Λογοτεχνικά ιστολόγια: η αφανής ποίηση του διαδικτύου

Της Σταματίνας Τσιμοπούλου*

Ποίηση του διαδικτύου

Ποίηση του διαδικτύου

Κατόπιν πρόσφατης διαδικτυακής ανασκαφής, νέα  λογοτεχνικά ιστολόγια- κοινώς blogs- ήρθαν να προστεθούν στους σελιδοδείκτες μου, ανοίγοντας ένα νέο παράθυρο σε εκείνη την αφανή- αλλά όχι άφατη λογοτεχνία- που στριμώχνεται στις παρυφές του ιστοχώρου και όλο λανθάνει της ευρείας αποδοχής και αναγνώρισης, δίχως συχνά να υστερεί σε περιεχόμενο και πρωτοτυπία.
#1 “caricature of intimacy”
Το ιστολόγιο “caricature of intimacy” κατέχει τα σκήπτρα της διαδικτυακής αυτής εξόρυξης, συγκροτώντας ένα σκληρό λογοτεχνικό πυρήνα με μια γραφή τραχιά μα συνάμα και νεόκοπη.  Το εν λόγω blog μετράει σχεδόν τέσσερα χρόνια διαδικτυακής παρουσίας και διατίθεται ελεύθερα προς σφυγμομέτρηση του ποιητικού παλμού της δημιουργού του. Ολίγον τι αιρετική και ταυτόχρονα παιδιάστικα αθώα, η Τσεβή Τζιτζίκου εξορμεί στις ουτοπίες του λόγου, για να αποκρυσταλλώσει στο χρόνο τις δικές της καθημερινές συναισθηματικές ευτοπίες και δυστοπίες. Τα ποιήματά της αναδίδουν μια αφοπλιστική αυθεντικότητα και η ανάγνωση κυλά εν είδει λαχταριστού χρονογραφήματος. Η προκλητικότητα του ύφους της, και η ευθύβολη ματιά της στα πράγματα μετατρέπουν εκείνο το άλλοτε κρυφό νόημα στην πιο άμεση δήλωση ενώ απογυμνώνουν το περιεχόμενο των ανθρώπινων σχέσεων στα πιο καθαρά και σχιζοειδή θραύσματα του είναι.

Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»

Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»

Καιρός

Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε το πω εγώ.
Πότε θα γκρεμίζω
πότε θα χτίζω
τα υποθετικά μας κάστρα
τα φανταστικά μου άλογα.
Πότε θα καίω εσένα
πότε ολάκερο το βασίλειο.
Πύκνωσε η βλάστηση,
μέσα στην ομορφιά της
σκίστηκα γυμνή,
ανάμεσα στ’ αγκάθια.
Η νίκη μου θα είναι
να περάσω το πλακόστρωτο
κάνοντας μια σκέψη
για εκείνο το μπαλκόνι,
που να μην έχει στίγμα
πραγματικότητας.
Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε χορέψεις στο σκοπό.
Αυτόν που σου ψιθυρίζω
μέσα από τις λέξεις
που άτακτα εγκαταλείπω.
Εδώ.
 
Πάλι εσύ

Ποια είναι τα όρια σου, κι αν τα ξεπεράσεις τι θα συμβεί;
Ακούω μελωδίες και τ’ αυτιά μου πλημμυρίζουν από σένα.
Στο μυαλό μου σ’ αγγίζω με φτερά αγγέλων
τόσο απαλά ώστε να νομίζεις πως κοιμάσαι.
Θαυμάζω το δέρμα σου και κλαίω που τα κύτταρά μου
δε θα μπορέσουν ποτέ να το διαπεράσουν.
Δύο όντα, ένας έρωτας, ο δικός μου.
Κάθε φορά που αναπνέω καθαρό αέρα
μπαίνεις μέσα μου σαν σκόνη
κάθεσαι πάνω στα πνευμόνια μου
και στέκομαι στο λιμάνι
σκέφτομαι να πηδήξω
για να σε πνίξω
να πάψεις.
Ζητάω να δω στα μάτια σου
όλα τα μυστήρια του μάταιου κόσμου
το μειδίαμα σου μου εξομολογείται
το φόβο σου να ‘ρθεις κοντά μου
και το λατρεύω, όπως λατρεύω κάθε τι
που ήρθε δίπλα μου σπασμένο
κι άφησε να το σπάσω δυο φορές.
Πρώτη, δεύτερη, 5 μέρες
5 χρόνια.
Πόσες φορές ζητάς να μ’ αρνηθείς;

#2 “Cenicero”

Ακόμα, από το λογοτεχνικό ψηφιδωτό του αχανούς διαδικτύου, το blog της Μέλπως Μέντε, “Cenicero”, που στα ισπανικά σημαίνει τασάκι, υπερέχει στις λογοτεχνικές μου προτιμήσεις, ίσως διότι η εν λόγω ποιητική μάζα κάθε άλλο παρά με στάχτη μοιάζει, κι όμως οι στίχοι της επιμένουν να αιωρούνται στην μνήμη, καιρό μετά την πρώτη ανάγνωση. Έρωτες και καθημερινά πάθη, ιδέες και λύσεις που δεν βρίσκονται παρελαύνουν σε σκοτεινό φόντο, και καπνίζονται με εξίσου συμβατή μουσική υπόκρουση. Τα αποτελέσματα αυτών των αναζητήσεων κατατίθενται και προσπαθούν να σβήσουν στο φιλόξενο τασάκι της δημιουργού τους. Το εν λόγω ποιητικό αποθετήριο [“Cenicero”] αριθμεί έξι χρόνια ηλεκτρονικής ζωής και φέρει πάνω του θετικά τα αγγίγματα του χρόνου. Η γραφή νοσταλγική και φορτισμένη, προδίδει σκληρές αναμετρήσεις με τα φαινόμενα, τα τυχόν αδιέξοδα και τις υπαρξιακές απορίες , ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που η γλαφυρότητα της απόδοσης μας ξεναγεί στα παρασκήνια, μιας ζωής, αν μη τι άλλο, συγγενικής με τη δική μας.

Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».

Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».

But I still have to face the hours, don’t I?

Τώρα που τίποτα δεν σκέφτομαι
και παραιτήθηκα από την προσπάθεια να καταλάβω
κρύβομαι απ΄όλους αυτούς που μου ζητάν το λόγο
και γυρνάω στην βέβαιη ανασφάλεια μου
Τώρα που εκείνος ξεθωριάζει αντί να εκρήγνυται
και με κάνει να αμφιβάλλω για την ύπαρξή του
έρχεται στον νου μου η σκιά του δέντρου πίσω του
και όχι η δική του αυστηρή όψη
Τώρα που εκείνη έφυγε και εκείνη θρηνεί
θρηνώ μαζί τους την χαμένη συνήθεια
μαζεύω τα χυμένα τους δάκρυα
και τα κρατώ πετρωμένα κάτω απ το μαξιλάρι
Τώρα που ανακαλύπτω αυτόν
που τον φοβάμαι και τον ποθώ
και τρέμω στην ιδέα της απουσίας του
γίνομαι πάλι εκείνη που έλειπε για χρόνια
Τώρα που γνωρίστηκα με την απουσία της
κρατιέμαι με κόπο στην κατάλληλη απόσταση
τόσο που ο πόνος της να μην ξεπερνάει τον δικό μου
τόσο που τίποτα να μην ισχύει
Τώρα που δήλωσα την σειρά των πραγμάτων
νιώθω τα λόγια στιβαρά και άκαμπτα
ανίκανα να ανταποκριθούν σε όλα εκείνα
που έγιναν και όχι, μέσα η έξω από το μυαλό μου
Νιώθω εκείνες τις ώρες ανάμεσα
να βαραίνουν στο σώμα μου
να μαζεύονται και να μου ζητάν το λόγο
ψάχνω λοιπόν μια βολική γωνιά στην άκρη του εαυτού μου
Ψάχνω την μουσική που θα με φιλοξενήσει
θα γεμίσει το τρομακτικό κενό
θα φροντίσει τις πληγές- όχι τις δικές μου
μα όλων εκείνων που με βασανίζουν και μου δίνουν νόημα

Ο ελάχιστος ή επί 2

Κρύφτηκε πίσω από το βιβλίο της
-μπορούσα ακόμη να την δω
Έμοιαζε απορροφημένη
-πώς θα μπορούσε να ξεγελάσει εμένα
Γύρισε την σελίδα αδιάφορα
-όπως και την κόρη του ματιού της
Διέκρινα πλέον την ακτίνα του βλέμματός της
να περιεργάζεται την μορφή του
να σκαλίζει την περίμετρο του σώματός του
να μετράει τις ρυτίδες που όριζαν τη προσοχή του
Αυτό ήταν όλο.
Όταν με αντιλήφθηκε
της θύμισα
και μ ευχαρίστησε.
Κάθισα εκεί που καθόταν,
συνέχισα το βιβλίο της
ενώ έψαχνα αφορμή
να γυρίσω ακόμη μια φορά την σελίδα…

#3“Rhythm And Poetry»

Ολοκληρώνοντας αυτήν την ιστολογική ποιητική περιήγηση, το ποντίκι μου κοντοστέκεται στο “Rhythm And Poetry», και σε στίχους άλλης αισθητικής. Το blog – ενεργό από το 2014-  φέρει την υπογραφή του Παράταιρου και εξιστορεί τον μίτο της δικής του υπαρξιακής κατάστασης. Μια υποκειμενικότητα που δίχως άλλο απλώνει γέφυρες με το συλλογικό υποσυνείδητο, προσφέροντας αμοντάριστα πλάνα μιας απαιτητικής πραγματικότητας. Αναγνωρίζοντας ο ίδιος ότι το να παραμείνεις ζωντανός ικανοποιείται με υπερπροσπάθεια, εξημερώνει το χάος και τα αδιέξοδα σε στίχους. Το ύφος του λιτό και γκροτέσκο, φωτίζει τα πιο σκληροτράχηλα ερεθίσματα που συνθέτουν την δική του αλήθεια. Στις λέξεις του, εξίσου έντονα, φιλοξενείται το κρητικό ιδίωμα, προδίδοντας λίγη πατρίδα στον λόγο. Η γραφή του κοφτή κι ελεύθερη, εκκινεί από αυτοβιογραφικές μεταδόσεις ενώ παράλληλα απλώνει δίχτυα σε κοινούς τόπους του εκάστοτε τώρα.

