The first fine dawn of life on earth
The first light of the first morning
The first evening star
The first man on the moon seen from afar
The first voyage of Ulysses westward
The first fence on the last frontier
The first tick of the atomic clock of fear
The first Home Sweet Home so dear
The sweet smell of honeysuckle at midnight
The first free black man free of fright
The sweet taste of freedom
The first good orgasm
The first Noble Savage
The first Pale Face settler on the first frontier
The last Armenian and the last Ojibway in Fresno
The first ball park hotdog with mustard
The first home run in Yankee Stadium
The first song of love and forty cries of despair
The first pure woman passing fair
The sweet smell of success
Continue reading
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Μίλτος Σαχτούρης, Franz Kafka
Γεωργία Τρούλη, Τέρατος γένεση- 1
Οι νότες ποτέ δεν απέκτησαν πίεση
Πάνω σε άσπρο και μαύρο
Κόλλησαν πάνω σε ρώγες δαχτύλων
Απέκτησαν σάρκα
Και δέρμα όλο ταυτότητα
Άλλαξαν αριθμό
Και διαφορετική μελωδία
Ανάλογα με το σώμα άγγιγμα
Η σύνθεση πρώτα ευκαρυωτική
Μετά υπεράριθμη
Αφανισμός του ανθρώπου
Είμαστε όλοι ένα ον/είδος μούχλας
Τα αποτυπώματα ενός χεριού
Ταιριάζουν με τα άλλα
Τόσο πολύ μόνο εάν η τερατογένεση
Και η εξόντωση
Είναι επιτυχής
Και ολοκληρωμένη
Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα
Philip Lamantia, Δύο ποιήματα
ΑΓΓΙΓΜΑ TOY ΘΑΥΜΑΣΤΟΥ
Οι γοργόνες έχουν έλθει στην έρημο
στήνουν ένα μπουντουάρ δίπλα στην καμήλα
που ξαπλώνει στα τριανταφυλλένια τους πόδια
Ένας αλαβάστρινος τοίχος έχει σχεδιαστεί πάνω από τα κεφάλια μας
από τέσσερεις ανθρώπους του ουράνιου τόξου
που οι γυμνές τους σιλουέτες αναδίδουν ένα φως
που σπαρταρά αργά πάνω στην άμμο
Με έχει αγγίξει το θαυμαστό
καθώς οι γοργόνες περνούν τα ευκίνητα δάχτυλά
τους μέσα από τα μαλλιά μου
που έχουν πέσει για πάντα από το κεφάλι μου
για να καλύψουν το σώμα μου
τον άγριο καρπό της παραφροσύνης
Ιδού το μπουντουάρ πετά απομακρυνόμενο
κι εγώ κρατιέμαι πάνω στο πόδι της ωραίας
που κάτω από την θάλασσα ονομάζεται
ΜΠΙΑΝΚΑ
Μετατρέπεται
με τη γοητεία ενός πουλιού
σε δυο γιγαντιαία χείλη
κι εγώ πέφτω τώρα μέσα στο κύπελλο της αυτοκτονίας
Είναι η αγγελική κούκλα που μαύρισε
είναι το τέκνο χαλασμένων ανελκυστήρων
είναι η γεμάτη τρύπες κουρτίνα
που δεν θέλεις ποτέ να ξεφορτωθείς
είναι η πρώτη γυναίκα και ο πρώτος άντρας
κι εγώ είμαι χαμένος που την έχω
Διψώ για τα μυστικά του σαδιστικού ψαριού
βουτώ μέσα στην θάλασσα
ψάχνω για την περιοχή
όπου ο καπνός των μαλλιών σου είναι πυκνός
όπου σκαρφαλώνεις ξανά τον άσπρο τοίχο
όπου τα τύμπανα των αφτιών σου παίζουν μουσική
στην γάτα που σέρνεται μέσα στα μάτια μου
ανακαλώ στη μνήμη μου εσένα ΜΠΙΑΝΚΑ
Ψάχνω πέρα από την ώρα και την μέρα
για να βρω εσένα ΜΠΙΑΝΚΑ
***
ΠΤΕΡΩΜΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ
Μια ψυχή μουσκεμένη στο γάλα του μαρμάρου
διασχίζει το δάπεδο μιας βραδιάς
που καλπάζει χαμένη πάνω σε μια γυμνή παρθένο
αποκτά δύναμη πάνω στον ανιαρό άνθρωπο:
είναι μια ψυχή που την έχουν ρουφήξει λεπροί
Ποια υγρή ώρα θα καθηλώσει
το τραγούδι της πάνω στην γάτα μου
με τον λαιμό όλου του χώρου;
Είναι πρωί και μπορεί να χάσω
την τρομερή επίστρωση της δυσθυμίας
που με έχει κουλουριάσει σαν έναν αλυσοδεμένο δράκο
το λουλούδι που εκρήγνυται με βλέφαρα
Α! ένας πυρετός ο σκελετός του εμπρησμού!
