Δήμος Βιλαέτης, Η ετοιμασία

1

Κυκλώσανε το σώμα
γυρέψανε
θυμάρια και κλωνιά
χαρές του νυφοπάζαρου,
της πόλης το αρμένισμα
απάνου στο κορμί τους.
Μετά την ένωση
μιλήσανε
για τις φτωχές κηδείες.
Κλαίνε λιοντάρια τη μορφή,
στηρίζουνε
τα σαρκινά τους πόδια,
ρινόκεροι
και μύριοι αδελφοί
ξεχύνονται στη δούλεψη.

Παράμορφα κομμάτια
μαζώχνουνται ευλαβικά.
Μετά την ένωση.
Μετά την κρούση.
Άνθρωποι σέρνουνε το χορό
καθώς το σώμα φτειάχνεται.
Αχόρταγοι πιστοί.
Η θύμηση της προσευχής
του κόπου η αγάπη,
λατρεία για το οίκημα
το έργο και τα σκεύη,
επνίξανε τη λευτεριά
του αποχωρισμού.

Χοροί γιομίσανε
τις γιορτινές συνάξεις,
οι πόλεμοι τις ερημιές,
οι φίλοι κι εχθροί
γιομίσανε το στόμα.

Θαφτήκανε οι σκαλωσιές
σωθήκανε οι εργάτες.
Σε ήλιους μακρινούς
ακούσανε ψιθύρους,
όπου το φως τους έτρεμε
μες στο νεκρό το στίβο.

Κοστίζουνε τα ταξείδια,
τη λησμονιά του δρόμου
ξεσπίτωμα και εργατικά.
Συνάντησες με αδελφούς.

Στηλώνουνε ολημερίς
τις άπνοες αχτίνες.
Αδιάκοπα τους ψέλνουνε
της δύναμης τραγούδια.

Ύμνους,
όπου μορφή τους δώκανε
για τ’ άνθη και τα δένδρα.

Πιστεύουνε σε μια στιγμή
πως δύναμη
μες στο κορμί τους έχουνε.

Αχτίνες,
που αναθαρήσατε,
μας είπατε πως γρήγορα
θε νά ‘χουμε ταξείδι.

Ξένες αρχίσανε
να φαίνουνται οι αυλές,
και τα χωριά με βιάση,
χρόνια και χρόνια σπρώχνουνε
το φόρτωμα,
όπου ‘ρθε μιαν αυγή,
όπου ‘σανται
στο σβήσιμο κοντά.

Οι μέρες, που τ΄άψηλα
θαρχίσουνε,
βουνά να τους τρυπάνε,
κοντά τους είναι κιόλας.
Τους διώχνουνε τα χωριά
κι οι πολιτείες τάφοι
λαβωματιές, το σίδερο,
ο ήλιος, το φεγγάρι,
η μαύρη η ψυχή της γης.

*Το ποίημα προέρχεται από την ποιητική συλλογή “Σώματα” που εκδόθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1977. Διατηρείται η ορθογραφία, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα γραφής του ποιητή. Το εξώφυλο της συλλογής που δημοσιεύεται εδώ προέρχεται απο τη Δημίσια Βιβλιοθήκη Πύργου.

Ζακ Πρεβέρ, Πλατεία Καρουζέλ

pappou

Πλατεία Καρουζέλ
προς το τέλος μιας ωραίας καλοκαιρινής ημέρας
το αίμα ενός αλόγου
χτυπημένου και ξεζεμένου
έτρεχε
στο πλακόστρωτο
Και το άλογο ήταν εκεί
όρθιο
ακίνητο
στα τρία πόδια
Και το άλλο πόδι πληγωμένο
πληγωμένο και ξεριζωμένο
κρεμόταν
Δίπλα ακριβώς
όρθιος
ακίνητος
βρισκόταν ο αμαξάς
και μετά το αμάξι επίσης ακίνητο
άχρηστο όπως ένα σπασμένο ρολόι
Και το άλογο σώπαινε
το άλογο δεν παραπονιόταν
το άλογο δεν χλιμίντριζε
ήταν εκεί
περίμενε
κι ήταν τόσο όμορφο τόσο θλιμμένο τόσο απλό
και τόσο λογικό
που δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσει τα δάκρυά του

