Αργυρώ Φραγκή, Δύο ποιήματα

Deborah Turbeville
', Casa no Name'

Deborah Turbeville
’, Casa no Name’

Κονσέρβα «ο παράδεισος»

Συμπύκνωση της μνήμης

σε ένα σημείο της στίξης της ζωής

Παράλογα ψάρια μέσα στη λίμνη

γελούν αρρωστημένα με το χάλι μου

Γέφυρες από το τίποτα στο κάτι

ποτάμια από τα βουνά στη θάλασσα

Παράλογοι πύργοι από τη γη στον ουρανό

Χρώματα γαλάζια και πράσινα

μιας σαραντοποδαρούσας

Συμπύκνωση της ζωής

ζωικής φυτικής σε κονσέρβα

με όλες τις γεύσεις

Ένας παράδεισος σε μια κονσέρβα

Να ταΐσω τα παράλογα ψάρια

να τροφοδοτήσω τη θλίψη μου
`
***

Αίθουσα αναμονής

Ένα άσυλο ανθρώπων

ανθρώπων σε καταστολή

υποστολή αισθήματος

μια τσιμεντένια πλατεία

δίχως σκιά και

τα παιδιά μουδιασμένα

έχουν παρατήσει
τα παιχνίδια τους

στον ήλιο

Ένας βάλτος

ένα μουσείο από

γαλάζια κύματα νεκρά

νεκρό τσουνάμι

Κάτι υπόγειο υπάρχει

στους υπονόμους

Αναρριχώμενες βοκαμβίλιες

σπάνε τα καπάκια

των αποχετεύσεων

Μέσα στο ποτήρι
α
ανακατεύεις μουδιασμένα

λίγο βύσσινο

ζάχαρη και νερό

χώμα και πάχνη

υποθαλάσσιος σφυγμός

Όταν έρθει το κατάλληλο

φως

τότε ο φωτογράφος

των ματιών μας

θα δικαιώσει

παγιδεύοντας το

τέλειο πλάνο

στον τρύπιο φακό

το τρυφερό φως

που βρίσκεται

μέσα μας

και ο προβολέας σκηνής

θα ανοίξει

και η ομορφιά αυτού

του κόσμου
θα ξεχυθεί

θα κατακλύσει

θα νικήσει αυτή

τη ζοφερή και

άρρωστη με απoφορά

νύχτα που απλώνεται

στις στέγες των

σπιτιών μας

*Από τη συλλογή «Κυκλική διαδρομή», εκδόσεις Φαρφουλάς, 2014.

Νίκος Καρφής – ένας ελάχιστα γνωστός ποιητής

NikosKarfis_2

Ο Νίκος Καρφής γεννήθηκε στη Λαμία στις 5.1.1958. Ήταν το μοναχοπαίδι της Αφροδίτης Βουλγαράκη, η οποία εργαζόταν στις ιατρικές υπηρεσίες του Δήμου Λαμίας, και του Μιλτιάδη Καρφή, εμπόρου ξυλείας.

Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο μετακόμισε οικογενειακώς στην Αθήνα λόγω προβλημάτων υγείας του πατέρα του, αλλά και της εισαγωγής του στη σχολή κινηματογράφου και τηλεόρασης του Λυκούργου Σταυράκου.

Το καλοκαίρι του 1979 συνάντησε τη Νορβηγίδα Siv Nilsen με την οποία απέκτησαν έναν γιο, τον Simon. Την ίδια εποχή άρχισε να γράφει ποιήματα και να εργάζεται στον κινηματογράφο, στη Stefi Films κατά κύριο λόγο. Στις πολυάριθμες, ελληνικές και ξένες, ταινίες που γυρίστηκαν την περίοδο εκείνη, ο Νίκος Καρφής συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Γιώργος Πανουσόπουλος, ο Νίκος Νικολαΐδης και ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος. Ήταν επίσης παθιασμένος και ταλαντούχος φωτογράφος.
Continue reading

Άννα Γρίβα, Βασιλίσσης Όλγας 118, Ο άγνωστος νόστος του Αλέξη Τραϊνού

onaeaiio1

Οι πόλεις είναι ερμαφρόδιτες
αλλάζουν το φύλο τους σε κάθε δρόμο
υπάρχουν δρόμοι θηλυκοί
γεμάτοι απόνερα και νερατζιές
κάθε άνοιξη οι διαβάτες κλωτσάνε τα νεράτζια
κι ύστερα μοσχοβολά το σπίτι
απ’ τα παπούτσια τους μέχρι τη στέγη
οι αρσενικοί οι δρόμοι είναι στεγνοί
τους χτυπά ο ήλιος πλάγια
κι έτσι γητεύουν λογής λογής πουλιά
ακόμη κι αυτά που κάποιοι λένε
πως αφανίστηκαν πριν χρόνια

