Γεωργία Τρούλη, Σιελόρροια

700_6e1664acf159cb1b30b3dec0f6cf284c

Ποτέ το πρόσωπο του ρομαντικού δεν έχει τόση ενέργεια
Όση το σάλιο μας, είπα
Που είναι λίγο να την γεύεται μόνο
Η γλώσσα ο ουρανίσκος και τα αλατισμένα χείλη ενός ώμου
Κι έπειτα μια σφιχτή χειρονομία χεριών για να υπονοήσει πεδίο και νόηση
Σε λευκή παγωμένη κόλλα χαρτί που ονομάζεται
Χιονοστιβάδα-πολτοποίηση λέξεων
Ποτέ υπαινιγμός του ρομαντικού
Δεν προυποθέτει κυνισμό
Αλλά παράγει πάλι και πάλι
Μια ενέργεια- πτύελο φλεγματικό
Ορισμένως διάφανο
Πάνω σε μια μικρή διαδρομή παγωμένου νερού
Που κάποτε ίσως λεγόταν βροχή και την γευόσουν
Με γλώσσα
Μέχρι εκεί___
Μισή υπεκφυγή και διάτρητο νήμα εικόνων
Έχει το σάλιο μας ένα πυκνό δεδομένο

*Από την υπό έκδοση ποιητική ενότητα “Μέτρηση ποίησης σε ένα οβάλ περιβάλλον”, εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Άμαρτζιτ Τσάνταν, Δύο ποιήματα

10392302_10152684999538479_835388242617078221_n

ΜΕΣΑ ΣΟΥ

Μες στα μάτια ξαπλώνει θελκτική η νύχτα.
Το κεφάλι σου φοράει το μαντήλι της λιακάδας.
Ερωτικά βλέμματα φιλούν το καθετί τριγύρω.
Ευλογήθηκα με το δώρο σου σήμερα.
Γονιμοποιούμαι στο έδαφός σου με τη ζεστασιά
της νύχτας και της μέρας.
Ρέω στις φλέβες σου
και αναβλύζω μέσα από τα στήθη σου.

Ο βράχος του χρόνου στάζει και σχηματίζει αργά ένα ρυάκι
που γεννά τελικά το ποτάμι.

Κρυμμένος μέσα σου
Αποκαλύπτομαι μέσα από τα μάτια σου.

*Από την ανέκδοτη συλλογή “Suchness”.

***

ΑΤΙΤΛΟ

Το φως που κρέμεται
ρίχνει
τη σκιά
των βλεφαρίδων σου
στα μάγουλά σου

θωπεύεται όταν κουνιέται

ένα μικρό πουλί πεταρίζει τ’ αναλαφρα φτερά του
οι άκρες της σκιάς γίνονται πιο απαλές.

Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και
κλείνεις τα μάτια σου
πλάθοντας με τη φαντασία σου την πηγή των σκιών.

*Από τη συλλογή “Sonata for Four Hands”.

*Από την Ανθολογία ποιημάτων του Άμαρτζιτ Τσάνταν που κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο “Φόρεσέ με”, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας (2014), σε εισαγωγή Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και επιλογή και μετάφραση Χριστίνας Λιναρδάκη και Ανδρέα Πιτσιλλίδη. Στην κάτω φωτογραφία ο Άμαρτζιτ Τσάνταν με τη Χριστίνα Λιναρδάκη, σε πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα όπου παρουσιάστηκε η Ανθολογία “Φόρεσέ με”.

10991067_395422473958703_2232378882001624632_n

Ειρήνη Παραδεισανού, Άτιτλο Ι

DSCN0760

Ο άγνωστος φόβος
αυτό το φίδι που σέρνεται στην όψη σου
και τη σμιλεύει.

Οι ουρανοί ανοίξαν κείνο το απόγευμα. Έβρεξε για δέκα λεπτά με βία. Τρέχαν
ποτάμια οι δρόμοι. Τα μάτια του παιδιού είχαν ένα χρώμα ανεξιχνίαστο.
Στεκόταν στη βροχή πετρωμένο με τα χέρια κλαδάκια σπασμένα στα πλευρά του. Στα μαλλιά του αναδεύονταν τα πουλιά. Και κράταγε στα μάτια του σίδερο. Πνιγμένο κλάμα η φωνή του.