Ω
χαμένοι κήποι
ξεχασμένες κρήνες
ηλιόλουστα λιβάδια
ω πόνε
λαμπρότητα και μυστήριο της εναντιότητας
αίμα και φέγγη
χτυπημένη ομορφιά
Αδελφοσύνη.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από το http://rilken.wordpress.com/2013/05/14/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%AD%CE%BB/

Timothy Jennings, Δύο από το Τρομερό έπος του Τζέιμς Τ. Μπούκι*

africaans-copy

Ο επιτάφιος του Τζιμ Μπούκι

Ω, ξέρω δεν ήταν παρά μόνο ένα πράγμα,
Ένα πράγμα που έκανα κι έκανα, κι έγινα
Αρκετά καλός σ’ αυτό, που με τρέλανε,
Και μ’ άφησε γέρο και χλευασμένο και ντροπιασμένο,
Αλλά, περαστικέ, ποιο το κακό; Ποτέ δεν σκότωσα
Ούτε ζητιάνεψα από κανέναν, ούτε ποτέ είπα ψέματα.
Περαστικέ, μερικοί είναι πλασμένοι για την τρέλα,
Προσευχήσου για σένα, για την υγεία του νου σου: και
Αν μπορέσεις, πάνω σ’ αυτόν τον τάφο ξινισμένης γης,
Σε παρακαλώ, άφησε λίγο από το γλυκό νεανικό σου σπέρμα
Σε ανάμνηση των
Εργατικών και
Ροζιασμένων
Γονάτων μου.

Ο Τζιμ Μπούκι θυμάται

Α, ήταν ένας αγώνας
Κάψα
Γερών μηρών που ίδρωναν στο φεγγάρι
Μαραθώνιος
Που έτρεχε γυμνός στον ήλιο
Κεραυνός σάρκας, καβάλου, ψωλής
Που τρίκλιζε γύρω μου ‒
Εύθυμο όνειρο κρέμας και κατάκτησης!
Είχα ένα γλυκό χαμόγελο τότε
Και δόντια γερά
Και χέρια υγρά το ένα μετά τ’ άλλο
Μικροσκοπικά και πλατιά
Να αρπάξω με μόχθο κάθε αναδυόμενη
Ηδονή Ν
α κλείσω τις τρύπες κάθε
Αυλού, να παίξω έναν θριαμβευτικό παιάνα!
Ήμουν ένας φυλλοσκεπής νέος στα πάρκα της πόλης
Και μύριζα για μέρες
Χλωρίνη
Από τα δημόσια ουρητήρια. Ήμουν ένα ασταμάτητο ξέσπασμα
Μπροστά από κάθε νικητή
Κάθε χαμένο αγόρι.
Γονάτιζα μπροστά στην κορδέλα του τερματισμού,
Εγώ ο ίδιος ήμουν το δημοκρατικό βραβείο όλων!
Α, ήταν ένας αγώνας.
Δεν νικήθηκα ακόμη!


* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τσιμπούκι είναι μια λέξη του πεζοδρομίου στα νέα ελληνικά για την πράξη της πεολειχίας. Οποιαδήποτε σχέση μεταξύ του ονόματος Τζέιμς Μπούκι και οποιουδήποτε ατόμου εν ζωή είναι καθαρά συμπτωματική. Το πραγματικό πρότυπο για το πρόσωπο του ποιήματος είναι ο συνδυασμός ενός κοκκαλιάρη τύπου των πεζοδρομίων στην Αθήνα και του W.R. Hearst γνωστού και ως Πολίτη Κέιν (ή, ίσως του Η. Ross Perot γνωστού και ως Elmer Fudd) — με το υλικό ανά χείρας (ή στο στόμα) κάθε μονομανής θα το έκανε. Ακόμη και εγώ.