σήμερα ήθελα στον κόσμο να κατέβω
με το συνάφι του ξανά να μπερδευτώ
η ψυχή μου ακόμη καίει
στα γάγγλια μου ακούω ένα σαράκι
που παραστράτησε απ’ το ξύλο
κι επίμονα με τρώγει

έκλεισα τα αδειανά μου βλέφαρα
να πέσω όπου μου μέλλεται
κι έτσι επέστρεψα στο σπίτι μου
εγώ δεν ήθελα να πάω εκεί
θα προτιμούσα λίγη θάλασσα
έστω ένα ρόδινο λοφάκι
μα τι τα θες μια σβούρα ήμουνα πάντοτε
σβούρα και τώρα που χορεύω
στην αγκαλιά του τίποτα

μη με ρωτήσετε τι είδα
τα μάτια μου ήταν θολά
στο σκαλοπάτι κάθισα
κι έσκυψα το κεφάλι
μόνο τα πόδια μου άντεχα να βλέπω
κι ένα χορτάρι ανάμεσα
που μου γαργάλαγε το θάνατο

μόνο τα πόδια μου άντεχα να βλέπω
τόσες πόλεις τόσοι δρόμοι
τόσα χαρτιά ανήμερα
και μπερδεμένα
τώρα που σάρκα δεν κατέχω
γράφω τα ποιήματα στον άνεμο
κι εσείς κοιτάτε μπρος
ένα παλιό καμιόνι και λέτε σκόνη
τι σκόνη που έχει ο καιρός μας…

*Η ποιήτρια Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Η φωνή του σκοτωμένου” (Χαραμάδα, 2010) και “Οι μέρες που ήμασταν άγριοι” (Γαβριηλίδης, 2012). Το ποίημα “Βασιλίσσης Όλγας 118, Ο άγνωστος νόστος του Αλέξη Τραϊανού” γράφτηκε στις 22 Μαΐου 2013 στη μνήμη του ποιητή Αλέξη Τραϊανού (Αλέξης Ζαβατάρης, 1944-1980), που εικονίζεται στη φωτογραφία της ανάρτησης . Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν” τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014.

Βάσω Καλαμάρα, Δύο ποιήματα

1236579_10202300297333943_25088920_n

ΧΙΛΗ

Τα πτώματα βρωμοκοπούσαν απλησίαστα
Γύρω τους παίζαν μοναχά
κάτι ξυπόλυτα παιδιά
κρυφτούλι.
—Μα το θεό! κι αυτό
ανήκουστο:
Να πέσουμε σαν λύκοι
ν’ αποφάγουμε το κορμί σου
το σάπιο, που ρουφά σαν τον καφέ του
ο Δικτάτορας
τ’ άρρωστο γαίμα σου.
Πατρίδα κι εσύ: Τα Πλούτη σου
πήγανε στους ανέμους
διαβολοσκόρπισαν ολούθε.
Σε ρήμαξαν οι Στρατιωτικοί.
Τα κορίτσια σου ξεκοιλιασμένα, βιασμένα
στην ντροπή των Βασανιστηρίων…
Τι περιμένεις απο μας τους πολιτισμένους
που κηρύττουμε τα δικαιώματα των ανθρώπων;
Για φαντάσου:
Ανασκουμπώνοντας τα μανίκια
καταφθάσαμε απ’ τα μακρινά πελάγη.
Κι όλας αρχίσαμε να πετσοκόβουμε
τ’ ακρωτηριασμένα σου μέλη.
Αυτό το γαίμα που σ’ απόμεινε
είναι τώρα να θρέψει την λαιμαργία
των δικών μας Πλουτοκρατόρων
εδώ στην Αυστραλία
θα σ’ αποτελειώσουμε κακομοίρα μου
Χιλή.

