Γιώργος Αναγνώστου, Ρευστότητας Έρωτας

Φωτογραφία: Στράτος Φουντούλης

Στο ήθος γενναιοδωρίας Θ.Τ.

Η έλξη σκίρτησε. Στο σημείο ακριβώς που παιχνίδισαν δυο γλώσσες. «Ο παλιός έρωτας με νεράιδες…», άρχισε την ιστορία. Την είχε ακούσει από τον μετανάστη παππού του. Τελετουργική αφήγηση καλοκαιρινή. Η κάθε επιστροφή στον προγονικό τόπο. Οι σταθεροί της παρέας δεν έπαυαν να την εκτιμούν σαν κάτι που ακόμα μάγευε. Τα νέα μέλη σαν να αποκόμιζαν κάποιο ηθικό μήνυμα. Αυτή όμως εστίασε αλλού. Επέλεξε άλλη ερμηνεία. Περίμενε μέχρι να καταλαγιάσουν τα σχόλια. «Αχ αυτός ο φιλαράκος ο ιός!» πρόσθεσε ανέκφραστη.

Ο παλιός ιός, «ο pal ιός», ο φίλος μας, η αρρώστια του έρωτα, κατέγραψε ο αυτόματος μεταφραστής μέσα του. Χαλί αναγνώρισης, κοινός χώρος, παιχνίδι διγλωσσίας. Τόπος διασποράς. Η έλξη των λέξεων ρίγησε σαν συνεύρεση, τους εκτόξευσε. Ήταν μια απόδραση από την κοινή θέα της συμμόρφωσης. Τους δύο ερωτευμένους λογοτέχνες ασφαλώς και δεν έπρεπε να τους δούνε παρέα. Μακριά από το νησί λοιπόν, μακριά από εκεί όπου ακόμα και τα πεύκα έχουν όραση και οι αμμουδιές ακοή.

Στην αρμύρα του δέρματος ψηλάφησε τη γενέτειρά της. Στο Bondi, στα κύματά του, εκεί που το σώμα ελάφραινε, εκεί θεράπευε τις ρωγμές της εσωτερικής εξορίας· «ρευστότητα διέλυε ό,τι υπήρχε ανάμεσα στην πατριαρχία του πατέρα και την αλαζονεία των λευκών που λαχταρούσε και απωθούσε συνάμα· τα καταργούσε. Διάχυτη την πλημμύριζε η πολλαπλότητα του εαυτού, ελευθερία από όρια και ιεραρχίες, η θάλασσα ο τόπος που λάτρευε να κατοικεί, her true home, το βαθύ ανήκω». Έτσι το έθεσε πολύ αργότερα. Η αέναη επανάληψη της ρευστότητας. Διψούσε. Μια ανεξάντλητη πηγή για γραφή. Και αν η τυραννία της απόστασης από την Ελλάδα ήταν ένα ρήγμα αγεφύρωτο, το Αιγαίο στο χωριό προσέφερε διαρκώς νέα καλοκαίρια. Και μαζί τα φαντάσματα της καταγωγής αποκτούσαν διαρκώς νέα ονόματα.

«Κι εσύ, από πού ακριβώς είσαι;» Η αναπόφευκτη ερώτηση ήρθε κάπως αργά, το εκρηκτικό φλερτ δεν χωρούσε το μπανάλ. Δίστασε να ονομάσει την επαρχία. Οκλαχόμα. «Από το όλα χώμα» ήρθε ένα λογοπαίγνιο από το πουθενά, μια αστραπή αστοχίας. Σφίχτηκε. Μα η αφροδισιακή θεά καραδοκούσε, μουλιάζοντας με καταιγίδα τα λόγια του. «Ακόμα και οι λέξεις υγραίνονται όταν αγγιζόμαστε», έσωσε την στιγμή. «Θα μας πότιζε ακόμα και μια Οκλαχόμα από χαλκό», τον αγκάλιασε η ευχέρειά της στα γλωσσικά παιχνίδια. Fan της φαντασίαs, η φαντασία είναι fun, ο Έρως και ο Παν φαν ζωτικής δροσιάς. Τον φίλησε, ανέμισε υγρούς κόκκους άμμου η ηδονή.

Λάμποντας σε νερό ιερό ανίερες ενώσεις. Οι ωκεανοί του Bondi, καθόλου μα καθόλου ειρηνικοί, ξεβράζοντας στρώματα εδάφους τυρφώδους, μίξεις με πηλώδη χώματα, φιλόξενα στις βυσσινιές. Καταρράκτες βοστρύχων κορμιά, ποτάμια πλοήγησης με παράξενα πορθμεία, χείμαρροι απουσίας την άνοιξη, δύο τρία καλοκαίρια αργότερα όπως συχνά συνηθίζεται, αργόσυρτοι παραπόταμοι, λίμνη λιμνάζουσα, το έλος, σχεδόν τέλος.

Συμφώνησαν να κλείσει ο κύκλος. Εκεί ακριβώς που είχε ανοίξει. Εκεί που τα ελαιόδεντρα ανεμοδαρμένοι κατάσκοποι και εκεί που οι άνεμοι μεταφορείς κωδικών. Για τους ντόπιους to go & sip news. Εκεί που η ακολουθία των εφτασφράγιστων μυστικών συντάσσει ένα αναγκαίο καμουφλάζ. Δεν αγγίχθηκαν. Και να προέκυπτε δεν θα αντιστοιχούσε στα περασμένα. Του ζήτησε όμως να μπει στον χορό της παρέας, κάτι που τον ξάφνιασε, αφού γνώριζε καλά πως δεν χόρευε. Σαν ομίχλη θυμάται τα υγρά μάτια να τον προσκαλούν, το πρώτο τρέμισμα μιας θύελλας εκεί. Και αυτός της χάρισε το χορό, μια τελευταία υπόκλιση -τόσο μα τόσο αδέξια- στην ισχύ της γοητείας της.

Χορτασμένη πλέον η Αφροδίτη. Επιλέγοντας την ειρωνεία για επιδόρπιο. Το κονιάκ της τελετής λήξης να ποτίζει μια δεύτερη ζωή στην ηλεκτρισμένη στιγμή. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτήν την αλχημεία ο Ιταλός φίλος. Διακριτικός μάρτυρας της ιστορίας, φωτογράφος. Αναγνώρισε την κατάσταση, αφουγκράστηκε την στιγμή, εστίασε στη μορφή της και μόνο (θαυμάζοντας ίσως κρυφά), το μυστικό οπωσδήποτε να προφυλαχθεί. Το μοιραίο κλικ: Το ξαναμμένο της πρόσωπο, το τόξο των φρυδιών, το τελευταίο βέλος που εκτοξεύεται προς άγνωστο αποδέκτη τώρα. Όταν την πρωτοείδε τον διαπέρασε το φως. Σκίσιμο στην μνήμη διαμπερές από φως.

Στοιχειωμένη και η ανάγνωση του βιβλίου της. Με τις λέξεις να σαλεύουνε σαν φαντάσματα. «Η καταιγίδα έπνιξε την φράση στο στόμα της, αποζήτησε τα χείλη του. Υγράνθηκε το σώμα με κάτι σαν συμπύκνωση και διάχυση μαζί, μια αιώρηση πάνω από όλα όσα χωρίζουν την πραγματικότητα από την φαντασία. Την ρευστότητα της θάλασσας αλλά όχι πια μόνη σου, άκουσε μια φωνή να της απαιτεί. Η συνέχεια θα έρθει στην γραφή: ‘Μην εκπλαγείς αν μας συναντήσεις στο μυθιστόρημά μου,’ τον προετοίμασε».

Πράγματι, έτσι είχε ειπωθεί. Κάτι είχε προαισθανθεί από νωρίς μα ο πυρετός του για εκείνη έσβησε τις υποψίες πριν καν τολμήσουν να ξεμυτήσουν. Άραγε εκείνη -γνώστης καλοκαιρινών θαυμάτων- προανήγγειλε το τέλος του έρωτα ως αρχή της φαντασιακής του απόδοσης; Άγνωστο. Η μόνη βεβαιότητα καταστάλαξε ως κοινοτυπία και ο στρόβιλος της συνεύρεσης τροφοδοτούσε το σώμα με μελλοντικές γραφές.

Επιλεκτικά, βέβαια. Ίσως να είχε λόγους, ίσως όχι, το στοιχείο της νεράιδας δεν χώρεσε στην λογοτεχνική απόδοση. Τον είχε ρωτήσει για την ιστορία του παλιού έρωτα. Για ποιο λόγο η αφήγησή της κάθε καλοκαίρι, «μήπως για να γητεύεις με φολκλόρ τις τουρίστριες;», του είπε σαν πείραγμα. Ωραία άνοιξε θέμα συζήτησης, ξωτικά, νύμφες, λαογραφία, family lore, χρηστικά παρελθόντα, ήταν διαβασμένη. «Αλληγορία για το πως διαμορφώνω τον εαυτό μου στα φάσματά του. Τα πολλαπλά του φάσματα, πως λειτουργώ με τα πολλά μου φαντάσματα, τους διπλούς και τριπλούς εαυτούς μου», τόνισε με μια συνειδητή επανάληψη λέξεων. «Την πολυμορφία της νεράιδάς μου, την υβριδικότητά της, την ηλεκτρίζει ένα ήθος, ένας βαθύς τρόπος πλοήγησης. Ένας ηθικός προσανατολισμός -ας τολμήσω τη φράση- με κέντρα βάρους, αυτό επιθυμώ να τίθεται ως ερώτημα στο πάρτι της πολλαπλότητας». «Αχ ο μοντερνιστής μου στον ωκεανό της μεταμοντερνικότητας…» ανέβασε τον πήχη θεωρητικά.

Εξουθενωμένος επιστρέφει στην φωτογραφία, φορτίζεται, φανερώνεται η αφετηρία για τoν δικό του επίλογο. «Πλησιάζω σε απόσταση αναπνοής τα μεγεθυμένα μάτια, τριπλάσια στον τελετουργικό αποχαιρετισμό που ποιεί η γητεύτρα μάγισσα. Επιθυμώ για τελευταία φορά να με κατοικήσει ο λατρευτικός της πόθος. Μήπως η έκθαμβη λαμπρότητά της είναι το τελευταίο δώρο της μνήμης; Μια ύστατη δοκιμή δύναμης που με μεταμορφώνει σε χορευτή που με μεταλλάσσει για χάρη της; Χωρίς δυϊσμούς (έτσι θα το έθετε αυτή), σπονδή ταυτόχρονα στο μεγαλείο του έρωτα και στον βωμό της εξουσίας του.

Η απόπειρα αναπαράστασης ήτανε μάταιη, η στιγμή έχει δραπετεύσει. Δεν υπάρχω πλέον ως αντικείμενο της ματιάς της, έχω εκτοπιστεί. Σεβαστή η παρέμβαση του φωτογράφου φίλου, απόλυτα κατανοητό το πώς και το γιατί της απουσίας. Το θέμα έγκειται αλλού, στην απόφασή της. Στις μετατοπίσεις που επέφερε. Η στιγμή έχει μεταφερθεί στον μαγνητισμό ενός άλλου οπτικού πεδίου, σε έναν χώρο που το βλέμμα της απλόχερα απλώνεται. Την δύναμη της σαγήνης επιλέγει πια να εκθέτει σε κοινή θέα. Στέρεη, συμπαγής απόφαση. Εκρηκτικά μόνη πλέον στο φβ να θέλγει, επιθυμίες ρευστές.

Σε υγρό τοπίο επιθυμώ να την αποχαιρετήσω, καταδύομαι. I see a salty seabed in her ocean, θαυμάζω τα κοράλλια, αναπνέω τα σκοτεινά οξυγόνα που αρμονικά μας ανέστησαν. Αφήνομαι σε υπόγειες ροές, απλώνομαι σε χορογραφίες πολυπόδων, διαθλάσεις χρωμάτων. Διαχέεται η οσμή της, μνήμη γεύσης από τον βυθό. Μα να και η ωκεάνια νεράιδα της ιστορίας εμφανίζεται, σε μια τόσο δα γωνιά παραμελημένη, πλησιάζω να την αγκαλιάσω μα σαν να ασφυκτιεί, ‘αφήνεσαι και σε παρασύρει πάλι η ομορφιά, το ρευστό και το εύγεστο, αρκετά πια με την αισθητική’, με μαλώνει, ‘άλλα σ’ έχω ακούσει να θαυμάζεις σε μένα, κέντρα ήθους, τους τόπους και τους τρόπους τους’. Με απομακρύνει από την τρυφερότητά της, ψυχρά ρεύματα με ανατρέπουν, συνέρχομαι. Ο λόγος του αφόρητου πόνου με βουλιάζει. Ανελέητα, οδυνηρά. Από τον πολύτιμο δεσμό στην αγορά γοητείας. Από το ειδικό βάρος της σχέσης στην κοινωνία του θεάματος. Παγώνω. Πριν τα κέντρα της μεταφερθούν αλλού -δεν θέλω να γνωρίζω πια προς τα που-, συμπυκνωμένη, η εκστατική της ρευστότητα εκεί κάποια στιγμή παγιώθηκε».
*
*Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα 1960) ζει και εργάζεται στην Αμερική. Έχει δημοσιεύσει το βιβλίο Χαρτογραφήσεις της λευκής εθνοτικότητας: Λαϊκή εθνογραφία και δημιουργία χρηστικών παρελθόντων στον ελληνοαμερικανικό κόσμο (Νήσος 2021), καθώς και τις ποιητικές συλλογές, Διασπορικές Διαδρομές (Απόπειρα 2012), (https://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html) και Λόγοι Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής (Ενδυμίων 2016). (https://endymionpublic.blogspot.com/2016/07/blog-post.html⁩) Διατηρεί το μπλογκ, Διασπορική Σκοπιά: Ποιητικές Εν-τάσεις Στιχοπλοκές. (https://diasporic-skopia.blogspot.com/)

**Δημοσιεύτηκε εδώ: https://staxtes2003.com/2025/06/09/9-6-25/

Η ποίηση της διαφωνίας

D.J.Enright
Edwin Muir
e.ecummings

HAROLD DRASDO*

Παραδοσιακά, η ποίηση είναι ένα οχυρό της ελευθερίας. Πιο συγκεκριμένα έχει χρησιμοποιηθεί ως όχημα για κάθε είδους ιδέες, συμπεριλαμβανομένων και των περιοριστικών. Εφόσον όμως, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, η εξουσία θεωρείται ότι περιορίζει τις ζωές και τις σκέψεις των ανθρώπων με τρόπους που προηγουμένως ήταν αδιανόητοι- και εφόσον έχουμε το πλεονέκτημα μιας πάντα πιο ξεκάθαρης άποψης της ιστορίας και των ανθρώπινων δυνατοτήτων: τότε είναι φυσικό να περιμένουμε να βρούμε τη σύγχρονη ποίηση να έρχεται όλο και περισσότερο σε αντιπαράθεση με το κράτος ή τα εξωτερικά του σημάδια. Αν, ωστόσο, κάποιος ρωτούσε τους σημερινούς διαφωνούντες πού να βρει αυτό το σώμα ποίησης, είναι πιθανό ότι κάθε ομάδα θα του πρότεινε πρώτα εκείνους τους ποιητές που συνδέθηκαν μαζί της, σε κάποια στιγμή, με ενεργό συμμετοχή ή προφανή ευθυγράμμιση. Οι σοσιαλιστές θα μπορούσαν να του προτείνουν να ψάξει το έργο της κουστωδίας του Ώντεν, όπως ήταν πριν από τον πόλεμο. Οι αναρχικοί μπορεί να τον συμβούλευαν να δοκιμάσει τον Herbert Read ή τον Alex Comfort. Ένα μέρος της αταξινόμητης αντίστασης θα μπορούσε να τον παραπέμψει στον Christopher Logue, στον Alan Sillitoe ή στους συγγραφείς της Δυτικής Ακτής. Δυστυχώς, ένας απαιτητικός αναγνώστης θα έβλεπε γρήγορα ότι, εκτός ίσως από τον Ώντεν, οι πιο προικισμένοι από αυτούς τους ποιητές φάνηκαν κατά κάποιο τρόπο ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν το ταλέντο τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε αυτά τα θέματα. Και, στην πραγματικότητα, φαίνεται αδύνατο να συγκεντρωθεί από αυτές τις πηγές μια λογικού μεγέθους συλλογή που να είναι ταυτόχρονα καλή ποίηση και έντονη κριτική.

Από την άλλη πλευρά, αν ξεκινήσετε από την κυρίαρχη τάση της πρόσφατης αγγλικής ποίησης -συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων Αμερικανών που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε- θα βρείτε επιθέσεις κατά του κράτους και σχόλια για την πολιτική και τις κοινωνικές υποθέσεις στα πιο απροσδόκητα σημεία. Η παρούσα έρευνα σημειώνει ορισμένα από αυτά, χωρίς να υποδηλώνει ότι υπήρξε κάποιου είδους κίνηση. Οι προσπάθειες συσχέτισης “τάσεων” και στυλ είναι συχνά αβάσιμες και ακόμη και ο Όργουελ μπορεί να φανεί σε αβεβαιότητα για το θέμα αυτό στο μάλλον άδικο δοκίμιό του για τον Γέιτς. Αυτό αποτελεί ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης.

Ο Γέιτς πέθανε το 1939, αλλά τα τελευταία του ποιήματα είναι τουλάχιστον εξίσου εντυπωσιακά με οτιδήποτε άλλο έγραψε και δεδομένου ότι γενικά θεωρείται ο μεγαλύτερος ποιητής αυτού του αιώνα, φαίνεται σκόπιμο να ξεκινήσουμε με μια λέξη προς υπεράσπισή του. Είναι αλήθεια ότι θαύμαζε υπερβολικά τις αριστοκρατίες του παρελθόντος- ότι ασχολήθηκε με την πολιτική και έκανε αντιδημοκρατικές παρατηρήσεις. Ο Όργουελ, ωστόσο, μπόρεσε να βρει στοιχεία για φασιστικές τάσεις, ενώ παραδέχεται ότι είναι δύσκολο να πούμε πόσο σοβαρός ήταν πραγματικά ο Γέιτς σε πολλούς από τους ισχυρισμούς του. Το παλιό ζήτημα της αναστολής της δυσπιστίας τίθεται εδώ σε σχέση με την ποίηση τουλάχιστον. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται δίκαιο να επιστήσω την προσοχή σε ορισμένα ποιήματα που υποδηλώνουν μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στα πολιτικά πράγματα. Η πολιτική, για παράδειγμα, είναι η δήλωση ενός ανθρώπου με μικρό ενδιαφέρον για την εξουσία, ενός ανθρώπου που βαριέται τις ιστορίες ίντριγκας και κρίσης. Μερικές φορές ανακοινώνει μια ευθεία περιφρόνηση για την ψευτιά του σύγχρονου κόσμου και υποστηρίζει το είδος του ησυχασμού που ο Όργουελ καταδίκαζε τόσο πολύ στον Henry Miller – όπως στο The Old Stone Cross.

Ένας πολιτικός είναι ένας εύκολος άνθρωπος
Λέει τα ψέματά του από μνήμης,
Ένας δημοσιογράφος επινοεί τα ψέματά του
Και σε πιάνει από το λαιμό,
Γι’ αυτό μείνε σπίτι και πιες την μπύρα σου.
Και άσε τους γείτονες να ψηφίσουν…

Μπορεί κανείς επίσης να θαυμάσει την κοφτή άρνησή του να συμβιβαστεί στο On Being Asked For A War Poem- ή να επισημάνει τα επιγράμματα The Great Day και Parnell ως απόδειξη ενός ευφυούς κυνισμού για τις επαναστάσεις και τις κυβερνήσεις.

Ο Πάρνελ κατέβηκε στο δρόμο, είπε σε έναν άνθρωπο που ζητωκραύγαζε:
“Η Ιρλανδία θα αποκτήσει την ελευθερία της κι εσείς ακόμα θα σπάτε πέτρες”.

Με μία εξαίρεση, τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών της ζωής του.

