Γκάρυ Σνάιντερ: Ο Θορώ των Μπητ

katsomet23

Μεταφράζει η Μαρία Κατσοπούλου
 
Ο Φερλινγκέτι τον χαρακτήρισε ως τον Θορώ των Μπητ και όχι αδίκως. Ο Γκάρυ Σνάιντερ, γεννημένος στο Σαν Φρανσίσκο το 1930, είναι γνωστός για τον περιβαλλοντικό ακτιβισμό του και για τη στενή του σχέση με την φύση. Αν και τυπικά δεν ανήκε στους Μπήτ, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, (χωρίς ωστόσο να επιδιώκει την εξαίρεσή του από τον κύκλο τους), η επίδραση υπήρξε αμοιβαία και καθοριστική. Υπήρξε παρών στη συγγραφή του Ουρλιαχτού του Γκίνσμπεργκ, ενώ ενέπνευσε και ενθάρρυνε τον Κέρουακ στο έργο του.

Κατά την παραμονή του στο Κιότο της Ιαπωνίας, σπούδασε και εργάστηκε πάνω στις γραφές του Ζεν Βουδισμού, τις οποίες αφομοίωσε και αποτύπωσε στα πολυάριθμα ποιήματα που έγραψε εκεί. Το έργο του βρίθει από αναφορές στο διαλογισμό και την πνευματική άσκηση, καταφέρνοντας επιπλέον να αποδώσει με αυτό τον τρόπο μια μεταφυσική διάσταση στο ποιητικό του έργο. Παρ’ όλα αυτά, ο Γκάρι Σνάιντερ αποδίδει στα ποιήματά του μια γενικευμένη φυσιολατρεία, με αναφορές τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στα αρχέγονα ένστικτα, κατακρίνοντας το καπιταλιστικό πνεύμα και εκθειάζοντας την ομορφιά της απλότητας: τα ρυάκια, οι φλοιοί των δέντρων, οι βράχοι, τα ζώα, αποτελούν τον πυρήνα της απελευθρωτικής ποιητικής του έκστασης.

Μέσα από τις περιπλανήσεις του, ο Γκάρι Σνάιντερ συγκέντρωσε άφθονο υλικό ως πρώτη ύλη μιας γραφής που επισημαίνει το χάσμα μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και του δυτικού πολιτισμού. Πηγές έμπνευσής του αποτελούν η μυθολογία, η οικολογία, ο πολιτισμός των αυτόχθονων Αμερικανών, μα και οι επιστήμες της βιολογίας, της ανθρωπολογίας και της γεωλογίας. Εξυμνεί τη Μητέρα Γη και τιμά τις πρωτόγονες φυλές, αντιλαμβανόμενος τον άνθρωπο ως κομμάτι της Φύσης. Γι’ αυτόν ο ποιητής είναι ένας Σαμάνος που οδεύει στην Φώτιση: καταπιάνεται με  το Αιώνιο.

[second shaman song]

Οκλαδόν σε σκιές ελών.
Τσιμπήματα κουνουπιών•
λάμψη πάνω στον κέδρο.

Μαζεμένος σε σχήμα στεγνής φλέβας
-δίψα για κρύο χιόνι
-πράσινη γλίτσα μυελού των οστών
Θαλασσινό νερό γεμίζει το κάθε μάτι

Με σπασμούς σε νεύρα και μύες
Κρέμασμα στην πυελική λίκνο
Οστά να συγκρατούνται στις ρίζες
Ένα τυφλό τίναγμα νεύρου

Ακίνητο το χέρι κινείται μόνο
Γίνεται άνθος και φύλλα
μετατρέπεται σε χαλαζία
Ραβδωτή λίθος    συσσώρευση από Κάρμα
Το μακρύ σώμα του έλους
Ένας μηρός με ραβδώσεις από λάσπη

Ένας ετοιμοθάνατος κυπρίνος δαγκώνει αέρα
στο υγρό γρασίδι
Το νερό υποχωρεί. Δεν έχει σημασία.

Το ψόφιο ψάρι κοιμάται στα χορτάρια
Ο ήλιος με στεγνώνει καθώς χορεύω.

[Για όλους]

Ω, το να είσαι ζωντανός
ένα πρωινό στα μέσα Σεπτέμβρη
να διαβαίνεις ένα ρυάκι
ξυπόλητος, με τα μπατζάκια ανεβασμένα,
με τις μπότες στο χέρι, με τον σάκο στην πλάτη
λιακάδα, πάγος στα ρηχά νερά,
βορινά όρη.

Ψίθυροι και λαμπυρίσματα στα παγωμένα ρυάκια
Πέτρες κάτω από τα πόδια, μικρές και σκληρές σαν δάχτυλα ποδιών
Κρύα μύτη να τρέχει
να τραγουδάς από μέσα σου
την μουσική του ρυακιού, την μουσική της καρδιάς
η μυρωδιά του ήλιου πάνω στα χαλίκια.

Υπόσχομαι αφοσίωση

Υπόσχομαι αφοσίωση στη γη
του Turtle Island
και στα πλάσματα που σε αυτήν κατοικούν
ένα οικοσύστημα
ποικιλόμορφο
κάτω από τον ήλιο
με ευχάριστη αλληλοδιείσδυση για όλους.

[Πέτρινο οχυρό]

Άπλωσε αυτές τις λέξεις
Μπροστά από το μυαλό σου σαν βράχους
τοποθετημένες στέρεες,
Σε επιλεγμένο χώρο θέσε
Μπροστά από το κορμί του νου
σε χώρο και χρόνο:
Η στερεότητα του φλοιού, του φύλλου ή του τοίχου
το πέτρινο οχυρό των πραγμάτων:
Το λιθόστρωτο του γαλαξία,
περιπλανώμενοι πλανήτες,
Αυτά τα ποιήματα, οι άνθρωποι,
χαμένα πόνι που
Σέρνουν τις σέλες τους-
και σκληρά ίχνη σταθερών βημάτων
Οι κόσμοι σαν ατελείωτο
τέταρτης διάστασης
Παιχνίδι Πορείας.
μυρμήγκια και βότσαλα
Στη λεπτή άργιλο
μια καθαροπλυμένη απ’ το νερό πέτρα
Γρανίτης: βαθιά ριζωμένος
με το βασανιστήριο του πυρός και της βαρύτητας
Κρύσταλλο και ιζήματα συνδέονται με ζεστασιά
όλες οι αλλαγές, στις σκέψεις,
Καθώς και στα πράγματα.

