Είσαι ηδονή, κάθε σου κύμα ξέχωρο από τ’άλλα
Κι όλα μαζί στο ξέσπασμα του τέλους.
Θάλασσα που την ύπαρξή της θεμελιώνει, που δίνει υπόσταση στον εαυτό της.
Είσαι ηδονή, σπασμών κοράλι.
*Απόδοση: ΤhalaMys, από τον τοίχο της οποίας στο facebook πήραμε το απόσπασμα αυτό και την εικόνα που το συνοδεύει και ανήκει στην Georgia O’Keeffe.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Νεκταρία Μαραγιάννη, Το ψέμα των ποιητών
Έρμα Βασιλείου, Χαρίσα!
Ακόμα να φτάσει στο μώλο ο άνεμος,
καρτερία η μετάνοια, μετανάστευση η ώρα
περιμένουν ταξίμια
Στη ρούγα σε ξεχωρίσαν
ο τράφος, οι ξερολιθιές, πριν απ’ το μετά
πετάγονται στο βάδισμα της τύχης
-η θάλασσα έρπεται να φτάσει-
και περπατάς, κουτσοδιαβαίνεις
Η νέα δεν κοιμήθηκε ποτέ, η Χαρίσα
σταυρό από ελιάς κουκούτσι στο λαιμό
και ρέλι στο κουρέλι, μαλλί προβάτου το σημάδι…
όσα είχε
Μεταμφιεσμένοι την ξεφόρτωσαν στης αποθήκης
τα ζητούμενα, απωλεσμένα όλα
ακούγονται φωνές αυτή και τα βαριά εθίματα
και οι αρετές σταμπαρισμένες με αριθμούς,
σακούλες ασήκωτες
αποκαλούνται με μελάνι, με ρυθμούς,
σαν ένα, σαν επτά,
σαν εικοσπέντε
σε μια ναυτία γέννησης αθροιστικής
αφαιρούνται…
όλα, έμψυχα ή αντίθετα
για δόσιμο, χαριστικά, αιτήματα για αiμα
θεωρούνται
Στείλε για τη φουρτούνα πίστης
ντυμένο φως στην επιφάνεια
λυγίζει το κλαδί, κι η μέρα σε καραβίδας χρώμα
και ο χρόνος πια ακλώνιαστος, πιοτό και πιόμα
Με κάθε ευλογία,
κρίνο βασιλικό σε χαιρετά με μόσχους
κρίκος στη μύτη της ώρας,
αρχινάει ένα μέτρημα
Δώσου!
Mατοπερνάς αφήνοντας το κόκκινο,
μορφή η ανάσα σου,
πως δόθηκες πια, δώσου!
Antonia Pozzi, Ομίχλη
Αν συναντιόμασταν αυτή τη νύχτα
σε ένα μονοπάτι βυθισμένο στην ομίχλη
θα στέγνωναν οι λακκούβες
γύρω από το ζεστό κομμάτι της γης μας:
και το μάγουλό μου πάνω στα ρούχα σου
θα ήταν η γλυκιά λύτρωση της ζωής.
Όμως λεία πρόσωπα κοριτσιών
χλευάζουν την ηλικία μου: ένα δέντρο
μονάχα έχω συντροφιά στο βροχερό σκοτάδι
και φώτα αργά αμαξών με κάνουν να φοβάμαι,
να φοβάμαι και να καλώ το θάνατο.
*Το ποίημα και η φωτογραφία της Antonia Pozzi που το συνοδεύει αναδημοσιεύονται από το Translatum στο http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=382700.0
Ειρήνη Παραδεισανού, Μικρή Ινδιάνα
Ο άνεμος σε κράτησε βαθιά βαθιά στην εικόνα του παιδιού
κι εσύ με βία πάλευες να αποσχιστείς
από την όψη του
πες μου εσύ
μικρή μου ινδιάνα
εσύ που έπλεξες τα ξανθά σου χέρια στην πληγή μου
τόσο βαθιά
που δεν ένιωθα πια τίποτα στο βάθος
άναρχη μου εσύ φειδωλή σε κραυγές Ινδιάνα
με είχες τότε φιλήσει στο κέντρο του μετώπου
είχες συριστικά ακουμπήσει επάνω μου
τη δίψα σου
κι έρχεσαι τώρα
μονάχα στο πέπλο της νύχτας
σχίζεις στα δυο τη φωνή της σκέψης που σαλεύει στα κάλπικα λόγια μου
με καρφώνεις ξανά και ξανά με ασθματικά τραγούδια
τη γραμμή τη γραμμή ποιος θα σπάσει
την ευθεία που γράφει νυχτέρια στο χωμάτινο δείχτη
μικρή μου Ινδιάνα
μια κραυγή ο φθόγγος της γης κι εμείς κουρταλούμε παράφωνα.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης -φωτογραφία Μαρίας Τσιράκου- αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού “Παρείσακτη” στο http://wwwpareisakth.blogspot.com
Georg Trakl, Την Άνοιξη
Σιγανὰ βούλιαζε τὸ χιόνι κάτω ἀπ᾿ τὰ σκοτεινὰ βήματα.
