Ο κόσμος σαν θεατρική παράσταση (*) – ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ

Με ένα βίντεο όπου εμφανίζεται ο Νικόλας Κάλας:

Βλέποντας τον κόσμο σαν θεατρική παράσταση η Ιφιγένεια στην Αυλίδα είναι για την ανθρωπολογία ό,τι ο βασιλιάς Οιδίποδας για την ψυχολογία: δραματική παρουσίαση μιας βασικής διαμάχης. Ενώ, όμως, στον βασιλιά Οιδίποδα είμαστε αντιμέτωποι με μια συγκινησιακή κρίση που ο Freud ανακάλυψε ότι είναι τυπική γιατί στέκεται απογυμνωμένη από τους περίπλοκους μηχανισμούς των πιο κρυφών συναισθημάτων μας, στο Ιφιγένεια στην Αυλίδα είμαστε αντιμέτωποι με μια οριακή κατάσταση, όπως ήταν, μεταξύ του κόσμου της ιεροτελεστίας και του κόσμου της τραγωδίας.

Από την άποψη των ωφελιμιστών οικονομολόγων ο Vilfredo Pareto είχε αναμφίβολα δίκιο να επιλέξει αυτό το επεισόδιο της θυσίας της Ιφιγένειας σαν ένα παράδειγμα τρελής συμπεριφοράς, αφού η αναχώρηση του ελληνικού στόλου για την Τροία ήταν εξαρτημένη από τις καιρικές συνθήκες και όχι από τη θυσία μιας αθώας παρθένου. Παρόμοια ο Δανός μυστικιστής Keirkegaard είχε δίκιο να καταδικάσει την θυσία της κόρης του Αγαμέμνονα από τον φόβο ότι δεν μπορούσε να υπερνικήσει τη σκέψη ότι συντελείται ένα ιερό μυστήριο, σε αντίθεση με τον Αβραάμ, ο Αγαμέμνονας στερείται πίστης στο θεό που του έδωσε το δυσάρεστο μήνυμα να θυσιάσει το παιδί του.

Ευτυχώς που οι επικρίσεις των οικονομολόγων και των ηθικολόγων δεν έχουν εμποδίσει αυτούς που αγαπούν το θέατρο να θαυμάζουν την Ιφιγένεια στην Αυλίδα του Ευριπίδη. Παρόμοια ο τρόμος και η αποστροφή που οι ντόπιοι ενέπνεαν στους πρώιμους ιεραπόστολους και στους έμπορους δεν εμπόδισε τους ανθρωπολόγους να ανακαλύψουν ότι οι θυσιαστήριες τελετές και οι τελετές μύησης δεν ήταν απλά εκφράσεις σαδιστικής πίεσης ή εκδηλώσεις παράλογης νοοτροπίας.

Μόνο αν αποφύγουμε να κρίνουμε άγνωστους λαούς με τις δικές μας αξίες μπορούμε να ελπίζουμε ότι κάποτε θα τους κατανοήσουμε. Ο Rousseau που στην περίφημη κατηγορία ενάντια στην πρόοδο (γραμμένη το 1749) θεωρεί την πρόοδο υπεύθυνη για όλα τα ελαττώματά μας, ψεύδεται γιατί καταφέρνει να παρουσιάσει αδύνατο για το καλό των ανθρώπων να απορρίψουν τη βαρβαρότητα μόνο και μόνο επειδή δεν είναι ικανοί να απολαύσουν τα πλεονεκτήματα της προόδου μας.
Continue reading

Από την ‘τέχνη’ στην τέχνη και τη δημιουργία

10177262_10152113084926559_4807889398635290350_n

Στα πλαίσια του αστικού πολιτισμού, η τέχνη είναι μια κατακερματισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα σε μια διαχωρισμένη κοινωνική σφαίρα. Αφορά ιδιαίτερους κώδικες, καλλιεργημένες ικανότητες, επαγγελματικό καθεστώς, επιτηδευμένα μαγαζιά, ψαγμένες προθήκες, μελέτη αγοράς και προώθησης των έργων-προϊόντων, ξεχωριστό υπουργείο ελέγχου και διαχείρισης. Η ‘τέχνη’ έτσι πλαισιώνει έννοιες, ρόλους και καταστάσεις που πραγματώνουν κι εξαντλούν την ουσία τους στα όρια που θέτουν θεσμισμένες πραγματικότητες, εξουσιαστικές αντιλήψεις και εμπορευματικές λογικές. Μέγαρα μουσικής και γκαλερί, μαικήνες και επαγγελματίες καλλιτέχνες, δημοπρασίες και πολυχώροι διασκέδασης, συνιστούν τον κόσμο της τέχνης και της διανόησης.

