Graeme Miles
 reviews Marie Slaight and Terrence Tasker’s The Antigone Poems

antigone

The Antigone Poems
by Marie Slaight and Terrence Tasker

Altaire, 2014

The Antigone Poems is a collaborative work, made up of poetry by Marie Slaight and drawings by Terrence Tasker. Created in the 1970s when the writer and artist were living in Montreal and Toronto, and published in 2014, it is an attractively produced book. The drawings, most depicting faces like tragic masks, divide the five chapters. These images are archaic and chthonic in mood, free from any twee classicising, and match well the equally chthonic mood of the poetry. Most of the poems are brief, suggesting fragments of some larger lost work. Such world as they sketch is made out of primary things: sun, blood, bones.

The book presents itself, in the words of the blurb, as ‘an intensely personal invocation of the ancient Greek tragedy’. The less definite ‘invocation’ rather than ‘retelling’ is a wise choice, though the latter term does appear in the promotional material. These poems are rather a lyric engagement with the story, which really requires its readers to know the narrative ahead of time. This is itself an ancient practice, found for instance in some tragic lyric. The blurb’s reference to ‘the ancient Greek tragedy’ suggests Sophocles’ Antigone, though other plays also featured Oedipus’s daughter (among extant tragedies: Sophocles’s Oedipus at Colonus, Euripides’s Phoenissae). There is a decided theatricality to this book: not only the choice of a character primarily associated with drama and the style of the art-works, but the monologue style of the poems suggest a character performing herself.

Continue reading

Κική Δημουλά, Η χωρίστρα των φύλων

lixnos+kaiomenos

Κατέβαινα αργά μέ ταλαντεύσεις ελαφρότητας
ένα ουδέτερο αμέριμνο
σαν ομπρελάκι χάρτινο σκισμένης ηλιαχτίδας
σα διεύθυνση γραμμένη σε ατζέντα κονιορτοΰ.
Κατέλυα τις νύχτες σέ διαττόντων αχυρώνες
ή σε φτηνιάρικα, αν έβρισκα, μοτέλ του αχανούς.

Φωνή δεν είχα.
Όλη τη συνεννόηση με τους ξενοδόχους
και τους ερημίτες του διαστήματος
την έκανε απταίστως η σιωπή μου.

Ένα πρωί ξυπνώντας, έλειπε από τη θήκη της.
Τήν έχασα.

Άμα χάνεις κάτι
γίνεσαι μέλος κάποιας υποταγής.

Μίλα, διέταξε ή φύση. Μόνον πρόσεξε.
Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος σου.

Κι ακούστηκα νά λέω:
σου πάει στο πλάι η χωρίστρα.

Πάρε εσύ το μέρος με τα λιγότερα μαλλιά
ήρθε μιά αγριάνθρωπη απόκριση.

Άμα χάνεις κάτι
γίνεσαι μέλος τακτικό υποταγής.

Έσκυψα να πάρω τα λιγότερα.
Κι όπως δεν έβλεπε καλά την άνιση διανομή
σκόνταψε, έχασε την ισορροπία της
η ουδετερότητά μου κι έπεσα
εντός γυναίκας νεοσκαμμένης.

Έμεινα έκεΐ. Για νά χωρέσω διπλώθηκα
περίπου ήμικύκλιο
σαν τις παλιές μωρουδίστικες κούνιες.
Οΰτε που διανοήθηκα να βγω
έτσι πού φρουρούσαν τό στόμιο πολυάριθμα
κύτταρα ζουλού καί ηχουσαν γεννητικά ταμ ταμ.

Άκους έκεΐ νά τά φωνάζουν μπαμπά τά παιδιά μου.

*Από τη συλλογή “Ενός λεπτού μαζί”, εκδόσεις Ίκαρος 2010.

Σοφία Περδίκη, η όραση στην αφή


10891490_10205034522718451_7151075887626559022_n

Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή

βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα

το κρατάς σαν μωρό

σφιχτά κι απαλά

μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε

στους οφθαλμούς

τρυγούν τα δάχτυλα την εσωτερική τους πλευρά

μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου

φευγαλέα η ματιά

μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις

όπως όταν η φλέβα φουσκώνει

το αίμα κυλά

τι τένοντας, τι τέντωμα

να σκάσει πάει η κρούστα

και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η
δερμάτινη μνήμη.

*Ο τίτλος επιλέχθηκε από μας. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook.

Ηλίας Λάγιος, Πρωτοχρονιά

lagios

Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του ’30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: «Πάντα
μου αρκεί να δύω».

