Άρης Αλεξάνδρου, Νεκρή Ζώνη

10487575_867404823281634_6655175174288165189_n-223x300

Αφιέρωση στις επερχόμενες εκλογές στην Ελλάδα

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός…

Όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο…

Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα…

Μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων…

Μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα…

Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια…

Kι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα…

Βάδιζε πάντα σταθερά…

Σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του…

Να εκμεταλλεύεσαι…

Κάθε λάμψη απ’ τις ριπές των πολυβόλων…

Για να κρατάς σωστό τον προσανατολισμό σου…

Πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων…

Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις…

Σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού…

Εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου…

Προς το παρόν, να ‘σαι πολύ προσεχτικός…

Όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο…

*Από τη συλλογή “Ευθύτης Οδών” που περιλαμάνεται στο βιβλίο “Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα (1941-1974), εκδ. Ύψιλον, 1991, σελ. 100.

Βάσσος, Γεώργας, baise moi

Artwor: Rebert Frank

Artwor: Rebert Frank

άλλοι συμβιβάζονται με ψεύτικες ζωές

κι άλλοι με τραγικές ψευδαισθήσεις

ζωσμένοι χειροβομβίδες

στα όρια της αυτοκαταστροφής

μετρούν ένα ένα το άπιαστο και το μίσος

στα στερνά τους βήματα

σεργιάνι σε σκοτεινά μονοπάτια

σαν τον ακροβάτη που με μάτια θολά

περπατάει ανάποδα
πάνω στο τεντωμένο σχοινί

και κουρασμένος από το χάος

στο τέλος παραδίδεται

στο νόμο της βαρύτητας
άλλη αλήθεια γυρεύει

η καρδιά του καθενός

που μοναχός σαν λύκος πορεύεται

και σαν μεθάει διαφορετικά λογαριάζει

την ομορφιά των πραγμάτων που ορίζει

την ατέλεια του επίπεδου κόσμου

όπου αργοπεθαίνει η καλοσύνη

δεν είμαι ευσυγκίνητος

αλλά το μηδέν και το καθόλου

είναι απελπιστικός αντίπαλος

γι’ αυτό υποπτεύομαι τον εαυτό μου

και τον σπρώχνω να βρει δύναμη

με μια φαγωμένη γομολάστιχα

να σβήσει το φόβο του ζώου

που φωλιάζει μέσα μου τόσα χρόνια

για να μην ξυπνάω κάθε πρωί

και μουρμουρίζω τι άλλο
έχω να φοβηθώ σήμερα

εκτός από εμένα τον ίδιο;

*Το πο;iημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Βάσσου Γεώργα στο facebook.

Χριστόφορος Τριάντης, 25η ώρα

tumblr_inline_ngw937ognh1r6o7h0

Ανθρωποφάγοι κένταυροι και δαίμονες χώθηκαν στα σύννεφα
Τους γέννησε η Ανάγκη στους ναούς των τρελών…
Άφησαν τα προάστια της πλήξης λάφυρο στον σκοτεινό Ήλιο…
Τα φτερά των όρνεων τα ‘χουν για σημαία τους…
Τα δόντια των σαλαμάνδρων στα χέρια τους κρατούν…
Οι στρίγγλες ρίχνουν στα πόδια τους τα γένια του Μάκβεθ , …
Έδεσαν στα κεφάλια τους τις καρδιές των δειλών…
σαν διαδήματα νυχτοφόρων βασιλέων…
Πλήθος νεκρών τους συνοδεύει …Τους αρχηγούς εκλιπαρεί
για λίγη ακόμα κόλαση …
Από τους τάφους των Βίκινγκς πέρασαν…
Εκεί τα σκουλήκια έλεγαν το μέλλον
βγάζοντας κραυγές ερωδιών…
Στρώνουν οι πνευματοφόροι δαίμονες τους δρόμους
με κουφάρια ζωντανών…
Γεμάτα ανεξίτηλους αριθμούς θανάτου…
Υψηλό θέαμα για τους αρνητές της ανθρωπότητας..
Ω! Λοιπόν , αυτή η επέλαση θα ξυπνήσει το χάος…
της νέας αιωνιότητας….
Που προχωρά ακάθεκτη τα βαθιά μεσάνυχτα…
Την εικοστή πέμπτη ώρα… _