Από τη μικρή ομάδα ποιητών που γράφουν ακόμη και σήμερα και που τράβηξαν την προσοχή ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, ο πιο αιχμηρός είναι ο Αμερικανός E. E. Cummings- κατά προτίμηση, e. e. cummings. Αρχικά είχε τη φήμη της αφάνειας, αλλά αυτό οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη εμπιστοσύνης των αναγνωστών που ερχόταν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με τα τυπογραφικά του τεχνάσματα. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο και αν και δεν είναι ευρύ σε έκταση, συχνά έχει έναν τρυφερό ή εκστατικό λυρισμό που δεν έχει όμοιό του στη σύγχρονη ποίηση. Σε αυτό προστίθεται ότι δεν φοβάται να πει αυτό που σκέφτεται για την επικαιρότητα και το λέει δυναμικά με ευστροφία, ειρωνεία και πάθος. Για να δώσει τον τόνο υπάρχει ο ορισμός του: “ένας πολιτικός είναι ένας κώλος πάνω στον οποίο έχουν καθίσει όλοι εκτός από έναν άνδρα”. Ορισμένα από τα κομμάτια του είναι απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική σκηνή. Κανένας σοβινιστής ή μιλιταριστής δεν έχει ξεφουσκώσει ποτέ τόσο επιδέξια όσο εκείνος στο ποίημα που αρχίζει “δίπλα βέβαια στον θεό Αμερική εγώ/σας αγαπώ”. Το ποίημα που γράφτηκε στη μνήμη ενός αντιρρησία συνείδησης – i sing of Olaf glad and big – είναι μια θαυμάσια σάτιρα, επείγουσα με θυμό και συμπόνια. Ο Cummings μαστιγώνει εκείνους που νομίζουν ότι “το να διαφέρεις μια ασθένεια κάποιου/ να συμμορφώνεσαι με την κορυφή του είμαι”. Και η απέχθειά του για τον κομμουνισμό δεν αντανακλάται σε μια ικανοποίηση για τις αμερικανικές υποθέσεις –

έτσι ρα-ρα-ρα-ρα δημοκρατία
ας είμαστε όλοι ευγνώμονες σαν την κόλαση
και να θάψουμε το άγαλμα της ελευθερίας
(γιατί αρχίζει να μυρίζει)

Έχει συχνά παρατηρηθεί ότι ο τελευταίος πόλεμος δεν παρήγαγε κανένα σώμα ποίησης σαν αυτό των ποιητών των χαρακωμάτων. Σίγουρα, υπάρχει μια διαφορά στον γενικό τόνο, μερικές φορές μια πραγματική παραίτηση που χαρακτηρίζεται ίσως από τον Keith Douglas: “Remember me when I am dead/and simplify me when I’m dead”. Ή η απελπισία ή η αηδία καλύπτονται από μια λεπτή ειρωνεία, όπως στο Naming Of Parts του Henry Reed. Αλλά ένα σύντομο ποίημα αξίζει προσοχής καθώς στέκεται σε σύγκριση με οτιδήποτε έγραψε ο Όργουελ ή ο Sassoon: Το The Death Of The Ball Turret Gunner του Randall Jarrell.

Από τον ύπνο της μητέρας μου έπεσα στο Κράτος,
Και έσκυψα στην κοιλιά του μέχρι που πάγωσε η υγρή μου γούνα.
Έξι μίλια από τη γη, λυτρωμένος από το όνειρο της ζωής του,
Ξύπνησα από τα μαύρα αντιαεροπορικά και τα εφιαλτικά μαχητικά.
Όταν πέθανα με ξέπλυναν από τον πύργο με ένα λάστιχο.

Ο Jarrell, όπως βλέπετε, είναι απαισιόδοξος για τις πιθανότητες του ατόμου σήμερα. Κλείνει ένα ενδιαφέρον δοκίμιο για τον Alex Comfort συμφωνώντας ότι το Κράτος είναι ο κύριος εχθρός, αλλά τελειώνει –

Ωστόσο, αν σκεφτεί κανείς τους μηχανισμούς των σύγχρονων κρατών -από τις διαφημιστικές εταιρείες που βγάζουν τις αρχές τους μέχρι τα εργοστάσια αεροσκαφών, που βγάζουν την πρακτική τους- είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι ο θρίαμβος οποιουδήποτε προλεταριάτου είναι κάτι περισσότερο από ένα νοσταλγικό, αντισταθμιστικό όνειρο: εμείς είμαστε αυτοί που μαραίνονται, όχι το κράτος.

Αν αληθεύει, ωστόσο, ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν παρήγαγε το είδος της ποίησης που θα μπορούσε να αναμένεται, ορισμένοι ποιητές έχουν, εν πάση περιπτώσει, ήδη στρέψει την προσοχή τους στον επόμενο: σαν να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο ότι μετά την πυρηνική Ημέρα της Κρίσης μπορεί να μην έχει μείνει κανείς να γράψει ή να διαβάσει. Ο Edwin Muir, ο οποίος ξεχωρίζει ανάμεσά τους, έγινε αρχικά γνωστός για τις μεταφράσεις του στα αγγλικά των εφιαλτικών κόσμων της εξουσίας και του ατόμου του Κάφκα- και η ποίηση του διαπνέεται από μια παρόμοια εμμονική αίσθηση ανησυχίας. Η ποίησή του, η οποία έτυχε πλήρους αναγνώρισης μόνο προς το τέλος της ζωής του, δεν παρουσιάζεται εύκολα με μια σύντομη παράθεση. Δεν έχει σαφή συγγένεια με κανένα άλλο σύγχρονο έργο. Η φαινομενική ισοπεδωτικότητά της εξαφανίζεται στο άκουσμα μιας συμπαθητικής ανάγνωσης. Στα τελευταία του χρόνια ο Muir προφανώς άρχισε να ασχολείται με τον φόβο ενός τελικού ολοκαυτώματος και τρία ποιήματα χρησιμοποιούν τις τρεις πιθανές συνέπειες ενός τέτοιου πολέμου. Στο The Day Before The Last Day, που γράφτηκε λίγο πριν από το θάνατό του το 1959, οραματίζεται την εξόντωση της ζωής – “μηχανική παρωδία της Ημέρας της Κρίσης/που δεν κρίνει αλλά μόνο μοιράζει καταδίκη”- αποκαλύπτει τη “φανταστική εικόνα ενός στάσιμου φόβου”. Τα άλογα αφηγούνται μια αγροτική κοινότητα που επέζησε “από τον επταήμερο πόλεμο που κοιμίζει τον κόσμο” και η οποία ανακαλύπτει ότι η ζωή χωρίς τρακτέρ και ραδιόφωνα είναι τελικά δυνατή- οι άνθρωποι συμφιλιώνονται με την αλλόκοτη σιωπή και την ηρεμία. Το Μετά από έναν υποθετικό πόλεμο υποθέτει, αντιθέτως, το ναυάγιο των πολιτισμένων αξιών, μια γη του εκφυλισμού και της σπατάλης. Ο Muir πραγματεύεται και άλλες πτυχές της σύγχρονης πολιτικής: στο Nightmare Of Peace βρισκόμαστε με τα Ηνωμένα Έθνη.

Ακόμα και σε ένα όνειρο πώς ήμασταν εκεί
Ανάμεσα στους κομισάριους της ειρήνης
Και αυτό το πράο βουητό στον αέρα
Από τους συναινούντες θιασώτες;
Αστυνομία μεταμφιεσμένη σε κάθε καρέκλα
Πάνω στην εξέδρα. Η ειρήνη ήταν εκεί
στα χέρια όπου δεν θα μπορούσε ποτέ να κινηθεί.
Ψηλά ένα περιστέρι με πολεμική πλάκα…
θρονιάστηκε πάνω απ’ όλους με απειλητική αγάπη.

Αρκετά καλά ποιήματα που είναι άμεσα ή έμμεσα “αντιβομβαρδιστικά” έχουν εμφανιστεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Ένα από αυτά μπήκε σε μια δημοφιλή σχολική ανθολογία: The Birds του Clive Sansom – ο οποίος είχε και ένα άλλο ποίημα, το Loyalties, το οποίο καταγράφει τη λατρεία του κράτους ως προδοσία της ατομικότητας. Ο Robert Conquest και ο I. A. Richards έχουν ωραίες μικρές επιθέσεις κατά των πυρηνικών όπλων. Από τον John Wain υπάρχει το A Song About Major Eatherly. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι η Edith Sitwell στα Three Poems Of The Atomic Age απλώς ενσωματώνει στα ποιήματά της μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων για τις εκρήξεις προς υποστήριξη της δικής της πυροτεχνίας: “Τότε στον δολοφονημένο Ήλιο ένας τοτέμ πόλος σκόνης αναδύθηκε στη μνήμη του Ανθρώπου. Λες και η εμπειρία ήταν πολύ άμεση, οι αναφορές των επιζώντων πολύ αγωνιώδεις, για να δικαιολογούν παρεμβάσεις ή εξωραϊσμούς. Πράγματι, ο αναγνώστης έργων όπως η “Χιροσίμα” του John Hersey και το “Φωτεινότερο από χίλιους ήλιους” του Robert Jungsk μπορεί να γνωρίζει με δυσάρεστο τρόπο ότι οι περιγραφές των πραγματικών εκρήξεων τον διεκδικούν πρώτα με τον γενικευμένο τρόπο της ποίησης και μπορεί ακόμη και να τείνουν να αναστείλουν κάπως την αντίδραση που πρέπει να προκαλέσει το περιεχόμενό τους. Αυτή η αποπλάνηση από το μέγεθος ή την αίσθηση είναι κάτι που ο προπαγανδιστής πρέπει να ζυγίσει προσεκτικά.

Από όλους τους Άγγλους ποιητές που έχουν αποκτήσει φήμη μετά τον πόλεμο, μόνο για έναν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το έργο του είναι πολύ συχνά η άμεση έκφραση της κοινωνικής του συνείδησης. Πρόκειται για τον D. J. Enright. Η ποίησή του φαίνεται εκ πρώτης όψεως μάλλον πολυμαθής και μανιερίστικη λόγω των περιστασιακών και αντηχητικών ποιητικών φράσεων. Όμως ένας καλός αναγνώστης θα νιώσει γρήγορα τη δύναμη του έργου του Enright και θα βρει σε αυτό μια αίσθηση συμπόνιας και μια ακεραιότητα που σπάνια επιδεικνύεται σήμερα σε κοινωνικά πλαίσια. Ο Enright, ο οποίος έχει ταξιδέψει ευρέως στις χτυπημένες από τον πόλεμο χώρες της Ευρώπης και της Άπω Ανατολής, θα μπορούσε σχεδόν να αποκληθεί ποιητής της πείνας. Γράφει για τη φτώχεια, την εξορία, την πείνα, την πορνεία, τα αδικήματα του κράτους κατά του ατόμου, τον καιροσκοπισμό των πολιτικών.

Το μόνο αίνιγμα που είδα
ήταν τα παχιά λόγια των πολιτικών
απέναντι στα αδύνατα πρόσωπα των φτωχών.

Το Monuments Of Hiroshima ίσως είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για την πόλη αυτή. Η διάθεση αυτού του ποιήματος σε κάνει να σκέφτεσαι κομμάτια όπως το At The New Menin Gate του Sassoon. Ο Enright διαθέτει μια αμεσότητα και μια ειρωνική ευφυΐα που τον σώζουν από τον συναισθηματισμό. Καταλήγει –

Λίγη ειρήνη για να αναπαυθούν, λιγότεροι από αυτούς…
για να αναπαυθούν εν ειρήνη:
Σκόνη σε σκόνη μια γρήγορη μετάβαση, στάχτη σε στάχτη…
με τρομερή ευκολία.
Το μόνο τους μνημείο θα είναι το χτύπημα των άλλων…
Ένας Πύργος Ειρήνης, μια Αίθουσα Ειρήνης, μια Γέφυρα Ειρήνης.

που θα μπορούσαν να ευχηθούν για κάτι μόνιμο,
σαν ένα ξύλινο κουτί.

Γράφοντας για την πείνα, στα βιβλία Where Charity Begins και The Short Life of Kazuo Yamamoto, αντιπαραβάλλει τον λεκτικό κόσμο των πολιτικών με τον πραγματικό κόσμο των θυμάτων.

Αλλού οι μεγάλοι έχουν κι αυτοί τους πονοκεφάλους τους,
Καθώς παλεύουν με αυτούς τους αξιοσημείωτους γλωσσοδέτες…
όπως η Απελευθέρωση και η Καταπίεση.
Αλλά δεν μιλούσαν για σένα,
Καζούο, που βρήκες το ποντικοφάρμακο πιο φτηνό από την ασπιρίνη.

Η συμπάθειά του επεκτείνεται και στα πεινασμένα ζώα, όπως στο αιχμηρό μικρό επίγραμμα Asiatic Premises, όπου γίνεται κατηγορητήριο.

Αυτό το μεγάλο, λευκό, καινούργιο κτίριο είναι αφιερωμένο…
στη μελέτη των Φιλελεύθερων και Ανθρωπιστικών Τεχνών.
Κάτω από τους γύρω φράχτες βρίσκονται τα μικροσκοπικά και φουσκωμένα
κορμιά πεινασμένων γατιών. Ματαιοδοξία των ματαιοδοξιών.

Τα ποιήματα αυτά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση περιστασιακή παρατήρηση ή σχόλιο, αλλά αρχίζουν και τελειώνουν με μια επίπεδη και ενίοτε προφητική απόρριψη της πολιτικής της εξουσίας.

Αλλά οι πολιτικοί ζουν στο δικό τους κλίμα,
Στις κρύες καρέκλες όπου επωάζονται
Μια μελλοντική άνοιξη από δαμάσκηνο και ροδάκινο και κεράσι, σε υπέροχες μεταλλάξεις.
που ανθίζει σε όλα τα τυφλά και κατεστραμμένα έθνη.

Συμπληρωματικά με αυτό είναι το συναίσθημά του για τον μεμονωμένο πάσχοντα, ιδιαίτερα τον πολιτικό πρόσφυγα- το καλύτερο παράδειγμα είναι το όμορφο Meeting An Egyptian At A Cocktail Party. Φυσικά, ο Enright αφιερώνεται και σε άλλα, εντελώς διαφορετικά θέματα: κυρίως στις τέχνες, στην κριτική και στις εντυπώσεις του τόπου. Από κοινωνική άποψη, το “Bread Rather Than Blossoms” είναι το πιο ενδιαφέρον από τα βιβλία στίχων του.

Εν κατακλείδι, τι μπορεί να ειπωθεί για την κατάσταση της ποίησης σήμερα; Την τελευταία δεκαετία εμφανίστηκαν μια χούφτα εξαιρετικοί ποιητές. Ο Enright θα μπορούσε να συμπεριληφθεί σε αυτούς, αλλά τι γίνεται με τους άλλους; – Ted Hughes, Philip Larkin, Thom Gunn, Burns Singer, Elizabeth Jennings, C. A. Trypanis, Donald Davie. Ο κριτικός δεν μπορεί να αγνοήσει την εκπληκτική απουσία κοινωνικών σχολίων στο έργο τους. Πράγματι, θα μπορούσε να επιστήσει την προσοχή σε ένα ποίημα όπως το Too Late For Satire του Davie. Ο Davie έχει την κομψότητα, τη σαφήνεια και την αιχμή του τέλειου σατιρικού- και το γνωρίζει αυτό, αλλά μέσα από μια θλιβερή μοιρολατρία αρνείται το έργο –

Θα μπορούσα να ήμουν τόσο ανελέητος όσο ο Πάπας
Αλλά μάταια, σε μια τραγική εποχή…
Μοιραζόμαστε το μίσος, αλλά μας λείπει η ελπίδα.
με το να καρφώσουμε τις τρέλες για να μεταρρυθμίσουμε την εποχή.
Το να κατηγορούμε είναι κουτσό και οι σατιρικοί αργούν.
Κανένα μαχαίρι δεν μπορεί να καρφωθεί στην ιστορία ή στο είδωλο,
Κανένα μαχαίρι δεν μπορεί να μας βγάλει από τον ασβέστη της μοίρας.

Για να προχωρήσει περαιτέρω, ο κριτικός θα μπορούσε να εξετάσει το A Woman Unconscious, ένα εντυπωσιακό έργο του Ted Hughes. Ο Χιουζ οραματίζεται έναν ατομικό πόλεμο που θα μπορούσε να εξαφανίσει όλα τα έμβια όντα – “ο κόπος όλων των αιώνων μας μια απώλεια με φύλλα και έντομα”- στη συνέχεια απορρίπτει τη φαντασία του ως μελοδραματική και (με αμφίβολη προέκταση) μη σύμφωνη με το μοτίβο της ιστορίας- ώσπου, επιστρέφοντας στην αρχική ιδέα, συγκρίνει την εξαφάνιση όλης της ζωής με την απώλεια της συνείδησης, ή το θάνατο, μιας και μόνο γυναίκας –

Κι αν η βόμβα συγκριθεί με τη βόμβα,
Αν και όλη η ανθρωπότητα αναδιπλωθεί και τίποτα δεν αντέξει…
Η Γη εξαφανίζεται σε μια στιγμιαία φωτοβολίδα…
Ήρθε ένας μικρότερος θάνατος…
στο λευκό κρεβάτι του νοσοκομείου
όπου μια, μουδιασμένη πέρα από την τελευταία της αίσθηση,
έκλεισε τα μάτια της στις αποδείξεις του κόσμου
και βύθισε το κεφάλι της στα μαξιλάρια.

Αυτού του είδους ο σολιψισμός πρέπει να φαίνεται σε πολλούς τρελά διεστραμμένος. Πράγματι, θα ήταν διασκεδαστικό, αν δεν υπήρχε η αίσθηση της κρίσης, το γεγονός ότι οι αναγνώστες που πάντα επέμεναν ότι η ποίηση μπορεί να αγνοεί την ηθική μπορεί τώρα να βρεθούν – καταπιεσμένοι από την επείγουσα τελική απειλή ενός πυρηνικού πολέμου – να αναγκάζονται να προδιαγράψουν στάσεις και θέματα για τον ποιητή. Αν, ωστόσο, αυτό το αίσθημα του επείγοντος μπορεί να παραμεριστεί, μπορεί να γίνει μια εντελώς διαφορετική αποτίμηση της τάσης της σύγχρονης ποίησης. Αρνητικά, μπορεί να ειπωθεί ότι από αυτή την κοινωνική σκοπιά οι καλύτεροι από τους νεότερους ποιητές δεν αμαρτάνουν σχεδόν ποτέ κατά παραγγελία. Ενώ θετικά, είναι σαφές ότι το μόνο χαρακτηριστικό που τους ενώνει είναι το γεγονός ότι κανένας από αυτούς δεν έχει πολλά κοινά: είναι προσηλωμένοι σε αρκετά προσωπικές εξερευνήσεις. Αν αυτό είναι απόδραση, είναι και κατάφαση.

Ενδεικτική βιβλιογραφία
-Collected Poems by W. B. Yeats. (Macmillan, 1958, 18/-.)
-Ε. E. Cummings: Selected Poems 1923-1958. (Faber and Faber, 1958, 18/-.)
-Randall Jarrell: Selected Poems. (Faber and Faber, 1958, 15/-.)
-Edwin Muir: Collected Poems 1921-1958. (Faber and Faber, 1960, 25/-.)
-D. J. Enright: Bread Rather Than Blossoms. (Seeker and Warburg, 1956, 10/6.)
-Ted Hughes: Lupercal. (Faber and Faber, 1960, 12/6d.)
-Donald Davie’s ‘Too Late For Satire’ is in the anthology New Lines edited by Robert Conquest. (Macmillan, 1956, 12/6d.)

*Ο Harold Drasdo διδάσκει Αγγλικά στο Νότιγχαμ. Το αγγλικό πρωτότυπο δημοσιεύτηκε εδώ: https://libcom.org/library/poetry-dissent Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Antigone Kefala and the Art of Exile

The Australian writer’s 1984 novel, The Island, is a hypnotic work of fiction about the border between life and art.

MADELEINE WATTS*

This essay originally appeared as the introduction to The Island (Transit Books).

The first time I heard about Antigone Kefala was when I was in my second year of university. She was described to me by an older writer as “a preeminent poet from Sydney.” At the time, I was majoring in English at the University of Sydney, but Kefala’s work had never been assigned, and most of the writers I associated with Sydney were long dead. I remember going to the bookstore just off campus that afternoon and browsing the shelves, but I couldn’t find anything by Antigone Kefala, and quickly gave up the search.