Με μία απελευθερωτική προσέγγιση, η τέχνη δεν μπορεί παρά να συνθέτει μία ακόμη έκφανση και δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, με τα βιώματα και τις προσδοκίες που τη χαρακτηρίζουν, την πραγματικότητα και το φαντασιακό της περιεχόμενο. Η τέχνη αυτή διαχέεται σε κάθε στιγμή, ακολουθώντας, εκτονώνοντας και απελευθερώνοντας τη σχέση του ανθρώπου με όσα του συμβαίνουν και όσα προκαλεί. Προσπαθεί με τους τρόπους της να ελαχιστοποιήσει χρονικά την απόσταση του ονείρου από την πραγματικότητα στην καθημερινή πράξη. Κατεργαζόμαστε έτσι μια τέχνη στη βάση της ολότητας της καθημερινής ζωής και επομένως στην προοπτική της κατάργησης κάθε διαχωρισμού.

Continue reading

Philip Levine, 1928–2015

philip-levine

Philip Levine was one of the leading poetic voices of his generation, “a large, ironic Whitman of the industrial heartland,” according to Edward Hirsch. The son of Russian-Jewish immigrants, Levine was born and raised in industrial Detroit, where he began working in the auto factories at the age of 14. As a young boy in the midst of the Great Depression of the 1930s, he was fascinated by the events of the Spanish Civil War. His heroes were not only those individuals who struggled against fascism but also ordinary folks who worked at hopeless jobs simply to stave off poverty. Noted for his interest in the grim reality of blue-collar work and workers, Levine resolved “to find a voice for the voiceless” while working in the auto plants of Detroit during the 1950s. “I saw that the people that I was working with … were voiceless in a way,” he explained in Detroit Magazine. “In terms of the literature of the United States they weren’t being heard. Nobody was speaking for them. And as young people will, you know, I took this foolish vow that I would speak for them and that’s what my life would be. And sure enough I’ve gone and done it. Or I’ve tried anyway.”

Levine earned his BA from Wayne State University in 1950 and began attending writing workshops at the University of Iowa, as an unregistered student, in 1953. He took classes with Robert Lowell and John Berryman, and would later pay tribute to Berryman’s teaching influence on his development as a poet. Levine officially earned an MFA from the University of Iowa in 1957, and later that year won a Jones Fellowship at Stanford University. Shortly thereafter, he began teaching at the University of California, Irvine, where he would remain until 1992. Levine also taught at Columbia, Princeton, NYU, Brown, the University of California at Berkeley, and Tufts.

Though Levine did not return to live in Detroit, its people and economy would remain central concerns of his poetry. Critic Herbert Leibowitz, commenting on Levine’s 1980 National Book award and National Books Critics Circle award-winning collection Ashes: Poems New and Old, wrote: “Levine has returned again and again in his poems to the lives of factory workers trapped by poverty and the drudgery of the assembly line, which breaks the body and scars the spirit.”
Continue reading

Petra White, What kind of reader are you?

tumblr_inline_nif42eNjoi1qed9g4

The Prime Minister’s Literary Award winning poet Melinda Smith recently commented that 80 per cent of the audience for poetry in Australia is made up of the ‘specialist reader – a reader who not only loves books and loves words and reads a lot but has also got a degree in a postgraduate qualification in English and has read an awful lot of poetry and cultural theory’. Smith expresses a hope that poetry aimed at ‘the general reader’ can be acceptable in Australia. Smith’s award is proof that it can, but I can’t help wondering at her assumption that the majority of acceptable poetry in Australia is ‘inaccessible’ – and that the non-generalist, let’s say specialist reader makes up 80 per cent of the readership of poetry. This is not just a reader of poetry, but someone who reads mainly a certain type of poetry – ‘the richly layered and allusive works that are created by and for people with tertiary education in literature and cultural theory’ (Smith).
Continue reading