*Η Ειρήνη Παραδεισανού διαχειρίζεται το ιστολόγιό της παρείσακτη στη διεύθυνση http://wwwpareisakth.blogspot.com

Λουκάς Σ. Λιάκος, Οι απαρχές

426262_544324792250339_11175515_n
 
Οι λέξεις μετρούν τα βήματα μου στο σύμπαν
αθόρυβα γλιστρώ στην εσωτερική γκρίνια του απρόβλεπτου
εκεί, στο δάσος με τα αποκαΐδια
ζεύγη από αλάτι και παραισθήσεις οι κινήσεις των ματιών μου ναρκοθετούν το νέο αύριο
τραβώντας υποζύγια απέναντί μας κι απέναντι στις μοίρες που μας εξουσιάζουν
αλήτικα οι εντυπώσεις με συντροφεύουν κι έχω τη γεύση από καμένη σάρκα στα μάγουλα
εκκωφαντικά πλέον, τοποθετώ στο κατώφλι της αναβολής τις ανάσες μου
παρασύρομαι ξέφρενα στην εξατομίκευση του κάθε μας ονείρου
η ξαστεριά πια δε με αντέχει’ δεκαεννιά και δεκαεννιά έτη.

*Από το http://www.bibliotheque.gr/archives/28848 Artwork: Droga Życia

“Μισές αλήθειες” του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

mises+aleth

Αν οι λέξεις είναι το όχημα της ποίησης και το όχημα δημιουργεί την πρώτη εικόνα, τι εντύπωση δίνει άραγε ένας ποιητής που μεταχειρίζεται λέξεις καθημερινές, απλές, άμεσες; Που τολμά να γράφει ποίηση χωρίς να χρησιμοποιεί βαρύγδουπα και πολυποίκιλτα επίθετα; Που αφήνει τον Χο Τσι Μινχ να ξεχορταριάσει τη λέξη «ακράδαντα»; Που με αυτόν τον τρόπο παράγει ειλικρίνεια και ταυτόχρονα ένα αποτέλεσμα αμιγώς ποιητικό; Προφανώς την καλύτερη. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που, δύο χρόνια μετά την έκδοση της τελευταίας του συλλογής « Μισές αλήθειες», ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου εξακολουθεί να συζητείται και που οι πιο αξιόλογοι σύγχρονοι ποιητές ορκίζονται στο όνομά του.

Καθόλου άδικα, οφείλω να ομολογήσω. Δεν πάει πολύς καιρός που διάβασα τις «Μισές αλήθειες», αφού λίγες μέρες νωρίτερα είχα φάει κατσάδα, όταν σε σχετική ερώτηση παραδέχτηκα ότι δεν τον γνωρίζω. Και ορθώς με κατσάδιασαν, γιατί πράγματι ο Συφιλτζόγλου αξίζει και είναι άδικο να μην είναι περισσότερο γνωστός. Είναι σπάνιο να καταφέρνει ένας ποιητής με τα πρώτα κιόλας ποιήματα της συλλογής του, κάτι που για άλλους μένει όνειρο απατηλό ακόμη και μετά από τόνους μελάνι: να κερδίσει τον αναγνώστη. Τον κερδίζει, επειδή του δίνει τον τρόπο να καταλάβει την αλήθεια της εμπειρίας που διαβάζει και να την ενστερνιστεί. Κι ας είναι αυτή η αλήθεια μισή, όπως ευθαρσώς δηλώνει στον τίτλο.
Continue reading

Nanja Noterdaeme, Τρία ποιήματα για τον Τζίτζικα

10850134_549691498499781_7074110242317038093_n

Ι

ΖΩΗ

Πήγα να τη δω
Στην κουζίνα
Στον μπάγκο
Μικρά κομμάτια
κυβάκια έκοβε
Φλούδες
Εδώ φλούδες
Εκεί ζωή
από τα χέρια της
«Πήγαινε να μαζέψεις
τα νεράντζια στην αυλή»