Στὸν ἴσκιο τοῦ δέντρου οἱ ἐρωτευμένοι
Ἀνοίγουν τὰ τριανταφυλλένια βλέφαρα.
Τὸ ἄστρο κι ἡ νύχτα
Ἀκολουθοῦν ὁλοένα τὸ σκοτεινὸ κάλεσμα τῶν ναυτικῶν·
Καὶ τὰ κουπιὰ χτυποῦν σιγανὰ μὲ ρυθμό.
Σὲ λίγο θ᾿ ἀνθίσουν οἱ μενεξέδες
Στὸν πεσμένο τοῖχο,
Θὰ πρασινίσει τόσο ἥσυχα ὁ κρόταφος τοῦ Μοναχικοῦ.
*Από το βιβλίο «Ποιήματα», επετειακό τόμο για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή. Εκδόσεις “Περισπωμένη”. Μετάφραση-Σημειώσεις-Επίμετρο: Θανάσης Λάμπρου.
Νάσος Αθανασίου, 4 γράμματα
Ένα ηλεκτρικό χέρι τον έστιβε
με δανεικά δυό δάχτυλα κομμένα
και του ζητούσε να μετρηθεί με το σκοτάδι
αραδιάζοντας ξέφτια αναπνέοντα
το διάβα του να κάμει γλιστερό.
Παλιά από πάνω του είχε έναν φωταγωγημένο τοίχο
ακίνδυνο και ακίνητο, το φώναζε ουρανό
και παρέα, κάναν ξυπνητοί όνειρα υπνωτικά.
Τώρα είναι κατηφορικός.
Του προκαλεί ασφυξία.
Ξέμεινος ως είναι απ’ αντοχή
το βαφτίζει καθρέφτη και το μαυροντύνει,
για να αφήσει τη στασιά του άκριτη
σήμερα που ξεπεζεύει από αγερασιά και νιότη.
Έτσι για λίγο φωτίζει τη σκέψη του.
Της ζητά να του χαρίσει μόνο έναν ύπνο,
έναν ύπνο μεσημεριανό.
Έκείνος, πριν απ΄τα βαριά και γιορτινά του αλαφρώσει
και κάτωχρος γδυθεί
όλα τα σήμαντρα για κείνη θα χτυπήσει
για να ακουστεί,
λυγερός στα δυό της μάτια
να φανεί μες στο ηλιόνταλο.
Σε μια αυτοσχέδια Κοινωνία
λόγια ανείπωτα της ράβει υφαντό
το ανάμεσό τους διάκενο να ενώσει.
Όσα από τα χείλη της κρεμαστούν και παραπέσουν
θα τα προορίσει για στρωσίδια του Μαγιού
να πατά πάνω στους φθόγγους του
να χρωματίζεται.
Διακοπή ρεύματος.Ακρωτηριασμός.
Συλλογίζεται
πως έχει ακόμα μια νυχτιά κοντή να περιμένει
με το ξημέρωμα να μοιάζει μακρινό
που ανάσκελα θα γαληνέψει
και αφού τον ντύσουν και τον ξυρίσουν σα γαμπρό
ίσως το νεκροφίλημα της
τον κάνει για στερνή φορά να ακουστεί
και να της πει
ασώματος και διάφανος
πως την αγάπησε.
Έτσι για λίγο φωτίζει τη σκέψη του,
ξανά.
Μέχρι τον τελευταίο αναπαμό.
Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δεκέμβρης
Δεκέμβρης, συννεφιά κι αιθαλομίχλη
ψάχνω αιτίες που τα μάτια μου θαμπώνουν
το κρύο σαν μανδύας με τυλίγει
όνειρα μαύρα κάθε βράδυ με κυκλώνουν.
Κλείνω τα μάτια, μη φανεί που κλαίω
χιλιάδες μάτια με τρυπούν σαν με κοιτάνε
νύχτες λευκές με στήσουνε στον τοίχο
δύσκολες μνήμες επικίνδυνα ρωτάνε.