*Ο Χριστόφορος Τριάντης είναι εκπαιδευτικός στο 1ο Γυμνάσιο Πύλης Τρικάλων. Γράφει άρθρα στον τοπικό τύπο και αρθρογραφεί στο σύνδεσμο φιλολόγων του νομού Τρικάλων (filologoi.gr). Αισθάνεται ερασιτέχνης ποιητής και θα συνεχίζει να «πολεμά» την πραγματικότητα με λέξεις… See more at: http://25thhourproject.tumblr.com/post/107440843866/25#sthash.hgmPWry8.dpuf
**Το ποίημα και την εικόνα που το συνοδεύει τα βρήκα εδώ: http://25thhourproject.tumblr.com/post/107440843866/25 Μου άρεσαν και είπα να τα μοιραστώ μαζί σας.

Γεωργία Τρούλη, Πριν εισέλθετε βεβαιωθείτε

Έργο του Asger Jorn

Έργο του Asger Jorn

Σπάνιο πλάσμα
Σπάνιο πλάσμα ποτέ δεν κατάφερα να σου πω
Πως εγώ προξενώ μήτρα
Εγώ προξενώ μήτρα
Πιέζω με όλη μου την δύναμη το αίμα
Από το κεφάλι να περάσει στα χέρια και
Μέχρι να σχηματίσει ουλές
Πιεσμένο στις άκρες – πληκτροδακτυλία λέγεται
Να αφήνει μεγάλα αποτυπώματα, πώματα, πτώματα
Να εντοπίζεται ο ένοχος – κάθε δάχτυλο και άλλη ταυτότητα
Διασχιστική προσωπικότητα λέγεται-Μην
Σπάνιο πλάσμα επί δύο
Πριν εισέλθετε βεβαιωθείτε ότι ο έρωτας έχει
Σταματήσει κανονικά πίσω από την πόρτα ή πάνω
Σπάνιο πλάσμα επί δύο
Πριν πατήσετε το κομβίον
Σπάνιο
Βεβαιωθείτε ότι ο άνθρωπος έχει σταματήσει
Κανονικά κάτω από το ταβάνι
Τόσο μόνο του χρειάζεται
Τόσο ύψος
Σπάνιο πλάσμα- my precious
Βεβαιωθείτε ότι πριν ανοίξετε την πόρτα
Μια άλλη έχει κλείσει απότομα πίσω σας
Και η πλάτη σας γυρισμένη σε μιαν άλλη πόρτα
Γράφει – πωλείται
Ουρανός και γη συν δύο μυρμήγκια
Και μια Strangelove διαστρέβλωση του είδους
Σπάνιο
Όταν ο αποσυμπιεσμένος αέρας αναπνοής θυμίζει
Ντους πολλών εραστών και νέες ευρεσιτεχνίες
Στα έλαια δέρματος
Μην φοβηθείς, Σπάνιο πλάσμα

Από τώρα προνοήθηκε η υποτέλεια
Κάθε άνω τελεία έχει μια υπό τελεία
Κενή συνήθως φαιή ανύποπτη ανυπόταχτη
Απαρατήρητη
Όλο κενό σεισμογραφικό καλλίγραμμα
Σπάνιο πλάσμα το αίμα βγαίνει από τα πλήκτρα
Και μυρίζει και σε λωρίδες βγαίνει η επιδερμίδα
Και στην σταφυλή ενός κεφαλιού
Και στον λάρυγγα της υδρογείου
Εκεί στο μήλο του Αδάμ που πρωτοδημιουργήθηκε
Πρωτοφιλήθηκε και αποτυπώθηκε
Εις τους αιώνας των αιώνων
Μέχρι τον εικοστό δεύτερο οιωνό
Σπάνιο πλάσμα

Τι είναι ένα ζωντανό κύτταρο;
Η μίτωση κοστίζει στην φύση ενέργεια
Και η συρρίκνωση μόνο – εδώ