This is not an uncommon story. Antigone Kefala was a writer who spent much of her literary career flying under the radar. In 2010, the same year that I first heard about her, Kefala wrote in her journal about being left out of the Macquarie PEN Anthology of Australian Literature. She was, understandably, upset that certain writers—she among them—had been “totally effaced.” The anthology included work by early British settlers, excerpts of 19th-century drudgery, and Kefala’s contemporaries, like David Malouf, Shirley Hazzard, and Gerald Murnane. In an interview with the literary journal HEAT around the same time, Kefala said, “I have been so far out of any critical line in Australia in terms of writing. Apart from one or two people, no one has approached the work as a serious intellectual activity.” For a long time, it seemed like the only story to tell about Antigone Kefala was a ghost story: her persistent absence from any mainstream literary recognition, in Australia, and elsewhere.

Antigone Kefala was born in the Romanian city of Brăila in 1931, a city on the Danube close to the modern-day Moldovan border. Kefala’s parents were Greek by heritage, but her family had lived in Romania for three generations by the time their daughter was born. After World War II, as a wave of political unrest swept through Romania, the family fled. Kefala arrived in 1947, at age 16, in Greece, a country that was on the brink of civil war. The family lived in refugee camps set up by the International Refugee Organization, and set about applying to emigrate. Rejected by Australia because of an X-ray that showed a small shadow on her mother’s lung, the family instead left for New Zealand in 1951. Later, Kefala described the shock of the green dampness of New Zealand, the difficulty of communicating in English, and the feeling of first being unwanted, “made to feel that our faces, our gestures, belonged to this outside category with which the locals did not want to become involved.”

In 1960 Kefala moved, for the last time, to Sydney. The Sydney she arrived in that year was very different from the city I grew up in. This was the era of the White Australia policy, which had only just been relaxed to allow migration from continental Europe but continued to bar nearly everybody else. Women were still not allowed to drink in pubs. The tramways were being pulled up and expressways being built, ushering in a future of traffic jams and dodgy buses that made getting around when I was a teenager a misery. Indigenous Australians remained unrecognized in the constitution and unable to vote, and Indigenous children were still being forcibly and routinely removed from their families, a group of children known now as the Stolen Generations.

It was also the first hint of an aperture opening between Australia and the rest of the world. Kefala sailed into Sydney Harbor on a summer morning, full of light and heat and movement, its most seductive time of year. She described those first days in Sydney as something like a homecoming. “My past in Romania, in Greece, came back as a meaningful experience in a landscape that had similar resonances,” she wrote. “The landscape was already feeling familiar, allowing me to survive.” Survival, in many ways, equaled writing. It was only once she arrived in Sydney that Kefala became a writer.

After spending long days teaching English to other migrants, Kefala would go to the Mitchell Library and spend her evenings writing before catching the bus home. Her first language was Romanian; she learned French at school, and she became fluent in Greek as a teenager. Only in her 20s, in New Zealand, did she learn English, her fourth language. But when she began to write seriously, Kefala wrote in English. “I feel you have to live in a language to be able to write in it,” Kefala said in a 1994 interview. “I couldn’t write in Romanian or Greek or French because they were languages that I had somehow passed through. English was the language I was actually living in.” But it was many years before Kefala made headway with publishers. She gradually began to suspect, from the editorial comments that did come back, that there was something about the issues that preoccupied her, and something about her language, which didn’t quite “fit.”

The Alien, Kefala’s first volume of poetry, was released in 1973 by Makar Press, a small publisher that had sprung out of a student magazine at the University of Queensland. Although it was her first big break, her style was so different from what amounted to the (admittedly tiny) poetry mainstream in 1970s Australia that there were internal debates among the editors about whether it should be published at all.

To an outsider, it might seem peculiar the way that Australia’s literary establishment expends time arbitrating how “Australian” or “un-Australian” a work of art is deemed to be. The US and the UK are united as the Anglophone centers of the world—around which all the other Englishes orbit, and against which the rest of us attempt to stake our territory.

Kefala’s work was always fighting to find critical recognition within the boundaries of that small territory, and frequently wound up on its edges. So many contemporaneous reviews and interviews belabored questions of identity, migration, and “multiculturalism,” and questioned where Kefala “fit” in the Australian literary landscape, without really ever talking about Kefala and her work itself.

When I did finally track down an Antigone Kefala book, it was many years after I’d left Sydney and moved to New York. In America, I found that being Australian had become a part of my identity in a way it hadn’t been at home, simply because it was now the adjective I heard most frequently used to describe myself. I was beginning to write seriously, and trying to figure out where I might fit in a national tradition. I read more Australian literature in my first years in America than I ever had before.

By signing up, you confirm that you are over the age of 16 and agree to receive occasional promotional offers for programs that support The Nation’s journalism. You may unsubscribe or adjust your preferences at any time. You can read our Privacy Policy here.

That was the quest I was on when I found The Island, on an infrequent trip home in 2018—out of print, in the Australian section of Sappho Books on Glebe Point Road, siloed off from the other fiction. I read it quickly, in the unsettling and familiar humidity of the guest room that had once been my childhood bedroom. After that, I made my way through everything I could get—Kefala’s poetry, her Sydney Journals and Late Journals, and the novellas collected in Summer Visit.

The Island, originally published in 1984, was one of Kefala’s first works of prose. A review in The Sydney Morning Herald used what would become familiar adjectives to describe Kefala’s work: haunting, cool, dense, impressionistic. Another review, in Outrider, described The Island as having a “European sensibility.” All of these descriptors were true, and yet none of it got at the complexity that made The Island so resonant and so beautiful.

The Island isn’t confessional, but its autobiographical underpinnings are clear. Its protagonist, Melina, is a young university student living sometime in the mid-20th century, a migrant by way of Romania and Greece, and coming now into her independence. The plot is light, not really the point; the writing is most interested in the process of “becoming,” trying to find a new kind of form in which the experience of being alive will crystallize. Kefala’s writing is always processing the present through the past, her protagonist’s experience of the present necessarily strung through and in reference to Greece, Romania, New Zealand, because how could it not be? This movement between an intensely imagined nostalgic past and the hyperreality of the present is what constitutes the hypnotic quality of The Island.

When The Island was published, Australian literature was dominated by the big, blustery novels of mostly male writers like Peter Carey and Tim Winton. Writers were beginning to reckon with the genocidal reality of Australia’s colonial history, and the books that got the most attention were the ones that lent themselves best to being included on high school curricula. Something like The Island was radically different. On that humid afternoon when I first read The Island I was struck by the self-contained language, the intensely visual quality of the prose, the fluidity with which Kefala moves between memories and Melina’s present day, as if the border between the two were indistinct. It reminded me of other novels I had taken to calling “thin works of 20th-century womanhood” that I was reading around that same time, books by Marina Tsvetaeva, Clarice Lispector, Marguerite Duras, Nathalie Sarraute, Christa Wolf. Each of these books struck me with the sense that I had discovered a long-lost great aunt I closely resembled.

When I reread Kefala now, it’s precisely that quality of transnationality I find most poignant. I too have become somebody whose experience of the present tense is colored by my relationship to the many places I have lived in: I bicycle through Berlin behind a girl in Doc Martens and she merges with my sister in Melbourne; I drive across the Central Tablelands of New South Wales babbling to my husband about how everything reminds me of Southern California; the claustrophobia I feel in New York after an August storm reminds me that my body still expects the “cool change” of a Sydney February. This is what it is like to live along the edges, in the in-between spaces, of different countries, cultures, languages.

During the 2000s Kefala’s work began to be published by Sydney’s Giramondo Publishing, the champion of Australian authors who have experienced late-career revivals in America, including Gerald Murnane and Alexis Wright. When Kefala died in 2022, I learned of her passing from a eulogy sent out by Giramondo. Only a few weeks earlier, she had received the Patrick White Literary Award, given to a writer whose life’s work has made a significant contribution to Australian literature without being adequately recognized. Now, three years later, The Island gets a new lease on life. I only wish it had come sooner. There are still far too few of us who whisper Kefala’s name among ourselves, as a “preeminent poet from Sydney.”

The copy of The Island sitting beside me as I write is the same one that I bought in 2018. A sticker inside attests that it was originally bought at the Feminist Bookshop in Lilyfield in 1984. It smells like Sydney. By which I mean it smells like my mother’s makeup-stained sewing box in the mildewy cupboard, like the yellow photo albums lined up in my grandparents’ bookshelves below the VHS tapes; it smells like the humidity of that childhood bedroom. It smells as though the elements of Sydney—saltwater, southerly winds, rotting fig and jacaranda blossoms, eucalyptus leaves baking on sandstone soil, roast lamb, Vegemite toast, passion fruit vines, magpies and cockatoos and lorikeets—all of it—had been absorbed by the glue and ink and paper. Because at the end of the day, it was Sydney that defined Antigone Kefala’s work, and it was there she came to rest after decades of wandering. My copy has traveled three different continents, and two of the world’s oceans, to sit here on my desk. But when I fan the pages from right to left, this book is the closest to home I could possibly be.

*Madeleine Watts is a writer of novels, stories, and essays. She is most recently the author of Elegy, Southwest.

**Source: https://www.thenation.com/article/culture/antigone-kelefa-island/?fbclid=IwY2xjawKwX0VleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFNbW12UXE5YlR3TGpybGpUAR54B9v0kWU1e0khyrEh-uxhKrRyLrTgbFnZFZ2PG4g7V4Pwpj5-2RyfmgZd1A_aem_dLQmGSnaI7IIK9fwfdR1EQ

Από την αριστερή μελαγχολία στην ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη

Tου Αργύρη Δούρβα

Επιμέλεια: Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
 
Έξοδος από την αριστερή μελαγχολία

Μια μείζονα τάση της ποίησης της κρίσης σύμφωνα με τον Βασίλη Λαμπρόπουλο (2018) είναι η ποίηση της αριστερής μελαγχολίας. Η αριστερή μελαγχολία πηγάζει από μια εσωτερική σύγκρουση που δημιουργείται από το να μελαγχολεί κανείς για την ήττα της εξέγερσης και από την άλλη να επιμένει στο πρόταγμά της (Τραβέρσο, 2017).

Θεωρώ ότι η αριστερή μελαγχολία αποτέλεσε και εν μέρει συνεχίζει να αποτελεί μια σημαντική τάση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ωστόσο, πιστεύω ότι η αριστερή μελαγχολία εκφράστηκε κυρίως όχι μέσα από πλήθος δημοσιεύσεων και ποιητικών παρεμβάσεων, αλλά μέσα από τη σιωπή, την αφωνία, την παθητικότητα και την απόσυρση ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά το 2000, όταν η νέα ποίηση βρισκόταν ακόμη σε στάδιο προσανατολισμού και δεν είχε διαφοροποιηθεί πλήρως και συνειδητά από την γενιά του ιδιωτικού οράματος. Η κυριαρχία της αριστερής μελαγχολίας αποτέλεσε τη σκοτεινή ύλη της γενιάς της κρίσης, μένοντας για αρκετό καιρό αόρατη και δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι κυριαρχούν οι φιλελεύθερες ή απολιτικές προσεγγίσεις στη νέα ποίηση. Μάλιστα, δεν έλειψαν οι φωνές κριτικών που θεώρησαν ότι η νέα ποίηση αποτελεί συνέχεια της γενιάς του ιδιωτικού οράματος, αποτελώντας μια ποίηση δωματίου, εστιασμένη αποκλειστικά στο άτομο.

Στο παρόν κείμενο διατυπώνω την άποψη ότι η ποίηση της κρίσης επιτελεί τα τελευταία χρόνια μια σταδιακή έξοδο από την αριστερή μελαγχολία τερματίζοντας μια μακρά περίοδο αμηχανίας, παθητικότητας και πολιτικής απαισιοδοξίας. Η διεκδίκηση, η μαχητικότητα, η εξωστρέφεια και η συγκρατημένη πολιτική αισιοδοξία αποτελούν σαφή ένδειξη της ολοκλήρωσης της διεργασίας ενός πένθους που για μεγάλη χρονική περίοδο κάτω από το καθεστώς της αριστερής μελαγχολίας παρέμενε περιπλεγμένο και ανεπίλυτο.
 
Ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη

Στο νέο στάδιο η σύγχρονη ελληνική ποίηση γίνεται όχημα διεκδίκησης κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας και κοινωνικής αλλαγής και για αυτό την αποκαλώ, Ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη. Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη διαφέρει από την ποίηση του ιδιωτικού οράματος, καθώς δεν εκφράζει προσωπικές ανησυχίες, φόβους ή ελπίδες αλλά θέτει κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα μέσα από μια λογική αλληλεγγύης και συμπερίληψης.  Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη είναι μια ποίηση που εστιάζει σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα φύλου, φυλής, τάξης, σωματικής ικανότητας, νευροδιαφορετικότητας και οικολογίας. Διακρίνεται από μια στάση κοινωνικής διεκδίκησης και πολιτικού αγώνα εκφράζοντας την αισθητική της ανατροπής, δηλαδή την μαχητική στάση εναντίον των παγιωμένων σχέσεων εξουσίας και την ανοιχτή αμφισβήτηση των υπαρχουσών καταπιεστικών μηχανισμών και θεσμών. Είναι μια ποίηση προσανατολισμένη στο ιστορικό παρόν και το μέλλον. Είναι μια ποίηση πολύμορφη, με ισχυρά πολιτικά χαρακτηριστικά και μεγάλη δυναμική που θα φανεί στο εγγύς μέλλον.
 
Θεωρητική προσέγγιση
Στο παρόν άρθρο εστιάζω στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, η οποία συνδέεται με μια μακρά φιλοσοφική παράδοση αλλά και με την πολιτική πράξη (Lu&Woodson, 2024). Η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης χρησιμοποιείται ως ενοποιητικό στοιχείο ενός μεγάλου εύρους κοινωνικών ζητημάτων που διαπραγματεύεται η σύγχρονη λογοτεχνία, όπως το φύλο, η φυλή,  η εντοπιότητα, η εργασία και η περιβαλλοντική δικαιοσύνη (Raja&Lu, 2024).
Σημαντική πτυχή της προσέγγισής μου είναι η ανάδειξη της διαθεματικότητας (intersectionality) μεταξύ των διάφορων πεδίων καθώς συχνά η ατζέντα για την κοινωνική δικαιοσύνη είναι επικεντρωμένη σε συγκεκριμένη κάθε φορά ομάδα χωρίς να τονίζεται η ανάγκη οικοδόμησης αλληλεγγύης μεταξύ των ομάδων αλλά και οι συγκλίνοντες στόχοι τους. Η διαθεματικότητα (intersectionality), η οριακή σκέψη (borderthinking) και η συσχετιστική σκέψη (relationalthinking) μας επιτρέπουν να αποδεσμευτούμε από την ουσιοκρατική σκέψη που διακρίνει την καπιταλιστική νεωτερικότητα (Raja&Lu, 2024).
Τέλος, πρέπει να τονίσω ότι η προσέγγιση που προτείνω για τη μελέτη της σύγχρονης ποίησης στοχεύει στην αξιοποίηση πολλαπλών θεωρητικών παραδόσεων για την κοινωνική δικαιοσύνη ταυτόχρονα: ο μαρξισμός, ο φεμινισμός, η queer θεωρία, οι σπουδές αναπηρίας, η κριτική φυλετική θεωρία, η μετα-αποικιακή θεωρία, η οικοκριτική και ο μετα-ανθρωπισμός είναι μερικές από αυτές χωρίς η λίστα να είναι εξαντλητική. Η πληθυντική αυτή θεωρητική παράδοση αποσκοπτεί στην ανάδειξη της διαθεματικότητας και της εγγύτητα των αγώνων (Raja&Lu, 2024).
 
Το κοινωνικό πλαίσιο ανάδυσης της νέας ποιητικής

Η ανάδυση της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη δεν έγινε σε κοινωνικό και πολιτικό κενό αλλά συνδέθηκε με συγκεκριμένα γεγονότα που οδήγησαν στην ριζοσπαστικοποίηση των νέων, την εμφάνιση νέων κοινωνικών κινημάτων και την ανάπτυξη κριτικής πολιτικής συνείδησης. Θεωρώ ότι η κρίση που οδήγησε στην ανάδυση της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη δεν συνδέεται με τα γεγονότα του 1989. Η κρίση που περιγράφω είναι διαρκής και πολύμορφη και συνδέεται με την κρίση της πολιτικής, την οικονομίας, του περιβάλλοντος και την αμφισβήτηση παγιωμένων από την πατριαρχία έμφυλων ρόλων. Η διαρκής κρίση, στην οποία βυθίστηκε η Ελλάδα, προοικονομήθηκε από τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008και έγινε ορατή τα επόμενα χρόνια ακολουθώντας επιταχυνόμενο ρυθμό. Βασικά γεγονότα που αποτέλεσαν τον κορμό της πολύμορφης και διαρκούς κρίσης και δείχνουν να συνετέλεσαν στην ανάδυση της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη είναι τα εξής:
 
-Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβρη του 2008
-Η κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 και η παγκόσμια οικονομική κρίση
-Το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους το 2009
-Η υπογραφή της πρώτης δανειακής σύμβασης (μνημόνιο) της Ελλάδας το 2010 καθώς και οι επόμενες που ακολούθησαν
-Το κίνημα της πλατείας (αγανακτισμένοι) το 2011
-Η άνοδος της φασιστικής βίας με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013
-Η προσφυγική κρίση που ξεκίνησε το 2015
-Το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού το 2019
-Το κίνημα Me Too που ξεκίνησε τον Δεκέμβρη του 2020
-Η κινηματική δυναμική εναντίον των γυναικοκτονιών και της πατριαρχικής δολοφονίας της διαφορετικότητας. Ενδεικτικά οι δολοφονίες των Ζακ Κωστόπουλου (2018), Ελένης Τοπαλούδη (2018) και Γαρυφαλλιάς Ψαράκου (2021).
-Οι φωτιές στην Βόρεια Εύβοια το 2021
 
Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση. Αναφερόμενος σε γεγονότα που έλαβαν χώρα γύρω στο 2008 δεν υπαινίσσομαι ότι η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη εμφανίστηκε τόσο πρώιμα. Όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια, ισχυρίζομαι ότι εμφανίστηκε το 2020 αλλά επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από την οικονομική και πολιτική κρίση, η όποια είχε ξεκινήσει εδώ και μια δεκαετία. Αυτό είναι κατανοητό αν σκεφτεί κανείς ότι η πολύμορφη κρίση που διανοίχτηκε το 2008 παραμένει ενεργή μέχρι σήμερα ενώ οι συνέπειές της είναι ίσως περισσότερο ορατές και οξύτερες, ιδίως στον εργασιακό τομέα. Επίσης, ο απόηχος της εξέγερσης του Δεκέμβρη συνεχίζει να σφυρηλατεί την ελπίδα για μια επανάληψή του στο παρόν.  Από την άλλη, γεγονότα όπως η εμφάνιση του κινήματος Me Too, οι γυναικοκτονίες και η περιβαλλοντική κρίση επηρέασαν πιο άμεσα και ευθύγραμμα την ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ας εστιάσω όμως σε συγκεκριμένες ποιητικές αναφορές ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητός ο ισχυρισμός μου.

Σε αρκετά ποιήματα συναντώνται αναφορές που συνδέονται ρητά με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, της Ελένης Τοπαλούδη, της Γαρυφαλλιάς Ψαράκου και τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Επίσης, υπάρχουν αναφορές σχετικές με τα κέντρα κράτησης μεταναστών και αναφορές σχετικές με οικολογικές καταστροφές όπως οι φωτιές στην Βόρεια Εύβοια.Μάλιστα, τα ποιήματα στα οποία συναντώνται αυτές οι αναφορές είναι συχνά αφιερωμένα στη μνήμη των θυμάτων.Επίσης, υπάρχουν αναφορές σε στιγμές εξέγερσης, όπως ο Δεκέμβρης του Γρηγορόπουλου, η πίστη στην επανάληψη αντίστοιχων γεγονότων στο παρόν και αναφορές στην εργασιακή εξαθλίωση που επήλθε ως συνέπεια των μνημονίων. Από την άλλη, τα γεγονότα του 1989 δεν αναφέρονται ούτε υπονοούνται σε κανένα ποιητικό έργο για την κοινωνική δικαιοσύνη δείχνοντας ότι η πολιτική σημασία τους για τη νέα γενιά υποβαθμίστηκε σημαντικά μπροστά σε άλλα γεγονότα, με μεγαλύτερη χρονική εγγύτητα προς αυτή, που βιώθηκαν με ιδιαίτερα τραυματικό τρόπο.
 
