Vedem: Λογοτεχνικό περιοδικό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

1024px-%C4%8Casopis_Vedem

Vedem (του), ήταν ένα λογοτεχνικό περιοδικό στην Τσέχικη γλώσσα που υπήρξε από το  1942 έως το 1944  στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Terezin κατά τη διάρκεια του Oλοκαυτώματος.Δημιουργήθηκε  από  μια ομάδα αγοριών που ζουσαν  σε  στρατώνες, με επικεφαλής τον Petr Ginz. Συνολικά, περίπου 700 σελίδες του Vedem επέζησαν κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το περιοδικό  έγραψαν ,επιμελήθηκαν και εικονογράφησαν εξ ολοκλήρου  νεαρά αγόρια, ηλικίας δώδεκα έως δεκαπέντε, που  έζησαν στο Στρατόπεδο L417, ή ένα Σπίτι που  αναφέρεται ως Δημοκρατία της Shkid . Το περιεχόμενο του  Vedem  περιελάμβανε ποιήματα, δοκίμια, αστεία, διαλόγους, λογοτεχνικά περιοδικά, ιστορίες και  σχέδια. Τα θέματα αυτά στη συνέχεια αντιγράφονται με το χέρι και να διαβάζονταν γύρω από τους στρατώνες κάθε Παρασκευή βράδυ. Για κάποιο χρονικό διάστημα, το πόσταραν  στον πίνακα ανακοινώσεων του στρατώνα , ωστόσο, αποφασίστηκε να σταματήσει αυτή την πρακτική, επειδή κρίθηκε επικίνδυνο σε περίπτωση SS επιθεωρήσεων.

Περισσότερα διαβάστε εδώ: http://en.wikipedia.org/wiki/Vedem

*Το πήραμε από το http://varelaki.blogspot.com

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ποίηση – η καρδιά της τέχνης

beauty

Η ποίηση
ρουφήχτρα αστραπής και κεραυνού
αίμα τρελό στις αρτηρίες
στραπάτσο φύλλο
ή φλέβα νταμαριού.
Η ποίηση κόκκινη φέτα σελήνη
και κρύπτη μυστική
ήχος σε πηγάδι με μπαμπάκι
το μουγκρητό
ο παφλασμός
και το κλάμα 
στις πανάρχαιες κοίτες.

Ποίηση είναι η καρδιά της τέχνης. Είναι οι εκρήξεις της εσωτερικής έντασης πέρα από τις διαστάσεις του ορατού και του αόρατου, από τα όρια του χρόνου, του μύθου και της Ιστορίας, η ολοκληρωτική κατάλυση των φραγμών του υπαρκτού και του επινοημένου.

Αυτό που ονομάζουμε έμπνευση στην ποίηση, είναι η εκδήλωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Η διεργασία της είναι σαν τον αέρα. Έρχεται, σε χτυπάει, σε ζεσταίνει, σε δροσίζει ή σε κρυώνει και πάντοτε φεύγει. Φέρνει μέσα της τα σπέρματα του αιφνίδιου. Υπάρχει μια υποδόρια ταραχή και οι ξαφνικές λάμψεις των πρώτων οιωνών που σηματοδοτούν το μυστηριώδες αλφάβητο μιας άγνωστης μετάλλαξης. Οι φλέβες της διογκώνονται, αποκαλύπτονται οι υπόγειες διαδρομές, οι πόροι της γεμίζουν από τους υπόκωφους τριγμούς του επικείμενου.

Περισσότερο υπαινίσσεται ο ποιητικός λόγος και λιγότερο εκφράζει καθαρά, κοφτός, αγωνιώδης κι ελλειπτικός πάντα. Εκτός από εκείνο που λέγεται, συντίθεται και από εκείνο που δε λέγεται κι από εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Με τα κενά, τα διφορούμενα και τα σκοτεινά του σημεία Σημαίνει και Δείχνει.

Η ποιητική εμπειρία δεν είναι άλλο από ρυθμός ενσαρκωμένος με λέξεις, χωρίς καθορισμένα μορφικά μέτρα. Ρυθμός που εισδύει ανεπαίσθητα, γρήγορα ή ακατάληπτα και άλλοτε βίαια στο βάθος των πραγμάτων, στο λόγο που διέπει τις σχέσεις τους. Είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ιδιαιτερότητας του ποιητικού λόγου, το μόνο στοιχείο που μπορεί να αντισταθεί στην τυποποίηση της γλώσσας και στην εκφραστική της αφυδάτωση.

Ιέρεια των μυστηρίων της ύπαρξης η ποίηση, εξανθρωπίζει την ύλη. Με λέξεις οδηγούς και ρήματα κλειδιά, περνάει από περάσματα μυστικά, από λάμψεις πυκνές, φως δυνατό, σκοτάδι άχρονο. Έχοντας τις ρίζες της στο βαθύ και αόρατο πυρήνα της αλήθειας, εισέρχεται σε χώρους πανανθρώπινους, βιώνοντας, έτσι, την ιστορία όλων των ανθρώπων.

Στη σιωπή βρίσκει η ποίηση τον εαυτό της και την έκφρασή της, γνωρίζοντας καλά, πολύ καλά, να μετουσιώνει τη σιωπή σε δημιουργία, σε ανάταση, σε έκπληξη και κατάπληξη, σε ευδαιμονία ή εξαίσια απόγνωση. Όσοι έζησαν τη γοητεία της, εκείνοι που ένιωσαν διαρκή τη νοσταλγία του απόλυτου και καταστράφηκαν προσπαθώντας να αγαπήσουν, μόνον αυτοί μπορούν να καταλάβουν το όνειρό της και το δράμα της.

Η ποίηση αρνείται το φθαρτό υλικό της καθημερινής πραγματικότητας κι εκτοπίζοντας κάθε φορά ένα μέρος από τα ύδατα της λογικής, εκφράζει την αόρατη πραγματική πραγματικότητα που είναι η ευθύτητα της ζωής και του θανάτου, η άφθαρτη επιθυμία του ανθρώπου να υπερβεί την καθημερινή του κατάσταση.

Φύση και θέση η ποίηση είναι αντεξουσιαστική. Η διαδικασία της είναι μια συνεχής εικονοκλαστική πρόοδος, η κατάργηση κι αμφισβήτηση κάθε κανόνα και αρτηριοσκληρωτικής ακαδημίας, μέσω της αναζήτησης νέας φόρμας και αιτίας. Είναι από μόνη της ελευθερία. Ελευθερία επιλογής, ελευθερία κινήσεων, απελευθέρωση των συναισθημάτων, των οραμάτων, των σκέψεων, των ονείρων.

Το αν η ποίηση ξεσηκώνει ακόμη τις συνειδήσεις ή ανάγεται σε πρωτογενές όχημα κάθε επαναστατικής σκέψης, η απάντηση είναι «ναι». Το θέμα είναι να ανακαλύψουμε τα μαγικά συστατικά της και να δούμε τι είναι αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει από τη μονιμότητα, την κανονικότητα και τον ισοπεδωτικό λόγο. Γιατί, ποιος ξέρει, ίσως οι κατά Σαίξπηρ τρελοί, οι ερωτευμένοι και οι ποιητές, να κατακτήσουν κάποια στιγμή τον κόσμο.

