Philip Levine, 1928–2015

philip-levine

Philip Levine was one of the leading poetic voices of his generation, “a large, ironic Whitman of the industrial heartland,” according to Edward Hirsch. The son of Russian-Jewish immigrants, Levine was born and raised in industrial Detroit, where he began working in the auto factories at the age of 14. As a young boy in the midst of the Great Depression of the 1930s, he was fascinated by the events of the Spanish Civil War. His heroes were not only those individuals who struggled against fascism but also ordinary folks who worked at hopeless jobs simply to stave off poverty. Noted for his interest in the grim reality of blue-collar work and workers, Levine resolved “to find a voice for the voiceless” while working in the auto plants of Detroit during the 1950s. “I saw that the people that I was working with … were voiceless in a way,” he explained in Detroit Magazine. “In terms of the literature of the United States they weren’t being heard. Nobody was speaking for them. And as young people will, you know, I took this foolish vow that I would speak for them and that’s what my life would be. And sure enough I’ve gone and done it. Or I’ve tried anyway.”

Levine earned his BA from Wayne State University in 1950 and began attending writing workshops at the University of Iowa, as an unregistered student, in 1953. He took classes with Robert Lowell and John Berryman, and would later pay tribute to Berryman’s teaching influence on his development as a poet. Levine officially earned an MFA from the University of Iowa in 1957, and later that year won a Jones Fellowship at Stanford University. Shortly thereafter, he began teaching at the University of California, Irvine, where he would remain until 1992. Levine also taught at Columbia, Princeton, NYU, Brown, the University of California at Berkeley, and Tufts.

Though Levine did not return to live in Detroit, its people and economy would remain central concerns of his poetry. Critic Herbert Leibowitz, commenting on Levine’s 1980 National Book award and National Books Critics Circle award-winning collection Ashes: Poems New and Old, wrote: “Levine has returned again and again in his poems to the lives of factory workers trapped by poverty and the drudgery of the assembly line, which breaks the body and scars the spirit.”
Continue reading

Petra White, What kind of reader are you?

tumblr_inline_nif42eNjoi1qed9g4

The Prime Minister’s Literary Award winning poet Melinda Smith recently commented that 80 per cent of the audience for poetry in Australia is made up of the ‘specialist reader – a reader who not only loves books and loves words and reads a lot but has also got a degree in a postgraduate qualification in English and has read an awful lot of poetry and cultural theory’. Smith expresses a hope that poetry aimed at ‘the general reader’ can be acceptable in Australia. Smith’s award is proof that it can, but I can’t help wondering at her assumption that the majority of acceptable poetry in Australia is ‘inaccessible’ – and that the non-generalist, let’s say specialist reader makes up 80 per cent of the readership of poetry. This is not just a reader of poetry, but someone who reads mainly a certain type of poetry – ‘the richly layered and allusive works that are created by and for people with tertiary education in literature and cultural theory’ (Smith).
Continue reading

The prosaic fight for public poetry

2-238301-Main-476x357-2

By Madeleine Dore*

http://publishing.artshub.com.au/news-article/features/writing-and-publishing/the-prosaic-fight-for-public-poetry-247009

Friday 30 January, 2015
The loss of a major poetry event is a blow in the battle for poetry in public spaces. We look at what works and why.

Melbourne has lost one of its core public poetry events.  After years of monthly poetry events at Beer DeLuxe for years, Poetry@ Fed Square has come to an end.

The loss has been mourned by the literary community but is also being used as a guide to running successful poetry events.

In a farewell to Poetry@fedsquare, online poetry community Melbourne Spoken Word said: ‘It’s also especially sad when a gig has to wrap up.

Dimitris Troaditis has been running poetry@fedsquare for the past two years, where he hosted a monthly poetry gig, inside the Atrium at Fed Square or upstairs at Beer DeLuxe, and was especially encouraging of poetry in other languages, himself writing and performing poetry in Greek.



‘Unfortunately, Fed Square have chosen to discontinue to the event from this year and so we’ve lost this treasure,’ wrote Benjamin Solah.
Continue reading

Ο Καραγκιόζης αναρχικός

%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%8C%CE%B6%CE%B7%CF%82

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (*)

Στις μέρες μας, ο χαρακτηρισμός Καραγκιόζης χρησιμοποιείται υποτιμητικά και ο άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται έτσι γίνεται αντικείμενο χλευασμού. Έχουμε, όμως, ποτέ σκεφτεί την κοινωνική σημασία του θεάτρου σκιών Καραγκιόζη;

Ο Καραγκιόζης κοροϊδεύει τις εξουσίες, τις ειρωνεύεται και τις ξεφτιλίζει. Τις περισσότερες φορές, ο Καραγκιόζης θα νιώσει το βαρύ χέρι της εξουσίας απάνω του, που παρομοιάζεται με το ξύλο του Δερβέναγα ή του Βεληγκέκα, όμως, δεν μετανιώνει και την επόμενη φορά θα προσπαθήσει και πάλι να ξεγελάσει μια εξουσία, που τη φοβάται, αλλά την πολεμά με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Ο Καραγκιόζης έχει μια ξεχωριστή ιδιόρρυθμη φιλική σχέση με τον Χατζηαβάτη. Ο Χατζηαβάτης γλύφει την εξουσία. Ο Καραγκιόζης τον κοροϊδεύει και του τις βρέχει. «Πως τα καταφέρνει ο μαλαγάνας πίτσι πίτσι και τις γλυτώνει» θα πει ο Καραγκιόζης για τον Χατζηαβάτη, ενώ για τον εαυτό του θα πει ότι κάθε φορά, που τολμά να πλησιάσει το μέγαρο της εξουσίας (το Σαράι) του έχουν έτοιμη υποδοχή! Ο Χατζηαβάτης μπαίνει σκυφτός στο Σαράι. Του προσφέρουν χαλβά και του δίνουν λίγες λίρες για τον κόπο του, που συμβολίζουν τα ψίχουλα, που δίνει η εξουσία σε όσους την αποδέχονται. Ο Καραγκιόζης κοροϊδεύει τον Χατζηαβάτη και του κλέβει τις λίρες.