[Δεν έχει σημασία, δεν πειράζει]*

Ο Πατέρας είναι το Κενό
Η σύζυγος Κύματα

Το παιδί τους είναι Ύλη.

Η Ύλη το κάνει με τη μητέρα της
Και το παιδί τους είναι η Ζωή,
μια κόρη.
Η Κόρη είναι η Μεγάλη Μητέρα
Η οποία, μαζί με τον πατέρα/αδελφό της, την Ύλη,
ως εραστή της,

Γεννά τον Νου.

*Λογοπαίγνιο της λέξης matter.

[Για τα παιδιά]

Οι υψωμένοι λόφοι, οι πλαγιές
των στατιστικών
βρίσκονται μπροστά μας.
Το απότομο σκαρφάλωμα
των πάντων, καθώς ανεβαίνουν,
ψηλά, καθώς όλοι εμείς
κατεβαίνουμε.
Στον επόμενο αιώνα
ή σε εκείνον που έπεται αυτού,
λένε,
υπάρχουν κοιλάδες, λιβάδια,
όπου μπορούμε να συναντηθούμε εκεί ειρηνικά
αν το καταφέρουμε.
Για να ανέβει τις επόμενες κορυφές
μια λέξη για σας,
για εσάς και τα παιδιά σας:
μείνετε μαζί
γνωρίστε τα λουλούδια
γίνετε ανάλαφροι.*

*Go light, στο πρωτότυπο κείμενο. Λογοπαίγνιο ή αμφίσημη φράση σε αντιπαραβολή με τη λέξη φως. Επιλέχθηκε η έννοια της ελαφρότητας ως πιο κατάλληλη με το ουσιαστικό περιεχόμενο του ποιήματος.

[Παλαιά Οστά]

Πέρα εκεί τριγυρίζοντας, ψάχνοντας έξω για φαγητό,
μια ρίζα, ένα κελάηδισμα, έναν σπόρο που μπορεί να ραγίσει
μαδώντας, σκάβοντας, παγιδεύοντας, σκαλώνοντας,
μόλις και μετά βίας επιβιώνοντας,

Καμιά τροφή εκεί έξω στις σκονισμένες πλαγιές των κορημάτων*-
κουβάλα κάποια- ψάξε για κάποια,
όδευσε προς ένα πεινασμένο όνειρο.
Οστά ελαφιού, Πέτρινα πρόβατα,*
οστά που πεινούν για σπίτι.

Κάπου εκεί έξω
ένα ιερό για τους παλαιούς,
η σκόνη από τα παλαιά οστά,
παλιά τραγούδια και παραμύθια.

Τι φάγαμε-ποιος έφαγε τι-
πώς όλοι επικρατήσαμε.
 

*(Γεωλ.) Συσσώρευση κλαστικού υλικού που προέρχεται από τη φυσικοχημική διάσπαση των πετρωμάτων, τα οποία συγκροτούν τα ψηλότερα μέρη των κλιτύων των ορέων.
*Dall sheep στο πρωτότυπο κείμενο. Πρόκειται για το είδος αιγοπροβάτου Ovis dalli, γνωστό και ως Stone Sheep (Ovis dalli stonei) που ζει στην Βόρειο Αμερική. Η ονομασία Dall sheep (πρωτότυπο κείμενο) προήλθε από τον Αμερικανό νατουραλιστή William Healey Dall (1845–1927). Η μετάφραση Πέτρινα Πρόβατα πραγματοποιήθηκε ποιητική αδεία.

*Αναδημοσίευση από το Βακχικόν στη διεύθυνση http://www.vakxikon.gr

Πέθανε ο Άρης Ταστάνης, αγωνιστής και λογοτέχνης

D4174F8783D6BDC9DBEF177AFA605E5F

Έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 60 ετών ο Άρης Ταστάνης, ένας γνήσιος αγωνιστής του πνεύματος και της ζωής, σταθερά προσηλωμένος στις αξίες της αριστεράς της δημοκρατίας και στους αγώνες του λαού. Ο Άρης Ταστάνης, μέχρι και χθες συγκέντρωνε υπογραφές και προωθούσε καταγγελίες για τις περικοπές, που επιβάλλονται στις δομές της υγείας, ενώ σε όλη τη ζωή του, γνώριμη φιγούρα με το αναπηρικό καροτσάκι του ήταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα, των κινητοποιήσεων, των πολιτιστικών εκδηλώσεων για τα κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα. Έπασχε από “μυϊκή δυστροφία των άκρων”, καθηλωμένος από 22 ετών.

Από παιδί γνωρίζει καλά όλες τις αρνητικές πτυχές του νοσηλευτικού συστήματος και της κοινωνικής μέριμνας επανένταξης. Ο Άρης Ταστάνης θα είναι πάντα κοντά μας γιατί πάνω απ΄ όλα αφήνει ένα πλούσιο πνευματικό έργο, με βαθιές ρίζες στη γενέτειρα γη του τη Λέσβο και τους δημοκρατικούς αγώνες. Από τα πρώτα του βήματα στην ποίηση το έργο του γίνεται αποδεκτό, ενώ ο Τάσος Λειβαδίτης θα γράψει το 1977 στην Αυγή για τις πρώτες του εκδόσεις («Πίσω από τους γυάλινους τοίχους» και «Αιολικά»), ότι είναι «ο Θεόφιλος της ποίησης». Την ποιητική του διαδρομή σημαδεύουν τα πάθη και οι αγώνες των καθημερινών ανθρώπων. Μαζί πάντα και ο νόστος και η θύμηση της Αιολίδας.