Όταν πήγα σε εκείνο το δάσος των φουντουκόδενδρων
Σπάνιο πλάσμα
Και οι γρηγοριανοί ρυθμοί παλινδρόμηση
προκαλούσαν στα πουλιά
Τα όρνεα ήξεραν να επιτάσσουν
Γρηγόρευε! Γρηγόρευε!
Η αποκτήνωση του αετού
Προηγείται της δίψας για ουρανό
Σπάνιο πλάσμα το ξέρεις
Το ξέρεις πώς φυγοκεντρείται ο άνθρωπος
Σε μια μαύρη τρύπα
Κι επάνω μένει ένα ολόκληρο κομάτι
Σκέψης περίγραμμα
Gilbert & George
Σπάνιο πλάσμα Φάννυ κι εσύ Αλεξάντερ
Η μαγική προβιά της αγάπης ξεφτίζει
Ξαναγίνεται πρόβατο – πολλές βελόνες
Και πλέξεις – πρόβατο και σφαγή
Σε καιρούς πείνας
Στο δάσος των φουντουκόδενδρων
Γρηγοριανοί ρυθμοί μανδριγάλια
Και μικροπωλητές κινούνται στο ίδιο τέμπο
Ανοιχτό στόμα και σιαγόνες διάπλατες
Και από πάνω ένα σύννεφο κύλινδρος
Που ίσως πυκνότητα από πεπιεσμένο φλοιό
Έτοιμο να εκραγεί στα άδεια κρανία
Και στων πουλιών την ολόμαυρη ράχη
Αλλά κανείς δεν ακούω – αλλά κανείς
Δεν ακούω πως
Εγώ προξενώ μήτρα
Δεν ξέρω πώς διπλασιάστηκα
Δεν ξέρω πώς διπλασιάστηκα
Συνεχώς ελαττωμένη από εαυτό
Και με την πληκτροδαχτυλία σε έξαρση
Να μοιάζει με κορμούς και κλαδιά δένδρων
Η αφή
Τόσα χρόνια κυκλοτερής
Από αριστερά προς τα δεξιά και το αντίθετο
Συνεχώς ελαττωμένη από εαυτό από δέκα
Από αίμα
Σε έναν τεράστιο τυμπανισμό έχω χωνέψει
Τερατώδεις αποφάσεις – Μετεωρισμός
Η κοιλιά ίδιο σχήμα με το κεφάλι

Σιαμαία καταστροφή – Σπάνιο πλάσμα
Το ξέρεις

Σε ένα ΑΒΟ σύστημα οικοδομήθηκες
Με ρέζους αμφίβολο και φαινότυπο κλασικό
Ποτέ κανείς δεν θέλησε –το είπα ξανά-
Φαγοκυττάρωση της ανάμνησης
Που μόνο deia vu υπάρχει και μεριμνά
Μετάγγιση στα ρυάκια του δάσους
Στα ρυάκια του δάσους
Ξετυλίγεται το νερό
Συνειδησιακό και ονειροπόλο
Για μια χιονοτριβή που σε καταργεί
Σε καταργεί
Ενώ προξενώ μήτρα
Κι όλο το αίμα σαπίζει
Ακριβώς στο σημείο που ανάβει κόκκινο
Και προειδοποιεί
Πριν εισέλθετε στο θάλαμο βεβαιωθείτε
Ότι το κενό βρίσκεται ακριβώς
Πίσω από την πόρτα
Βρίσκομαι ακριβώς πίσω από την πόρτα
Ο έρωτας – άνθρωπος


*Από την ομώνυμη συλλογή, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2013.

Λουκάς Σ. Λιάκος, Δύο ποιήματα

Artwork: Droga Życia

Artwork: Droga Życia


Γριές

 
Είμαι κάποιες γριές,
η ασχήμια που τινάζεται απ’ το πρόσωπό τους
αίμα από ρουθούνι
μας πλημμυρίζει
βρώμα και θάνατος.
Βρώμα και θάνατος
αυτά είναι τα μπιχλιμπίδια μου
κι αυτά κομπάζω στο κόσμο
στο κόσμο που τρέχει ξοπίσω.Και λύπη,
λύπη για όσους καίει ο έρωτας
το μεγάλο μαράζι
που κλαίει, βουβό σαν υγρασία
σκεπάζει τα πάντα
τις χαμένες αγάπες
που σκάνε μια και τόσο
που τις παρατάς και πάνε. Είμαι κάποιες γριές,
που παράτησαν τα νιάτα τους
και πάνε. 
 