Θα ‘λεγε κανείς ότι ο Καραγκιόζης καταφέρεται κατά της εξουσίας του Βεζίρη, των μπέηδων και των αγάδων. Όμως, ο Καραγκιόζης δεν είναι ρατσιστής. Χτυπάει και την ντόπια πλουτοκρατία. Έτσι, καταφέρνει να ταπεινώσει τον αφελή τσέλιγκα Μπάρμπα-Γιώργο και τον Ζακυνθινό αριστοκράτη Σιορ-Διονύσιο, που ντύνεται σαν παλιός ευγενής. «Θα μου φύγει το ημίψηλο» «Σιγά! Θα μου σκίσεις τη γραβάτα! Το παντελόνι με τη φαρδέα ρίγα!» λέει ο Σιορ-Διονύσιος, όταν τον δέρνει ο Καραγκιόζης.

Ο Καραγκιόζης δεν διστάζει να τα βάλει, ακόμα και με τη θρησκευτική εξουσία. Σε ένα μοναστήρι, σπρωγμένος από την πείνα βουτάει το ψωμί στο καντήλι με το λάδι για να νοστιμίσει. Όταν τον ανακαλύπτουν, επειδή βρήκαν ψίχουλα ψωμιού μέσα στο καντήλι, λέει: «Δεν πειράζει. Άλλη φορά θα ρίχνω με το καντήλι στο ψωμί!»

Μη αποδεχόμενος καμιά εξουσία, ο Καραγκιόζης είναι μια αναρχική φιγούρα, που έχει επιζήσει ως τις μέρες μας χάρις το ταλέντο των καραγκιοζοπαιχτών, που προσαρμόζουν τις παραστάσεις τους στη σύγχρονη εποχή, αλλά και των διαλόγων, που αρκετοί από αυτούς παραμένουν επίκαιροι.

(*) Τα αποσπάσματα διαλόγων προέρχονται από διάφορες παραστάσεις Καραγκιόζη, που έχω δει κατά καιρούς και τα έχω συγκρατήσει από μνήμης.

Τοπία μιας νυχτερινής ψυχής – Fernando Pessoa

fernando_pessoa1_logos+kai+texni

Του Νίκου Ξένιου 

από το http://www.bookpress.gr/, για τα ποιητικά βιβλία του Fernando Pessoa Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο καιΤα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος  (Gutenberg).

pessoa_kaeiro_logos+kai+texni

«Οι μυστικιστές ποιητές είναι άρρωστοι φιλόσοφοι,
και οι φιλόσοφοι είναι άνθρωποι τρελοί»

F. Pessoa

Το 1912, κι ενώ ο Φερνάντο Πεσσόα (1888–1935) επιχειρούσε να γράψει κάποια ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου, γεννήθηκε ένα από τα πιο σημαντικά του ετερώνυμα[1]: Ο Αλμπέρτο Καέιρο, το όνομα του οποίου είναι παραφθορά του ονόματος του πορτογάλου ποιητή Σα-Καρνέιρο, με μιαν εικονική ζωή τοποθετημένη ανάμεσα στο 1889 (Λισαβώνα) και το 1915. Τον Μάρτιο του 1912, λοιπόν, ο Πορτογάλος ποιητής έγραψε τον Φύλακα των Κοπαδιών, αποδίδοντάς τoν στην πέννα του Αλμπέρτο Καέιρο και ανασύροντας, έτσι, ποιμενικές μνήμες από τις δέκα Εκλογές (Βουκολικά) του Βιργίλιου. Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο –μέρος αυτών πρωτομεταφράστηκε στην Ελλάδα από τον Φίλιππο Δρακονταειδή, το 1982– τώρα, σε μια συνολική παρουσίασή τους από τη Μαρία Παπαδήμα στις εκδόσεις Gutenberg, δίνουν την ευκαιρία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να απολαύσει μιαν ισορροπημένη, ομαλή μετάφραση με ποιητικές αξιώσεις, μαζί με δύο κατατοπιστικά κείμενα εισαγωγής, ένα της μεταφράστριας και ένα του ίδιου του Πεσσόα, υπό το προσωπείο του Ρικάρντο Ρέις.

Poesia pastorale: μια πολυπλοκότητα εν εξελίξει

“Ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης”

Αντι-διανοούμενος, αντι-ρομαντικός, αντι-ϋποκειμενιστής, αντι-μεταφυσικός, ο Καέιρο δεν είναι πια αυτός που ήταν ο Πεσσόα, είναι ένας άλλος: αυτός ο «Άλλος» είναι, στην προκειμένη περίπτωση, οιονεί βοσκός, φέρει όλα τα γνωρίσματα αθωότητας που έχει κάθε βοσκός, ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σ’αυτήν:

«να με ξετυλίξω και να είμαι εγώ, όχι ο Αλμπέρτο Καέιρο, αλλά ένα ανθρώπινο ζώο που γέννησε η φύση».