The prosaic fight for public poetry

2-238301-Main-476x357-2

By Madeleine Dore*

http://publishing.artshub.com.au/news-article/features/writing-and-publishing/the-prosaic-fight-for-public-poetry-247009

Friday 30 January, 2015
The loss of a major poetry event is a blow in the battle for poetry in public spaces. We look at what works and why.

Melbourne has lost one of its core public poetry events.  After years of monthly poetry events at Beer DeLuxe for years, Poetry@ Fed Square has come to an end.

The loss has been mourned by the literary community but is also being used as a guide to running successful poetry events.

In a farewell to Poetry@fedsquare, online poetry community Melbourne Spoken Word said: ‘It’s also especially sad when a gig has to wrap up.

Dimitris Troaditis has been running poetry@fedsquare for the past two years, where he hosted a monthly poetry gig, inside the Atrium at Fed Square or upstairs at Beer DeLuxe, and was especially encouraging of poetry in other languages, himself writing and performing poetry in Greek.



‘Unfortunately, Fed Square have chosen to discontinue to the event from this year and so we’ve lost this treasure,’ wrote Benjamin Solah.
Continue reading

Ο Καραγκιόζης αναρχικός

%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%8C%CE%B6%CE%B7%CF%82

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (*)

Στις μέρες μας, ο χαρακτηρισμός Καραγκιόζης χρησιμοποιείται υποτιμητικά και ο άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται έτσι γίνεται αντικείμενο χλευασμού. Έχουμε, όμως, ποτέ σκεφτεί την κοινωνική σημασία του θεάτρου σκιών Καραγκιόζη;

Ο Καραγκιόζης κοροϊδεύει τις εξουσίες, τις ειρωνεύεται και τις ξεφτιλίζει. Τις περισσότερες φορές, ο Καραγκιόζης θα νιώσει το βαρύ χέρι της εξουσίας απάνω του, που παρομοιάζεται με το ξύλο του Δερβέναγα ή του Βεληγκέκα, όμως, δεν μετανιώνει και την επόμενη φορά θα προσπαθήσει και πάλι να ξεγελάσει μια εξουσία, που τη φοβάται, αλλά την πολεμά με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Ο Καραγκιόζης έχει μια ξεχωριστή ιδιόρρυθμη φιλική σχέση με τον Χατζηαβάτη. Ο Χατζηαβάτης γλύφει την εξουσία. Ο Καραγκιόζης τον κοροϊδεύει και του τις βρέχει. «Πως τα καταφέρνει ο μαλαγάνας πίτσι πίτσι και τις γλυτώνει» θα πει ο Καραγκιόζης για τον Χατζηαβάτη, ενώ για τον εαυτό του θα πει ότι κάθε φορά, που τολμά να πλησιάσει το μέγαρο της εξουσίας (το Σαράι) του έχουν έτοιμη υποδοχή! Ο Χατζηαβάτης μπαίνει σκυφτός στο Σαράι. Του προσφέρουν χαλβά και του δίνουν λίγες λίρες για τον κόπο του, που συμβολίζουν τα ψίχουλα, που δίνει η εξουσία σε όσους την αποδέχονται. Ο Καραγκιόζης κοροϊδεύει τον Χατζηαβάτη και του κλέβει τις λίρες.

Θα ‘λεγε κανείς ότι ο Καραγκιόζης καταφέρεται κατά της εξουσίας του Βεζίρη, των μπέηδων και των αγάδων. Όμως, ο Καραγκιόζης δεν είναι ρατσιστής. Χτυπάει και την ντόπια πλουτοκρατία. Έτσι, καταφέρνει να ταπεινώσει τον αφελή τσέλιγκα Μπάρμπα-Γιώργο και τον Ζακυνθινό αριστοκράτη Σιορ-Διονύσιο, που ντύνεται σαν παλιός ευγενής. «Θα μου φύγει το ημίψηλο» «Σιγά! Θα μου σκίσεις τη γραβάτα! Το παντελόνι με τη φαρδέα ρίγα!» λέει ο Σιορ-Διονύσιος, όταν τον δέρνει ο Καραγκιόζης.