Συνήθως οι τεχνοκράτες απωθούν την ποίηση, γιατί είναι εκείνο το κομμάτι της ύπαρξης που δεν ελέγχεται. Δεν την επικαλούνται ή μάλλον καλύτερα έχουν νομιμοποιήσει την τάση όλων όσων ποτέ, και κάτω από όποιες συνθήκες κι αν ζούσαν, δε θα ένιωθαν την ανάγκη της πλατιάς και σύνθετης ικανοποίησης που δίνει η τέχνη. Παρ’ όλα αυτά και μη μπορώντας να βρουν πληρότητα, κάποια στιγμή της ζωής τους θα αισθανθούν την ανάγκη να πλησιάσουν τον κόσμο αναζητώντας τον ξεχασμένο άνθρωπο μέσα τους, που η απουσία του θα σημάνει αδιέξοδο, φτώχεια και υποβάθμιση, αδυναμία του ανάπηρου ανθρώπου μπροστά στο μέγεθος των μονομερών επιτευγμάτων του.

Στο σύγχρονο κόσμο μας μπορεί να διατηρούμε τη γνώση σε σκληρούς δίσκους, αλλά δεν πάψαμε ποτέ να κρατάμε τις μεγάλες και σπουδαίες αλήθειες φυλαγμένες μέσα μας, με τη βοήθεια του μέτρου και του στίχου της ποίησης που ζεσταίνει τις καρδιές μας. Η ποίηση έρχεται κοντά μας ανά πάσα στιγμή. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, χαρίστε ένα ποίημα, ανταλλάξτε ένα ποίημα, στείλτε ένα ποίημα, γράψτε το σε ένα κομμάτι χαρτί και πετάξτε το κάτω από την πόρτα, δώστε ένα ποίημα στον άλλον.

Η ποίηση θα είναι άχρηστη μόνον όταν οι άνθρωποι ολοκληρωθούν, γίνουν τόσο διάφανα πλάσματα από την έκσταση που φέρνει η ολοκλήρωση, που θα καταντάει πια ανούσια, θα πέφτει σαν ξεραμένο φύλλο η όποια προσπάθεια περιγραφής της ζωής μας. Ως τότε, η ποίηση θα περπατάει πλάι μας.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2015/11/blog-post_9.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Εκδόσεις-Περιοδικό Πανοπτικόν – Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιτσίμη, περιοδικό Ένεκεν, τχ. 30, Δεκέμβριος 2013

12107797_10153761778874887_4439856233434672890_n

Η ποιητική συλλογή “Kλέφτικο’ του Γ. Πρεβεδουράκη είναι τελείως διαφορετική και μη συνηθισμένη στη δομή της από τα συνήθη “ποιητικά σχέδια” της εποχής μας. Αυτός είναι και ένας λόγος που την εκδώσατε, η εκκεντρικότητα σε σχέση με το ουσιώδες περιεχόμενο σάς ώθησαν ως αφετηρία έκδοσης;
Το «τελείως διαφορετική» και «μη συνηθισμένη» που αναφέρετε, αν ισχύει, αρκεί από μόνο του για να εκδώσω ένα ποιητικό βιβλίο· αλλά αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκη «εκκεντρικότητα» (η εκκεντρικότητα πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από απουσία περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ως όρος). Μπορεί να είναι τόλμη, τάλαντο, καινοτομία. Το «Κλέφτικο» το εξέδωσα γιατί ήταν ένα ποιητικό κείμενο που μου ήρθε από τον άγνωστό μου τότε Γιώργο Πρεβεδουράκη, το οποίο με συγκίνησε βαθύτατα. Θεωρώ ότι είναι από τα σημαντικότερα ποιητικά βιβλία νέων ανθρώπων που έχουν βγει τα τελευταία χρόνια (τουλάχιστον από όσα έτυχε να δω) και περιμένω πολλά από τον άνθρωπο που το έγραψε.

Τι είναι αυτό που εσείς θα αποκαλούσατε “εκδόσιμη ποίηση” στα 2013;
Ό,τι δεν είναι παραλογοτεχνία (που δυστυχώς αφθονεί γύρω μας) θεωρώ ότι είναι καταρχήν εκδόσιμο. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και πολύ καλό). Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…

Πόσο μακριά από την ποίηση βρίσκεται ο μέσος έλληνας αναγνώστης και ειδικά ο νέος κατά την άποψή σας; Πού οφείλεται αυτό;
Οι Έλληνες γενικά δεν διαβάζουν. Περαιτέρω, η ποίηση είναι κατ’ ουσίαν εκτός εμπορίου (αυτό βέβαια ίσως και να την σώζει με μια έννοια). Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι η εκδοτική βιομηχανία (υπάρχει και τέτοια και καταλαμβάνει το 80% της πιάτσας) έχει ρίξει το βάρος της στο μυθιστόρημα που είναι ογκωδέστερο, συνεπώς και ακριβότερο. Δεν ξέρω ποια άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί, γιατί κατά τεκμήριο η Ελλάδα είχε πάντοτε καλύτερους ποιητές από ό,τι πεζογράφους.

Θεωρείτε ότι οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μας κατά τα παρελθόντα έτη στοιχειώνουν τους σύγχρονους δημιουργούς και τους οδηγούν σε τέλμα μάλλον αξεπέραστο και σε μιμητικές επαναλήψεις;
Τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, απλώς ενώ η ματαιοδοξία πέφτει με το τουλούμι, το ταλέντο πέφτει με το σταγονόμετρο. Μεγάλοι ποιητές (και θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη με φειδώ) δυστυχώς βγαίνουν ελάχιστοι. Έτσι συνέβαινε πάντα. Κατά τα άλλα, μάλλον δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο ερώτημά σας, μιας και δεν έχω εποπτεία της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής.

Τι εκπροσωπούν λοιπόν οι εκδόσεις “Πανοπτικόν”, με ποια φιλοσοφία αναζητούν μια θέση στα βιβλιοπωλεία της ζωής μας;
Δεν εκπροσωπούν τίποτα (συγγνώμη, αλλά η λέξη εκπροσώπηση μου προκαλεί δυσφορία, σε ό,τι κι αν αναφέρεται). Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο –κυριολεκτικά– αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου. Εκδίδω λίγα βιβλία κάθε χρόνο και δεδομένου ότι δεν βιοπορίζομαι αποκλειστικά και μόνο απ’ το Πανοπτικόν (επί χρόνια η βασική πηγή βιοπορισμού μου ήταν μεταφράσεις και επιμέλειες εκδόσεων που έκανα για λογαριασμό τρίτων) έχω την πολυτέλεια να εκδίδω βιβλία που μου αρέσουν, χωρίς να λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου εμπορικά κριτήρια. Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μακάρι τα βιβλία που εκδίδω να είναι για κάποιους –όπως θα το ήθελε ο Κάφκα– τα τσεκούρια που θα σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα τους.

