Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Επίλογος αέρας

Sandro Botticelli, Zephyrus

Ο αέρας σηκώνει τα κρίματά μας ψηλά,
τα στροβιλίζει για λίγο μακριά
απ’ τις κουτές σκευωρίες μας
και τ’ αφήνει να πέσουν πάλι στη γη˙
εκεί ν’ ανθίσουν.
Νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες
να, εκεί έλα,
τις ακουμπάει στις κορφές
των αισιόδοξων δέντρων
και τις καθίζει μετά στο χώμα
σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.
Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα
της μικρής νουβέλας
κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη
η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί κάποτε στη νηνεμία
σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.

Μάης ’68: Το τραγούδι του Συμβουλίου για τη διατήρηση των καταλήψεων

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόλια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Πες μου τι διάολο παιχνίδι παίζεις
ή έστω προσπαθείς να παίξεις
Ω! τώρα άλλαξες τους κανόνες
Τι παιχνίδι! Τι σπουδαίο παιχνίδι!

-Επανάσταση, γλυκιά μου
Αυτό είναι το σπουδαίο παιχνίδι που λες.
Το παίζουμε στα στενάκια
Με κοτρόνες από το ξηλωμένο πεζοδρόμιο

Ο παλιός κόσμος και τα συντρίμμια του,
Θα τα σαρώσουμε όλα.
Πρέπει να είμαστε αδίστακτοι
Θάνατος στα γουρούνια και στους παπάδες.

Μας κατακλύζουν με μια κόλαση
από χειροβομβίδες και δακρυγόνα
Και το μόνο που έχουμε είναι τα φτυάρια
και μαχαίρια για να οπλιστούμε.

Φτωχή μου αγάπη, είπε
Πανέμορφοι χτίστες οδοφραγμάτων
Η καρδιά μου, η καρδιά μου με προδίδει.
Δεν έχω τίποτα να σας χαρίσω.

Αλλά έχω πίστη στον αγώνα
Δε με φοβίζουν οι μπασκίνες.
Ας γίνει ο αγώνας μας, αγώνας
Των εργατών συντρόφων μας.

Ο πατριωτισμός είναι ένα μπουρδέλο,
κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει πια.
Ρίχτε τους γραφειοκράτες στα σκουπίδια
Αν δεν ήταν αυτοί, θα είχαμε κερδίσει!

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόνια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Κατερίνα Γώγου, Τέχνη σημαίνει έρωτας

Στη γη είναι όλα παλιά, έχουν ειπωθεί όλα,
Εκείνο που σώζει τον άνθρωπο σ’ ένα βαθμό, είναι η Τέχνη.
Και η Τέχνη δε γίνεται από μια μικρή κάστα ανθρώπων, είτε «διανοούμενων» είτε
«λαϊκών»,
που την καθοδηγεί και την εκφράζει και τελικά τη λυμαίνεται
με το πρόσχημα ότι αυτοί είναι που ξέρουν και όλοι οι άλλοι είναι τα πρόβατα.
Τέχνη σημαίνει έρωτας.
Και ο έρωτας είναι δικαίωμα όλων των ανθρώπων.
Έρωτας σημαίνει να αγαπήσεις παράφορα τον στραπατσαρισμένο εαυτό σου,
γιατί μονάχα έτσι θα αγαπήσεις τον δίπλα σου.
Και έρωτας είναι η επιθυμία.
Επιθυμία για ζωή, για τραγούδια, για σένα και για όλους.
Και είναι η επιθυμία τέχνη επαναστατική, με την αλήθεια του όρου,
γιατί δε σηκώνει «επιτρέπεται» και «απαγορεύεται».
Για μένα δεν υπάρχει μεγαλύτερο έργο τέχνης,
από τον άνθρωπο που περπατάει ολομόναχος μέσα στο χρόνο,
με οδυνηρές συγκρούσεις μέσα του.
Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο που καίγεται από μόνος του.
Και η Τέχνη, σαν άρρωστος και γιατρός μαζί.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Από το “Υπό ξένην σημαίαν

ΙΙΙ
Coatzacoalcos, 1966

Έπρεπε να κάνω αυτόν το δρόμο για να σε ξαναβρώ;
καίγοντας τόσους νεκρούς σαν να μην ήτανε δικοί μου
αφήνοντας το κορμί κατά που θέλει ο άνεμος την ψυχή κατά πού
πάει το κύμα
έπρεπε λοιπόν να κάνω αυτόν το δρόμο;