Η ποιητική της κοινωνικής δικαιοσύνης

Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη θα αμφισβητήσει παγιωμένες αντιλήψεις για το έθνος και θα προβάλλει μια τελείως διαφορετική συλλογική ταυτότητα που θα διακρίνεται για τη ρευστότητα και την ανοιχτότητά της σε αντίθεση με την σταθερή ταυτότητα που προβάλλει ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός. Ταυτόχρονα, η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη θα πειραματιστεί με καινούριες μορφές και τεχνικές για να καλλιεργήσει μια αναθεωρητική ποιητική. Τα χαρακτηριστικά αυτής της αναθεωρητικής ποιητικής επιδιώκω να περιγράψω συνοπτικά παρακάτω:
-Λόγος σύντομος, συνθηματικός, απλός και άμεσος που προσομοιάζει στον λόγο που χρησιμοποιείται στα social media
-Εκτράχυνση του λόγου με συχνή χρήση νεολογισμών, αγγλικών λέξεων ή βωμολοχιών
-Έλλειψη καλολογικών στοιχείων, αντίθεση σε κάθε είδους καλλιέπεια της έκφρασης
-Σπασμένη σύνταξη, «ατημέλητοι» στίχοι όπου συνειδητά απορρίπτεται η επεξεργασία τους ώστε να μη μειωθεί η δραστικότητα του συναισθήματος
-Λιτή και περιορισμένη χρήση της στίξης
-Απόρριψη παραδοσιακών στιχουργικών μορφών
-Χρήση ελεύθερου στίχου και πειραματισμός με ποικίλες ρυθμολογικές αγωγές
-Έλλειψη κρυπτικότητας, διαφάνεια νοήματος
-Αντι-ελιτισμός, απεύθυνση στις λαϊκές τάξεις
-Αίσθηση μη λογοτεχνικότητας με βάση τα παραδοσιακά κριτήρια
-Ορισμένες φορές αξιοποίηση του ρυθμικού στοιχείου και της ομοιοκαταληξίας παραπέμποντας σε ποιητικό αυτοσχεδιασμό ή τη ραπ
-Έντονη αίσθηση προφορικότητας
-Αποφυγή της μεγάλη φόρμας και επικέντρωση στη μεσαία ή μικρή φόρμα
-Συχνή χρήση αφηγηματικού ύφους και εξομολογητικού τόνου
-Έμφαση στο προσωπικό βίωμα και την αυθεντικότητα της εμπειρίας
-Λόγος με κοινωνική απεύθυνση
-Έκφραση μιας συλλογικής ταυτότητας, ενός πληθυντικού εγώ, βασισμένου στο φύλο ή στην τάξη
-Επιθετικό και μαχητικό ύφος, συχνά ειρωνικό, προκλητική και ανατρεπτική διάθεση
-Ποίηση  που κυριαρχεί η αίσθηση του κατεπείγοντος
-Απόρριψη του καθωσπρεπισμού, των κοινωνικών συμβάσεων και της αστικής ευγένειας
-Κεντρικά θέματα η σεξουαλικότητα, η σεξουαλική κακοποίηση, η φτώχεια και η εργασιακή εξαθλίωση
-Ισχυρή πολιτική διάσταση, εστίαση στην πολιτική του σώματος
-Έμφαση σε μεταϋλιστικές αξίες
-Επίθεση στο έθνος, την οικογένεια και την πατρίδα ως εθνοπατριαρχικούς μηχανισμούς εξουσίας
-Αντίθεση στη γενιά του ’30 και τα ιδανικά της
-Επικέντρωση σε γεγονότα που απασχολούν την επικαιρότητα και αγωνία για το μέλλον
-Αλογόκριτη έκφραση της σεξουαλικότητας και της ερωτικής επιθυμίας
-Παρουσίαση των ποιημάτων υπό μορφή performance ή video poetry. Συμμετοχή σε εκδηλώσεις open mic ή poetry slam
-Αντίθεση στην ποίηση ως έκφραση του καθολικού και του υψηλού
-Απουσία ιστορικών αναφορών
-Απουσία αναφορών σε κάθε είδους πνευματικότητα
-Απουσία φανταστικών στοιχείων, επικέντρωση στην πραγματικότητα
-Εγκατάλειψη κάθε νοσταλγικής επιθυμίας για επιστροφή σε ένα εξωραϊσμένο παρελθόν
-Αυτοβιογραφικός χαρακτήρας, αυτομυθοπλασία
-Η τέχνη ως επιμέλεια του εαυτού
 
Εστιάζοντας στο φύλο και την κοινωνική τάξη

Στη συνέχεια, θα παρουσιάσω ορισμένα βασικά έργα και δημιουργούς που εντάσσονται στην ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη, επιχειρώντας μια αδρή σκιαγράφηση ενός δυναμικού και εκτενούς πεδίου δημοσιεύσεων. Μέσα από την έρευνα  αναδείχθηκαν δύο μείζονα θέματα της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη, το φύλο και η κοινωνική τάξη. Εκτός από αναφορές στο φύλο και στην τάξη εντοπίστηκαν αναφορές σχετικά με την οικολογία και το περιβάλλον, το προσφυγικό/μεταναστευτικό και την αναπηρία, οι οποίες είναι σχετικά ολιγάριθμες και δεν θα περιληφθούν στο παρόν άρθρο. Η έρευνα του πεδίου δεν ανέδειξε ποιήματα σχετικά με τη φυλή, πιθανόν εξαιτίας της μεγάλης φυλετικής ομοιογένειας στην Ελλάδα. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι σε ορισμένα βιβλία υπήρχαν αναφορές τόσο στο κοινωνικό φύλο όσο και την τάξη, ωστόσο, εντάχθηκαν σε μία από τις δύο κατηγορίες με βάση τα στοιχεία που θεωρούσαμε ότι υπερίσχυαν. Η ένταξή τους σε μία μόνο κατηγορία εξυπηρετεί αποκλειστικά μεθοδολογικούς σκοπούς.
 
Ταυτότητα φύλου και σεξουαλικός προσανατολισμός

Βασικές αναφορές στην ταυτότητα φύλου και στον σεξουαλικό προσανατολισμό έτσι όπως τις κατέγραψα μέσα από την έρευνά μου είναι οι εξής:
Εμονίδης (George Le Nonce, 2013), Από τη μεριά του πάρκου (Βασίλης Νούλας, 2014), Νεκρή Φύση (George Le Nonce, 2016), Εσύ: τα στοιχεία (Αμανατίδης, 2017), Τοπικοί τροπικοί (Χατζηπροκοπίου, 2019), Ελ Ποι- Ελληνική λεσβιακή ποίηση (Το καρτ, 2020), μερακλίνα / κουκιμπιμπέρισσα / ομπλαντί (Παπαδάκης, 2021), Μόνο κανένα μη μου φέρεις σπίτι (Κουτσοδόντης, 2021), Τρύπα στο πάτωμα/ερχόμαστε από την ντροπή (Αξιώτη, 2021), Ενδεχόμενα τοπία (Σιώζιου, 2021), Λίλυ Κραγκ (Ηλιοπούλου, 2021), Όλα μ’ αρέσουν (Ντούμη, 2022), Βουκαμβίλια ποπ (Μκχ, 2022), Αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία (Διάκου, 2022), Πολύ λίγα πολύ αργά (Πανέρα, 2022), Εμείς η Αντιγόνη (Λάτσαρη, 2023), Χαρακίδες (Κατσαρού, 2023), Η αγάπη δεν πονάει (Παλαντζά, 2023), Ημέρες καλοσύνης (Γλυνιαδάκη, 2023), Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα (Κάλφα, 2023), Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα (Χαιρέτης, 2023), Παράξενα φρούτα που κρέμονται (Ένο Αγκόλι, 2023), Άπω Αργεντινή (Γαρμπή, 2023), Ερωτογενείς ζώνες (marachi, 2023), Επισκευές πλοίων (Πρόκνη, 2023), re eiste oloi poly gay kai sas variemai (Μότσι, 2023), Οι λέξεις της. Περήφανες προλετάριες. Ανθολογία (Συλλογικό, 2023), Ανθολογία ελληνικής queer ποίησης (Συλλογικό, 2023), Ίσως φύγεις στο εξωτερικό (Κουτσοδόντης, 2024), Ένα μέτριο άτομο (το καρτ, 2024), Δαιμονισμένες (Καλαϊτζίδου, 2024), κουίρ 2024 (Συλλογικό, 2024).

Η κατηγορία φύλο όπως ορίστηκε στην έρευνά μου περιλαμβάνει ποιήματα που αναφέρονται στους έμφυλους ρόλους, τη σεξουαλικότητα και την ερωτική επιθυμία. Περιλαμβάνει ποιήματα που ανήκουν κυρίως στη φεμινιστική ποίηση καθώς και στην ανδρική και γυναικεία ομοφυλοφιλική ποίηση. Στη λίστα περιλαμβάνονται εκτός από έργα κοινωνικής δικαιοσύνης και βιβλία που εκφράζουν τη μελαγχολία του φύλου, τα οποία εκδόθηκαν προγενέστερα. Η αναφορά σε αυτά τα έργα βοηθά στην εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων σχετικά με το κατά πόσο η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη εμφανίστηκε ως απότομη ρήξη ή αποτέλεσε τομή μέσα στη συνέχεια της νέας ποίησης.

Όπως φαίνεται από τη λίστα που παρέθεσα η φεμινιστική και queer ποίηση αρχίζει τα τελευταία 5 χρόνια να γνωρίζει εξαιρετική άνοδο δημοσιεύσεων. Παλαιότερες αναφορές, πριν το 2020 ήταν ολιγάριθμες και εξέφρασαν την queer αρνητικότητα. Αντιθέτως, οι τελευταίες δημοσιεύσεις αναδεικνύουν μια μαχητική διεκδίκηση του δημόσιου χώρου με αίτημα την κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Όπως φαίνεται από τη λίστα που παρέθεσα η ποίηση εστιασμένη στη διεκδίκηση δικαιωμάτων σχετικά με το φύλο εμφανίζεται περισσότερο ως συνέχεια της μελαγχολίας του φύλου και όχι ως απότομη ρήξη με αυτή.

Στη συνέχεια, θα εστιάσω σε ορισμένα χαρακτηριστικά της σύγχρονης γυναικείας ποίησης και της ανδρικής ομοφυλοφιλικής ποίησης. Η σύγχρονη γυναικεία ποίηση όπως υποστηρίζει η Ρούσσου (2023) «αρδεύεται θεωρητικά από το τέταρτο φεμινιστικό κύμα που παρά τη ρευστότητά του έχει ως επίκεντρο κάθε είδους σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση» καθώς και κινήματα καταγγελίας της γυναικείας κακοποίησης όπως το Me Too.

Στις εύστοχες παρατηρήσεις της Ρούσσου για τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης γυναικείας ποίησης θα συμπλήρωνα ότι αυτή αρδεύεται σε κάποιο βαθμό και από το τρίτο φεμινιστικό κύμα εκφράζοντας απόψεις του πολιτισμικού φεμινισμού που τονίζει τις έμφυλες διαφορές αντρών και γυναικών τόσο στο κοινωνικό όσο και στο βιολογικό επίπεδο.Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια τάση εορτασμού της σεξουαλικότητας εκφράζοντας τον φεμινισμό της θετικότητας στο σεξ (sex-positive feminism) και την σύγχρονη κουλτούρα της λαγνείας.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί η πλήρης απουσία διεκδικήσεων του δεύτερου φεμινιστικού κύματος όπως ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, ίσες ευκαιρίες σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, άδειες μητρότητας, μέριμνα για τη φύλαξη των βρεφών και ισότιμη πρόσβαση σε θέσεις ισχύος στην πολιτική και την οικονομία.

Για τη σύγχρονη gay ποίηση οι παρατηρήσεις μας θα έχουν εισαγωγικό χαρακτήρα και απέχουν από το να χαρακτηριστούν πλήρης. Το Aids, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, το κοινωνικό στίγμα, το cruising (ψωνιστήρι), το coming out αποτελούν μερικά από τα βασικά θέματα που διαπραγματεύεται η σύγχρονη gay ποίηση καθώς και δολοφονίες με ομοφοβικά κίνητρα που απασχόλησαν την πρόσφατη δημοσιότητα όπως αυτή της Zackie oh αλλά και ο άδικος θάνατος της Δήμητρας από τη Λέσβο. Η ανδρική ομοφυλοφιλική ποίηση που παρουσιάζεται την τελευταία εικοσαετία συνδέει συχνά τον gay έρωτα και την gay ταυτότητα με τον θάνατο, την ασθένεια, τον θρήνο, την απώλεια, τον ερωτικό αποχωρισμό και την queer αρνητικότητα όπως παρατηρεί ο Οταμπάσης (2022). Μέσα από αυτή την οπτική, τα παλαιότερα έργα queer ποίησης που παραθέτω εκφράζουν  στο μεγαλύτερο μέρος τους μια queer μελαγχολία και όχι μια μαχητική διεκδίκηση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Έχει ωστόσο ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι την τελευταία πενταετία παρατηρείται μια μετατόπιση της gay ποίησης από την queer αρνητικότητα σε μια queer θετικότητα, όμως τα δείγματα αυτά είναι ακόμη ιδιαίτερα ολιγάριθμα. Η gay ταυτότητα αρχίζει να συνδέεται για παράδειγμα με το queer χιούμορ ή συνδέεται με σοσιαλιστικές αντιλήψεις υποδεικνύοντας μια περισσότερο διεκδικητική στάση.
 
Κοινωνική τάξη

Τα βιβλία που αναφέρονται στην κοινωνική τάξη είναι τα εξής:
Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου (Ερηνάκης, 2009), Ιστορίες απ’ το ονειροσφαγείο (Ζησάκη, 2014), Γκρόζνι (Khaleed, 2016), Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς (Σκυθιώτης, 2017), Παρασημαντική (Παραφέλας, 2018), Μισέρημος (Ζησάκη, 2018), Αστικά δύστυχα (Γκιούλος, 2020), Μα είν’ αυτό ποίηση; (Khaleed, 2020), Φαινομενολογία της γκιλοτίνας (Σαγρής, 2021), Με λάθος σκιά (Παπαγεωργίου, 2021), Η ομορφιά των όπλων μας (Τσαλαπάτης, 2021), Μυθολογικά τέρατα (Δουτσίου, 2021), Το χάπι Μούρτι-Μπινγκ (Λίλλης, 2021), Λιώναν με τις μπότες το χορτάρι (Μηλιώτης, 2021), Ακόμα βαφτιζόμαστε (Ερηνάκης, 2022), Fuck the future (Μαρτίνης, 2022), Ακραία καιρικά φαινόμενα (Γκιούλος, 2023), ΣΟΛVE: Αποδόμηση (Μαυρομμάτης, 2023), Η μοναξιά περίστροφα (Μάστορας, 2024), Προλεποίηση (Khaleed, 2024), Ετεροτοπίες (Μαρτίνης, 2024).

Τα περισσότερα ποιήματα που εστιάζουν στην τάξη και εκδόθηκαν πριν το 2020 εκφράζουν στην πλειοψηφία τους την αριστερή μελαγχολία και όχι μια στάση ενεργητικής διεκδίκησης της κοινωνικής δικαιοσύνης, όμως περιέχουν κάποιες μικρές αναφορές στη δυνατότητα εξέγερσης και για αυτό συμπεριλήφθηκαν. Επίσης, υπήρξαν κάποιες αναφορές στο αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη πριν το 2020 αλλά αυτές ήταν ολιγάριθμες και μεμονωμένες. Μετά το 2020 παρατηρείται μια αύξηση του αριθμού των δημοσιεύσεων όπου υπερτερεί η μαχητική στάση έναντι της μελαγχολίας. Η μετάβαση από τη μελαγχολία στη διεκδίκηση δεν ήταν απότομη αλλά σταδιακή με ορισμένα βιβλία να συμπεριλαμβάνουν ποιήματα που περιέχουν αναφορές και στις δύο πολιτικές στάσεις, η οποία παρατηρείται ακόμη και σήμερα.

Η ποίηση που εστιάζει σε ταξικά ζητήματα αναφέρεται σε σαφώς μικρότερο αριθμό δημοσιεύσεων σε σχέση με την ποίηση που διαπραγματεύεται το φύλο. Κεντρικές αναφορές της είναι η φτώχεια, η ανεργία, η εργασιακή εξαθλίωση, το ταξικό μίσος, η φασιστική βία και η κρατική καταστολή. Ως μέσο διεκδίκησης της δικαιοσύνης προβάλλεται ένα συμβάν το οποίο θα ανατρέψει την κανονική ροή της πραγματικότητας και θα προβάλλει ως ρήξη ή τομή στον καπιταλισμό. Δεν μπορεί να διακριθεί μέσα από τα ποιήματα αν οι αναφορές συνδέονται με την ελπίδα ξεσπάσματος μιας εξέγερσης ή μιας κοινωνικής επανάστασης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση η ρήξη που περιγράφεται εμπεριέχει ένα στοιχείο βίαιης ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά. Η εργασιακή ανασφάλεια αλλά και η αντίδραση στην καταπίεση έχουν ως τυπικό σκηνικό τους δρόμους της πόλης. Η ποίηση που διεκδικεί ταξική δικαιοσύνη είναι μια ποίηση του αστικού χώρου που έρχεται σε αντίθεση με μια ποίηση που νοσταλγεί μια ρομαντική επιστροφή στην ύπαιθρο. Τέλος, έχει ενδιαφέρον ότι η ποίηση που εστιάζει στην κοινωνική τάξη συνοδεύεται συχνά από διαθεματικές αναφορές στο προσφυγικό/μεταναστευτικό και στην έμφυλη βία διευρύνοντας την έννοια της εργατικής τάξης.
 
Η εξέγερση και η επανάσταση ως τρόποι διεκδίκησης κοινωνικής δικαιοσύνης

Οι αναφορές στην εξέγερση ή στην κοινωνική επανάσταση ως τρόπους διεκδίκησης κοινωνικής δικαιοσύνης συναντώνται σε ριζοσπαστικές ποιητικές φωνές που αρνούνται τη φιλελεύθερη συναίνεση και συνδέουν την ποίησή τους με μια αντικαπιταλιστική προοπτική. Στη συνέχεια, θα επικεντρωθώ σε αυτές τις αναφορές καθώς θεωρώ ότι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι αναφορές αυτές εντοπίζονται κυρίως στο δοκιμιακό έργο των ποιητών και σε αυτό θα εστιάσω.

Μια σημαντική διάσταση της εξέγερσης είναι η έμφυλη. Η Βάγια Κάλφα (2020) εντοπίζει την εξεγερσιακή δυναμική του φύλου και της σεξουαλικότητας στη λογοτεχνία μέσα από τον επαναπροσδιορισμό του ιδιωτικού και την απενεχοποίησή του. Μέσα από αυτή την οπτική, λογοτεχνία και ζωή προκαλούν και μεταμορφώνουν η μία την άλλη. Επίσης, η Ρούσσου (2023b) υποστηρίζει ότι η έμφυλη ποίηση υπακούει σε ένα αντιρρητικό/εξεγερτικό πρόταγμα που αμφισβητεί την εξουσία που ασκούν οι παγιωμένες από την πατριαρχία αισθητικές αξίες διατηρώντας το επείγον και στον ευρύτερο λογοτεχνικό χώρο.
Η διεκδίκηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, εκτός από τον φεμινισμό, συνδέεται με θεωρητικές αναφορές στην αναρχία/αυτονομία και τον επαναστατικό μαρξισμό.Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στον αντικαπιταλιστικό ρομαντισμό.Ο Φάνης Παπαγεωργίου (2023) αποδέχεται την ουτοπική διάσταση της ποίησης οριζόμενης μέσα από το ρομαντικό εξεγερτικό πρόταγμα. Η ουτοπία για τον Παπαγεωργίου ταυτίζεται με τον ορισμό που δίνει σε αυτή ο Στέφανος Ροζάνης (2017), ο οποίος την περιγράφει ως εξής:«[…]η ουτοπία δεν είναι εικόνες φαντασιακής εκπλήρωσης του παρελθόντος. Είναι μια διαρκής εξεγερτική κατάφαση του μη δυνάμενου να ολοκληρωθεί και μαζί μια απόλυτη πίστη σε αυτό, μια γοητεία που ωθεί την ψυχή να οραματίζεται και να προαναγγέλλει το λανθάνον μέσα στο πραγματικό, το λανθάνον ως δυναμική ενός ‘καθ’ οδόν’ προς τον κόσμο».  Τέλος, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στα ποιήματα του Παπαγεωργίου υπάρχουν σύντομες αναφορές στον Λουί Αλτουσέρ.