Μια αντι-ιστορία, μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο – Π.Ο., Fitzroy: The Biography, Collective Effort Press, 2015

po2

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ*

Το 1974, στην παρουσίαση ενός φωτογραφικού βιβλίου Robert Ashton για το Fitzroy, ένας νεαρός ντόπιος ποιητής, γνωστός ως Π.Ο. άρπαξε μερικά βιβλία και άρχισε να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας ότι τα απελευθέρωσε για χάρη του πραγματικού κόσμου του Fitzroy. Σαρανταένα χρόνια αργότερα, το περασμένο Σάββατο, στο , ο Π.Ο. παρουσίασε το δικό του προφίλ του πιο παλιού προαστίου της Μελβούρνης.

Ο Π.Ο. γράφει πάντα για το Fitzroy για πάνω από 40 χρόνια τώρα, αλλά μόλις τώρα κατάφερε να κυκλοφορήσει έναν ολόκληρο τόμο 740 σελίδων, ένα έργο ολκής και μεγάλης τόλμης, το οποίο συγκεντρώνει αρκετές πρωτιές και πρωτοτυπίες, με την πλέον χαρακτηριστική, ότι είναι ένα βιογραφικό βιβλίο, το οποίο, όμως, είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου με στίχους. Ωστόσο, «η ειρωνεία», λέει ο ίδιος, «είναι ότι το εν λόγω βιβλίο είναι πολύ μικρό σε σχέση με το αντικείμενο που πραγματεύεται…»

Το Fitzroy: The Biography είναι μια σειρά πορτραίτων ανθρώπων, γεγονότων και τοποθεσιών που έχουν άμεση σχέση με το εν λόγω θρυλικό εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης. Πασίγνωστες φυσιογνωμίες του Fitzroy παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου όπως ο Squizzy Taylor, ο Robert Hoddle -αυτός που χάραξε και σχεδίασε τους δρόμους και το ρυμοτομικό σχέδιο της πρώιμης Μελβούρνης-, ή ο ντόπιος ποδοσφαιριστής Kevin Murray, και ακόμα προσωπικότητες όπως οι Allen Ginsberg, Mary MacKillop και πάμπολλοι άλλοι. Ωστόσο, την τιμητική τους έχουν και λιγότερο γνωστές προσωπικότητες της περιοχής όπως η Ellen Fincham -η οποία μάλλον δολοφονήθηκε απόν εραστή της το 1899 ενώ ήσαν και οι δύο μεθυσμένοι-, ή ο William Keyang, που τυφλώθηκε σε ένα εργατικό ατύχημα το 1916 και, στη συνέχεια, αυτοκτόνησε. Θέση έχουν ακόμα και ονομαστοί επισκέπτες στο Fitzroy, όπως ο Bob Dylan ή ο Muhammad Ali.

Ο Π.Ο. εργάστηκε ως σχεδιαστής (draughtsman) επί 40 χρόνια και έχει εδώ και πολλές δεκαετίες τη φήμη ενός από τους πλέον αναγνωρισμένους και καθιερωμένους avant garde ποιητές, όχι μόνο στην Αυστραλία αλλά και έξω από τα σύνορά της. Άλλαξε το ονοματεπώνυμό του αφού ερωτεύθηκε τα Μαθηματικά. «Συνειδητοποίησα ότι καθώς το Π, το οποίο ήταν το αρχικό γράμμα του ονόματός μου, ήταν το επόμενο γράμμα από το O, στο ελληνικό αλφάβητο, τότε το Π ήταν αντανάκλαση του κύκλου. Για μένα αυτό από μόνο του ήταν έναν ποίημα» λέει. Έτσι, κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης στο Πανεπιστήμιο La Trobe Uni υιοθέτησε το Π.Ο. το οποίο και καθιερώθηκε έκτοτε.
Η οικογένειά του μετανάστευσε από την Ελλάδα στην Αυστραλία το 1954 όταν ο ίδιος ήταν τριών χρόνων, με ενδιάμεσο σταθμό στο μεταναστευτικό κέντρο της Bonegilla. «Ζήσαμε σε περίπου 20 σπίτια στο Fitzroy και η οικογένειά μου λειτούργησε γύρω στα 10 διαφορετικά καταστήματα στην περιοχή. Μεγαλώσαμε σε μια αρκετά δύσκολη περιοχή η οποία ήταν γνωστή τα στενά (the Narrows), τα δρομάκια δηλαδή γύρω από το Gertrude Street, και λειτουργούσαμε ένα καφενείο όπου έπαιζαν χαρτιά και άλλα τυχερά παιχνίδια, εκεί που τώρα είναι το συγκρότημα των πολυκατοικιών (commission flats). Είμαστε οι προτελευταίοι που φύγαμε από εκεί πριν τα κατεδαφίσουν» λέει.

Με μια τέτοια … ισόβια -θα λέγαμε- θητεία στην περιοχή του Fitzroy, ο Π.Ο., όχι μόνο ανέπτυξε μια αγάπη και ένα ασίγαστο ενδιαφέρον για το εμβληματικό αυτό προάστιο, αλλά το χρησιμοποίησε και ως βάση της έρευνάς του, άρα και ως πηγή της πειραματικής ποίησής του.

«Όταν μού καρφώθηκε η ιδέα να κάνω ένα πορτραίτο του Fitzroy δεν είχα κατά νου να γράψω για μένα ή την οικογένειά μου. Νόμιζα ότι θα ήταν μια παρουσίαση αυτών των ανθρώπων του Fitzroy, αλλά όταν άρχισα να ταξινομώ τις διαφορετικές αυτές ιστορίες κατά χρονολογική σειρά ήταν σαν να έβλεπα μπροστά μου ολόκληρη την τοπική ιστορία» λέει ο ίδιος.

Έτσι, λοιπόν, στο βιβλίο παρελαύνουν γεννήσεις και θάνατοι, διαμάχες και βεντέτες, οίκοι ανοχής και μπυραρίες, η ανάδυση του τοπικού κομμουνιστικού κινήματος, ο ερχομός των μεταναστών και η εμπειρία τους.
«Ως παιδιά ζούσαμε όλοι σαν σε συμμορίες. Η δική μου παρέα ήταν γνωστή ως “η συμμορία με τα πλακάκια” γιατί είχαμε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε πλακάκια δίπλα μας και όταν έρχονταν οι άλλες συμμορίες παιδιών στο δρόμο και στο μικρό μας πάρκο για να μας πετάξουν πέτρες εμείς αμυνόμασταν πετώντας πλακάκια, που τα κομμάτια τους έκοβαν σαν μαχαίρια» θυμάται.

Όπως και οι περασμένες δουλειές του Π.O. – για παράδειγμα, τα Number Poems, τα οποία αποτελούνται ολοκληρωτικά από μαθηματικά και αριθμούς– το ογκώδες αυτό έργο του πηγαίνει ακόμα πιο πέρα από την καθιερωμένη αντίληψη του τι ακριβώς είναι η ποιητική γλώσσα και τι μπορεί να πετύχει. Ο ποιητής πειραματίζεται με τα όρια μεταξύ πρόζας και ποίησης, δίνοντας έμφαση σε παλιές εφημερίδες και το τοπικό φολκλόρ. Είναι μια αντι-ιστορία που δεν χωράει σε καμιά Wikipedia, είναι όμως και μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο.
Όπως και η ίδια η αρχιτεκτονική του Fitzroy, στο βιβλίο δεν υπάρχει χρονολογική σειρά, ο αναγνώστης πηδά δεκαετίες ακόμα και αιώνες πίσω και μπροστά. Έτσι δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο αυτό σελίδα τη σελίδα, αλλά αναζητείς ονόματα και τοποθεσίες από τον πίνακα περιεχομένων.