**Το ποίημα προέρχεται από τη δίγλωσση συλλογή The owl’s wing in the rat’s heart/Το φτερό της κουκουβάγιας στην καρδιά του ποντικού, εκδ. Futura, 2002 και αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο του περιοδικού Τεφλόν στο http://teflon.wordpress.com/2011/11/20/timothy-jennings-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CE%AD%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%B6%CE%AD%CE%B9%CE%BC%CF%82-%CF%84/ Από το ίδιο ιστολόγιο, αλλά από άλλο post είναι και η εικόνα της ανάρτησης.

Yvan Goll, Περιπλάνηση

5w_tw0eng2uym7rdmoafah1wkho

Στους κήπους από γύψο
Σε λάσπες από βρώμιο
Οι πεθαμένοι βαδίζουν πάνω σε άθλια ξυλοπόδαρα
Και ταλαντεύουν κόκκαλα

Φωτιά ανεμίζει ακόμα στο νοτιοανατολικό κεφάλι
Ένα λεπτεπίλεπτο άνθος ξεπαγιάζει
Στο διαρρηγμένο θώρακα

Ποιος ακούει τα πουλιά στους ύπνους;
Τις σαύρες στα κουρασμένα πόδια;

Αυτοί που ζούνε βιαστικά και που σιγά-σιγά πεθαίνουν
Πώς σκαρφαλώνουν ακόμα
Στο σκοινί του απατηλού ύπνου!

Τώρα έρχεται ο χειμώνας της υψηλής αυτής νύχτας
Ο άσπρος αιθέρας τυλίγει το στεφάνι
Στα μαλλιά της που τρέμουν

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη”, εκδ. Στιγμή, 2002. Μετάφραση: Δημήτρης Π. Παπαδίτσας.

John Berryman, από τα “Ονειρικά τραγούδια”

77-Dream-Songs557

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 4

Γεμίζοντας το σφιχτό και υπέροχο κορμί της
κοτόπουλο με πάπρικα, με κοίταξε
δύο φορές.
Λιγοθυμώντας από ενδιαφέρον, κι εγώ την γούσταρα
και μόνο επειδή υπήρχε ο άντρας της και άλλοι τέσσερις άνθρωποι
βαστήχτηκα να μην χιμήξω πάνω της
ή να πέσω στα μικρά της πόδια και να κλάψω
«Είσαι η πιο φλογερή που εδώ και χρόνια νύχτα
έχουν απολαύσει τα θολωμένα μάτια
του Χένρυ, Μεγαλείο.» Συνέχισα
(απελπισμένος) το παγωτό κοκτέιλ – Ο Κύριος Κοκάλας: είναι γιομάτος,
ο ντουνιάς, από κορίτσια που τρώνε.
– Μαύρα μαλλιά, Λατίνα στην όψη, μάτια πετράδια
χαμηλωμένα… ο βλάχος στο πλάι της γλεντάει… Ποιο θαύμα
την κρατάει καθισμένη, εκεί πέρα; Το εστιατόριο μέσʼ στην οχλοβοή.
Δεν θα τη ένοιαζε κι ας ήταν και στον Άρη.
Που στράβωσε το πράγμα; Θα ʽπρεπε να υπάρχει ένας νόμος ενάντια
στον Χένρυ.
– Ο Κύριος Κοκάλας: υπάρχει.

Continue reading

Wallace Stevens, Πρόλογοι στο τι είναι πιθανόν Ι

glossika_1

Ι                                           

Υπήρχε μια ηρεμία του μυαλού όπως όταν είσαι μόνος σου σε βάρκα στη θάλασσα,
Μια βάρκα που προωθούν κύματα που μοιάζουν στιλπνές πλάτες κωπηλατών,
Σφίγγοντας τα κουπιά τους, λες και ήταν βέβαιοι για τον δρόμο προς τον
         προορισμό τους,
Σκύβοντας προς τα εμπρός και κατόπιν όρθιοι κρατώντας τις ξύλινες λαβές,
Υγροί από το νερό και λάμποντας στην ενότητα της κίνησής τους.

