Παλαιστίνη
Ένα δίκιο,
ένα πείσμα,
μια κραυγή.
Αυτό είναι περιπέτεια.
Στο βλέμμα ενός παιδιού,
να πνίγεται
το ψέμα
το χθες
και το ξεχνώ.
Κι ο καναπές σου
γέμισε πρόκες.
Καινούρια
σανδάλια φουλάρι πνοή.
Για μια κοινή σημαία
κι ένα σ’ αγαπώ.
Μία πέτρα
δύο σφαίρες
δυο χαμόγελα.
Ένα για τώρα
κι ένα για το μέλλον.
*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://penapsalidixarti.wordpress.com/2014/07/30/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B7/
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Jack Kerouac, Ας πιούμε τη υγειά των τρελών
Fernado Pessoa, O φύλακας των κοπαδιών
Ύστερα εγώ του διηγούμαι ιστορίες μόνο για τα
πράγματα των ανθρώπων
κι αυτός χαμογελάει γιατί όλα είναι απίστευτα.
Γελάει με τους βασιλιάδες και μ’ αυτούς που δεν είναι
βασιλιάδες,
και λυπάται σαν ακούει να μιλάν για τους πολέμους,
και για εμπόρια, και καράβια
που μένουν καπνός στον αέρα της ανοιχτής θάλασσας.
Γιατί αυτός ξέρει πως απ’ όλα αυτά λείπει εκείνη
η αλήθεια
που έχει το άνθος όταν ανθίζει
και το φως του ήλιου
σαν αλλάζει τα βουνά και τις πλαγιές
και κάνει τους ασβεστωμένους τοίχους να πονάν τα
βλέφαρα.
*Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα. Από “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καεϊρο”, εκδ. Gutenberg.
Roberto Bolano, Αυτοπροσωπογραφία στα είκοσί μου χρόνια
Αφέθηκα να φύγω, την έκανα γρήγορα, και δεν έμαθα ποτέ
προς τα πού θα μπορούσα να έχω πάει. Πήγαινα γεμάτος φόβο,
μου χαλάρωσε το στομάχι και μου βούιζε το κεφάλι:
εγώ πιστεύω ότι ήταν ο κρύος αέρας των νεκρών.
Δεν ξέρω. Αφέθηκα και πήγα, σκέφτηκα ότι ήταν κρίμα
να τελειώσει τόσο γρήγορα, αλλά απ’ το άλλο μέρος
άκουσα εκείνο το κάλεσμα μυστήριο και πειστικό.
Ή το ακούς ή δεν το ακούς, και εγώ το άκουσα
και σχεδόν με έπιασε να κλαίω. Ένας ήχος τρομερός,
γεννημένος στον αέρα και στη θάλασσα.
Μια ασπίδα και ένα ξίφος. Τότε,
παρά το φόβο, αφέθηκα και πήγα, έβαλα το μάγουλο μου
πάνω στο μάγουλο του θανάτου.
Και μου ήταν αδύνατο να κλείσω τα μάτια και να μη δω
εκείνο το παράξενο θέαμα, αργό και παράξενο,
αν και εντοιχισμένο σε μια πραγματικότητα ταχύτατη:
Χιλιάδες νέοι όπως εγώ, άτριχοι ή μουσάτοι, αλλά λατινοαμερικάνοι όλοι,
ενώνοντας τα μάγουλα τους με το θάνατο.
*Μετάφραση: Κωνσταντίνα Παναγοπούλου-Perez. Tο ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://www.poiein.gr/archives/26039/index.html
Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Ζήτημα πρώτον
Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τί μένει;
Μένει κάτι
κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
μένει:
μισή μποτίλλια αλκοολικού παρασκευάσματος
ο ήλιος του καλού Θεού και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το
φεγγάρι
πανσέληνο.
Γρηγόρης Σακαλής, Καλύτερη ζωή
Κάποιοι κρατάνε τσίλιες.
