Δημήτρης Τσαλουμάς 1921-2016

Πληροφορήθηκα μερικές ώρες πριν, σήμερα, τον θάνατο στο νησί του, στη Λέρο, ενός από τους μεγαλύτερους -κατά τη γνώμη μου- ποιητές που ανέδειξε η ελληνο-αυστραλιανή παροικία της Μελβούρνης, της Αυστραλίας, αλλά και, γενικότερα, της Ελληνικής Διασποράς, του Δημήτρη Τσαλουμά.

Αν και θα επανέλθω, κυρίως με ποιήματα του Δημήτρη Τσαλουμά, στο άμεσο μέλλον, εν είδει ελάχιστου φόρου τιμής και μικρού αφιερώματος, παραθέτω λίγα πράγματα: ένα βίντεο από εκδήλωση προς τιμήν του στη Λέρο, μια φωτογραφία, ένα εξώφυλλο ποιητικής του συλλογής καθώς και συνδέσμους δημοσιευμάτων που έχω κάνει μέσα από το ιστολόγιο αυτό.

Αν και αναγνωρισμένος ποιητής στην Αυστραλία, μιας και δίγλωσσος και μεταφρασμένος, στην Ελλάδα δεν είναι τόσο γνωστός, ίσως και παντελώς άγνωστος από αρκετούς ποιητικούς κύκλους. Εμείς εδώ στο Κόσκινο επιφυλασσόμαστε να καλύψουμε αυτό το κενό, όπως μπορούμε.

Δημήτρης Τσαλουμάς – Το ψυγείο

Στις στοές των ψυγείων κρέμονται αναιμικά
τα σφαχτά. Ξαφνικός και επιδέξιος
με ριγωτή ποδιά στο σκίρτημα του φωτός
εμφανίζεται μες στα τσιγκέλια αυτός ,
κι επιλέγοντας γυμνότατον αμνόν απέρχεται
σφραγίζοντας ξανά το σκοτάδι .

aiol8

HN05(1)

**Ο Δημήτρης Τσαλουμάς γεννήθηκε στη Λέρο το 1921. Τελείωσε το ελληνικό ημιγυμνάσιο και το ιταλικό γυμνάσιο στο νησί του και λίγο αργότερα, τα πρώτα χρόνια του πολέμου, το ιταλικό Κλασσικό Λύκειο της Ρόδου. Ζει από το 1952 στην Αυστραλία, όπου σπούδασε Αγγλική και Γαλλική Φιλολογία και δίδαξε ώς το 1982 στα κρατικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης στη Μελβούρνη. Δίδαξε, επίσης, σε διάφορα πανεπιστήμια ως επισκέπτης συγγραφέας. Τιμήθηκε με έξι από τις σημαντικότερες διακρίσεις της Αυστραλίας τόσο για τα αγγλόγλωσσα βιβλία του, όσο και για έναν τόμο που μεταφράστηκε από τις ελληνικές του συλλογές από τον Philip Grundy με τον τίτλο The Observatory (Το παρατηρητήριο). Τα τελευταία χρόνια μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Λέρου και Μελβούρνης. Δύο νέες συλλογές ποιημάτων του (γραμμένες στα Ελληνικά), δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα.

https://tokoskino.wordpress.com/2013/01/13/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%82-%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1/

https://tokoskino.wordpress.com/2012/12/01/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%82-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1-%CF%83-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%AC%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83/

https://tokoskino.wordpress.com/2011/09/08/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%82-%CE%AC%CF%83%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%AC%CF%83%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82-2/

https://tokoskino.wordpress.com/2012/05/24/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%82-%CE%BD%CF%85%CF%87%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C/

https://tokoskino.wordpress.com/2014/05/14/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5/

https://tokoskino.wordpress.com/2015/02/08/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%82-vigil-%CE%B1%CE%B3%CF%81%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B1/

https://tokoskino.wordpress.com/2011/04/02/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7-%CF%84%CF%83/

https://tokoskino.wordpress.com/2015/02/14/dimitris-tsaloumas-a-winter-journey-%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C-%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B4%CE%B9-owl-publishing-2014/

https://tokoskino.wordpress.com/2016/01/22/the-leap-over-the-bounds-of-self-a-tribute-to-the-poetry-of-dimitris-tsaloumas-in-celebration-of-two-recent-bilingual-poetry-publications-honouring-the-poet-and-his-art/

https://tokoskino.wordpress.com/2011/03/07/dimitris-tsaloumas-a-voluntary-exile-%E2%80%93-selected-writings-on-his-life-and-work-owl-publishing-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BD%CE%B7-1999/

https://tokoskino.wordpress.com/2014/05/18/dimitris-tsaloumas-un-chant-du-soir-orphee-la-difference-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82-2014/

https://tokoskino.wordpress.com/2015/02/14/dimitris-tsaloumas-a-winter-journey-%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C-%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B4%CE%B9-owl-publishing-2014/

Γιάννης Λειβαδάς: «Η μοναδική κουλτούρα είναι η ελευθερία»

vakxikon_to_neo_leivadasneo9

Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη για “Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα”

Μαδρίτη, Λισαβόνα, Παρίσι, Βαρκελώνη, Τογκούρτ, Ταγγέρη, Γένοβα, Νίκαια,  Μαρόκο είναι κάποιοι από τους τόπους που επισκέπτεται και αναπολεί το νέο πεζογράφημα του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο “Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα” δεν έχει καμία σχέση με ένα βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων του συνήθους και κατ’ επίφαση κοσμοπολιτισμού, των διήμερων τριήμερων ή και πενταήμερων διανυκτερεύσεων με πρωινό ούτε ακολουθεί άλλωστε κάποια από τις πεπατημένες αφηγηματικές διαδρομές στην εξέλιξή του.

Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα ξαφνιάζει, σαν ένα αναπάντεχο χαστούκι, τον αμύητο αλλά και τον μυημένο αναγνώστη και τον προκαλεί να πάψει να είναι θεατής και να συμμετάσχει σε μια λογοτεχνία ατίθαση, ασυμβίβαστη, αιρετική, μια λογοτεχνία πυρετική και αυθεντική,  μια λογοτεχνία που πίνει, καπνίζει, ξενυχτάει, περιπλανιέται άσκοπα, μπαινοβγαίνει στα μπαρ,  συνομιλεί με αγνώστους, φιλοσοφεί με αστέγους, κοιμάται σε υπόγεια, ξυπνάει στο δρόμο και μπορεί να βρεθεί να πίνει νερό από την ίδια λιμνούλα με έναν σκύλο αδέσποτο.

Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα  είναι  ένα ημερολόγιο εξερεύνησης σε άγνωστους τόπους της λογοτεχνίας, όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι όπως πριν και με αυτή την έννοια δικαιώνει τον χαρακτηρισμό του ως ένα «Πύραμα της  γραφής». Την ίδια στιγμή είναι από μόνο του ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι με το Magic Bus της γραφής, Παρίσι, Λονδίνο , Άμστερνταμ ή Βερολίνο, δεν έχει σημασία τελικά, σαν παρατεταμένος αυτοσχεδιασμός στις  μουσικές  κλίμακες των μπλούζ.

Ο Γιάννης Λειβαδάς μιλά στο Book Bar για το νέο του βιβλίο,  τους ποιητές, τις πόλεις, το Παρίσι, την Αθήνα, τη λογοτεχνία, την κρίση, τις εκλογές και για το ταξίδι της ζωής. Αν ο Λαοκόοντας προκάλεσε την οργή της Αθηνάς και πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή την προσπάθεια να διαλύσει την πλάνη του πλήθους των Τρώων, ο Γιάννης Λειβαδάς, δείχνει πιο σοφός:  «Αν έχεις μικρά φτερά μην κάνεις μεγάλο ταξίδι, αν πάλι  έχεις φτερά μεγάλα πρόσεξε να μην κάνεις μικρό», γράφει  σε ένα σημείο του βιβλίου.

Πώς γράφτηκε «Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα»; Ποια ανάγκη ή ποια επιθυμία σε ώθησε να ξεφύγεις από την ποιητική φόρμα και να περάσεις λογοτεχνικά σε έναν ποιητικό-πεζό λόγο;

Μακριά από την κοινοτυπία και την συν-ευθύνη. Το βιβλίο άρχισα να το γράφω όταν ήμουν μόλις είκοσι ενός χρόνων. Το μόνο που γνώριζα ήταν ότι ήθελα να αφήσω τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους, συντελώντας ναι μεν καταλυτικά, αλλά παρεμβαίνοντας κατά το ελάχιστο δυνατό. Μέχρι τα τέλη του 2010 είχαν συσσωρευτεί 970 σελίδες α4 από τις οποίες κράτησα τελικά ελάχιστες. Δεν πιστεύω ότι μετατοπίστηκα και τόσο, όλα είναι ποίηση, όταν κάνω λόγο για μυθιστόρημα εννοώ απλά μια ποίηση που απολαμβάνει συνάμα, σε πραγματικό χρόνο, την ονειροπόληση του εαυτού της. Σε αντίθεση με το ποίημα, το οποίο δεν ονειροπολεί αλλά επαγρυπνεί. Όλα οφείλονται στη ζωή, ό,τι υπάρχει, υπάρχει γιατί γίνεται πράξη. Η πράξη είναι η νομοτέλεια της τέχνης της γραφής, η οποία παραμένει ύστατη προσωπική ευθύνη. Ακριβώς επειδή το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας συρρικνώνεται σταδιακά όλο και περισσότερο, τα βιβλία που περιέχουν σπέκουλες, φαντασιώσεις και εικασίες κάνουν μόνο για ευπώλητα. Οτιδήποτε είναι εμπειρικά ανεφάρμοστο, στη ζωή του ποιητή, είναι απολύτως ανούσιο για την τέχνη της γραφής.

Μαδρίτη, Λισαβόνα, Παρίσι, Βαρκελώνη, Τογκούρτ, Μαρόκο, Ινδία είναι κάποιοι από τους πολλούς τόπους που αναφέρονται στην αφήγηση. Υπάρχει κάποιος ημερολογιακός χαρακτήρας στα κείμενα του βιβλίου;

Στην αρχή το βιβλίο δεν ήταν παρά μια ροή ημερολογιακών σημειώσεων αλλά πολύ σύντομα άρχισε να διαστέλλει τον χρόνο και να αποκτά μια ανεξαρτησία σε σχέση με το χέρι και το σημειωματάριο. Ακόμη και σε σχέση με τη διάνοια του συγγραφέα. Πιστεύω ότι το βιβλίο δεν κατάφερε απλά να γίνει άνθρωπος αλλά ξανάγινε βιβλίο• το βιβλίο ενός δημόσιου θανάτου. Δεν θέλησα να πω τίποτα γράφοντάς το, θέλησα μόνο να κάνω στην άκρη και να αφήσω τα πράγματα να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Μιλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο για το ανήκουστο θαύμα της ζωής η οποία κερδίζει μόνο σαν ηττάται από τον άνθρωπο.

Τα ταξίδια με τη ζωή έχουν συμβάλλει στα ταξίδια του μυαλού και τα ταξίδια της γραφής σου;

Η ζωή είναι το μεγαλύτερο και πιο απίθανο σχήμα, εμπεριέχει τα πάντα. Συνεπώς έχει συμβάλλει τα μέγιστα. Το μυαλό και η γραφή ωθούν συχνά-πυκνά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, η ζωή όμως είναι ο χάρτης και όλα όσα βρίσκονται εκτός χάρτη. Δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου να έχει ταξιδέψει περισσότερο με το μυαλό ή τη γραφή, όπως λες, απ’ όσο με την πραγματική ζωή.

Ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο ελεύθερο, ατίθασο, αντισυμβατικό, σε πλήρη αντίθεση με τις σημερινές απαγορεύσεις, πίνει, καπνίζει, αλητεύει και ζει τη ζωή στα όρια. Ένα πρόσωπο που μοιάζει να έρχεται από μιαν άλλη κουλτούρα και μιαν άλλη εποχή. Τι πιθανότητες θα είχε το πρόσωπο αυτό να… επιβιώσει στη σημερινή εποχή;

Αφηγητής δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο εκείνος που κάθισε να γράψει. Και αυτός είναι ένας πραγματικός άνθρωπος, με πραγματικές εμπειρίες, ο υποφαινόμενος. Δεν μπορώ να συνηγορήσω σε όσα αναφέρεις σχετικά με τις εμπειρίες και τα όρια. Η αντίθεση που αναφέρεις βρίσκεται στο πλήθος, στην πληθο-κρατία που στερείται  σχεδόν τα πάντα.
Στο βιβλίο εμπεριέχεται η πραγματική μου εμπειρία μόνο ως όχημα, όχι τόσο ως σημασία. Το ζήτημα της κουλτούρας, αυτό είναι το σημαντικότερο απ’ όλα. Γιατί η μοναδική κουλτούρα είναι η ελευθερία. Τα υπόλοιπα αποτελούν συνονθυλεύματα, επιτυχίες ή αστοχίες της προσωπικής περιπέτειας του καθένα. «Το Σύμπλεγμα Του Λαοκόοντα» αφορά, πράγματι, την ελευθερία. Η εποχή, είναι η προσωπική εποχή του συγγραφέα• αυτό που θα εμφανιστεί όταν πιάσει τόπο, κάποτε, η επίκληση του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Το ζήτημα είναι αν η κοινωνία έχει την ικανότητα να επιβιώσει μ’ εμένα και όχι το αντίθετο.

Υπάρχουν πόλεις που ταιριάζουν στους ποιητές ή μήπως ο ποιητής πρέπει να επινοήσει τη δική του πόλη;

Οι πόλεις γίνονται σημαντικές εφόσον φιλοξενήσουν τους ποιητές. Από μόνες τους δεν αποτελούν, πια, ιδιαίτερη αξία. Ο ένας άνθρωπος, ή περισσότεροι, είναι που κάνουν τη διαφορά. Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα, εφόσον η πληροφόρηση και η εικόνα διατίθενται δωρεάν, υπό της έννοια πως τείνει να αχρηστευθεί παντελώς η εμπειρία. Βλέπει κάποιος το Βαρανάσι στην τηλεόραση και νιώθει πως βρίσκεται πράγματι εκεί. Με τον ίδιο τρόπο κοροϊδεύει τον εαυτό του πιστεύοντας ότι συμμετέχει στα κοινά, έχει αντίληψη της πραγματικότητας και είναι σε θέση να εκφέρει μόνον εύστοχες κρίσεις, σχεδόν για οτιδήποτε. Επίφαση και ανία.

 Ένας από τους πρόσφατους «σταθμούς» σου είναι το ταξίδι στο Παρίσι το οποίο και επέλεξες ως τόπο διαμονής. Τι σε έκανε να φύγεις από την Αθήνα; Κάτι που σε πλήγωσε ή κάτι που σε εξόργισε;

Η τύχη είναι πάντα με το μέρος εκείνου που δεν φοβάται το πεπρωμένο του. Η τύχη με έφερε στο Παρίσι και η τύχη θα με οδηγήσει κάπου αλλού αύριο. Η Αθήνα έχει πνεύσει τα λοίσθια προ καιρού, ταυτόχρονα εννοώ το ίδιο και για την Ελλάδα. Η χώρα με πλήγωσε και με εξόργισε εξίσου, από πολύ νωρίς. Αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο ξεκίνησα να ταξιδεύω. Το αυτονόητο ήταν ανέκαθεν μια υπερβολή ή μια πολυτέλεια για τους Έλληνες και την Ελλάδα.