Continue reading

Νεότεροι κύπριοι ποιητές

Σάρωση+4

Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης. Η Κύπρος μετά το ’90,
επιμ. Βάκης Λοϊζίδης, Αθήνα, Μανδραγόρας, 2011, σελ. 150

Ανθολογίες κυπριακής ποίησης έχουν γίνει πολλές· προηγήθηκε η Ανθολογία των κυπρίων ποιητών 1878-1934 (1934) του Άδωνη Βερνάλη, ακολούθησαν η πιο ευπρόσωπη Ανθολογία κυπρίων ποιητών (1951) του Ανδρέα Σ. Ιωάννου και η πιο αναλυτική Ανθολογία κυπριακής ποιήσεως (1965, συμπληρωμένη έκδοση: 1973) των Κώστα Μόντη και Ανδρέα Χριστοφίδη, για να φτάσουμε σε πιο πρόσφατες ανάλογες εκδόσεις, όπως η Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης (1985) των Λεύκιου Ζαφειρίου και Λουκά Αξελού και η πιο πληθωρική και μάλλον ισοπεδωτική Ανθολογία κυπρίων ποιητών (2008) των Σωκράτη Σκαρτσή και Σωτήρη Βαρνάβα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, με εξαίρεση την ανθολογία του Άδωνη Βερνάλη, οι υπόλοιπες τυπώθηκαν στην Αθήνα· και ότι οι περισσότερες από αυτές έγιναν από ποιητές. Υπάρχουν, βέβαια, αρκετές άλλες Ανθολογίες κυπριακής ποίησης, θεματικές, τοπικές ή πιο ειδικές, μερικές από τις οποίες είναι ενδιαφέρουσες. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι τέτοιες ανθολογήσεις κυπριακής ποίησης (και κυπριακής λογοτεχνίας γενικότερα) είναι αχρείαστες και βλαβερές, γιατί, κατά την άποψή τους, διαχωρίζουν, τάχα, την κυπριακή από την ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία. Δεν συμφωνώ με μια τέτοια άποψη. Όσο ο Βασίλης Μιχαηλίδης και άλλοι σημαντικοί κύπριοι λογοτέχνες εξακολουθούν να απουσιάζουν και από τις πιο αξιόπιστες και πιο πρόσφατες Ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης ή πεζογραφίας, είναι καλά να εκδίδονται τέτοιες ανθολογήσεις και άλλες εργασίες υποδομής· με την προοπτική οι κύπριοι λογοτέχνες (αλλά και συγγραφείς από άλλες περιοχές του ελληνισμού και της διασποράς) να αξιολογηθούν κάποτε όπως τους ταιριάζει στο πλαίσιο της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας: «Οι σημαντικότεροι με τους σημαντικότερους, και ο συρφετός με τον συρφετό», για να θυμηθούμε τα λόγια του Γ. Π. Σαββίδη.

Continue reading

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Η ποίηση ως αντίσταση

contemporary-artwork

…είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία…
Θ. ΓΚΟΡΠΑΣ, 1957

Όποιος αποπειράται σήμερα να παρεμβάλει τα ερωτήματά του ή της ενστάσεις του στην “φιλοσοφία” του κέρδους η οποία κυριαρχεί υπό τη μορφή της απαστράπτουσας τιποτολογίας των ημερών, θα εισπράξει το λιγότερο, τον χαρακτηρισμό του άκυρου και άκαιρου σχολιαστή ή του ξεπερασμένου “παλαιομαρξιστή”.

Μέσα σε αυτό το κλίμα σκέπτομαι κάποτε πως κάποια πράγματα έχουν όντως τελειώσει, όση και αν η αγάπη μας για τα “παλαιά” είναι ίσως το μόνο, πλέον, μέτρο της αντοχής μας σε μια πληθωριστική πίεση που κατατείνει στην πολιτική άπνοια, την πνευματική οξείδωση και την ιστορική αμνησία.

Δεν έχω καμία όρεξη να υπερασπιστώ εδώ της παλιές γνωστές αγκυλώσεις της αριστεράς· δεν τις υιοθέτησα άλλωστε ούτε καν την ώρα της δόξας τους. Άλλα όταν βλέπω τώρα τα αναρριχητικά και τα παράσιτα ενός όψιμου κερδαλέου αντικομμουνισμού, “νοσταλγώ” πράγματι, δηλαδή τιμώ και προσκυνώ, την όρθια στάση της δρυός που κάποτε πετροβολούσα.

Το ξέρω πως τέτοιες δηλώσεις σε κατατάσσουν στους “νοσταλγούς” – και λοιπόν; Το αντικείμενο κάθε νοσταλγίας έχει τη δική του πραγματικότητα και το δικό του δίκιο. Μπορεί να “πάλιωσε”, λ.χ., ο νεαρός εκείνος ποιητής της δεκαετίας του 60′ ο οποίος είχε την – όχι μόνο ποιητική – τόλμη, σε πείσμα κάθε αντιαμερικανισμού από τη μια, και κάθε αντικομμουνισμού, από την άλλη, να σαβανώνει μέσα στον ίδιο στίχο τη Μέριλυν Μονρόε και το Νίκο Μπελογιάννη, μπορεί να “πάλιωσε”, λέω, εκείνος ο ποιητής αλλά πρόλαβε να αφήσει το ίχνος της γενιάς του, την ισχύουσα απάντησή του ενάντια στο πρόπλασμα του σημερινού γιάπη – του θύματος και μεταπράτη μιας εικονικής ζωής:

νεαρέ εμποράκο βλάκα
αύριο θα πεθάνεις για μιαν ένεση
που θα τιμάται με τη ζωή σου.

“Παλιές ειδήσεις” χαρακτήριζε ο Θωμάς Γκίρμπας τα ποιήματα του, εννοώντας ίσως αυτό το αεί ερχόμενο στοιχείο της ποίησης, την πρωθύστερη απάντηση στον Θάνατο – εκείνο το “παρά ταύτα” που επικαλέστηκε πρόσφατα ο Μάριος Μαρκίδης.

Αν κάποιοι στίχοι, λοιπόν, μας ξαναφέρνουν τις “παλιές ειδήσεις” της ψυχής, οι τρέχουσες ειδήσεις μας ξαναφέρνουν στα παλιά μας καταφύγια. Ο τρόμος της 11ης Σεπτεμβρίου ήρθα να μουδιάσει, να αιχμαλωτίσει, να πάρει όμηρο τη σκέψη μας. “Τίποτα δεν (θα) είναι πλέον όπως πριν”, σάλπισε η κυρίαρχη είδηση μεταξύ απειλής και θριαμβολογίας.