Άλλοι, «ηθοποιοί» αυτοί,
παίρνουν τα βρώμικα λεφτά
πίσω από κλειστές πόρτες
κι άλλοι, περιχαρείς,
κάνουν δηλώσεις για το κοινό.
Αυτοί όμως τρώνε
ντομάτα, ελιές και ψωμί
σκουπίζουν τον ιδρώτα
σκάβουν τη γη
βάζουν τις μηχανές
στις φάμπρικες να δουλεύουν
και ελπίζουν
άλλοι στο Θεό
άλλοι στο Λόττο
κι άλλοι σφίγγουν τις γροθιές
κι αγωνίζονται
για μια καλύτερη ζωή
για όλους τους ανθρώπους
της δουλειάς, της προκοπής
χωρίς τσιλιαδόρους
δωροδοκούντες
και δωροδοκούμενους.
Nanja Noterdaeme, Αχρωμία
Σπύρος Μαρούλης, Σας ορκίζομαι
Σας ορκίζομαι
άκουσα τις θάλασσες
να απαγγέλουν για μένα στίχους τους
είδα τις καμπάνες
να κοιμούνται μέσα στα κοχύλια…
και παρασύρθηκα…
τραγούδησα στο γάμο του Σατανά
και στα γενέθλια του ψέματος
παρασύρθηκα
και είδα ένα ξωτικό και μια νεράιδα
σε μια κατοικία
σας ορκίζομαι
ότι τα είδα όλα αυτά
σε μικρή απόσταση…
Mahmoud Darwish, Για το αίμα στα μάτια των Παλαιστίνιων αδελφών
Να θυμάστε!
Είμαι ένας άραβας
Και η ταυτότητα μου
είναι το νούμερο
πενήντα χιλιάδες
Έχω οκτώ παιδάκια
Και το ένατο θα έρθει
μετά το καλοκαίρι
Θα ερεθιστείτε ; Να θυμάστε!
Είμαι ένας άραβας,
που δουλεύει με τους άλλους
εργάτες στο αυλάκι
Έχω οκτώ μωρά
Από τα βράχια
Βγάζω το ψωμί μου,
Τα ρούχα και Τα βιβλία
Δεν ζητώ την φιλανθρωπία
στις πόρτες σας
Ούτε εξευτελίζομαι στα
σκαλιά των αιθουσών σας
Γι αυτό, θα ερεθιστείτε ; Να θυμάστε!
Είμαι ένας άραβας
Έχω ένα όνομα δίχως τίτλους
Και παραμένω υπομονετικός στην γη
Της οποίας ο κόσμος είναι ερεθισμένος.
Οι ρίζες μου
σφετερίστηκαν πριν από την γέννηση του χρόνου
πριν από το άνοιγμα των καιρών
πριν από τα πεύκα, και τις ελιές
και πριν να μεγαλώσει το χορτάρι.
Ο πατέρας μου…από την σπορά του άροτρου,
Όχι από μια προνομιούχο τάξη
και ο παππούς μου, ήταν ένας αγρότης
ούτε καλοαναθρεμένος, ούτε καλογεννημένος!
Μου δίδαξε την περηφάνια του ήλιου
Πριν να μου διδάξει να διαβάζω,
και το σπίτι μου είναι όπως το παρατηρητήριο ενός φρουρού
φτιαγμένο από λυγαριά και ψάθα:
είστε ικανοποιημένοι από την κατάσταση μου;
Έχω ένα όνομα δίχως τίτλο! Να θυμάστε!
Είμαι ένας άραβας,
Κι εσείς κλέψατε τους κήπους των προγόνων μου
Και την γη που καλλιεργούσα
μαζί με τα παιδιά μου,
Δίχως να μας αφήσετε τίποτα
εκτός από αυτά τα βράχια,
Και το Κράτος θα τα πάρει και αυτά,
Όπως μουρμουρίζεται. Γι αυτό!