Ο Ζήσης Αϊναλής (2014) σε άρθρο του συσχετίζει την εξέγερση και την ποίηση με «τη διαβόητη ρομαντική απόπειρα ποιητικοποίησης του κόσμου» η οποία συνιστά «ουσιαστική πράξη πολιτικής ευθύνης» παραπέμποντας στον Friedrich Schlegel. Επίσης, σε παλιότερο κείμενο του, ο Αϊναλής (2009) αξιοποιεί την έννοια της κοινωνίας του θεάματος του Ντεμπόρ, καθώ και τον Μπένγιαμιν για να σχολιάσει την καθήλωση του υποκειμένου σε έναν ες αεί παροντικό χρόνο και την έκπτωση της εμπειρίας. Επίσης, αναφέρεται στη ρήση του Μπένγιαμιν ότι «Ο Μεσσίας δεν θα ‘ρθει μονάχα ως λυτρωτής, θα ‘ρθει κι ως νικητής του Αντίχριστου» για να συμπληρώσει ότι ο Μεσσίας είναι η εξέγερση. Τέλος, ο ποιητής αναφέρεται στον Νοβάλις για να τονίσει ότι μέσα από την εξέγερση το υποκείμενο «αποκτά συνείδηση του εαυτού του, γίνεται αυτόνομο και  υπακούει στους νόμους που μόνο του φτιάχνει» (Αϊναλής, 2009).

Ο Σαγρής (2017; 2018), ως αναρχικός καλλιτέχνης, αν και πολιτικά στέκεται ενάντια στον μπολσεβικισμό και την παράδοση του Σοβιετικού καθεστώτος, προτάσσει την κοινωνική εξέγερση στην προοπτική μιας πανανθρώπινης κοινωνικής επανάστασης. Σύμφωνα με τον Σαγρή (2017; 2018), κάθε επαναστατική προοπτική οφείλει να εγγυάται όχι μόνο την κοινωνική απελευθέρωση αλλά και την ελεύθερη καλλιέργεια και εκδήλωση της ατομικής ιδιαιτερότητας, όχι μόνο την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ισότητα— αλλά και τις ατομικές ελευθερίες. Υπό αυτή την λογική ο ελεύθερος άνθρωπος είναι ο φορέας της συλλογικής απελευθέρωσης – και μόνο η κοινωνική απελευθέρωση μπορεί να εγγυηθεί την ελευθερία του ανθρώπου.

Η Σίσσυ Δουτσίου (2020), η οποία είναι μέλος της αναρχικής ομάδας, Κενό δίκτυο, σε κείμενό της υποστηρίζει την δυναμική της εξέγερσης. Η πολιτική ανυπακοή βοηθά τους καταπιεσμένους να δημιουργήσουν ρωγμές μέσα στον στατικό χρόνο, οι οποίες σύμφωνα με τον John Holloway μπορούν να «αψηφήσουν τη λογική του συστήματος» και να καθορίσουν χώρους και στιγμές όπου «ο καπιταλισμός δεν χωράει». Η Δουτσίου συνδέει την εξέγερση με την άνοδο των κοινωνικών κινημάτων, αναφέροντας τις διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων και το παγκόσμιο κίνημα Occupy, το κίνημα Black Lives Matter από το 2013 μέχρι σήμερα και τις άγριες συγκρούσεις ενάντια στην αστυνομία στις ΗΠΑ, την Αραβική Άνοιξη και την εξεγερσιακή περίοδο από το 2008 έως το 2012 στην Ελλάδα.

Ο Νικόλας Κουτσοδόντης (2020) σε κείμενό του για την εξέγερση επικαλείται τις θέσεις του Μπένγιαμιν για τον συγγραφέα ως παραγωγό στις οποίες γίνεται λόγος για την τέχνη της εξέγερσης και την αναγκαιότητα ένταξης αυθεντικών θραυσμάτων ζωής στο έργο των δημιουργών. Ο Κουτσοδόντης (2017) από την πρώτη του ποιητική συλλογή, Χαλκομανία, τίθεται ζητά «μια έφοδο στον ουρανό/ εκεί που τη δουλειά θα κάνουμε απόλαυση» και ανυπομονεί για τη στιγμή που «απ’ τα στενά θα ξεπηδούνε νεαρά/ μεγάλα σφυροδρέπανα», τασσόμενος υπέρ του μαρξισμού.

Ο Παναγιώτης Μηλιώτης αντλεί στοιχεία στην ποίησή του από το μπρεχτικό έργο, όπως την μη τραγικότητα, την νηφαλιότητα και την πεζότητα. Ο Μηλιώτης (2023) θεωρεί ότι ο ποιητής οφείλει να γνωρίζει τις νομοτέλειες της ιστορικής κίνησης και τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού. Επίσης οφείλει να συνδέει τα ατομικά του βιώματα με τα κοινωνικά συνδέοντας το γενικό με το μερικό. Τέλος, ο δημιουργός πρέπει να απαρνηθεί την αστική ιδεολογία. Ο Μηλιώτης φαίνεται να απαρνείται τις ρεφορμιστικές προσεγγίσεις όπως και την αναρχία.

Ο Πέτρος Σκυθιώτης (2020) θεωρεί σημαντική μια διαλεκτική μεταξύ εξέγερσης-επανάστασης η οποία συνδέει το αυθόρμητο (την άρνηση, το γκρέμισμα) με το συνειδητό (την θετική προοπτική, την οικοδόμηση), ώστε να συγκροτηθεί μια αισιόδοξη προοπτική για τους καταπιεσμένους.

Φαίνεται ότι η προσέγγιση της εξέγερσης  συνδέεται κατά ένα μέρος με έναν μαχητικό φεμινισμό. Συγκεκριμένα, η σύγχρονη γυναικεία ποίηση φαίνεται να  έχει επηρεαστεί από το τέταρτο φεμινιστικό κίνημα που εστιάζει στη γυναικεία παρενόχληση και  κακοποίηση (Cochrane, 2014) και συνδέεται με το Me Too, αλλά και τα κινήματα των αφροαμερικανίδων όπως υποστηρίζει η Ρούσσου (2023).

Ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος δημιουργών είναι επηρεασμένο από τις απόψεις Στέφανου Ροζάνη και του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου στις οποίες κεντρική θέση έχει η ουτοπία και η πίστη σε έναν ενεργητικό μετασχηματισμό του πώς αντιλαμβανόμαστε τον ρεαλισμό στην πολιτική, δηλαδή από έναν αντικαπιταλιστικό ρομαντισμό. Επίσης, σε σημαντικό βαθμό η κοινωνική αλλαγή συνδέεται με μια μαρξιστική οπτική που βασίζεται στον διαλεκτικό υλισμό. Αυτή η μαρξιστική οπτική απορρίπτει τόσο ευρωκομμουνιστικές προσεγγίσεις ως ρεφορμιστικές όσο και τις αναρχικές ως ουτοπικές. Φαίνεται να αναφέρεται κυρίως στον σοβιετικό μαρξισμό χωρίς όμως να υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Τέλος, υπάρχουν αναφορές από τον χώρο της αναρχίας/ αυτονομίας χωρίς όμως να παραπέμπουν σε συγκεκριμένες οπτικές, αλλά περισσότερο ακτιβιστικά κινήματα ,όπως το Occupy Wall street, το κίνημα της πλατείας στο Σύνταγμα και την εξέγερση του Δεκέμβρη. Πιθανόν να υπάρχουν υπόγειες συνδέσεις με τον Προυντόν, τον Μπακούνιν ή καταστασιακούς. Από τη συνοπτική έκθεση ορισμένων απόψεων σχετικά με την εξέγερση φαίνεται να απουσιάζουν οπτικές που βασίζονται στον Φουκώ, τον Ντελέζ, τον Καστοριάδη ή τον Νέγκρι ή αν υπάρχουν δεν είναι διακριτές.
 
Η πολιτική διάσταση της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη

Όπως θα έδειξα παραπάνω η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη επικεντρώνεται στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα σε σημαντικό βαθμό. Οι σύγχρονες θεωρίες δικαιοσύνης όπως αυτή του Ρωλς, του Νόζικ, του Ντόρκιν και του Σεν ανέδειξαν τα δικαιώματα, την ελευθερία, την ευημερία και την αυτονομία ως επίκεντρο της σύγχρονης συζήτησης σχετικά με το δίκαιο και την πολιτική (Μολύβας, 2011). Έτσι είναι εύκολα κατανοητό ότι οι θεωρίες δικαιοσύνης αποτελούν το κατάλληλο πλαίσιο ανάλυσης της πολιτικής διάστασης της σύγχρονης ποίησης, με όρους δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη έχει μια ισχυρή πολιτική διάσταση χωρίς να ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία εκφράζοντας ένα ευρύ φάσμα πολιτικών θέσεων και τοποθετήσεων, στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια συνοπτικά.

-Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη σε όλες τις εκφάνσεις της διακρίνεται για τον αντι-νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα της. Αντιτίθεται στον ριζοσπαστικό ατομικισμό διάφορων σύγχρονων προσεγγίσεων για την δικαιοσύνη όπως αυτή του Νόζικ, ο οποίος απορρίπτει κάθε έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης υποστηρίζοντας ότι κάθε παρέμβαση στις κοινωνικές ανισότητες αποτελεί προσπάθεια παρέμβασης στην ελευθερία του ατόμου.

-Μεγάλο μέρος της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη εκφράζει απόψεις που απηχούν ένα είδος εξισωτικού φιλελευθερισμού όπως αυτός διατυπώθηκε από τον John Rawls (2010), συχνά μέσα από μια φεμινιστική τους κριτική (Bryson, 2004). Αυτή η διάσταση είναι ιδιαίτερα φανερή όταν εκφράζονται αιτήματα για την προώθηση της δικαιοσύνης για πολιτισμική αναγνώριση (recognition justice). Η δικαιοσύνη για πολιτισμική αναγνώριση συνδέεται με την άρση των ανισοτήτων που σχετίζονται με την πολιτισμική ταυτότητα ομάδων που δομούν την ταυτότητά τους με βάση το φύλο, τη φυλή, τη σεξουαλικότητα, την εθνικότητα ή άλλα πολιτισμικά χαρακτηριστικά(Fraser, 2003). Συχνά, στην ποίηση για πολιτισμική αναγνώριση απουσιάζουν ταξικές αναφορές καθώς και αναφορές που αμφισβητούν το status quo του φιλελευθερισμού, ενώ τονίζονται τα ατομικά δικαιώματα και την προσωπική ενδυνάμωση.

Η ποίηση για την πολιτισμική αναγνώριση βασίζεται, όπως υποστήριξα, σε διάφορα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα όπως το Me Too. Ωστόσο, τα κινήματα αυτά συχνά, όπως το Me Too απέτυχαν να κεφαλαιοποιήσουν τη δημοφιλία τους και να οδηγήσουν σε μείζονες τομές. Η έλλειψη σαφών στόχων, το καπέλωμα του κινήματος από μέλη της ελίτ ή από τα πολιτικά κόμματα ήταν κάποιοι λόγοι που σύντομα οδήγησαν στην εξαέρωση των εξεγερτικών διαθέσεων και τη συμπερίληψή τους σε μια φιλελεύθερη οπτική της κοινωνικής δικαιοσύνης (DeBoer, 2023).

-Ένα μέρος της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη απηχεί ένα μαρξιστικό ή αναρχικό πλαίσιο αναφοράς και συνδέεται με τη λεγόμενη (ανα)διανεμητική δικαιοσύνη (distributive justice). Η  διανεμητική δικαιοσύνη επικεντρώνεται κυρίως σε υλικές διεκδικήσεις και εστιάζει στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και την καταπίεση που υφίσταται (Fraser, 2003). Ως μέσο διεκδίκηση δικαιοσύνης υπονοείται  συχνά η εξέγερση ή η κοινωνική επανάσταση χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια. Η εργατική τάξη στα ποιήματα που προωθούν την δικαιοσύνη αναδιανομής δεν προβάλλεται ως μια συμπαγής, αρσενική και λευκή κοινότητα, αλλά ως μια κοινότητα που συμπεριλαμβάνει τις γυναίκες των λαϊκών τάξεων και τους πρόσφυγες. Αυτές οι αναφορές φανερώνουν μια επιθυμία διεύρυνσης της έννοιας της εργατικής τάξης και συμπερίληψης πολλαπλών ομάδων που βιώνουν καταπίεση. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι  σπάνια ή καθόλου αναφέρεται στα ποιήματα ταξικής διεκδίκησης η ύπαρξη queer ατόμων.Πιθανόν γιατί σύμφωνα με μια παλαιική αντίληψη της αριστεράς η αναφορά στην σεξουαλικότητα είναι ιδιωτικό ζήτημα ή επειδή σύμφωνα με μια ορισμένη μαρξιστική αντίληψη η ανάδειξη της διαφοράς απειλεί την ομοιογένεια και τη συνοχή του ταξικού κινήματος.
 
Σκέψεις για το μέλλον

-Η σύγχρονη ποίηση που διεκδικεί κοινωνική δικαιοσύνη οφείλει να επιδείξει την αλληλεγγύη της προς τα πολλαπλά πεδία αγώνα συμβάλλοντας στο να βγει το κίνημα από την αριστερή μοναξιά (left loneliness) στην οποία έχει περιπέσει.  Η αριστερή μοναξιά δεν αποτελεί ένα είδος μεταφοράς ή ένα είδος δευτερεύουσας σύγκρουσης ούτε ένα είδος μπουρζουάδικου περσοναλισμού. Είναι ένα από τα πολλαπλά ψυχοσυναισθηματικά στοιχεία που σχηματοποιούν και από την άλλη θρυμματίζουν τις πολιτικές μας προσπάθειες να επαναστατικοποιήσουμε τον εσωτερικό μας εαυτό. Οφείλουμε να αξιοποιήσουμε την αριστερή μοναξιά σφυρηλατώντας δεσμούς πάλης και αλληλεγγύης προς τις προσωπικές μας συλλογικότητες που στρέφονται κατά και πέρα του καπιταλισμού, της αποικιοκρατίας και της ετεροπατριαρχίας, διατηρώντας το ατομικό μέσα στο συλλογικό(Joffre- Eichorn & Anderson, 2023).

-Εκτιμώ ότι μελλοντικά η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη, πειραματιζόμενη με καινούριες μορφές και τεχνικές για να καλλιεργήσει μια αναθεωρητική ποιητική,θα δοκιμάσει την ανθεκτικότητα του λογοτεχνικού κανόνα, την ικανότητα συμπερίληψης νέων έργων αλλά και την προσήλωσή του στα εθνικά ιδεώδη της γενιάς του ’30. Πιστεύω ότι η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη με τη μελλοντική συμπερίληψή της στον λογοτεχνικό κανόνα μπορεί να οδηγήσει στον αναδρομικό επαναπροσδιορισμό του τι συνιστά εθνικό ιδεώδες και κατά πόσο ο κανόνας μπορεί να συνεχίσει να εκφράζει αξίες που βασίζονται στο ελληνοχριστιανικό ιδεώδες και τον τρισχιλιετή ελληνικό πολιτισμό. Τέλος, η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να διευρύνει αναδρομικά τον λογοτεχνικό κανόνα, αίροντας τον αποκλεισμό ποιητικών έργων και δημιουργών που είχαν αξιολογηθεί στο παρελθόν ως αιρετικά, ή απορριπτέα, κλονίζοντας αυθεντίες όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Είναι σταθερή η πεποίθησή μου ότι η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την κοινωνική αλλαγή θα αποτελέσει το κέντρο της σύγχρονης ποίησης τα επόμενα χρόνια, γεγονός που μένει να αποδειχθεί.
 
Βιογραφικό

Ο κριτικός και συγγραφέας Αργύρης Δούρβας (Κοζάνη, 1981) είναι απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (ΑΠΘ) και των Σπουδών στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό (ΕΑΠ). Κατέχει Master of Education στις Επιστήμες της αγωγής (ΕΑΠ) και στην Διοίκηση και ηγεσία σχολικών μονάδων (Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας).  Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο ποίησης, Νεκροταφείο ζώων/Άλλα ερωτικά (Νεφέλη). Διατηρεί το ιστολόγιο Ποίηση αλλιώς.

Βιβλιογραφία
Αϊναλής, Ζ.Δ. (2009). Η πολιτική λειτουργία της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Αϊναλής, Ζ.Δ. (2014). Ποίηση και εξέγερση.
Cochrane, K. (2013). All the Rebel Women: The Rise of the Fourth Wave of Feminism. London: Simon&Schuster.
DeBoer, F. (2023). How elites ate the social justice movement. Simon&Schuster.
Δουτσίου, Σ. (2020). Η εξέγερση είναι ιερή.
Fraser, N. (2003).Social justice in the age of identity politics: Redistribution, recognition and participation. In N., Fraser & A., Honneth (Eds.), Redistribution or recognition? A political-philosophical exchange (pp. 7-109). New York: Verso.
Joffre- Eichorn, H. J. & Anderson, P. (2023). Left Alone: On Solitude and Loneliness amid Collective Struggle. Wakefield: DarajaPress.
Κάλφα, Β. (2020). Ο επαναπροσδιορισμός του πολιτικού.
Κουτσοδόντης, Ν. (2020). Σκέψεις πάνω στην εξέγερση.
Κουτσοδόντης, Ν. (2017). Χαλκομανία. Αθήνα: Εντύποις.
Λαμπρόπουλος, Β. (2018). Η αριστερή μελαγχολία στην ελληνική ποιητική γενιά του 2000.
Lu, N.T.C. &Woodson, H. (2024). Literary analysis. Social Justice: A philosophical introduction. In In Masood Ashraf Raja and Nick T. C. Lu (Eds),The Routledge Companion to Literature and Social Justice (pp. 29-42). Oxon&NewYork: Routledge.
Μηλιώτης, Π. (2023). Ο ποιητής οφείλει ν’ αποφασίσει  συνειδητά με  ποιους θα πάει και ποιους θ’ αφήσει.
Μολύβας, Γ. (2011). Δικαιώματα και θεωρίες δικαιοσύνης.Rawls, Dworkin, Nozick, Sen.Αθήνα: Πόλις.
Οταμπάσης, Χ. (2022). Νεοελληνική ποίηση και ανδρική ομοφυλοφιλία (1830-2020). Queer θεωρία και κριτική στη νεοελληνική φιλολογία. Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή.
Παπαγεωργίου, Φ. (2023). Ποίηση και κοινωνική πραγματικότητα: η καθοριστικότητα του βιώματος.
Raja, M. A. &Lu, N.T.C. (2024). Beyond awareness: An introduction.In Masood Ashraf Raja and Nick T. C. Lu (Eds),The Routledge Companion to Literature and Social Justice (pp. 1-10). Oxon&NewYork: Routledge.
Rawls, J. (2010). Θεωρία της δικαιοσύνης. Αθήνα: Πόλις.
Ροζάνης, Σ. (2017). Η ουτοπία και οι εικόνες της. Αθήνα: Έρμα.
Ρούσσου, Β. (2023). Θέσεις για μια φεμινιστική λογοτεχνική κριτική.
Ρούσσου, Β. (2023b). Από το μελαγχολικό στο εξεγερμένο φύλο: η δυναμική του φύλου με έμφαση στην ποίηση των γυναικών.
Σαγρής, Τ, (2017). Μια συζήτηση με τον Τάσο Σαγρή και τον Ελευθεριακό.
Σαγρής, Τ. (2018). Με κατεύθυνση την αναρχία. Κάθε βήμα και ένα εμπόδιο.
Σκυθιώτης, Π. (2020). Για την έννοια της εξέγερσης στο σημερινό μακρόσυρτο  τέλμα.
Τραβέρσο, Ε. (2017). Αριστερή μελαγχολία. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο https://thraca.gr

Η ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου – Η ανύψωση της αριστερόστροφης ιδεολογίας μέσω της αποκαθήλωσής της 

Στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική «σκηνή» η διάσπαση της αριστεράς, η ανάδυση δεξιόστροφων έως και ακροδεξιών τάσεων, αλλά και η ιστορική πορεία τού σοσιαλισμού–κομμουνισμού, που, αν και ανέδειξε τα όριά του, ταυτόχρονα και συνειδησιακά παραμένει εγγεγραμμένος ως ανάγκη για αλλαγή κοινωνική, οικονομική και εν γένει ιδιοσυγκρασιακή και ο γενικότερος διανοητικός και πνευματικός σκοταδισμός ως απότοκο του καπιταλισμού, θέτουν στο επίκεντρο την επανεξέταση της λογοτεχνίας αριστερών και δη κομμουνιστών συγγραφέων. Οι τελευταίοι μπορούν να δώσουν το έναυσμα με τη βαθιά σκέψη τους και τη βιωμένη και λογοτεχνική ενσαρκωμένη εμπειρία τους για αναστοχασμό στο παρόν και κοινωνική ανατροπή. Το βίωμα και η ιστορία ενσωματωμένα στη λογοτεχνία –ακόμα και μέσα από τη στηλίτευση των αστοχιών τής κομμουνιστικής αριστεράς– μπορούν να συνεισφέρουν σε μια πιο συγκροτημένη δράση και δραστική αλλαγή απέναντι στην ανισότητα, την αδικία και την υποκρισία. Έτσι, στο παρόν δοκίμιο επιχειρείται, με έναυσμα έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τον Άρη Αλεξάνδρου, να διατυπωθούν αναστοχαστικοί προβληματισμοί για το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η λογοτεχνία στις σύγ-χρονες κοινωνικές συνθήκες και δη στο ρόλο τής συσπείρωσης και τής ενδυνάμωσης της αριστεράς.