Ο Καραγκιόζης δεν διστάζει να τα βάλει, ακόμα και με τη θρησκευτική εξουσία. Σε ένα μοναστήρι, σπρωγμένος από την πείνα βουτάει το ψωμί στο καντήλι με το λάδι για να νοστιμίσει. Όταν τον ανακαλύπτουν, επειδή βρήκαν ψίχουλα ψωμιού μέσα στο καντήλι, λέει: «Δεν πειράζει. Άλλη φορά θα ρίχνω με το καντήλι στο ψωμί!»

Μη αποδεχόμενος καμιά εξουσία, ο Καραγκιόζης είναι μια αναρχική φιγούρα, που έχει επιζήσει ως τις μέρες μας χάρις το ταλέντο των καραγκιοζοπαιχτών, που προσαρμόζουν τις παραστάσεις τους στη σύγχρονη εποχή, αλλά και των διαλόγων, που αρκετοί από αυτούς παραμένουν επίκαιροι.

(*) Τα αποσπάσματα διαλόγων προέρχονται από διάφορες παραστάσεις Καραγκιόζη, που έχω δει κατά καιρούς και τα έχω συγκρατήσει από μνήμης.

Τοπία μιας νυχτερινής ψυχής – Fernando Pessoa

fernando_pessoa1_logos+kai+texni

Του Νίκου Ξένιου 

από το http://www.bookpress.gr/, για τα ποιητικά βιβλία του Fernando Pessoa Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο καιΤα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος  (Gutenberg).

pessoa_kaeiro_logos+kai+texni

«Οι μυστικιστές ποιητές είναι άρρωστοι φιλόσοφοι,
και οι φιλόσοφοι είναι άνθρωποι τρελοί»

F. Pessoa

Το 1912, κι ενώ ο Φερνάντο Πεσσόα (1888–1935) επιχειρούσε να γράψει κάποια ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου, γεννήθηκε ένα από τα πιο σημαντικά του ετερώνυμα[1]: Ο Αλμπέρτο Καέιρο, το όνομα του οποίου είναι παραφθορά του ονόματος του πορτογάλου ποιητή Σα-Καρνέιρο, με μιαν εικονική ζωή τοποθετημένη ανάμεσα στο 1889 (Λισαβώνα) και το 1915. Τον Μάρτιο του 1912, λοιπόν, ο Πορτογάλος ποιητής έγραψε τον Φύλακα των Κοπαδιών, αποδίδοντάς τoν στην πέννα του Αλμπέρτο Καέιρο και ανασύροντας, έτσι, ποιμενικές μνήμες από τις δέκα Εκλογές (Βουκολικά) του Βιργίλιου. Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο –μέρος αυτών πρωτομεταφράστηκε στην Ελλάδα από τον Φίλιππο Δρακονταειδή, το 1982– τώρα, σε μια συνολική παρουσίασή τους από τη Μαρία Παπαδήμα στις εκδόσεις Gutenberg, δίνουν την ευκαιρία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να απολαύσει μιαν ισορροπημένη, ομαλή μετάφραση με ποιητικές αξιώσεις, μαζί με δύο κατατοπιστικά κείμενα εισαγωγής, ένα της μεταφράστριας και ένα του ίδιου του Πεσσόα, υπό το προσωπείο του Ρικάρντο Ρέις.

Poesia pastorale: μια πολυπλοκότητα εν εξελίξει

“Ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης”

Αντι-διανοούμενος, αντι-ρομαντικός, αντι-ϋποκειμενιστής, αντι-μεταφυσικός, ο Καέιρο δεν είναι πια αυτός που ήταν ο Πεσσόα, είναι ένας άλλος: αυτός ο «Άλλος» είναι, στην προκειμένη περίπτωση, οιονεί βοσκός, φέρει όλα τα γνωρίσματα αθωότητας που έχει κάθε βοσκός, ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σ’αυτήν:

«να με ξετυλίξω και να είμαι εγώ, όχι ο Αλμπέρτο Καέιρο, αλλά ένα ανθρώπινο ζώο που γέννησε η φύση».