Ο ίδιος λέει ότι δεν επιχειρεί να χαράξει κάποιες διαχωριστικές γραμμές αλλά να παραδεχτεί ότι η δημιουργία μιας βιογραφίας οικοδομείται μέσα του, στον δικό του εσωτερικό κόσμο, ως προσαύξηση. Ως βιογραφία δεν στέκει, γιατί το βιβλίο αυτό δεν αρχίζει με την ημερομηνία γέννησής του ή με τον ερχομό του στην Αυστραλία μέχρι και την 500ή σελίδα.

Αναδύεται από αυτή την ολάκερη εμπειρία, των καυγάδων, της έντασης, της βίας αρκετές φορές, ένα ασύλληπτο χιούμορ, μια ασυναγώνιστη ζωτικότητα στην ποίησή του. Η εικόνα της οικογένειας του Π.O. , τα μέλη της οποίας εργάζονται όλοι μαζί για να εξυπηρετήσουν τζογαδόρους, πόρνες, μεθυσμένους, πάνκηδες και μηχανόβιους, ξεχειλίζει από ενέργεια.

*Για τη συγγραφή του παρόντος χρησιμοποιήθηκαν (και) αποσπάσματα του ρεπορτάζ του Jason Steger στην εφημερίδα The Age (Δευτέρα, 28 Σεπτέμβρη) καθώς και από σχετικό δημοσίευμα στη The Saturday Paper. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Πέμπτη, 22 Οκτώβρ 2015, σελ. 6.

po1

Jennifer Mackenzie reviews Rimbaud in Java by Jamie James

rimbaud-in-java-233x300

Rimbaud in Java
by Jamie James
Editions Didier Millet
Singapore , 2011
Reviewed by JENNIFER MACKENZIE
 

Of the biographies of poets, it is that of Arthur Rimbaud (1854-1891) which continues to perplex and confound. Why is it that someone so gifted should abandon poetry at the age of twenty-one for the life of a trader, filling his head with accounting ledgers rather than visionary poetry? Why did he, in 1876, enlist in the Royal Netherlands Army, taking an arduous journey to Java, only to remain there for a few short weeks before returning to France, most probably, though not conclusively, on the vessel The Wandering Chief ?  Jamie James, novelist and critic and resident in Indonesia, turns his attention to those few short weeks. In his exquisitely written and presented little book Rimbaud in Java, James invites us to explore the very nature of poetic consciousness through the writings and journeys of this poet of the modern. He has succeeded in taking the reader on a journey by Rimbaud’s side, from the poet’s early days at school in Charleville in France, to his desultory wanderings in Europe, to his love affair with poet Paul Verlaine, and finally to the possible trajectories for his brief journey through Java. The book concludes with an enthralling account of the pervasive influence of Orientalist imagery on the art and literature of France in the eighteenth and nineteenth centuries, while at the same time connecting it with Rimbaud’s exposure to that current of thought.

In all its dizzying brilliance, it is the great work and the giving up of it which entrances us. How would Rimbaud be viewed say, if he had died at twenty-one, a poet of youthful masterpieces, a poet whose life was tragically cut short? In such a case the response would be overwhelmingly elegiac. It is the giving up, these journeys-trajectories without art which alarm, fascinate and compel us to hazard an answer.  As James demonstrates, there is a sense that the trading, the journeys have become for Rimbaud’s  readers  part of the work, part of the way we perceive it. A trader in Abyssinia, a fugitive in the wilds of Java, are they not unwritten Illuminations in which we search for the touch of the pen on the paper, for the hand dictating the invisible words?  We are drawn into the character of an artist who appears both impetuous and strong-willed, mercurial and knowing, and in regard to his legacy, the creator of a poetic persona both indifferent and calculating. As James so eloquently puts it:

The aesthetic, political and psychological reasons are much more rewarding to the imagination [than his status as a fugitive] …Rimbaud was already on his way toward a mythic identity as a protean hero, capable of becoming whatever one wanted him to be. The glamour that has attached itself to Rimbaud’s odyssey-in-reverse, the reason some people care so passionately about reconstructing the itinerary of his ceaseless efforts to escape from home, partakes of the magnetic attraction of his poetry (67).

Jamie James originally conceived the project about Rimbaud’s missing weeks in Java, of which no convincing explanation has been established, as a novel, as an account of his lost voyage, but the number of directions in which the narrative could run ‘saw disaster lurking’:

Above all it was the prospect of writing dialogue for Arthur Rimbaud that terrified me: he probably ordered a cup of coffee like anyone else, but who knows? Perhaps he made ordering coffee an interesting little event. Every previous attempt to put words in that pretty little mouth that I was aware of had ended in unintentional burlesque … (75)

On taking a ‘Rimbaud pilgrimage’ through Java some years ago, James writes that he could ‘do little more than tread in the Master’s known footsteps to the vanishing point’ (75). In his journey from Batavia to Semerang and to Salatiga, site of the army barracks where Rimbaud was billeted, the author found that, ‘The decommissioned train station in Tuntang [from where Rimbaud would have continued by foot to Salatiga] was the only place I sensed Rimbaud at my side’ (77).  James delicately  guides the reader through Java, from Batavia’s old port district of the still-extant Sunda Kelapa, to the capital’s colonial streets, to the compellingly rich landscapes of rural Java – those of Rimbaud’s ‘peppery and water-soaked lands’  (54) of ‘Democracy’ in Illuminations. He evocatively presents a ‘scorching two-hour march’ from Tuntang to Salatiga, with a glimpse of what Rimbaud would have seen, ‘The soldiers passed through terraced rice-fields, swampy lakes where carp were farmed, and small settlements of bamboo houses in the forest, sited beside the creeks that crisscrossed the dense jungle’ (54). A fortnight after that march, Rimbaud had disappeared, leaving his military uniform behind, probably wearing ‘a flannel vest and white trousers, standard colonial mufti’ (54).

It is at this point in the narrative that we reach the unknown, moving from that which can be faithfully portrayed, to a return to a deeper engagement with the enigma of the poet, and his protean consciousness, as he disappears from view. The only known account of these missing weeks is by his first biographer, brother-in-law Paterne Berrichon, who had noted that Rimbaud’s gaze ‘remained fixed with obstinacy on the Orient’(39).  In a tale which James amusingly characterises as Rousseau-like, Berrichon claiming that Rimbaud ‘had to conceal himself in the redoubtable virgin forest, where orang-utans still thrive. They taught him how to live undercover, to survive the attacks of the tiger and the tricks of the boa’ (29). The misplaced orang-utan and boa pale beside the reality of what, as James points out, any reader of the naturalist Alfred Russell Wallace would know, of the tropical jungle crawling ‘with tigers and rhinoceros, monitor lizards and crocodiles, pythons and kraits’ (70).  As for Berrichon’s fable, would it be possible to imagine Rimbaud telling a gullible confidant this story? Could we add the helpful orang-utan to an imagined unwritten text?