Ενα μεγάλο κλαδί
έγερνε, σπασμένο
προς τα κάτω.
«Μάζεψε τα νεράντζια»
Ένα ένα τα φρούτα
Με τους πόρους
Το μοναδικό χρώμα
Μαζί με τις φλούδες,
Τα μικροκομμένα
κόκκινα κυβάκια
της ντομάτας και πράσινες
του αγγουριού.
Ο σκύλος πετάχτηκε
Πάνω σε μια πολυθρόνα παγκάκι
Έκατσα κι εγώ
και έσπασε το παγκάκι.
«Αυτό ήταν σπασμένο,
Πρέπει να το φτιάξουμε».


ΙΙ

Δυο βάρκες
η ζωή τις ενώνει
σωπαίνουν μαζί
στην αγκαλιά του
λιμανιού.

Και το νερό, το χιόνι, το ξύλο, η πέτρα
Ο ήλιος αμίλητος που
αφήνει σημάδια και χωρίζει τις βάρκες
κάθετα σε φως και σκιά

Είχα έρθει εδώ παλιά
αλλά δεν ήταν εδώ.
Εκεί, στο πράσινο χαλί
ο ήλιος δημιούργησε μαργαρίτες

Τώρα είναι εδώ.

Τα μέρη αντιμιλάνε, η ζωή
ζωγραφίζει, για άλλα τοπία
σου λέει και χάνεσαι

Το καινούριο και ίδιο τοπίο
μου είπε «μεταμόρφωνε το χρόνο,
κάτσε, μη σε νοιάζει,
ο καφές είναι καλύτερος
σήμερα και μπορείς να
το πιεις». Αργά.

Αργότερα. Πιο αργά.

ΙΙΙ

Η νοσταλγία αφήνει το τραπέζι,
περνάει από την σκουριασμένη
πόρτα, πηγαίνει απέναντι,
χτυπάει στον ασβεστωμένο τοίχο
και ανεβαίνει στον
ουρανό, όνειρο-παγίδα, πλάνη
σε γαλάζιο χρώμα, κρύο και
εικονικό.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Horror a Manos Llenas

634656794935381641ΔΡΟΜΟΣ+ΓΙΑ+ΤΟΝ+ΟΥΡΑΝΟ

Λοξοδρομώντας βρίσκουμε το σωστό δρόμο.   
Πρέπει να συνεχίζεις, πρέπει να προχωράς
Συνεχίζω, λοιπόν, μαθαίνοντας από την ένδεια κι απ΄τη σκιά.
Η χάλκινη πλευρά του απογεύματος
Κι οι πληγωμένοι άγγελοι στην πόρτα
Το πρόσωπο στραμμένο προς το πέλαγος
Και η ψυχή σκυφτή.

Τους κραδασμούς των άλλων αφουγκράζομαι
Κάτω απ’ τα φώτα της εσπέρας.
Πρέπει να συνεχίζεις, θα συνεχίσω λοιπόν.
Χτίζοντας φράσεις, κι άλλες φράσεις
Με στολίδια και με μαιάνδρους
Με ψεύδη και χειρονομίες άχρηστες
Καμπύλες, τεθλασμένες περιττές
Στης αιωνιότητας τους χάρτες
Κουρδίζοντας τη σκέψη
Κολυμπώντας στις παγωμένες λίμνες του έρωτα
Με μια βαλίτσα να με περιμένει στην αποβάθρα.
 
Να τι σημαίνει να ‘σαι άνθρωπος:
Χούφτες γεμάτες φρίκη.