Continue reading

Νεότεροι κύπριοι ποιητές

Σάρωση+4

Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης. Η Κύπρος μετά το ’90,
επιμ. Βάκης Λοϊζίδης, Αθήνα, Μανδραγόρας, 2011, σελ. 150

Ανθολογίες κυπριακής ποίησης έχουν γίνει πολλές· προηγήθηκε η Ανθολογία των κυπρίων ποιητών 1878-1934 (1934) του Άδωνη Βερνάλη, ακολούθησαν η πιο ευπρόσωπη Ανθολογία κυπρίων ποιητών (1951) του Ανδρέα Σ. Ιωάννου και η πιο αναλυτική Ανθολογία κυπριακής ποιήσεως (1965, συμπληρωμένη έκδοση: 1973) των Κώστα Μόντη και Ανδρέα Χριστοφίδη, για να φτάσουμε σε πιο πρόσφατες ανάλογες εκδόσεις, όπως η Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης (1985) των Λεύκιου Ζαφειρίου και Λουκά Αξελού και η πιο πληθωρική και μάλλον ισοπεδωτική Ανθολογία κυπρίων ποιητών (2008) των Σωκράτη Σκαρτσή και Σωτήρη Βαρνάβα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, με εξαίρεση την ανθολογία του Άδωνη Βερνάλη, οι υπόλοιπες τυπώθηκαν στην Αθήνα· και ότι οι περισσότερες από αυτές έγιναν από ποιητές. Υπάρχουν, βέβαια, αρκετές άλλες Ανθολογίες κυπριακής ποίησης, θεματικές, τοπικές ή πιο ειδικές, μερικές από τις οποίες είναι ενδιαφέρουσες. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι τέτοιες ανθολογήσεις κυπριακής ποίησης (και κυπριακής λογοτεχνίας γενικότερα) είναι αχρείαστες και βλαβερές, γιατί, κατά την άποψή τους, διαχωρίζουν, τάχα, την κυπριακή από την ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία. Δεν συμφωνώ με μια τέτοια άποψη. Όσο ο Βασίλης Μιχαηλίδης και άλλοι σημαντικοί κύπριοι λογοτέχνες εξακολουθούν να απουσιάζουν και από τις πιο αξιόπιστες και πιο πρόσφατες Ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης ή πεζογραφίας, είναι καλά να εκδίδονται τέτοιες ανθολογήσεις και άλλες εργασίες υποδομής· με την προοπτική οι κύπριοι λογοτέχνες (αλλά και συγγραφείς από άλλες περιοχές του ελληνισμού και της διασποράς) να αξιολογηθούν κάποτε όπως τους ταιριάζει στο πλαίσιο της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας: «Οι σημαντικότεροι με τους σημαντικότερους, και ο συρφετός με τον συρφετό», για να θυμηθούμε τα λόγια του Γ. Π. Σαββίδη.

Continue reading

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Η ποίηση ως αντίσταση

contemporary-artwork

…είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία…
Θ. ΓΚΟΡΠΑΣ, 1957

Όποιος αποπειράται σήμερα να παρεμβάλει τα ερωτήματά του ή της ενστάσεις του στην “φιλοσοφία” του κέρδους η οποία κυριαρχεί υπό τη μορφή της απαστράπτουσας τιποτολογίας των ημερών, θα εισπράξει το λιγότερο, τον χαρακτηρισμό του άκυρου και άκαιρου σχολιαστή ή του ξεπερασμένου “παλαιομαρξιστή”.

Μέσα σε αυτό το κλίμα σκέπτομαι κάποτε πως κάποια πράγματα έχουν όντως τελειώσει, όση και αν η αγάπη μας για τα “παλαιά” είναι ίσως το μόνο, πλέον, μέτρο της αντοχής μας σε μια πληθωριστική πίεση που κατατείνει στην πολιτική άπνοια, την πνευματική οξείδωση και την ιστορική αμνησία.