Να ’ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου «Φλόκα»
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην «Εστία»
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να ’χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.

*Το ποίημα και η εικόνα του Ηλία Λάγιου αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Γιάννη Ζελιαναίου στο http://gianniszelianaios.blogspot.com.au/2014/12/blog-post_29.html

Κατερίνα Καρπούζη, Πρέπει

pe_FczuowCFSc13Djkue27KMyF0KUfTy1IaaCEPWk_NtphPoeIL8eWUoOC3c5i5yTy8TFKGIBppkq4LzLesB98v-ievYly3rGv9gBbY3HmhSOn0LUdHcQCiLzsv5JC_bBXdCyghvOy38dk5l1fk0XQ=w320-h240-p

Γέμισε το ποτήρι με νερό
Γέμισέ το
Άνοιξε τις βρύσες
Να τρέξει
Μάζεψε τα σύννεφα όλα
Να βρέξει
Να γεμίσει σήμερα
Να γεμίσει και το αύριο
Σήμερα πρέπει απ’ όλες τις μέρες
Να βουτήξω στη χαράδρα
Σήμερα πρέπει
Να πνιγώ.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο της Κατερινας Καρπούζη στο http://www.mindances.blogspot.gr

Νικόλας Α. Σεβαστάκης, Δύο ποιήματα

10698519_10153250956746038_600897160259774902_n

Η δουλειά της

Στο κέντρο η ποίηση δεν φτάνει
-η παραστάτις των παρόδων-
συνήθισε στις βαθυκύανες σκιές
στα έρημα χτίσματα
στους λάκκους με τα βρόχινα
η κόρη των ελάχιστων πιθανοτήτων
Καλά εκπαιδευμένη στα διάκενα
μαθαίνει
πώς να αντικρούει το κενό

***

Απόφαση

Δεν είμαστε ποτέ παρόντες
Στα λόγια τα χλοερά
τις λαξευμένες πέτρες
όταν εξακοντίζουμε
στα χνάρια του πλησίον
Κάτι άλλο είμαστε
ένα απόδειπνο μια ερειπωμένη
καπναποθήκη
Τα τέσσερα χρωματισμένα σπίτια στην έξοδο
ενός χωριού του εμφυλίου
Κάτι άλλο από αυτό που συμβαίνει

Στο κράτημα της αναπνοής
οι στάχτες που έπεσαν με πάταγο
από μια τελευταία σκέψη
Μια άτρακτος θαμμένη στο χωράφι με τα σύκα
με τα καύκαλα των σκύλων
το ακαταπόνητο έργο της παιδικότητας
Κάτι άλλο είμαστε
στην απόφαση να αγαπήσουμε
χωρίς αγάπη
Στη γραφή δηλαδή

*Από τη συλλογή “Οι χειμώνες της μνήμης”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2010.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Δύο ποιήματα

Screen+Shot+2014-12-26+at+2.13.05+PM

Αύριο Χριστούγεννα
κι έξω η μοναξιά
ζητιάνα λέει κάλαντα.

Λίγο πριν γυρίσει
στο παγκάκι
ένα κοράκι
προσγειώθηκε απαλά
σε χείλος κάδου.

Αύριο Χριστούγεννα
κι έξω η μοναξιά
ζητιάνα δε σαλεύει.

***

Τέτοιες μέρες ναυάγια
αποδιοπομπαία οι καλικάντζαροι
παραμονεύουν μες στα τρίστρατα
να σκαρφαλώσουν σε λαιμούς
περαστικών… που βιαστικοί
βαδίζουν. Αυτοί ποτέ δεν υποπτεύθηκαν
μια μέρα απ’ τη ζωή του καλικάντζαρου.


*Ο Ντέμης Κωνσταντινίδης διατηρεί τα ιστολόγια http://skorpieslekseis.blogspot.gr και http://demispoetry.blogspot.gr/
**Τη φωτογραφία της ανάρτησης την πήραμε από το http://totetartokoudouni.blogspot.gr/2014/12/blog-post_22.html

Αργυρώ Φραγκή, Άνοιξη

SITU4

Αν κοιτάξεις στην καρδιά σου

πράγμα που δεν γίνεται

θα δεις βομβαρδισμένα τοπία

είναι σαν να βλέπεις τα κοσμήματα

αρχαίων γυναικών στα εκθέματα

των μουσείων

Κι αν κάτι βλασταίνει

ανάμεσα στις πέτρες

είναι η άγνοια

είναι η απειρία

είναι η θέληση και

η αθωότητα

που ξημερώθηκε

«και καθώς έφευγαν οι μέρες

οι νύχτες απλώς χάθηκαν»