Ζαλίζομαι, παραπατώ και πέφτω
μέσα στου λήθαργου το μαύρο το μπουντρούμι
σαν πειρατής σε μπάρκο που βουλιάζει
πνίγω την έλλειψη σ’ ένα μπουκάλι ρούμι.
Παναγιώτης Χαχής, Δύο ποιήματα
049
Το σώμα γράφει
Στη μηχανή του βλέμματος
Πτώματα δευτερολέπτων
Εκκρεμότητες
Στους θαλάμους νοσηλείας.
Ζωφόροι σκαλισμένες
Στα δόντια των πεινασμένων
Δέρμα του χρόνου στα
κορμιά των αστέγων.
Με το ίδιο δεκανίκι
Βελόνα και χαρτί
Καρφί σκουριασμένο
Να σταυρώνει
Την αθωότητα.
Λέξεις
Μικρού μήκους
Αμετάφραστη γλώσσα
Καταπλέοντας την Πειραιώς
Χώμα στο χώμα
Στάχτες στις στάχτες
Χρυσόσκονη στη σκόνη.
Δεν θυμάμαι τα λόγια.
Ό,τι επιμένει, επιστρέφει.
Υπόλοιπα
Αθροίζουν το
Ελάχιστο.
***
Ανελέητα πρωινά
Και χάνεσαι
Ανάμεσα στα ίχνη
Από τόσες οπλές.
Ζωήλατα μυαλά
Όλα τα πρόσωπα
Όλα τα φύλα
Του κάποτε έρωτα
Zdenka Και Σίσυ,
Εν λευκώ.
Πάνω απ’ τον ξεσκισμένο
Πλακούντα της
Νύχτας, λεωφόροι
Καλοκαίρι σαν
Φλόγα, τρύπα
Στις σελίδες,
Κυλιόμενες σκάλες
Ως τα σπλάχνα της μέρας.
Σέρνοντας τη ζάλη
Μισοκλείνοντας
Θηλαστικά τα μάτια
Στις ξεβαμμένες διαβάσεις.
*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2014.
Joaquín O. Giannuzzi, Δύο ποιήματα
ΛΟΙΠΟΝ, ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ
Λοιπόν, πεθαίνουμε.
Εκατομμύρια χρόνια
για τον θάνατο, για μια διαδικασία
αλλόκοτη, κατά κάποιο τρόπο
ξένη. Αλλά η αλήθεια
είναι πιο ματαιόδοξη
από τη σκέψη
και αποσυντίθεται εκείνη τη στιγμή.
Ίσως να υπάρχει ένα λάθος
προοπτικής σε όλο αυτό·
αλλά προηγουμένως
έχουμε παραγγείλει κρασί
και ζαλισμένοι
είδαμε να πέφτουν τα σταφύλια.
Πεθαίνουμε, κάτι το παράξενο,
αλλά πάντοτε εκ των υστέρων.
Και παρόλα αυτά άνθρωποι υπάρχουν,
σε όλα τα μέρη και πάνω από όλα
πάνω στη Γη.
Ο άνεμος, ένα τριαντάφυλλο πάνω στο τραπέζι
ο καφές. Όλα υποτάσσονται
στο φως· ο θάνατος
δεν έχει λογική.
***
Ο ΔΡΟΜΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ
Πόσες αποστάσεις διανύσαμε
οι δρόμοι
τα χρόνια που περάσαμε
με τα πόδια κολλημένα στο οδόστρωμα.
Η ζωή που σεργιανάει κυκλικά
και συχνάζει εκεί
όπου τίποτα δεν διακόπτεται και κανείς δεν θέλει να
πεθάνει.
Αγάπη μου, κοίταξε προσεκτικά
έξω από το παράθυρο, άκουσε εδώ στη γη
την ανθρώπινη μουσική,
τον κατευναστικό νόμο της ωριμότητας
που όλα τα ανακτά, τον ζωντανό ψίθυρο
της σκόνης,
τα πράγματα που δηλώνουν σύμφωνα και συνεχίζουν.
Ο δρόμος είναι γεμάτος αθάνατους ανθρώπους.
*Από το βιβλίο “Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα” σε εισαγωγή Οσβάλδο Πικάρδο και μετάφραση-σχόλια Στάθη Ιντζέ. Εκδόσεις “Θράκα” 2014. Η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκε από το http://argentinoi-poihtes.blogspot.com