***

Ο ΑΓΩΝΑΣ

Δεθήκαμε στη ράχη τ’ αλόγου μας
για τις ιπποδρομίες.
Μπροστά το πλήθος χωρίς πρόσωπα
και τ’ άλογο ανυπόμονο, φυσομανούσε
ρουθουνιάζοντας τον ηλεκτρισμένο
αγέρα.
Στα στήθια μας
χωριστά στον καθένα
κτυπούσαν οι καρδιές
και τα ταμπούρλα βάραγαν
ξεσηκωμένα
απ’ την έξαρση τ’ αγώνα.

Οι Θεοί, προστατεύουνε
τον πρώτο πάντοτες
το ξέρουμε καλά.
Αλλ’ άδικος ο αγώνας δεν ήταν
εκείνος ήρωας στα στόματα
τόσων ανθρώπων
που πιάστηκαν απ’ τα καπούλια
τ’ αλόγου του.
Το γοργοπόδαρο.
Η ζωή του.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου “Αντίποδες” Νο 25/26, Μελβούρνη 1989.

**Ο πίνακας της ανάρτησης είναι σύνθεση της Mari Kogo και προέρχεται από τη σελίδα της στο facebook.

Γιώργος Καββαδίας, η ζωή

photofourtouna

Πίσω απ’ το λόφο,
σαν φλας από φωτογραφία οι αστραπές
που τη θλιμμένη πόλη μας φωτίζουν…
Κι εμείς όπως όταν ήμασταν παιδιά,
κοιτάζουμε τα αεροπλάνα που περνούν…
Τότε τα λέγαμε κομήτες, νομίζαμε θα πέσουν πάνω μας…
Μπροστά μας, το αύριο,
και μια σιδηροδρομική γραμμή που οδηγεί σε άλλα μέρη…
Πίσω μας, το παρελθόν και οι φωνές που επιμένουν να θυμάσαι…
Σύννεφα που με τον αέρα παίρνουν σχήματα φανταστικά,
ένας δράκος κι ύστερα ένας καθρέφτης στρογγυλός.
Γέλια παντού στη γειτονιά, γέλια άγνωστα, αθώα,
και το ψέμα σου κατρακυλάει,
παίρνει φόρα και βουτάει στη λίμνη με τ’ απόνερα.
Ένα τρένο, τόσοι συνειρμοί…
Η διέξοδος, η αλλαγή, το ταξίδι, το ατύχημα,
ο θάνατος κι η προσμονή…
Μεγάλωσα στα πόδια της ουσίας,
με ανέθρεψαν λέξεις και νοήματα…
Έγινα άντρας ανάμεσα στα σκέλια της βάναυσης κοινωνίας…
Ωρίμασα στον ήχο της σάλπιγγας που ηχούσε τις νυχτιές
που το φεγγάρι ήταν ολόγιομο στον ύπνο μου…
Κάθε που σουρούπωνε,
με νανούριζε μ’ αγγελική φωνή η θύελλα…
Αγάπησα μες στη βροχή τα πρόσωπα
που πιο πολύ με πλήγωσαν…
Κι ύστερα τα είδα στα παράθυρα των τρένων να επιστρέφουν…
Κι εγώ έτρεχα, όλο έτρεχα, κι οι ράγες τελειωμό δεν είχαν…
Το τρένο πίσω μου…
Και κάπου θα σκοντάψεις, κάπου θα ξαποστάσεις,
κι οι μούμιες του παρελθόντος θα πλησιάζουν να σ’ αγγίξουν…
Κι ο ουρανός θα σκοτεινιάζει,
τα αεροπλάνα στο παρασκήνιο κι οι αστραπές κοντοζυγώνουν…
Και θα ναι τ’ όνειρο που ζύμωσες,
ο ολέθριος έρωτας της θλίψης και της απουσίας…
Η απουσία που έπνιξε την ευαισθησία της γαλήνης σου…
Ο κύκλωπας που τυφλώθηκε…

*Από τη συλλογή “Ό,τι μας στοιχειώνει”, Αθήνα 2012.