*Πηγή: http://www.bibliotheque.gr/article/44992 Εμείς το ποίημα και την εικόνα της ανάρτησης τα πήραμε από το ιστολόγιο Αποδράσεις Του Νου http://apodraseistounou.blogspot.com

Ραφαέλ Χοσέ Ντίαθ, Ερωτήσεις στη ζωή

images-1

Ακόμα μια φορά, ρωτάς
την ήσυχη ζωή σου: τι θα γίνει με σένα, ζωή,
κατά πού κατευθύνεις,
σιωπηλή, τα βήματά σου, αν το ξέρεις,
αν ίσως ξέρεις κάτι γύρω από εσένα την ίδια,
ζωή αντιμέτωπη με το ίδιο σου το κενό,
ζωή αποχωρισμένη από την αυθεντική ζωή;

Κι εκείνη ησυχάζει, αφού ξέρει
πως η μοναδική απάντηση υπερβαίνει την ερώτηση.

«Εγώ θα ήθελα», σου λέει,
«να θυμάμαι τον εαυτό μου χωρίς να με ζω καν,
ή να με ζω χωρίς σχεδόν να με θυμάμαι,
να νιώθω ακόμα μια φορά το άγγιγμα των πραγμάτων
χωρίς να μπορώ να συλλογιέμαι ύστερα κάποια σκιά
από το άγγιγμα της σκιάς των πραγμάτων,
να με ζω στο μέγεθος ενός πόνου
που γεννιέται απ’ το παρόν το πιο ηδονικό
και όχι στην επισφαλή ειρήνη και σχεδόν μεταθανάτια
των κουραστικών τελετών, των δουλικών θέσεων».

Σου λέει αυτά τα λόγια
τα οποία η σιωπή καταβροχθίζει
σε άλλο απόγευμα πιο πολύ
κορεσμένη από τον ίδιο της τον εαυτό.

Κι εσύ, που ρώταγες,
παίρνεις το δρόμο προς κάθε απάντηση
δεν είναι παραπάνω από ένα όριο ακόμα που σε χωρίζει
από μια νέα ερώτηση.

*Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης στα ελληνικά, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη, εκδ. Vakxikon.gr

Κατερίνα Καρπούζη, Σκηνογραφία θανάτου

10403486_849240898450516_1280433781850486806_n

Καίει το χαρτί κι απόψε
Φαίνεται φταίει η φλόγα απ’ τα χέρια μου.
Πετρωμένες τις πετάς τις ώρες.
Λέξεις μαχαίρια.
Σκέψεις καρφιά.
Όλα με στόχο το ίδιο σημείο.
Όλα να επαληθεύουν το τίποτα μου.
Την ελάχιστη τονικότητα που δίνω στη μελωδία σου.
Τέτοια που παράφωνα αγγίζω τη ζωή σου.

*Επισκεφθείτε το ιστολόγιο της Κατερίνας Καρπούζη στο http://www.mindances.blogspot.gr

Σπύρος Μαρούλης, Το ποίημά μου, δεν έχει φάει τίποτα

04_podborka_19

Το ποίημά μου, δεν έχει φάει τίποτα.
είναι νηστικό
προσπάθησα να του δώσω νερό
αλλά αρνήθηκε
ανησυχώ
κάθε μέρα το φροντίζω
το χαιδεύω, του μιλώ,
προσπαθώ να το ανάψω
αλλά αυτό, το μόνο που κάνει
είναι να πιέζει τα χείλη του
σφιχτά μεταξύ τους
να τα ξεματώνει
να κλαίει να χτυπιέται
του πρόσφερα λεφτά
τα ρούχα μου
ταξίδια
αυτό με απόφευγε
κοίταζε πάντα κάτω, στο πάτωμα
τελικά το αγκάλιασα
και βγήκαμε βόλτα στα ρομαντικά σκοτάδια μου
στον καθαρό αέρα του πόνου μου
για να του πω ότι αναρωτιέμαι
αν όλα έχουν τελειώσει μεταξύ μας,
άρχισε να αναπνέει βαριά
θυμωμένα
σκυθρώπιασε σα βάτραχος
απαίτησε τροφή
μου ήπιε όλο το νερό μου
με χτύπησε
και μου πήρε όλα τα χρήματά μου
και ξέσκισε με τα δόντια του
όλα τα ξεβαμμένα ρούχα μου
μ’ έβρισε
κι έφυγε μακριά φωνάζοντας
”Άτιμε,
μ’ έδιωξες απ’ τον τόπο μου
μου πήρες τη ζωή μου”