Rhythm And Poetry: «Η έντονη στεναχώρια ίσως και να ‘ ναι πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια Ασύγκριτα όλα με το πλησίασμά σου  και μόνο Να με βλέπεις να μετανιώνω για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα ή για παραπανίσιες λέξεις που έλεγα χωρίς  να σ ‘ αγγίζω»

Rhythm And Poetry:
«Η έντονη στεναχώρια
ίσως και να ‘ ναι
πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια
Ασύγκριτα όλα
με το πλησίασμά σου
και μόνο
Να με βλέπεις να μετανιώνω
για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα
ή για παραπανίσιες λέξεις
που έλεγα χωρίς
να σ ‘ αγγίζω»



Έξω απ’ το παράθυρό μου

Έξω απ’ το παράθυρο
μου βλέπω μια ιατρική καρέκλα
Πιο δίπλα ένα άλλο παράθυρο
και πίσω απ ‘ αυτό ένα σύνθετο γεμάτο βιβλία
Μέσα απ’ το παράθυρο μου είναι μια στοίβα βιβλία
που δεν κατάφερα να διαβάσω ποτέ
Γιατί σκεφτόμουνα εσένα.
Πιο ψηλά όμως έξω απ’ το παράθυρο μου
υπάρχει ένα άλλο παράθυρο
και εσύ ευτυχώς δεν είσαι πια εκεί
Ούτε μέσα απ ‘το παράθυρο μου βέβαια.
Έξω απ ‘το παράθυρο μου είναι ένας κόσμος
γεμάτος με σημεία που συναντηθήκαμε
όταν αποφασίσαμε να δούμε τι κρύβεται έξω απ ‘τα παράθυρα μας
ακόμα και να αποφύγω αυτόν τον κόσμο δεν έχει νόημα
Γιατί πάντα έξω από αυτό εδώ το παράθυρο που γράφω τώρα
θα υπάρχει πάντα το παράθυρο σου

ΣΙΝΕΜΑΣ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣOΣ

«Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χολ»
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Εγώ από την άλλη
Πέρασα την μέρα μου
κλεισμένος στον φωταγωγό
M’ ένα σκοτάδι πηχτό τόσο
που ένιωσα το χρώμα που ‘χουνε οι κόρες μου
Ύστερα βγήκα περιχαρείς στους δρόμους
και το αγέρωχο βήμα μου
προέδιδε την βασιλική μου καταγωγή
Στο ξεπεσμένο μου βασίλειο
κατοικούνε μυριάδες καρέ φιλμ
πάντα της ίδιας γωνίας λήψης
Το υλικό τους εύφλεκτο
και για να κρατήσω ζωντανή την μνήμη
χίλιους αιώνες τώρα γυρνάω με τα χέρια μου την μηχανή
σε δημόσιες υπαίθριες προβολές
Μετά τους τίτλους τέλους
απλώνω την τραγιάσκα μου στους περαστικούς
Μα όταν ξεχνιέμαι πότε πότε
πάντα στο ίδιο καρέ
Τα βλέπω όλα αυτά που με κόπο γέννησαν οι θύμησες
να λαμπαδιάζονται
Κι αφού δεν υπάρχει τίποτα άλλο
να καεί σε μια άδεια πλατεία από πέτρα
το πυρομάνι εικόνων  κυνηγάει να κάψει εμένα τον ίδιο
Κάθε καλοκαίρι όμως όταν ο ήλιος πέφτει
στην ψάθινη τρύπια καρέκλα μου
Συνειδητοποιώ ότι οι μόνες επιλογές μου
κινούνται ανάμεσα σε στάχτες και ένα μυαλό Σίσυφο
20 τσιγάρα μετά
Δεν έχει καμία σημασία
Αφού ξέρω
«Η Αγάπη είναι ένας σκύλος απ ΄την κόλαση»

*Το κείμενο και οι εικόνες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://artic.gr/nea-logotexnika-istologia/43620/

Two Anarchist Poets: Kenneth Rexroth – Philip Levine

Perhaps surprisingly, the United States has been the home of a number of poets who have expressed anarchist ideas in their works. But then again, there are strong traditions of immigrant anarchism among Jews, Italians, Spaniards and Russians. There is the radical workers organisation, the Industrial Workers of the World.
There is the libertarian tradition among intellectuals, dating back to Thoreau. And there is a ?bohemian? tradition, often interconnected with these other movements which above all had its home in San Francisco and Greenwich Village in New York.

Kenneth Rexroth

Labor power on the market,
Firepower on the battlefield,
It is all one merely two
Aspects of the same monster.
The Dragon and the Unicorn

Kenneth Rexroth was born in 1905 in Indiana, into a family that had a long line of freethinkers, feminists, abolitionists, socialists and anarchists. His father used to drink whisky with Eugene Debs, the socialist leader. He had an enlightened upbringing but then had the misfortune of being orphaned at the age of 12. Most of his adolescence was spent in Chicago, where he worked as a newspaper reporter and was involved in running a jazz tea shop. Here he came in contact with the bohemian world of musicians, poets, writers, artists, hobos, revolutionaries and outsiders.

He was almost completely self-educated, with only five years of formal schooling. He read avidly, began to write poetry, paint abstract paintings, worked in avant-garde theatre and taught himself several languages. Like the European writer Malaquais, he took to the road in his late teens, He ranged, he roamed, he rambled. He worked at all sorts of jobs, sometimes as a cowboy cook, sometimes as a wrangler, and in farm and forestry jobs. He worked as a toothbrush maker and as a peddler of pamphlets on diet. He even managed to make it to Paris and back as a stowaway. There he met many important radical artists, including many surrealists.

The anarchist Alexander Berkman told him whilst he was in France not to become another expatriate and he returned. Becoming an anarchist at an early range, he saw through the Bolshevik myth as soon as 1921 when the Kronstadt sailors uprising was crushed by Lenin and co.

In 1927 he joined the Industrial Workers of the World working for a while on its newspaper. In Chicago he set up a Dadaist group. He carried on independent activity in the thirties. Settling in San Francisco he was involved in the newssheet the Waterfront Worker which exhorted dockers to organise. (In later life he entertained his friends with renditions of IWW and Spanish anarchist songs and sometimes used the IWW address “Dear Fellow Worker” in letters). With the collapse of the revolutionary wave he began to dig in, maintaining and seeking out contact with those who had preserved their radicalism, looking for reassessment and reappraisal. Where possible he spoke out against the established order. We have to remember that in this most grievous period, it was an extraordinary achievement to maintain revolutionary optimism. The perversions of Bolshevism had meant that as Kenneth said

There was no one left who was not completely centred on the Kremlin, either as a mindless Stalinist hatchet man or a psychopathic anti-Bolshevik?. He was also able to make the acute observation that: the socialist and trade union movements in the West have functioned in reality- not just as governors to insure that steam is let off when the pressure gets too high, not just as what are now called ? fail safe? devices, though they certainly are that- but as essential parts of the motive organisation of capitalism, more, in other words, like carburettors that insure there will be just the right mixture of fuel and air for each new demand on the engine.

In World War II he refused to take part in the clash of opposing capitalist states and was a conscientious objector. He did alternative service working in a psychiatric ward. During the war he formed the antimilitarist Randolph Bourne Council (named after the libertarian writer who had coined the phrase ?War is the Health of the State?). He helped Japanese-Americans who were being interned by the thousands in concentration camps, devising ways by which many were able to avoid internment.

Down in Berkeley from 1944 to 1948 the magazine Circle which united local ?Berkeley Renaissance? writers and exiled European Surrealist poets expressed anarchist and anti-authoritarian views (Rexroth contributed to it). In their last issue an ad for a New Writers Group stated that ? We believe in the possibility of a culture which fights for its freedom, which protects the economic interests of its workers in all fields including the arts, and which can create for itself new forms and new voices, against reaction and the threat of war.

After the war Rexroth was involved in the setting up of the San Francisco Anarchist Circle. (later the Libertarian Circle). Anarchists like David Koven, surviving old Italian and Spanish anarchists, and conscientious objectors returning from the Waldorf detention camp took part. Lively weekly meetings discussed all sorts of subjects from the Spanish revolution, Kronstadt and Makhno, to the ideas of anarchists like Goldman, Berkman , Voltairine de Cleyre , Kropotkin, the Anarchist Womens Movement, Sex and Anarchy.

The sessions at Rexroth’s house were enriched by his food (he was a superb cook) and his huge and encyclopaedic knowledge. Rexroth?s actions were designed to trigger what he felt was needed for a successful transition to an anarchist society- the development of a new consciousness. The little magazine Ark that was set up (printed on a small hand press from 1947) was more militant than its forebear to the south, Circle. It proclaimed: Today, at this catastrophic point in time, the validity if not the future of the anarchist position is more than ever established. It has become a polished mirror in which the falsehoods of political modes stand naked.

When all the other social commentators were bluntly asserting that all revolt and dissidence had ended he was able to say The youngest generation is in a state of revolt so absolute that its elders cannot even recognise it??. Members of the Libertarian Circle were to be key players in the radical upsurge that became known as the San Francisco Renaissance, as poets and artists, in free radio, in experimental theatre and in the little magazine movement. Rexroth was to be the midwife of the Beat movement that emerged that succeeded in uniting the dissident poets and writers of both the East and West Coasts. Kenneth hated being called the Father of the Beats- a movement of which he had many criticisms- but he was able to see that he and they were united in their mutual antagonism to the ruling ? convergence of interest- the business community, military imperialism, political reaction, the hysterical, tear and mud drenched guilt of the ex-Stalinist, ex-Trotskyist American intellectuals?. Rexroth was to preside at the birth pains of the San Francisco Renaissance, which led directly on to the emergence of the Beat movement, at the Six Gallery event in San Francisco where Allen Ginsburg?s powerful anti-authoritarian poem Howl was read out to a eager and excited audience of several hundreds in an electric, drunken atmosphere, where Jack Kerouac was cheerleader and rhythm-maker.

William Everson says what I feel about Rexroth better than I could so let?s hear him speak: ?He is a powerful spokesman for any cause he espouses. A born journalist, he has a flair for vigorous public speech and the guts to speak out in unequivocal terms. He has fantastic intellectual and moral courage, taking on the establishment and throwing it on the defensive through the sheer force of his invective. His rhetoric is savage, sometimes shockingly so, but it is never ineffectual?His faults are the excesses of his virtues and he quarrels with his friends as readily as he clobbers his enemies?He tends to drop the movement he has fostered as soon as it shows signs of fragmenting. But his constitutional restlessness could not jeopardise the work he actually accomplished. He touched the nerve of the future and more than any other voice in the movement called it into being. Though others picked up his mantle and received the plaudits, it remains true that today we enjoy the freedom of expression and lifestyle we actually possess largely because he convinced us that it was not only desirable but possible, and inspired us to make it be.

Rexroth placed too much stress on the development of a radical lifestyle as a fortress against capitalism to the detriment of struggle. His increasingly religious turn in the last years of his life are jarring for many atheists and agnostics. Nevertheless, both his prose and his poems are deeply anarchist and deeply combative. In the long poem The Phoenix and the Tortoise he wrote: The State is the organization Of the evil instincts of mankind. In For Eli Jacobson, one of his most moving poems, Rexroth remembers a dead friend:

?.We were comrades
Together, we believed we
Would see with our own eyes the new
World where man was no longer
Wolf to man, but men and women
Were all brothers and lovers
Together. We will not see it.
We will not see it, none of us.
It is farther off than we thought

We will be remembered, all
Of us, always, by all men,
In the good days now so far away.
If the good days never come,
We will not know.
We will not care.
Our lives were the best.
We were the Happiest men alive in our day.

In one of his angriest poems Thou Shalt Not Kill Rexroth talks of the toll that the collapse of the revolutionary wave had on so many writers, artists and intellectuals.

How many stopped writing at thirty?
How many died of prefrontal
Lobotomies in the Communist Party?
How many are lost in the back wards Of provincial madhouses?
How many on the advice of
Their psychoanalysts, decided
A business career was best after all?
How many are hopeless alcoholics?

One critic snidely called Rexroth (and Gary Snyder and Philip Whalen) ?members of the bear-shit-on-the-trail school of poetry.?. Rexroth did indeed spend a lot of time in mountain and wilderness, thought that this time was a splendid antidote to the scourges of urban capitalist life, and wrote beautifully about these experiences. But often, in the middle of such a poem, we are pulled back to ideas of struggle, just as I myself, walking in the mountains, have turned to thoughts of revolution.