Δεκατεσσάρων ετών οργανώνεται στην Δ.Ν. Λαμπράκη. Το 1974 στον “Ρήγα Φεραίο”. Το 1980 γίνεται μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. 1985 Διεθνής Αμνηστία. 1981 Επιτροπή Συμπαράστασης Πολιτικών Προσφύγων και Παρέμβαση Αναπήρων Πολιτών. Το 1983 εκδίδει το λαογραφικό περιοδικό “Τα Παρακοιλιώτικα” και το 2002 το πολιτιστικό περιοδικό “Γλυφάδα Άνω-Κάτω”.Έχει δημοσιεύσει 11 έργα, ποιήματα και διηγήματα, από το 1976 έως σήμερα. Η κηδεία του Άρη Ταστάνη θα γίνει την Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου στις 4 μμ στην εκκλησία Κοιμήσεως Θεοτόκου στην πλατεία Καραϊσκάκη Άνω Γλυφάδα. Αντί για στεφάνια ο Άρης θα ήθελε να προσφερθούν χρήματα για σκοπούς υπέρ των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες.

Βιογραφικά στοιχεία

Ο πιό σημαντικός λογοτέχνης με αναπηρία στην Ελλάδα της τελευταίας τριακονταετίας είναι δίχως την παραμικρή αμφισβήτηση ο Μυτιληνιός – από τα όμορφα Παράκοιλα – Αρης Ταστάνης. Το συγγραφικό του έργο είναι επηρεασμένο τόσο από τις πολιτικές καταβολές και πεποιθήσεις του (είναι ενταγμένος στην ελληνική αριστερά) όσο και από την εμπειρία της αναπηρίας – έχει μυϊκή δυστροφία – την οποία βιώνει από τα παιδικά του χρόνια. Το μείγμα των επιρροών στην περίπτωση Ταστάνη έχει λειτουργήσει θαυματουργά. Με μοναδικό τρόπο στα δώδεκα εξαιρετικά (όλα βραβευμένα) βιβλία του, ο Αρης Ταστάνης αναζητά την προσωπική μέσα από την κοινωνική απελευθέρωση αλλά και το αντίστροφο.
Η προσωπική/κοινωνική/πολιτική του πρόταση χαρακτηρίζονται και είναι μοναδικές.

Με αφορμή την έντονη κινητικότητα στον χώρο των διανοούμενων καλλιτεχνών με αναπηρία, τόσο εντός όσο και εκτός ελληνικών συνόρων, προβάλλει αδήριτη η ανάγκη να γίνουν ευρέως γνωστοί οι πλέον σημαντικοί εξ’ αυτών, οι αναμενόμενοι πρωταγωνιστές των όποιων παρεμβατικών εξελίξεων επίκεινται. Ο Αρης Ταστάνης δεν μπορεί παρά να αποδειχθεί ένας εκ των πρωτοπόρων της νέας προσπάθειας που ξεκινά από την νεοσυσταθείσα Κίνηση καλλιτεχνών με αναπηρία, έχοντας ως στόχο την οργανωμένη αντίσταση στην συνθήκη περιθωριοποίησης που οι γκρίζες εποχές επιβάλλουν στους ανθρώπους με αναπηρία. Αλλωστε, ο Ταστάνης λειτούργησε σαν πρωτοπόρος σε εποχές περισσότερο γκρίζες, περισσότερο δύσκολες από την σημερινή. Εχει κατακτήσει το δικαίωμα (να ξέρει) να διεκδικεί χωρίς φόβους και αυταπάτες από τα χρόνια που οι διεκδικήσεις ήταν μοναχικές, προσωπικές, δίχως καν την ασπίδα/άλλοθι της έστω θεωρητικής αποδοχής των “προοδευτικών”.

Ο Ταστάνης δεν ακολούθησε προοδευτικά ρεύματα σκέψης – ειδικά σε ότι αφορά την κατανόηση της κοινωνικής συνθήκης της αναπηρίας – αλλά προσωποποίησε ο ίδιος την προοδευτικότητα , έγινε ο ίδιος πρωτοπορία απαιτώντας συνοδοιπόρους να ακολουθήσουν. Οταν στα μέσα της δεκαετίας του 70 ο πολεμιστής Μυτιληνιός σάλπισε την εκκίνηση του αγώνα του , η αντιδραστική/πατερναλιστική περί αναπηρίας σκέψη και δημόσιος λόγος δεν ισορροπούσε έχοντας να αντιπαρατεθεί με έναν βαθύ προοδευτικό αντίλογο. Ο Ταστάνης ήταν ένας από τους λίγους (και ο μόνος στον χώρο της λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας) που γέννησε προοδευτικό αντίλογο, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην δημιουργία μιάς – έστω στοιχειώδους – ισορροπίας που αποτέλεσε απαραίτητο υπόβαθρο για τις όποιες δικαιωματικές/προοδευτικές προσεγγίσεις της αναπηρίας στην Ελλάδα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ο ίδιος, σεμνός όπως όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι, είναι βέβαιον ότι δεν αποδέχεται τον ρόλο του πρωτοπόρου, μόνο αμηχανία αισθάνεται όταν του αποδίδεται. Ομως αυτό ήταν, αυτό είναι και αυτό θα είναι όλη του την ζωή.

Ενα μικρό βιογραφικό όπως το είχε γράψει ο ίδιος:

“Γεννήθηκα στα Παράκοιλα Λέσβου, το 1953. Η αντιστασιακή δράση του πατέρα μου, οι διώξεις στον εμφύλιο, καθώς και οι πρώτες ενδείξεις της σκληρής ασθένειας στο παιδικό μου σώμα, υποχρέωσαν την οικογένεια μου να εγκαταλείψει το νησί και να μεταναστεύσει στην Αθήνα. Από το 1966 κατοικώ στην Τερψιθέα – Γλυφάδας, από το 1973 σε ηλικία πλέον 20 χρόνων μετακινούμαι μόνο με αναπηρικό αμαξίδιο.