γιατί ό,τι αρχίζει

βραδιάζεται

αυτό που μένει

είναι τα κτερίσματα

στους τάφους

τα ίχνη από τα τείχη

και οι περικνημίδες

των όμορφων στρατιωτών

οι κνήμες οι κώμες

τα όμορφα σπίτια

χάθηκαν σε κάποια

αρχαία μάχη
τόσο παλιά όσο και σημερινή

μέχρι η θηλυκού

γένους ποίηση να σφυρίξει τη λήξη

κάθε ανθρώπινης φιλοδοξίας

και τα βουνά γίνουν νταμάρια
και οι θάλασσες αποστραγγιστούν

θα σας εξοντώσω

*Από τη συλλογή “Κυκλική Διαδρομή”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.

Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

Τρία χρόνια χωρίς τον Αργύρη Χιόνη

cf86cf89cf84-cf80ceb7cebdceb5cebbcf8ccf80ceb7-cebcceb1cf83cebfcf8dcf81ceb7

(Από την ενότητα «Εκδοχές του τέλους»)

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,

και δεν ξέρω γιατί,

αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη

είναι αυτή

που πάντα μου επεφύλασσε

και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη

τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

***

(Από την ενότητα «Προσευχές»)

Ελέησον σε

Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να ‘χεις

Συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.

Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας

Κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου,

Πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.

Τώρα είσαι μόνος μέσα σ’ ένα πλήθος μόνων.

Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.

Τοπία μιας νυχτερινής ψυχής – Fernando Pessoa

fernando_pessoa1_logos+kai+texni

Του Νίκου Ξένιου 

από το http://www.bookpress.gr/, για τα ποιητικά βιβλία του Fernando Pessoa Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο καιΤα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος  (Gutenberg).

pessoa_kaeiro_logos+kai+texni

«Οι μυστικιστές ποιητές είναι άρρωστοι φιλόσοφοι,
και οι φιλόσοφοι είναι άνθρωποι τρελοί»

F. Pessoa

Το 1912, κι ενώ ο Φερνάντο Πεσσόα (1888–1935) επιχειρούσε να γράψει κάποια ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου, γεννήθηκε ένα από τα πιο σημαντικά του ετερώνυμα[1]: Ο Αλμπέρτο Καέιρο, το όνομα του οποίου είναι παραφθορά του ονόματος του πορτογάλου ποιητή Σα-Καρνέιρο, με μιαν εικονική ζωή τοποθετημένη ανάμεσα στο 1889 (Λισαβώνα) και το 1915. Τον Μάρτιο του 1912, λοιπόν, ο Πορτογάλος ποιητής έγραψε τον Φύλακα των Κοπαδιών, αποδίδοντάς τoν στην πέννα του Αλμπέρτο Καέιρο και ανασύροντας, έτσι, ποιμενικές μνήμες από τις δέκα Εκλογές (Βουκολικά) του Βιργίλιου. Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο –μέρος αυτών πρωτομεταφράστηκε στην Ελλάδα από τον Φίλιππο Δρακονταειδή, το 1982– τώρα, σε μια συνολική παρουσίασή τους από τη Μαρία Παπαδήμα στις εκδόσεις Gutenberg, δίνουν την ευκαιρία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να απολαύσει μιαν ισορροπημένη, ομαλή μετάφραση με ποιητικές αξιώσεις, μαζί με δύο κατατοπιστικά κείμενα εισαγωγής, ένα της μεταφράστριας και ένα του ίδιου του Πεσσόα, υπό το προσωπείο του Ρικάρντο Ρέις.

Poesia pastorale: μια πολυπλοκότητα εν εξελίξει

“Ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης”

Αντι-διανοούμενος, αντι-ρομαντικός, αντι-ϋποκειμενιστής, αντι-μεταφυσικός, ο Καέιρο δεν είναι πια αυτός που ήταν ο Πεσσόα, είναι ένας άλλος: αυτός ο «Άλλος» είναι, στην προκειμένη περίπτωση, οιονεί βοσκός, φέρει όλα τα γνωρίσματα αθωότητας που έχει κάθε βοσκός, ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σ’αυτήν:

«να με ξετυλίξω και να είμαι εγώ, όχι ο Αλμπέρτο Καέιρο, αλλά ένα ανθρώπινο ζώο που γέννησε η φύση».

Continue reading