Here Rexroth thinks about the Italian-American anarchist Bartomeleo Vanzetti and his comrade Nicola Sacco, murdered by the State ( He had visited them both in prison).
I saw you both marching in an army

You with the red and black flag, Sacco with the rattlesnake banner.
I kicked steps up the last snow bank and came To the indescribably blue and fragrant Polemonium and the dead sky and the sterile Crystalline granite and final monolith of the summit. These are the things that will last a long time, Vanzetti, I am glad that once on your day I have stood among them.
Some day mountains will be named after you and Sacco.
They will be here and your name with them,
?When these days are but a dim remembering of the time When man was wolf to man?.
I think men will be remembering you a long time Standing on the mountains Many men, a long time, comrade.
>From Climbing Milestone Mountain August 22,1937.

***

Philip Levine

Philip Levine was born in the industrial city of Detroit to parents of Russian Jewish origin in 1928. Detroit was the home of Father Coughlin, a notorious anti-Semitic Catholic priest who broadcast on the radio every Sunday. He spent most of his childhood and adolescence fighting people who wanted to beat him up because he was Jewish. Identifying with anti-fascism, he progressed to a discovery of anarchism, and in particular Spanish anarchism. Spanish anarchism and anarchists are a recurring theme in Levine?s poems.

He was educated in the state schools and at an early age had to take jobs in the factories of Detroit. Many of these were badly paid, unhealthy and unsafe. The conditions of working life and the way people survive them, and are effected by them is another recurring theme in his poetry. Levine has been called the poet of the proletariat by one critic, and indeed there are few others who deal with factory life and can replicate the experience of it as Levine does. He began to write poetry while he was going to night school at Wayne State University and working days in the car plants. Levine has written 16 books of poetry. In the first two On the Edge (1963) and Not This Pig (1968) Levine deals with those caught up in situations not of their own making. In Animals Are Passing From Our Lives the pig about to be sent to the abattoir intends to keep its dignity, no matter what, as if that was some sort of victory. Wage labour turns everything human into a commodity, the poems illustrate, and they are often harrowing in their depiction of working misery.

This is further expanded upon in Levine?s third book They Feed, They Lion (not a spelling mistake). Levine picked this phrase up from a black workmate in Detroit and in the title poem- his most fiery-he deals with the seething anger and foul conditions and racism that led to the Detroit riots of 1967.

A subsequent book of poems The Names of the Lost is dedicated to the Spanish anarchist Durruti ?and the world he said is growing here in my heart this moment?. One of the poems Gift for a Believer is for the Anarchist artist Flavio Costantini and deals with the lives of many fallen anarchists which have been used by Costantini as subject material for his paintings. Another, For the Fallen talks about a visit to the Montjuich cemetery in Barcelona where Durruti, his comrade Ascaso and the libertarian educationalist Ferrer are buried.

Levine returns to this theme in his 7 Years from Somewhere. The book’s cover is illustrated with a photo of the graves of Durruti and Ferrer but the greatest poem in it

Francisco, I’ll Bring You Red
Carnations deals with Francisco Ascaso
For two there are floral
Displays, but Ascaso faces
Eternity with only a stone.
Maybe as it should be. He was
A stone, a stone and a blade,
The first grinding and sharpening
The other.
And below in the city Levine describes
Industrial filth and
the burning mists of gasoline
Levine ends with the hope
We have it here
Growing in our hearts, as
Your comrade said, and when
We give it up with our last
Breaths someone will gasp it home to their lives.

*Read The Relevance of Rexroth, a pamphlet written by the Situationist Ken Knabb for a passionate appreciation of what Rexroth was about. Published by the Bureau of Public Secrets PO Box 1044, Berkeley, California 94701 And In Search of a New World: The Anarchist Dream in the Poetry of Philip Levine, by Robert Hedin in American Poetry (1986).

**From the pages of Organise!, thrice yearly bulletin of the Anarchist Federation (Britain and Ireland).

Home


http://www.afireland.cjb.net

Μικρό αφιέρωμα – 94 χρόνια (24 Νοεμβρίου 1922-24 Νοεμβρίου 2016) από τη γέννηση του Άρη Αλεξάνδρου –

«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμία πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ‘χω ξαναπεί, δεσμώτης τήδε ίσταμε, τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνίζονται εναντίον όλων των τυράννων. Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών».
Αρης Αλεξανδρου (λογοτεχνικο ψευδωνυμο του Αριστοτελη Βασιλειαδη )
24-11-1922 Γενέθλιο στο Λενινγκραντ.

ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85

Άρης Αλεξάνδρου, Έξω απ’ τα δόντια. δοκίμια 1937 – 1975

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή.

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

*Από το Πανδοχείο στο http://www.pandoxeio.com

15230567_10211186293439251_3877724129236487979_n

Η καλύβα ψηλά στο βουνό
Σε κοίταζα μ’ όλο το φώς και το σκοτάδι που έχω
Monday, December 18th, 2006
Η πολιτική στην καλύβα, Λογοτεχνική καλύβα
Προοίμιο
Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.
Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.
Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*
Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.
Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.
Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.
Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:
Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού
δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο.
Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…
Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα
συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις
απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το
ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια
ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει
πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα:
προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό
δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής
– αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό
πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το
χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές,
με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.
Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.
Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.
Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος
του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε
ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο
τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού! Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.
Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.
Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.
Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.
Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου
1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.
Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…
Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.
*
Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:
Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία
«αναγνωρίσεως»
Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή
με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο
αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία… Επίλογος
Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.
Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

*Το κείμενο αυτό προέρχεται από τα «μυστικά του Κόλπου»: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_115598030464363419.html

dtbook050414

Ένας ποιητής καταθέτει- Συνέντευξη με τον ποιητή Λουκά Λιάκο

loykas_0

Του Αντρέα Πολυκάρπου*

Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά

Ο κόσμος της ποίησης του Λουκά Λιάκου είναι ένας λεβύρινθος γεμάτος με καθρέφτες έτοιμους να σπάσουν ανά πάσα στιγμή και να συνθλίψουν τον αναγνώστη που θα θελήσει να κάνει το πέρασμα στο χωροχρόνο ενός κόσμου με παραμορφωμένα είδωλα.

Αφημένος στην ποίηση του Λιάκου ενδύεσαι ένα μυσταγωγικό ένδυμα και οφείλεις να αφήσεις το μύστη- ποιητή να σε παρασύρει σε ένα τεθλασμένο δικό του κόσμο.

Κόσμος παραμορφωμένος; Διαφορετικός; Απομονωμένος;

Ίσως να έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά η ποίηση του Λιάκου ίσως πάλι όλα αυτά να τα βρίσκεις μέσα σου ως αναγνώστης ερχόμενος αντιμέτωπος με το απροσδόκητο μιας ποίησης ενδόμυχης (επιτέλους μπουχτίσαμε από τις λαμπερές επιφάνειες της ποιητικής φορμάικας που μας διακατέχει) που αρνείται να ξεκλειδώσει αυτά που κρύβει.

Έφυγα χθες και το σκοτάδι μ’ αγκάλιασε
μεμιάς,
έπεσα κι εγώ στην αγκαλιά του.Χρόνια τώρα,
φέρνω το κορμί μου μαζί
μα λείπει η ψυχή μου,
λείπει του φεγγαριού το φως
η τρέλα του παιδιού μου
λείπει.
Ο δρόμος του αλήτη,
ο δρόμος της βροχής
ο διαμαντένιος δρόμος,
λείπει. Καρδιά μισή, πες μου πως ζεις
το άσπρο δέρμα σου, πως λείπει
το σκούρο τρένο της φυγής
έρχεται, μ’ αφήνει.

Η ποίηση του Λιάκου δεν θέλει χειροκροτήματα, δεν έχει ανάγκη πεφωτισμένα μυαλά και λαμπρές αίθουσες. Είναι η ποίηση για τις ψυχές που αρκούνται στο σκοτάδι μα που εντέλει λάμπουν περισσότερο από τα γύρω φώτα.

Είμαι κάποιες γριές,
η ασχήμια που τινάζεται απ’ το πρόσωπό τους
αίμα από ρουθούνι
μας πλημμυρίζει
βρώμα και θάνατος.
Βρώμα και θάνατος
αυτά είναι τα μπιχλιμπίδια μου
κι αυτά κομπάζω στο κόσμο
στο κόσμο που τρέχει ξοπίσω. Και λύπη,
λύπη για όσους καίει ο έρωτας
το μεγάλο μαράζι
που κλαίει, βουβό σαν υγρασία
σκεπάζει τα πάντα
τις χαμένες αγάπες
που σκάνε μια και τόσο
που τις παρατάς και πάνε. Είμαι κάποιες γριές,
που παράτησαν τα νιάτα τους
και πάνε.

Η ποίηση του Λιάκου ενέχει κάποιες νοηματικές, απόκρυφες δυναμικές που έλκουν τον αναγνώστη με το πρώτο πέρασμα, με την πρώτη ανάγνωση.

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «Στροφορμή», 2016, Straw Dogs και «Στο δεύτερο κόσμο η μοίρα», 2011, Ενδυμίων.

Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Είναι το ίδιο. Ταυτότητα σημαίνει όμοια την ετερότητα μιας ποίησης που μιλάει όχι από συνήθεια και κατάχρηση ρόλου σε μια ευφυία που είναι κοινή. Βλέπουμε πως ακόμα και στην ποίηση ο λόγος αντί να είναι ευκαιρία για ανάταση μοιάζει με πένθος. Γιατί σ’ αυτή τη ζωή δεν ξέρει κανείς για τι λέει. Είναι ο κανόνας και η ποίηση δεν ξεφεύγει. Αυτό είναι που αιώνια διαχειρίζεται ο ποιητής, αγωνίζεται να ξεφύγει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κοινοτοπία από αυτόν που μιλάει χωρίς να ξέρει για “τι” λέει κι ωστόσο πρέπει να πει. Ταυτότητα λοιπόν σε μια ποίηση όχι από υποχρέωση, μα να δρω όπως εγώ θέλω και όποτε, περιφρονώντας κάθε εντύπωση.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά. Μίλα μου και αυτό να ακούγεται γιατί δεν με ενδιαφέρουν οι λέξεις, με ενδιαφέρει η φωνή σου. Αυτό με λυτρώνει και αυτό ανέχομαι.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Τις κλείνει και τις ανοίγει; Αυτό σίγουρα μπορεί και το κάνει. Η τέχνη θα μας πάει βαθιά. Μοιάζει περισσότερο με άσκηση κι αυτή μας η ψυχαγωγία είναι που μας εξοστρακίζει και μας ξαναχτυπά. Η τέχνη για όσους τη ζουν είναι πολύ σοβαρή για να ‘ναι ανώδυνη.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Επηρεάζομαι, υπάρχουν βιβλία ογκόλιθοι που δεν γίνεται να προσπεράσεις. Επηρεάζομαι μα δεν νιώθω να σύρομαι. Με ενδιαφέρει πολύ η λογοτεχνία που παράγεται τούτη την ώρα. Από την άλλη, με ενοχλεί η απροσδιοριστία στην έκφραση και στο πνεύμα. Κάθε τι που τυπώνεται δεν ξέρω αν έχει και λόγο να υπάρχει. Είναι σαν να συμβαίνει μοιραία. Εντάξει. Καθένας ας πει το τραγούδι του. Δεν θα υμνήσω και δεν θα λιθοβολήσω κανένα. Δεν γυρεύω εμένα στα σχέδια άλλων κι αν αυτό ακούγεται αλαζονικό καθόλου δεν με ενδιαφέρει.

Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Όλα όσα μας σημάδεψαν συνεχίζουν να μας σημαδεύουν, έρχονται και ξανάρχονται. Είναι η ιστορία του παρόντος χρόνου. Ο αγκώνας μιας ωραίας γυναίκας, η στάση της, η φωνή της. Το βλέμμα των φίλων και η καταγωγή των ηλικιωμένων που τη βρίσκουμε στο μικρό παιδί. Όμως, οι σκληρές εικόνες είναι περισσότερες, ονοματίζοντάς τες, πλησιάζοντάς τες, οφείλουμε να σταθούμε μπροστά τους βρίσκοντας εκείνη τη δύναμη που χρειάζεται για να τις διαπερνάμε. Με άλλα λόγια, βαδίζοντας πλάι στο άσχημο, καλούμαστε και πάλι να βρούμε την ομορφιά, τον άνθρωπο και όλη του εκείνη την πρωτοτυπία που σε εμένα, σαν από ευγένεια δημιουργεί αυτόν τον κενό χώρο που ονομάζω αριστούργημα.

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Είπαμε, ο ποιητής δεν είναι όργανο της συνήθειας. Δεν καλείται και δεν εγκαλείται. Ενεργεί αυτεπάγγελτα.

*Ο Αντρέας Πολυκάρπου είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού. Επιστημονικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές στην Κύπρο και το 2013 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», στις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα. Το 2014 εκδόθηκε το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» από τις εκδόσεις Vakxikon.gr στην Αθήνα. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από τη European Commission για δημοσιογραφικές του έρευνες και εκπροσώπησε τη χώρα του σε Σλοβενία και Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα.

**Αναδημοσίευση από το http://www.onlycy.com/articles/perissotera/vivliogonia/112249-enas-poiitis-katathetei-synenteyxi-me-ton-poiiti-loyka-liako

Yannis Livadas: “The instrument of poetry is not the poem; it is the poet. In truth, poems are the parasites of this consummation” – An interview

Yannis Livadas is a contemporary Greek poet, born in 1969. In 1993 he invented the «fusion-sonnet». In 2008 he came up with the idea of «organic antimetathesis», the transpositional synthesis of poetry based on the scaling indeterminacy of meaning, of syntactic comparisons and structural contradistinction. He works as an editor, translator, and independent scholar with a specialization in modernism, postmodernism, and haiku. He is also a columnist and freelance contributor to various literary magazines. His poems and essays have been translated into twelve languages. He refuses any participation in festivals, literary events, or associations related to poetry, on an international scale. He lives in Paris, France.

This month, Yannis took time out of his schedule to discuss not only poetry, but the current cultural context. We live in a time of immense change, underpinned by new racial tensions and the upsurge of technology which brings new discovery and societal recession in alarmingly equal measure. Yannis’ beloved art form, jazz, twists into new, but commercially driven forms and as a poet who deals in experimentalism and comparison, it’s interesting to see how he views various schisms in literature and wider culture. In many ways poetry mirrors our reality, changing with time but also recording its behaviour. Poetry is unaltered but our interpretation of it changes with time. But as Yannis suggests, like time and the human experience, poetry is unpredictable too.

Which period in literary history have you taken the most influence from and why?
Romanticism, Symbolism, early Modernism and early Postmodernism. I think that they have played a crucial role concerning the substructure of my identity as a poet. Yet their influence completed, reached to an end, at least a decade ago. This is the role of such influences, after all. Present and future are taking form, obtain substance through the risks that you take, regardless of any previous influence or advice.

You have frequently cited jazz as one of your favourite art forms. What is the most wonderful thing about jazz for you?
Freedom in terms of creativity and style and in terms of individualism; in other words, uniqueness. Yet, although in the past, I accepted the term ‘jazz poet’ for myself. I no longer use it or am attached to it since most of the people get a notion of something completely opposite from what actually happens. What mattered, at least what mattered for me, was the inheritance of this tradition, or at least, of some elements who define its nature.

‘Poetry is neither part of the decoration of the human world nor a priestess for the redemption of its wounds’

Jazz is having a resurgence in mainstream circles currently. The likes of Kasami Washington and Kendrick Lamar are taking jazz in new, interesting directions. You said in an interview with Empty Mirror that jazz offered you ‘faith in permanent innovation in poetry.’ Do you think artists like these are fulfilling that notion of innovation?
No, I certainly do not believe that. New directions can be found in the work of Anthony Braxton, Peter Brotzmann, Alexander Von Schlippenbach, and others. The kind of ‘music’ of these two you mentioned means nothing to me and certainly have no organic connection with the spirit of jazz. This is commercial baloney.

When it comes to the meaning of poetry, do you feel that is constructed by the reader due to their own interpretation, or that the meaning is set by the poet and they are simply waiting for the reader to decipher it?
The reader is a volitional receiver, the poet is a creator. One creates one receives. If the conditions allow this transfer, what others call ‘communication’, to happen. Beyond that; all interpretations are nothing more than innumerous substantiations of the fact that poetry is limitless- if there are readers and poets. Poetry is neither part of the decoration of the human world nor a priestess for the redemption of its wounds. It is the ultimate and continuous simulation of its destruction and creation. Every differentiation of this phenomenon is just another layer of the undifferentiated. This is the work of the poet, that is, his destiny. On the other hand, the work of the reader is something else, which, in any case, has no similarities with the poet’s.

‘Poetry is that cohesive force of the poet’s spirit and body, which comes to pass every time it is written on paper’

Do you think that poetry provided an antithesis to reality or our perceptions of it?
In poetry, what is apical is what is thoroughly unpredictable and which emerges from the intentional ridding of poetic speech from its evident balance and its apparent strategy. Antithesis and synthesis constitute the light and shadow of the art of poetry.

You have mentioned your interest in jazz and postmodern literature. Does the construction of these types of texts and the ideas they put forward affect how you approach the writing of your own poetry? Or is your writing style freer with no attachment to any ideals or Methodism?
The only attachment is that of the void between life and death. This is, by the way, the place and time of poetry. The poet manages to not submit to humanity by taking on the weight of its collective fall. He is the human being who experiences reality in full, certainly not a homunculus who belittles existence, who oscillates between self-definition and social appearances. I say all these because in there lies the way of poetry, it’s possible or impossible methods. Poetry is that cohesive force of the poet’s spirit and body, which comes to pass every time it is written on paper. The instrument of poetry is not the poem; it is the poet. In truth, poems are the parasites of this consummation. Once poetry enters circulation in form, it is dead. The poem is from now on a death announcement; despite that, it says a lot. The reader and the aspiring poet ought to raise their own potential for poetry out of this announcement, taking in consideration both the fact of its being publicly posted and what is written on the paper.

‘Logic is one among the endangered species’

What about Paris draws you back every time? Does it provide a rich breeding ground for your poetry?
I live permanently here; I don’t return; this is my base. And it’s nothing more than a big chance to escape from my devastated and regressive country, which is Greece. It has nothing to do with poetry or ‘poetic life’. Paris is a famous and beautiful city but it’s not a city for poets and artists, since there are no cities of that sort. The ‘artistic atmosphere’ is a huge lie and is connected with the general fakeness and pretense which dominate this city and all the cities and countries of the world.

The advent of technology and the internet is changing human interaction and behaviour. Do you think poetry is reacting in accordance?
Internet and high technology in general are an extension of a spoon and a plate. What matters is the way we use it; logic is one among the endangered species. Imagine the connection between logic and poetry.

How do you see poetry progressing and manifesting itself in culture in the years to come?
The hope of communication will always be the pretext, but authenticity remains the most serious irreverence in the interests of humanity. The pen pushers will be drowned in the laurels they duly exchange among themselves, in honor of their exceptional works and following that, no remorseful restitution will take place in the form of acknowledging the true poets but, on the contrary, they will start a pogrom, a genocide of true poets. If it has not already begun.

*From http://www.vendorculture.com/?p=1089

11220123_10204846987439302_988312481019382396_n

Με τον Μπομπ Ντύλαν θα μιλάμε χαμηλόφωνα

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Έχουν περάσει λίγες μόνο μέρες από την ανακοίνωση του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας για το 2016 και ακόμα δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε το σοκ. Το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντίλαν; Μήπως δεν ακούσαμε καλά; Μήπως, το δώσανε στον Ντίλαν Τόμας; Μα ο Ουαλός ποιητής έχει πεθάνει πάνω από 60 χρόνια πριν και Νόμπελ σε πεθαμένους δεν δίνεται.

Για να είμαστε ειλικρινείς, κάπου το περιμέναμε. Κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού, υπήρχε μια υποψία, αφού το Νόμπελ ειρήνης έχει δοθεί μεταξύ άλλων στον Κίσινγκερ, και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά, το Νόμπελ λογοτεχνίας μέχρι και το 2015 δινόταν σε ποιητές, που είχαν έργο, που είχαν εκδόσει ορισμένα βιβλία, άσχετα αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με το κατά πόσον άξιζαν μια τέτοια επιβράβευση.

Όμως, αυτό, που μας ενδιαφέρει εδώ, δεν είναι τόσο, η βράβευση του Μπομπ Ντίλαν, όσο να ψάξουμε και να βρούμε το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας, που τον βράβευσε με το Νόμπελ λογοτεχνίας.

Αν δεχτούμε πως η Σουηδική Ακαδημία κρίνει την λογοτεχνικότητα των συγγραφέων, που βραβεύει, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι κριτές στάθηκαν στους στίχους του και όχι στην όποια συνθετική του δεινότητα. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, κάποιους στίχους:

Στο τραγούδι “Like a rolling stone”, που ο τίτλος μεταφράζεται «Σαν νομάς», ο Μπομπ Ντίλαν περιγράφει με επιχειρήματα πόσο απαραίτητος είναι ο συμβιβασμός για το γυναικείο φύλο και κατακρίνει την ασυμβίβαστη γυναίκα συγκρίνοντάς την με τον καθώς πρέπει κόσμο με τις πριγκίπισσες και τους ωραίους ανθρώπους που πίνουν: “Princess on the steeple and all the pretty people They’re all drinkin’”, που σε μια ελεύθερη μετάφραση σημαίνει ότι οι πριγκίπισσες και οι ωραίοι άνθρωποι πίνουν και περνάνε καλά. Άρα, οι ασυμβίβαστοι θα είναι πάντα δυστυχισμένοι.

Στο τραγούδι “It’s all over now baby blue”, ο Μπομπ Ντίλαν προσπαθεί να δημιουργήσει τύψεις στην κοπέλα, που τον άφησε και να την κάνει να αισθανθεί φόβο: “This sky, too, is folding under you”, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Ο ουρανός βαραίνει από πάνω σου» και πιο κάτω: “The carpet, too, is moving under you”, δηλαδή: «Το χαλί τραβιέται κάτω από τα πόδια σου».

Στο τραγούδι “All along the watchtower”, που μας είναι γνωστό ως «Ο παλιάτσος και ο ληστής», ο Μπομπ Ντύλαν γράφει: “No reason to get excited”, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας». Δηλαδή, ένα στυλ του: Όλα θα πάνε καλά. Μην ξεσηκώνεσαι.