Από παιδί γνώρισα κάτι παραπάνω από καλά, γνώρισα βαθιά όλες τις αρνητικές πτυχές του νοσηλευτικού συστήματος και της κοινωνικής επανένταξης. Είχα την “τύχη” να μεγαλώσω σε εποχές γκρίζες κι άγονες για τ’ άτομα με αναπηρία. Σε δύσκολες συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Τότε που ήταν στίγμα για το άτομο και την οικογένεια του η αναπηρία και όνειρο η πρόσβαση στην πόλη και τη ζωή, στη μέριμνα της πολιτείας, στη μόρφωση και την αποκατάσταση…
Μέσα σε αυτές τις συνιστώσες, θέλοντας να δώσω διέξοδο στην ανάγκη δραπέτευσης από τα ψηλά τείχη του αποκλεισμού, αρχίζω να γράφω ποιήματα και να μελετώ αχόρταγα λογοτεχνικά κείμενα. Από τότε θα σημαδέψουν βαθύτατα όλη την ποιητική μου διαδρομή, τα πάθη και οι αγώνες των καθημερινών ανθρώπων. Τα όνειρα και οι αγωνίες στις υποβαθμισμένες γειτονιές της μεγαλούπολης. Μαζί πάντα ο νόστος και η θύμηση της Αιολίδας, (τόπος, χρόνος, ιστορία, άνθρωποι, αγώνες, θυσίες, οράματα).”

Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών (ΕΕΛ) από το 1980. Μέλος της Διεθνούς Αμνηστίας και της Επιτροπής Συμπαράστασης Πολιτικών Προσφύγων από το 1981. Πέραν αυτών είναι ιδρυτικό μέλος του πανελλήνιου συλλόγου παραπληγικών, ενώ από το 2003 είναι ενεργό μέλος της κινηματικής Παρέμβασης Αναπήρων Πολιτών (ΠΑΝΑΠ).

Σε ό,τι αφορά την εκδοτική και δημοσιογραφική του παρουσία: Το 1983 εκδίδει το λαογραφικό περιοδικό «ΤΑ ΠΑΡΑΚΟΙΛΙΩΤΙΚΑ» Λέσβου και το 2002 εκδίδει το πολιτιστικό περιοδικό «ΓΛΥΦΑΔΑ – ΑΝΩ ΚΑΤΩ». Καθ’ όλη την διάρκεια των χρόνων συνεργάζεται και αρθρογραφεί σε αναρίθμητα περιοδικά και εφημερίδες, τόσο στις συνοικίες και στην περιφέρεια, για ποίηση, λογοτεχνία, για τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ανάγκη άρσης του, καθώς επίσης και για την ιστορία – λαογραφία της αγαπημένης Λέσβου. Ειδικά σε ότι αφορά την τελευταία, ουδέποτε ο νους του Αρη την εγκαταλείπει, γράφει ακατάπαυστα. Τα τελευταία χρόνια, από 2006 – 2008 γράφει στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» την στήλη «Της Καθημερινής Ζωής μας». 2006 – 2008, ενώ από το 2008 μέχρι σήμερα τα κείμενά του φιλοξενεί η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» , το πλέον έγκυρο προοδευτικό βήμα της μάνας πατρίδας.

Επίλογος με τους τίτλους του λογοτεχνικού έργου του Αρη Ταστάνη αυτού που τον καθιστά αθάνατο μεσ’ τον χρόνο, που τον αναδεικνύει ως έναν εκ των σημαντικότερων νεοελλήνων συγγραφέων και σίγουρα τον σημαντικότερο νεοέλληνα λογοτέχνη με αναπηρία.

Το πρώτο εκδοθέν ποίημα του Ταστάνη υπό τον τίτλο «ΜΠΟΡΕΙΣ» – αφιερωμένο στους ζωγράφους με το στόμα και το πόδι – κυκλοφόρησε μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες στο ημερολόγιο της Διεθνούς Ένωσης Αναπήρων Καλλιτεχνών (1976). Εκτοτε ακολουθεί σειρά σημαντικών βιβλίων του, αρχής γενομένης από το ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙΝΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ (Αθήνα 1976) και έναν χρόνο μετά τα ΑΙΟΛΙΚΑ (εκδόσεις Ιωλκός 1977).

Ακολουθούν:
14 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΑΓΓΟΥΛΕ (εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979) , ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ (εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979), ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1982 με σχεδιασμό εξωφύλλου της εξαίρετης Βάσω Κατράκη), ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ (εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1985, επίσης σχεδιασμός εξωφύλλου της Β. Κατράκη).
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 λογίζεται η ώριμη περίοδος του Ταστάνη, αρχής γενομένης από τα ΑΙΟΛΙΚΑ ΙΙ (εκδόσεις ΚΑΛΑΜΑΣ 1992) και το υπέροχο ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ (εκδ. ΚΑΛΑΜΑΣ 1992, σχ.εξ. Β. Κατράκη). Για να ακολουθήσουν με την ροή των χρόνων ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΆ ΤΩΝ ΟΔΟΙΠΟΡΩΝ (εκδόσεις ΗΡΑ 1999, με υπέροχο σχεδιασμό εξωφύλλου της Τζέλη Χατζηδημητρίου), και μιά τετραετία μετά ΤΟ ΕΓΩ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ (εκδ. ΗΡΑ 2003) – γνώμη του γράφοντα, ίσως η περιεκτικότερη μύηση στην συναισθηματική σχέση με την ροή του χρόνου ενός ανθρώπου κοινωνικά αποκλεισμένου που προσφέρει η νεοελληνική λογοτεχνία. Τα τελευταία δύο βιβλία με την υπογραφή του Ταστάνη είναι το TAΞΙΔΙΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΛΙΣΑΧΝΗΣ (εκδ. ΑΣΤΕΡΙΑΣ 2005) και το ιστορικό αφήγημα – ντοκουμέντο ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ (εκδόσεις Κ.Ψ.Μ. 2007) αφιερωμένο στον τελευταίο μυτιληνιό αντάρτη του ελληνικού εμφυλίου.