Έρμα Βασιλείου, Σοβέτο

41261-julius

To καφετί το πλαίσιο κρεμάστηκε πια μόνιμα
στο χώρο που φωνάζω νου μου. Στο χώρο που μ’ οδήγησαν στα χρώματα,
χρώματα στον αέρα, στη σκέψη, στο θόρυβο.
Άδειο δωμάτιο με κάδρα η ζωή μου
…χιλιάδες χέρια κρεμασμένα από παράθυρα κλειστά,
δεν μπορείς να δεις τα σώματα.
Είναι χαμόγελα. Πατημένα, ξεκάρφωρτα,
που γυρεύουν να τεντώσουν, ν’ απλώσουν κάτω από τα
κίτρινα ασπράδια άδειων ματιών.
Είναι πουλιά που τη φωνή τους πήρε ο χρόνος,
παιδιά τις πέτρες που κλωτσούν στην αντηλιά,
σαν να κλωτσούν την ίδια τη ζωή τους παραπέρα.
Είναι φωνές που σμίγουν με τα μπράτσα έτσι που
να μην ξεχωρίζεις τη φλέβα που τα ενώνει.
Χιλιοπλυμένα ρούχα στα σχοινιά.
Ρούχα που στάζουνε ακόμα ιδρώτα και ίνες.
Είναι και πεινασμένα μάτια. Μάτια πούχουνε δόντια,
που ρίζες καρτερούν μαύρα τα τσουκάλια να γενούν.
Μαύρα μάτια… Μαύρα σαν το σήμερα, το χθες.
Σαν τη φωνή του τσακαλιού
που συνοδεύει κάθε νύχτα στις αυλές τα γηγγητά,
γογγυτά του έρωτα και της απόγνωσης μαζί.
Είναι σκυλιά, κονσερβοκούτια που γυαλίζουν στις αλάνες
με τον ίδιο τρόπο που γυαλίζει ο κάθε μαύρος κόρφος
την ελπίδα του, με τον ίδιο τρόπο που γυαλίζει μια μικρούλα στη γωνιά
το ποτήρι που κερνά την αλήθεια,
σ’ αυτούς που την εχόρτασαν και δεν τη θέλουν πια.
Είναι κι οι μάνες. Αχ! οι μαύρες μάνες
που ανάμεσά τους βλέπω πάντα τη δική μου.
* * *
Το τραίνο των λευκών θα πάρω μια βραδιά,
κρυφά για να γλιστρήσω στο Σοβέτο
να σβήσω στη στροφή τα βέτο
και να πετάξω στη γωνιά την άσπρη τη γαρδένια,
κρυφά που μου καρφίτσωσαν
σε ξέφρενη γιορτή στο πέτο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου “Αντίποδες” Νο 25/26, Μελβούρνη 1989, σελ. 91.

Emily Dickinson, Μια ψαλιδιά του Μπλε

Μια ψαλιδιά Μπλε
Ένα άγγιγμα Γκρι
Μερικά κόκκινα μπαλώματα καθ’ οδόν,
Συνθέτουν έναν Βραδινό Ουρανό-
Ένα μικρό μωβ -γλίστρησε ανάμεσα-
Μερικά Ρουμπινένια Παντελόνια βιάστηκαν-
Ένα Κύμα Χρυσού
Μια Ημερήσια Όχθη
Αυτό ακριβώς ξεχωρίζει έναν Πρωινό Ουρανό.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Poetry in motion: mobile site brings new audience to African writers

Mbali-Kgosidintsi-012

Continent’s ancient oral tradition gets new hearing on pioneering mobile site Badilisha Poetry X-Change

Mbali Kgosidintsi, from Botswana, can be heard reading her poem I Stand Between My Africa and Me on the site. Photograph: Tristram Kenton

“These days, the language of death
is a dialect of betrayals; the bodies
broken, placid as saints, hobble 
along the tiled corridors, from room 
to room. Below the dormitories
is a white squat bungalow, a chapel 
from which the handclaps and choruses 
rise and reach us like the scent 
of a more innocent time.”

These are the opening lines of Hope’s Hospice, written by Ghanaian-born Jamaican poet Kwame Dawes. He is among nearly 400 African poets from 24 countries in 14 languages who can now be heard reading their work via mobile phones – a first for Africa and the world.
Continue reading

Spiros Maroulis, New Year go on!

149500_10200603292148074_1431586324_n

New Year, don’t come in our home.
We aren’t here!
We are out.
We’re wandering pilgrims
bums
without memory without dreams without desires without hope
in a world that denies human
The horizons of our eyes have become ashy
and our sea gray
and our poetry pulseless.
New Year go on!
It’s a path guiding your steps!
Don’t stand like a dead discharged from the tomb.
The years want to make history, don’t stint it them.
Don’t stand like as if the sadness of an unattainable love,
as if in fear of a long journey …
Leave us behind
lest we eventually
die as Brave.

*English translation: Dimitris Troaditis.

**The original in Greek is published here: https://tokoskino.wordpress.com/2014/12/30/%CF%83%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CE%AD%CE%BF-%CE%AD%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B1/