Παρά ταύτα. Η 11η Σεπτεμβρίου, δεν αναιρεί τις “παλιές ειδήσεις”, αναιρεί το μακάριο εκείνο γιάπικο ιδεολόγημα περί “τέλους” της Ιστορίας. Ξέρω, βέβαια, πως στις πολιτικές κόντρες των ημερών η ποίηση είναι εκ των προτέρων χαμένη. Διότι το να πετάς αντί άλλου επιχειρήματος ένα στοίχο στα μούτρα του αντιπάλου σου δεν είναι “πολιτικώς ορθόν” στην εποχή μας.

Ποτέ δεν ήταν. Αλλά κάποτε συνηθιζόταν, και τούτο σήμαινε κάτι – σήμαινε κάτι για τη ζωή, όχι για την ποίηση. Η ποίηση έτσι και αλλιώς δεν άλλαξε, υπήρξε πάντα ό,τι είναι και σήμερα: “παλιές ειδήσεις”. Αυτό ακριβώς συνιστά την ουσία της και την αντίστασή της.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, Ιούνιος 2002. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2014/12/blog-post.html#more

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».

Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.

Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.

Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.

Continue reading

Για την Ελένη Βακαλό

Η Ελένη Βακαλό ποιήτρια και τεχνοκριτικός, γεννήθηκε το 1921 στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στην Αθήνα όπου και πέθανε το 2001. Σπούδασε στο Παν/ιο Αθηνών Ιστορία και Αρχαιολογία, παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της τέχνης στο Παρίσι. ‘Ιδρυσε -μαζί με τον σύζυγό της ζωγράφο και σκηνογράφο Γιώργο Βακαλό- την ομώνυμη σχολή διακοσμητικών και εφαρμοσμένων τεχνών, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την διδασκαλία ιστορίας της τέχνης. Δημοσίευσε πολλά βιβλία, ποιητικά, δοκίμια για την τέχνη κ.ά., έκανε εκπομπές τέχνης στο ραδιόφωνο, ενώ κατείχε συστηματικά τη στήλη της τεχνοκριτικής στην εφημερίδα «Τα Νέα» για 23 χρόνια, εκτός από την περίοδο της επταετούς δικτατορίας.

Είναι η πρώτη θεωρητικός στην Ελλάδα που θα χρησιμοποιήσει τον όρο «προσομοίωση» για να περιγράψει την σχέση θεατή – έργου τέχνης, η πρώτη που θα επισημάνει την ανάγκη μελέτης της τέχνης «Από την Πλευρά του Θεατή» (1989), ενώ θα αναφερθεί στην τέχνη ως γνωσιακό, διεπιδραστικό και ενσώματο εντέλει φαινόμενο. Η Βακαλό πρότεινε και δημιούργησε μια αυτόφωτη αισθητική θεωρία χωρίς ίχνος ακαδημαϊκού σχολαστικισμού. Ως τεχνοκριτικός -και αυτό είναι το κατ’ εξοχήν σημαντικό- πρότεινε μια ως ένα βαθμό δική της θεωρία που συνομιλούσε διεθνώς με τις μόλις ιδρυόμενες επιστήμες του δομισμού, της σημειολογίας, ή της πολιτισμικής ανθρωπολογίας.

Φιλοδόξησε με το πολυσχιδές έργο της, να εγκαινιάσει μια νέα ματιά, μια νέα γραμμή οράσεως των πραγμάτων. Η συνολική αναγνώριση του έργου της ήρθε το 1997 με το βραβείο της Ακαδημίας, ενώ το 1991 της απονεμήθηκε το Α κρατικό βραβείο ποίησης, και, τέλος, το 1998 αναγορεύτηκε επίτιμη διδάκτωρ του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Παν/ιου Θεσσαλονίκης.

Στην ελληνική λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1944 με δημοσίευση ποιημάτων της στο περιοδικό Νέα Γράμματα και μέχρι το 1997 εξέδωσε συνολικά 14 βιβλία ποιητικών συλλογών και δύο συγκεντρωτικές τους εκδόσεις (1981, 1995). Τοποθετείται από τους κριτικούς στην πρώτη μεταπολεμική γενιά των ποιητών, στον ευρύτερο χώρο του μεταϋπερρεαλισμού μαζί με τους Μ.Σαχτούρη, Ν.Βαλαωρίτη, Μ.Αραβαντινού, Τ.Σινόπουλο, Ε.Kακναβάτο, Τ.Bαρβιτσιώτη, Α.Nικολαΐδη, Ν.Δ. Kαρούζο. Το ποιητικό της έργο χωρισμένο σε τέσσερις περιόδους από το 1944 έως το 1997 αποτελεί ουσιαστικά ένα κειμενικό συνεχές, σπονδυλωτά διαρθρωμένο μέσα από τις επιμέρους συνθέσεις του.

Την ποιητική μυθολογία και κοσμολογία της κατοικούν γυναίκες, τυφλοί, παιδιά, θηρία, ζωγράφοι και λογοτέχνες, πρόσωπα του κόσμου και οι ιστορίες τους, το νερό, το δάσος, το τρωκτικό των θεμελίων, τα έγκατα της γης, ο κήπος, η θάλασσα, φυτά και ψάρια, το πουλί. ‘Ολα αυτά είναι για την συγγραφέα δυνάμει ανατρεπτικές, δημιουργικές και ποιητικές εντέλει οντότητες. Eστιάζει στο γένος των ανθρώπων, στην ανθρώπινη κοινότητα και όχι στο πρόσωπο, παίζει με τις έννοιες της ιστορίας, της εξουσίας και της αθωότητας, χωρίς ποτέ η γραφή της να ολοκληρώνεται με ένα αφηγηματικό επιμύθιο.