Πώς είναι η Αθήνα και η σημερινή Ελλάδα από …μακριά;

Δεν διακρίνω τίποτε άλλο από τις κουκίδες των αγαπημένων προσώπων που ταλανίζονται καθημερινά. Τους σκέφτομαι όλους. 
Χαίρομαι που απουσιάζω. Αναρωτιέμαι που θα στραφεί εντέλει αυτή η χώρα για να ορθώσει ξανά ανάστημα. Υποπτεύομαι πως δεν θα τα καταφέρει. Είναι γεγονός πως όλη η ανθρωπότητα, όχι μόνο η Ελλάδα, μεταλλάσσεται σταδιακά σε κάτι πρωτόγνωρο, ηθικά και αισθητικά. (Βλέπεις, κάνω εντελώς σχηματικά τη διάκριση ανάμεσα στην ηθική και την αισθητική ενώ είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αυτή είναι μια τρανή απόδειξη πως οι άνθρωποι δεν μπορούν ακόμα να καταλάβουν ο ένας τον άλλο).

Ποια είναι η δική σου “ανάγνωση” για τις επιλογές των ψηφοφόρων στη Γαλλία και την Ελλάδα;  Διαπιστώνεις κοινά σημεία;

 Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως τα εκλογικά αποτελέσματα αντικατοπτρίζουν κάποιες ιδέες. Μάλλον την τραγική απουσία ιδεών, η οποία οδηγεί και σε φαινόμενα όπως αυτό της ανόδου του φασισμού. Όταν η εξουσία, ως σύστημα, αδυνατεί να εξαγοράσει άμεσα τους ψηφοφόρους εμφανίζονται δραματικές αλλαγές στον πολιτικό χάρτη. Η κοινωνία, από την άλλη, αναδεικνύει νικήτρια την παράταξη που εξαγοράζει με τον πιο αρεστό τρόπο. Για να υποδηλωθεί ταυτόχρονα κάποια πραγματική αλλαγή θα πρέπει το καθημερινό ήθος και η πρακτική των πολιτών να εμφανίζει χαρακτηριστικά που σήμερα δεν συναντά κανείς, άμεσες ρήξεις με το σύστημα. Απεναντίας, τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά προσφέρουν η κάθε μια τους μία συστημική εξάρτηση, μια, μεταξύ τους, παραλλαγμένη συμφωνία κυρίων που αφορά, ανά ιστορική περίπτωση, κάποιους βαθμούς εκχώρησης των φυσικών δυνατοτήτων. Αυτό ισχύει παντού, απ’ άκρη σ’ άκρη του κόσμου.

Ποια σκέψη ή ποια εικόνα σού φέρνει στο μυαλό η λέξη «κρίση»;

Σε μεγάλο βαθμό η «κρίση» είναι το σοκ που υπέστη η κοινωνία σαν συνειδητοποίησε ότι θα ζει με λιγότερα χρήματα. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι το πρόβλημα. Σημασία έχει ποιον τρόπο ζωής θα επιλέξει για να ζήσει. Το κρίμα είναι ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους εξάρτησης από τον δυνάστη, που δεν είναι άλλος από την πολιτική. Όλη η ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού βρισκόταν ανέκαθεν σε κρίση.

Ποια είναι η χειρότερη απώλεια που έχει επιφέρει η οικονομική ύφεση κατά τη γνώμη σου;

Την εξαφάνιση του ελαχίστου της ανθρωπιάς και της ενότητας που είχε απομείνει. Την προσωρινή, έστω, απουσία μιας κάποιας προοπτικής. Σκέψου την ιστορία του Λαοκόοντα σε συνδυασμό με την απουσία της ιστορίας του Λαοκόοντα.

Πώς σχολιάζεις την άποψη ότι «η κρίση έπιασε τη λογοτεχνία στον ύπνο»;

Η σύγχρονη πραγματικότητα έπιασε στον ύπνο μόνον αυτό που πωλείται και διαφημίζεται σαν λογοτεχνία. Το προϊόν μιας τυποποιημένης και αλαζονικής ημιμάθειας που σέρνει πίσω της έναν γλυκερό και ημιδιάφανο σκοταδισμό. Η πραγματική λογοτεχνία δεν υπέφερε ποτέ από τίποτα και ουδέποτε πιάστηκε στον ύπνο κάποιας ιστορικής περιόδου. 
Αυτήν την άποψη μπορεί να την έχουν όσοι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου της αριστερής ή της δεξιάς ορθότητας. 
 


Μέσα σε μια τεράστια εκδοτική παραγωγή σε παγκόσμιο επίπεδο, εκδίδονται σημαντικά βιβλία και ποια είναι η τύχη τους; Πότε είναι κατά τη γνώμη σου σημαντικό ένα βιβλίο;

Εκδίδονται και σημαντικά βιβλία, αλίμονο – αλλά περνούν μάλλον απαρατήρητα, ακόμη και όταν αποκτούν κάποιους αναγνώστες. Ένα βιβλίο μπορεί να αποδειχθεί για κάποιον πολύ σημαντικό, για πάρα πολλούς λόγους. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται την ύπαρξη της τέχνης του λόγου. Ακόμη και το αλφάβητο είναι σημαντικότατο, για κάποιον που δεν γνωρίζει γράμματα. Η σημαντικότητα, η αξία, συνεπάγεται και από τη δυναμική συνεύρεση μιας υπαρκτικής ομοθυμίας, μιας κοινής δράσης για υπερβάσεις που έχει ξεπεράσει τα στενά όρια της συνείδησης. Δεν έχει τόση σημασία λοιπόν αυτό που ονομάζουν κοινώς «σημαντικό» βιβλίο. Σημασία έχει το πόσο διαφορετικό και τόσο πρωτότυπο είναι ένα βιβλίο.

Υπάρχει λογοτεχνία του «μέσου όρου»;

Βεβαίως και υπάρχει, αποτελεί το κυρίως σώμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Εάν και εφόσον χρησιμοποιούμε εισαγωγικά σε ορισμένες λέξεις. Είναι ο μηχανισμός συντήρησης του εκδοτικού εμπορίου. Η λογοτεχνία δεν ξεπερνά, σε ποσοστό, το ένα τοις εκατό της συνολικής παραγωγής βιβλίου παγκοσμίως.
Η καπηλεία, η ζημιά που προκλήθηκε στη λογοτεχνία έχει άμεση σχέση με το γεγονός ότι ο καθένας γράφει από ένα βιβλίο ή δυο. Είναι σημάδι των καιρών, κάτι ανάλογο συμβαίνει σε όλες τις τέχνες. Οι άνθρωποι αντί να αλλάξουν τρόπο ζωής, τρόπο σκέψης, υποδύονται τους καλλιτέχνες, όντας μάλιστα σίγουροι ότι διαπρέπουν στον τομέα τους.

Τι είδους βιβλία επιλέγεις εσύ για να διαβάσεις;

Τα τελευταία χρόνια διαβάζω όλο και λιγότερο. Τα βιβλία του γούστου μου σπανίζουν ολοένα και περισσότερο. Με ενδιαφέρει η τόλμη και η πρωτοτυπία. Η μοναδικότητα της φωνής. Με ενδιαφέρει αυτό που δεν έχω συναντήσει. Συχνά επιστρέφω σε ποιητές και συγγραφείς που ήδη γνωρίζω, μόνο και μόνο για την εμπειρία της απόλαυσης λίγων λεπτών, μιας αράδας, ακόμη κι ενός τίτλου.

Αν μπορούσες να επιλέξεις τους αναγνώστες των βιβλίων σου, σε ποιους θα ήθελες να απευθύνονται;

Αν μπορούσα πράγματι να επιλέξω θα επέλεγα να μην είχα κανέναν αναγνώστη, να μην υπήρχε κανείς που θα είχε ανάγκη αυτά που γράφω. Τότε θα μπορούσα να αλλάξω κι εγώ επάγγελμα και να γίνω μαραγκός σε έναν μικρό ταρσανά. Μα ίσως μετά από λίγα χρόνια να το καταφέρω κι αυτό εξακολουθώντας να γράφω.

Είσαι αισιόδοξος ή είσαι ανήσυχος για το μέλλον;

Είμαι μέλλων.

*Ο Γιάννης Λειβαδάς γεννήθηκε το 1969 στην Καλαμάτα. Πέρα από εκδότης, βιβλιοπώλης, αρθρογράφος και μεταφραστής έχει εργαστεί σε πάμπολλους άλλους τομείς. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί επίσης στον αμερικανικό, τον γαλλικό, τον κροατικό, τον ινδικό, τον ιρλανδικό και τον ισπανικό λογοτεχνικό Τύπο. Ζει στο Παρίσι. Ιστοσελίδα http://livadaspoetry.blogspot.com/   

Γιάννης Λειβαδάς, Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα 
Ένα πύραμα της γραφής
, 
Εκδόσεις Λογείον 2012 
Σελ. 207.

http://www.bookbar.gr/yannis-livadas-i-monadiki-coultoura-einai-i-eleftheria/

yannis_livadas_480

Γιάννης Χ. Χαιρέτης, Για την ποίηση και τους ποιητές

eleftheriaki14

Όταν καταγίνομαι με την ποίηση, έχω την αίσθηση πως αρμενίζω σε μια απέραντη και γαληνεμένη θάλασσα. Κι αυτό το συναίσθημα απόλαυσης, το νοιώθω πιο έντονο, όταν βρεθώ στην απομόνωση μιας διανοητικής μοναξιάς και, μονάχος πια, εξερευνώ, με συντροφιά το λόγο της ποίησης, τους μυστικούς κόσμους της Φαντασίας μου.

Θέλω να πιστεύω πως η ποίηση είναι ένα πνευματικό παιχνίδι που παίζεται μόνο μέσα στα όρια της απόλυτης μοναξιάς. Έξω απ’ αυτά τα όρια, οι λέξεις του ποιητικού λόγου χάνουν τις αποχρώσεις εκείνες που θα τις διαφοροποιήσουν και θα τις κάνουν σύστημα από αλληγορίες, σύμβολα και αισθητικές παραστάσεις.

Πιθανόν κάποιος να ρωτήσει: κι ο αγώνας του ανθρώπου για επιβίωση, για ισότητα, για γνώση, για όλα αυτά που με το αβάσταχτο βάρος της στυγνής πραγματικότητας συνθλίβουν την ύπαρξή του –μα και τον ίδιο τον ποιητή, μια που κι ο ποιητής υπόκειται στους ίδιους νόμους της φυσικής και κοινωνικής βαρύτητας–, όλα αυτά πρέπει να μείνουν έξω απ’ τα ενδιαφέροντα της ποίησης;

Γιατί αν ορίσουμε την ποίηση μόνο σαν φυγή απ’ την πεζότητα τούτου του υπαρκτού κόσμου και σαν ένα απλό παιχνίδι των αισθήσεων, τότε όλα αυτά που αποτελούν το κοινωνικό γίγνεσθαι πρέπει για τον ποιητή ν’ απομονωθούν και ν’ απαλειφθούν, για να μπορέσει έτσι απερίσπαστος απ’ τους καταναγκασμούς των όποιων υλικών προβλημάτων να δώσει στο έργο του πλαστική ωραιότητα, μα και μια υπερβατική μορφή της πραγματικότητας;

Και βέβαια όχι.

Ο ποιητής, θέλει δε θέλει, αποτελεί κι ο ίδιος μέρος του κοινωνικού συνόλου. Όπως κάθε άνθρωπος είναι συνάμα άτομο και ολότητα. Κι αυτό, όσο κι αν απομονωθεί, όσο κι αν το επιδιώξει δε θα μπορέσει να το αλλάξει. Υπάρχει και δρα, όταν κατασκευάζει τους στίχους του, και σαν “Εγώ” και σαν “Εμείς”. Δεν έχει σημασία αν τις στιγμές εκείνες δρα συνειδητά ή ασυνείδητα˙ αυτή η αδιαμφισβήτητη αλήθεια τον επηρεάζει -έμμεσα ή άμεσα- στο περιεχόμενο, μα ακόμα και στη μορφή που θα δώσει στο έργο του.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ελευθεριακή Κίνηση”, Νο 14, Φεβρουάριος 2002, σελίδες 105 – 111. Ηλεκτρονικά στο http://www.ekin.gr/node/52

Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση της Alejandra Pizarnik

του Στάθη Ιντζέ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. ΑΦΙΕΡΩΣΕΙΣ
(ταξινόμηση ανά ποιητική συλλογή)

2.1. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΘΩΟΤΗΤΑ, 1955

– Το σύνολο της ποιητικής συλλογής.
Αφιέρωση: στον León Ostrov

Ο León Ostrov υπήρξε ψυχαναλητής τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ, από τα 18 της χρόνια, με τον οποίο διατήρησε επικοινωνία πολύ ιδιαίτερη και —κατά τη διαμονή της στο Παρίσι— αλληλογραφία που διήρκησε χρόνια. Ο León Ostrov, ποιητής και λόγιος, ήταν καθηγητής τής Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Και τους δύο τούς ένωνε η κοινή ρωσο-εβραϊκή καταγωγή τους, η αίσθηση να πατούν ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους και κουλτούρες.

– Τίτλος ποιήματος: Balada de la piedra que llora
Αφιέρωση: στη Josefina Gómez Errázuriz

H Josefina Gómez Errázuriz, υπήρξε φίλη της Πισαρνίκ.

2.2. ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ, 1958

– Τίτλος ποιήματος: ολόκληρη η ποιητική συλλογή, καθώς και το ποίημα Siempre
Αφιέρωση: στον Rubén Vela

Ο Ρουμπέν Βέλα είναι πολυταξιδευμένος ποιητής. Γεννήθηκε τις 3 Μαΐου του 1928 στη Σάντα Φε ντε λα Βέρα Κρους, στην Αργεντινή. Το 1954, ο Ραούλ Γκουστάβο Αγκίρε, ήδη δημιουργούσε τη λογοτεχνική ομάδα Poesía Buenos Aires και του πρότεινε να γίνει μέλος της. Αφιέρωσε πλήθος ποιημάτων στην Αλεχάντρα Πισαρνίκ.

– Τίτλος ποιήματος: Tiempo
Αφιέρωση: στην Όλγα Ορόσκο

Η Όλγα Ορόσκο (1920-1999), ήταν Αργεντίνα ποιήτρια. Σπούδασε στο Τμήμα της Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες. Ήταν ένα από τα μέλη τής υπερρεαλιστικής ομάδας Tercera Vanguardia, μέλος της οποία ήταν επίσης ο σπουδαίος, εκείνον τον καιρό, Ολιβέριο Χιρόνδο. Ποιητές που επηρέασαν το ποιητικό της έργο, θεωρούνται οι San Juan de la Cruz, Rimbaud, Nerval, Baudelaire, Milosz και Rilke.