*** 
 
Λείπει
 
Έφυγα χθες και το σκοτάδι μ’ αγκάλιασε
μεμιάς,
έπεσα κι εγώ στην αγκαλιά του.Χρόνια τώρα,
φέρνω το κορμί μου μαζί
μα λείπει η ψυχή μου,
λείπει του φεγγαριού το φως
η τρέλα του παιδιού μου
λείπει.
Ο δρόμος του αλήτη,
ο δρόμος της βροχής
ο διαμαντένιος δρόμος,
λείπει.Καρδιά μισή, πες μου πως ζεις
το άσπρο δέρμα σου, πως λείπει
το σκούρο τρένο της φυγής
έρχεται, μ’ αφήνει. 
 
*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://www.bibliotheque.gr/archives/28848

Μοχάμεντ Αμπντουλάχ Μπρίκι, Δύο ποιήματα

5340976610_d5d3fc69ee

Θρήνος

Εξήντα χρόνια ήδη κύλησαν
Με βάσανα, ας πούμε
Και η ζωτική ανάσα μας πλησίασε τον ουρανό.
Τι σημασία έχει πια ο χρόνος
όταν οι ψυχές μας πνίγονται από τα δακρυγόνα
και όταν, πύραυλοι όλων των ειδών
παραβιόζουν το δικαίωμά μας στη ζωή;

***

Ω! Νιζάρ! (1)

Για πότε το τέλος των Αράβων δεσποτών;
αναρωτήθηκες με πάθος. Και όμως
είναι πάντοτε αδειανοί
οι τάφοι που τους έχεις υποσχεθεί!
Η ερώτησή σου δεν πέρασε
παρά όπως περνά γρήγορα ένα γεροντάκι
πλάι σε παιδιά απασχολημένα με το παιχνίδι τους.
Αλλά, όταν επισκέφτηκε τους τάφους
διαπίστωσε πως
απ’ την βαριεστιμάρα της αναμονής
αυτοί είχανε καταρρεύσει
και πως το πλήθος δεν ήτανε παρά
σάλιο αφρώδες που ξεσκεπάζει
την άλλη όψη της πραγματικότητας.

Η φυλή μας λατρεύει τη σιωπή.
Αλλά πού να βρει κανείς το κίνητρο της σωτηρίας;
Η σωτηρία, είπα;
Εάν πεις, ω φίλε μου!
πως ο λύκος δεν αφήνει σε ησυχία τα κοπάδια μας
θα σου πει: αυτό είναι ένα ψέμα.
Αλλά ποια σωτηρία όταν,
μέσα στο περιβόλι σου,
φυτεύεις μόνον ό,τι θλίβει τα μάτια σου;

Ω! Νιζάρ!, Η φυλή σου…
την εγκατέλειψες,
παραδομένη στον εαυτό της,
παράλυτη από τον φόβο,
καθηλωμένη στη σιωπή.
Στις μύτες των ποδιών,
αποσύρθηκες
όμοια με προφήτη, που μέσα στη φύση εξαγνίζεται,
αφήνοντας πίσω του
τον δεκάλογό του, στην επιστροφή.

Εάν, κατά τύχη, επανερχόσουν,
θα είχες ακόμη μία στάλα απελπισίας
να θρηνήσεις για την τύχη μας;

(1) Νιζάρ Καμπάνι. Μεγάλος Σύρος ποιητής.

*Ο Μοχάμεντ Αμπντουλάχ Μπρίκι είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας στο Εμιράτο Σαρζάχ.Έχει τριπλή δραστηριότητα, με την ποίηση να κατέχει κεντρική θέση. Ως ποιητής έχει στο ενεργητικό του πολλές ποιητικές συλλογές. Ως κριτικός παρουσιάζει ποιητικές τηλεοπτικές εκπομπές και διευθύνει τα λογοτεχνικά κείμενα των εφημερίδων του Εμιράτου. Είναι επίσης διευθυντής του «Σπιτιού της Ποίησης», στο Εμιράτο Σαρζάχ. Τα δημοσιευμένα κείμενα είναι μεταφρασμένα από την αραβική στη γαλλική γλώσσα από τον Ρασήα Μπενχαντού, κριτικό και μεταφραστή της Λογοτεχνίας. Επιλογή και μετάφραση: Μελάτα Τόκα- Καραχάλιου.

**Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, στο τεύχος Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2014, σελ. 151-153.

Robert Desnos, Χέρια

1012963_10205206378534739_3216914055627190738_n

Χέρι μαυρισμένο απ’ το μελάνι του θλιβερού μαθητή

Χέρι κόκκινο πάνω στον τοίχο απ’ την κάμαρα του εγκλήματος

Χέρι χλωμό της πεθαμένης

Χέρια που βαστούν ένα μαχαίρι ή ένα ρεβόλβερ.