Αλλά και σε κάποια τραγούδια διαμαρτυρίας του Μπομπ Ντίλαν, που άρεσαν σε πολλούς, όπως, το “Wicked messenger” και το “All along the watchtower”, που αναφέραμε και πιο πάνω, τα λόγια των στίχων θα μπορούσαν να ακουστούν και από συντηρητικές φωνές, που διαμαρτύρονται γενικά: “Businessmen, they drink my wine”, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Επιχειρηματίες πίνουν το κρασί μου». Δηλαδή, η διαμαρτυρία του Μπομπ Ντίλαν είναι ελεγχόμενη και όταν η τέχνη είναι ελεγχόμενη τα αφεντικά της διανόησης, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να τη βραβεύσουν. Συνειρμικά, θυμηθήκαμε την αρχή ενός τραγουδιού του Αντώνη Βαρδή σε στίχους Πάνου Φαλάρα: «Με νικοτίνη δυνατή και τον Μπομπ Ντίλαν / και τους ρεμπέτες στα παλιά γραμμόφωνα / τα όνειρά μου στην πρωτεύουσα με στείλαν / για να μιλάω πάντα χαμηλόφωνα». Οι στίχοι υποστηρίζουν τον Μπομπ Ντίλαν, όμως, το σωστό είναι το ακριβώς αντίθετο. Ο Μπομπ Ντίλαν είναι χαμηλόφωνος και τις χαμηλές φωνές δεν τις φοβήθηκε καμιά εξουσία.

Για αυτούς τους λόγους, λοιπόν, η Σουηδική Ακαδημία, έδωσε το Νόμπελ λογοτεχνίας σε έναν συνθέτη και στιχουργό, που δεν διαθέτει λογοτεχνικό έργο. Ο Θωμάς Ακινάτης είχε γράψει: «Να φυλάγεσαι από τον άνθρωπο του ενός βιβλίου». Το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας για το 2016 δόθηκε σε άνθρωπο του κανενός βιβλίου.

Συζήτηση με το Στίγμα Λόγου

troaditis

Συζήτηση με τον εξ Αυστραλίας ορμώμενο ποιητή-blogger Δημήτρη Τρωαδίτη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διατηρεί το γνωστό ιστολόγιο http://tokoskino.me. “Συναντηθήκαμε” διαδικτυακά και συζητήσαμε για την ποίηση και για το πώς φαντάζει το ελληνικό ποιητικό τοπίο στα μάτια ενός ομογενή που ζει μόνιμα στην Αυστραλία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Πώς ορίζεις την προσωπική σου σχέση με την ποίηση, Δημήτρη;

Δημήτρης Τρωαδίτης: Η δική μου σχέση με την ποίηση είναι μια σχέση δούναι και λαβείν. Είναι μια σχέση που κρατά χρόνια, από την εφηβεία μέχρι σήμερα, αμείωτη και αμετάβλητη, μ’ έχει χαράξει, μ’ έχει σημαδέψει… Ζω και ανασαίνω όλα αυτά τα χρόνια με τους ποιητές, τις ποιήτριες και την ποίηση. Ακόμα και κάποια χρόνια που δεν έγραψα ούτε μια λέξη, διατηρούσα αυτή τη σχέση ως κόρη οφθαλμού, με την έννοια ότι ενημερωνόμουν όσο μπορούσα για την ποιητική εν γένει κίνηση, αγόραζα συλλογές, διάβαζα, πήγαινα σε ποιητικές αναγνώσεις, συνέλεγα λέξεις, έννοιες και στοχασμούς από δω κι από κει, σαν να ήθελα να υφάνω το δικό μου ιστό, να δημιουργήσω μια βάση πάνω στην οποία θα ήθελα να κινηθώ σε έναν χρόνο απροσδιόριστο, να βρω ένα απάγκειο, να πιαστώ σε δύσκολες, ίσως, ώρες…
Πράγμα που εξακολουθώ να κάνω.

Ήταν σαν να έδινα μια μάχη εκ του συστάδην, για να κερδίσω ακόμα και μια τόση δα φράση, ακόμα και μια λέξη, που όμως για μένα σημαίνει πολλά, ίσως και τα πάντα..

Ακόμα και όταν καταπιανόμουν ή καταπιάνομαι με άλλα είδη λόγου και έκφρασης, την ποίηση έχω ως αφετηρία και πάντα σ’ αυτήν επιστρέφω. Τη θεωρώ μάνα μου, αδελφή μου, τη θεωρώ σανίδα σωτηρίας, αντίδοτο στα όποια δεινά μας κατατρέχουν σήμερα.

Για μένα, η ποίηση είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον, που δεν είναι ξεκομμένα μεταξύ τους, αλλά οι διαφορετικές πτυχές, τα αναπόσπαστα στοιχεία ενός όλου, μιας τεράστιας εικόνας… Γιατί η ποίηση είναι εικόνα, ίσως διαφορετική από τους χρωστήρες και τα σχέδια, αλλά εικόνα λέξεων και εννοιών, συναισθημάτων και προσεγγίσεων.

Αυτή είναι η δική μου σχέση με την ποίηση και έτσι ορίζεται. Προσωπικά, “υπηρετώ” την ποίηση όλα αυτά τα χρόνια μέσα από αρκετά και διαφορετικά μετερίζια, του ποιητή, του μεταφραστή, του blogger, του οργανωτή ποιητικών εκδηλώσεων, του συμμετέχοντα σε αντίστοιχες εκδηλώσεις άλλων ποιητών, του αναγνώστη…

Χ.Λ.: Πώς βρέθηκες στην Αυστραλία;

Στην Αυστραλία, συγκεκριμένα στη Μελβούρνη, βρέθηκα κατά τα τέλη του 1992, μετά από απόφαση εμού και της συντρόφισσάς μου να εγκατασταθούμε εδώ. Εκείνη ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη εδώ, Ελληνοαυστραλή δεύτερης γενιάς. Εξετάσαμε το ενδεχόμενο να έρθει εκείνη και να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά υπερίσχυσε η Μελβούρνη και η Αυστραλία.

Αν και η φυγή μου από την Ελλάδα δεν είχε να κάνει με οικονομικούς ή άλλους παρεμφερείς λόγους, για να πω την αλήθεια, ήθελα να φύγω. Υπήρχαν ορισμένα πράγματα που με έπνιγαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Από την άλλη, δεν είχα καμία πρόσβαση ή κάτι παρόμοιο στην επαρχία. Έτσι ήθελα να φύγω, να αποδράσω, να δω άλλους τόπους, ανθρώπους, πολιτισμούς και συνήθειες, να ταυτιστώ μαζί τους ή και να τους απορρίψω. ‘Ηταν μια μεγάλη, αλλά όχι δύσκολη, απόφαση. Ήταν ένα μεγάλο βήμα, που βέβαια εμπεριείχε πολλά ρίσκα, τα οποία αποφάσισα σε στυλ “εδώ και τώρα” να τ’ αναλάβω. Και αυτό έκανα και εξακολουθώ να το κάνω.

Σήμερα κοντεύοντας 25 χρόνια εκτός Ελλάδας (με εξαίρεση 7 περίπου μηνών παραμονής μας στην Ελλάδα το 2002 και 2-3 ακόμα επισκέψεων λίγων βδομάδων), δεν μπορώ να πω ότι μετάνιωσα. Το αντίθετο, η Αυστραλία μου άνοιξε πολλά μέτωπα αλλά και ορίζοντες -και όχι μόνο στην ποίηση- στα οποία βάδισα και βαδίζω…

Χ.Λ.: Πώς βλέπεις το ελληνικό ποιητικό τοπίο από εκεί;

Δ.Τ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, μια ανθολογία-ορόσημο για την τωρινή ελληνική ποίηση. Μιλώ για την πρόσφατη, δίγλωσση (αγγλικά και ελληνικά) έκδοση της ανθολογίας “Austerity Measures – The New Greek Poetry” σε επιμέλεια Karen Van Dyck (η οποία -να πω πληροφοριακά- έχει εργαστεί και εδώ στη Μελβούρνη αρκετά χρόνια και έχει σχετιστεί με ποιητές της ελληνικής διασποράς) με ανθολόγηση ποιημάτων στην αγγλική και στην ελληνική.

Η ανθολογία αυτή αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα τεράστιο βήμα κοινωνικοποίησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, της ελλαδικής ποιητικής σκηνής, τουλάχιστον ενός ικανού αριθμού ποιητών και ποιητριών και του έως τώρα έργου τους, το οποίο είναι εμβληματικό.

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ καλούς ποιητές και ποιήτριες. Αυτοί οι ποιητές και οι ποιήτριες έχουν κατά βάση μερικά κοινά γνωρίσματα/χαρακτηριστικά: είναι νέοι, ίσως οι περισσότεροι διανύουν την τρίτη και/ή τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, και ξέρουν πολύ καλά για ποια πράγματα γράφουν και μιλούν.

Δεν ξέρω εάν είναι σωστό να τους ορίσουμε ως ποιητές της κρίσης, γιατί αρκετοί από αυτούς άρχισαν να γράφουν πριν ξεσπάσει η λεγόμενη κρίση, ούτε συνηγορώ στο ότι ίσως θα πρέπει να τους “ταξινομίσουμε” σε μια σχολή/γενιά (π.χ. η γενιά του ’90, του ’00 κ.ο.κ.).

Αλλά από την σχεδόν σε καθημερινή βάση επαφή μου με μέρος του έργου αρκετών ποιητών και ποιητριών από τον ελλαδικό χώρο -και, φυσικά, από αυτούς ποιήματα των οποίων φέρνω στην επιφάνεια ή αναδημοσιεύω στο ιστολόγιό μου (στο http://tokoskino.me)-, πιστεύω ότι υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που έχει ήδη προσφέρει στην ελληνική σύγχρονη ποίηση, εξακολουθεί να προσφέρει, παρά τα όποια εμπόδια, και ευελιστώ ότι θα συνεχίσει να το κάνει με την ίδια ζέση και αποφασιστικότητα, την ίδια αμεσότητα και αγριάδα -ας μου επιτραπεί η λέξη-, αλλά και την ίδια έντεχνη υφή και στοχαστικότητα του λόγου που βγάζει προς τα έξω.

Κατά 90%, η ποίηση αυτή με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, με γοητεύει, μου αρέσει και γι’ αυτό την αναδημοσιεύω.

Εκείνο για το οποίο στεναχωρούμαι είναι το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ποιητές και ποιήτριες -όπως γίνεται και με άλλα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης, τη μουσική, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο κλπ.-, δεν τυχαίνουν καμίας απολύτως στήριξης από το κράτος, την “οργανωμένη” πολιτεία και τους φορείς (αν και αυτοί καταργήθηκαν ή περιέπεσαν σε αδράνεια) και φαίνεται ότι τα πρώτα θύματα της όποιας κρίσης, εκτός από τους εργαζόμενους και τα αδύνατα οικονομικά στρώματα, είναι και ο λόγος και η τέχνη.

Χ.Λ.: Μιλάς όμως, Δημήτρη, για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Έχεις υπόψη σου ότι τα τελευταία χρόνια κατατίθενται στην Εθνική Βιβλιοθήκη 1.000 κατά μέσο όρο ποιητικές συλλογές κάθε χρόνο, σε συνθήκες κρίσης; Εδώ έχουμε ένα νέο φαινόμενο που απάδει της ρομαντικής άποψης περί ποιήσεως που μπορεί να έχουμε εσύ κι εγώ. Μιλάμε για εξαγορά, ουσιαστικά, του τίτλου του ποιητή. Πώς το σχολιάζεις αυτό;

Δ.Τ.: Ναι, έχω επίγνωση του ότι μιλώ για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ελλαδικής ποιητικής παραγωγής ή, τουλάχιστον, της ποίησης με την οποία ασχολούμαι εγώ. Γιατί είναι φύσει αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με το σύνολό της ή με το μεγαλύτερο μέρος της.