Η ποίηση της Όλγα Ορόσκο και της Αλεχάντρα Πισαρνίκ διατρέχονται από την κοινή μαθητεία τους στους καταραμένους ποιητές, τους ποιητές τού ρομαντισμού και του συμβολισμού όπως οι Blake, Nerval, Baudelaire, Rimbaud. Οι συνεχείς αναφορές τους στον θάνατο είναι ένας τρόπος εξορκισμού του. Αναφορές στις οποίες βρίθουν οι λέξεις-σύμβολα όπως οι καθρέφτες, το φεγγάρι ή οι κούκλες. Η μαγεία και η ενόραση συνθέτουν έναν κεντρικό άξονα στα ποιήματά τους. Το φανταστικό και το ονειρικό πρωταγωνιστούν στους στίχους τους. Η σχέση μεταξύ των δύο ποιητριών ήταν έντονα φιλική, δεν αρκείται στη συγγένεια των στίχων τους. Μετά τον θάνατο της Αλεχάντρα, η Όλγα τής αφιέρωσε ένα από τα πιο όμορφα ποιήματά της με τίτλο Χορός για μια Νεκρή Πριγκήπισσα.

– Τίτλος ποιήματος: Exilio
Αφιέρωση: στον Raúl Gustavo Aguirre

Ο Ραούλ Γκουστάβο Αγκίρε (1927-1983) ήταν Αργεντίνος ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός καθηγητής και περίφημος μεταφραστής του Apollinaire.. Σε συνεργασία με τον ποιητή και δραματουγό Έντγκαρ Μπέιλι, ίδρυσε, το 1950, το λογοτεχνικό περιοδικό Poesía Buenos Aires [9], το οποίο κατά τα δέκα έτη που κυκλοφόρησε, φιλοξένησε στις σελίδες του τους πιο γνωστούς Αργεντίνους ποιητές τής δεκαετίας τού πενήντα. Στα τεύχη 13 και 14, το 1954, δημοσίευσε μια ανθολογία με τίτλο «Ποιητές του σήμερα: Μπουένος Άιρες, 1953», μέσα στην οποία συμπεριέλαβε τα πιο πρόσφατα δείγματα της ποιητικής παραγωγής τής χώρας του. Υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές ενός νέου ποιητικού κινήματος, του «ινβενσιονισμού».

Για τη σχέση του με την Αλεχάντρα Πισαρνίκ, ο Jorge Carrol αναφέρει:
«Ένα Σάββατο, ο Αγκίρε, ο ποιητής και ιδρυτής του περιοδικού Μπουένος Άιρες μαζί με τον Χόρχε Ενρίκε Μόμπιλι, μας ανακοίνωσαν ότι θα μας επισκεπτόταν ένα κορίτσι που μόλις είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο, Η πιο ξένη γη. Εκείνο το απόγευμα γνωρίσαμε μια ντροπαλή Φλόρα Αλεχάντρα Πισαρνίκ. […]».

– Τίτλος ποιήματος: Peregrinaje
Αφιέρωση: στην Elizabeth Azcona Cranwell

από δεξιά προ τα αριστερά: Pizarnik,Aguirre. Elizabeth Azcona Cranwell
Η Elizabeth Azcona Cranwell (1933-2004) ήταν Αργεντίνα ποιήτρια, μεταφράστρια και κριτικός λογοτεχνίας. Σπούδασε στο Τμήμα της Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, όπως και η Όλγα Ορόσκο. (Έγραψε κριτικές στην εφημερίδα La Nación και μετέφρασε Ντύλαν Τόμας και Έντγκαρ Άλαν Πόε). Η ποίησή της χαρακτηρίζεται ως υπερρεαλιστική, επηρεασμένη από την Όλγα Ορόσκο.

– Τίτλος ποιήματος: El Despertar
Αφιέρωση: στον León Ostrov

(Βλέπε 2.1.)

2.3. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ, 1962

– Τίτλος ποιήματος: 20
Αφιέρωση: στη Laure Bataillon

Η Laure Bataillon (1928-1990) ήταν Γαλλίδα μεταφράστρια και φίλη τής Πισαρνίκ. Μετά το 1957, μετέφρασε και προώθησε έργα Λατινοαμερικάνων, μεταξύ των οποίων και του Χούλιο Κορτάσαρ.

– Τίτλος ποιήματος: 29
Αφιέρωση: στον André Pieyre de Mandiargues

Ο André Pieyre de Mandiargues (1909 –1991) ήταν Γάλλος συγγραφέας, γεννημένος στο Παρίσι που συμμετείχε στο κίνημα του Υπερρεαλισμού. Ήταν ένας από τους συγγραφείς που γνώρισε η ποιήτρια κατά την παραμονή της στο Παρίσι.

– Τίτλος ποιήματος: 33
Αφιέρωση: στην Ester Singer (Esther Singer)

Το ποίημα αυτό, η Πισαρνίκ, το αφιερώνει στην Αργεντίνα γυναίκα τού Καλβίνο και συγγραφέα με την οποία τους ένωνε η κοινή τους καταγωγή. Ο Καλβίνο γνώρισε την Esther Singer το 1962 και την παντρεύτηκε στην Αβάνα, το 1964, όπου πραγματοποίησε ταξίδι για να επισκεφτεί τη γεννέτηρά του και να γνωρίσει τον Ερνέστο ‘’Τσε’’ Γκεβάρα.

– Τίτλος ποιήματος: 36
Αφιέρωση: στον Alain Glass

Υπερρεαλιστής γλύπτης που έζησε στο Μεξικό.

2.4. ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1959

– Τίτλος ποιήματος: Caroline de Gunderode
Αφιέρωση: στον Enrique Molina

Μεταξύ των Αργεντίνων υπερρεαλιστών, υπάρχουν δύο ποιητές που συμπίπτουν, όσον αφορά τις επιρροές στα έργα τους, με την Αλεχάντρα: ο Ενρίκε Μολίνα (1910-1997) και η Όλγα Ορόσκο. Ο Ενρίκε Μολίνα, σε έναν πρόλογο του 1976, την αποκάλεσε «κορίτσι προορισμένο να ξεχωρίσει», ενώ κάποια άλλη στιγμή, ενθουσιασμένος από την ποίησή της έγραψε για εκείνη: «Βγαίνει αλώβητη από εκείνη την τήρηση των κανόνων που συνιστούν στο να ανοίγει τις πόρτες του ποιήματος, προορισμένο να αναδημιουργήσει έναν παλμό ή μια στιγμή, όπως αντιλαμβάνομαι την ποίηση, με μια μεταστοιχείωση μιας άμεσης πραγματικότητας σε ένα επίπεδο αποκάλυψης». Αξίζει τέλος να πούμε ότι ο Ενρίκε Μολίνα, υπηρέτησε την τέχνη και ως ζωγράφος. (βλ. 1.4.)

2.5. ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ, 1965

– Τίτλος ποιήματος: Anillos de ceniza
Αφιέρωση: στην Cristina Campo

Η Κριστίνα Κάμπο, ψευδώνυμο της Vittoria Guerrini (1923-1977), ήταν Ιταλίδα συγγραφέας, ποιήτρια και μεταφράστρια με την οποία η Πισαρνίκ διατήρησε φιλική σχέση μέσω αλληλογραφίας, επί δέκα έτη.

– Τίτλος ποιήματος: Grandes palabras
Αφιέρωση: στον Antonio Porchia

Στην Αλληλογραφία της Πισαρνίκ, διαβάζουμε το παρακάτω γράμμα:

30, rue Saint Sulpice, Παρίσι, Φεβρουάριος 1963
«Αγαπητέ κύριε Αντόνιο Πορτσία,

Σας σκέφτομαι πάντα και είναι αναρίθμητες οι φορές που θέλησα να σας γράψω. Όμως πάντα ήθελα να έρθει μια μοναδική στιγμή, ιδιαίτερη, ξεχωριστή από τις υπόλοιπες, που να μην μοιάζει με καμιά άλλη, για να σας στείλω κάποιες γραμμές. Πόσο τρόμερα σημαντικό ήταν —είναι— να έχω γνωρίσει τη φωνή σας, τις Φωνές[10] σας. Σας ευχαριστώ απέραντα για εκείνες που μου στείλατε. Η οικογένειά μου μου τις προώθησε. Τώρα εκείνα τα δύο φύλλα με τη γραφή σας έχουν λεηλατηθεί (από τα μάτια μου) γι΄αυτό τις φέρω μαζί μου σαν κάποιος που είναι υποχρεωμένος να φέρει μαζί του τα έγγραφα της ταυτότητας. Και, αλήθεια, τέτοια είναι.

Θα γνωρίζετε από τον κοινό μας φίλο Ρομπέρτο Χουαρός ότι πάνε ήδη τρία χρόνια που βρίσκομαι στο Παρίσι. Συχνά σκέφτομαι την επιτροφή, να δω εσάς, τον Ρομπέρτο, και μερικούς ακόμα… Τώρα πιστεύω ότι θα μπορούσα να συνομιλίσω «καλύτερα» από πριν, ίσως γιατί έχασα την εφηβεία μου ή έχω υποφέρει περισσότερο ή γέρασα, δεν ξέρω, αλλά ξαναδιαβάζοντας το υπέροχο βιβλιαράκι σας η έξαψή μου ήταν μοναδική. […]

Επιστρέφοντας στο θέμα του Παρισιού, αυτό που με γαληνεύει εδώ είναι το ότι ζω μόνη, δίχως οικογένεια, βλέποντας τον κόσμο μονάχα όταν το επιθυμώ. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα. Χρειάζομαι τη σιωπή (ή ίσως η σιωπή χρειάζεται εμένα). «Ήρθες σε αυτόν τον κόσμο που δεν καταλαβαίνει τίποτα δίχως λέξεις, σχεδόν δίχως λέξεις».

Αυτή η φράση αντηχεί μέσα μου και μου τραγουδά με ακραία συχνότητα. Αλήθεια, δεν κάνω τίποτα άλλο από το να σκέφτομαι τη σιωπή. Και κατέληξα να αναρωτιέμαι αν η σιωπή υπάρχει. Αλλά αν το ρωτώ δεν υπάρχει σιωπή πια.

Αν κάποια φορά θελήσετε να μου γράψετε μερικές γραμμές θα μου δώσετε πολύ μεγάλη χαρά. Από τη μεριά μου, μετανιώνω που δεν έχει έρθει ακόμα εκείνη η ξεχωριστή στιγμή να σας μιλήσω και να σας ρωτήσω με έναν τρόπο ομορφότερο από αυτόν της αλληλογραφίας. Αλλά καθώς δεν έχω τόση υπομονή, εξ ου και το γράμμα».

– Τίτλος ποιήματος: Memoria
Αφιέρωση: στον Jorge Gaitán Durán

Ο Χόρχε Γκαϊτάν Ντουράν (1924-1962), Κολομβιανός ποιητής και κριτικός, υπήρξε ιδρύτης ενός εκ των σημαντικότερων λογοτεχνικών περιοδικών στην Κολομβία, το περιοδικό Revista Cultural Mito, στο οποίο υπήρξε συνεργάτιδα η Αλεχάντρα Πισαρνίκ κι έτσι ξεκίνησε μια φιλία με τον Κολομβιανό ποιητή στο Παρίσι, στις αρχές τής δεκαετίας τού εξήντα. Από τη μεταξύ τους φιλία, ο Πέδρο Γκόμες Βαλντεράμα (Κολομβιανός συγγραφέας) αναφέρθηκε κάποτε σε ένα γράμμα που του έστειλε η Πισαρνίκ, λίγες βδομάδες μετά τον θάνατο του Χόρχε Γκαϊτάν Ντουράν: «Είχαμε γίνει φίλοι, και ήμουν μαζί του λίγες μέρες πριν το τρομερό ατύχημα…[6]» . Αξίζει να σημειωθεί ότι το «τρομερό ατύχημα» στο οποίο αναφέρθηκε η Πισαρνίκ, ήταν ένα ατύχημα κατά την προσγείωση της πτήσης τής Air France, στο αεροδρόμιο Point-á-Pitre τής Γουαδελούπης.

– Τίτλος ποιήματος: Sombra de los días a venir
Αφιέρωση: στην Ivonne A. Bordelois

Η Ιβόν Μπορντελουά (Μπουένος Άιρες, 1934), είναι Αργεντίνα ποιήτρια. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και συνέχισε τις σπουδές της στη Σορβόνη. Εργάστηκε στο περιοδικό Sur[11] και πραγματοποίησε συνεντεύξεις και δημοσιεύσεις μαζί με την Αλεχάντρα Πισαρνίκ.

Σε ένα γράμμα της, στις 5 Ιουλίου του 1972, η Πισαρνίκ γράφει στην Μπορντελουά:
«Σε παρακαλώ ας μην ζητάμε εξηγήσεις για τη σιωπή (υπάρχει η σιωπή;) Δεν χρειάζεται να σου πω ότι όχι μόνο μου λείπεις αλλά και σε χρειάζομαι. Ίσως γιατί είμαστε διαφορετικές και συμπληρώνουμε η μία την άλλη. Δεν θα σου μιλήσω για μένα σε αυτό το γράμμα… […] Αντιμετώπισα κάποιες δοκιμασίες κάπως ακραίες (αλλά ουδέν κακό αμιγές καλού!) και τώρα ξέρω κάποια πράγματα περισσότερο (γι’ αυτό πλέον δεν κάθομαι στο τραπέζι και συλλογίζομαι με τις ώρες το επίθετο κάποιου ποιήματος). Γνωρίζω κάποια πράγματα περισσότερο, καταλαβαίνω περισσότερο. Και αν, είναι τόσο τρομερό και ζωηρό και ζωντανό αυτό που ενισχύει αυτό που είμαι. Δεν ξέρω σε τι έχω μεταμορφωθεί. Αλλά το μεγαλύτερο ελάττωμά μου το γνωρίζεις, είναι η εμπιστοσύνη».

– Τίτλος ποιήματος: Moradas
Αφιέρωση: στον Théodore Fraenkel

Ο Théodore Fraenkel (1896-1964) ήταν Γάλλος συγγραφέας και ιατρός. Υπήρξε φίλος τού Αντρέ Μπρετόν και συνέβαλλε στη δημιουργία τού κινήματος του υπερρεαλισμού. Η ημερομηνία και ο τόπος του θανάτου του, (Παρίσι, 25 Ιανουαρίου του 1964), συμπίπτει με το τελευταίο έτος διαμονής τής Πισαρνίκ στο Παρίσι και αν λάβουμε υπόψη ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1965 —στο Μπουένος Άιρες— πράγμα που σημαίνει ότι γράφτηκε, υποθέτουμε, τουλάχιστον ένα ή δύο χρόνια νωρίτερα και κατά τη διαμονή τής Πισαρνίκ στο Παρίσι, είναι πολύ πιθανόν η ίδια να γνώρισε τον Théodore Fraenkel ή να ήρθε σε επαφή έστω με τη γραφή του, μιας και μας είναι γνωστό ότι υπήρξε θερμή αναγνώστρια υπερρεαλιστικών βιβλίων (βλέπε Κεφάλαιο 1).

2.6. ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗΣ, 1968

– Τίτλος Ποιήματος: το σύνολο του βιβλίου
Αφιέρωση: στη μητέρα μου

Η Αλεχάντρα με τους γονείς της, το 1936.
Από τις λίγες αναφορές στο πρόσωπό της, γνωρίζουμε ότι η μητέρα τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Rosa ή Rezja Bromiker de Pizarnik, μόλις τελείωσε το σχολείο (κάτι ασυνήθιστο για τις γυναίκες εκείνης της εποχής), αφιέρωσε τη ζωή της στην οικογένειά της. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Αλεχάντρα, μετακομίζει με τη μητέρα της σε ένα διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες, το οποίο αγόρασε.

– Τίτλος ποιήματος: Cantora Nocturna
Αφιέρωση: στην Όλγα Ορόσκο (βλ. 2.2.)