Η ποίηση του Αλεξάνδρου είναι οπωσδήποτε πολιτική –ας μη παραβλεφθεί η επιρροή τής ποίησής του από την κρίση των ιδεών της αριστεράς από το 1955 και εξής και από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968– αλλά όχι μόνο. Είναι και υπαρξιακή, είναι μια ποίηση βιοθεωρίας. Ο Αλεξάνδρου ιδεολογικά και καλλιτεχνικά διέρχεται μέσα από τρεις φάσεις.
Η πρώτη φάση περιλαμβάνει την πίστη στην κομμουνιστική ιδεολογία. Μάλιστα, στην πρώτη του συλλογή με τίτλο «Ακόμα τούτη η Άνοιξη», φαίνεται έκδηλα ο νεανικός ενθουσιασμός και το πνεύμα τής αγωνιστικότητας στην προοπτική επίτευξης του σοσιαλιστικού ονείρου. Σ’ αυτήν την περίοδο «συγγενεύει» ιδεολογικά με την προηγούμενη γενιά και δη με το Γιάννη Ρίτσο και εν γένει με τους στρατευμένους τής εποχής του 1.
Στη δεύτερη φάση παρατηρείται η αμφισβήτηση της κομματικής οργάνωσης. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύεται και από την επόμενη συλλογή 1952 με τίτλο «Η Άγονος γραμμή», η οποία περιλάμβανε ποιήματα γραμμένα στην εξορία στα χρόνια 1947-52 και φαίνεται η απομάκρυνση από την αγωνιστική φάση 2 σε αντίθεση με την προηγούμενη συλλογή. Κυριαρχεί η απογοήτευση λόγω της διάλυσης του οράματος και η υπαρξιακή αμηχανία, το υπαρξιακό αδιέξοδο.

Στην τρίτη φάση, ο Αλεξάνδρου δομεί μια ιδεολογία μαρξιστικού υπερρεαλισμού στην οποία κυριαρχεί η πνευματικότητα και η κρίση μαζί με την απόρριψη του κόμματος ως «πηγή υποδούλωσης του νου». Ποιητικά η τρίτη αυτή φάση και αποτυπώνεται με τη χρήση ειρωνείας και παίρνει σάρκα και οστά το 1959 στην ποιητική συλλογή με τίτλο «Ευθύτης Οδών». Η γραφή είναι όχημα ελευθερίας και πνευματικής ανάτασης, ενώ αναδεικνύεται, παράλληλα, η ατομικότητα.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής ξεκινά με τη φράση: «Η ποίηση είναι μια υπόθεσις αντικοινωνική» όχι με σκοπό την αποστέρηση της πολιτικοκοινωνικής χροιάς της ποίησης, αλλά με στόχο την προβολή τής ταυτότητας του «μαρξιστή γραφείου» και την αποποίηση της πολιτικής πράξης. Στρατευμένος στην ιδέα και όχι στην πολιτική της. 3 Η γραφή και όχι η πράξη είναι αυτή που έχει τη δυναμική να ανακινήσει τη συζήτηση στον ιδεολογικό χώρο τής αριστεράς και να κινητοποιήσει την ελεύθερη διατύπωση απόψεων των αγωνιστών. Θέτει επομένως –μέσω τής ποίησής του– την αναγκαιότητα για συζήτηση θεμάτων μαρξισμού, ιδεολογίας και πολιτικής κατεύθυνσης μέσα στην αριστερά. Ενδεικτικά, από την τρίτη αυτή φάση, προσεγγίζουμε το ποίημα, «Το μαχαίρι». Ένα ποίημα τόσο ετεροαναφορικό σε όλους τους στρατευμένους, όσο και αυτοαναφορικό στον ίδιο του τον εαυτό:

Όπως αργεί τ’ ατσάλι
να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς.
μην ξιπαστείς απ’ τη λαμπρή
αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Εδώ, οι λέξεις είναι το υλικό
από το οποίο φτιάχνεται η ποίηση,
όπως το μαχαίρι φτιάχνεται από ατσάλι.

Στους παραπάνω στίχους υποκρύπτεται η αγωνία τού ποιητή να «ακονίσει» καλά τις λέξεις του, τα όπλα του, μέχρι να γίνουν «κοφτερά», δηκτικά και να έχουν έναν κοινωνικοπολιτικό προσανατολισμό. Ο ποιητής είναι τεχνίτης και «ακονίζει» τα εργαλεία του. Αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι ο βλαπτικός τρόπος χρήσης τού μαχαιριού, αλλά οι ιδιότητές του ως κοφτερού και χρήσιμου, οι οποίες μεταβιβάζονται –ή τουλάχιστον ο Αλεξάνδρου ελπίζει και πασχίζει– να μεταβιβαστούν στις λέξεις (Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο). Η έγνοια τού Αλεξάνδρου είναι οι λέξεις και οι ιδιότητες που φέρουν, είναι η «παίδευση» με την ποιητική γραφή. Βέβαια, αυτή η τάση φαίνεται να απομακρύνει το κέντρο τής προσοχής από τη λειτουργία τής ποίησης ως ολότητας και να το αποδίδει στη γραφή και τις λέξεις. Είναι σαν να περιχαρακώνεται ο κοινωνικός ρόλος τής ποίησης και να αναζητείται η ποιητική ουσία. Οι λέξεις, όμως, δεν παύουν να έχουν ενδιάθετη δύναμη και να επιτελούν κοινωνικοπολιτικό ρόλο.

Παράλληλα, στο ποίημά του με τίτλο «Τεκμήριο» ο Αλεξάνδρου αποτυπώνει:

Μια μέρα τούτο το βιβλίο
θα βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου
δίπλα σε σκουριασμένους σιδεροσωλήνες
οδηγούς ρητορικής σε χάρτες επιτελικούς
κομμάτια ασβέστη από σπασμένα αγάλματα.
Θα βρίσκεται κι αυτό κιτρινισμένο
δίπλα στα τεκμήρια
σαν νεκροκεφαλή
της δεκαετίας μου
που σεις δολοφονήσατε,
εσείς πολεμοκάπηλοι,
εσείς ψευτοκομμουνιστές.

Αυτό το ποίημα λειτουργεί μαζί με άλλα αντικείμενα, ως τεκμήριο μιας εποχής πολιτικής απολυταρχίας και ιδεολογικού δογματισμού. Ο Αλεξάνδρου γράφει το ποίημα μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν και επηρεασμένος από τις αποφάσεις τού 20ού Συνεδρίου τού Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης. Η ποίηση εδώ λειτουργεί ως μαρτυρία που κατέγραψε το έγκλημα και το θάνατο, το θάνατο της ζωής και των ιδανικών λόγω τής εξορίας, τής φυλάκισης και τής απομόνωσης του Αλεξάνδρου. Οι κατηγορούμενοι είναι δακτυλοδεικτούμενοι: εσείς πολεμοκάπηλοι εσείς ψευτοκομμουνιστές. Η ποίηση εδώ μετατρέπεται σε πολιτικό μανιφέστο, προσλαμβάνοντας έναν χαρακτήρα καταγγελτικό.

Παρόλο που τα παραπάνω ποιήματα εντάσσονται στην κατηγορία των ποιημάτων «η ποίηση για την ποίηση», επιτελούν και μια ιδεολογικο-πολιτική λειτουργία, που έχει στόχο την κοινωνική αναμόρφωση και την καταγγελία. Ο Άρης Αλεξάνδρου, δηλαδή, δίνει το έναυσμα να συζητήσουμε πάνω σε θέματα αριστεράς και ιδεολογίας. Μέσα από την απάρνηση και την αποδόμηση της στράτευσης και των παραγόντων της κομμουνιστικής αριστεράς –περισσότερο σε ένα φαινομενικό και επιφανειακό επίπεδο– και με απόλυτη προσήλωση και επιμονή στην κατάλληλη λέξη, δεν παύει να αγωνίζεται ενάντια στην αδικία, στην ανισότητα, στα ιδανικά. Ο ποιητής έδειξε πρώτος το δρόμο, προσπαθώντας να δομήσει τη δική του αλήθεια μέσα στο πλαίσιο του μαρξισμού, χωρίς να μπορεί να φύγει από την κομμουνιστική στράτευση, υπηρετώντας πιστά τη στρατευμένη τέχνη, ακόμα και στα σημεία που φαίνεται να την αποκηρύττει. Η ποίησή του, εξάλλου, είναι βαθιά πολιτική.

Όπως ο Αλέξανδρου, λοιπόν, ως εργάτης τού πνεύματος, όπως εμείς ως εργάτες τού πνεύματος, έτσι και εσείς, ο καθένας χωριστά, ας αναστοχαστείτε με βαθιά συνείδηση και βαρύ ιδεολογικό οπλισμό για την αντίσταση σε κάθε αδικία και διάκριση. Μόνο με την πνευματική ενδυνάμωση και την απόκτηση γνωστικών εφοδίων θα επιτευχθεί η συσπείρωση των ανθρώπων σε έναν πραγματικό αγώνα για αξίες ιδανικά και για έναν καλύτερο κόσμο με αξιοπρεπή διαβίωση, χωρίς φτώχεια, πολέμους και εκμετάλλευση. Η γνώση πρέπει να διαχυθεί σε όλους, στο λαό, στον/την εργάτη/τρια και στο/τη μαθητή/τρια, στον/την καθένα/καθεμιά χωριστά και σε όλους/ες συλλογικά.

*Με αφορμή την ποιητική συλλογή του Άρη Αλεξάνδρου «Ευθύτης Οδών» (1959).

Σημειώσεις

  1. Αγγελής, Δ., «Η ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου», Ηλεκτρονικό Φρέαρ (25.02.2016), http://frear.gr/?p=12848 (ημερομηνία πρόσβασης 05/9/2024).
  2. Δ. Ν. Μαρωνίτης Ποιητική και πολιτική ηθική. Πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αλεξάνδρου-Αναγνωστάκης-Πατρίκιος, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1995, σελ. 56.
  3. Δ. Ραυτόπουλος, Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα, 2004, σελ. 123.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Η Σπορά”, εξαμηνιαία έκδοση του Μετώπου Αριστερών Συγγραφέων, Τεύχος 3, Μάρτης 2025.

Georges Braque, Η μέρα και η νύχτα (αποσπάσματα)

1
Η φύση δεν σου δίνει την όρεξη της τελειότητας· δεν την διανοείσαι ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη.

2
Ποτέ δεν θα βρούμε ανάπαυση. Το παρόν είναι αέναο.

3
Άλλο το να σκέφτεσαι κι άλλο το να κάνεις συλλογισμούς.

4
Πραγματικότητα. Δεν φτάνει να κάνεις τους άλλους να βλέπουν εκείνο που ζωγραφίζεις. Πρέπει και να τους κάνεις να το αγγίζουν.

5
Η Τέχνη είναι ένας τρόπος αναπαράστασης.

6
Η συγκίνηση ούτε προστίθεται ούτε μπορείς να την αποτιμηθείς. Είναι το σπέρμα, το έργο είναι η άνθιση.

7
Στην τέχνη δεν υπάρχει εντυπωσιασμός (effect) χωρίς στραμπούλιγμα της αλήθειας.

8
Εκείνοι που έρχονται ξοπίσω: οι αγνοί, οι άθικτοι, οι τυφλοί, οι ευνούχοι.

9
Δεν κάνω όπως θέλω, κάνω όπως μπορώ.

10
Η προσωπικότητα του καλλιτέχνη δεν αποτελείται από το σύνολο των σπασμωδικών του έξεων (tics).

11
Δεν πρέπει να ζητάμε από τον καλλιτέχνη περισσότερα από όσα μπορεί να δώσει, ούτε από τον κριτικό περισσότερα από όσα μπορεί να ιδεί.

12
Ας αρκεστούμε να βάζουμε σε σκέψη· μην προσπαθούμε να πείσουμε.

13
Η Τέχνη είναι καμωμένη για να ταράζει· η Επιστήμη καθησυχάζει.

14
Ο ζωγράφος σκέφτεται με σχήματα και με χρώματα· το αντικείμενο είναι η ποιητική.

*Από το βιβλίο Georges Braque, Η μέρα και η νύχτα (Τετράδια 1917-1955). Δεύτερη έκδοση Ποικίλη Στοά, Λέσχη, Αθήνα, Απρίλιος 1989. Μετάφραση: Γ.Π. Σαββίδης.

“Ποίημα για τη διάρκεια”, του Πέτερ Χάντκε

Τι ακριβώς σημαίνει Διάρκεια; Τι ακριβώς σημαίνει ότι κάτι διαρκεί πολύ; Και πόσο ακριβώς είναι αυτό το πολύ; Είναι τρία δευτερόλεπτα, εφτά ώρες, πέντε μήνες, σαράντα δύο χρόνια ή μήπως είναι Πάντα;

Δημήτρης Τσεκούρας*

Ο Πλάτωνας στον καταληκτικό μύθο της Πολιτείας του, τον μύθο του Ηρός,  μιλώντας, συν τοις άλλοις, και για τον Χρόνο –ή μήπως αποκλειστικά και μόνο για αυτόν;– αφήνει να εννοηθεί με την «αμφίσημη σαφήνεια» που μπορεί να έχει ο φιλοσοφικός λόγος, όταν αυτός συγγενεύει δραματικά με την Ποίηση, ότι το Παρελθόν είναι μάλλον, αν όχι η μοναδική, η σημαντικότερη χρονική βαθμίδα. Αλλά ακόμα και η φράση «χρονική βαθμίδα» είναι κι αυτή, μάλλον, άκυρη, εφόσον ο Χρόνος δεν τεμαχίζεται σε πριν, τώρα, και μετά παρά μόνο για λόγους που έχουν να κάνουν με τη νοητική ανασφάλεια και τη νοητική ανεπάρκεια του Ανθρώπου να αντιληφθεί την υπερχρονική διάσταση του Χρόνου. Και, εάν εισέπραξα σχετικά αξιοπρεπώς τα λόγια του Χάντκε, νομίζω ότι, στο ίδιο μήκος κύματος με τον Πλάτωνα, κινείται και ο Λόγος του Αυστριακού διανοητή. «Αυτή η Διάρκεια, τι ήταν;» αναρωτιέται. «Ήταν κάποιο χρονικό διάστημα; Κάτι το μετρήσιμο; Μια βεβαιότητα; Όχι, η διάρκεια ήταν ένα αίσθημα, το πιο φευγαλέο όλων των αισθημάτων, πολλάκις ταχύτερο από μια στιγμή, απρόβλεπτο, ακυβέρνητο, άπιαστο, μη μετρήσιμο» (σ.13).

«Αν ήταν, αν υπήρχε Θεός, το αίσθημα της Διάρκειας θα ήταν παιδί του» (σ. 13), λέει ο Χάντκε σε έναν από τους πολλούς «ορισμούς» που διατρέχουν σαν επάλληλοι νοηματικοί αρμοί όλη τη συγκεκριμένη ποιητική σύνθεση. Χρησιμοποιώ συνειδητά τη λέξη «ορισμός», γιατί αυτό θαρρώ πως κάνει στο συγκεκριμένο του έργο του ο συγγραφέας: Προσπαθεί να ορίσει, να θέσει, με άλλα λόγια, όρια σε κάτι που, όπως προκύπτει μέσα από το ίδιο το έργο, δεν έχει κανένα απολύτως όριο. Διάρκεια είναι μάλλον αυτό που κοιτάζει τον Χρόνο αφ’ υψηλού. Διάρκεια είναι μάλλον αυτό που ατενίζει τον Χρόνο και, χωρίς να αναιρεί την όποια υπόστασή του, επιχειρεί να στραγγίξει από αυτόν το μεδούλι του, δηλαδή την άχρονη, τελικά, υφή του. «Διάρκεια» λέει αλλού ο Χάντκε (σ.40) «είναι η περίπτωση, που στο παιδί, που δεν είναι πια παιδί -ίσως είναι πλέον γέρος-, τα μάτια του παιδιού ξαναβρίσκω». Διάρκεια είναι αυτό που αδιαφορεί για την εξωτερική υπόσταση ενός όντος. Είναι αυτό που εστιάζει κατ’ αποκλειστικότητα σε όλα εκείνα, τα οποία μεσολαβούν και κάνουν το ον να παραμένει αναλλοίωτο και ίδιο παρά το γεγονός ότι δείχνει αλλοιωμένο και άλλο.

Η λίμνη Γκρέφεν, μια λίμνη άρρηκτα συνδεδεμένη με τα παιδιά χρόνια του συγγραφέα, είναι ο τόπος εκείνος, ο οποίος, μέσα στο έργο, λειτουργεί ως αφορμή για τη Μνήμη, μία Μνήμη που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης εγρήγορσης. Σε μία συνεχή εγρήγορση. Σε μία αυτιστική σχεδόν εγρήγορση προκειμένου, όσο περνάει από το χέρι του ανθρώπου -ειδικά μάλιστα όταν αυτός ο άνθρωπος συμβαίνει να είναι και Καλλιτέχνης- να μην χαθεί τίποτα απολύτως· καμία εικόνα, καμία αίσθηση, καμία σκέψη. Και αυτός ο τόπος, αυτή η λίμνη, που επανέρχεται σαν λούπα μέσα σε όλο το κείμενο, ίσως να επιβεβαιώνει ότι ο Χρόνος και η Διάρκειά μόνο μέσω ενός Τόπου μπορούν να διερευνηθούν και να προσεγγιστούν. Ο Τόπος, επίσης, ως τόπος συνύπαρξης και σημείο επαφής ενός ανθρώπου με άλλους ανθρώπους, με τους οποίους, όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν συνυπήρξε ποτέ σε χρόνο ρεαλιστικό. «Με την ευλογία της Διάρκειας ήμουν και θα είμαι μαζί με όλους αυτούς που στη λίμνη του Γκρίφεν πριν από μένα στάθηκαν» (σ. 39).
Το «Ποίημα για τη διάρκεια» γίνεται για τον Χάντκε, πέρα από όλα τα άλλα, και μία αφορμή για να μιλήσει μέσα από τη γραφή του για την έννοια και τη σημασία και τον ρόλο της Γραφής γενικότερα. «Ναι, αυτό το πράγμα, απ’ το οποίο με τα χρόνια η Διάρκεια ξεπηδά, είναι ουσιαστικά αόρατο, μη άξιο λόγου, άξιο όμως συγκράτησης μέσω της Γραφής: γιατί αυτή πρέπει να είναι το κυρίως θέμα μου» (σ. 23). Η Γραφή, λοιπόν, ως το μέσο εκείνο που μπορεί ενδεχομένως να συγκρατήσει κάπως αυτό που μοιάζει ασυγκράτητο. Ο Χάντκε χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο του έργο Ποίημα. Και πολύ καλά κάνει. Ο Δημιουργός δικαιούται εξ ορισμού να χαρακτηρίζει το έργο του όπως επιθυμεί. Εγώ πάντως, ως αναγνώστης, εκτός από Ποίημα, διάβασα και δοκίμιο. Και άκουσα και έναν θεατρικό μονόλογο. Και φαντάστηκα, επίσης, και ένα ασπρόμαυρο φιλμ. Σκηνοθετημένο από τον Μπέλα Ταρ.

