Κεχριμπάρι στα όνειρά μου
Μοβ στη καρδιά μου
Σκιές τέμνονται η μία με την άλλη
μεταξύ των κυμάτων
Και τα κύματα αντιγράφουν μια φωνή.
Λεπτή.
Ένα ξόρκι.
Ενός γλάρου.
Μια ταλάντευση στον άνεμο
μόνο.
Στη μνήμη του πολύ καλού συντρόφου και ποιητή, Αντώνη Στασινόπουλου, δύο από τα ποιήματά του
Απόηχος
Και τι απομένει,
εάν όχι ο απόηχος
όσων με επιμέλεια πράξαμε;
Στους ομόκεντρους κύκλους του σύμπαντος
πουλιά ταξιδιάρικα.
Και καθήσαμε γύρω από το τραπέζι
οι αγαπημένοι
με κρασί
στις σκέψεις μας το τελευταίο ταξίδι.
Κουβεντιάσαμε τα όνειρα
μας συνεπήρε ο χορός των κυμάτων.
Και παραδοθήκαμε στης νύχτας τη σαγήνη
ωσάν πέπλο μας τύλιγε των άστρων το φέγγισμα.
***
Της καρδιάς
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου.
Άνοιξέ το στους ξεριζωμένους μετανάστες,
που σε κοιτούν με βλέμμα κυνηγημένου αγριμιού.
Άνοιξε το στους άνεργους
που χάνονται στις ψευδαισθήσεις των υποσχέσεων
για μια ακτίνα ήλιου.
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιά σου στα παιδιά των φαναριών,
που το κρύο τους περονιάζει τα κόκαλα.
Άνοιξε το σε αυτούς που απέτυχαν να αλλάξουν τον κόσμο
καίτοι προσπάθησαν.
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιά σου
σε όλους τους απόκληρους της ζωής.
*Από την ποιητική συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα” εκδ. Βιβλιοπέλαγος 2004. Τα ποιήματα αυτά ανάρτησε στη σελίδα του στο facebook ο σύντροφός μας Αλέξανδρος Μικρός. Ο Αντώνης Στασινόπουλος διατηρούσε κάποτε το ιστολόγιο Σθένος στη διεύθυνση http://sthenos.blogspot.gr Επειδή διαθέτουμε και τις έξι συλλογές του θα αναδημοσιεύονται ποιήματά του εδώ συχνά.
Σκεπασμένοι με τις φυλλωσιές της νύχτας
έχουμε πια καταλάβει αρκετά:
τη μάταιη εγκαρτέρηση του πόνου
τις φωνές στο υπόγειο μετά την κραιπάλη.
Τώρα δεν είμαστε τίποτα
πλαγιάζουμε με σκιές
ουδέτερα ταξίδια κάνουμε χωρίς προορισμό
πηγαίνουμε στις αγορές απ’ τα χαράματα
οι θέσεις στο λεωφορείο πιασμένες.
Τα καθημερινά μας ρούχα πάλιωσαν
σκισμένες τσέπες και τρύπιοι αγκώνες
ναυτία περιχαράκωσε τις σκέψεις μας
στην τηλεόραση ευνουχισμένες ψυχές
διαλαλούν την πραμάτεια τους
στα γήπεδα άδειες εξέδρες καλυμμένες με χιόνι.
Η ζωή πια, μια χιλιοπαιγμένη παράσταση
με ρόλους τυχαίους, χωρίς διανομή
ο ήλιος μια λάμψη δυστυχίας.
Χιλιάδες ανόητες φιλοφρονήσεις
στο άκουσμα του κέρδους μια συρροή χεριών
θάνατοι ανεπίδεκτοι προβολής
θεωρίες απλωμένες σ’ ένα φορτηγό.
Μια εκκρεμότητα έχω στη ζωή μου:
να παραμένω άνθρωπος.
Νύχτες
γεμάτες θλίψη
συναγωνίζονται.
Το φεγγάρι
καθώς χάνεται
πίσω από τα σύννεφα
μας στέλνει
τελευταίο αποχαιρετισμό.
Το κενό της μέρας
η μικρότητά της
ερημώνουν την ψυχή
κι έρχεται η νύχτα
να κάνει το παιχνίδι της
σε γόνιμο έδαφος.
Σε ψάχνω
να σπάσουμε μαζί
τις πέτρες
τις αλυσίδες της σκλαβιάς
μα δεν σε βρίσκω πουθενά.
Νύχτες
γεμάτες θλίψη
συνωστίζονται.
Χωρίζονται οι καρδιές και τα κορμιά
Σφαλίζουν οι ματιές
τα λόγια πέφτουν στο πηγάδι
κι ύστερα, σηκώνουν το κεφάλι
με τα αόρατα κλάματα
κοιτούν εκστατικά κατάματα ένα ψέμα
και διατείνονται
διαφορές κι ανείπωτα
κι ούτε ένας δεν τολμά να μολογήσει
πόσο άδεια είναι η καρδιά του
για να υπάρξει
σε μιας άλλης καρδιάς τον ήχο
δίπλα
να σταθεί
και να πετάξει!
Κι ύστερα απορούμε γιατί γράφεται η ιστορία μας
ανάμεσα σε δυο πολέμους
σε μύριους ξεριζωμούς
σε αιφνίδιους ξεσηκωμούς
κι άδικους θανάτους.
πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο
αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
-εξάνθημα η φιλοξενία
μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα
είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο
το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν
τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές
το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σ’ έναν
κοκκινο
λαίμη
*Ποίημα και φωτογραφία τα πήραμε από το ιστολόγιο του ‘Εντευκτηρίου”.