– Τίτλος Ποιήματος: TÊTE DE JEUNE FILLE (ODILON REDON)
Αφιέρωση: στον André Pieyre de Mandiargues (Βλ 2.3.)

– Τίτλος ποιήματος: Rescate
Αφιέρωση: στον Octavio Paz

Έγραψε τον πρόλογο [12] στην ποιητική συλλογή τής Πισαρνίκ με τίτλο «Το δέντρο της Αρτέμιδος, 1962». Μας είναι ήδη γνωστό (βλ. Κεφάλαιο 1) ότι μέσω τού Οκτάβιο Πας, η Αλεχάντρα Πισαρνίκ γνώρισε πολλούς λογοτέχνες που έμεναν στο Παρίσι κατά την περίοδο 1960 ως 1964.

2.7. ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

2.7.1. 1962-1972

– Τίτλος ποιήματος: La celeste silenciosa al borde del pantano
Αφιέρωση: στον Enrique Pichon Riviére

O Enrique Pichon Riviére (1907-1977) ήταν Ελβετός ψυχίατρος, γεννημένος από Γάλλους γονείς και πολιτογραφημένος Αργεντίνος, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πρώτους υποστηρικτές τής ψυχανάλυσης στην Αργεντινή και εμπνευστής τής ομαδικής ψυχοθεραπείας. Κατά την περίοδο 1930-1931 έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους καταραμένους ποιητές.

Η Πισαρνίκ, ήρθε σε επαφή με τον Enrique Pichon Riviére, ως ασθενής του, μετά την επιστροφή της από το Παρίσι, στο Μπουένος Άιρες. Το 1971, η θεραπευτική αγωγή που της υπέδειξε, βελτίωσε προσωρινά της κατάστασή της, κάτι που τη βοήθησε να γράψει τα βιβλία La condesa sangrienta και El infierno musical.

– Τίτλος ποιήματος: A un poema acerca del agua, de Silvina Ocampo
Αφιέρωση: στη Silvina

Η Σιλβίνα Οκάμπο (1903-1993) ήταν Αργεντίνα διηγηματογράφος και ποιήτρια. Μεγάλο μέρος τής ζωής της μονοπώλησαν η αδερφής της, Βικτόρια, ο σύζυγός της Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες και ο καλός της φίλος Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Αλλά με το πέρασμα του χρόνου, το έργο της έγινε γνωστό και έφτασε στο σημείο να θεωρείται, η ίδια, μια από τις πιο σημαντικές ποιήτριες της αργεντίνικης λογοτενίας του 20ου αιώνα.

Τον Ιανουάριο του 1972, μερικούς μήνες πριν αυτοκτονήσει η Πισαρνίκ, έγραψε στη Σιλβίνα Οκάμπο ένα γράμμα, στο οποίο της υπενθύμιζε ότι την αγαπά «απύθμενα», ότι ήθελε να την έχει δίπλα της γυμνή και να της διαβάζει ένα ποίημα[7].

– Τίτλος ποιήματος: Una palabra
Αφιέρωση: στον Juan Batlle Planas

( Βλ.1.4.)

2.7.2. ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

– Τίτλος ποιήματος: Sobre un poema de Rubén Dario
Αφιέρωση 1η: στη μνήμη του L.C.

Εννοεί τον Lewis Carroll. Τα διηγήματα του Carroll μας ταξιδεύουν στο ανεξήγητο, το ανεξήγητο που εκφράσει και η Αλεχάντρα μέσω του φόβου της για την ανεπάρκεια της γλώσσας να σώσει την παραφροσύνη.

Αφιέρωση 2η: στην Marguerite Duras

Η Μαργκερίτ Ντυράς, (1914-1996) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας και σκηνοθέτις γεννημένη στην Ινδοκίνα. Στα 17 της σπούδασε μαθηματικά στο Παρίσι, αλλά τα παράτησε και στράφηκε στις πολιτικές επιστήμες και νομική. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δούλευε για την κυβέρνηση του Βισύ, αλλά ταυτόχρονα ήταν μέλος τής Γαλλικής Αντίστασης και γι’ αυτό στάλθηκε στο Μπούχενβαλντ, απ’ όπου μετά βίας επέζησε.

Η Μαργκερίτ Ντυράς και η Πισαρνίκ, υπήρξαν συγγραφείς το έργο των οποίων έχει έναν κοινό αυτοβιογραφικό χαρακτήρα και στο οποίο αντανακλάται τόσο η αναγκαιότητα της συγγραφής όπως και μία τάση προς την αυτοκαταστροφή. Και οι δυο τους εξέφρασαν σε πολύ μικρή ηλικία το πάθος τους για τη συγγραφή, όπως και την επιθυμία τους να εξελιχθούν λογοτεχνικά παρά τις όποιες συνέπειες θα επέφερε αυτό στις οικογένειές τους.

Η Μαργκερίτ Ντυράς έγραψε:

«Θέλω να γράψω. Ήδη το είπα στην μητέρα μου. Αυτό που θέλω να κάνω είναι να γράψω. Την πρώτη φορά καμία απάντηση. Και μετά με ρώτησε: ‘’να γράψεις τι;’’ Είπα βιβλία, μυθιστορήματα. Είπε με αυστηρότητα ‘’μετά τις ασκήσεις των μαθηματικών σου, αν θέλεις, γράψε, αυτό δεν με αφορά’’». [7]

Η Πισαρνίκ, έγραψε:

«Η μητέρα μου δεν αποδέχεται την πιθανότητα της λογοτεχνικής μου ολοκλήρωσης. ‘’Όχι! Είναι καπρίτσια, παιδικές εμμονές που θα περάσουν’’». [8]

Αφιέρωση 3η: στον Francesco Tentori Montalto

O Francesco Tentori Montalto (1924–1995) ήταν Ιταλός ποιητής, μεταφραστής και ισπανιστής.

Το 1975 εξέδωσε το βιβλίο με τίτλο Brevi testi di Alejandra Pizarnik.

– Τίτλος ποιήματος: Alguien cae en su primera caída
Αφιέρωση: στον Ramón Xirau

Ο Ramón Xirau (Βαρκελώνη, 1920) είναι Μεξικάνος ποιητής και φιλόσοφος, με καταλανικές ρίζες.

Η Ιβόν Μπορντελουά, δημοσιεύει το παρακάτω γράμμα της Πισαρνίκ στην Monique Altschul το 1968, όπου η Πισαρνίκ τής αναφέρει:

«Με χαροποιεί το ταξίδι σου στο Μεξικό. Σε παρακαλώ να χαιρετήσεις εκ μέρους μου τους ‘’Μεγάλους’’, δηλαδή: Leonora Carrington (την οποία δεν γνωρίζω), τους φίλους μου Ramón Xirau, Pedro Coronel και Mondragón, και τους λατρεμένους Homero Aridjis και Emilio Pacheco. Και αν δεν βαριέσαι να γνωρίσεις αξιαγάπητους ανθρώπους, πήγαινε να δεις τη διηγηματογράφο φίλη μου Amparo Davila».[9]

2.7.3. ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΩΔΕΣ [10]

– Τίτλος ποιήματος: το σύνολο της ενότητας
Αφιέρωση 1η: στον Pablo Azcona

«Η πρώτη μου επαφή με το έργο τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ, ήταν μερικά σκόρπια ποιήματα και από τότε με γοήτευσε ο αυθεντικός της τρόπος της συγγραφής. Ένας κοινός μας φίλος, ο Pablo Azcona, μου τα δώρισε μόλις έκλεισα τα είκοσι χρόνια. Το θυμάμαι καλά. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα. Εκείνη ακόμα ζούσε».
Laura Calvo

Αφιέρωση 2η: και στον Víctor Richini

«Και τις φωτογραφίες σου της Greta Garbo [13], που θαύμαζες και τις είχες κόψει από ένα βιβλίο που ‘’έκλεψες’’ από τον Víctor Richini. Φαίνεται ότι ο Víctor σου θύμωσε αλλά υποχώρησε. ‘’Μην μου πεις ότι αυτός ο τοίχος δεν φαίνεται όμορφος με αυτές τις καρφιτσωμένες φωτογραφίες’’. Κι έτσι ήταν».[11]

– Τίτλος ποιήματος: V
Αφιέρωση: στη Jean

Αναφέρεται στη Jean Aristeguieta. Η Jean Aristeguieta (Μπολιβάρ, 1925) είναι Βενεζουελανή ποιήτρια. Το 1968, ίδρυσε το περιοδικό Árbol de fuego, στο οποίο η Πισαρνίκ υπήρξε συνεργάτιδα.

– Τίτλος ποιήματος: En esta noche, en este mundo12
Αφιέρωση: στη Martha Isabel Moia

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ έδωσε μια συνέντευξη στη Martha Isabel Moia, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο της δεύτερης με τίτλο El deseo de la Palabra, εκδόσεις Ocnos, Βαρκελώνη, 1972.

2.7.4. ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ [13]

– Τίτλος κειμένου: Sous la nuit [14]
Αφιέρωση: στον Y. Yván Pizarnik de Kolikovski, τον πατέρα μου

Ο πατέρα της Πισαρνίκ ήταν κοσμηματοποιός και η αιτία που την ανάγκασε να επιστρέψει από το Παρίσι, το 1964 ήταν η επιδείνωση της υγείας του. Πέθανε το 1967.

– Τίτλος ποιήματος: Solamente las noches
Αφιέρωση: στη Jean Aristeguieta του Árbol de Fuego (Βλ. 2.7.3.)

– Τίτλος ποιήματος: Άτιτλο
Αφιέρωση: στην Ana Becciú

Η Ana Becciú (1948, Μπουένος Άιρες), είναι Αργεντίνα ποιήτρια, καθηγήτρια και μεταφράστρια. Είναι η επιμελήτρια της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Πισαρνίκ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Lumen με έδρα τη Βαρκελώνη.

– Τίτλος ποιήματος: A modo de tregua
Αφιέρωση: στον Francisco Porrúa

O Φρανσίσκο Πορρούα (1922-2014), γνωστός και ως Πάκο Ποροούα, ήταν Ισπανός εκδότης και μεταφραστής με αργεντίνικη υπηκοότητα. Εξέδωσε το έργο Rayuela τού Χούλιο Κορτάσαρ και τα Εκατό χρόνια μοναξιάς τού Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες.

Από την αλληλογραφία του Χούλιο Κορτάσαρ προς τον Φρανσίσκο Πορρούα, γνωρίζουμε:

Παρίσι, 13 Φεβρουαρίου de 1964
«Στο ίδιο μέρος βρίσκεται και η Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Αργεντινή ποιήτρια και μαγεμένη cronopio [14]. Πιστεύω ότι κάποια μέρα θα σε καλέσει για να σου δώσει νέα μου, και αν έχεις χρόνο θα ήθελα να πιεις ένα καφέ μαζί της, γιατί πραγματικά αξίζει τον κόπο».

– Τίτλος ποιήματος: …Al alba venid…
Αφιέρωση: στη Silvina Ocampo (Βλ. 2.7.1.)

Το κείμενο αποτελεί μέρος τη μελέτης
“Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση
της Αλεχάντρα Πισαρνίκ”
του Στάθη Ιντζέ

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

*

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 2

1. Y. Bordelois, 1998, σελ. 211-212
2. Duras, 1997, σελ. 30-31
3. Pizarnik, 2003, σελ. 37
4. Piña, Cristina: ALEJANDRA PIZARNIK, Buenos Aires, Planeta, 1992. Στη σελίδα 12.
5. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Árbol de Fuego, Νο 45, Καράκας, 1971
6. Emilio Gimenez Zapiola, 1972, περιοδικό Gente
7. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Árbol de Fuego, τον Δεκέμβριο του 1971
8. Υπό αυτόν τον τίτλο δημοσιεύτηκαν οκτώ κείμενα.
9. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cuadernos Hispanoamericanos, τον Αύγουστο του 1972
Το λογοτεχνικό περιοδικό Poesía Buenos Aires, κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’50 και έφτασε τα τριάντα τεύχη συνολικά, χωρισμένα σε δύο μεγάλες περιόδους. Κατά τη διάρκεια αυτών των δέκα ετών, ο μόνιμος και μοναδικός εκδότης του περιοδικού υπήρξε ο Ραούλ Γκουστάβο Αγκίρε, ενώ άλλοι ποιητές όπως ο Χόρχε Μόμπιλι, ο Νικολάς Εσπίρο και ο Έντγκαρ Μπέιλυ, υπήρξαν μέλη της εκδοτικής ομάδας για συντομότερες περιόδους.
10. Έργο του Αντόνιο Πορτσία. Κυκλοφορεί στην ελληνική γλώσσα σε μετάφραση Ε.Χ. Γονατά, εκδόσεις τιγμή και σε μετάφραση Βασίλη Λαλιώτη, από τις εκδόσεις Ίνδικτος
11. Το εμβληματικό λογοτεχνικό περιοδικό Sur εμφανίστηκε στην Αργεντινή το 1931. Εκδότριά του ήταν η Βικτόρια Οκάμπο.
12 βλ. Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Το δέντρο της Αρτέμιδος, μετάφραση: Βασίλη Λαλιώτη, εκδόσεις Bibliotheque, 2014
13. ήταν διάσημη Σουηδο-Αμερικανίδα ηθοποιός τής Χρυσής εποχής τού Χόλιγουντ.
14. είδος φανταστικού χαρακτήρα που εμφανίζεται στα έργα του Χούλιο Κορτάσαρ.

*Από τη “Θράκα” στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/01/2.html

H Kική Δημουλά για τη Μαρία Κυρτζάκη

kyrtzaki-300x336

Kαι τι θα πει δεν πέθανα και πώς
τον θάνατο θάνατο ονομάζεις
πώς να υπάρξει όνομα στον θάνατο πώς
να φθογγούται ο θάνατος και πώς
ο θάνατος να καρπωθεί το «ξέρω του θανάτου»
Ειδέναι Οίδα Οιδίποδας.
Μόνο με ψεύδη βεβαιώνεται η ζωή.

Μαρία Κυρτζάκη

(Εντευκτήριο, τχ. 72, 2006)

Σκέψεις για τη Μαρία Κυρτζάκη

Βαρύς σκάει κάτω ο υπαινιγμός μιας πτώσης: Στη μέση της ασφάλτου, τίτλος της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Μαρίας Κυρτζάκη. Ένας τίτλος-γδούπος. Σώα η πρωτοτυπία, πρόσθετα ανθεκτική με το να μην αποτελεί τίτλο καμιάς από τις περιεχόμενες συλλογές.

Μου επιβάλλεται η αινιγματική ηθική του: μόνος, πεσμένος στη μέση της ασφάλτου, δεν επιδιώκει νε επισύρει περίεργους γύρω του, δε βογκάει, δε ζητάει βοήθεια. Αντίθετα, προσφέρει βοήθεια, μας ψαύει όλους, μας δείχνει πού πονάμε, τι σπάσαμε πέφτοντας, και μας καθησυχάζει ότι είναι άθραυστη εκείνη η μεγάλη ανεξήγητη δύναμη που παράγεται από τα σπασμένα, ανήμπορα, σαστισμένα κομμάτια μας.