Έχω, επίσης, επίγνωση αυτού που αποκαλείς εξαγορά -που δεν θα το έλεγα έτσι- του τίτλου του ποιητή, αλλά του τι ακριβώς και ποιος πρέπει να λογίζεται ως ποιητής τη σημερινή εποχή. Με λύπη μου, βλέπω ότι έχουν πλέον “ανοίξει”, έχουν επεκταθεί τα “όρια”, τα “στενά πλαίσια” με βάση τα οποία ίσως “νομιμοποιούμασταν” έως τώρα να ορίσουμε κάποιον ως ποιητή. Φαντάζει σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει ένα λεγόμενο “κλειστό” επάγγελμα, κατά την έννοια ότι αφού όλοι μπορούν να είναι φαρμακοποιοί, φορτηγατζήδες ή οτιδήποτε άλλο γιατί να μην είναι όλοι ποιητές… Οπότε, ίσως, μπορούμε να μιλήσουμε για κατάχρηση…

Εγώ πιστεύω ότι σε αυτό έχει βάλει αρκετά το χέρι της και η τεχνολογία, κυρίως τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αρκεί σε πολλούς να βάζουν μερικές σκέψεις στην οθόνη, να τα ονομάζουν ποίηση ή κάτι παρόμοιο και να παίρνουν κάποια likes. Δεν αντιτίθεμαι στην ποίηση στο διαδίκτυο, στα ηλεκτρονικά βιβλία και τα παρόμοια -άλλωστε, είμαι και εγώ ένας από αυτούς που ασχολούνται σε καθημερινή βάση με την ποίηση στο διαδίκτυο- ή δεν αντιτίθεμαι στο δικαίωμα του καθένα να εκφραστεί όπως θέλει, όμως, κάποια πράγματα έχουν και τα όριά τους.

Όσον αφορά τον αριθμό συλλογών που κατατίθενται ετησίως στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όχι δεν τον ήξερα, αλλά διαβεβαιώ ότι το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και εδώ στην Αυστραλία, μάλλον και αλλού. Μέσω της χρόνιας τριβής και ενασχόλησής μου, έχω δει ότι αρκετός κόσμος γράφει ποίηση, πηγαίνει σε αντίστοιχες εκδηλώσεις, αναζητεί τρόπους δημοσιοποίησής της και ένας από τους τρόπους αυτούς είναι βέβαια και η έκδοση συλλογών, από τις οποίες ο πιο μεγάλος αριθμός κατατίθεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας, στις Πολιτειακές Βιβλιοθήκες (State Libraries) αλλά και στις πανεπιστημιακές – αν και οι εδώ Βιβλιοθήκες ζητούν, κυρίως, οι ίδιες αντίτυπα. Ο δε πληθυσμός της Αυστραλίας, όπως ίσως θα ξέρεις, φτάνει σχεδόν στα 24 εκατομμύρια, δηλαδή ο διπλός και πλέον από αυτόν της Ελλάδας. Δεν έχω ακριβή εικόνα του αριθμού των ποιητικών συλλογών που κατατίθενται στις εδώ επίσημες Βιβλιοθήκες, αλλά σίγουρα είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της Ελλάδας. Και, σίγουρα, αυτό γίνεται σε, κατά βάση, παγκόσμια κλίμακα και δεν είναι μόνο ελλαδική ή αυστραλιανή υπόθεση.

Χ.Λ.: Αλλά εκεί είναι Αυστραλία, εδώ Ελλάδα. Όταν είχε έρθει ο Άμαρτζιτ Τσάνταν για την παρουσίαση της ανθολογίας του που μετέφρασα, «Φόρεσέ με», μου ζήτησε να τον πάω στο Μουσείο του Γιάννη Ρίτσου. Του απάντησα ότι δεν υπάρχει τέτοιο Μουσείο, ούτε καν Μουσείο για την ποίηση γενικότερα και τότε συνειδητοποίησα το όνειδος αυτής της έλλειψης για μια χώρα με δυο νομπελίστες ποιητές, που έχει εκφραστεί μέσω της ποίησης ήδη από την αρχαιότητα.

Δ.Τ.: Ούτε και εδώ υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο Μουσείο ποίησης. Υπάρχει όμως τεράστια μέριμνα, τόσο κρατική όσο και εκ μέρους άλλων φορέων, για τη διάσωση και διατήρηση της ποιητικής ιστορίας της χώρας, όλων όσον αφορούν μεγάλους ποιητές και ποιήτριες στην Αυστραλία, αλλά και γενικά ό,τι έχει σχέση με την ποίηση και την προώθησή της.

Υπάρχει πανεθνικός φορέας με την επωνυμία Australian Poetry, με βάση τη Μελβούρνη, που επιχορηγείται και παρουσιάζει συγκεκριμένο έργο σε ετήσια βάση, με εκδόσεις, οργάνωση σεμιναρίων και διαφόρων εκδηλώσεων, με διαγωνισμούς, δημιουργία βάσεων δεδομένων κ.λπ.

Υπάρχουν, επίσης, διάφοροι άλλοι φορείς -όπως το Melbourne Poets Union- που ασχολούνται με τη γενικότερη λογοτεχνία, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι και η ποίηση και με σχεδόν παρεμφερή δράση όπως αυτή του Australian Poetry – όπως το Writer Victoria και άλλα.

Υπάρχουν, τουλάχιστον στη Μελβούρνη όπου ζω, πάρα πολλές ποιητικές “σκηνές”, ομάδες, παρέες, με δράση (και μια από αυτές είναι οι ποιητικές αναγνώσεις που οργανώνω σε μηνιαία ή διμηνιαία βάση και εγώ στη Βιβλιοθήκη Emerald στο South Melbourne).

Άλλωστε, η Μελβούρνη από το 2008 είναι η δεύτερη Πόλη Λογοτεχνίας στον κόσμο μετά το Εδιμβούργο. (Περισσότερα για τη γενικότερη λογοτεχνία στη Μελβούρνη, εδώ: http://www.cityofliterature.com/cities-of-literature/cities-of-literature/melbourne/)

Χ.Λ.: Κυκλοφόρησε πρόσφατα, εδώ στην Ελλάδα, ένα νέο βιβλίο σου, σωστά;

Δ.Τ.: Ναι, εξέδωσα πριν λίγες βδομάδες από τις εκδόσεις Οδός Πανός, την ποιητική συλλογή “Η μοναξιά του χρόνου”. Η συλλογή αποτελείται από δύο ενότητες: “η μοναξιά του χρόνου” και “υπολήψεις-απόπειρες” και αρχικά είχε γίνει ηλεκτρονική μόνο έκδοσή τους. Τα ποιήματα της πρώτης ενότητας έχουν γραφτεί το διάστημα 2008-2009 και της δεύτερης το 2012. Τα δημοσιεύω μαζί γιατί θεωρώ αυτές τις δύο ενότητες ποιημάτων αλληλένδετες μεταξύ τους, τη μια ενότητα συνέχεια της άλλης. Στην πρώτη ενότητα ασχολούμαι με το χρόνο που προχωρά και φεύγει, μόνος, ακαταμάχητος και αλώβητος, χωρίς να μας δίνει σημασία, χωρίς να τον ενδιαφέρει η κάθε μας δραστηριότητα και τι κάνουμε για να τον ξεγελάσουμε. Είναι σκέψεις που γυροφέρνουν στο μυαλό μου συχνά, πολύ συχνά, και πηγάζουν κυρίως από τις εντρυφύσεις μου στις φιλοσοφικές πτυχές και παρορμήσεις περί χρόνου. Ωστόσο, στη δεύτερη ενότητα τα ποιήματα πατούν μεν πάνω στα ζητήματα του χρόνου, αλλά έχουν να κάνουν με προσωπικές καθημερινές στάσεις, κυρίως με το πώς εγώ ο ίδιος παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου να αντιδρά στις σημερινές συνθήκες ζωής και να οργανώνει τη ζωή του. Φυσικά, σε όλα αυτά εισέρχεται και η πολιτική πτυχή των πραγμάτων, μιας και η ποίησή μου είναι πρωτίστως πολιτική και κραυγή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και λέγοντας αυτό, να πω ότι μέχρι το τέλος του χρόνου (ευελπιστώ) θα εκδοθεί και μια άλλη συλλογή μου με τίτλο “Με μια κόκκινη ανάταση” η οποία είναι κατ’ εξοχήν πολιτική ποίηση.

Χ.Λ.: Καλοτάξιδο λοιπόν το βιβλίο και καλή ευόδωση στα σχέδιά σου, Δημήτρη. Σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση.

Δ.Τ.: Ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για την ευκαιρία που μου δόθηκε μέσα από το Στίγμα Λόγου να πω αυτά τα λίγα, σχετικά με την ποίηση κ.λπ. Θα ήθελα να ευχηθώ καλές εμπνεύσεις στους ποιητές και ποιήτριες στην Ελλάδα και, επίσης, να δουν κατάματα την πραγματικότητα και να οργανωθούν οι ίδιοι για τα δικά τους συμφέροντα, ώστε να αποτελέσουν μια διακριτή οντότητα αντίστασης σε ένα ζοφερό τοπίο, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα.

*Η συζήτηση δημοσιεύεται εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blogger.html

Στην αναζήτηση ισορροπιών μέσα από την ποίηση του Σκυθιώτη

211632g-10245396_703546113017518_2189062766315061760_n

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Πολύ συχνά οι συλλογές πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών διακρίνονται από μία αποσπασματικότητα και μία άνευρη πολυθεματικότητα. Σε έναν κορεσμένο χώρο, η πρωτοτυπία λανθάνει στις σκιές των λέξεων, καθώς ακόμα εντοπίζεται μεγάλη ποικιλία ύφους, μια και ακόμα αναζητούν τη γραφή που τους εκφράζει καλύτερα. Έτσι, είναι λογικό, η πρώτη συλλογή του Πέτρου Σκυθιώτη, «συνθήκη ισορροπίας» (Θράκα, 2014), να προκαλέσει εντύπωση με τη γλωσσική αρτιότητά της που οικοδομείται σε ένα λιτό λεξιλόγιο με χαρακτηριστική ισορροπία στην ένταση των συνθέσεων.

Η προφορικότητα της εκφραστικής του με τα πεζολογικά χαρακτηριστικά της προσδίδει μία αμεσότητα στην ποιητική του. Σε μία κοινωνία που χειμάζεται από την ανισότητα και συνεχώς εμφανίζει αρρυθμίες και τάσεις κατάρρευσης, ο νέος ποιητής προσπαθεί να συνάψει τη δική του συνθήκη ισορροπίας· αποζητά τα δικά του βιώματα ως ισορροπιστής με δοκό την ίδια την ποίηση πάνω στο δηκτικό σκοινί που του όρισε μία κοινωνία άστοργη κι απάνθρωπη (2, 3, 4, 5, 26).

Η ποίησή του είναι βαθιά υπαρξιακή· ακόμα και στις συνθέσεις με ένα κοινωνικό υπόβαθρο και με ενσωματωμένες κοινωνικές παραστάσεις θεμελιώνεται πάνω σε έναν υπαρξιακής φύσης φόβο (1, 8, 17, 19, 27). Μόλο που κυριαρχεί η πρωτοενική έκφραση, η ανησυχία του α΄ ενικού εκφράζει έναν οικουμενισμό. Και τούτο αποκρυπτογραφείται ενίοτε με το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο (9, 21, 0) σε μία πανανθρώπινη προσέγγιση και κάποτε με αναφορές -άμεσες ή έμμεσες- σε ένα πλήθος ανθρώπων (7, 11, 20) ή ως απρόσωπη έκφραση (16).