*Από το portal lesvosnews.net

Ο Καβάφης, στο σχολείο και στην ποίηση

cavafis1

Της Ευτυχίας Παναγιώτου

Όταν πρωτοάρχισα να καταστρώνω ποιήματα –γιατί και πώς και κάτω από ποιες συνθήκες κανείς δεν γνωρίζει, κι αυτό είναι το ωραίο–, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο μου να συναντήσω τον ιδανικό δάσκαλο. Ήθελα κάποιον να μου πει αν λοξοδρόμησα, αν έπρεπε να συνεχίσω στην ίδια τροχιά ή να του στρίψω.

«… Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
να ’σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμα το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι …»

Αυτά μου είπε. Τόσα πρέπει μόνο σε ένα καβαφικό —κυρίως ψευδοϊστορικό— ποίημα χωράνε και πουθενά αλλού. Γι’ αυτό μάλλον τον αγαπούσαμε τον Καβάφη στο σχολείο και τον ακούγαμε, παρότι ήταν κι εκείνος δάσκαλος που μιλούσε για τα πολύ παλιά, για όσα συνέβησαν προτού κανείς διανοηθεί την εποχή που γεννηθήκαμε. Τότε, ό,τι ερχόταν απ’ το παρελθόν μάς ήταν ξένο, άψυχο, τρομακτικό κι όσοι μάς το επέβαλλαν φαίνονταν κενολόγοι, άκαρδοι και δαίμονες. Τα πρέπει μύριζαν διδακτισμό· δεν θέλαμε να σκύψουμε. Θυμάμαι έναν ξερακιανό στο έδρανο που αγόρευε κι εμάς που γράφαμε κρυφά σε ραβασάκια στίχους για «το μεγάλο Ναι» και «το μεγάλο το Όχι» (που πλέον έγιναν κοινό τραγούδι) και γι’ άλλα διάφορα, για ταξίδια και «Ιθάκες», για την έκθεση στην «καθημερινήν ανοησία» και τις συναναστροφές. Ήταν τα λόγια του γέρου σοφού από τα βάθη. Ήταν τα λόγια του όπως τα νιώσαμε στην εφηβεία. Τώρα στη μνήμη άλλος ένας καθηγητής ξεπηδά, που αποστρεφόταν σφόδρα τον Καβάφη αλλά επέμενε να τον διαβάζουμε: επιλεκτικά. Σπέρνοντας ανέμους, θέριζε όμως και θύελλες, γιατί κάποιοι καταλάβαιναν. Μέχρι και τα παιδιά που τόσο «φανατικά για γράμματα» δεν ήταν, ούτε πρόωρα ωριμασμένα και λυπημένα, έβρισκαν φιλόξενους τους στίχους του, συναντούσαν εκεί τη χαμένη τιμή της Νεότητας. Μια εύθραυστη, καταπώς την αντιλαμβάνομαι τώρα, υπερηφάνεια. Αλλιώτικη από τις άλλες τις εθνικές.

Continue reading

Φωναχτές Σκέψεις για τον Κωνσταντίνο Καβάφη

a-a-1-cavafy-sony

Tου Κωνσταντίνου Μάντη/*/

«Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σ’ ένα σπίτι της Οδού Σερίφ. μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επεσκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικό διάστημα. Διέμεινα και στην Γαλλία. Στην εφηβική μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολι. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το Υπουργείον των Δημοσίων ΄Εργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά, και ολίγα Ιταλικά». Με αυτό το λιτό βιογραφικό σημείωμα συνοψίζει τη ζωή του ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933). «Παραλείπει» στοιχεία, όπως ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια (ο πατέρας του ήταν μεγαλέμπορος και η μητέρα του από καλή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης) και ότι έζησε τα παιδικά του χρόνια σε μεγάλη ευμάρεια. Ο αιφνίδιος θάνατος του πατέρα του (1870), όμως, ανάγκασε την οικογένεια να φύγει από την Αλεξάνδρεια και να εγκατασταθεί στην Αγγλία για έξι χρόνια (1872-1878). Έπειτα, επέστρεψαν για λίγο στην Αλεξάνδρεια, όπου ο Καβάφης φοίτησε στο εμπορικό Λύκειο «Ερμής», αλλ’ έφυγαν και πάλι, λόγω πολιτικών ταραχών (1882), αυτή τη φορά για την Κωνσταντινούπολη, όπου έμειναν τρία χρόνια. Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια το 1885 και έκτοτε ο Καβάφης ελάχιστα ταξίδεψε, στο Παρίσι και το Λονδίνο (1897), καθώς και στην Αθήνα (1901 και 1903). Έζησε όλη τη ζωή του ήσυχα, από το 1907 στην οδό Λέψιους, όπου και δημιούργησε το έργο του. Εργάστηκε επί τριάντα χρόνια ως δημόσιος υπάλληλος στο Γραφείο Αρδεύσεων. Πέθανε την ημέρα των γενεθλίων του, στις 29 Απριλίου του 1933.

Continue reading

Για τόν Καβάφη: «Μέρες θαυμάτων» / β

http://goodmusipresszita.blogspot.com/2012/03/constantine-p-cavafy-ithaka.html

Στην ποίηση που, όταν όλα είναι ιδανικά, όλα είναι ωραία και μεγάλα φωτισμένα, έρχεται αυτονόητο να πει κανείς ότι ο Καβάφης είναι με τόν πιο επίμονο και ήσυχο ταυτόχρονα τρόπο επικούρειος. Η μνήμη που είναι ο κατεξοχήν κόσμος τού παρόντος σ’ αυτόν, είναι ο κόσμος μιας ηδονικής διαφάνειας, εκεί που πλέουν τά μαγευτικά απογεύματα, οι ορμές και η χαρά, δύναμη λόγος κι ομορφιά (πολύ αναπάντεχο καρφί αυτός ο «λόγος» εκεί ανάμεσα, για όποιον τόν διαβάζει αφηρημένος), αίσθησις και επιθυμία, λάγνη ορμή, μοιραία χαρά, ηδονή άνομη και έκνομη μέθη ερωτική, η πύρα τής νεότητος ώς που έλειψε τό φως, χαρά και μύρο τής ζωής του η μνήμη τών ωρών αυτού που αποστρέφεται κάθε απόλαυση ερώτων τής ρουτίνας – και κει σχεδιάζονταν τής ποίησής του η περιοχή : όταν ο έρως με τήν εξαισία του ισχύν κι η φυλαχθείσα ερωτική συγκίνησις (κι αν δεν θυμάται πού – ένα ξέχασμά του δεν σημαίνει) σ’ αυτή τή μία ένταση τήν μόνο ερωτική που δεν γνωρίζει η υγεία και μέσα στο μαγευτικό απόγευμα ενός πλοίου θα υπάρξει ακριβώς η αρχή αυτών που αύριο ή μεθαύριο ή με τά χρόνια θα γραφούν : οι στίχοι οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των.