Η βάρκα ήταν φτιαγμένη από πέτρες που είχαν χάσει το βάρος τους και καθώς δεν
         ήταν πια βαριές
Μια ακτινοβολία μόνον είχε μείνει μέσα τους, ασυνήθιστης καταγωγής,
Έτσι ώστε εκείνος που σηκωνόταν μέσα στη βάρκα γέρνοντας και κοιτάζοντας
         μπροστά του
Δεν φαινόταν για κάποιον που ταξίδευε έξω και πέρα από ό,τι είναι οικείο.

Ανήκε στην για τα πολύ ξένα αναχώρηση του σκάφους του και ήταν μέρος της,
Μέρος του κατόπτρου της φωτιάς στην πλώρη του, σύμβολό του, όποιο και αν ήταν,
Μέρος των γυάλινων, νόμιζες, τοιχωμάτων στα οποία γλιστρούσε πάνω από το
         λεκιασμένο με αλάτι νερό,
Καθώς ταξίδευε μόνος του, όπως ένας άνθρωπος δελεασμένος από μια συλλαβή
         χωρίς κανένα νόημα,
Μια συλλαβή για την οποία ένιωθε, με μια καθορισμένη βεβαιότητα,
Πως περιείχε το νόημα στο οποίο ήθελε να εισέλθει,
Ένα νόημα που, καθώς εισερχόταν μέσα του, θα θρυμμάτιζε τη βάρκα και θα 
         ηρεμούσε τους κωπηλάτες
Όπως σε ένα σημείο κεντρικής άφιξης, μια προς στιγμήν στιγμή, μεγάλη ή μικρή,
Απομακρυσμένο από κάθε ακτή, από κάθε άντρα ή γυναίκα, και χωρίς να 
         χρειάζεται κανέναν.

*Απόδοση Γιώργος Χουλιάρας
πηγή: http://www.24grammata.com/

**Πηγή: Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007.
πηγή: http://ebooks.edu.gr

Georg Trakl, Δύο ποιήματα

10443497_711774548919498_6212721752723989729_n

ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Το βράδυ ακούγεται η κραυγή των νυχτερίδων,
δυο μαύρα άλογα καλπάζουν στο λιβάδι,
θροΐζει κόκκινο σφεντάμι.
Ο οδοιπόρος· το μικρό καπηλειό στον δρόμο του προβάλλει.
Θαυμάσια η γεύση τους: φρέσκο κρασί και καρύδια.
Θαυμάσια: μεθυσμένος να τρεκλίζεις στο μισοσκότεινο δάσος.
Μέσα απ’ τα μαύρα κλαδιά θλιβερές αντηχούν οι καμπάνες.
Και στο πρόσωπο στάζει δροσιά.

ΣΕ ΠΑΛΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΑΛΜΠΟΥΜ

Διαρκώς, μελαγχολία, επιστρέφεις·
γλυκύτητα εσύ της έρημης ψυχής.
Ως στο τέλος καίει μια μέρα χρυσή.

Ταπεινά ο υπομονετικός καταβάλλεται απ’ τον πόνο
στενάζοντας αρμονία και τρυφερή παραφροσύνη.
Δες: ήδη σκοτεινιάζει.

Νύχτα έρχεται πάλι κι ένας θνητός θρηνεί
και με κάποιον άλλο συμπάσχει.

Τρέμοντας, κάτω από άστρα φθινοπωρινά,
γέρνει βαθύτερα, κάθε χρόνο, το κεφάλι.

*Μετάφραση: Μιχάλης Ππαπαντωνόπουλος
**Παρμενο από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

René Char (1907-1988), Το Δωμάτιο μέσα στον Χώρο

10574420_711259818910003_8190294598559008273_n

Σαν το τραγούδι του ερέτη όταν πλησιάζει ο υετός-η βροχή και ο ανατέλλων ήλιος
απλώνουν σκόνη στον αέρα -ξυπνώ λουσμένος, σηκώνομαι από το κρεβάτι και
λιώνω, •τρυγώ τον απειρόκαλο ουρανό. Ξαπλωμένος δίπλα σου, εξαρτώμαι από την
ελευθερία σου. Είμαι ένας σωρός από χώμα που διεκδικεί το άνθος του. Υπάρχει
λαιμός σμιλεμένος πιο λαμπερός απ’ τον δικό σου; Ζητώ σημαίνει πεθαίνω! Η
φτερούγα του στεναγμού σου σκεπάζει με πούπουλα τα φύλλα. Το βέλος του έρωτά
μου κλείνει τον καρπό σου, τον πίνει. Είμαι ολόκληρος μέσα στη χάρη του
προσώπου σου που τα ερέβη μου καλύπτουν με χαρά. Πόσο όμορφη είναι η κραυγή
που βγάζει για μένα η σιωπή σου!!