Στοιχεία της φύσης, η ύλη και η ενέργεια, ο χώρος μέσα στην κοσμική του προοπτική, οι μορφές στο χώρο, τα έμβια όντα, όλα συνδέονται σε ένα οργανικό συνεχές, σε μια αλυσίδα αέναων μετασχηματισμών και μορφογενέσεων. Η αρχή της προσομοίωσης διαπερνά και την ποιητική της ματιά. Τίποτα δεν εξαφανίζεται ή δεν πεθαίνει, αλλά μετατρέπεται, παίρνει άλλες μορφές. Το ένα μπαίνει στην θέση του άλλου. Η αφή παίρνει την θέση της όρασης, ο πόνος και η τρέλλα την θέση της γνώσης, το φαινομενικά άδειο κυοφορεί τη νέα ζωή, η αθωότητα γίνεται άλλη εξουσία, η αρρώστια άλλος έρως ζωής. Το λίγο γεννάει το πολύ, από το γνωστό ή από το αισθητό οικειωνόμαστε το αφηρημένο ή το άγνωστο. Από το οργανικό στο ανόργανο, από την σύνθεση στην αποσύνθεση, αυτή η κίνηση που χαρακτηρίζει το αέναο κοσμικό γίγνεσθαι εμπνέει την ποιήτρια. Στα ποιήματά της καταγράφεται ένα κολλάζ κινούμενων εικόνων. Οι μορφές σχηματίζονται και αποσχηματίζονται, γεμίζουν και αδειάζουν από σάρκα και χρώμα, κίνηση και δράση, οι μορφές ξεχωρίζουν από το φόντο και μετά πάλι υποχωρούν στο φόντο. Είναι σαφής στα ποιήματά της η επίδραση και ο απόηχος από την θεωρία των μορφολόγων της Gestalt, αλλά και της θεωρίας του Arnheim για την οπτική αντίληψη. Εξ άλλου όλη η τέχνη (ζωγραφική, λογοτεχνία κ.ά.) συνιστούν για τη Βακαλό χειρονομία και «συμπεριφορά», κίνηση προς τον κόσμο (1989, 1975, 1999).

Στο ευρύ φάσμα του ποιητικού έργου της ενσωματώνονται ποικίλα και ετερογενή στοιχεία. Πρόκειται για μια ποίηση που αντλεί από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους ή τη βιολογία αλλά και συγγενεύει με ποιητές όπως ο Wallace Stevens ή η Marianne Moore. Χωρίς λοιπόν να ανήκει αυστηρά σε συγκεκριμένες ομάδες ή κινήματα, η ποιητική γραφή της Βακαλό με τις διαρκώς μεταβαλλόμενες εικόνες, αλλά και με ένα οριακό παιχνίδι με τη σύνταξη και με τη σχέση γλώσσας – νοήματος συγγενεύει εκλεκτικά με πολλά πρωτοποριακά μεταπολεμικά διεθνή κινήματα, όπως π.χ. ο νεοϋπερρεαλισμός, η «Συγκεκριμένη Ποίηση» [Konkrete Poesie] της δεκαετίας του 1950, ή η γλωσσοκεντρική ποίηση των δεκαετιών 1970 και 1980. ‘Ηδη από το 1970, με τα δοκίμιά και τα ποιήματά της, ανοίγει το δρόμο σε κάθε είδους πειραματισμούς που σχετίζονται με την διεπίδραση εικόνας και λέξης.

Πρωτοποριακή θα χαρακτηρίζαμε, επίσης, την άποψη της Βακαλό για το τι είναι ποιητικό και ποίηση: αποαισθητικοποιεί την σχέση ζωής-τέχνης. Η ποίηση υπάρχει παντού, φτάνει να τη δούμε, να «ανοίξουμε» τα μάτια, όπως είπε και η ίδια χαρακτηριστικά μιλώντας για την δική της ποίηση σε συνέντευξή της στο Μ. Μήτρα (Γ’ Πρόγραμμα 1992):

πρέπει να πω ότι είναι μια ποίηση που βγαίνει από τα όρια της δεδομένης αντίληψης της ποίησης, αλλά εγώ πιστεύω και γι’ αυτό πολεμάω και γι’ αυτό πολέμησα … ότι η ποίηση είναι παντού. Και στα πιο κοινά πράματα. Αυτή τη μαγεία δεν είναι ανάγκη να τη ζητάμε με φυγές. Ο σκοπός είναι να τη δούμε σε όλα γύρω μας και αυτό είναι το θέμα όλο.

«Κοινή» χωρίς ποιητική εκζήτηση είναι και η χρήση γλώσσας στα ποιήματά της. Ωστόσο, αυτή η απλή -λεξιλογικά- γλώσσα παίζει σε άλλο επίπεδο: διαρρηγνύει γραμματικούς κανόνες και σημασιοσυντακτικά πρότυπα, παίζει με την ταυτότητα των όρων της πρότασης, την σειρά των λέξεων, τους συντακτικούς δεσμούς ρήματος – αντικειμένου, κ.ά. Πειραματίζεται με την οπτική διάταξη των λέξεων στην τυπωμένη σελίδα, χρησιμοποιεί συχνότατα το σχήμα του υπερβατού, σχήμα της υψηλής ποίησης κατά το Λογγίνο, όπως π.χ. στον στίχο «Σα να η θάλασσα δοκιμάζει τον ήλιο ξανά» από την ποιητική συλλογή Ημερολόγιο της Ηλικίας (1958) ή το ποίημα «Η έλλειψη του νερού» από την ίδια συλλογή:

Την επάρκεια του σώματος η ηδονή

Η δίψα αρχίζοντας
‘Οπως τα χείλη φουσκώνουν
Στη σύσταση χλοερά που ήταν πιο πριν

Μ’ άλλον τρόπο απαίτησης
Μ’ άλλες κάμψεις
Αποθέματα ελάχιστα στιγμων δροσερών εξαντλεί

(123)