Did Rimbaud plan his escape during that fortnight domiciled in the barracks, concealing himself near a port before embarkation back to Europe? Was it the sheer reality of what confronted him in colonial Java, of what he had previously captured in A Season in Hell:   ‘The white men are coming. Now we must submit to baptism, wearing clothes, and work’ (69) that compelled him to up and leave?  Did he travel to Darwin? Did he visit opium dens, encounter monks at spiritual retreats, trajectories acting as a coda to what had been written, to what would no longer be written? Rimbaud in Java  concludes with a lively survey of the Orientalist imagination in France, covering the bizarre fantasies of writers such as Eugene Sue and his improbable Oriental prince, Djalma, the centrality of the East in the art of the Romantics and its importance to the Parnassian poets (of immediate connection to Rimbaud) such as Leconte de  Lisle. Baudelaire’s aborted voyage to Calcutta is amusingly recounted, as is the Javanese painter Raden Saleh’s depiction in a letter to a friend of Paris as an exotic paradise, ‘Paris is a garden at the centre of the universe, full of fragrant and delicious flowers and fruits…’ (113). A text previously unknown to this writer is mentioned, Balzac’s imaginary My Journey from Paris to Java (106).

Throughout his book Jamie James has included quotations from Rimbaud’s poetry ‘at every plausible occasion’ (12). He is right to have done so, as his translations are excellent, comparing favourably with John Ashbery’s recent Norton translation of Illuminations (2011).  Rimbaud is depicted with much love and respect, as well as with delight in the way the poet has left his readers with the enigma of his disappearance. In this indispensable book, Rimbaud in Java leaves us to consider the tantalising question: did Java in fact represent the very image of the hallucinatory which Rimbaud had determined to leave behind forever?
 
JENNIFER MACKENZIE is the author of Borobudur (Transit Lounge 2009) reprinted in Indonesia as Borobudur and Other Poems (Lontar, Jakarta 2012)

http://mascarareview.com/jennifer-mackenzie-reviews-rimbaud-in-java-by-jamie-james/

Ποίηση χωρίς σύνορα

kolaz_site

Κείμενο του Θανάση Βαβλίδα

«Η ποίηση δεν έχει σύνορα» θα ’χουμε σίγουρα ακούσει να λένε κάποιοι. Είναι, όμως, έτσι; Με ποια οχήματα η ποίηση ταξιδεύει από χώρα σε χώρα; Ασφαλώς με τις λέξεις. Αλλά οι λέξεις δεν είναι παντού οι ίδιες και δε φτάνουν πάντα σώες και αβλαβείς στον προορισμό τους! Συχνά, μάλιστα, υπόκεινται σε αλλαγές ή μεταμορφώσεις, γεννούν καινούργιες ή ρίχνουν στη λήθη τις παλαιές. Εκτός αν τις υιοθετήσει κανείς και τις αγαπήσει σα να ήταν δικές του! Και η αγάπη αυτή έχει τόση και μεγαλύτερη αξία, όσο δοκιμάζεται σε ένα περιβάλλον ξένο ως προς αυτό που τη γέννησε. Γι’ αυτό και θεωρούμε άξιους θαυμασμού εκείνους, και ειδικά τους ποιητές, που παρ’ ότι προέρχονται από κάποια χώρα γειτονική (ανατράφηκαν στην οικογένειά τους με μη ελληνικές παραδόσεις ή δεν έζησαν από την αρχή της ζωής τους  στον ελληνικό χώρο), ήρθαν σε στενή επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό, κατάφεραν να δαμάσουν μέσα τους τον λόγο τον ελληνικό και να του δώσουν μία δυνατή εκφραστική πνοή. Κι αυτό που λέμε δεν έχει να κάνει καθόλου με φυλετικές ή άλλες διακρίσεις, αφού δεχόμαστε εκ προοιμίου, ότι τόσο η ελληνική γλώσσα όσο και η ελληνική ποίηση αποτελούν αποδεδειγμένα πεδία του πνεύματος με βαθιά ελκτική δύναμη και μεγάλη εμβέλεια. Θα περίμενε κανείς, μάλιστα, περισσότερα δείγματα αυτής της εξέλιξης, αλλά οι αναφορές μας θα είναι ενδεικτικές και η κυριαρχία άλλων γλωσσών σήμερα δεν είναι παρά ένα στάδιο της συνεχούς εξέλιξης που διέπει αναμφισβήτητα την παγκόσμια επικοινωνία.

Μιλάμε για τους γειτονικούς μας λαούς γιατί μας συνδέει μαζί τους μία ιστορική πορεία με πολλά κοινά σημεία αλλά και έντονες διαφορές που έθεσαν σε δοκιμασία και εξακολουθούν να δοκιμάζουν αισθήματα μίας βαθύτερης ανάγκης για φιλία. Οι επαφές αυτές είναι συνεχείς και εξελισσόμενες. Ένα από τα πρώτα συναισθήματα που δοκιμάζει, ίσως,  κανείς κατά τα  πρώτα στάδια των  επαφών του είναι ο φόβος. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος τιτλοφορεί το πρώτο του βιβλίο με ποίηση «Ανεκπλήρωτοι φόβοι» (εκδόσεις Πολύτροπον 2012). Ο ποιητής γεννήθηκε στη Χειμάρρα της Αλβανίας το 1988. Σπούδασε στο Ε.Μ.Π. της Αθήνας και αργότερα ασχολήθηκε με την πεζογραφία. Ο φόβος, διάχυτος μες στα ποιήματα, αντιπαλεύει το θάνατο, την απομόνωση, το ψέμα, με στίχους που μιλούν και αναρωτιούνται σε καθομιλουμένη γλώσσα, με αναπάντεχες μεταφορές και αποκαλυπτικά νοήματα. Και μας λέει: «υπάρχει μεγαλύτερη κατάθεση ψυχής απ’ την ανάσα;»

Κάπου εδώ θα πρέπει να αναζητήσουμε και το «ποιητικό αίτιο». Πρόκειται για τον αμφίσημο τίτλο της ποιητικής συλλογής του Ένο Ανγκόλλι (εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015). Ο ποιητής γεννήθηκε στην Αλβανία το 1994 και τρία χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Αρίστευσε στο σχολείο κι από εκεί συνέχισε με υποτροφία σε διάφορα πανεπιστήμια του εξωτερικού καταλήγοντας  στον τομέα σπουδών  Αναλυτικής Φιλοσοφίας. Οι στίχοι του, συχνά με διαλογικό χαρακτήρα και φιλοσοφική ενατένιση, μορφοποιούν ισχυρές εντυπώσεις από την τέχνη, τα ταξίδια και τον έρωτα. Γράφει: «Τι κάνεις όταν δεν μπορείς να έχεις αυτό που αγαπάς; Του μοιάζεις…»

Από την Αλβανία, ας περπατήσουμε ανατολικότερα, προς τη Βουλγαρία. Εδώ θα συναντήσουμε τη Γιάννα Μπούκοβα και τη συλλογή της «Ο ελάχιστος κήπος» (εκδόσεις Ίκαρος 2006). Η ποιήτρια γεννήθηκε στη Σόφια το 1968. Σπούδασε κλασική φιλολογία και από το 1994 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Έκτοτε ασχολείται με τη μετάφραση ελληνικών κειμένων στα βουλγαρικά. Τα ποιήματά της είναι γραμμένα στα βουλγαρικά, αλλά οι επιρροές Ελλήνων ποιητών όπως ο Μ. Σαχτούρης και ο Γ. Ρίτσος είναι μερικές φορές διακριτή. Σκηνές της καθημερινής ζωής με κάποια αφηγηματική ροή, αποκτούν ξαφνικά άλλες διαστάσεις και συναισθηματική οξύτητα. Στις «Οδηγίες για αρπακτικό πουλί», μας συμβουλεύει «να αγαπάτε το βάθος σας,  ένα ταξίδι με τα φτερά του και με τα νύχια του» (μετάφραση από τα βουλγαρικά: Δημήτρης Άλλος).