*Από το “La parole en archipel” (1962 ). Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Μάριος Μαρκίδης (1940-2003), Δύο ποιήματα

%CE%9C%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82+%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82+3

NANOYΡΙΣΜΑ

Ἔλα ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά καί πάρε το
ἔλα γριά μέ τά φριχτά δόντια καί πάρε το
ἔλα Τζών Σίλβερ
ἔλα ἄσπλαχνε Ἰαβέρη
ἔλα Φοῦ Μανσοῦ, Ἐμπενέζερ Σκρούτζ, σερίφη τοῦ Νόττιγκχαμ
λυσσασμένοι λύκοι, στρίγκλες, τέρατα
ἐλάτε γαμῶτο καί πάρτε το
καί μήν τό ἀφήσετε μέχρι τό πρωί. 

************** 

ΕΠΙΓΟΝΟΙ

 
Οι ομοιοκαταληξίες δυναστεύουν τα αδύνατα πνεύματα
Ντεκαντάνς, γράφω το όνομά σου ανορθόγραφα.
Τι άτεχνα τα μεταθανάτια σονέτα!….
Ο Μαβίλης θα μας κρεμάσει ανάποδα.
Συνελόντι ειπείν
είμαστε οι βραδυφλεγείς επίγονοι του σπλην.

Η ποιητική κιβωτός της κρίσης

kleftiko
 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΚΛΕΦΤΙΚΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΑΚΗ

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου

διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική

υστερικές, γυμνές και χρεωμένες

να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους

την αυγή γυρεύοντας

τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη

τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,

που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας

μπροστά από υπερφυσικές οθόνες

μ’ έναν τρόμο παράλυτο
για τα βιογραφικά τους,

που βρήκαν την κόμισσα Seroxat

να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου

συντροφιά με τον βαρόνο Tavor

και τη μακρινή εξαδέλφη του –

αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού

παροράματος -Xanax,

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά

χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ

και πειραιώτικους δρόμους,

αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,

που πάρκαραν τα Cherokee τους

στα λιθόστρωτα του Ψυρρή

κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική
ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

που τρέκλισαν και σκόνταψαν

στο ανυπόληπτο φιλιατρό

επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα

στη Κατανάγκα,

που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει

«Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές

απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,

που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή

με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ

και το Πρόβλημα της Αναπηρίας

στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν

στην Αθήνα

θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ

το μακρύτερο

μανίκι της μεταμοντερνίλας,

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές

του Φαραώ

μήπως και βρουν τη δική τους,

που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν

τον Στάλιν

με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,

που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς

καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα

το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη

της καρέκλας του Γενικού,

που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο

πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα

και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή

εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν

τ’ αβρόχοις ποσίν

για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα

του νάρκισσου μεταξύ τους,

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας

σημαίες της Κρονστάνδης,

που διπλώθηκαν από τη μοναξιά

μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας

τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης

κι ακούγοντας το διπλανό

σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,

που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν

κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους

στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π.

στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,

που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες,

ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,

κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,

και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου

καφρόκαυλου ΕΠΟΠ

κι έχασαν το πρόσωπό τους > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;

> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…

που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,

που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι

του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art deco,

(από το πρώτο μέρος του «Κλέφτικου», Γιώργος Πρεβεδουράκης,
εκδόσεις Πανοπτικόν, 2013)

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Η κρίση γεννά απελπισία, κόμπους συναισθήματος, τσακισμένους παλμούς και αδιέξοδα. Μαζί με αυτά ή παρόλα αυτά ή εξαιτίας αυτών (η κάθε περίσταση θα επιλέξει τη δική της απάντηση ξεχωριστά) γεννά και σημαντικά βιβλία. Το «Κλέφτικο» του Γιώργου Πρεβεδουράκη κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν και αποτελεί το δεύτερο βιβλίο του ποιητή. Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, αποτελεί μια ελεύθερη μεταγραφή τεσσάρων ποιημάτων του Άλεν Γκίνσμπεργκ στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, δεμένα σε ένα ενιαίο σώμα (πρόκειται για το πρώτο και το τρίτο μέρος του «Ουρλιαχτού» και για τα ποιήματα «Αμερική» και «Θεία Ρόζα»). Τις μεγάλες συνθέσεις χωρίζουν μικρά ποιητικά ιντερμέδια χαμηλής φωνής.


Ο Πρεβεδουράκης δεν μεταφράζει, ούτε μιμείται τον αμερικανό ποιητή. Επιλέγει τους βασικούς του άξονες, τις επαναλαμβανόμενες λέξεις του και τα χαρακτηριστικότερα τοπία του και τα μεταστοιχειώνει, χρησιμοποιώντας τα με παιγνιώδη διάθεση στα όρια της ειρωνείας (συχνά και της αυτοϋπονόμευσης). Έτσι, οι δόσεις της πρέζας της Αμερικής του ’50 θα παραχωρήσουν τη θέση τους στις δόσεις των τραπεζών της Ελλάδας του 2010, η στοιχειωμένη φιγούρα του φίλου του Άλεν Γκίνσμπεργκ, Καρλ Σόλομον θα αντικατασταθεί από τον ποιητή Ανδρέα Παγουλάτο και ο ποιητικός τόπος της Αμερικής θα μεταμορφωθεί στον εθνικά λοξό μη-τόπο της Φευγάδας. Το διακειμενικό παιχνίδι με το πρωτότυπο είναι ορατό σε πολλά σημεία, ενώ σε άλλα υφέρπει διακριτικά, παρόλα αυτά δεν κατέχει κεντρικό ρόλο (χαρακτηριστικά είναι επίσης και τα παιχνίδια με στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ, της Γερτρούδης Στάιν, του Γιώργου Σεφέρη, του Βύρωνα Λεοντάρη, του Γιάννη Βαρβέρη και άλλων). Ο ποιητής γνωρίζει πως ο καλύτερος τρόπος για να μείνεις πιστός στον ενθουσιασμό του αρχικού ερεθίσματος είναι απιστώντας, σε αναζήτηση εκείνης της παλαιάς φόρτισης που υπήρχε πριν την πρώτη ανάγνωση του κειμένου και που τελικά το κείμενο θα την καλύψει. Εκείνης της συγκίνησης που είναι αδύνατον να μεταφραστεί, όχι μόνο από γλώσσα σε γλώσσα αλλά και από εποχή σε εποχή.


Ο Πρεβεδουράκης δανείζεται από τον Γκίνσμπεργκ τους αρμούς πάνω στους οποίους θα απλώσει τον δικό του μακροσκελή παραθετικό λόγο, εικονογραφώντας τα δικά του πορτρέτα, φωτογραφίζοντας τις δικές του εικόνες, ψιθυρίζοντας τις δικές του στροφές. Ανεξάρτητα από την όποια αναφορά, το «Κλέφτικο» δεν προϋποθέτει τη γνώση του αρχικού κειμένου στο οποίο αναφέρεται και παραμένει αυτοτελές.