Σημειώστε το στην κορυφή της πρώτης σας σελίδας:
Δεν μισώ τον κόσμο
Ούτε καταχράστηκα κανέναν
εάν όμως πεινάσω
Το κρέας του σφετεριστή θα γίνει η τροφή μου.
Δώστε προσοχή!
Δώστε προσοχή!
Στην χολέρα μου
Και στην πείνα μου!
*Πηγή: Αέναη Κίνηση
Κατερίνα Γώγου, Με λένε Οδύσσεια
Τρίτη μέρα.
Ξημέρωμα της ποιας μέρας;… Χαράζει η ώρα…
Βραδιάζει ο κόσμος.
Ουρανός και θάλασσα ένα.
Χωρίς διαζευκτικό ή …
Όπως ο θάνατος- ζωή-νύχτα-μέρα-χάος-αρμονία.
Τώρα;…
Πως να κάνω
να βάλω σε κάποια τάξη
τους ανονόμαστους πλανήτες
και τις εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών
που κατέλυσαν μέσα μου…
πως να μου θυμίσω τι…πως
με ποια τάξη, με ποια σειρά
όμοιο εγώ διαζευκτικό
καταμεσής της θάλασσας;
Θα προλάβω άραγε να δω
αν ο ήλιος
σαν άσπρος νάνος μικρός
από άλλη μάνα αδερφός
αφήσει να χαθεί από γεράματα
ή τηρώντας το λόγο του
με έκθαμβη έκρηξη
από του σύμπαντος το παρελθόν
τον πλανήτη μας Γη
ζωντανό τον αφήσει;
Εγώ, Οδυσσέα
τον ουρανό τον είδα
απ’την κορυφή της Γκιώνας, απ’ τα ψηλά αετώματα
κι από τα δημόσια ουρητήρια της Ομονοίας.
Αυτό δεν λέει πως δεν σ’αγαπώ. Πως δεν είμαι χτυπημένη.
Πάει, Οδυσσέα, το έκτο γραφτό.
Γραφτό που είδε τον ήλιο
μέσα σε άσυλο
με διαμαντένια κορόνα σμιλεμένο.
Ε, καρδιά τ’ουρανού
βοήθησε το χρέος το υπέρτατο
το έβδομο της ψυχής αποτύπωμα
στα μελανά πόδια της γης
σ’ένα έλατο, σ΄ένα πλατάνι
ή σε γερό ποτάμι που πάει
σ’ωκεανό να φτάσει αφημένο
… μια χορδή από ήλιου φως …
Απλώνει ο κόσμος
ο ουρανός αργά σηκώνεται… ανεβαίνει
η θάλασσα στη θέση της
καταιγισμός λάμψεις λουλουδιών
δάφνινα στεφάνια
στις πλατείες, στις σκάλες
στα – απ’τους θαλάμους παρμένα – τηλέφωνα
στα καμένα φώτα των ασφάλτων.
Μη παρακαλώ
είναι μελανό
το έβδομο
της ψυχής
αποτύπωμά μου.
Με λένε
Το όνομά μου βγαίνει από το όνομα
του μεγαλύτερου κινδυνευτή
της πατρίδας μου,
Με λένε Οδύσσεια.
Πως θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους,, από τ’άγγιγμα της Κίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευκτικό καταμεσής της θάλασσας;
Χωρίς εισπνοή πως εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;
Με λένε Οδύσσεια.
Άνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει.
Ω, πόσο αγαπώ τη γη, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά…
Και τι ανέντιμη.
Τόσες φορές που μ’έχει σώσει το νερό
πνιγμό απ’το νερό φοβάμαι.
Και να με λένε Οδύσσεια.
Καταμεσής της θάλασσας χωρίς σκαρί
χωρίς συντρόφους και πανιά
στ’απόκρημνα νερά
χωρίς για μένα γυρισμό
μόνο να ταξιδεύω.