Ποιος θ’ αναθρέψει τώρα απ’ την αρχή τα τρυφερά φυλλώματα
ξεσέρνοντας από τις στάχτες τα καμένα δάση
τσακίζοντας ξανά και του βοριά τα κρύσταλλα και του νοτιά
τ’ αγκάθια;

“λάμπουν ακόμα τα λόγια σου
κάθε μέρα πιο καινούργια και πιο μακρινά”
—Έπρεπε να κάνω αυτόν το δρόμο για να σε ξαναβρώ
μ’ άλλους ήλιους στα μάτια μ’ άγνωστες νύχτες στη φωνή
καίγοντας τόσους νεκρούς σαν να μην ήτανε δικοί μου
τινάζοντας από τους ώμους μου τις ήττες σαν αλαφρό
υστερόγραφο χιόνι του Μαρτίου
τινάζοντας κάθε πληγή απ’ το βλέμμα μου κάθε σκοτάδι από
το δέρμα
έπρεπε λοιπόν να κάνω αυτόν το δρόμο;

Κράτησε αγέρα την ανάσα σου ακόμα
λίγο αν φυσήξεις σβήσαν όλα
τ’ αγαπημένα γόνατα η άμμος και το φεγγάρι
λίγο αν φυσήξεις κόβεται ξανά στη μέση η ζωή μου
μισή αληθινή μέσα σ’ αυτά τα δάχτυλα
κι άλλη μισή από μελάνι και χαρτί

κράτησε αγέρα αν μπορείς
κράτησε την ανάσα σου για πάντα.

*Από τη συλλογή “Υπό ξένην σημαίαν (1967) που περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό “Ποιήματα (1962-2018)”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2020.

Θάνος, Φωτογραφίες χωρίς ήχο

Οι μέρες γράφουν αργά την μουσική
στην πόλη τα φώτα αναβοσβήνουν
Χωρίς τύψεις μου μιλάνε στο συρμό
περιμένω σταθμό Μοναστηράκι να σε δω
χωρίς καμία προσδοκία περιμένω
φτάνουν τα τραίνα στη ώρας τους
η ηχογράφηση της μικρής Αθήνας
Με κράτα σε εξέγερση
μόλις πριν λίγο άκουσα τον μύθο
Των καμένων λαστίχων στου Γκύζη
το μετρό ακούει τα βήματα μας
καθώς το βράδυ πέφτει…
σε ακούω σα ραψωδία στα όνειρα μου
τώρα Βικτωρία ψάχνω να πάρω μια
γλάστρα

Μην περιμένεις την αλήθεια προχώρα μέχρι τη άκρη του σπαθιού, η μόνη σου πίστη είναι τα μάτια στον άχρωμο ουρανό.

μέρες τρέχω χωρίς διακοπές κόβονται
σε λίγα μέτρα πριν το επόμενο λεωφορείο, στην πλάκα
άναψα ένα ακόμη τσιγάρο πριν σταματήσω στο άστρο μου το φωτεινό
Στη ακραία αυτή συγκυρία ελπίζω ν δω τον μελαγχολικό μου εαυτό

σε μια μελωδία τζαζ κοιμάμαι σε ένα παγκάκι ,πριν έρθουν οι μυρωδιές της βραδινής ώρα, προσπαθώ να βρω μια αιτία να περιπλανηθώ στη βουβή
μεγαλούπολη.

κάποιες μέρες απλά θέλω να μπω στο μετρό χωρίς προορισμό μέχρι να σταματήσω εκεί που η καρδιά μου διάλεξε να περιμένει την επόμενη στάση.
Επόμενη στάση Πανεπιστημίου

Μετά Ιπποκράτους και έναν καφέ στο χέρι μέχρι τα Εξάρχεια ψάχνω και Κυψέλη βρήκα μια σκιά να ανασαίνω.

έχω γνωρίσει τη Αθήνα το χειμώνα χωρίς ζέστη και πολλά ακόμα, περιμένω μια στιγμή ακόμα να ζήσω στην πολιτεία της Σοφίας κάτω από μια ελιά γράφω το πρώτο μου ποίημα και χωρίς σκοπό, παίζω το τελευταίο μου χαρτί πριν την αυγή.

*Από εδώ: https://poetryundertheleafs.wordpress.com/2025/03/21/φωτογραφίες-χωρίς-ήχο/

Βύρων Λεοντάρης – Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με

Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με
πάρε μου τα πουλιά,
πάρε μου τ’ άνθη και τα φύλλα
τίναξε από τις ρίζες μου το χώμα της καρδιάς του, στέγνωσέ με
κάνε με αστραπή να δέρνομαι στα ουράνια.