Η γλώσσα του είναι συχνά σκληρή και “άκομψη” (9, 22, 23, 24) και άλλες φορές εκφράζει μία βαθύτερη σαρκαστική διάθεση (1, 3, 5, 7), ακόμα κι όταν κρίνουμε ότι ούτε η ποίηση τη χρειάζεται ούτε και οι συνθέσεις· ωστόσο, η “αγένεια” είναι πάντα επιτηδευμένη και ελεγχόμενη, συμβάλλοντας σημαντικά στη διοχέτευση του συναισθήματος και προκαλώντας τον αναγνώστη.

Άλλοτε υιοθετεί ένα ύφος πιο αποφθεγματικό (3, 5, 16, 20, 28) κι άλλες φορές πιο αφηγηματικό (1, 2, 6, 7, 8, 13, 21). Οι θρυμματισμένοι στίχοι αισθητοποιούν την ίδια την αγωνία του δημιουργού που αισθάνεται μετέωρος σε μια κοινωνία σχεδόν κανιβαλική· οι στίχοι του επιβάλλουν το δικό τους ρυθμό στις συνθέσεις, μεταδίδοντας το συναίσθημα των αβέβαιων αντιθέσεων της ζωής. Άλλωστε, ο ποιητής αναζητά συνεχώς την ισορροπία στις αβεβαιότητες της ζωής και τις αντιφάσεις του ευμετάβλητο ανθρώπινου βίου (1, 3, 4, 7, 8).

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι η ποιητική ειρωνεία, με έντονο το τραγικό στοιχείο, διαπνέει όλη τη συλλογή, καθώς ο ποιητής εκθέτει όχι μόνο το σύγχρονο κοινωνικό κανιβαλισμό (7, 8, 10, 12) και την ασφυξία που τον πνίγει στο αδράστειο αστικό περιβάλλον (11, 13), μα και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα (12, 22, 23), τη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον (9, 24) ή ακόμα και τις μεταξύ τους επαφές (10, 11, 26).

Η ποίηση του Σκυθιώτη αφήνει ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη. Ο βαθύς πόνος που εκφράζει ο δημιουργός σε συνδυασμό με το καυστικό χιούμορ του, λειτουργούν ως ποιητική μαχαιριά στι συνειδήσεις -ειδικά όταν προέρχεται από έναν νέο άνθρωπο. Και το χαμόγελο που αναδύεται καθαίρει στην δραματική ποιητική του τον πόνο που γεννούν οι στίχοι του. Απομακρύνει την απογοήτευση και την μελαγχολία· ο σαρκασμός γίνεται το αντίδοτο σε μία καταθλιπτική κοινότητα που αναζητά τη δική της ισορροπία στις νέες συνθήκες.

*Από το http://tvxs.gr/news/biblio/stin-anazitisi-isorropion-mesa-apo-tin-poiisi-toy-skythioti

211632-screen_shot_2016-10-03_at_10-44-54_p-m

Η περίπτωση Γιάζρα: Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνη

1040356_giazra

Το «Γκρόζνι» είναι η πρώτη συλλογή του πιο μεταφρασμένου νέου Έλληνα ποιητή που δίνει φωνή στη «γενιά της λιτότητας».

Φωτογραφίες: Solarski Liboska

Από τον Μ.ΗULOT*

Τα ποιήματα του Γιάζρα (ως Jazra Khaleed) εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο blog του το 2009. Σκληρά, με στίχους σαν ραπάρισμα που θύμιζαν την άγρια πλευρά του χιπ χοπ, κοφτερά, βίαια, ήταν η αστική ποίηση του τέλους των ’00s και πρελούδια της νέας, απρόβλεπτης δεκαετίας που δεν είχε ακόμα δείξει την αγριότητά της. Τα ποιήματα του Γιάζρα αντιπροσωπεύουν όσο τίποτα άλλο τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά το 2008, είναι κραυγές, είναι πολιτική στάση, είναι η δύναμη του δρόμου και φωνές διαμαρτυρίας με την ίδια ένταση που είχαν το «The Message» του Grandmaster Flash, οι δυναμικοί στίχοι των Public Enemy ή οι οργισμένες και ενάντια στο σύστημα ρίμες των NWA. Ακόμα και αν λείπει το beat, αισθάνεσαι ότι το ακούς ως υπόβαθρο όταν συστήνεται «βουτώντας τα ποιήματά του στη βενζίνη»:

Με λένε Γ-Ι-Α-Ζ-Ρ-Α, γεννήθηκα στης Δύσης το σκοτάδι,
Λαθραίος μένω όσο κι αν λεν’ οι αριστεροί˙ όμορφα περνά το βράδυ, τσακίζοντας φασίστες στου Ψυρρή.
(…)

Δεν έχω ανθρώπους· η μοναξιά μου σαν ακονισμένο ξυράφι πάνω στη γυμνή σου καρωτίδα ακουμπά (σπόνσοράς μου η Gillete).

Μη με μπερδεύεις για Σάββατο, είμαι απλά μια γαμημένη Τρίτη, χωρίς ήλιο, χωρίς βροχή, τρώω σίδηρο για να ’χω καλή μνήμη.

Με το κεφάλι γεμάτο ρίμες βάζω την πένα στον αυτόματο, σκάβω το λάκκο σε κάθε νεοναζί·
γροθιές οι λέξεις, τον αφήνω να διαλέξει.

Μα θέλω να ξέρεις, αυτούς τους στίχους τούς έγραψα με τα γυμνά μου χέρια·
έκαψα τα δάχτυλά μου προσπαθώντας να βουτήξω τα ποιήματά μου στη βενζίνη.

Σε λίγο τα πιτσιρίκια στο δρόμο θα φωνάζουν τ’ όνομά μου: Γιάζρα, η πουτάνα της ποίησης.

Τ’ όνομά μου ήταν Παναγιώτης (τι σιχασιά!)·

θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου τη ντροπή του λευκού αρσενικού· επίτρεψέ όμως να κρατήσω λίγη απ’ τη βαρβαρότητα ενός καλού χριστιανού (προκαταβολικά).

Εγώ είμαι ο Γιάζρα, τραμπούκος ποιητής, σχιζομητροπολιτάνος, γιος μουσουλμάνας, πατέρας κανενός.
Εσύ ποια είσαι; Εσύ ποιος είσαι;

Θα μπορούσαν να είναι γραμμένα στους τοίχους, να γίνουν συνθήματα, να τραγουδιούνται σε αυτοσχέδια πάρτι στις γειτονιές, είναι η ποίηση της εργατικής τάξης που σχεδόν ποτέ δεν είχε χρόνο να γράφει ποιήματα. Ή δεν είχε τον τρόπο να τα δείξει στον κόσμο.

Δε μοιάζω στους άλλους ανθρώπους,
Είμαι ένα τέρας, ένας τρομοκράτης, είμαι ένας λαθροεισβολέας.
Δεν θα πεθάνω ποτέ, δεν έχω τίποτα να χάσω, δεν
υπάρχει τίποτα να διακινδυνεύσω.
Κάθε πράξη έχει νόημα πλέον: να κλέβεις παγκάρια εκκλησιών, να ξυλοφορτώνεις φασίστες, να καις το πανί με τις γαλάζιες κι άσπρες ρίγες, ν’ απαλλοτριώνεις σουπερμάρκετ.
Νοσταλγώ την εποχή των αναμορφωτηρίων και των ομάδων επανένταξης, την όμορφη εποχή των οδοφραγμάτων.
Κάθε δουλειά είναι ντροπή˙ ένας πωλητής παπουτσιών αξίζει όσο κι ένας χωροφύλακας.
Η εποχή των γενετιστών και των βιοτεχνολόγων αντικατέστησε επιτέλους αυτή των δικαστών και των ψυχιάτρων.
θα γίνω καρκίνος και θα σας χτυπήσω στον προστάτη,
θα βγάλω απ’ τη μέση κάθε υγιή˙
θα ζήσω μια στιγμή και θα εξαφανιστώ, σαν πυροτέχνημα στον ουρανό, σαν μολότοφ στο οδόστρωμα.
θα ουρλιάξω λέξεις από μέταλλο, λέξεις από κεραυνό˙ μέχρι να σπάσει η σιωπή, μέχρι η ζωή να επιστρέψει πεζή.
Δεν φοβάμαι πια.

«Στην Ελλάδα η ποίηση θεωρείται τέχνη της ανώτερης τάξης» λέει ο Γιάζρα στην επεισοδιακή συνέντευξή του στην Guardian, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής Austerity Measures: The New Greek Poetry που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό η Penguin με υλικό από νέους Έλληνες ποιητές. «Αν θες να κυκλοφορήσεις ένα βιβλίο με ποίηση στην Ελλάδα, πρέπει να πληρώσεις τον εκδοτικό. Οι πιο πολλοί εκδοτικοί θεωρούν ότι είναι φίρμες και ζητούν από δύο έως πέντε χιλιάδες ευρώ για σου εκδώσουν το βιβλίο. Αυτό σημαίνει ότι οι πιο πολλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν την ποίησή τους στην Ελλάδα ανήκουν στη μεσαία τάξη ή έχουν λεφτά να ξοδέψουν.

Το σημαντικό με την Austerity Measures είναι ότι περιλαμβάνει ποιητές που δεν είναι γνωστοί στους ποιητικούς κύκλους ή δεν έχουν πρόσβαση στους εκδοτικούς οίκους. Αυτή τη στιγμή στους δρόμους της Αθήνας συμβαίνουν συναρπαστικά πράγματα. Πολλά συγκροτήματα δεύτερης γενιάς Ελλήνων κάνουν χιπ χοπ και είναι πραγματικά underground, οργανώνουν δωρεάν συναυλίες μόνοι τους. Αισθάνομαι ότι όλο και πιο πολλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης γράφουν ποίηση σήμερα. Υπάρχει κάποιος που ονομάζεται Ωμέγα που γράφει για τις εμπειρίες του ως εργάτης ή ως άνεργος. Η ποίησή του είναι άμεση, κατά πρόσωπο, κάτι που δεν είναι πολύ συνηθισμένο στην Ελλάδα». Στην παρουσίαση του βιβλίου στον Observer το μόνο ποίημα που χρησιμοποίησαν ήταν το Words του Γιάζρα (μεταφρασμένο από τον Peter Constantine).

1040355_20160428_164327

Tα ποιήματά του Γιάζρα προκάλεσαν την προσοχή του Peter Constantine από την αρχή, τα μετέφρασε στα αγγλικά και τα δημοσίευσε στο αμερικάνικο λογοτεχνικό περιοδικό World Literature Today. Από τότε άρχισε το μπαράζ των μεταφράσεων σε διάφορες γλώσσες και οι δημοσιεύσεις των ποιημάτων του σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά του κόσμου. Το 2012 το World Literature Today του έκανε μια μεγάλη συνέντευξη ως εξαιρετική σύγχρονη περίπτωση Έλληνα ποιητή -η οποία ήταν υποψήφια ως μία από τις πέντε καλύτερες της δεκαετίας.