Πλέοντας νοτιοανατολικά προς τη βασανισμένη Κύπρο, θα συναντήσουμε αρκετούς ποιητές που θεωρούμε φυσικό να γράφουν στα ελληνικά – αν και δεν είναι για όλους η μητρική τους γλώσσα – αλλά  εδώ μας ενδιαφέρουν εκείνοι που μετακινήθηκαν και δραστηριοποιούνται κατά μεγάλο μέρος στον ελληνικό χώρο. Η επαφή τους με το ελληνικό τοπίο, πιστεύουμε ότι είναι καθοριστική στο βαθμό που διασυνδέει τις λέξεις με το ιδιαίτερο άρωμα που εκπέμπει ο χώρος. Η Ευτυχία Παναγιώτου, για παράδειγμα, γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980, αλλά πλέον ζει στην Αθήνα. Οι «Χορευτές» (εκδόσεις Κέδρος 2014) είναι η τρίτη της ποιητική συλλογή και αποτελείται από επιμέρους τμήματα που αποτίουν φόρο τιμής στην ποίηση από όπου και αν προέρχεται, από τον Σοφοκλή και τα δημοτικά άσματα, μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ηλία Λάγιο. Έχοντας στη φαρέτρα της τη λιτότητα, την εύστοχη επανάληψη και το έντονο σκάψιμο στην εύφορη γη των λέξεων, πετυχαίνει να αναγάγει τους στίχους στον τίτλο της συλλογής, που τελειώνει ως εξής: “το μολύβι σέρνει το σώμα μο. Όρθιο στον αέρα – αντιστέκεται. Χορευτικό το ύφος, Σαολίν. Γρονθοκοπώ στον πυρετό της αγάπης».
Προερχόμενος από την Κύπρο, επίσης, ο Αντρέας Πολυκάρπου εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα φαγιούμ» στην Αθήνα (εκδόσεις Άπαρσις 2013). Ο ίδιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1984 και από το 2004 κινείται μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου για εκπαιδευτικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, ασκώντας κατά κύριο λόγο το λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Τα θέματά του στη συλλογή αυτή αντλούν έμπνευση κυρίως από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, από την ελληνική μυθολογία και την ελληνική νησιωτική χώρα. Οι λέξεις του σμιλεύουν τα θέματά του με τέτοιο τρόπο,  ώστε  αναδύονται με νέα μορφή και προάγουν την κατανόηση του σκληρού μας κόσμου. Ο ίδιος μας «αποκαλύπτει»: «στη μαθηματική αναλογία της φύσης είμαι η λέξη».

Συνεχίζοντας τη διάπλευση της Μεσογείου, φτάνουμε λίγο πιο μακριά, στο Ισραήλ. Από εκεί μας έρχεται ο Ράμι Σαάρι. Γεννήθηκε το 1963 στο Ισραήλ, ταξίδευσε στην Αργεντινή, στην Ουγγαρία, στη Φινλανδία και από το 2002 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε σημιτικές και ουραλικές γλώσσες. Η ποιητική του συλλογή «Κάτω από τις πατούσες της βροχής» (εκδόσεις Οξύ 2006) γνώρισε αρκετή απήχηση. Έχει μεταφράσει από τα ελληνικά στα εβραϊκά, μία σειρά σημαντικών ποιητών μας.  Ξεκινώντας από απλά, καθημερινά αντικείμενα ή γεγονότα, ο Σαάρι ανιχνεύει την ποιητική τους ουσία. Διακρίνουμε, επίσης, μια ιδιαίτερη αγάπη για τα ζώα. Επιβεβαιώνει ο ίδιος: «Ανοίγω το παράθυρο του βιβλίου σε μια νέα ποιητική συλλογή και ο καθαρός ορίζοντας ανοίγει διάπλατα με ζώα και χωρίς ανθρώπους» (μετάφραση από τα εβραϊκά στα αγγλικά: Β. Έντεν, από τα αγγλικά στα ελληνικά: Αθ. Βαβλίδας). Τέλος, αν κινηθούμε πιο νότια, ξεφεύγοντας από τα γεωγραφικά όρια της γειτνίασης, αλλά υιοθετώντας τα όρια μίας θρησκευτικής και ιστορικής γειτνίασης, θα ανακαλύψουμε την Αρμενία και μία συστάδα νέων ποιητών που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα και κυρίως στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι κρατούν τις επαφές τους με την πατρίδα και την παράδοση, αντιστέκονται στην παραποίηση της Ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλουν την ισοπέδωση των αξιών. Επειδή με δυσκολία θα ξεχωρίζαμε κάποια ή κάποιον, περιοριζόμαστε εδώ σε μία συλλογική αναφορά, που  πιθανόν αργότερα, να καταλήξει σε μία εκτενέστερη παρουσίαση.

Ούτως ή άλλως, οι αναφορές μας δεν ήταν εξαντλητικές και οι οποιεσδήποτε υποδείξεις σας να γνωρίσουμε και άλλους ποιητές που εμπίπτουν στα πλαίσια που τέθηκαν στην αρχή, θα είναι ευπρόσδεκτες. Η ποίηση δεν έχει σύνορα, το αντίθετο μάλιστα: προσπαθεί, ξεπερνώντας τους περιορισμούς της γλώσσας, να καταδείξει τον πλούτο των ιδεών και το εύρος των αξιών που διατρέχει την ανθρώπινη ύπαρξη σε όλα τα μήκη και πλάτη του …χρόνου!