καλό μου θήραμα,

πες μου, σε παρακαλώ

τι’ ναι προτιμότερο από τα δύο;

να σε κυνηγάνε

ενώ έχει απαγορευτεί το κυνήγι;

ή να σε κυνηγάνε

ενώ επιτρέπεται;

Το «Κλέφτικο» αποτελεί το ημερολόγιο μιας στιγμής, το στιχουργικό άπλωμα γύρω από ένα σημείο που όλο βαθαίνει. Στο κέντρο της σύνθεσης τοποθετείται η απόγνωση, η οργή και ο θυμός για τη σύγχρονη ελληνική κρίση. Γύρω από το σημείο αυτό θα απλωθεί ο λεκτικός στρόβιλος των αναφορών: η Ελλάδα του 2010 που ψιθυρίζει χαμένα όνειρα και αμαρτίες, μιλάει τα κακά αγγλικά των μετοχών στα χρηματιστήρια μιας χαμένης γλώσσας, βιώνει ένα παράλογο βαλκανικής κοπής, στον στρατό, στις υπηρεσίες, στα δελτία ειδήσεων και στα ιδιωτικά οράματα του καθενός. Μια χώρα που θρηνεί τη νέα μεγάλη ιδέα, μια ιδέα ισχύος που γέρασε απότομα ανάμεσα στο άνοιγμα και το κλείσιμο των ματιών και ταυτόχρονα βλέπει εφιάλτες από το παρελθόν της Χούντας, αναρωτιέται για το αμφίβολο παρελθόν της καταγωγής της και τελικά απλά προσπαθεί να ζήσει στο τώρα. Και δίπλα σε όλα αυτά τα προσωπικά βιώματα του ποιητή, οι εμπειρίες και οι παιδικές αναμνήσεις, τα αναγνώσματα και οι ήρωες, οι φίλοι και οι ενσαρκωμένες απογοητεύσεις. Το κείμενο όσο πιο πολύ εισχωρεί στο προσωπικό, αντί να αναδιπλώνεται προς τα μέσα εκτείνεται προς το πέρα και συναντάει τους άλλους. Το «Κλέφτικο» αποτελεί ποιητική σύνοψη μιας γενικότερης διάθεσης μέσα την κρίση, η οποία καταγράφεται και απλώνεται σε έναν μακροσκελή λόγο στα όρια της αναπνοής (της εκπνοής και όχι της εισπνοής).

Φευγάδα με κέρασες Maalox

και σε συμπάθησα

Μα σύντομα αποδείχτηκες

γκιόσα του παρακράτους

Το βιβλίο σκαλισμένο με την αρχιτεκτονική του γραπτού λόγου και την αμεσότητα του προφορικού δεν ειρωνεύεται, αλλά περιγράφει τον κόσμο ως ειρωνεία. Έτσι, τόσο σε επίπεδο αναφοράς όσο και σε επίπεδο μεγέθους του στίχου, το καθημερινό και το τετριμμένο θα συνδιαλεχθεί διαλεκτικά με το ποιητικό και με το μέταλλο του βάθους. Στη διαδικασία αυτή, τα επικαιρικά χαρακτηριστικά δεν παίρνουν την μορφή χρονογραφήματος, αλλά αντίθετα μεταμορφώνονται σε μια δομική παραδοχή ταυτότητας και εαυτού, περιγράφοντας μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ανεξάρτητη από το χρόνο του αναγνώστη.


Ο ποιητής, κυνηγημένος από τις λέξεις μοιάζει συνεχώς να συνδιαλέγεται σε ένα διάλογο χωρίς αποκρίσεις. Ο ίδιος δεν μοιάζει, άλλωστε, να τις περιμένει μια και το βιβλίο μιλά για εκείνους «που άλλαξαν γνώμη και πλευρό την ώρα που ξεπιανόταν το σύμπαν». Αποδεχόμενος τον κατακερματισμό του παρόντος μας, ο ποιητής παραθέτει απέναντι στην αλήθεια της κρίσης τη δική του αλήθεια, χωρίς να περιμένει απαντήσεις, τοποθετώντας μια κακοτράχαλη μαγεία απέναντι σε έναν απομαγεμένο κόσμο και ένα συναίσθημα απέναντι σε μια εποχή αποξηραμένη από τρυφερότητα.
Το «Κλέφτικο» μας υπενθυμίζει γιατί στις εποχές της κρίσης τραγουδάμε τα τραγούδια της κρίσης.

«Φευγάδα όπου και να ελλαδίσω με ταξιδεύει η πληγή»

http://tsalapatis.blogspot.gr/

shortlink: http://wp.me/p1pa1c-iDH