Ενας τίτλος καταμετρητής του πόσο όλους μας, λίγο-πολύ, μια βίαιη βουλή μάς αρπάζει από την ανυποψίαστη αγκαλιά της γέννησής μας και μας πετάει στη μέση της ασφάλτου, αφήνοντας να μας αναθρέψει ένας κίνδυνος. Θα μπορέσω άραγε να λεηλατήσω το σθεναρό μήνυμα αυτού του τίτλου;

Γιατί την ποίηση της Κυρτζάκη στο έπακρον την εκμεταλλεύτηκα, ταξιδεύοντας στα βάθη της και πολλά κερδίζοντας με το να πηγαινοέρχομαι δαπάναις της στην ανάγνωσή της. Την εκμεταλλεύτηκα ακόμα κι όταν τα βιβλία της έμεναν καιρό κλειστά τοποθετημένα κατ’ αλφαβητικό χρόνο και κατά χρονολογική αφοσίωσή μου στη βιβλιοθήκη, σε ράφι που έρχεται ακριβώς στο ύψος της μνήμης μου, για να τα βρίσκει εύκολα και να μη χάνομαι.

Χρόνια διανύω τις αποστάσεις τού τι πέτυχε από το ένα βήμα στο επόμενο και, παρόλο που η προσληπτικότητά μου δεν είναι τόσο γοργοπόδαρη όσο οι ικανότητες της Κυρτζάκη, ταξιδεύω εντούτοις και ευχερώς μεταφέρομαι με το ταχύ και ασφαλές μέσον της χαρούμενης, έστω αδέξιας, έκπληξης. Εκπληξης για τη νέα καλλιεργημένη έκταση που η κάθε καινούργια συλλογή της προσαρτά στον ποιητικό της χάρτη. Εκταση συναρπαστική, πριν καλά καλά την πλησιάσω, από εκεί που μόλις αρχίζει να προβάλλει θαμπή η καρποφορία της. Κλέβω κάθε φορά τους καρπούς, που έχουν τη σπάνια μεικτή γεύση: της απόλαυσης και της διδαχής. Διδαχή του τι σημαίνει οικονομία, τόλμη, αυθεντικότης, ρυθμός, αυστηρά λογοκρινόμενος λυρισμός και περιρρέουσα ουσία. Ιδιωτική γεύση, κανείς δεν με βλέπει. O,τι συλλαμβάνω το καταβροχθίζω με τα χέρια, χωρίς καλούς τρόπους, χωρίς μαχαίρι και πιρούνι ― το μαχαίρι άλλωστε το κρατούν σφιχτά οι στίχοι της Κυρτζάκη, είτε για να διαπράξουν έναν δίκαιο φόνο είτε για να αποτρέψουν έναν άδικο. Κλέβω, βάζω στην τσέπη μου ό,τι αντιστέκεται στην αντίληψή μου, επειδή ξέρω ότι στην επόμενη ανάγνωσή τους οι χυμοί θα μου έχουν εκμυστηρευτεί μια τουλάχιστον από τις πολλές οδούς τους.

Ξαναδιαβάζοντας τώρα τα ποιήματα της Κυρτζάκη, με κάπως πιο συγκρατημένη βέβαια βουλιμία, αφού αυτό το σημαντικό που μου υποβάλλουν είναι χορτάτο από τη συνεχή επιρροή τους επάνω μου, κρατώ ανοιχτές και τις παλιές συλλογές ―μια μια μόνη της, πεσμένη στη μέση της ασφάλτου―, γεμάτες από τα θαυμαστικά που είχα τοποθετήσει στις σελίδες τους να στέκουν σα φρουροί-προστάτες ποιημάτων, που με δέσμευαν να τα αγαπώ και να τα πιστεύω, θαυμαστικά που και τώρα προθυμοποιούνται να τα μεταφέρω ως φρουρούς και αυτής της εύφορης αναταραχής που μου γεννά η συγκεντρωμένη πια ποίηση της Κυρτζάκη, αυτό το κοινόβιο εντός του οποίου θα συνδημιουργηθούν ενωμένες όλες οι αρμονικές ιδιαιτερότητές της.

Ξαναδιαβάζοντας, αναβιώνει η παλιά προτίμησή μου να κάνω πάλι το ταξίδι σ’ αυτές τις ιδιαιτερότητες, μέσα από τους τίτλους των ποιητικών συλλογών της Κυρτζάκη, ελκόμενη ιδιαίτερα από τον ιδιότροπο βυθό της «Μαύρης Θάλασσας», περίεργη να δω τι αναπνέει στον βυθό αυτού του τίτλου που έδωσε η Κυρτζάκη στην προτελευταία της συλλογή, τίτλου που της επεβλήθη άνωθεν και που το αποδέχτηκε, μη ξέροντας γιατί, αλλά σίγουρη πάντως ότι αυτός ο τίτλος δεν παραπέμπει στη συνήθη, ευκολοσυμβολική μαυρίλα της διαθέσεως, τη γεμάτη σκυλόψαρα απελπισίας. Χωρίς να ζητήσω την άδεια της παραθέτω εδώ ποια εξήγηση ανακάλυψε η ίδια, αφού υιοθέτησε τον τίτλο:

Η επιλογή μου από τα ποιήματα που γράφτηκαν αυτά τα χρόνια είχε ως μόνο σημείο αναφοράς την έννοια Μαύρη Θάλασσα. Αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο, μού ζήτησαν ένα μικρό κείμενο γι’ αυτό. Δεν ήξερα και πάλι τι να γράψω. Ανοιξα την εγκυκλοπαίδεια στη λήμμα «Μαύρη Θάλασσα». Εμεινα έκπληκτη. Νάτος λοιπόν ο τόπος της διαφοράς. Ο βυθός αυτής της θάλασσας, έγραφε, δεν έχει οξυγόνο πέρα από κάποια μέτρα και πάνω, αλλά παραδόξως αναπτύσσονται εκεί οργανισμοί – υπάρχει ζωή. Πιστεύω πολύ στην εσωτερική νομοτέλεια των πραγμάτων και αυτό εγώ ονομάζω φυσικότητα. Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια αναγνωρίζοντας αυτή τη νομοτέλεια. (περ. «Διαβάζω», 2000)

Μέσω λοιπόν αυτής της μυστηριώδους, της αυτοδύναμης ―της χωρίς οξυγόνο― αναπνοής προσεγγίζω, εξερευνώ δειγματοληπτικά και τις άλλες άκρως ευαίσθητες περιοχές όπου έχει αφήσει τα μισόκλειστα όστρακά της η ποίηση της Κυρτζάκη. Συγκρίνω, καταμετρώ, κάτι λείπει εδώ. Μια συλλογή: λείπουν οι «Σιωπηλές κραυγές» (1966), με την πρώτη νεανική τους οξύτητα. Πού τις κατέπνιξε άραγε, σε ποια σκληραγώγησή της, εν τω μεταξύ, η ποιήτρια; Ωστόσο εμένα αυτή η απουσία μού φέγγει να

Συλλογιέμαι τη μέρα
Που θα σφίξεις το μαχαίρι
Και θα καρφώσεις το βλέμμα στην πλάτη…
Διαπλέοντας αυτή την προφητεία που τρεμοσβήνει βγαίνω στις εκφοβίζουσες «Λέξεις»:
Οπως και να ‘χει το πράγμα
Οπως και να ‘χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Οπως και να ‘χει
Η επικοινωνία εκτελείται…
Γδέρνεται η έλευσή μου στα τοιχώματα του «Κύκλου»:
Ωραίο που είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ματώνει κάθε χρόνο στον πνιγμό μου.

Γέρνει έτοιμος να μπατάρει ο προορισμός της ισορροπίας. Είναι που κάθεται μόνοπαντα στην πρόθεσή μου η «Γυναίκα με το κοπάδι» ― πράξεων αδειασμένων από τα λόγια τους, κι όμως τι βάρος:

Εσύ πατρίδα μου είσαι μια πόρνη
[…]
καθόλου αθώα ― θύμα των ισχυρών ή
κάτι τέτοιο
την κλίση σου τη διάλεξες προσεχτικά
όπως προσεχτικά την πόρτα μου χτυπάς
και μεταμφιεσμένη σε ταλαίπωρο λαό
μου απαιτείς να παραδώσω την ψυχή
μου

Ανακόπτω πορεία. Στη βιασύνη μου να βγω από τον κύκλο πριν σκοτεινιάσει η εξ ορισμού μοιραία περίμετρός του, προσπέρασα κάτι ομάδες στίχων που επιπλέουν με γρήγορο ρυθμό οργισμένης μουσικής, ακαταπόνητοι και ανθεκτικοί. Οι περισσότεροι είναι πιασμένοι από τον αβύθιστο τίτλο τους: «Εταζέρα». Και παρακάτω δέκα μικροκαμωμένα ποιήματα επί σχεδίας τίτλου φτιαγμένης από το ίδιο το μικροκάμωμά τους και τον συνδετικό αριθμό τους: «Δέκα μικρά ποιήματα».

Ολα τα ποιήματα κρατούν αναμμένες λάμπες θυέλλης. Ναυαγοί; Μάλλον για σπηλαιολόγοι φαίνονται. Επειδή διακρίνω να κείνται επί της «Εταζέρας», δίκην μπιμπελό, σκελετοί αγωνίστριας προϊστορίας και μεταλλάξεώς της σε:

Εκατομμύρια έτη αυτοκινήτων
διανύουν την απόσταση
του κορμιού σου…

Ανιχνευτές σπηλαιώδους λυτρώσεως πρέπει να είναι αυτά τα «Δέκα μικρά ποιήματα», καθώς μεταφέρουν παμπάλαια πλην ζώντα κρανία διασήμων ζωγράφων που διδάσκουν μιαν εξαίσια παρακαμπτήρια μέθοδο όρασης, προσεγγίσεως:

Για να σε κοιτάξω
Ζωγραφίζω τρυπούλες στο τζάμι.

Ρίχνω φωτοβολίδες-σινιάλο. Απαντούν όχι, δεν είναι ναυαγοί. Είναι διορισμένοι από τον Θεό ανιχνευτές της επανορθώσεως των ίδιων των λαθών του.
Τινάζω τη σκόνη της πολύλογης αγάπης μου από την «Περίληψη για τη νύχτα», όπως αυτή η περίληψη αναπτύχθηκε, επεξετάθη, συμπεριέλαβε, πρωτοφόρεσε σώμα και θριάμβευσε ως «Ημέρια νύχτα»:

Ανενδοίαστα και σαν άρρωστη
Τ’ όραμά σου τραυλίζω
Με τις λέξεις σου φτιάχνω εικονίσματα
Και μετά στη φωτιά
Ανενδοίαστα εύχαρις σε ζυμώνω στις
στάχτες…

κι όλην αυτή την ευπαθή αντήχηση των αστραπόβροντων να πρέπει να την περάσω με προσοχή μέσα από τη «Σχιστή οδό», που λάξευσε η ποιήτρια κατά μήκος της γης των αισθήσεων, για να περάσουν άθικτες «οι ακτίνες της αλήθειας της».

Πουλάκι είναι και λαλεί πουλάκι είναι
Κι ας λέει
Ερχεται πέρασμα στενό έρχονται αγάπης
Λόγια
Σχιστή τη γλώσσα διασχίζει η οδός
Φάνηκε φόνος.

Προφυλαγμένο, τέλος, στα πιο μέσα σωθικά μου το πολύτιμο καταστάλαγμα της ποιητικής ωριμότητας της Κυρτζάκη, αλλά και καταστάλαγμα όλων των προσδοκιώ μας σε «Λιγοστό και να χάνεται».

Πλαταίνουν τα μάτια μου όταν ανατρέχουν σ’ αυτόν τον τίτλο. Σα να καταλήγουν σ’ έναν σοφό σταθμό. Εκεί όπου μαζεύονται και κατοικούν «γυμνές οι σημασίες». Καλώντας σε να μυηθείς στην απάρνηση του άφθονου και εύθυμου χρόνου, που γλεντοκοπάει με την αρχή των καταστάσεων, παρασύροντάς σε να χρειάζεσαι εκείνο το χρονοβόρο ενδιάμεσο μεταξύ αρχής και τέλους, που μόνο μισή τελικά ξεσηκώνει μεταξύ αρχής και τέλους και φόνοι διαπράττονται στο όνομα της αναμονής σου. Ναι, αυτός ο τίτλος είναι σα να ασπάζεσαι εκείνη την όλο και πιο αδύνατη γραμμή που αφήνουν οι διάττοντες σαν «λαμπαδίτσα που έκαιγε πριν την δείξει η νύχτα», σαν αυτή να είναι η έννοια του βίου μας. Λιγοστή και να χάνεται, πριν αρχίσει, πριν ακόμα λιγοστέψει και πριν ακόμα χαθεί.

Αχ νύχτα, νύχτα των ερώτων που
Κουβαλούν τα σώματα. Λυγίζουν
Απ’ το βάρος του σκληρού φωτός
Και σ’ απαρνούνται. Σε λησμονούν,
Καλύτερα.

Προσπάθησα εδώ να βιογραφήσω τη ρητή επιβλητικότητα και υποβλητικότητα των τίτλων που έδωσε η Μαρία Κυρτζάκη στις εννέα ως σήμερα ποιητικές συλλογές της. Ενόχλησα έτσι, ανεπίτρεπτα μάλλον, κάποια ποιήματα αποσπώντας τους στίχους τους οποίους θεώρησα ικανούς να αποδείξουν την άκρατη συνέπεια μεταξύ προανακρούσματος και αντηχήσεως, τη ριγηλή τάξη του ύφους, το ήθος των πνοών και τη σκιερή ατμόσφαιρα που κάτωθέ της ευδαιμονικά αναπαύεται το οδοιπόρο αποτέλεσμα. Ενήργησα έτσι όχι μόνον γιατί μόνο έτσι μπορούσα, αλλά γιατί μέσω αυτού του τρόπου μου ακουγόταν να παιανίζει νικηφόρος ο απόηχος της σκυταλοδρομίας, με πόση εμβέλεια το μαχαίρι που διαισθάνθηκαν οι πρώτες κιόλας νεανικές «Σιωπηλές κραυγές» της Κυρτζάκη περνάει από χέρι σε χέρι της κάθε συλλογής, για να καταλήξει νικηφόρο στη σφαγμένη κραυγή του «Λιγοστού και να χάνεται»

Τι μοναξιά Θεέ μου και πού μας έσπειρες
Και δεν μας ελυπήθης.

Κι ακόμα, ενήργησα έτσι θέλοντας να υπογραμμίσω πόσο πολύκλαδο, πόσο άθικτα πράσινο διατηρείται αυτό το γενεαλογικό δέντρο των παθών και της τιμωρίας τους που κατάστρωσε η Κυρτζάκη με μαθηματική γενναιότητα και εμβάθυνση στα αίτια και τα αιτιατά, εξασφαλίζοντας μελωδικό θρόισμα στο στωικό του φύλλωμα μέσω της έγχορδης γλώσσας της, διότι

Χωρίς τη γλώσσα πώς ν’ αρθρωθεί
Η φύση των πραγμάτων συλλογίζεται
Κι η μήτρα που τα γέννησε
Πώς να την ψαύσεις

Ενα γενεαλογικό δέντρο αξιόπιστο, βασισμένο σε πληροφορίες που συνέλεξεη ποιήτρια από έγκυρους επιζώντες θανάτους, πληροφορίες για την καταγωγή τους, για το ποια μακραίωνη τυχαιότης ή σκοπιμότης τους διαιώνισε, γιος ποιας δυσκολίας είναι ο έρωτας και από αυτόν και την έρμαιη ανάγκη να τον νιώθουμε ποιοι αμετανόητοι έρωτες γεννήθηκαν και ποιοι ψυχοπονιάρηδες εν συνεχεία στεναγμοί μάζεψαν από τον δρόμο και περιέθαλψαν όλες τις ορφανές συνέπειες, αφού

Ας μου ήταν γνωστό
Δεν εγνώριζα
Τα ονόματα σαν τα δέντρα
Πως έχουν τη ρίζα τους
Σκοτεινή και υπόγεια

Συλλογή πληροφοριών, που αφού τις βίωσε πρώτα η «σάρκα του αισθήματός» της για να τις μυρώσει με αυθεντικότητα, μας τις παραδίδει για να συμβάλουμε στην επαλήθευσή τους, συγκρίνοντας την αλληλέγγυη ομοιότητά τους με τα πάθη των δικών μας προσωπικών στεναγμών.