«Όποιος δε βίωσε τη Διάρκεια, δεν έζησε» (σ.40) λέει αφοριστικά κάπου προς το τέλος του κειμένου του ο Χάντκε και σαν να μας χαστουκίζει σχεδόν. Και πολύ καλά κάνει. Τι σόι Ποίηση θα ήταν αυτή χωρίς αφορισμό και, προπάντων, χωρίς χαστούκι;

Η μετάφραση της Ιωάννας Διαμαντοπούλου, εξαιρετική. Διαβάστε αυτό το βιβλίο. Αξίζει τον κόπο μόνο και μόνο για να αναλογιστείτε εκ νέου ή για πρώτη φορά στη ζωή σας κατά πόσο είναι υποχρεωτικό η Διάρκεια να μετριέται αποκλειστικά και μόνο με όλα εκείνα τα πασίγνωστα νούμερα και «νούμερα»: ένα, δύο, τρία, τέσσερα, και τα λοιπά…· αφήστε που το Διάβασμα δεν βγαίνει ποτέ σε κακό.

#Το “Ποίημα για τη διάρκεια”, του Πέτερ Χάντκε κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν, 2020.

*Από εδώ: https://olafaq.gr/culture/book/poiima-gia-ti-diarkeia-toy-peter-chantke/?fbclid=IwY2xjawI_mR1leHRuA2FlbQIxMQABHXT3o7zKa6ZlrMMrgKo53HHYZ788K1u0DNjQ92bNazLxhDkcRfI-iUVOQw_aem_TakAGsF7Y7iK2-79-sZcEQ

Προλεγόμενα μιας εισαγωγής στον Μανόλη Λαμπρίδη

«Η ‘Λεωφόρος Επαναστάσεως’ δεν ήταν λεωφόρος αλλά μονοπάτι.
Περνούσε μέσα από μικρούς αμμόλοφους
μισοντυμένους ένα παράξενο χορτάρι
απ’ αυτό που βλέπουμε στα όνειρα και τον κινηματογράφο»

Γ. Λυκιαρδόπουλος, Avenida de la Revolucion

Τον Ιούλιο του 1955, ο Μανόλης Λαμπρίδης [στο εξής Μ.Λ.] δημοσιεύει στην Επιθεώρηση Τέχνης το δοκίμιο «’Il gran rifiuto’. Καβάφης-Βάρναλης-Καρυωτάκης και η παρακμή», το οποίο έμελλε να επανακαθορίσει τους ορίζοντες και τις ορίζουσες της λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα απελευθερώνοντάς την από τα ασφυκτικά όρια μιας μηχανιστικής προσέγγισης του έργου τέχνης και ενός απλοϊκού, καθόλου εμπνευσμένου ή παραγωγικού, αναγωγισμού που ήθελε να αυτοονομάζεται μαρξιστική λογοτεχνική κριτική.

Το κείμενο του Μ.Λ. (που αποτελούσε απάντηση στο άρθρο του Μ. Μ. Παπαϊωάνου «Φαινόμενα ακμής και παρακμής στη νεοελληνική ποίηση» [Επιθεώρηση Τέχνης, τ. Α’, τχ. 2, (Φεβρουάριος 1955), 83-92], προκάλεσε έντονη συζήτηση, η οποία διήρκεσε δυόμισι χρόνια και έλαβαν μέρος ο Τάσος Βουρνάς, ο Μάρκος Αυγέρης, ο Λάμπρος Σκλαβούνος, ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ο Κ. Πορφύρης. Οι επιδράσεις της παρέμβασης του Μ.Λ. ήταν σημαντικότατες, σύνθετες, πολυδιάστατες και διαρκείς καθώς αποτέλεσε την εναρκτήρια στιγμή της μακράς και αντιφατικής πορείας της απελευθέρωσης της ελληνικής λογοτεχνικής κριτικής από τα στενά όρια του «ζντανωφισμού» (1) και παρείχε τα βασικά θεωρητικά εργαλεία για την μετέπειτα πολιτιστική ηγεμονία της Ανανεωτικής Αριστεράς στην Ελλάδα. Η ‘ορθόδοξη’ ή ‘παλαιά κριτική’, στάθηκε ανήμπορη ενώπιον του εύρους και της συγκρότησης της προσέγγισης του Μ.Λ.. Ενδεικτική της αδυναμίας της είναι η χρησιμοποίηση στερεοτυπικών απαξιωτικών χαρακτηρισμών («μικροαστικός εκλεκτικισμός», «αυτάρεσκος ναρκισσισμός» (2)) και η καταφυγή σε πρακτικές αποκλεισμού: Ο Τάσος Βουρνάς ζήτησε, ανεπιτυχώς, από το περιοδικό να μην δημοσιεύει «αντίθετες ιδεολογικά και αισθητικά απόψεις» (3).
Στο πλαίσιο της συζήτησης ο Μ.Λ. δημοσίευσε ένα ακόμη άρθρο, με τίτλο «Η αντικειμενικότητα του έργου τέχνης» (Επιθεώρηση Τέχνης, τ. ΔΕ, τχ. 20, Αύγουστος 1956, 125-131), στο οποίο παρουσίασε τις θεωρητικές βάσεις του πρώτου του άρθρου. Αυτή η μελέτη συνιστά τη συμπύκνωση των απόψεων του Μ.Λ. για τους όρους της λογοτεχνικής κριτικής, απόψεις οι οποίες παρέμειναν σταθερές σε όλο το διάστημα της συγγραφικής του δραστηριότητας. Μια δραστηριότητα που ξεκινά το 1946, σε ηλικία 26 ετών, με τη δημοσίευση στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα του άρθρου «Το νόημα της ελληνικής ελευθερίας», για να σταματήσει στις 30 Νοεμβρίου του 2002 όταν ξαφνικά, αλλά πλήρης ημερών, πεθαίνει στην Αθήνα.

Το σύνολο της συγγραφικής παραγωγής του «Μανόλη Λαμπρίδη» (ψευδώνυμο του Μανόλη Λεοντάρη) αποτελείται από δοκίμια αισθητικής, λογοτεχνικής κριτικής και πολιτικής φιλοσοφίας. Εξέδωσε τα βιβλία, τα οποία αποτελούν συλλογές δοκιμίων και άρθρων: Η σύγκρουση με το Νόμο ως έμπρακτη κριτική του Δικαίου (Έρασμος,1975). Il gran rifuito. Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης και η παρακμή, (Έρασμος, 1979). Παλαιά και Νέα ποίηση (Ύψιλον, 1981). Αντι-ιδεολογικά (Έρασμος, 1982). Η ταξική συνείδηση στο έργο του Κ. Βάρναλη (Ύψιλον, 1982). Η ποίηση και το ηθικό πρόβλημα (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1993). Τρία μελετήματα (Μανδραγόρας, 1998). Στρογγυλές κουβέντες ή η παρανόηση της μεταφοράς και του συμβολισμού (Γαβριηλίδης, 2000). Δημοσίευσε -υπογράφοντας εκτός από “Μανόλης Λαμπρίδης” και ως Μ. Ιωάννου, Μ. Ιωαννίδης, Νίκος Λιμπέρης, Σ. Μοντάνος, Μ. Φουτούρης, Βίκτωρ Βέρας- άρθρα στα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Ο αιώνας μας, Μακεδονικά Γράμματα, Νέος Νουμάς, Επιθεώρηση Τέχνης, Πανσπουδαστική, Κριτική (το περιοδικό που εξέδιδε ο Μ. Αναγνωστάκης στη Θεσσαλονίκη 1959-61), Λογοτέχνης, Η Άλως, Εφημερίδα των ποιητών, Διαβάζω, Αντί, Λεβιάθαν, η Λέξη, Μανδραγόρας, ο Πολίτης, Σύγχρονοι Καιροί, ενώ τακτική ήταν η συνεργασία του με το περιοδικό Μαρξιστικό Δελτίο που εξέδιδε το Κ.Δ.Κ.Ε.(4) τόσο στην περίοδο 1959-67 όσο και στη Μεταπολίτευση. Επίσης, συνεργάστηκε, συγγράφοντας λήμματα (αταξική κοινωνία, αλητεία κ.ά.), με το Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών (έκδ. Θ. Παπαϊωάννου, Αθήνα 1957, ημιτελές). Επισημαίνουμε κάποια άρθρα: «Ερμητισμός και ανεικονισμός», Μαρτυρίες, τχ. 1 (1962), 1-6, τχ. 3 (1962), 1-12, τχ 5-6 (1963), 5-22. «Το πρόβλημα των ιδεολογιών», Μαρτυρίες, τχ. 10 (Νοέμβριος 1964), 10-18. «Το θέμα των ‘ιδεολογιών’ στο έργο του Π. Κονδύλη», σημειώσεις, τχ. 53 (2000), 9-24.
Ο Μ.Λ. δεν έγραψε πολυσέλιδα βιβλία – αναμενόμενο για έναν υπάλληλο επί 32 χρόνια της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τη θεσμική, ακαδημαϊκή ανταμοιβή της σκέψης του. Παρέμεινε πάντα ερασιτέχνης, με την ετυμολογική έννοια της λέξης. «Η δομή και η μορφή των μελετημάτων αυτών, όπως είναι, αποτελούν μια μαρτυρία: Χαρακτηρίζουν τον επίμοχθο τρόπο, με τον οποίο ορισμένη κατηγορία ανθρώπων πραγματοποιεί τη μελέτη και την πνευματικήν εργασία» (5). Αλλά αυτή η φράση του Μ.Λ. ας μη διαβαστεί μόνο ως αναφορά στους περιορισμούς της πνευματικής παραγωγής από την οκτάωρη καθημερινή εξαρτημένη σχέση εργασίας. Ο «επίμοχθος τρόπος» αφορά και τη μοναξιά της πολιτικής, αλλά και αρχικά, της αισθητικής θέσης του Λαμπρίδη και κάποιων λιγοστών συντρόφων του στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Παρά τη μορφή του έργου του, με εκκίνηση τη σκέψη του Leon Trotsky, του Georg Lukacs, του Lucien Goldman, αλλά και του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Παναγιώτη Κονδύλη, παρήγαγε ένα συγκροτημένο σύνολο θέσεων, μια προβληματική για την Τέχνη και την Ιστορία, ίσως όχι πρωτότυπη, αλλά συνεκτική, διαυγή, ρηξικέλευθη, αναφορικά με το μετεμφυλιακό διανοητικό πλαίσιο, γόνιμη για την ανάπτυξη μιας μη περιχαρακωμένης λογοτεχνικής κριτικής και ενισχυτική της πνευματικής παραγωγής της εκκολαπτόμενης Ανανεωτικής Αριστεράς, στην οποία δεν ανήκε ποτέ.
Σχηματικά, εντός των στενών ορίων αυτού του σημειώματος, αναφέρουμε ότι οι βασικές ορίζουσες της προβληματικής του Μ.Λ. για την Τέχνη και την Ιστορία ήταν η πίστη στη διαρκή επικαιρότητα και ριζοσπαστικότητα του νεωτερικού σχεδίου, η αναζήτηση ενός ‘δυναμικού μοντερνισμού’, η προσέγγιση της ιδεολογίας ως ‘ψευδούς συνείδησης’, η κριτική των ιδεολογιών, η ερμηνευτική και κριτική χρήση της έννοιας της αλλοτρίωσης, ο τονισμός της αντικειμενικότητας του έργου τέχνης ως αισθητικού και διαταξικού φαινομένου που διεκδικεί την αυτονομία του και τους εσωτερικούς όρους της παραγωγής του, η μοναξιά της πολιτικής και καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, η κρίση του αστικού πολιτισμού, ο ‘γραφειοκρατικός εκφυλισμός’ της ΕΣΣΔ.

Ο Μ.Λ. ήταν ενεργός τροτσκιστής από τη δεκαετία του 1940. Συμμετείχε στο ενοποιητικό Συνέδριο των τροτσκιστικών οργανώσεων το 1946 και εξέφραζε απόψεις που τον ενέτασσαν στην επονομαζόμενη “τάση του Στίνα”, η οποία απομακρύνθηκε βαθμιαία από τις υπάρχουσες τροτσκιστικές οργανώσεις, αλλά και από την προβληματική του Τρότσκι. Παρά ταύτα, για τον Μ.Λ., οι όποιες διαφοροποιήσεις δεν σήμαιναν τη βίαιη αποκοπή ή την απλή απόρριψη προηγούμενων θέσεων και αναφορών, καθώς η κίνηση της σκέψης του ήταν περισσότερο συνθετική. Αυτό του επέτρεψε να στέκει πάντα κοντά στα τροτσκιστικά πολιτικά μορφώματα, συνεργαζόμενος τακτικά με τα περιοδικά τους.
Παραμένοντας μόνιμα ετερόδοξος, από το 1962 έως το θάνατό του, θα συνδεθεί στενά με το περιοδικό Μαρτυρίες, που εξέδιδε ο Στέφανος Ροζάνης από το 1962 έως το 1966, και τη μετεπολιτευτική συνέχειά τους, το περιοδικό σημειώσεις (τχ. 1, Σεπτέμβριος 1973). Δύο περιοδικά που αποτέλεσαν – και οι σημειώσεις συνεχίζουν να αποτελούν – όχι μόνο μια εκδοτική κίνηση ανθρώπων με το κοινό ενδιαφέρον για την ποιητική πρακτική και την ερμηνεία της, αλλά κάτι περισσότερο: έναν κύκλο όπου κυοφορείται η “ποίηση ως αντίσταση”, η αδιαπραγμάτευτη διάθεση της κριτικής σκέψης, η άρνηση του κοινού νου, η επιμονή στον αρνητικό όρο της διαλεκτικής και στην ανθρωπολογική θεμελίωση της αντίστασης στο είναι(6), ένας λόγος αδιαπραγμάτευτα κριτικός και απομυθοποιητικός, και ταυτόχρονα σεμνός, μακριά από τις βεβαιότητες, τους φανερούς και κρυφούς συμβιβασμούς της ‘παραδοσιακής’ ή Ανανεωτικής Αριστεράς. Αν στη διαρκή κίνηση της σκέψης που ανα-ρωτά τις σημασίες και τους νόμους κρύβεται η ουσία του πνεύματος της εξέγερσης, τότε σε αυτόν τον κύκλο το πνεύμα αυτό είναι παρόν(7). «Εμείς, η σέκτα των πολιτικά ύποπτων της δεκαετίας του 1960! Αριστεροί, ίσως όμως όχι και τόσο ‘κανονικά’ αριστεροί. Με τις ιδιοτροπίες τους ο καθένας αλλά δεν διστάζω να πω ότι υπήρξαμε πραγματικά κάτι σαν ένα εξωγήινο είδος ανθρώπων μέσα στην ισοπεδωτική κλίση των ημερών, την ομοφωνία της νικηφόρας δεξιάς και την ισοσκελή ομοφωνία της ηττημένης αριστεράς»(8). Μέλη αυτού του κύκλου, ο Μανόλης Λαμπρίδης, ο αδερφός του Βύρων Λεοντάρης, ο Αντώνης Λαυραντώνης, ο Στέφανος Ροζάνης, ο Σταμάτης Στανίτσας, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ο Παναγιώτης Κονδύλης, αλλά και ο Αλ. Βαρδάκης, ο Μάρκος Μέσκος, ο Τάσος Πορφύρης, η Ρένα Κοσσέρη. Για πολλά μέλη του κύκλου, κοινή εναρκτήρια βάση αποτέλεσε η πνευματική παίδευση με τα κείμενα του Τρότσκι κατά τη δεκαετία του 1950-60. Αρχικός ενοποιητικός και διαμορφωτικός παράγοντας η πνευματική και προσωπική παρουσία του Μανόλη Λαμπρίδη: «Η προσωπική εν πάσει περιπτώσει γοητεία του Μανόλη Λαμπρίδη, του ανθρώπου που είχαμε την τύχη να συναντήσουμε πάνω στα διαμορφωτικά μας χρόνια, η συναισθηματική δοτικότητά του και ο ευρύς ορίζοντας της καλλιέργειάς του -που τον έφερνε αντιμέτωπο με τον αγοραίο λόγο- εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τον προσανατολισμό μας» (9).
Η ιδιαιτερότητα της πνευματικής θέσης του Μ.Λ. έγκειται στην παρουσία και, ταυτόχρονα, απουσία υποδοχής του λόγου του. Η διαρκής και βαρύνουσα παρουσία του στα λογοτεχνικά debates (στη δεκαετία του 1950 για την πρόσληψη του Καβάφη και του Καρυωτάκη και στη δεκαετία του 1960 για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα), η αναγνώριση του ειδικού βάρους του λόγου του στο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής, έρχεται σε εμφανή αντίθεση με την απουσία ενδιαφέροντος για τον πολιτικό λόγο του. Ενδεικτική η απουσία του πολιτικού Λαμπρίδη στα λιγοστά, σχεδόν μηδαμινά, που γράφηκαν μετά το θάνατό του. Για παράδειγμα, ο Αλέξανδρος Αργυρίου, στο προαναφερόμενο δημοσίευμά του στο Αντί όχι μόνο δεν κάνει καμιά αναφορά στην πολιτική σκέψη του Μ.Λ. αλλά δεν αναφέρει ούτε τις ‘εκλεκτικές συγγένειες’ του Μ.Λ. με τον Τρότσκι του Λογοτεχνία και Επανάσταση. Σιωπή που ενέχει, εκτός από επιλογή (προφανώς όχι αθώα), και διχοτόμηση. Όμως, η ασυνέχεια ανάμεσα στους δύο λόγους (της κριτικής, της πολιτικής) δεν μπορεί να ερμηνευτεί με μια πιθανή επίκληση της ασυμμετρίας των δύο πεδίων. Γιατί αφενός το πολιτικό στοιχείο αποτέλεσε ενεργό σημείο της προσωπικής του ταυτότητας, αφετέρου ο κριτικός Λαμπρίδης δεν μπορεί να κατανοηθεί με επάρκεια αν δεν ληφθεί υπόψη η τροτσκιστική ή τροτσκιστογενής πολιτική ταυτότητά του, καθώς πιστεύουμε ότι υπάρχει εσωτερική σχέση ανάμεσα στις θέσεις του για την Τέχνη και αυτές για την Ιστορία. Αλλά γι’ αυτά μια άλλη φορά.


Μάριος Εμμανουηλίδης
Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2003


*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σπάρτακος” Νο 69, Απρίλης 2003. Το εν λόγω κείμενο αποτελεί Πρόλογο στο Μ. Λαμπρίδης, Τι είναι σοσιαλισμός, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/ Ρωγμή, Αθήνα 2003.