Δεν έχω καμία όρεξη να υπερασπιστώ εδώ της παλιές γνωστές αγκυλώσεις της αριστεράς· δεν τις υιοθέτησα άλλωστε ούτε καν την ώρα της δόξας τους. Άλλα όταν βλέπω τώρα τα αναρριχητικά και τα παράσιτα ενός όψιμου κερδαλέου αντικομμουνισμού, “νοσταλγώ” πράγματι, δηλαδή τιμώ και προσκυνώ, την όρθια στάση της δρυός που κάποτε πετροβολούσα.

Το ξέρω πως τέτοιες δηλώσεις σε κατατάσσουν στους “νοσταλγούς” – και λοιπόν; Το αντικείμενο κάθε νοσταλγίας έχει τη δική του πραγματικότητα και το δικό του δίκιο. Μπορεί να “πάλιωσε”, λ.χ., ο νεαρός εκείνος ποιητής της δεκαετίας του 60′ ο οποίος είχε την – όχι μόνο ποιητική – τόλμη, σε πείσμα κάθε αντιαμερικανισμού από τη μια, και κάθε αντικομμουνισμού, από την άλλη, να σαβανώνει μέσα στον ίδιο στίχο τη Μέριλυν Μονρόε και το Νίκο Μπελογιάννη, μπορεί να “πάλιωσε”, λέω, εκείνος ο ποιητής αλλά πρόλαβε να αφήσει το ίχνος της γενιάς του, την ισχύουσα απάντησή του ενάντια στο πρόπλασμα του σημερινού γιάπη – του θύματος και μεταπράτη μιας εικονικής ζωής:

νεαρέ εμποράκο βλάκα
αύριο θα πεθάνεις για μιαν ένεση
που θα τιμάται με τη ζωή σου.

“Παλιές ειδήσεις” χαρακτήριζε ο Θωμάς Γκίρμπας τα ποιήματα του, εννοώντας ίσως αυτό το αεί ερχόμενο στοιχείο της ποίησης, την πρωθύστερη απάντηση στον Θάνατο – εκείνο το “παρά ταύτα” που επικαλέστηκε πρόσφατα ο Μάριος Μαρκίδης.

Αν κάποιοι στίχοι, λοιπόν, μας ξαναφέρνουν τις “παλιές ειδήσεις” της ψυχής, οι τρέχουσες ειδήσεις μας ξαναφέρνουν στα παλιά μας καταφύγια. Ο τρόμος της 11ης Σεπτεμβρίου ήρθα να μουδιάσει, να αιχμαλωτίσει, να πάρει όμηρο τη σκέψη μας. “Τίποτα δεν (θα) είναι πλέον όπως πριν”, σάλπισε η κυρίαρχη είδηση μεταξύ απειλής και θριαμβολογίας.

Παρά ταύτα. Η 11η Σεπτεμβρίου, δεν αναιρεί τις “παλιές ειδήσεις”, αναιρεί το μακάριο εκείνο γιάπικο ιδεολόγημα περί “τέλους” της Ιστορίας. Ξέρω, βέβαια, πως στις πολιτικές κόντρες των ημερών η ποίηση είναι εκ των προτέρων χαμένη. Διότι το να πετάς αντί άλλου επιχειρήματος ένα στοίχο στα μούτρα του αντιπάλου σου δεν είναι “πολιτικώς ορθόν” στην εποχή μας.

Ποτέ δεν ήταν. Αλλά κάποτε συνηθιζόταν, και τούτο σήμαινε κάτι – σήμαινε κάτι για τη ζωή, όχι για την ποίηση. Η ποίηση έτσι και αλλιώς δεν άλλαξε, υπήρξε πάντα ό,τι είναι και σήμερα: “παλιές ειδήσεις”. Αυτό ακριβώς συνιστά την ουσία της και την αντίστασή της.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, Ιούνιος 2002. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2014/12/blog-post.html#more

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».

Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.

Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.

Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.

Continue reading