Ώστε
Μη γελαστούν και
Πλανηθούν και χάσουνε και δεν το
Δυο αυτοί το μέσα που κυβερνάει
Τις ζωές του κόσμου

Ή, όπως ακόμη πιο παρήγορα συμπτύσσει τους τέσσερις αυτούς στίχους σε έναν:
…και κάθε σώμα τις σημασίες του ανταλλάσσει.
Δωρήθηκε στην ποίηση της Κυρτζάκη να μην άγεται και φέρεται από εκείνη τη σκόρπια ανώνυμη θλίψη που επιδαψιλεύει σε πολλούς ποιητές ένα δακρύβρεχτο εύκολο κέρδος. 

Κλαίει μεν η σοφία της, αλλά
Εχει το χάρισμα και του Θεού
Το δάκρυ. Σαν φυλακτό. Να οδηγεί
Σαν φως αυτή νυκτούρο στα
Σκοτεινά στη νύχτα και το έρεβος…

Καλλιεργεί και ξεκουράζει ότι λόγω της βαθύτατης παιδείας της βρίσκεις συχνά στα θέματά της και στον χειρισμό τους κλωστούλες και χνούδια που φέρνει από μακριά ο αθάνατος αέρας της μυθολογίας και των τραγωδιών που έγραψανοι πρόγονοί μας. Αλλά αυτά δεν είναι ως αποκλειστικό έδαφος για να πατήσει η ποιητική της εκτίναξη. Είναι για να γίνει πιο σφιχτό, πιο αδιαμφισβήτητο το πέρασμά μας από αυτόν τον περιπετειώδη πλανήτη.

Ο λόγος της ορθώνεται σαν ρομφαία. Λέει ή θανατώνει. Καρφώνεται με ένταση απαραχάρακτη και τιμωρεί τα αυτονόητα, τα κοινότοπα, είναι άγρια, τρυφερή, χαϊδεύει τις αδυναμίες, αλλά χαϊδεύει με τις ίδιες εκείνες γρατζουνιές που της προκάλεσε η γαμψή αφή των πραγμάτων. Ακούω συχνά το ουρλιαχτό του στίχου της: «Πεινάω σαν λύκος», αλλά δεν ανησυχώ. Ξέρω ότι είναι εκλεκτικός, δεν τρώει παραχωρήσεις.

Ποτάμι ορμητικό του πόθου
Χύνεται κάποτε η φωνή
Που στα κυλίσματά του θεριεύουν
Οι σκιές και στους χείμαρρους του
Ορμούν τα σύμφωνα αγκομαχητά
Να ξεψυχήσουν
Προς την ακρούλα
Τα φωνήεντα κοιτάζοντας
Όπως σε όχθη ναυαγός.
[…]
Κρυστάλλινη της μοναξιάς η όψη. 

[«Μαύρη θάλασσα», 2000]

Και ασφαλώς και φυσικά η φωνή της Κυρτζάκη πρωτίστως απευθύνεται στον «Aλλον», τον επιζητά υπόκωφα, γλείφει με τον ρυθμικό παφλασμό της και δροσίζει την ακρογιαλιά του. Αν η ακρογιαλιά αυτή είναι πολύκοσμη, τότε αυτοδύναμη η ποίησή της χτυπάει δυνατά το βέτο της σε εκπτώσεις και εκβιασμένους συγκερασμούς και αποσύρεται στα δικά της ανταριασμένα νερά, περισυλλέγοντας ωστόσο με αγάπη ναυαγούς του ξένου αρνητή κόσμου.

Δεν είναι βέβαια μόνον αυτά η ποίηση της Κυρτζάκη. Είναι και ό,τι αποσιωπήθηκε απ’ όσα δεν ειπώθηκαν. Οσα δεν ειπώθηκαν όχι από δική μου παράλειψη, αλλά από την απαίτηση της ίδιας της ποίησης να μη γνωρίζουμε γι’ αυτήν παρά μόνον όσα εικάζουμε ή επινοούμε ως «λαμπαδίτσα» που καίει «πριν τη δείξει η νύχτα».

*Από το http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_22.html

Ινδιάνικη ποίηση: Η «ζωντανή» λέξη της ψυχής

AmericanIndianHistoric

Ω, Μητέρα Γη/γέρνουμε πάνω σου κάθε νύχτα/
κι απ’ τα σφαλιστά μας βλέφαρα/ δραπετεύουν τα
όνειρά μας./ Σκιές μέσα στο φεγγαρόφωτο/
περπατάνε οι ψυχές μας./ Εσύ μας κρατάς στο
σύντομο ύπνο του θανάτου/ κι εσύ μας ξαναδέχεσαι
στη Ζωή.

(Cherokee)

Όλη η καταγεγραμμένη ιστορία των Ινδιάνων βρίσκεται μέσα στους ψαλμούς, στις προσευχές και στα τραγούδια τους. Τα πάντα για τον Ινδιάνο μεταφράζονται σε ήχο, η μουσικότητα είναι συνδεδεμένη άμεσα με την ύπαρξή τους. Ακόμα και τα ονόματά τους φανερώνουν αυτή τη σύνδεση της ψυχής με τον ήχο, την ανάγκη του ψυχισμού για ρυθμό κι αρμονία. Το Γελαστό Νερό, το Τραγούδι του Ανέμου, το Μάτι του Γερακιού, το Σιγανό Ποτάμι, είναι αντηχήσεις από τον εσωτερικό δικό τους ρυθμό, που αντανακλά τη ροή της ζωής.

Παιδιά της φύσης οι αυτόχθονες αμερικάνοι, έζησαν και έγραψαν τη δική τους ποίηση. Ποίηση «τρόπο ζωής», μια και η κίνηση, ο ήχος και η δράση, είναι ιδιότητες της ινδιάνικης ιδιοσυγκρασίας. Το θρόισμα των φύλλων, ο ήχος της βροχής, η βροντή της αστραπής, το κελάηδημα των πουλιών, το κελάρυσμα του ποταμού, είναι οι νότες της δικής τους μουσικής, αλλά και τα λόγια οι μουσικές λέξεις της ποίησής τους. Πάνω στο τύμπανο με δέρμα από ελάφι δονούνται και έπειτα εκρήγνυνται τα σπλάχνα της γης.

Οι αυτόχθονες αμερικάνοι γράφουν τη δική τους ιστορία με το δικό τους τρόπο. Στο βιβλίο της ζωής τους δε θα βρεις ονόματα φυλάρχων, ιστορικές νίκες και ήττες, θα βρεις όμως την ανθρώπινη ανωτερότητα, το σεβασμό της έμφυτης ανάγκης για ειρήνη, τη συναίσθηση της ομαδικής προσπάθειας για την επίτευξη κάθε ανθρώπινου στόχου. Θα βρεις το αίσθημα εξάρτησης απο τις θείες δυνάμεις, καθώς και τον ασίγαστο πόθο της επιστροφής, την αναμμένη ιερή φλόγα της θύμησης για την πατρίδα των προγόνων, τις Πλειάδες των ουρανών. Ξεφυλλίζεις νοερά αυτό το βιβλίο όχι για να βρεις στρατιωτικές νίκες και κατακτήσεις, αλλά για να ακούσεις το ξεχασμένο τραγούδι της φύσης. Γυρίζεις σελίδα σελίδα κι αποστηθίζεις την αρμονία και το ρυθμό που κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή.

Για τον Ινδιάνο τα γεγονότα είναι αδιαχώριστα δεμένα μεταξύ τους, ζωή και θάνατος, χαρά και λύπη, ουρανός και γη, νύχτα και μέρα, γίνονται τραγούδι, τα αιώνια συναισθήματα γίνονται ποίηση. Η συμπάθεια, η αγάπη, η χαρά της νίκης, η γλυκιά θλίψη για κάτι που έφυγε, ο πόνος της απουσίας, όπως και η ανάγκη για ειρήνη κι ευτυχία, γίνονται αφορμή για τούτο το σιγανό ψέλλισμα στα χείλη του, που άλλοτε μοιάζει μοιρολόι κι άλλοτε ύμνος γεμάτος ευχαριστίες: με την ψυχή του ανοιγμένη στο θρίαμβο της ύπαρξης γύρω απο το φως της φωτιάς, με τα άστρα μετέωρα στον ουρανό, τις παρυφές των ιερών βουνών φωτισμένες από το πορτοκαλί φεγγάρι και με τη νύχτα να αντηχεί από θρύλους, μύθους και παραδόσεις.

Η ινδιάνικη ποίηση παραβιάζει με τον πιο ανώδυνο τρόπο, άτεχνο σχεδόν, με αστόλιστες απλές κι επαναλαμβανόμενες εκφράσεις το χώρο του αισθητού, για να μας πάει εκεί όπου οι λέξεις αφήνονται από την ουσία και μόνο της αλήθειας να οδηγηθούν. Η μαγεία του ινδιάνικου στίχου είναι η αλήθεια του. Ειλικρίνεια, που προβάλλει σαν ακατέργαστος πολύτιμος λίθος από τα έγκατα της γης, για να μας θαμπώσει από τη λιτή μεγαλοπρέπειά του. Όταν η απλότητα και η δύναμη συνυπάρχουν, όταν η ομορφιά εκφράζει τη φιλοσοφία, όταν το πάθος ενώνεται με τη γαλήνη της αποδοχής, τότε γεννιέται ο ινδιάνικος στίχος.

Η ποίηση των Ινδιάνων παρ’ όλο που δεν έφτασε ολόκληρη και πλήρης ως εμάς, από την έκταση της λευκής καταστροφής και την αδιαφορία του κατακτητή για οποιοδήποτε στοιχείο των κατακτημένων, ερευνήθηκε και ψάχτηκε από τους εραστές της ποίησης αλλά και τους εραστές της ζωής, σαν κοίτη ενός ποταμού γεμάτη ψήγματα χρυσού. Για ν’ αφήσει στον καθένα ξεχωριστά τούτο το πολύτιμο πετράδι, «τη ζωντανή λέξη» της ψυχής, την καθαρότητα, την απλότητα και τη δύναμη ενός κόσμου ξεχωριστού, συγκινώντας πάντοτε.

Η ινδιάνικη ποίηση – το μονοπάτι του Ωραίου – είναι ακόμη ένας δρόμος προς την ελευθερία του πνεύματος. Τα παιδιά του Ήλιου, τα παιδιά των αστεριών, οι έφηβοι Ήρωες, το γνώριζαν και το περπατούσαν. Ακολουθώντας τα ίχνη του ανέμου, με τα μάτια στραμμένα στο πέταγμα του Αετού…

Το φεγγάρι και ο χρόνος/ταξιδεύουν
ταξιδεύουν και φεύγουν:
το ίδιο κι η μέρα
το ίδιο και ο άνεμος.
Έτσι και η σάρκα φεύγει
στον τόπο της γαλήνης της 

(Maya).

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

*Από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_20.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

‘The leap over the bounds of self’: a tribute to the poetry of Dimitris Tsaloumas – In celebration of two recent bilingual poetry publications honouring the poet and his art

By Jena Woodhouse*

Un chant du soir [selected poems from Tsaloumas’s collections in English], translated into French by Pascal Laurent. A bilingual edition [English and French], 128 pages. France: Orphee/ La Difference, 2014. ISBN 978-2-7291-2066-5

41OD4u-olcL._SX347_BO1,204,203,200_

Dimitris Tsaloumas, A Winter Journey.(Chapbook) A bilingual edition in English and Greek. New Greek-language versions of the original English poems prepared by the poet. Brighton, Victoria, Australia: Owl Publishing, 2014. ISBN 0 9775433 1 5

tsaloumas

The Introduction to both publications is by Helen Nickas, author, academic, and a publisher who, along with the GACL Committee who publish Antipodes, has done so much to bring Greek-Australian writers and writing to the attention of a wider readership.

As ever, Dimitris Tsaloumas brings to his creative practice a distillation of experience, observation and perception enriched and filtered by several cultural and linguistic sources, animated by personal memory and a mythopoeic imagination that characteristically taps into memory’s aquifers to elicit dramatisations and evocations unconstrained by time. It seems that he is able to bring a divinatory instinct to bear on this process.

Although Dimitris Tsaloumas was born in Greece, on the island of Leros in the Dodecanese archipelago, his formal education was initially in Italian, as those islands were under Italian hegemony from 1912 to 1947. By the time he left Greece in 1951 to migrate to Australia, he had already published two collections of poetry in Greek. In the course of his studies at the University of Melbourne, he later acquired fluency in French, and embarked on what would be a lifelong journey into the English language, which was to become the medium for nine collections of poems.

Rich textures of language and structures of thought are matched by thematic abundance, yet while the heart of the matter may sometimes prove elusive, luminous presences pervade the poems that deal with love and ideal beauty, loss and memory. Tsaloumas has commented that Helen of Troy is his symbol of beauty in general, and this title poem of the collection Helen of Troy and Other Poems (2007) is one of those included in Pascal Laurent’s beautifully presented bilingual selection of 45 poems, Un chant du soir (pp. 108-9), translated into French in consultation with the poet, thereby giving Francophone readers access to the stylistic and linguistic pleophony and polyphony of Tsaloumas’s poetry.

Other iconic poems that seem to travel effortlessly from the original English texts to the French – testimony to the dedication, care and skill of the translator, Pascal Laurent — include selections from Falcon Drinking (UQP 1988); Portrait of a Dog (UQP 1991); The Barge (UQP 1993); The Harbour (UQP 1998); New and Selected Poems (UQP 2000) and Helen of Troy and Other Poems (UQP 2007).

Tsaloumas’s abiding themes and concerns cohere as a preoccupation with beauty, the ideal as sometimes glimpsed in the actual, but more often purged of worldly impurities by memory or art, as in the case of Helen, the poet’s mnemonic for beauty. But the supreme muse is perhaps memory, not only personal, but also collective and cultural, whose role is pivotal to poetry. Without memory, beauty lacks awareness of its antecedents.

The quest, the journey, the return, nostalgia in the Greek sense of the word (a yearning for the homeland); the hovering, luminous presences of seasons past; mutability and the idea of the immutable, which exists as memory: these motifs recur in the fabric and fibre of Tsaloumas’s poems as guests and visitants of the cosmology from which he draws consolation and renewed inspiration. Persephone incarnate, ‘partridge-breast proud’: a local girl glimpsed gathering flowers in spring near the mouth of the Underworld at Cape Tainaron (‘The Traveller and the Maiden’ Un chant du soir, pp. 102-3); Eurydice (‘Orpheus’ lament’ , number 11 in the sequence A Winter Journey); the mother (who is a recurring visitant in the corpus of Tsaloumas’s poetry, as for instance in ‘Visits’, poem number 4 of A Winter Journey); the mysterious ‘lady of ships’ in the poem “Aubade for the Lady of Ships’ (Un chant du soir, pp. 56-7) are among many feminine personae who perform multiple roles, as couriers of memory and psychopomps plying between past and present, between dream archetype and the physical world of sensory impressions.