Μπροστά στο μέγα ρίγος, ποιο το φως,
ποια η φτωχούλα αυτή δροσιά ζωής που μας πλανεύει
στους σκοτεινούς βυθούς της ύπαρξής μας,
ρόδο βαρύ στριφογυρνώντας κατεβαίνει
μαδώντας μέσα στα νερά τα ματωμένα πέταλά του- έτσι
γδυτός απ’ όλους τους παραδείσους
όποιος μπορεί να βαστήξει την ανάσα του για πάντα
να ξεχειλίσει μ’ ένα μόνο του σφυγμό άξαφνα τον κόσμο, αυ-
τός μονάχα
ας μπει στην απεραντοσύνη του έρωτα και του θανάτου.
Κρατώ κρύα μάνταλα της πόρτας και χτυπάω το μέτωπο
μου στο κατώφλι που ποτέ, ποτέ, ποτέδε θα ξαναδια-
βούν τ’ αγαπημένα πόδια,
σβήνω τους κήπους σαν φωτιές επάνω στο κορμί μου
χιονίζω λόγια απόκοσμα τις νύχτες.

Να ‘ταν να σ’έδινε ξανά πίσω σε μας η μοίρα σου
να ‘ρχόσουν συναπάντημα άξαφνο στους ιδρωμένους δρόμους
κι ω, να γινόσουν πάλι σάρκα
ανάσα γύρω απ’ τη γυμνή μου απελπισία
αίμα ανθισμένο στο αίμα μου
χαλάρωμα χεριών στα μεθυσμένα μου μαλλιά
ω, να γινόσουν πάλι σάρκα…
-ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με.

*«Ανασύνδεση», 1962).

Octavio Paz, Άνεμος, νερό, πέτρα

Στον Ροζέ Καγιουά

Το νερό τρυπάει την πέτρα,
ο άνεμος σκορπίζει το νερό,
η πέτρα ανακόπτει τον άνεμο.
Νερό, άνεμος, πέτρα.

Ο άνεμος σμιλεύει την πέτρα,
η πέτρα είναι αγγείο του νερού,
το νερό το σκάει και είναι άνεμος.
Πέτρα, άνεμος, νερό.

Ο άνεμος στους στρόβιλούς του τραγουδάει,
το νερό στον πηγαιμό του μουρμουράει,
η πέτρα ακίνητη σωπαίνει.
Άνεμος νερό, πέτρα.

Το καθετί είναι άλλο τι και τίποτα:
ανάμεσα στα κενά τους ονόματα
περνούν και εξαφανίζονται
νερό, πέτρα, άνεμος.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Dorothy Parker, Τρία ποιήματα

Μια αρκετά θλιβερή ιστορία

Ποτέ νομίζω δε θα ξέρω πόσο
Γιατί ’μαι έτσι, κι είμαι τόσο.
Γύρω μου, άλλα κορίτσια στ’ αρσενικά,
Βιασύνη εμπνέουν και βουητό από φωτιά,
Του γυαλιού τη διαφάνεια την καθαρή,
Του χόρτου τ’ απριλιάτικου τη γλυκιά μορφή,
Του γρανίτη το γέμισμα το δυνατό·
Αλλ’ εγώ – δεν ξέρω να το σχεδιάζω αυτό.
Τ’ αγόρια που στου Έρωτα τ’ αδιέξοδο είχαμε βρεθεί
Είχαν -θα λέγαμε- εκτός γάμου στραφεί.
Το τραγούδι μου ’κοψαν, ράγισαν την καρδιά,
Κι είπαν να φύγουν, έπρεπε, μακριά,
Εξηγώντας στα δάκρυά μου έτσι κατευναστικά,
Πρώτα οι καριέρες έρχονται και τα γονικά.
Μα ποτέ δε μ’ αρνήθηκε η εμπειρία
Σοφία, γνώση κι ηρεμία!
Παρότι ανόητη είναι όποια να πιάσει επιθυμεί
Το εικοστό πρώτο σαν ποινή – μια αδιάφορη ηδονή,
Να συνεχίσω πρέπει εγώ, ως το σχοινί μου
τελειωθεί,
Που απ’ τη γέννησή μου να ελπίζω, μ’ είχαν
καταραστεί.
Μια καρδιά μισή παρθενικό είναι κι αρχαϊκό·
Μα η δική μου μοιάζει με ψηφιδωτό-
Το πράγμα κάνει κοροϊδία!
Γιατί είμαι έτσι; έχω απορία.