Ποίηση χωρίς σύνορα – Κείμενο του Θανάση Βαβλίδα

Μήτσος Παπανικολάου – Ένας αξιόλογος «ελάσσων» του Μεσοπολέμου

mitsosPapanikolaou

Ο Μήτσος Παπανικολάου γεννήθηκε το 1900 στην Ύδρα και πέθανε το 1943 στην Αθήνα. Η ζωή του μοιράστηκε, θα μπορούσαμε να πούμε, ανάμεσα στο φως του αισθητισμού και της ποιητικής καθαρότητας από τη μια και από την άλλη στο σκοτάδι των εξαρτήσεων, του «απαγορευμένου» έρωτα και της οικονομικής –προς το τέλος της ζωής του- εξαθλίωσης. Εμφανίζεται στα νεοελληνικά Γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 16 ετών, δημοσιεύοντας μια σειρά ποιημάτων στη Διάπλασιν των παίδων και συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά. Φοιτητής της Νομικής από το 1917, εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και στρέφεται προς τη δημοσιογραφία μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας στη Χωροφυλακή το 1920. Με την ανθολόγηση δύο πρωτότυπων ποιημάτων του στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα, Οι Νέοι, το 1922, «καθιερώνεται σαν ποιητής», ενώ το 1923 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στο περιοδικό Μπουκέτο, ιδιότητα που θα τον καθιερώσει μέχρι το 1939/1940 ως ποιητή, μεταφραστή και κριτικό της νεοελληνικής, αλλά και της ξένης, λογοτεχνίας. Ωστόσο, η αδιέξοδη προσωπική του ζωή, ο κλονισμός της υγείας του και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, αλλά και οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν με τον πόλεμο και την Κατοχή, θα τον οδηγήσουν σε πλήρη εξαθλίωση. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, και παρά τα βραχύβια αποτελέσματα απεξάρτησης στο Τμήμα Τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου, πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών μέσα σε άθλιες συνθήκες.

Γράφοντας στα 1938 την κριτική μελέτη «Ο ποιητής μιας γενιάς», η οποία αναφέρεται στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, ο Παπανικολάου αφήνει να διαφανούν οι βασικές αρχές της ποιητικής του: η νεορομαντική και εξιδανικευμένη αντίληψη περί αγνότητας και λυρικότητας του ποιητικού λόγου από τη μια, αλλά και το νεοσυμβολιστικό αίτημα για μουσική υποβλητικότητα από την άλλη, θα οριοθετήσουν τη μόνιμη προσπάθεια του Παπανικολάου να κατακτηθεί η «καθαρή ποίηση», ώστε να «μεταδώσει την καθαρή αισθητική συγκίνηση από το συναίσθημα, από το δραματικό αίσθημα και την εσωτερική κατάσταση ή από την άμεση αίσθηση και την εξωτερική εντύπωση, ακόμη και με τις παρηχήσεις των φθόγγων».

Η κριτική επεσήμανε την «αδιαφορία» του να εκδώσει ποιητική συλλογή ως ένδειξη υποτίμησης του πρωτότυπου ποιητικού του έργου ή υπογράμμισε την αδυναμία του να δώσει ένα συμπαγές και «μεγάλο» έργο, με αποτέλεσμα να «απομένει, βέβαια, κάπως λίγος». Παρ’ όλα αυτά, ο Παπανικολάου δεν σταμάτησε μέχρι τον θάνατό του να δημοσιεύει ποιητικά κείμενα και, το βασικότερο, να επεξεργάζεται κάποια από τα κείμενά του ενόψει αναδημοσιεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια σειρά κειμένων που από δημοσίευση σε αναδημοσίευση παρουσιάζονται με σημαντικές διαφορές και με συνεχή προσπάθεια να επιτευχθεί η λιτότερη και καθαρότερη ποιητική εκφραστική και να δοθεί η ιδανική – μετρικά, στιχουργικά και γλωσικά – μορφή, ακόμη και όταν ο ποιητής θα αποπειραθεί να γράψει σε ελευθερωμένο ή και ελεύθερο στίχο. Αυτά τα δύο δεδομένα, η αδιάλειπτη δηλαδή ώς τον θάνατό του ποιητική παρουσία και η προσπάθειά του να πλησιάσει την ιδανική ποιητική μορφή, σε κάποια τουλάχιστον ποιήματά του, μπορεί να μην τον καθιστούν σπουδαίο ποιητή, επιβεβαιώνουν όμως την ταυτότητα του αισθητιστή, που «δεν εζήτησε από την Ποίηση, όπως και από την ίδια τη ζωή, την Αλήθεια ή την Ιδέα. Ακόμα και η Ομορφιά του ήταν λίγο. Εζήτησε κάτι πιο τραγικό: την Ηδονή […] και μάλιστα [την] όσο το δυνατόν δουλεμένη». (…)

Μιχάλης Ρέμπας

Σημ.: Αναδημοσίευση της εισαγωγής ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 66, Οκτώβριος 2015. Ο Μιχάλης Ρέμπας είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, είναι υποψήφιος διδάκτωρ και έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και φιλολογικές εργασίες.

Ακολουθούν δύο ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου:

ΜΙΣΟΣ

Τι μένει; Τι μένει;
Μια νύχτα γεμάτη φωνές την πόλη τυλίγει.
Οι δρόμοι είναι τρόμος. Για πάντα έχουν φύγει
οι αγαπημένοι.

Πέθαναν ετούτοι,
εκείνοι χαθήκαν.
Της νιότης τα πλούτη
εσβήσαν, σωθήκαν.

Κι εμείς συντριμμένοι
τραβάμε μοιραία το δρόμο που βγαίνει,
εκεί που κανείς δε γυρίζει.
Μας λύγισε η πείνα… Μας τσάκισε ο πόνος…

Μας έριξε κάτω κι εδώ μας πατάει
ο νόμος… ο νόμος…
Κανείς πια στη νύχτα δεν μας τραγουδάει
κανένας δυο λόγια γλυκά δεν μας λέει
η μάνα μας κλαίει.

Το στήθος μας πού ‘κλεισε τόσην αγάπη,
μας το ‘χει φουσκώσει το μίσος,
το μίσος που ανάβει πυρκαϊές μες στις χώρες
και φέρνει τις μπόρες…

Στυγνοί βρυκολάκοι, μ’ εχθρούς και με μίση
ζητάμε τα θύματα…
Η θάλασσα φτάνει… Ξεσπάνε τα κύματα…
Εμπρός… Να μια λύση.

1933

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Δώσε μου την ανάμνηση του πράσινου δρόμου,
το σπίτι με το κόκκινο φως,
τα παλικάρια που χόρευαν.
Οι αράχνες έφραξαν τα παράθυρα,
γέμισαν σκόνη τα βιβλία.
Τη θύμησή σου δώσε μου
γιατί έμεινε γυμνό το χαίρε.
1938

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/10/blog-post_80.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+ (στίγμαΛόγου)

Humanity in Poetry: Writing Through Fences at Word Travels’ Story Fest

Hani-476x317

BY NYSSA BOOTH

This October, Australia’s largest performing writers program, Word Travels’ Story Fest, is taking on the international conversation surrounding refugees. For most Australians it is impossible to understand what it is like to have to flee your home country, blinded to what the future may hold.

Through the power of creative writing, Story Fest provides a voice to those who have transformed their challenges into influential stories, and is a platform to discuss past experiences with passion, vulnerability and raw authenticity.

The weekend extravaganza will consist of multiple poetry slams, forums, discussions and a special event entitled Writing Through Fences, which will open the Australian Poetry Slam National Final at the Sydney Opera House.
Featuring three refugee poets who sought asylum in Australia, Writing Through Fences is sure to spark heartfelt discussion among the audience and other competing poets. “You will hear from people who have travelled through the darkest places in the human psyche and have found poetry to guide them to sunlight,” said Creative Director of Word Travels, Miles Merrill.