Χέρια ανοιχτά

Χέρια κλειστά

Χέρια τιποτένια που βαστούν έναν κοντυλοφόρο

Ω χέρι μου εσύ επίσης εσύ επίσης

Χέρι μου με τις γραμμές σου κι’ όμως έτσι είναι

Γιατί να σπιλώσω τις μυστηριώδεις γραμμές σου

Γιατί; καλύτερα οι χειροπέδες καλύτερα να σ’ ακρωτηριάσω

καλύτερα καλύτερα

Γράψε γράψε γιατί γράφεις ένα γράμμα σ’ εκείνη

κι’ αυτό το βέβηλο μέσο είν’ ένα μέσο να την αγγίξεις […]

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης.
**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τη σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook.

Dylan Thomas, Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα

10639551_1700162516876448_8198984812027685840_n

Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.
Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε,
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε,
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.
Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
Καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγρια δάκρυα σου,
προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ’ αυτή την όμορφη νύχτα,
Οργήσου, οργήσου για το θάνατο της μέρας.

*Mετάφραση: Βίλκη Τσελεμέγκου-Αντωνιάδου.

Πέτρος Σκυθιώτης, Ποιήματα

SAMSUNG

1
Ψοφάω να δω τ’ όνομά μου
σε μπουκάλι μπύρας
πακέτο τσιγάρων
εξώφυλλο βιβλίου
σε κάτι χειροπιαστό τέλος πάντων
να μ’ αγαπούν και να με πληρώνουν
χωρίς να με λένε πουτάνα

2
Ο άνθρωπος-οριγκάμι
τσάκιζε απ΄ όλες τις πλευρές
και στο τέλος πήρε
τη μορφή
ανθρώπου
με χάρτινο σώμα
και ψυχή κομμένου δάσους
γι’ αυτό και οι Ιάπωνες
τον ονόμασαν ποιητή

3
Αν η ποίηση ήταν
μια διαρκής αυτοψυχανάλυση
τότε οι ψυχολόγοι θ’ άρχιζαν να γράφουν

αν οι ψυχολόγοι άρχιζαν να γράφουν
τότε θα γίνονταν πελάτες
των ποιητών

4
Το παν είναι να πετύχεις την αιτία
που μερικές φορές καμουφλάρεται
ως αποτέλεσμα

πρώτα τελειώνουν τα φάρμακα
και μετά τα ψέματα
πρώτα οι σχοινοβάτες
κι ύστερα οι δεμένοι
πρώτα οι έρωτες

και τελευταία απ’ όλα
τα ποιήματα

*Από τη συλλογή “Συνθήκη ισορροπίας”, εκδόσεις Θράκα 2014.

Νίκος Δ. Κουφόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

1-1

Αμηχανία

Αδέξια πλεύρισες
Με τη μηχανή αναμμένη.
Η ένταση
Χάραξε το πρόσωπο.
Ασκητικά βράδυα.
Νύχτες γεμάτες έρωτα.
Ιέρεια και πόρνη.
Ασάλευτη στη βάρκα που βούλιαζε.

Βιβλίο

Βαρούν οι καμπάνες. Εσπερινός.
Ίσως να ξεχαστήκαμε.
Βόσκουν τα μάτια το απέραντο
Λυγίζουμε και τραγουδάμε.
Ιερείς σε ήχο πλάγιο.
Ο ήλιος δάκρυσε…

Γύφτος

Γυρίζοντας αδιάκοπα.
Υπαιθρος.
Φως.
Τουμπελέκια.
Ολοι
Σιωπηλά μελαγχολικοί.

Δωμάτιο

Δεν έχεις τέλος
Ω, γλυκειά μου έπαρση.
Μακρυνή αυλή της επιθυμίας.
Ακριβό πλοίο της σιωπής.
Τοτέμ του θεού της ανησυχίας.
Ιούνιος και βρέψει.
Ο βαρκάρης αργεί να γυρίσει.

*Από τη συλλογή “24 ασκήσεις και λέξεις”, ένθετο στο περιοδικό “δήν”, τεύχος 5, Μάρτης 1997. Τα γράμματα του τίτλου του κάθε ποιήματος είναι και τα πρώτα γράμματα του στίχου του κάθε ποιήματος.