Με τα ποιήματά του ο Γιάζρα ταξίδεψε στη Γερμανία, εκπροσωπώντας την Ελλάδα (μαζί με τον Τίτο Πατρίκιο, τη Δήμητρα Κοτούλα και το Γιάννη Στίγκα) στο Literaturwerkstatt, ένα από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά φεστιβάλ του κόσμου που γίνεται στο Βερολίνο. Την επόμενη φορά ξαναπήγε καλεσμένος, μαζί με την Κική Δημουλά. Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή: άρχισαν να τον καλούν σε διεθνή φεστιβάλ, έγινε ο πιο πολυμεταφρασμένος νέος Έλληνας ποιητής (χωρίς να έχει κυκλοφορήσει τίποτα σε βιβλίο), τα ποιήματά του βραβεύτηκαν και έγινε πρωτοσέλιδο σε γερμανικές εφημερίδες, κι όλα αυτά χωρίς καμία δημοσιότητα στα ελληνικά μέσα, χωρίς ούτε μία αναφορά. Από το 2009 ανήκει στη συντακτική ομάδα του Τεφλόν, του περιοδικού για την ποίηση που κυκλοφορεί δωρεάν συστήνοντας στο ελληνικό κοινό μια γενιά Ελλήνων δημιουργών που κινείται στο περιθώριο -από επιλογή ή από ανάγκη- και έργα σημαντικών ποιητών από κάθε μέρος του κόσμου που δεν είχαν ποτέ μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Γιάζρα έχει μεταφράσει ποιήματα αγνώστων ποιητών, έχει συστήσει στα ελληνικά την ποίηση των Αβοριγίνων, έχει μεταφράσει underground Γερμανική ποίηση και σύγχρονες Αραβίδες ποιήτριες.

«Όταν τα αγαθά μειώνονται και δεν επαρκούν, οι άνθρωποι παλεύουν, αρπάζουν, σκληραίνουν» γράφει η Karen Van Dyck, ποιήτρια και επιμελήτρια του βιβλίου Austerity Measures στην Guardian. «Τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με περισσότερες στερήσεις από το μερίδιο που τους αναλογεί. Η πείνα, η ανεργία, οι περικοπές των συντάξεων και οι κατεστραμμένες επιχειρήσεις χαρακτηρίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα. Οι ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό φτάνουν σε επίπεδα που συναντά κανείς σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περισσότεροι από το 27% των Ελλήνων είναι άνεργοι. Το 55% των νέων, ιδιαίτερα εκείνων που (θα έπρεπε να) απασχολούνται στους τομείς της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, έχουν φύγει από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά αλλού. Το 40% των παιδιών ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας το 2014, και το ποσοστό τώρα πλησιάζει το 50%. Το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ, ενώ τα μέτρα λιτότητας κάνουν τη παραμονή στην ευρωζώνη τόσο δύσκολη όσο και το Grexit (…) Η ποίηση, όμως, αφθονεί. Υπεραφθονεί. Ποιητές γράφουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν δημοσίως σε πλατείες, θέατρα και αλάνες, απαγγέλουν σε φτωχογειτονιές, φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούν σε συλλαλητήρια, μπλογκάρουν και ποστάρουν στο ίντερνετ, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν παιδιά και μετανάστες σε εργαστήρια. Μέσα στην όλη δυστυχία και την αταξία, η νέα ποίηση βρίσκεται παντού. Όσα γράφονται είναι τόσο πολλά και ποικίλα που δεν ταιριάζουν σε καμία πλευρά οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος. Μολονότι βιβλιοπωλεία συνεχώς κλείνουν, οι ποιητές καταφέρνουν και περνάνε τα ποιήματά τους στον κόσμο. Τα καθιερωμένα λογοτεχνικά περιοδικά ακμάζουν· οι μικροί εκδοτικοί οίκοι και τα νέα περιοδικά αφθονούν. Η παραγωγή ποίησης όχι μόνο αψηφά την οικονομική ύφεση, αλλά επίσης ξεπερνά και τις εθνικές, ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Τέτοια αφθονία νέας ποίησης έχει να σημειωθεί από την εποχή της στρατιωτικής χούντας, γνωστής ως η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη. Πράγματι, η ιστορική συγγένεια δεν σταματά εκεί: είναι και πάλι οι ποιητές που έχουν τη μερίδα του λέοντος στην καθοδήγηση της νέας γενιάς».

Μέσα σε αυτή τη νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί κοινωνικά και λογοτεχνικά ο Γιάζρα κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, την ποιητική συλλογή με τίτλο «Γκρόζνι» (είναι η πρωτεύουσα της Τσετσενίας), ίσως το πιο ενδιαφέρον βιβλίο ποίησης που μπορείς να βρεις στα ελληνικά αυτή τη στιγμή από νέο ποιητή.

Τα ποιήματα του Γιάζρα είναι σκληρά και ταυτόχρονα τρυφερά:

Δεν έχω τίποτα να προτείνω, είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο˙
η ζωή μου, ενδεκασύλλαβη και σχοινοτενής, χωρίς μαχαίρι και κουτάλι, μα με τα μάτια δεκατέσσερα,
δε συμφωνεί ούτε σε γένος ούτε σε αριθμό μ’ όσα γράφουν οι εφημερίδες, μ’ όσα ψιθυρίζουν οι εραστές.
Κρυώνει από θάνατο η ζωή μου –πώς ορθώνεται κι αγροικά!- καθώς απομακρύνονται με τα κόκαλά τους υπό μάλης
το αλέτρι και το άλογο, η μάνα και οι εννιά της μήνες˙ μαζεύει τα χρόνια της, τον Μαρξ και τον Ένγκελς της,
ετοιμάζεται για την ξεροκαιριά, το θάνατο του σκύλου.

Είναι άγρια αλλά και σπαρακτικά, βλάσφημα και ιερά -ακόμα και όταν φαίνεται να περιφρονεί και να βαριέται την ελληνική ποίηση:

Διαβάζω ελληνική ποίηση: τους αναγνωστάκηδες, τους πατρίκιους και τους βάρναλεις, όλους αυτούς που θέλουν να φορτώσουν τις ήττες τους στην πλάτη μου.
Πίστεψαν σε μια ιδέα αλλά αυτή τους πρόδωσε τελικά (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων)
Προσπαθώ ν’ ακούσω τη χαμηλοφωνηποίησή τους, την τολμηρηγραφή τους, αλλά δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι δικό μου πρόβλημα (δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις).
Μπαίνω στο ίντερνετ και βλέπω τους «νέους ποιητές» να ποζάρουν για λαΪφστάιλ περιοδικά φορώντας ολ στάρ˙
μιλάνε για τη λοξή τους ματιά
ενώ κοιτάνε πάντα μπροστά.
Βγαίνω στο δρόμο, μπάτσοι σε κάθε γωνία και τικανειςτετοιαωρασταεξάρχεια, και ησουνμεεκεινουςπουεπιτεθηκανστηδιμοιρία˙ παίρνω μπίρες απ’ το περίπτερο κι έχω ξεχάσει σε ποια σελίδα ήμουν.

Ο Γιάζρα γράφει ποιήματα σαμπλάροντας φράσεις από χιπ χοπ ύμνους και σκόρπια κομμάτια από την έκδοση Πολεοδομία και δημόσια τάξη: Αθήνα οχυρωμένη πόλη της Λέσχης κατασκόπων του 21ου αιώνα. Καταγράφει την σημερινή πραγματικότητα με έναν τρόπο τολμηρό και to the face, χτυπάει κατά μέτωπο φτιάχνοντας μια περσόνα που είναι παγκόσμια και ρεαλιστική, σύγχρονη αλλά και διαχρονική, κάνει το διαμέρισμά του το όχημα για να ακουστεί η φωνή του παντού. Και πετυχαίνει τον σκοπό του. Τα ποιήματά του είναι κοφτερά σαν μαχαίρι και επικίνδυνα σαν σφαίρα, είναι οι αγωνιώδεις κραυγές των προσφύγων και των μεταναστών που όλοι ακούν ξώφαλτσα και αγνοούν:

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος, γροθιά, κνήμη, πούτσος.
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου (δεν έχω πατρίδα).
Είμαι μια υγειονομική απειλή, ένα μίασμα, δεν ανήκω σε καμία πολιτισμένη φυλή…

Γράφει για την καταπίεση, το ταξικό μίσος, για τους ανέργους και τους φτωχούς, για τη Συρία και τις χαμένες πατρίδες, για τα παιδιά της φωτιάς και την πόλη του.

«Η πόλη αυτή μοιάζει με τους προλετάριους προγόνους της, έχει τραχιά χέρια και μια σφαίρα βαθιά σφηνωμένη στη ραχοκοκαλιά της, μοιάζει με τον ταξικό πόλεμο που έθρεψε την πολεοδομία της, κηρύττει τον εμφύλιο δίχως ν’ απαρνιέται τη θλίψη, αυτή η πόλη είναι σάρκινη και υλική, ιδρώνει ολόκληρη, απ’ τον αφαλό ως τον αυχένα˙ προλετάριοι βλασταίνουν στην υγράδα της, εκείνη τους μετράει έναν έναν και τους βγάζει κοντούς σε καιρό πολέμου και ψηλούς σε καιρό ειρήνης, αυτή η πόλη είναι άνυδρη όπως η νύχτα που πιάστηκε στα μαλλιά της, αντιπαραγωγική όπως ένα ποίημα, σκανδαλιστική όπως ένα σαββατόβραδο, η πόλη αυτή πάντα με μάγευε με το ζοριλίκι της και τα σπασμένα πεζοδρόμιά της, πάντα με αποπλανούσε προφασιζόμενη τον διπλό χαρακτήρα της εργασίας, είναι μια πόλη που αν σε διασχίσει πάει, τελείωσες, θα σε καταπιεί μαζί με όλη τη θεολογία σου.
(…)
Αυτή η πόλη έχει μια αρρώστια στο αίμα, νοικοκυραίοι ιοί, μικροαστοί μύκητες, εθνίκια βακτήρια κρύβονται στο κόλον της, στο πίσω μέρος της γλώσσας της, κάτω απ’ την μπανέλα του σουτιέν της, περιμένουν ένα νεύμα του κράτους για να ξεχυθούν στις αρτηρίες της, να προκαλέσουν θρομβώσεις, πνευμονικές εμβολές, πογκρόμ, είναι ένας πόνος πισώπλατος, απ’ τα δυτικά προς τ’ ανατολικά, του λείπει ένα χέρι να δαγκάσει, του λείπει ένα πόδι να βαστάξει, αλλά του περισσεύει πατριωτισμός, του περισσεύει ρατσισμός, αυξάνονται τα λευκά αιμοσφαίρια, πιέζονται οι ιστοί, προκαλείται συμφόρηση καθώς πήζει το αίμα στους δρόμους, στις πλατείες, πρόκειται για μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ακολουθεί εθνική ενότητα, λαϊκή κυριαρχία, ακολουθούν ακρωτηριασμοί, αυτή η αρρώστια είναι γενετική, έχει μια συνέχεια, κληροδοτείται από πατέρα σε γιο, το ιατρικό ιστορικό περιλαμβάνει εσχάτως συλλαλητήρια για τη μακεδονία, εθνοπανηγύρια και κυνήγι μεταναστών, σιωπηλές διαμαρτυρίες και αγανακτισμένους, στενεύουν οι αρτηρίες, συσσωρεύεται ο θυμός, ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι˙ όλ’ αυτά σε συνδυασμό με έλλειψη πρωτεΐνης C μπορεί να οδηγήσουν σε κεραυνοβόλο πορφύρα ή αλλιώς χούντα».
(…)
Στη γειτονιά μου οι μέρες περνάνε εν λευκώ, τα γεγονότα είναι κολλημένα στους τοίχους, η ευτυχία σαπίζει στα βουλκανιζατέρ. Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες˙ γράφω ένα ποίημα κάθε που πηγαίνω απ’ το σπίτι μου στο μετρό. Αναμένω μια συγκίνηση.

Ο Γιάζρα είναι 37 ετών και ζει στα Εξάρχεια.

###Η ποιητική συλλογή «Γκρόζνι» του Γιάζρα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υποκείμενο.

*O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO.
**Πηγή: http://www.lifo.gr