The sequence of 14 poems titled A Winter Journey (originally published in Helen of Troy and Other Poems), references Schubert’s eponymous song cycle in its title, and also seems to contain allusions to Ovid, the poet in exile, in images of deprivation, wolves, the steppe. Hints and clues in the sequence seemingly support a reading of it on one level as an encrypting of Ovid’s experience, paralleled in part by that of Tsaloumas himself.

However, when I decided to put this hypothesis to the test, and asked the poet in a letter (in early 2008) if this were the case, he replied as follows:

‘It amazes me that the Ovid association never occurred to me before, during the writing or after. And yet your comment makes the connection so obvious that I can only wonder. However, this is only circumstantial…. My sequence has to do with the burden of memory in the desolation of old age and the return or revival of that mysterious sense of guilt that was ‘buried’ and forgotten in the vigour of youth. Memory, even the memory of beautiful moments, is now a source of pain….

‘This collection (Helen of Troy and Other Poems), in spite of the sadness of its tone, was meant to constitute a celebration of beauty in all things in life, including death!’

Irrespective of how readers may interpret A Winter Journey, the calibre of the work places it among Tsaloumas’s finest achievements, a poetic ‘leap/ over the bounds of self’.
….
yet I know temptation
is in the weave of sainthood
the test by fire before the leap
over the bounds of self

(A Winter Journey 9, ‘Temptation’)

Although the title of this sequence seems to presage a journey, the persona of the poems is snowbound, waiting for the spring, the thaw, and his journey is an inward one. Visitants arrive from afar in place and time, as do wolves:

After the wolves came mother
though the door was barred
….
others too came from albums
of yellowing years
faces blurred
though not unfamiliar
….
mother’s eye steady
burning through the hut’s murk

(A Winter Journey 4, ‘Visits’)

‘Summoned by unknown spirits’, ‘against [his] will’, the poet waits at a

point of static motion
dead centre of the rose
of winds

(A Winter Journey 1, ‘The call’)

But the reader is given to understand that

this is no public gesture
this voyage
no trespassing on alien land

(A Winter Journey 9, ‘Temptation’)

The essential paradox (in various guises) that lies at the heart of many of Tsaloumas’s poems here surfaces in the eleventh poem of this cycle, ‘Orpheus’ lament’:
….

Back under the sun
Orpheus blinks and sings again
of love regained and lost
never bestowed whole
and therefore imperishable.

Strange that Orpheus’ song
should have made famous
love’s impotence
and its division beautiful
beyond compare and reach
of man-born time.

The cycle ends with a burial in poem no. 14, ‘Songs of the woodworm’, alluding to the ambiguous nature of the poet’s journey, with implications for the ultimate and inescapable destination of each person’s life.

While Tsaloumas’s language of choice in the original poems of the present collections is English, his poetics are illumined by ‘the rich glow of an older tongue’ (‘Washing-up’, Un chant du soir, pp. 106-7), and informed by structures of thought and emotion whose origins lie elsewhere. Tsaloumas’s art is nourished by many sources, among them the context and continuity of cultures older than the one whose language he composes in. Perhaps it is this circumstance that imbues the content and language of the poems with a distinctive timbre and patina, the rich glow of an older tongue: resonances from a cultural milieu not alien to English – since Greek culture and thought is one of the antecedents of modern European cultures – but not innate to it either. Tsaloumas’s nightingale, his rossignol (Un chant du soir, pp. 60-61), is a far cry from Keats’s bird of the same name:

Last night in our square of rubble,
on the stroke of twelve, a nightingale
was heard. And panic-stricken folk
leaned out of gutted windows
above lamp-posts that bent distraught
over the brinks of craters
wondering, bitter that such a bird
should visit in their grief with not
a tree, not even a spire to support
its crazy song.

.…

I laughed, and from the shadows cried
don’t be such fools, brothers,
the song proffers no hope. That gift
you’ve squandered long since.
This is the hour of its perfection.
Be grateful to the bird that scores
the vastness of that loss.
….

The haunting texts selected for translation into French by Pascal Laurent include, in addition to those already cited, many of Tsaloumas’s finest poems: songs for out times and for all times, of the here and the hereafter, embodying an uncanny instinct for locating the eternal in the moment. They include the iconic ‘Falcon Drinking’; Old Man with Canary’; ‘The Barge’; ‘To the Poet’, with its sardonic, slant allusions to Plato’s Republic; ‘A Summer House’; ‘The Harbour’; ‘The Shrine’; ‘Morning Coffee’ — a dual portrait viewed in the light of the quotidian; ‘Stoneland’; ‘The Veranda’; ‘The Inheritance’; ‘Helen of Troy’…. and, among my personal favourites, the delicately drawn charm of ‘A Postcard to Matina’, which I quote in full:

A Postcard to Matina

The boats by the tamarisks on the far left
will sail again before dawn, and with the sun

dripping forge-red a mere three fathoms
above my bed in the horizon-filled window

I’ll be thinking again of my fishing days and all
the water loveliness of child-bright summers.

I linger under the sun. There’s no pleasure
in triumphs no longer shared. I write this card

a mile past its frame, on the far right, against
the harbour breeze. Splinters of laughter point

the lime-rock light thorn-deep, and as before
you walk between the festive sea

and the white of houses as if these days
belonged to another year. Yet nothing’s changed,

in spite of memory. A stained-glass autumn
hangs near the door on our pomegranate tree,

olives are crushed and fish is fried at dusk
in every kitchen, and all the island cats

shine peaceably in the bounty of the season.
The moon’s back huge as ever, platter-full.

(Un chant du soir, pp. 38-9)

This symbiosis between cultures, paralleled in these two new publications by the twin versions of the poems presented side by side, in English and Greek (A Winter Journey) and English and French (Un chant du soir), evokes sublimated relationships and nostalgias, as well as generating productive tensions, implicit rather than explicit, between different emotional landscapes and the syntactical shapes of ideas, the grammar of thought.

Ambiguity, ellipsis, antithesis and dichotomy, contradiction and paradox, shadows and luminosity abound in the art of Dimitris Tsaloumas, romantic idealist, peerless lyricist, excoriating sceptic, and poet of all life’s seasons. Yet amplitude and kenosis, feast and frugality and fast, flow and ebb are surely also the rhythms of the natural world, and Tsaloumas, who for much of his long life has migrated annually between homelands, Australia and the Aegean, is attuned to this language as well, the primal and maternal one, an awareness of origins and eternal cycles of renewal, and the blueprint for beauty that is nature’s gift to art and memory.

Note: Dimitris Tsaloumas’s most recent publication of new poems in Greek is Thirst (Dipsa), a chapbook published by the literary journal Planodion, Nea Smyrni, Athens 2010, which contains some of the most remarkable poetry he has ever composed. Only Dimitris Tsaloumas could have written these incandescent poems.

*This piece firstly published in “Antipodes” 2015, annual literary journal of Greek-Australian Cultural League of Melbourne.

images

Two events – A 100 years of the start of the DADA movement and the launch of the second “Audacious” CD

dada a

One hundred years ago the poster attached here signalled the first evening of cabaret Voltaire which was also the start of the DADA movement, come help us celebrate the anniversary of this event

on 
5th Feb 2016 around 7.30 pm. 


In “Some Velvet Morning” 123 Queens Parade, Clifton Hill.

Performers: Razor Hope, Jeltje, Peter Murphy, Ashley Higgs, Sjaak de Jong, Anna Fern, Santo Cazzati, Harry Williamson

Also the launch of the second “Audacious” CD, and if it’s anything like the first “Audacious”, this promises to be a truly wonderful event:

Friday, 29 January, 7pm @ Under the Hammer, 158 Sydney Rd., Coburg!

http://www.ftloose.com.au

The history of the Dada movement is imbricated in the lightning-fast intellectual break-through set off, simultaneously and independently, in various parts of the world by several groups of young artists, writers and philosophers: in just a few years, from 1916 to 1923, it was to shake the aesthetic foundations of the period, be they traditional or avant-garde, and set off a revolution which, from surrealism to pop art, would in half a century upset our vision of the world.

A somewhat unexpected announcement appeared in the Zurich press on 2 February 1916: “The Cabaret Voltaire. Under this name a group of young artists and writers has formed with the object of becoming a centre for artistic entertainment. In principle, the Cabaret will be run by artists, permanent guests, who, following their daily reunions, will give musical or literary performances. Young Zurich artists, of all tendencies, are invited to join us with suggestions and proposals.”

The Cabaret was inaugurated three days later in the back room of the Holländische Meierei, a popular tavern located in a seedy section of Zurich. Jan Ephraïm, the owner of the establishment, turned the job of emcee over to Ball with the hope of attracting a large audience. Ball took as his model the Parisian cabaret tradition, born with the Chat Noir in 1881, which he associated with the cabaret spirit that had existed in Berlin before the war. For him, no one other than the emblematic figure of Voltaire could play the role of godfather for his association. It was from the pamphleteer and master of satire that he drew his vision of a reality radically out of step with its time.


Refugee artists from all over Europe quickly besieged the scene at the establishment. Emmy Hennings, a German singer and Hugo Ball’s partner, sang her own songs as well as many from the repertoires of Aristide Bruant, Erich Mühsam and Frank Wedekind. Those individuals, who were to become the “hard core” of Dada, were present from the beginning of the Cabaret: the Alsatian artist, Hans Arp and the Romanians Tristan Tzara and Marcel Janco. Richard Huelsenbeck joined the festivities on 11 February 1916 at the behest of Ball, who had met him in Munich in 1912 in connection to the Der Blaue Reiter group.

Έρμα Βασιλείου, Η επόμενη μέρα από τις πυρκαγιές (και ένα ποίημα)

468212-medium

Με αφορμή τις Πυρκαγιές του Μαύρου Σαββάτου της 7ης Φεβρουαρίου 2009 στην επαρχιακή Βικτώρια (έξω από τη Μελβούρνη) το άρθρο μου αυτό δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα του Σίδνεϊ την ίδια χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ στη μνήμη όσων χάθηκαν τη μέρα εκείνη τόσο άδικα (173 ψυχές) αλλά και όσων τραυματίστηκαν (414 άτομα).
Θυμόμαστε πάντα το μεγάλο ηρωισμό του Αυστραλού προς τον συνανθρωπό του. Τη μέρα αυτή κάναμε όλοι μια ευχή να μην υπάρχει ποτέ όμοιά της, να μην υπάρχει άλλη ίδια. Επίσης, το άρθρο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “Έργα του Νότου”.

epa03527647 Unfamiliar territory.....A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria  Jan. 8, 2013. The fire has been contained.  High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state.  EPA/JULIAN SMITH

epa03527647 Unfamiliar territory…..A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria Jan. 8, 2013. The fire has been contained. High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state. EPA/JULIAN SMITH

Η τηλεόραση και τα υπόλοιπα Μέσα Ενημέρωσης είχαν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που πλησίαζε. Μα ο καθένας κρίνει μόνος του πότε θα πρέπει να τα εγκαταλείψει όλα για τη ζωή του. Γιατί ζωή είναι αυτή που βλέπει κανείς μπροστά του, αλλά κι αυτή που μένει πίσω του. Είναι και ο χρόνος μεγάλος μάρτυρας σε όλα αυτά. Βιάζεται, και δεν είναι διαθέσιμος πάντα σύμφωνα με το βηματισμό του καθενός. Και κείνη τη μέρα, χρόνος και άνεμος, φωτιά και κόλαση βάδιζαν αντάμα. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν και αγκάλιασαν διπλά, γερά ό,τι έβρισκαν. Και έμεινε η απορία, η έκπληξη και ο πόνος στα συντρίμμια. Πότε! …Πότε πρόλαβε η φύση να δείξει αυτό της το πρόσωπο; Πότε ένα αυστραλέζικο μαγευτικό τοπίο γίνηκε στάχτη; Και μια αγνή εικόνα της υπαίθρου, μια οικογένεια της κόκκινης, παιδεμένης γης έγινε μνήμη; Και σκέφτεται κανείς να μετρήσει παραπάνω…μα…πότε μπορεί μέσα σ’ αυτό να χαθούν τόσο γρήγορα, τόσο αστραπιαία…ανθρώπινες ψυχές…όντα από το ζωικό βασίλειο…η φύση όλη, το βιος, οι ελπίδες, τα όνειρα. Πότε πεθαίνει ένα δέντρο όρθιο, και μια φρεσκοφυτεμένη γλάστρα φωνάζει βοήθεια; Ο θάνατος είναι θάνατος αλλά μπορεί να έρθει πιο γλυκός…ποτέ στη φλόγα μέσα. Πότε φοβούνται τα κατοικίδια και μένουν πίσω, στον αφέντη τους, να μοιραστούν το φόβο του θανάτου μαζί… Η κόλαση γίνεται μεγαλύτερη όταν προχωρά η ίδια σε σένα!

Και βγαίνουν μέσα από τη φωτιά ζωντανά πρόσωπα, με κοκκινόμαυρο χρώμα με ρούχα που η φωτιά άρπαξε…και καραδοκεί να βάλει μεμιάς στο στόμα της…Με το μαρτύριο της αγωνίας στο πρόσωπο, τη δύναμη της ζωής να ζήσει στα μάτια τους…η μάχη ολόρθη για τη γη του ανθρώπου του γενναίου Αυστραλού, που πάλαιψε να την δαμάσει, να την κτίσει με πράσινο χρώμα να έρχονται μαζί, κόποι και πουλιά να τραγουδούν τη δόξα της. Και να η γη τώρα, η κόκκινη να παίρνει πιότερο το χρώμα της φωτιάς.

Γιατί…δεν υπάρχει σκληρότερος τρόπος να περιγράψει κανείς τις φλόγες από το αποτέλεσμά τους, τη στάχτη.  Και για τη στάχτη δεν υπάρχουν περιγραφικά, εκτός από το χρώμα της.

Όλα όσα πορεί να θυμηθεί η ψυχή και να πονέσει την περιγράφουν

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα της 7ης Φεβρουαρίου, και η μεθεπόμενη, όπως θα ξημερώσουν κι άλλες. Και μέσα από την εικόνα της τέφρας που βράζει και αχνίζει ακόμα στάχτη, φάνηκαν τόσες άλλες, δυναμικές εικόνες, που ανασαίνουν την ψυχή, δίνουν φτερά στην καρδιά. Άνθρωποι ν’ αναζητούν τους δικούς στα πύρινα τείχη, να βαδίζουν στη λάβρα του αέρα, που δεν ξεχώριζε τη μέρα εκείνη από τη λάβρα της φωτιάς, να ψάχνουν στις φλόγες με ατσαλένια θέληση να βρουν το γείτονα, να χάνουν αδιάφορα πολύτιμες στιγμές για να σώσουν τα κατοικίδια ζώα  τους, να τα ευθανατίζουν ορισμένοι για να μην παρατείνουν τον πόνο τους, με κίνδυνο να χαθούν μαζί τους, να θυσιάζονται για τον δικό, να παγιδεύονται στις γλώσσες της καταστροφής… και ηλικιωμένα ζευγάρια να περιμένουν χέρι με χέρι το τέλος της ζωής τους, παγιδευμένα σ’ ένα γκαράζ με σιδερένια πόρτα, όπου οι φλόγες ούτε το σίδερο θα φοβηθούν για να χωθούν.