Σημειώσεις
(1) «Εκείνο το άρθρο [‘Il gran rifiuto…’] γενίκευε την υπόθεση εισάγοντας καινά δαιμόνια και καταρρίπτοντας πάγιες θέσεις επί της λογοτεχνίας […]. Επιτέλους φαινόταν στον ορίζοντα ένας ‘σκεπτόμενος’ μαρξιστής». Βλ. Αλ. Αργυρίου, «Mανόλης Λαμπρίδης», Αντί, τχ. 777, (13.12.02), 55. Επίσης, «[…] αυτός [ο Μ.Λ.] στάθηκε αφορμή, όχι μόνο να γραφεί το βιβλίο του Τσίρκα Ο Καβάφης και η εποχή του αλλά και γίνηκε το έναυσμα για μια γενικότερη ανανέωση της μαρξιστικής σκέψης στο χώρο της λογοτεχνίας», Γ. Π. Σαββίδης, Δελτίο της Εταιρίας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, τχ. 10α (1998), 64. Για μια διαφορετική, προκλητική έναντι κοινών τόπων της Αριστεράς, αλλά και γόνιμη ανάγνωση της παρέμβασης του Μ.Λ., βλ. Τ. Καγιαλής, «Ποίηση, ιδεολογία και λογοτεχνική κριτική στην Επιθεώρηση Τέχνης», στο AAVV, Επιθεώρηση Τέχνης. Μια κρίσιμη δωδεκαετία, Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ. 47-67.
(2) Τ. Βουρνάς, «Φαινόμενα ‘διαλεκτικού’ εκλεκτικισμού: Ο κ. Μ. Λαμπρίδης και η παρακμή», Επιθεώρηση Τέχνης, τ.ΒΕ, τχ. 8 (Αύγουστος 1955), 120-125.
(3) Τ. Βουρνάς, «Περί πνευματικής ευθύνης», Επιθεώρηση Τέχνης, τ.ΗΕ, τχ. 45 (Σεπτέμβριος1958), 194.
(4) To Κ.Δ.Κ.Ε. [=Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα Ελλάδας, ιδρυτικό Συνέδριο 1946], ήταν το επίσημο τμήμα της Τετάρτης Διεθνούς στην Ελλάδα. Μεταπολιτευτικά μετονομάστηκε σε Ο.Κ.Δ.Ε. [=Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας].
(5) Μ. Λαμπρίδης, «Προλογικό Σημείωμα», στο Il Gran Rifiuto. Κριτικά μελετήματα, Έρασμος, Αθήνα 1976, σ. 8 [συλλογή άρθρων όπου αναδημοσιεύται και το ομότιτλο άρθρο στην Επιθεώρηση Τέχνης].
(6) «Αυθεντικό στοιχείο της επαναστατικής πράξης είναι ο αγώνας για την αποτίναξη αφόρητων όρων ύπαρξης και όχι απαραίτητα για την αντικατάστασή τους με άλλα», Βύρων Λεοντάρης, «Επανάσταση και Όραμα», σημειώσεις, τχ. 35 (1990), σ. 6. «Η Επανάσταση δεν κερδίζεται κι ούτε χάνεται. Κερδίζεται ή χάνεται η επιδίωξη, ο στόχος, η τακτική, η λογική της χαλκεύσεώς της. Αλλά η Επανάσταση δεν είναι τίποτε από όλα αυτά. Αρχίζει εκεί που αναζητάται η αγωνία του ανθρώπου […]», Στέφανος Ροζάνης, «Ιδεολογικές παράγραφοι για την επαναστατική πράξη, ΙΙΙ», σημειώσεις, τχ. 7, 69.
(7) «Η εξέγερση είναι αδιάκοπη αναρώτηση. […] Μια διαρκή αμφισβήτηση των σημασιών και των νόμων», Τζ. Κρίστεβα, «Το πνεύμα της εξέγερσης», Ο Πολίτης, τχ. 32 (1997), 28.
(8) Μάριος Μαρκίδης, «Ο Κονδύλης κι εμείς: Οι δρόμοι που πήραμε», σημειώσεις, τχ. 53 (2000), 25-26. Ο θάνατος του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998) αποτέλεσε αφορμή για να δημοσιεύσει ο Μάριος Μαρκίδης δύο άρθρα στις σημειώσεις όπου μιλά εκ βαθέων για ορισμένες όψεις της “κρυπτικών διαδρομών” του ‘κύκλου’: Εκτός από το προαναφερόμενο, βλ. «Μετά τους επικήδειους», σημειώσεις, τχ. 50 (1998), 65-78.
(9) Μάριος Μαρκίδης, «Ο Κονδύλης κι εμείς: Οι δρόμοι που πήραμε», ό.π., 26.

Γράμμα στον ποιητή Γιώργο Κοζία

Του Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ

“Χαίρε Γιώργο,
Τα ποιήματά σου, λόγω του Θάνου Μικρούτσικου, έφτασαν σ’ εμένα με παράδοξο τρόπο: πρώτα τα δέχτηκαν τ’ αυτιά κι ύστερα τα μάτια μου. Ετσι παίζει ο Θάνος. Κάνει μια ξαφνική κατεβασιά στη μικρή περιοχή του ποιήματος, κι ενώ όλοι περιμένουν η μπάλα ν’ ακολουθήσει την αιωνιότητα, που μόνο τα δίχτυα γνωρίζουν, εκείνος την πετάει στην εξέδρα.

Τα ποιήματά σου δε θυμίζουν τίποτα, δεν ακουμπάνε σε καμιά αξιοθρήνητη γενιά. Νιώθεις αμέσως ότι κινδυνεύεις μαζί τους και γι’ αυτό, γοητευμένος, τα ακολουθείς. Παραφράζοντας τον γέρο Εζρα, θα έλεγα πως δεν έχεις καμία απολύτως σχέση ούτε με τη Μούσα ούτε με τον Μωυσή. Ο τρόπος σου είναι ακαριαίος, απαγορεύοντας στο έμπειρο μάτι ν’ αποτυπώσει το θαύμα για να το παραδώσει ύστερα (σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την αγία οικογένεια της ζωής) στο χειρουργείο. Και ο αναγνώστης, μιας και κανείς δεν είναι σε θέση – ευτυχώς – να του εξηγήσει για την ίδια του τη ζωή, αν είναι αποφασισμένος, θα γίνει μόνιμος κάτοικος του κύκλου σου. Με τη δύναμη των στίχων θα πάψει να είναι αναγνώστης, θα γίνει ο Πατρέας (από το ποίημά σου «Η επινόηση»). Αυτό δεν είναι το ζητούμενο; Να καταργήσουμε τους ρόλους και τις ιδιότητες;

Τα ποιήματά σου είναι μακριά από τη γέρικη σοφία και μπορούν να διαβάζονται σαν παραβολές που δεν καταδέχονται ν’ ασχοληθούν με το θεό ή το διάβολο. Οι ιστορίες σου δεν είναι της μιας χειρονομίας, κι αυτό το κατορθώνεις χάρη στο ταλέντο που σου δόθηκε απλόχερα. Αρχίζοντας από το τέλος, λύνεις τα χέρια στους ήρωές σου και τους αφήνεις ελεύθερους.

Είμαι ενθουσιαστικά δίπλα σου. Εύχομαι και προσεύχομαι το έργο σου να πολλαπλασιάζεται”.

Σάββατο 31 Γενάρη 2009, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

«Ήμουν-είμαι-θα είμαι αυτός που ονειρεύεται»: Σκέψεις για την ποιητική του Γιώργου Μπλάνα

Τιτίκα Δημητρούλια*
Διαβάζω (ξανά) τα ποιήματα του Γιώργου Μπλάνα κι αναζητώ το ήθος και το ύφος της ποίησής του, το τι και το πώς της εγκόσμιας, παράφορης, στασιωτικής, ποιητικής του, το σχέδιο που συνέχει τον ποιητικό κόσμο του. Διαλέγω την επαγωγή. Παίρνω δυο ποιήματα, δυο «Στασιωτικά» στη σειρά, το 116 και το 117, και τα ορίζω ως (καίριο) εστιακό σημείο εκκίνησης.


Στασιωτικό εκατοστό δέκατο έκτο

Αν αντικρύσω άλλη φορά
εικόνα να κομπάζει πως δεν είναι
εικόνα, αλλά εικόνα· αν ξανακούσω
λόγια να επαίρονται πως είναι
σιωπή καταλογάδην, θα πάψω να πνέω.
θα μαζευτώ σε μια σπηλιά
και δεν θα βρίσκετε να θάψετε –έστω–
Ψυχή, Θεό είτε Λόγο.
Έτσι ανώνυμοι –σχεδόν ανύπαρκτοι– θα σέρνετε
το αναλφάβητο παρόν σας
άκρη-άκρη στον γκρεμό του μέλλοντός σας,
σαν τρομαγμένη απάντηση
στο άδειο σακούλι της απορίας: Γιατί
εδώ κι εμείς; Προς τι; Και το σακούλι ασκός
κανίβαλος: σάρκα νεκρή – ούτε φωνές, ούτε σκιές
να ψιθυρίζουν έναστρους τρόμους στη στέγη, ούτε
στρατιές προγόνων να χτυπούν τις πόρτες των ονείρων.
Έτσι! Θα μαζευτώ σε μια σπηλιά
και θα βγαίνω τ’ απογεύματα,
δυο ανάσες δρόμο μέχρι τα έσχατα έλατα
και θα καπνίζω την έσχατη ομίχλη
αργά ηδονικά και θα ’ναι
μια πίπα η πίπα μου – όχι μια εικόνα
που κομπάζει πως δεν είναι
εικόνα, αλλά εικόνα!
Έτσι! Ακούστε με αν μπορείτε ακόμα: μέχρι τώρα
πότε ερμηνεύατε, πότε θέλατε ν’ αλλάξετε τον κόσμο.
Τον ζήτημα είναι να τον ζήσετε. Έτσι· έτσι,
ασύστατοι· έτσι – όχι αλλιώς· αλλιώς,
σας λέω δροσερά και με πανσέληνο: εδώ
που φτάσατε ή απ’ την αρχή θα πάτε όλοι
κατά διαβόλου − και ο διάβολος θα λείπει
για δουλειές τους τελευταίους τρεις
τουλάχιστον αιώνες (μαζί του, ασφαλώς, το σκυλολόι
της κόλασης κι η κόλαση: μια ερημιά· εξόν ο Δάντης
να προσπαθεί να επιβιώσει, πουλώντας αναμνηστικά
σε αμνήμονες τουρίστες) ή …] είπε ο άνεμος.

Στασιωτικό εκατοστό δέκατο έβδομο

Γι’ αυτόν που αποφάσισε να πάει
σε τόπο μακρινό: «Να έχεις αίμα
δύο πληγών –έρωτας, θάνατος–
και να το κάνεις μελάνι με ρετσίνι
αμυγδαλιάς· να πας σε τόπο
ερημικό κι εκεί να γράψεις
σε δέντρο ή πέτρα – όμως γυμνός
όπως το δέντρο και η πέτρα:
ΗΜΟΥΝ – ΕΙΜΑΙ – ΘΑ ΕΙΜΑΙ – ΑΥΤΟΣ
ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ. Ύστερα κάνε πίσω
βήματα όσα τα χρόνια σου αιώνες
και γύρισε πάλι και τότε θα βρεις
ένα άλογο μαύρο. Ανέβα και πες:
Θέλω να πάω, ψυχή, εκεί
όπου ήμουν, είμαι και θα είμαι
αυτός που ονειρεύεται. Κι ευθύς
το άλογο θα σηκωθεί στον αέρα
και πρόσεξε μην φοβηθείς· βάστα καλά
και θα σε πάει στον τόπο
όπου ήσουν, είσαι και θα είσαι
αυτός που ονειρεύεται. Μόνο
μην ονομάσεις τόπο
και χρόνο, γιατί θα σε αφήσει
πάλι όπου βρίσκεσαι – ούτε δέντρο
ούτε πέτρα. Αυτή είναι η τέχνη
που κάνει άνθρωπο τον άνθρωπο,
δέντρο το δέντρο, πέτρα την πέτρα, σώμα
το σώμα, ψυχή την ψυχή,
κόσμο το σύμπαν και θεό
το παιδί στην αγκαλιά σου».

Από τα ποιήματα αυτά κρατώ τη σχέση του κόσμου με την εικόνα του στον λόγο, έναν λόγο που δεν ονομάζει «τόπο και χρόνο» αλλιώς δεν είναι· την ερμηνεία και την αλλαγή του κόσμου ως οντολογικά-πολιτικά προτάγματα που χάνουν το νόημά τους έξω από το εδωνά είναι της θνητότητας και του καθ’ ημέραν βίου· την επιλογή του φτερωτού, ελεύθερου ανέμου ως ενός από τα πολλά προσωπεία του ποιητή· τις δυο πληγές που ορίζουν το αίμα του, τον έρωτα και τον θάνατο – και θυμάμαι ένα άλλο Αίμα του ποιητή, του Jean Cocteau, ο οποίος όριζε όλες τις εκφάνσεις του έργου του ως τροπικότητες της ποίησης, «μυθιστορηματική ποίηση», «εικαστική ποίηση», «κινηματογραφική ποίηση», όπως αλλού κι αλλιώς κι ο Μπλάνας…

Κρατώ το όνειρο, το οδηγημένο από το μαύρο άτι της ψυχής πέρα μακριά σε μια τέχνη-τόπο του ονείρου ως μόνης αλήθειας του ποιητή, στην οποία διαρκώς επανέρχεται («Η αλήθεια μου», Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά):

…Έτσι τρέφεται,
με όνειρα, η αλήθεια μου, γιατί
είναι κάτι παράδοξο. Κι αν όχι,
έτσι τη θέλω εγώ. Δικό μου
είναι το όνειρο, δικό μου και το ψέμα.

Μια τέχνη που δημιουργεί τα φυσικά και τα μετά τα φυσικά, τα έμψυχα και τα άψυχα, την φύση και το σύμπαν, τον άνθρωπο και τον θεό του στο μέτρο της δικής τους αλήθειας.
Κρατώ τη συναίρεση της ποίησης με την, ή έστω μια, οντολογία με τον τρόπο της παραλογής, της ριζωμένης στο λαϊκό ασυνείδητο γιατί γέννημά του· τον αναποδογυρισμένο Magritte και τον εξόριστο εις τους αιώνες Δάντη.
Κρατώ τη σκέψη που πυρπολείται από την εικόνα και γίνεται τραγούδι και ψαλμός και ο ψαλμός γίνεται οντολογική διερώτηση κι απάντηση σε όσα απάντηση δεν χωρά.

Κι από το μερικό στο γενικό, διαβάζω μια ποίηση ουσιωδώς αλλά και μαζί ακούσια φιλοσοφική επειδή πάνω από όλα μοιραία, όπως ζητούσε ο Baudelaire – με τη διαφορά ότι ο Μπλάνας καταφάσκει εξίσου στη σκέψη και στη φαντασία, που «αντιλαμβάνεται, πέρα από φιλοσοφικές μεθόδους, τις μύχιες και μυστικές σχέσεις των πραγμάτων, τις αλληλουχίες και τις αναλογίες». Πέρα από κάθε διδαχή και από την υποψία της ακόμη, η φιλοσοφία, που αναδύεται εξαρχής ως απορία στην ποίησή του και ως συνομιλία λίγο αργότερα, κεντιέται στο τραγούδι, λυρικό και επικό, επιστρέφοντας στην καταγωγική της συνύφανση με την εικόνα και τη μουσική· στον μονόλογο-διάλογο προς εαυτόν και προς τον άλλον, υποστηρίζοντας την αποστασιοποίηση μέσα στην παραφορά. Κι αμφισβητεί κι αυτή τον εαυτό της.

Μια ποίηση της φύσης κατά τους προσωκρατικούς, αλλά και κατά Marx και Hölderlin και κατά Σολωμό, ως ενός όλου που ενοποιείται εν διαφορά και ως δρώσας δύναμης συνάμα.
Μια ποίηση του ερριμμένου στον κόσμο υποκειμένου, σε διαρκή, τραγική, εκκρεμότητα («Στασιωτικό 86»):

Αδάμ ή Προμηθέας, Ιώβ, Οιδίπους ή απλά
άνθρωπος αρπαγμένος απ’ τα κλαδιά του: δέντρο
και άκρη ακρότατη γκρεμού – και πέφτει
μες στον γκρεμό του ο γκρεμός
κι ο γκρεμισμένος μέσα στην εποχή του· η εποχή
μες στ’ όνομά της… Συμπαιγνία: μπρος γκρεμός
και πίσω θάνατος ! Τι θράσος·
να λες: «το Ον», αυτά τα δυο
ισόβια βήματα προς τον αφανισμό.

Ενός υποκειμένου που παραμένει εντούτοις αδιαπραγμάτευτα κι αυτό μια κραταιά δρώσα δύναμη, ποιητική με τη διπλή σημασία του όρου, εντός και πέραν της θνητότητας και σε αναγκαία σχέση με τον άλλον.

Μια ποίηση του όντος (και) ως πληγής που «τρέχει ανθρώπινη ιστορία» («Στασιωτικό 6»), η οποία συλλαμβάνει, κατά Benjamin, την (πολύτιμη για το μέλλον) εικόνα του παρελθόντος καθώς αναγνωρίζεται κι αστράφτει πριν χαθεί για πάντα και τη μνήμη σε μια στιγμή κινδύνου.

Ο Μπλάνας δουλεύει τον λόγο από την καλή κι από την ανάποδη, ως έκφραση του υποκειμένου και όρο ανάδυσης μιας αναστοχαστικής υποκειμενικότητας, θεμελιωμένης (και) έξω από τον εαυτό της. Ο λόγος του είναι πολιτικός και θεολογικός, πολυφωνικός και διαλογικός, οικουμενικός (και) γιατί ελληνικός, με το έθνος να ορίζεται όμως κι αυτό κι από την καλή κι από την ανάποδη: χάρτινο, γυάλινο, τρώγλη, η τρέλα που κρατάει τους Έλληνες «στα καπούλια μιας κουτσής, ψωριάρας Ιστορίας» («Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάτσης στον Giovanni Jiustiniani – 27 Μαΐου 1453», Τερατούργημα) – όπως και ο λαός εξάλλου. Είναι ο βαθιά τραγικός λόγος της αβύσσου που ανοίγεται στην επαφή του ανθρώπου με τον κόσμο και κάποτε γεμίζει άνθη αλλά ποτέ δεν κλείνει· της παραδοχής της απουσίας του θεού· της οντολογικής αντινομίας και του ιλίγγου της· της επίγνωσης της έσχατης απειλής και της έξαψης που γενναία την αψηφά, αποδεχόμενη την πληγή και το αίμα.

Και διαρκώς επανεπινοείται, συναιρώντας τα είδη, τις μορφές, τις τονικότητες και τους ρυθμούς, ριζωμένος στο παρελθόν και το παρόν και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον του κόσμου και του λόγου – ένα μέλλον από το οποίο ο ίδιος ο ποιητής ποτέ δεν θα λείπει: «“Αν κάποτε φύγω”, τους έλεγα, “θα ’ναι μέσα στης νύχτας την αδιάβατη ερημιά για να σας βρω”» (Νύχτα, 10). Τον ξαναφτιάχνει συνέχεια από την αρχή ο ποιητής, αυτός που πάντα ονειρεύεται, εντός της κοινωνίας και εκτός των μέτρων της, τέρας και μετανάστης του Λόγου, ένας από τους λίγους που «που παν κοντά στη στοιχειωμένη τη ζωή» (Ωδή στον Καραϊσκάκη). Όσο κι αν οι λέξεις του παραδέχονται «[…]τη μόλυνσή τους: / μια τυφλή πληγή που μας χαρίζει / το τραγικό σαν αναγκαία επιπλοκή της αθωότητας» (ό.π.), σώζεται από η γλώσσα του, «τρέλα καλά γαλβανισμένη» (Ωδή στον Καραϊσκάκη), από τη φωνή του, «στολισμένη τη σιωπή και τη φωνή της» («Στασιωτικό 40»), «λόγο(ς) σκιερό(ς)», «πηγή λαλίστατη», με και με δίχως «τα αίματα βαθιά και σκοτεινά της» (Ωδή στον Καραϊσκάκη).

Αυτά για το ήθος και το ύφος της ποίησης του Μπλάνα, όσο μπορεί κανείς να τα παραστήσει έναν κόσμο αναπαράγοντας, εξ ορισμού ατελέσφορα, το σχέδιό του: «Ο κόσμος μένει άφαντος κι αν ξέρεις / το σχέδιο που μπόρεσε τη συνοχή του» (Νύχτα, 2).
Όσο για το ύψος, ως την «ηχώ μιας μεγάλης ψυχής», ας το μετρήσουμε αλλιώς: «…κατέφυγε(ς) στον θάνατο κι απάντησε(ς) καθέτως τον ήλιο τροπαιοφόρο στην κεφαλή του Λόγου» (Ωδή στον Καραϊσκάκη).

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2025/02/18/ήμουν-είμαι-θα-είμαι-αυτός-που-ονειρε/