Hani Aden is a Somali writer, who wrote from Christmas Island where she was held for 13 months. During her time in detention, Aden reached to poetry as an outlet to express her emotion and pain. “I thought expressing myself through the power of poetry and storytelling was the only way many of us could walk free in this land,” she explained. Aden is performing alongside Yarrie Bangura, a young refugee, who as a child fled civil war in Sierra Leone; and Kaveh Arya, who fled Iran and became a refugee in Turkey, until he and his family migrated to Australia in 1995.
Continue reading

Η ποίηση και η θεωρία στο «τέλος» της ιστορίας

10517540_10204413201949786_2419423045332454255_n-copy

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Αλλά προβάλλων απλώς το σύγγραμμα τούτο ως ιστορίαν ή αν αγαπάς κα- λύτερα ως μύθον, εις τον οποίον, μεταξύ τινών αξιών μιμήσεως παραδειγμάτων, θέλουν ευρεθή ίσως και άλλα δικαίως φευκτά, ελπίζω ότι αυτό θέλει ωφελήσει τινάς, χωρίς να βλάψει κανένα, και ότι όλοι θέλουν με ομολογήσει χάριν διά την ειλικρίνειάν μου.
ΡΕΝΕ ΝΤΕΚΑΡΤ

Διαθέτει άραγε η μεταμοντέρνα ή μεταβιομηχανική εποχή μας το προνόμιο που υπαινίσσεται αυτό το άκρως αντιμεταφυσικό «μετα-»; Συνιστά μήπως –για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπως λέγεται– μια εποχή (με τη φιλοσοφική έννοια) εντός της οποίας έχουμε το δικαίωμα να σχολιάζουμε το παρελθόν ως έναν ήδη αρτιωμένο κύκλο ανάπτυξης, ή πρόκειται για μιαν ακόμα έξαρση πνευματικής αλαζονείας, από εκείνες που έχουμε εντοπίσει προ πολλού στον εγκυκλοπαιδισμό του Ακινάτη, στο Υπέρτατο Ον του Ροβεσπιέρου, στο υπερφίαλο Απόλυτο του Χέγκελ; Και αν ισχύει το δεύτερο, είναι μόνο αλαζονεία η βιασύνη να διακηρύττεις το τέλος όλων των θεμελιωδών εννοιών, με τις οποίες η ανθρωπότητα προσπάθησε να συλλάβει τον εαυτό της καθοδόν προς τον εαυτό της, ή ένα ακόμα πρόγραμμα ορθολογικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, από αυτά που τόσο συχνά εκπόνησαν τα τελευταία 60 χρόνια οι περίφημες Σχολές Στελεχών της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και τα Τμήματα Στρατηγικού Μάρκετινγκ Μη Κερδοσκοπικών Οργανισμών των ΗΠΑ;

Ας θυμηθούμε πώς ξεκίνησε αυτή η παράδοξη ιδέα για το τέλος της Ιστορίας, η οποία έ-λαβε διαστάσεις κωμικής απομίμησης επιστη- μολογικού μοντέλου. Το 1989, η αμερικανική συντηρητική επιθεώρηση διεθνών υποθέσεων The National Interest δημοσίευσε το δοκίμιο “Το τέλος της Ιστορίας”, του διεθνολόγου Γιοσιχίρο Φράνσις Φουκουγιάμα. Εκεί, ο Φουκουγιάμα, μέλος της ομάδας πανεπιστημιακών οι οποίοι, εμπνεόμενοι από τις πολιτικές απόψεις του νεο καντιανού πολιτικού φιλοσόφου Λ. Στράους, επεξεργάστηκαν θεωρητικά την πολιτική παγκόσμιας ηγεμονίας των Μπους, διακηρύττει το τέλος της Ιστορίας ως αντιπαράθεσης ιδεολογιών και την αρχή μιας περιόδου που θα χαρακτηρίζεται από την επικράτηση του κλασικού φιλελευθερισμού, έχοντας να επιλύσει μόνο τα προβλήματα που προκύπτουν από τις ανθρωπολογικές ορίζουσες του ανθρώπινου είδους. Για να δώσει κύρος στον ισχυρισμ του, επικαλείται τα σχόλια στη Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ, που πραγματοποίησε ο Ρώσος φιλόσοφος Αλεξάντρ Κοζέβ.

Στην πραγματικότητα, οι απόψεις του Φουκουγιάμα δεν ήταν παρά μια χοντροκομμένη αναπαραγωγή των παράδοξων απόψεων του Κοζέβ, ο οποίος –εγκλωβισμένος ανάμεσα στις απάνθρωπες συνέπειες της μαρξιστικής ορθοδοξίας και στις αποτυχημένες προσπάθειες της φαινομενολογίας να θεμελιώσει μια στοχαστική επαφή με την Ιστορία– θεώρησε πως τα προβλήματα που θέτουν τα διαρκώς επανερχόμενα ιστορικά προτάγματα μπορούν να λυθούν στο επίπεδο της ανθρωπολογίας· μιας ανθρωπολογίας, όμως, ήδη μολυσμένης από την ασθένεια του φιλοσοφικού συστήματος, που οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν θέσει στο στόχαστρο της κριτικής από το 1845, με τη Γερμανική ιδεολογία. Με αυτή την κίνηση, ο Φουκουγιάμα προσδοκούσε την σιωπή των Ευρωπαίων πανεπιστημιακών, οι οποίοι –ήδη αμήχανοι από τα αλλεπάλληλα κύματα σχετικισμού που παρήγαγαν οι εργασίες τους– στέκονταν απέναντι στα καταλυτικά ιστορικά γεγονότα του τέλους του 20ού αιώνα, δίχως να μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στο χρέος τους να θέτουν σε αναστολή κάθε βεβαιότητα και την επί δεκαετίες ένοχη οικοδόμηση των σχέσεών τους με την πολιτική. Και η αλήθεια είναι πως τη σιωπή αυτή την εξασφάλισε ο Αμερικανός μάνατζερ του συντηρητισμού, αν εξαιρέσουμε ορισμένους διανοουμένους –που ούτως ή άλλως κινούνταν πάντα στον χώρο της αντιδογματικής Αριστεράς– και, φυσικά, τον πολύχρωμο θίασο των αποδομιστών, οι οποίοι τρέκλιζαν ανάμεσα στον θεωρητικό εξ- τρεμισμό του γνωστικισμού τους και στον νευρωτικό ακαδημαϊσμό. Η ευρωπαϊκή διανόηση δέχθηκε εξαιρετικά εύκολα τις έντεχνα απλου- στευτικές απόψεις ενός Αμερικανού συμβούλου. Τα αποτελέσματα αυτών των απόψεων, που δεν ήταν παρά ένα είδος γκρίζας διαφήμισης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αποτελούν σήμερα το πλαίσιο εντός του οποίου η αποκατεστημένη ιεράρχηση των «σταθερών» αξιών της αστικής κοινωνίας, όπως τη φαντάστηκε ή την επιθύμησε ο Χομπς (ως προστασία της ατομικής ύπαρξης με τη δημιουργία ενός αδέκαστου κράτους, που αντλεί το δικαίωμα της αποκλειστικής βίας από την αδυναμία του ατόμου να ελέγχει τη βιαιότητά του!) προσπαθεί να ανατάξει τις στρεβλώσεις της ανθρώπινης φύσης που δημιούργησαν μερικοί αιώνες αμφισβήτησης.
Continue reading