Πριν από τον λυρισμό

Εξάλλου και ο τίτλος Πριν από το Λυρισμό της πρώτης συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων (1981) δεν είναι τυχαίος. Δηλώνει μια στάση απέναντι στην ποίηση. Μια γλωσσική στάση που αποποιείται αυτό που η συγγραφέας ονόμαζε «λυρική αίσθηση»: δηλαδή την ευτελή αισθηματολογία, την αυτοδάπανη εξομολόγηση, τις στομφώδεις κορώνες. Χωρίς ρητορείες, γυμνός από επίθετα και φειδωλός στα ρήματα ο λόγος της, αφαιρετικός, υιοθετεί συστηματικά την γλωσσική απόσταση από το «εγώ». Από αυτή την γλωσσική αφαίρεση, προκύπτει το ποιητικό πλεόνασμα, από την εμμεσότητα , η αμεσότητα. ‘Οχι πως απαρνείται το συναίσθημα η ποίηση αυτή. Προσηλώνεται, αντίθετα, στην ανάδειξη πρωτογενών αισθημάτων όπως ο φόβος, η ανάγκη του άλλου, η ερωτική επιθυμία, το τραύμα της απώλειας. Στις συλλογές της ενότητας πριν από το λυρισμό, πολλές φορές η ποιήτρια θα αναφέρει το φόβο. Πρωτογενές, αρχέγονο συναίσθημα ο φόβος, καθολικό για ζώα και ανθρώπους, συνιστά για την ποιήτρια μια από εκείνες τις «καίριες αντιληπτικές και δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου» που έχουν απωθηθεί από τον δυτικό ορθολογικό πολιτισμό. Η γυναίκα, ωστόσο, θα προσθέσει η συγγραφέας το 1976 σε κείμενό της για την «φύση» της γυναικείας ποίησης, λόγω του αποκλεισμού που της επέβαλε αυτός ο πολιτισμός σε πολλά κεντρικά ζητήματα είχε την τύχη «να μην χάσει την επικοινωνία των πηγών». Το αγρίμι, τα ζώα, οι γυναίκες, το πουλί, «ξέρουν να φοβούνται». Η απόδοση του καθολικού συναισθήματος του φόβου από κοινού στη φύση και στους ανθρώπους, υπαγορεύει εκτός των άλλων και την αποπομπή του «λυρικού στοιχείου» από την ποιητική γλώσσα που υιοθετεί η συγγραφέας.

Οι αισθήσεις, το σώμα, η κίνηση, ο χώρος και η οπτικοκινητική του προσπέλαση, όλα αυτά είναι θέματα των αισθητικών της δοκιμίων που θα περάσουν και στα ποιήματα.

«Η πρώτη κίνηση χορού»

‘Ολες τις ώρες τα σώματα
Σχεδιάζουν γύρω μας
Μεγάλους
Μεγάλους
Διασταυρούμενους κύκλους
Περπατησιάς αγριμιών

(Περιγραφή του Σώματος, 1959, 61)

Ειδικά το σώμα έχει πολλαπλή σήμανση. Περιγράφεται ως η σκοτεινή, μυστηριώδης ζωική οντότητα όπως αναφέρει στην συλλογή Περιγραφή του Σώματος (1959): «σκοτεινό θαμπό δέρμα θηράματος που ακόμη δεν έχει μέσα μας νικηθεί» (60). Ενώ αρχικά τονίζεται το βιολογικό σώμα (αισθήσεις, μέλη, εσωτερικά όργανα), στη συνέχεια συνδηλώνεται ένα συμβολικό σώμα του φαντασιακού, των σκοτεινών ενορμήσεων, του ονείρου μαζί με ένα υπερρεαλιστικά εικονογραφημένο σώμα: το σώμα-χώμα, το σώμα-κήπος, κατοικία άγριων πουλιών, σώμα-τοπίο, μνημείο, μάζα φωτός, ζώο, φωλιά, κέλυφος. Στη συλλογή Του Κόσμου (1978) βλέπουμε το σώμα-σχήμα, το άδειο από ερωτική επιθυμία σώμα:

Το συμβολικά απονεκρωμένο από επιθυμίες σώμα , γίνεται ένα ακόμη «εντάφιο σχήμα». Το σχήμα στην ποίηση της Βακαλό, επίσης σημαντικό διανόημα, είναι εικαστικής καταβολής, είναι μέρος του τρίπτυχου σχήμα-μορφή-ύλη. Ο τυφλός στο ποίημα Η έννοια των τυφλών (1962) με την αφή νιώθει το σχήμα των πραγμάτων.

Αν μέχρι το 1966 διαφαινόταν ακόμη η νεωτερικής καταβολής αγωνία για τη γλώσσα, η τρίτη περίοδος του ποιητικού της έργου με τίτλο «Τα Κοινά» (1971-1990) έχει τα σημάδια της ωριμότητας. Απελευθερώνεται από συμβατικές χρήσεις και ειδολογικά όρια, γραμμικές κανονικότητες, επικοινωνιακές σταθερές. Ο τίτλος «Τα Κοινά» δηλώνει την αλλαγή θεματικής, το πέρασμα στην ανθρώπινη κοινότητα, στην «ανθρωπογονία». Ούτε τώρα η γραφή της Βακαλό αποχωρίζεται την προ-λυρική επιλογή της, το ‘εγώ’ εκλείπει ως ανάγκη αναφοράς. Εδώ όμως παίζει συνειδητά με τα είδη του λόγου. Τα ποιήματα μετεωρίζονται σε ένα διακείμενο που διαρκώς αλλάζει. Ο ποιητικός λόγος γίνεται αποικία άλλων λόγων: παιδικός λόγος, συνειρμικός αυθόρμητος λόγος, ποίηση συνομιλίας, προφητικός λόγος, απόηχοι και διάσπαρτες ή έμμεσες αναφορές στον Κάλβο, το Σολωμό, την ιστορική αφήγηση, τον έμμετρο στίχο, είδη και γένη λόγου παρελαύνουν αποσπασματικά. Απρόσωπη και η Ροδαλίνα, η πολυσχιδής γυναικεία φιγούρα των δυο ομώνυμων ποιητικών συλλογών, εμφανίζεται ως ένα πληθυντικό υποκείμενο, «Περπατώ περπατώ/ Η κυρά Ροδαλίνα κι εγώ/ Εγώ είμαι η Ροδαλίνα/ Αλλά η Ροδαλίνα δεν είναι εγώ» (Οι παλάβρες της κυρά Ροδαλίνας, 1987,196).

