb9ceac1

Στροφή στη μελέτη ατομικής δημιουργίας

Έρμα Βασιλείου
Australian National University

Είναι γνωστή η λογοτεχνική ανάπτυξη που παρουσιάζει η ελληνική πατριά στην Αυστραλία. Η ιδέα που ανησυχεί παρατηρητές και κριτικούς αυτής της ανάπτυξης, αλλά που ποτέ δεν εκφράστηκε ανοικτά, είναι ίσως πως κατά καιρούς επιχειρήθηκε, συνειδητά (ή μη), από τους καταγραφείς των ποιητικών φωνών μια ανεπιτήδευτη ισοπέδωση, ένα «levelling» του λογοτεχνικού προϊόντος για χάρη μιας πιο γενικής, πιο συλλογικής μαρτυρίας της τέχνης (βλ. Μεταξύ άλλων Castan, C. (1988), Spilias, T. and S. Messinis (1988), Καναράκης, Γ. (1988), Τάμης, Α. (2005), Γεωργουδάκη, Αι. (2002), Nickas, H. and C. Dounis (1994)).
Αισθητός παράγων του φαινομένου ισοπέδωσης ή και ομαδοποίησης των δημιουργών είναι πρωτίστως η ανάγκη της καταγραφής. Έπειτα, το γεγονός ότι μέχρι τώρα, οι διάφορες κριτικές μελέτες γίνονταν και γίνονται ακόμα από θεωρητικούς ή μελετητές της λογοτεχνίας και όχι από δημιουργούς-κριτικούς.

Εκτός από τις γενικές αναφορές και τη γενική προσέγγιση στο έργο του Έλληνα ή της Ελληνίδας δημιουργού στην Αυστραλία υπήρξαν και οι κριτικές που «ξέφυγαν» από την ισοπέδωση και επέλεξαν από το σύνολο το έργο ορισμένων ποιητών καταγράφοντας μ’ αυτό και το βαθμό ‘απόκλισής’ τους (Νίκα, Ε., Στέφανος Κωνσταντινίδης (1998), Mylonas, M. (1982), Καραλής, Β. (1999), και άλλες αξιόλογες αναφορές, βλ. βιβλιογραφία). Ωστόσο, η επιλογή και εκείνων ακόμα των λίγων, αν και έφτασε στην ατομική διάκριση, δεν αποσκοπούσε σε μια βαθύτερη ενδοσκόπηση και συστηματική μελέτη και σύγκρισή του με άλλα έργα του ευρύτερου ελληνικού χώρου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο δημιουργός να ξεφύγει τελείως από το κοινωνικό και ιστορικό αδιέξοδο που του έθεταν εκ των πραγμάτων η θεματολογία, η απόσταση και αυτή η ίδια η ταξινόμηση, εκ μέρους των ιστορικών ή κριτικών της θεωρίας. Ήταν απαραίτητο, έτσι, να αντιμετωπιστεί η λογοτεχνική δημιουργία των Ελλήνων στην Αυστραλία με επιμελημένες και πιο τεχνικές μελέτες, όχι στο σύνολο πια, αλλά στον ποιητή, και ιδιαίτερα μέσα από ένα singling out που ξεφεύγει από τη γενική καταγραφή και βασίζεται στις απαιτήσεις της ατομικής ανάλυσης να παραδώσει την αναγνώριση της τέχνης μέσα από την ακτινογραφία του προσωπικού λόγου.

Continue reading

Φραντς Κάφκα: Η πληγή και η λέξη

598443_10150887445279272_1755856325_n

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ: Η ΠΛΗΓΗ ΚΑΙ Η ΛΕΞΗ – Μετ. από τα Γερμανικά: ΝΙΚΟΣ ΒΟΥΤΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ 2012

[…] Όπως τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα του Φραντς Κάϕκα, αντίστοιχα και τα ποιήματά του παραμένουν ανοιχτά καιανεξιχνίαστα, προκαλώντας μια ακραία αίσθηση αποξένωσης που συνορεύει με τον τρόμο. Αυτό το αίσθημα της απόγνωσης μπροστά στο αναπότρεπτο και στη μάταιη αναζήτηση σταθερών αξιών για την ανθρώπινη ύπαρξη, εκλογικεύεται δραματικά σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, στα τέλη του 1920.

…πεθαίνω σ’ ένα μικρό ϕυλάκειο
στην άκρη του δρόμου
σ’ ένα παντοτινά όρθιο ϕέρετρο
σ’ ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.

Για να συνεχίσει με τον ίδιο εξομολογητικό τόνο:

Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.

Η εσώτερη απαίτηση του Κάϕκα για τελειότητα στη γραϕή μπορεί να μην εκπληρώθηκε ποτέ, όμως χωρίς αυτή είναι πολύ αμϕίβολο αν είχε καταϕέρει να αϕηγηθεί τις αριστουργηματικές ιστορίες του. Η αγωνία αυτή που διατρέχει τις επιστολές και τα ημερολόγια, μεταβάλλεται στην υπαρξιακή αγωνία, μέσα στην οποία ζουν οι ήρωες του, μέσα σε ένα εϕιαλτικό περιβάλλον, γεμάτο ϕόβους και απειλές, με καρικατούρες ανθρώπων να περιϕέρονται, άλλοτε ψιθυρίζοντας και άλλοτε κραυγάζοντας ακατάληπτα λόγια.
[…]

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

19 Ιουνίου 1916

Οργή Θεού ενάντια στο ανθρώπινο γένος]
τα δυο δέντρα

η ανεξήγητη απαγόρευση

η τιμωρία όλων (φιδιού γυναίκας άντρα)

η εύνοια για τον Κάιν

που τον εξοργίζει με τον λόγο του

οι άνθρωποι αρνούνται πια να τιμωρηθούν

από το πνεύμα μου