*

Αλλά όχι ξεχασμένη

Σημασία, σκέφτομαι, δεν έχει που γυρνάς,
Διότι μαζί σου μ’ ένα τρόπο θα πηγαίνω.
Παρόλο που, για γλυκύτερες ίσως στεριές, φύγεις,
Σύντομα, απ’ τα χέρια μου δε θα ξεφύγεις.
Ούτε κι απ’ τον τρόπο που το κεφάλι μου (ψηλά) κρατούσα,
Ούτε και όσα νευρικά είπα και σ’ ανησυχούσα.
Εμένα ακόμη θα βλέπεις, μικρή, λευκή,
Και χαμογελαστή, μέσα στη νύχτα τη μυστική.
Και τα μπράτσα μου θα αισθάνεσαι γύρω από σένα,
Σαν, φτερουγίζοντας, θα ’ρχεται πίσω ξανά η μέρα.
Νομίζω, όπου και αν πας
Στη μνήμη σου θα με κρατάς κλεισμένη
Εκεί, χωρίς εμένα, τη δική μου εικόνα θα φυλάς,
Στις νέες μιλώντας, για την παλιά αγαπημένη.

*

Απολογισμός

Τα ξυράφια σε πονάνε
Σκοτεινά τα ποτάμια κυλάνε
Τα οξέα σε λερώνουν
Τα χάπια σε ναρκώνουν
Τα όπλα νόμιμα δεν είναι
Σε θηλιές σε πηγαίνουν
Το αέριο απαίσια μυρίζει
Καλύτερα να ζήσεις!

*Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου.

Ευσταθία Π., Από τη συλλογή “Σίνγκερ”

[Μετάβαση Ι]

μπράβο, λέει
κατάφερες να κολυμπήσεις πάνω απ’ τη θάλασσα
εκεί όπου ζουν όλα τα τρομερά νεκρά σώματα
εκεί όπου εκβάλλει το πάθος

είπε, αναγεννάται γι’ αυτό έχει νόημα
κι είπα, ανθίζει
γι’ αυτό δεν πεθαίνει επαρκώς

η γύρη ποτίζει τη διάβαση
περνάμε στην απέναντι όχθη
στην απέραντη όχθη του θανάτου
που σαν με φιλάς δεν με νοιάζει αν θα πάω
όταν φτάνω
λέει μπράβο

*

[Μετάβαση ΙΙ]

σαρανταπέντε άτομα
κι εξήντα μετανάστες
τσιγάρα για δάχτυλα
βαλίτσες για πρόσωπα
γωνία περιμένουν Ιουλιανού-Μαυροματαίων
για Θεσσαλονίκη μια γέφυρα
μέσα χτίζομαι εγώ

*

δέκα τη νύχτα που σου λέω θα γεράσουμε
γιατί στ’ αλήθεια επιθυμώ να το πιστέψεις
μη με ρωτάς ποιο καφενείο θα επιτάξουμε
πρέφα ή τάβλι, δηλωτή και δηλωμένη
φίλε μου
με γόνατα και πρόσωπα τριμμένα
καρδιές γεμάτες, αδειασμένες αγκαλιές
μέσα τους να γκελάρουνε τα ζάρια
όπως εμείς δυο μεθυσμένοι θα θυμόμαστε
δε θα μας ψάχνει να γυρίσουμε κανείς
κάτω από εκείνη εκεί τη στάση θα στεκόμαστε
κι ενώ οι πόνοι μέσα μας θα έχουνε σιγάσει
θα βγάζει η κάθε μας ζαριά
σαν δέντρο πια μεσόκοπο που η φλόγα το στραγγίζει
μικρούς τριγμούς στα κόκαλα
ήχους ανόσιους
σπαρακτικούς

*

μερικές φορές τρίζεις κι ακούω
τις γρίλιες της ωμοπλάτης σου
τις χαραμάδες των δοντιών σου
στο φως ιχνογράφημα των αυτιών τα αγγεία σου
μερικές φορές τρίζω
νευρικά στις αρθρώσεις
πλημμυρίζω από πόνο
κι όταν λίγο λυγίζω
προσαρτώμαι στο σώμα σου
συνειρμικά

*”Σίνγκερ”, Εκδόσεις Θράκα.

Μάρκος Μέσκος, αύριον πάλι…

αύριον πάλι
βίγλα του κόσμου ήλιε
και υπόγεια κούλα του νεκρού αιμάτου — μίλησέ μου!

Στον ίσκιο ανθίζεις και πονάς
κάλλιο λησμονήσου καθώς ξεχασμένοι καρποί για την κατεύθυνση της γης
κι ανεμοδείχτες ερυθρόδερμοι διαφωνούνε

*Από τη συλλογή “Τα φαντάσματα της ελευθερίας” (1979).

**Από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2025/04/30/markos-meskos-aurion-pali-μάρκος-μέσκος-αύριον-πάλι/