Οι άγλωσσοι ποιητές

Με το τελευταίο ποιητικό βιβλίο της Επιλεγόμενα (1997) κλείνει η 50χρονη παρουσία της Βακαλό στην ελληνική ποίηση. Σ’ αυτό όμως θα δώσει μερικούς από τους ωραιότερους στίχους που αφορούν την αγωνία να αποδοθεί η ζωή των πραγμάτων στο μεγάλο ‘έξω’, την εξορία της γλώσσας όπως ποιητικά το θέτει η ποιήτρια σε μια λακανικού τύπου αναλογική παρομοίωση της γλώσσας με καθρέφτη

Τα πράγματα στον καθρέφτη
Δεν είναι πράγματα
Στη γλώσσα μας το ίδιο

(26)

Στο θόλο του ομιλουμένου
Η λέξη εξαντλείται ως πράγμα
Και τότε το πράγμα υπάρχει
εξ αρχής
‘Αγλωσσοι οι ποιητές
γίνονται ποιητές
‘Ετσι όπως εγώ τους θέλω

(25)

Οι νύξεις στις ζωικές, μη λεκτικές καταβολές του «πράγματος», στην «αρχέγονη, άγλωσση, συγκινησιακή αφετηρία της γλώσσας», που θέλει τους ποιητές «άγλωσσους», είναι πολλές και σαφείς. Κάτω από τη «γλώσσα σκεπή» το «εγώ ως πράγμα φωνής», «άλεκτο», θυμίζει το φροϋδικό ‘id’, το κομμάτι της εμπειρίας που δεν μπορεί να λεκτικοποιηθεί, «αποφασίζει», ωστόσο τον λόγο

Εγώ, ως πράγμα φωνής
‘Αλεκτο
Η σιωπή αποφασίζει τον λόγο
Αναλογεί σ’ ένα της μέρος

(28)

«Δεν υπάρχει κόσμος αν δεν υπάρχει γλώσσα», θα πει σε ένα θεωρητικό δοκίμιο της για την τέχνη η συγγραφέας. Στις ευτυχισμένες στιγμές της η γλώσσα- καθρέφτης, η γλώσσα – κομμάτι σιωπής γίνεται λέξη-καταλύτης, ποίημα-πράξη που ξαναβαφτίζει το πράγμα, όπως το θέλει η ποιήτρια:

Είναι πράγμα
Το άλλο του πράγματος
Γιατί ενάντιο σε μένα
Και όμορφο
Το πλησίον που χάνεται
Το μετατρέπω σε ρήμα
Εννοείται ο αέρας
Και βόσκει
Ψηλώνοντας απ’ το χόρτο
Το πράσινο ως χρώμα

Επιμένω στα παραδείγματα
Εξηγώ έτσι κάθε αντικατάσταση
Στη φύση της γλώσσας

(21)

Αλληγορίες της όρασης

Η όραση, μια αίσθηση που κατ’εξοχήν αφορά την τεχνοκριτικό Βακαλό, απομυθοποιείται στα ποιήματά της. Αλληγορίες της όρασης μας δίνει η ποίησή της, μας υπενθυμίζει την ευθύνη της όρασης, μια ευθύνη που μας εξομοιώνει με τους τυφλούς, γιατί η οπτική εμπειρία του πραγματικού είναι συχνά δεύτερο χέρι, πολλά από όσα βλέπουμε έχουν προ-παραληφθεί, τίποτα δεν προσφέρεται γυμνό και ακατέργαστο σε ένα αθώο μάτι. Η όραση προϋποθέτει την απόσταση, είναι η πιο δεσποτική των αισθήσεων, και στη θέση της η ποιήτρια Βακαλό αντιπροτείνει την αφή, την μετωνυμική αίσθηση της εγγύτητας ή της τυφλότητας.
Την πρωτογενή αθωότητα του τυφλού ματιού επιζητεί στο ποίημά της Η ‘Εννοια των τυφλών (1962) και συνδέει την τυφλότητα με την ποίηση. Τυφλές γυναίκες δεν ιστορεί βέβαια πολλές και σημαντικές ο κανόνας του δυτικού πολιτισμού, διαθέτει όμως τον τυφλό ποιητή, τον τυφλό μάντη, τον τυφλό τραγικό ήρωα (‘Ομηρος, Τειρεσίας, Οιδίποδας), φιγούρες που περνούν μέσα στο ποίημα αυτό ακριβώς γιατί νοιώθουν, κυρίως, το τρομερό κάτω από το ωραίο.

Η έννοια των τυφλών

– Απ’ το ημερολόγιο των τυφλών –

Απλώθηκε σα σκιά απειλής κι ησυχίας μεγάλης, όταν
μέσα της βρίσκεσαι και δεν έχεις να λες
το «πότε πια θάρθει»
Εφηβεία καινούργια με χλόη που μαύρη, τώρα καθώς
το μπορούσα κατάματα να βλέπω τον ήλιο, στις παρυφές του
φυτρώνει
Κι όπως τότε που έρωτα περιμένοντας την καρδιά μου φοβόμουν
Πολλά γύρω μου και αόριστα κι ακοές πιο ωραίες
‘Οπως πάντα πλησιάζοντας τη σιωπή και οι ψίθυροι και
τα νεύματα που διακρίνεις
‘Ολα μοιάζαν πως χάνονταν κι όλα τότε ξανοίγαν
Νοσταλγία αργής μεταμόρφωσης συνοδεύει το ποίημα
Γιατί τάχα πώς να βρεθήκανε οι επιθυμίες στο ποίημα και τα άλλα
που τον θάνατο ετοιμάζουν;