Αυτή η αντεστραμμένη αίσθηση τού χρόνου δεν είναι απλώς αισθητική, είναι πράγματι και ηθική για τόν Καβάφη : μέσα στο ποίημα ο ίδιος βρίσκεται στο παρόν τού παρελθόντος του, γι’ αυτό κι οι στίχοι θα γραφούν (ενώ τό γεγονός τού ποιήματος δείχνει ότι ήδη γράφηκαν) και εδώ δεν ήταν η αρχή των, αλλά εκεί : Αλλά ο Καβάφης επιθυμεί πάντα να μείνει εδώ που είναι ακόμη ζωντανή η ηδονή. Έτσι λοιπόν, παρ’ όλη τή νοσταλγία και τή θλίψη ή τήν αίσθηση ανεπανόρθωτης απώλειας (που αγγίζει όχι μόνο πρόσωπα ή σώματα αλλά και τά πράγματα γύρω του), έχουμε να κάνουμε με μια θλίψη και μια νοσταλγία με τίς οποίες εξακοντίζονται ακριβώς οι εικόνες του μέσα στον χρόνο, ο οποίος όμως δεν είναι ποτέ χρόνος χειμώνα και ούτε φθινοπώρου καν : όλα σχεδόν τά φωτίζει ένας ήλιος μόνιμα, που δεν οφείλεται ίσως μόνο στο κλίμα : και όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα κάτω από τόν αστερισμό τής ίδιας πάντα φτώχειας, που δεν οφείλεται ίσως μόνο στον ρεαλισμό τής προσωπικής περίπτωσης : αυτή η οικονομική δυσπραγία και η στέρηση, που είναι τόσο διάχυτη στα ερωτικά του ποιήματα, εικονογραφεί όχι τόσο μια αδικία κοινωνική γενικού είδους, αλλά μια τιμωρία για τίς ερωτικές επιλογές τίς έκνομες – σαν να επιχειρείται η εικονογράφηση μιας παράλογης μεταφυσικής ζυγαριάς που θα ’λεγε (φροϋδικώ και μαρκουζικώ τω τρόπω) κανείς ότι δείχνει πως όσο περισσότερη ευτυχία και πλήρωσις ερωτική, τόσο λιγότερη κοινωνική επιτυχία και αποδοχή. Στα περισσότερα ερωτικά ποιήματα, σχεδόν όπως στα μυθιστορήματα τής Τζαίην Ώστιν (και νομίζω ότι τήν είχε διαβάσει και τού άρεσε) πληροφορούμαστε εισαγωγικά κιόλας – και, οπωσδήποτε αργότερα, καθ’ οδόν – για τήν μέχρις εδώ, ή και παρούσα (τόσο παρούσα, που να γίνεται μέρος τής δραματοποιημένης συγκίνησης) οικονομική κατάσταση τών ηρώων : Αν δεν είναι οι ήρωες ωραία παιδιά χαμένα στα σιδεράδικα, ή τά γραφεία από τήν φτώχεια τους, θα είναι παιδιά καλών (τιμίων) οικογενειών που, λόγω τού ξεπεσμού και τών ηθικών τους επιλογών, μήτες να τούς ξέρουν δεν θέλουν πια.

Continue reading

Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη

kavafis-lefkoma02

Της Ελπίδας Πασαμιχάλη

πηγή: http://www.bookpress.gr

“Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσα μας είναι ένα μικρό τραπεζάκι, γεμάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα και ουίσκι – και πίνουμε. Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε και πάλι αρχίζει με κάποια προσπάθεια, η κιυβέντα. Εγώ πολεμώ να κρύψω στο γέλιο τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να ένας άνθρωπος μπροστά μου άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνια και σιωπή, αρχηγός αρημίτης, κι υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής. (….) Η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα -και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του.(…) Ο Καβάφης είναι από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού. Με διπλά ξεθωριασμένα φύλλα με μακρύ ασθενικό κοτσάνι, δίχως σπόρο”. Αυτό το υπέροχο, γλαφυρό, διεισδυτικό και ουσιαστικά προφητικό κείμενο φέρει την υπογραφή του Νίκου Καζαντζάκη και είναι μέρος άρθρου που δημοσίευσε στη εφ. Ελεύθερος Λόγος (15 Απριλίου 1927) με τίτλο “Ο Αλεξανδρινός ποιητής Καβάφης. Από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού”, μετά από επίσκεψή του στο σπίτι της οδού Λειψίας και συνάντησή του με τον ποιητή.

Ξαναδιαβάζοντας αυτό το κείμενο σήμερα, 150 χρόνια από τη γέννηση και 80 χρόνια από τον θάνατο του κορυφαίουΑλεξανδρινού ποιητή, δεν μπορεί να μην θαυμάσει κανείς τη διορατική ματιά του Καζαντζάκη και την αναφορά στην “γεμάτη ακκισμούς και χρώμα φωνή” του, ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ίδιας της καβαφικής ποίησης, στο οποίο αρκετά χρόνια αργότερα εστίασε και ο Βρετανός ποιητής Γ.Χ. ΄Ωντεν. Στο ερώτημα “Τι είναι εκείνο που υπάρχει στα ποιήματα του Καβάφη;” απαντά «Είναι κάτι που θα μπορούσα μόνο να το ονομάσω, πολύ ανεπαρκώς, έναν τόνο φωνής, μια προσωπική εκφορά… Διαβάζοντας ένα ποίημα του Καβάφη νιώθω ότι αυτό το ποίημα αποκαλύπτει ένα πρόσωπο που βλέπει τον κόσμο από μια μοναδική προοπτική».