έρχεται να ξεκουραστεί πάνω στο οχυρό των αθανάτων
το διάδημα τρεμοπαίζει και σβήνει
καθώς τρέχει προς το βυτίο των αλατισμένων μωρών
Αναρριχώνται πάνω στον τοίχο στο στιλέτο μου
είναι παραγεμισμένα με κούνιες
η εποχή των τρελών πουλιών έχει φθάσει!
Έχουν έρθει για να βιάσουν την πόλη
μαστιζόμενη από στυγνούς υπαλλήλους
και να στείλουν τους φαλακρούς ιερείς
κάτω στην λιμνούλα με τις θανάσιμες άγκυρες
Οι παρελάσεις είναι η μαγεία ενός εγκεφάλου
στοιβαγμένου σαν το νερό ενός ωκεανού
απολαμβάνω την δημιουργία ενός ανθρώπινου τραπεζιού
που να βρίσκεται στο κέντρο ενός παραλήρούντος πλήθους
Υπάρχουν πουλιά που κουρνιάζουν πάνω στα κόκκαλά μου
που σύντομα θα πλημμυρίσουν τις λεωφόρους
με τα φιδίσια φτερά τους
βρίσκομαι σε ένα σπίτι που έκτισε ο Gaudi
«Μπορώ να μπω μέσα;»
*Από τη συλλογή “Touch of the Marvelous” (“Άγγιγμα του Θαυμαστού”), 1966. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 1, Σεπτέμβρης 2006 (σελ. 31-32).
Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα
ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ
Τώρα που νυχτώνει νωρίς
οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.
Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό
νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση
φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.
Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί
που σπάει μόλις το κοιτάξεις
έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.
Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης
ν’ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν
χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.
Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία
δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της
κουνάει το μαντήλι του αποχαιρετισμού
στ’ αεροδρόμια και στα λιμάνια
ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς
μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης
κι ύστερα αυτοκτονεί σ’ ένα άθλιο υπόγειο
χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.
Απ’ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών
κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.
Τώρα που ξημερώνει αργά
οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.
***
ΕΝ ΥΠΝΩΣΕΙ
Κανείς στο δρόμο, κανένα επεισόδιο˙
οι φωτιές που έκαιγαν για μέρες έσβησαν
οι σειρήνες σώπασαν
το φεγγάρι ξαναβγήκε ακμαίο.
Όμως λείπουν οι άνθρωποι
οι σκιές τους λείπουν, οι ανάσες τους…
Εποχές παγετώνων εγκαταστάθηκαν
στις πόλεις και στις ψυχές
ανεκπλήρωτα όνειρα περιφέρονται στις λεωφόρους
αδέσποτα ζώα ψάχνουν τα ίχνη μας.
Κι εμείς, που κάποτε λεγόμασταν άνθρωποι
σε σκοτεινές σπηλιές κατοικούμε, στα έγκατα της γης
ζώντας εν υπνώσει τις τελευταίες στιγμές μας.
*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”.
**O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.
André Breton (1896-1966), Always for the First Time
Always for the first time
Hardly do I know you by sight
You return at some hour of the night to a house at an angle to my window
A wholly imaginary house
It is there that from one second to the next
In the inviolate darkness
I anticipate once more the fascinating rift occurring
The one and only rift
In the facade and in my heart
The closer I come to you
In reality
The more the key sings at the door of the unknown room
Where you appear alone before me
At first you coalesce entirely with the brightness
The elusive angle of a curtain
It’s a field of jasmine I gazed upon at dawn on a road in the vicinity of Grasse
With the diagonal slant of its girls picking
Behind them the dark falling wing of the plants stripped bare
Before them a T-square of dazzling light
The curtain invisibly raised
In a frenzy all the flowers swarm back in
It is you at grips with that too long hour never dim enough until sleep
You as though you could be
The same except that I shall perhaps never meet you
You pretend not to know I am watching you
Marvelously I am no longer sure you know
Your idleness brings tears to my eyes
A swarm of interpretations surrounds each of your gestures
It’s a honeydew hunt
There are rocking chairs on a deck there are branches that may well scratch you in the forest
There are in a shop window in the rue Notre-Dame-de-Lorette
Two lovely crossed legs caught in long stockings
Flaring out in the center of a great white clover
There is a silken ladder rolled out over the ivy
There is
By my leaning over the precipice
Of your presence and your absence in hopeless fusion
My finding the secret
Of loving you
Always for the first time
André Breton has been called the founder of Surrealism. There are various definitions of Surrealism, as you’ll find if you Google, saying much the same thing in slightly different ways. These two between them seem to cover it most comprehensively:
A movement in art and literature that flourished in the early twentieth century. Surrealism aimed at expressing imaginative dreams and visions free from conscious rational control.
A 20th-century avant-garde movement in art and literature which sought to release the creative potential of the unconscious mind, for example by the irrational juxtaposition of images.
Breton’s own Surrealist Manifesto of 1924 calls it:
Psychic automatism in its pure state, by which one proposes to express — verbally, by means of the written word, or in any other manner — the actual functioning of thought. Dictated by the thought, in the absence of any control exercised by reason, exempt from any aesthetic or moral concern.
It grew out of symbolism and dada, and was influenced by Freudian psychology. A number of other French poets of that era also identified as Surrealists. (The most famous exponent was, of course, the Spanish painter, Salvador Dali.)