Ξένοι να γίνονται δικοί για σωτηρία. Αυτή η αγάπη είναι ο εχθρός της φλόγας. Από το δράμα στον ηρωισμό είναι το θαύμα της ζωής.
 
Η έννοια της εφήμερης ζωής που ζούμε τόσο έντονα σήμερα είναι περισσότερο μέρος μιας ομιλίας του άμβωνα. Δεν πρόκειται εδώ ωστόσο για τη γραμμή της ζωής και όσα θα φέρει ο τελειωμός της στον παράδεισο. Πρόκειται για την ίδια τη γραμμή που περνάει αυτή την ώρα από την κόλαση. Πρόκειται για αυτό που κάνουμε το κάθε εκατοστό της ζωής μας, και που σ΄ αυτό μας παίρνει τόσο εύκολα  η αυτοθυσία.  Κι αυτή την καλή σχέση με τον γείτονα, αυτή τη θυσία, την γνωρίζουν πολύ καλά οι Αυστραλοί. Το mateship, που μοιάζει, μέσα από τη λέξη αυτή, μεγαλύτερο από το friendship.
 
Με δύναμη πνεύματος, ράντισαν και πάλι το χώμα που άφησαν πίσω οι φλόγες. Με δάκρυ ή με πικρό χαμόγελο, η δύναμή τους ορθώθηκε πυρίμαχη, ανεξάντλητη. Θα επιστρέψουν, είπαν οι περισσότεροι, θα κτίσουν και πάλι εκεί που τους πήρε η φωτιά το βιος. Στα κέντρα όπου συνάζονται για να σταθούν στα πόδια τους, η δύναμη του πνεύματος είναι φλόγα που ανασταίνει περισσότερο εμάς που δεν είδαμε το πέρασμα της κόλασης της 7ης Φεβρουαρίου αλλά το νιώσαμε στις πράξεις των συνανθρώπων.
 
Οι θηριωδίες της φύσης έχουν ένα τέλος, όχι όμως και αυτές των ανθρώπων. Και είναι με πληγές που επιστρέφει κανείς πάντα στα ενθύμια του νου για να σκεφτεί τι προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.
 Συχνά, μπροστά στην τηλεόραση, ή ακούγοντας το ράδιο, είναι για να πάρουμε δύναμη από όσους έζησαν το κόκκινο φιλί του θανάτου. Μα ακόμα και τότε, ορισμένοι από μας δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
 
Η μέρα που δεν αφήνει κανείς την σκληρή εμπειρία να γίνει απλά μια κακή θύμηση, η μέρα που ανασταίνεται η στάχτη, αυτή είναι η επόμενη μέρα. Η μέρα που θα ραντίσουμε με ό,τι μπορούμε τη γη εκείνων που την έχασαν. Η επομένη μέρα από τις πυρκαγιές  είναι ακόμα για να σώσουμε.  

Κι όμως η μνήμη φλογίζει ακόμα, θυμίζει ένα θόρυβο που έρχεται, πλησιάζει…και ακόμα και στον ύπνο μας τρίζουν τα δέντρα τα δόντια από φόβο…Ένας Ξυπόλυτος Ήλιος γραμμένος σαν ποίηση στα τετράδια μιας ποιήτριας, έρχεται να ζητήσει καταφύγιο στις σελίδες με πόδια ματωμένα με καρδιά λυγισμένη ζητώντας συγγνώμη για τη δύναμη…τη Δύναμη, τη Φύση. Και τον καλωσορίζουμε σαν άνθρωπο στο κατώφλι με νερό κι ένα κρύο βρεμένο ρούχο στο μέτωπο…κι έτσι μόνο…αγαπώντας τον άνθρωπο όλα σβήνουν όταν πρέπει…όλα διορθώνονται όσο μπορούμε, ακόμα και η συμβολική γραφή που δεν αντέχουμε να γίνεται η κυριολεξία της θεριστικής μηχανής των στοιχείων και ο χαμός του κόπου και της ζωής των δικών μας αδελφών στη ΓΗ, όπου γης.
και δρόσου ξεκούραση

Κάτι στη μνήμη του Brian Naylor, δημοσιογράφου του Καναλιού 9 που χάθηκε εκείνο το Σάββατο με τη σύζυγό του, αλλά και για όλες τις ψυχές που πέταξαν την ίδια μέρα μακριά μας!

Ξυπόλυτος Ήλιος

Η λύρα του Νέρωνα
Φοβίζει
Μαζί με φλόγες οι νότες
Περνούν και κροταλίζουν σε άλλους αιώνες
Φεύγει το μαύρο σύννεφο
Μείναν οι προσευχές
Εσύ κι εγώ σωσμένοι
Εσύ κι εγώ χωσμένοι
Και υπεύθυνοι στη μάχη, έτοιμοι για τη μεγάλη δραπέτευση
Που επιστρέφει στη ζωή
Σίδερα λαμαρίνες
Τέφρος
Τάφρος
Αέρας σκοτεινός
Που αποφάσισε ν’ αλλάξει τα ρούχα μας
Σήμερα
Αλλάξαμε μια χειραψία επί τέλους
Στο Kinglake
Στο Marysville
Με πονεμένα χέρια, με σάρκα να μένει ανοικτή
Αν κι ένωσαν για πάντα οι πληγές τις πληγές της
Και προχωρήσαμε μαζί με τον Ξυπόλητο Ήλιο
Και προχωράμε, με φωτιάς βάδισμα
Και δρόσου ξεκούραση!

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

Στάθης Ιντζές, Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση της Αλεχάνδρα Πισαρνίκ

images

1.    ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1.1.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ ΜΕ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Για να προσεγγίσουμε τις αφιερώσεις και τις επιγραφές τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ στην ποίησή της, χρειάζεται να κατανοήσουμε τη σχέση της με το κίνημα του Υπερρεαλισμού, που γεννήθηκε στο Παρίσι, αλλά και τη σχέση τής ίδιας με τη Γαλλία. Τα γράμματα τής Πισαρνίκ μαρτυρούν ότι κατά το διάστημα που έζησε στο Παρίσι, έμαθε τα απαιτούμενα γαλλικά ώστε να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της πόλης. Είχε ήδη συνείδηση της ελευθερίας του πνεύματός της, «του αμαρτήματος να είσαι ποιήτρια, να έχεις αφήσει μόνη τη μητέρα σου»1. Από τα 18 της, ονειρευόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να ζήσει το όνειρό της ως ποιήτρια «Ω! πόσο θέλω να ζω αποκλειστικά για να γράφω!»2. Κάπου αλλού αναφέρει για το Παρίσι: «Είμαι ερωτευμένη με αυτήν την πόλη»3. Έγραψε, αργότερα, για τα χρόνια που έζησε στο Παρίσι: «η μοναδική περίοδος της ζωής μου που γνώρισα την ευτυχία και την ακμή ήταν εκείνα τα τέσσερα χρόνια στο Παρίσι»4. Μέρος εκείνης της ευτυχίας συνίστατο στο ότι μπόρεσε να διαβάσει υπερρεαλιστικά βιβλία στον τόπο όπου το ρεύμα αυτό διείπε τη λογοτεχνική έκφραση και την παραγωγή  λογοτεχνικού έργου και όχι από τα ένα-δύο βιβλιοπωλεία τού Μπουένος Άιρες, όπως το Galatea, που ήταν το πιο ενημερωμένο αναφορικά με τα γαλλικά κείμενα. Τα αναγνώσματά της έγιναν ο τόπος στον οποίο ήθελε να ζει. «Τα αγαπημένα ποιήματα είναι σαν μια πατρίδα»5.
Το Παρίσι δημιουργήθηκε από τους συγγραφείς και τους στοχαστές του. Ο τρόπος ζωής και οι ελευθερίες που προσέφερε σε έναν ποιητή αυτή η πόλη ήταν για την Αλεχάντρα το «υπερρεαλιστικό όνειρο» που ήθελε πάντα να ζήσει. Έζησε στο Παρίσι από το 1960 ως το 1964, όπου εργάστηκε για το περιοδικό Cuadernos και μερικούς γαλλικούς εκδοτικούς οίκους. Δημοσίευσε ποιήματα, κριτικές και μετέφρασε Αρτώ, Μισώ, Σεζάρ και Μπονφουά.
   

1.2.    ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ

–    8 Ιανουαρίου, Παρίσι, 1961

«Στον δρόμο Gay-Lussac ένα παλιό αυτοκίνητο γεμάτο από χαρτόκουτες. Καθισμένος ανάμεσά της, ένας ηλικιωμένος λευκής επιδερμίδας, μαύρο πανωφόρι και μαύρο καπέλο, πρόσωπο όμορφο και λυπημένο. Συλλογίστηκα ότι κανείς, πέραν εμού, δεν γνωρίζει ότι είναι λυπημένος μέσα σε ένα πολύ παλιό αυτοκίνητο σε έναν έρημο δρόμο. Αλλά ξαφνικά είπα στον εαυτό μου: ‘’Κι αν αυτός ο άνδρας δεν υπάρχει, αν δεν υπήρξε;’’ Πλησίασα και πράγματι, δεν υπήρχε κανείς».

–    15 Οκτωβρίου, Μπουένος Άιρες, 1964

«Η μοναξιά τού καθενός. Να μην είσαι αντικείμενο των βλεμμάτων. Να κοιτάς και μερικες φορές να σε κοιτούν. Να χρησιμοποιείς τα μάτια. Όρια. Να μην γράφεις, να μην σε απασχολεί να γράφεις. Να μην παριστάνεις τον Φλωμπέρ. Σε καταλαβαίνει. Αυτή που δεν καταλαβαίνει είμαι εγώ».

1.3.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

–    ΤΟ «ΧΡΕΟΣ» ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ

Η απόσταση που κράτησε από τον κλασσικό υπερρεαλισμό εξηγείται από το γεγονός ότι ο υπερρεαλιστικός κύκλος του Παρισίου τη δέχτηκε μόλις στις αρχές του 1960, όπου και πήρε την απόφαση να ζήσει εκεί. Η Πισαρνίκ όχι μόνο διάβαζε κλασικά υπερρεαλιστικά κείμενα, όπως το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μπρετόν Nadja (1928), αλλά και απορρόφησε την ακμάζουσα κριτική διαπλάθοντάς τη σε κριτικό τού υπερρεαλισμού. Επιτέθηκε στον Μπρετόν για το «απελευθερωμένο ασυνείδητο» που διακύρησε. Η Πισαρνίκ δεν μπόρεσε να απελευθερώσει το ασυνείδητό της καθώς χαρακτήριζε τον εσωτερικό της κόσμο σκοτεινό, απειλητικό και μη προσβάσιμο. «Όχι, οι λέξεις δεν συνθέτουν τον έρωτα συνθέτουν την απουσία»6. Έτσι, τον πιο κρίσιμο ρόλο στο έργο της θα τον έπαιζε το αποκρυφιστικό στοιχείο στον χαρακτήρα του Μπρετόν. Η Πισαρνίκ απορρόφησε τα στοιχεία που συνέθεταν τον υπερρεαλισμό την εποχή που εκείνη βρισκόταν στο Παρίσι, δηλαδή τη δεκαετία που οδήγησε στον θάνατο του Μπρετόν το 1966.
Η Πισαρνίκ, ως αναγνώστρια, ταυτίζεται τόσο έντονα με αυτό που διαβάζει κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μεταμορφώνεται σε αυτό και υποφέρει από τις συνέπειες. Στο ημερολόγιό της σημειώνει για το «χρέος» της απέναντι στον Μπρετόν « Ίσως είναι εκείνο που ποτέ δεν μου έμαθε και παρόλο αυτά είναι εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω μου»7.

–    ΑΝΡΙ ΜΙΣΩ Ή «Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ»

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ, επηρεασμένη από το κίνημα του Υπερρεαλισμού, με τις αφιερώσεις και τις επιγραφές στο έργο της, θέλει να δείξει στον αναγνώστη ότι και η ίδια διάβαζε. Και διάβαζε κυρίως υπερρεαλιστές συγγραφείς. Μέσω τού Οκτάβιο Πας, γνώρισε και μελέτησε τον Ανρί Μισώ, ο οποίος ήταν γνωστός ως ο πιο αυθεντικός υπερρεαλιστης, γιατί αρνήθηκε να εισχωρήσει στο κίνημα του Μπρετόν το 1920. Η Πισαρνίκ έγραψε ένα δοκίμιο για τον Ανρί Μισώ ως παρουσίαση για τον βιβλίο του Passages, 1963. Βλέπει τον Μισώ ως «μεγάλο θεραπευτή» και τη γραφή του ως γιατρειά για τη ψυχική διαταραχή. «Η καλύτερη ποίηση του αιώνα μας» έγραψε για τον Μισώ τοποθετώντας τον στο ίδιο ύψος με τον Ρεμπώ και τον Λουτρεαμών. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι κάτι σαν εξορκισμός, ένας όρος που η ίδια κουβαλά στην ποίησή της, των δικών του δεινών και εμμονών.

–    ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Για να αντιληφθούμε τη θέση των Λατινοαμερικάνων λογοτεχνών στον Παρίσι εκείνη την εποχή, αξίζει να σημειώσουμε ότι η Πισαρίνκ υπαινισσόταν ότι η ίδια «ήταν και δεν ήταν υπερρεαλιστής» κάτι που ίσχυε και για τους υπόλοιπους Λατινοαμερικάνους λογοτέχνες που ζούσαν στον Παρίσι την ίδια εποχή.

1.4.    ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

σκίτσο της ποιήτριας

Πολλές είναι οι αναφορές ζωγράφων στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ (βλ. Κεφάλαιο 3). Η ίδια, πίσω στο Μπουένος Άιρες, επέδειξε ένα ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και σπούδασε πλάι στον υπερρεαλιστή Αργεντίνο, με καταλανικές ρίζες, Juan Battle Planas.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτή η εξέλιξη επηρέασε αποφασιστικά τον τρόπο που η ποιήτρια θα έγραφε, αργότερα, τα ποιήματά της. «Ευφορία βλέποντας τα κάδρα του Ενρίκε Μολίνα (βλέπε Κεφάλαιο 2, αφιέρωση στον Ενρίκε Μολίνα). Η υπερρεαλιστική ζωγραφική μου αρέσει όσο τίποτα στον κόσμο. Μου αρέσει και με ηρεμεί».8

το κείμενο αποτελεί μέρος της μελέτης
“Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές 
στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ”
 του Στάθη Ιντζέ

Συνεχίζεται…

*

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 1

1(Ημερολόγια, σελ 442)
2(Ημερολόγια, σελ. 27 και 64). 
3(Αλληλογραφία, σελ. 68)
4(Αλληλογραφία, σελ. 288)
5(Αλληλογραφία, σελ. 175)
6(Αλληλογραφία, σελ. 304)
7(Ημερολόγια, σελ. 422).
8 Pizarnik, Alejandra: Op. cit., 1992, Buenos Aires, 1964, 8 Ιουλίου, σελ. 261

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της “Θράκας” στο σύνδεσμο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/01/1.html