Continue reading

B. Traven – Οι μεταμορφώσεις ενός μοναδικού

btraven_smokin

Του Λευτέρη Αναγνώστου*
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Μάιος 1990

«Από έναν εργάτη πού δημιουργεί πνευματικά έργα, ποτέ δεν θα έπρεπε να ζητάει κανείς τη βιογραφία του. Είναι αγενές. Τον βάζει στον πειρασμό να πει ψέματα… Θα ήθελα να το πω με όλη τη σαφήνεια. Η βιογραφία ενός δημιουργικού ανθρώπου είναι εντελώς χωρίς σημασία. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει διακριτός μέσα στα έργα του, τότε είτε ο ίδιος δεν αξίζει τίποτε είτε τα έργα του δεν έχουν καμμιά αξία».

Αυτή η αποφθεγματική δήλωση περιέχεται σε μια ανακοίνωση του Β. Traven προς τους αναρίθμητους Γερμανούς αναγνώστες των πρώτων βιβλίων του. Τη δημοσίευσε ο αριστερός εκδοτικός συνεταιρισμός Büchergilde Gutenberg το 1927, για να κατευνάσει την περιέργεια των δεκάδων χιλιάδων μελών και αναγνωστών που τον πολιορκούσαν με επιστολές τους, θέλοντας να πληροφορηθούν για τη ζωή και το πρόσωπο του συγγραφέα. Ο δεινός αφηγητής, που μέσα από τις σελίδες των διηγήσεών του τους κρατούσε με κομμένη την ανάσα στις ώρες αναψυχής, αυτός πού είχε βρεί το μήκος κύματος και τον τόνο για να επικοινωνεί τόσο άμεσα από το μακρινό Μεξικό, απαντούσε στους αναγνώστες του με διευκρινίσεις, αισθητικά και πραγματολογικά σχόλια καθώς και κοινωνικοπολιτικές παρατηρήσεις, αλλά η αλληλεγγύη και η ζεστασιά του απέκρουαν κάθε ανοίκεια οικειότητα.

das-totenschiff

Είναι η απαρχή ενός έκθετου μυστηρίου που κράτησε ως τον επιβεβαιωμένο θάνατό του το 1969 και κρατάει ακόμη και σήμερα. Η αχλή που περιέβαλλε την ταυτότητά του (« Εγώ δεν χρειάζομαι διαβατήριο. Ξέρω ποιος είμαι»), απλώθηκε γρήγορα σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική, καθώς τα βιβλία του μεταφράστηκαν στις περισσότερες γλώσσες των δύο ηπείρων και το σώμα των αναγνωστών του ογκώθηκε μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο σε δεκάδες εκατομμύρια. Από τότε συνεχίστηκε να πλέκεται ο μύθος του Τράβεν με άπειρα νήματα που φθάνουν ως τις μέρες μας. Περιοδικά μαζικής κυκλοφορίας, όπως το Stern και το Life, εξαπέλυαν τακτικά κυνηγητά για να τον ανακαλύψουν, στον μεγάλο κυκεώνα της Πόλης του Μεξικού, στις κοσμοπολίτικες παραλίες του, στην απέραντη ζούγκλα ανάμεσα στους αγαπημένους του ινδιάνους.

Continue reading

Ο Καβάφης και η «ποιητική ιδέα»

299014-1125845-7555

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗ*

Σύμφωνα με τον Στρατή Τσίρκα, ο μηχανισμός της ποιητικής δημιουργίας του Καβάφη ερμηνεύεται με τρία «κλειδιά», με πρώτο το ιστορικό γεγονός («πρό­σχημα»), δεύτερο το πραγματικό γεγονός («αφορμή»), δηλαδή το σύγχρονο, και τρίτο το ψυχικό γεγονός. Στο έργο του Ελύτη προτεραιότητα έχει το ψυχικό γεγονός, συνδυασμένο με το πραγματικό. Δεν εμπνέεται με τρόπο διανοητικό από ιστορικά γεγονότα του πα­ρελθόντος. Αφορμάται από τη βιωματική εμπλοκή του στα γεγονότα της εποχής του. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε μια κατηγορία έργων του με επίκεντρο το Άξιον εστί. Στο έργο του «Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό» βεβαιώνει ότι χωρίς την εμπειρία στο μέτωπο «δεν θα του είχε ανοιχθεί ο δρόμος για το Άξιον εστί. Πώς όμως καθίσταται ποίηση η «συγκυρία», η «άμεση ιστορία» και ιδίως η παρελθούσα; Μια παραδειγματική απάντηση ανάμεσα σε άλλες θα ήταν το ποίημα του Καβάφη «Δαρείος», γραμμένο το 1917 και δημοσιευμένο το 1920, όπου θέτει με έμφαση το πρόβλημα της ποιητικής. Μολονότι το εν λόγω ποίη­μα βρίθει από ιστορικές πληροφορίες και αναφέρεται σε γεγονότα ιστορικά, το ιστορικό σκηνικό, που τοποθετείται το 74 π.Χ., χρησιμεύει ως «πρόσχημα» για να διατυπώσει την άποψή του ως προς τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας.

Κατά τον Ελύτη, ο Έλιοτ και ο Καβάφης «μυθοποιούν» το ιστορικό παρελθόν και εντάσσουν σ’ αυτό σύγχρονές τους «ανάλογες συναισθηματικές καταστάσεις». Ειδικότερα, η μέθοδος του Αλεξανδρινού ποιητή είναι να χρησιμοποιούνται «οι άγνωστες και παραμελημένες πτυχές της ελληνικής ιστορίας», με τους πρωταγωνιστές της να μοιάζουν ένα «είδος ηθοποιών». Δηλαδή μέ­σα από την «προσωποποίηση εποχών και ανθρώπινων (ιστορικών ή φανταστικών) τύπων» τούς αναθέτει «με τέλεια ηθοποιΐα» να παίξουν το «ατομικό δράμα» του ποιητή. Ο Νικόλαος Κάλας ήδη από το 1932 στο περιοδικό Κύκλος υπογραμμίζει ότι «σχίζοντας το πέπλο της ιστορίας στο έργο του Καβάφη, έχουμε μια εικόνα της σύγχρονης ζωής».