I find some contemporary Surrealist writings a bit too weird, the dreaminess more like nightmare, so I’ve not been interested in trying it. But the early Surrealists were less extreme. This piece is delicate and lovely, and coherent enough to carry me along unresistingly, while still being more imaginative than rational. I might try it some time after all! Indeed, following the rise of ‘confessional’ poetry and our awareness of the subconscious, I suspect many of us are doing something like it from time to time, without the label.
As usual, the link on the poet’s name, above, leads you to the Wikipedia article. If you’d like something a little more detailed and literary, the Poetry Foundation article might fit the bill.
There is also an Amazon author page, really four pages, including not only poetry but fiction and critical / philosophical essays.
*Taken from Poets United blog at http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/03/the-living-dead.html
Ασημίνα Ξηρογιάννη, Καβάφης
στον Βασίλη Ρούβαλη
Πέταξαν τις στάχτες σου στη θάλασσα;
Ή σάπισες κι εσύ μ’όλους τους άλλους
Θα συνάντησες πολλούς σ εκείνο το μακρινό σου ταξίδι
που δε είχαν καν ακούσει το όνομά σου.
Θα συνάντησες κι άλλους που έπιναν νερό στ’όνομά σου.
Τι κι αν δεν πήρες Νομπελ.
Πήρες όμως αγάπη από τους ανθρώπους
Και που δεν μεταφράστηκες
Κι από ποιόν δεν διαβάστηκες.
Και σίγουρα θα κουραζόσουν από τις ατέρμονες αναλύσεις τους
τις ενδελεχείς αποτιμήσεις της Τέχνης σου
τις ευρηματικές διδακτορικές διατριβές όλων των ”ειδημόνων”.
Αποσυναρμολογούν και συναρμολογούν τους στίχους σου
οι κάθε λογής καβαφιστές και καβαφολόγοι.
Σε βάλαν χειρουργείο κανονικά καημένε μου Καβάφη.
Χωρίς περίσκεψη
Χωρίς αιδώ.
Χωρίς καν να έχουν νιώσει το άρωμα που η ποίησή σου
αποπνέει.
Mε την κρυφή ελπίδα να ξεψυχήσεις στα δικά τους χέρια την
ώρα της εγχείρισης
(για να χουν έπειτα να καυχιούνται πως γνώριζαν μόνοι αυτοί
καλά τον ένδοξο νεκρό)
Και τώρα βρέθηκε και κάποιος να πει δημόσια πως δεν άξιζες.
Επιστρατεύοντας πλήθος επιχειρημάτων
Για να καταρρίψει τον μύθο
Για να αποδείξει περίτρανα πως ”ποικίλη δράσι των
στοχαστικών προσαρμογών”
είναι τελικά μια ουτοπία.
Πως όλα σχετικά με σένα ήταν πολύ κακό για το τίποτα.
Ξέρω πως αν τον είχες απέναντί σου,
θα τον κοιτούσες βαθιά μέσα στα μάτια.
Θα του έκλεινες έπειτα πονηρά το μάτι
χτυπώντας τον ελαφρά στον ώμο
και με γενναιόδωρη διάθεση θα του ψιθύριζες:
”Eίναι κι αυτή μια στάσις .Νιώθεται”.
Και θα το εννοούσες.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα, εκδ. Ενδυμίων.
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, πύλες
τρέχει
φοβισμένος,
στοές τραγικές,
περνά από πύλες
και ξαναπερνά,
διαδρομές
στολισμένες, με ληγμένες
ερωτικές προσευχές
και το φως κορεσμένο,
το χρόνο
λαμπυρίζει
και οι σκιές, μπλεγμένες
με κισσούς ματωμένους:
μαύροι μονομάχοι,
να τρυπήσουν
να θέλουν,
το σκουριασμένο
οβελίσκο της ζωής του·
και οι ψίθυροι,
από παντού να τον κυνηγούν,
τις αναμνήσεις κουβαλούν:
με ηλιοκαμένα
ηδονικά βογγητά
να θέλουν να τον τορπιλίσουν·
*Από τη διαδικτυακή συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, 2013.
Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα
Ο ΣΥΡΙΓΜΟΣ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ
Μόνο κάτι ψελλίσματα
κάτι προσχώσεις
κάτι άνδηρα.
Μα πάνω απ’ όλα η σιωπή τους
καθόλου ομιλούσα
στο μυαλό τίποτα
πάρεξ ο συριγμός του φιδιού.
***
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΟΧΘΗΣ
Εγώ η μποτίλια στο πέλαγος
ο κόμπος στο λαιμό
η σπασμένη φτερούγα.
Εγώ ο σπασμός
το πεταμένο κόκαλο
και η απόγνωση πάλι.
Εγώ ο βυθός
το ρημαγμένο σύνθημα και το καμένο χαρτί
η συνεχής διάβρωση
το φάντασμα της απέναντι όχθης
ψηλαφίζοντας στο σκοτάδι
στον ύπνο
το πρόσωπο της ψυχής σου
για να βεβαιωθώ πως υπάρχεις.