Αυτά ένας συλλογισμός βαθύς τα αναπαύει

Ζώνες που αστράφτουν έρημες κι απρόσκοπτος ο αέρας τους
περνάει από τη γη
Με το γυμνό κεφάλι του και τις μικρές ψιλές φωνές, τις γρήγορες
Του λάρυγγα
Διασχίζοντας – τι γρήγορα – τις ζώνες του καιρού
‘Οχι με μιάς
Με πάλεψε, σ’ όλο το σώμα μου έσκαψε για τα όμοιά του φωλιές
Κι έγινα κατοικία άγριων πουλιών
Στη μέση ερημιάς

Τώρα εκεί θα κατοικεί τ’ ωραίο πουλί
Σ’ ένα κουβάρι συνωστίζεται αναπνοής
Το τρωκτικό των θεμελίων

Η συμβολή του έργου της Β. δεν εξαντλείται στις ακραίες και πειραματικές χρήσεις του λόγου, όπως π.χ. η αποκάλυψη των βαθιών δομών της γλώσσας, η λέξη αντικείμενο, κλπ. Σε βάθος χρόνου μένει κάτι άλλο σημαντικότερο. Το αίτημα για την παλινδρόμηση της γλώσσας στο πράγμα, την γείωση του γλωσσικού συμβόλου στην ενσώματη καταβολή του, την επιστροφή του λόγου στο μύθο. Με την ποίησή της αποζητά εκείνη την χαμένη διάσταση του ποιείν, όταν ονομάζοντας το πράγμα ταυτόχρονα το δημιουργείς. Η ποιήτρια στρέφεται στον αρχαϊκό κόσμο της ταύτισης λέξης και πράγματος και αμφισβητεί τον ορθολογικό δυϊσμό που κατά τη γνώμη της καταδυνάστευσε την δυτική σκέψη. Στην ίδια την ποίησή της ο μύθος είναι ο λόγος του πράγματος, ένας λόγος-μύθος που θέλει να συναντήσει το φαντασιακό όλων μέσα σε μια ίδια αναπαράσταση. Το εγχείρημα όμως αυτό επιχειρείται με ανορθόδοξα μέσα, με μια «δύσκολη» γλώσσα, μια σκληρή αγάπη που ως τέτοια ακριβώς εξανθρωπίζει τη λέξη:

Και δαίμονας και άγγελος, έτσι γεννιέσαι,
να είσαι άνθρωπος το μαθαίνεις

(Του Κόσμου, 1971, 147)

Η ποίηση της Ελένης Βακαλό συνιστά έναν τρόπο να βλέπεις τα πράγματα, μια πλευρά από όπου μπορείς να δεις τον κόσμο, είναι μια ποίηση αγωγής, μια ποίηση που ήταν «μπροστά από τον καιρό της» και τώρα μόλις συναντά τους αποδέκτες της, εμάς τους αναγνώστες-θεατές του 21ου αιώνα.

*Παρμένο από το http://www.poema.gr
**Στο βίντεο στιγμιότυπα από εκδήλωση για την Ελένη Βακαλό στη σειρα “Ποιητές στη σκιά”.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ντουέντε

984182_718657121503606_227080172327487979_n

(…) Απλά, με τον τόνο της ποιητικής μου φωνής που δεν έχει ούτε αποχρώσεις ξύλου, ούτε λαβύρινθους δηλητήριου, ούτε αρνιά που ξαφνικά γίνονται μαχαίρια ειρωνείας, θα προσπαθήσω να σας δώσω ένα μάθημα απλό για το κρυμμένο πνεύμα της πληγωμένης Ισπανίας. (…)

Ο Μανουέλ Τόρρες, ένας μεγάλος καλλιτέχνης της Ανδαλουσίας, είπε κάποτε σ΄ έναν άλλο τραγουδιστή: «Έχεις φωνή, έχεις στυλ, όμως ποτέ δε θα πετύχεις γιατί δεν έχεις καθόλου ντουέντε».

Σ΄ ολόκληρη την Ανδαλουσία, απ΄ το βράχο του Χαέν μέχρι το όστρακο του Καντίθ, οι άνθρωποι μιλούν συνέχεια για το ντουέντε κι όταν φανεί, το ένστικτό τους δεν τους γελάει ποτέ. Το αναγνωρίζουν αμέσως. (…) Η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα φώναξε κάποτε ακούγοντας τον Μπραϊλόφσκυ να παίζει ένα κομμάτι του Μπαχ: «Όλε! Αυτό έχει ντουέντε». Όμως ο Γκλουκ, ο Μπραμς κ ο Νταριύς Μιλώ την έκαναν να βαρεθεί. Κι ο Μανουέλ Τόρρες, που μες στις φλέβες του τρέχει περισσότερη κουλτούρα απ΄ ό,τι σ΄ οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο που γνώρισα ποτέ, ακούγοντας τον ίδιο τον Ντε Φάλια να παίζει το «Νοκτούρνο ντελ Χενεραλίφε», είπε αυτή τη θαυμαστή κουβέντα: «Ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει Ντουέντε». Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια. (…)

Αυτοί οι «μαύροι ήχοι» είναι το μυστήριο, οι ρίζες που απλώνονται κάτω βαθιά στο πλούσιο χώμα, γνωστό μα κι άγνωστο σε όλους μας, απ΄ όπου όμως βγαίνει ό,τι αληθινό έχει να δείξει η τέχνη. Ο Ισπανός άνθρωπος του λαού μίλησε για «μαύρους ήχους» και λέγοντας αυτό, συμφωνεί με τον μεγάλο Γκαίτε που έδωσε τον ορισμό του ντουέντε όταν μιλώντας για τον Παγκανίνι του απέδωσε «μια μυστήρια δύναμη που όλοι νιώθουμε μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε ποτέ».

Continue reading