Continue reading

Γιώργος Μπλάνας, Ο ποιητής πολίτης του κόσμου

water

«Μορφές όπως ο Μπάιρον κι ο Πόε προσέφεραν στην ανθρωπότητα συγκινήσεις, που οι συντηρητικοί ούτε στον ύπνο τους δεν θα έβλεπαν. Ο Μπάιρον κι ο Πόε έδωσαν στη ζωή νόημα και χρώμα, οι συντηρητικοί έκαναν το αίμα νερό, την ομορφιά ασχήμια, την ποικιλία ομοιομορφία και μαρασμό».
ΕΜΜΑ ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ: Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΥ

«Πραγματικό αντικείμενο όλων των ηθικών και πολιτικών αναζητήσεων είναι η απόλαυση και η ευτυχία. Η πρωταρχική τάξη των ανθρωπίνων απολαύσεων είναι οι απολαύσεις των αισθήσεων. Πλάι σ’ αυτές αναπτύσσονται ορισμένες υστερογενείς, διανοητικές: οι απολαύσεις της συμπάθειας και της προσωπικής ανάπτυξης. Αυτές οι απολαύσεις είναι πιο εκλεπτυσμένες και οδηγούν στην κατάσταση που ονομάζουμε πολιτισμό. Η μέγιστη απόλαυση και η μέγιστη ευτυχία μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της κοινωνικής συμβίωσης. Ωστόσο, τα φαινόμενα βίας οδήγησαν στη δημιουργία κυβερνήσεων που, αντί να προστατεύουν τους ανθρώπους, ανακυκλώνουν τη βία. Οι κυβερνήσεις είναι αποτέλεσμα της άγνοιας και της εξαχρείωσης των ανθρώπων. Όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν ο ένας τον άλλον, με τη συνεχή έρευνα για τον εαυτό τους και τους άλλους, θα μπορέσουν να αναπτύξουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να συνεργαστούν, χωρίς τη μεσολάβηση οποιασδήποτε κυβέρνησης».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Άγγλο φιλόσοφο Ουίλιαμ Γκόντουιν, και δίχως αυτά δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την συγκλονιστική ποιητική μορφή του Μπάιρον.

Ο Μπάιρον υπήρξε παιδί της πιο ρηξικέλευθης τάσης του αγγλικού φιλελευθερισμού, του συνεργατικού αναρχισμού, που συνδύαζε τον ωφελιμισμό του Μπένθαμ με τον ριζοσπαστικό κοινοτισμό του Τόμας Πέην, και τον χριστιανικό αναρχισμό του Ουίλλιαμ Μπλαίηκ με τον φιλοσοφικό εμπειρισμό.

Continue reading

Ο Καβάφης και η κριτική

http://goodmusipresszita.blogspot.com/2012/03/constantine-p-cavafy-ithaka.html

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 06/06/2003

Δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο ποιητής Κ.Π. Καβάφης αδικήθηκε ή αγνοήθηκε από την κριτική, κατά το διάστημα των περίπου πενήντα χρόνων (1886-1932) της δημόσιας ποιητικής παρουσίας του. Εισέπραξε επαίνους, πρώιμες και εύστοχες ερμηνευτικές παρατηρήσεις για τα ποιήματά του, τα οποία εκτοξεύονταν δίκην προκηρύξεων από την οδό Λέψιους ή δημοσιεύονταν σποραδικά σε ποικίλα περιοδικά και εφημερίδες, όχι μόνον της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου, αλλά και της Αθήνας και του εκτός εθνικού κέντρου Ελληνισμού. Οι οπαδοί άναψαν θυμιάματα και λιβανωτούς· οι αντίπαλοι τον αντιμετώπισαν με πλήρη άρνηση -πολύ συχνά με ιδιαίτερα κακόβουλα σχόλια, καταφεύγοντας σε εξωλογοτεχνικές αξιολογήσεις. Ενα έργο σαν το δικό του, που εκόμιζε τόσα καινοφανή στοιχεία σε μιαν εποχή κατά την οποία ο μοντερνισμός δεν είχε ακόμη εμφανιστεί στην Ελλάδα, ήταν λογικό και αναμενόμενο να προκαλέσει συγκρούσεις, εντάσεις και διαφωνίες.

«Αν η φράση του Ζιντ για τον Ανατόλ Φρανς “δεν πολυπιστεύω στην επιβίωση εκείνων πάνω στους οποίους ο κόσμος όλος συνεννοείται” μπορεί να έχει ακόμα κάποιο νόημα, η περίπτωση του Καβάφη έρχεται αναμφίβολα να το επικυρώσει. Σ’ όλες τις λογοτεχνίες, και στη δική μας όχι λιγότερο, η “συνεννόηση” πάνω στους μεγάλους δεν ήταν ποτέ ο κανόνας. […] Αλλά η περίπτωση του Καβάφη δεν έχει βέβαια προηγούμενο: σ’ αυτήν η ασυνεννοησία είναι μια έννοια σχεδόν ανώδυνη· θα μπορούσαμε καλύτερα να μιλάμε για σύγχυση». Ετσι άρχιζε, εδώ και σαράντα ακριβώς χρόνια, ο Παν. Μουλλάς το διεξοδικό μελέτημά του «Ο Καβάφης και η άρνηση. Σταθμοί της αντικαβαφικής κριτικής», που δημοσίευσε ψευδωνύμως στην Επιθεώρηση Τέχνης, στηριγμένος προφανώς στις καθοδηγητικές ενδείξεις της Βιβλιογραφίας Κ.Π. Καβάφη του Γ.Κ. Κατσίμπαλη.

Continue reading