Γιώργος Μπουρλής, Κάποιοι πολύ τυχεροί

DANG+digamia

Μπήκα σ’αυτόν τον έρωτα
μ’ ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι
και τα μαλλιά γεμάτα αγριόχορτα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.
Αυτή; Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου.
Με θυμάμαι να της πλέκω με
τις λέξεις μου σκεπάσματα. Και κρυφά, την ώρα που
κοιμόταν, ν’ αγγίζω φοβισμένος τα χείλια,
τις φλέβες στο λαιμό της, τις ρώγες της,
και να μετρώ τα κόκκαλα στα
πλευρά της να δω αν είναι άνθρωπος.
Ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ.
Κι ήταν οι πιο μυρωδάτες οι μέρες και οι ώρες κι όλα τα
δευτερόλεπτα τότε. Ένας πλανήτης
χωρίς καμιά ισορροπία.
Θυμάμαι την πόλη να βάζει τα
ξυπνητήρια της πρωί πρωί να μας
χορτάσει. Εμείς τ’ ακούγαμε και γελούσαμε.
Οι δρόμοι αγριεμένοι από τη ζήλεια
κι ο χειμώνας έκανε πως κορόιδευε,
η νύχτα έλιωνε μόνη τ’ αστέρια της,
καθώς μανάδες ξεχνούσαν τα
παιδιά τους στα σούπερ μάρκετ.
Εγώ; Οξειδωμένο μέταλλο
κι ένα ξεθωριασμένο κομμάτι ρούχο,
έτσι τσακισμένος.
Πληγή καλυμμένη με μια βρώμικη γάζα,
έτσι δοσμένος.
Μπήκα σ’ αυτόν τον έρωτα
με την πιο μεγάλη μου ανάσα. Και δεν βγήκα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.

*Από τη συλλογή “φλέβα που σπάει”, εκδόσεις Εξάρχεια.

Rolf Pohle*, Το όνομά μου είναι άνθρωπος

10471094_861996777207194_6493974138227025648_n

Έχω πολλούς πατέρες κι’ έχω πολλές μητέρες

Κι’ έχω πολλές αδερφές κι’ έχω πολλούς αδερφούς

Οι αδελφοί μου είναι μαύροι κι’ οι μητέρες μου κίτρινες

Κι’ οι πατέρες μου είναι κόκκινοι κι’ οι αδελφές μου ανοιχτόχρωμες.

Κι’ είμαι πάνω από δέκα χιλιάδων χρόνων

Και τ’ όνομά μου είναι άνθρωπος

Και ζω απ’ τον αέρα και ζω απ’ το ψωμί 

Και ζω απ’ το φως και ζω απ’ την αγάπη

Κι’ έχω δυο μάτια κι’ όλα μπορώ να τα δω

Κι’ έχω δυο αφτιά κι’ όλα μπορώ να τα καταλάβω.

Κι’ έχουμε έναν εχθρό, αυτός μας στερεί τη μέρα

Ζει απ’ τη δική μας τη δουλειά

Και ζει απ’ τη δύναμή μας

Κι’ έχει δυο μάτια και δεν θέλει να δει

Κι’ έχει δυο αφτιά, κι’ όμως δεν θέλει να καταλάβει.

Κι’ είναι πάνω από δέκα χιλιάδων χρόνων

Κι’ έχει πολλά ονόματα.

Και ξέρω, θα πολεμήσουμε

Και ξέρω, θα νικήσουμε

Και ξέρω, θα ζήσουμε

Και θ’ αγαπηθούμε

Κι’ ο πλανήτης Γη

Σ’ όλους μας θ’ ανήκει

Κι’ ο καθένας θα έχει αυτό που χρειάζεται.

Και δεν θα πάρει πια δέκα χιλιάδες χρόνια

Γιατί έφτασε η ώρα.

*Ο επονομαζόμενος Τρομοκράτης.
** Ευχαριστίες στον Θ. Μπασιάκο που το έφερε στην επιφάνεια.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Παίζοντας με τον Ρέξροθ

11150543_470127533145499_3696777719588832078_n

What happened to Robinson, 

Who used to stagger down Eighth Street,

Dizzy with solitary gin? 

Where is Masters, who crouched in

His law office for ruinous decades?

Where is Leonard who thought he was 

A locomotive? And Lindsay,

Wise as a dove, innocent

As a serpent, where is he?

Timor mortis conturbat me.

[Thou shalt not kill, II]

Τι έγινε ο γιος του Μανουήλ που σάλταρε 

θολά μες στη «Μαργκώ» κι έκραζε Βρααας–

Βρααας–! Μπουκάλι στη βιτρίνα των μικροαστών– 

Πού χάθηκε ο Ρήγας μετά τη θέση στην

Επενδυτική τοκίζοντας δυο μιλημένες θητείες 

για να γλιτώσει το τομάρι του;

Πού είναι ο Β– που νομίζονταν σκυλί κι 

έβγαινε στη μάντρα να μυριστεί ψυχές; 

Κι η Ντένια σε ποια Βάθης στο Λοτζ να 
πηδιέται;

Ότε ο πένης και αδικηθείς κατελήφθη

υπό στάσης μανία
[Βόλια, ΙΙ]

Σοφία Περδίκη, Χόρεψα

11255210_10206107911032488_7232975263786166545_n

Χόρεψα με πόδια γυμνά 

πάνω σε καμένο χώμα.

Ήταν η μεγάλη του θέρους γιορτή

μου είχαν κλέψει τα παπούτσια

σε ηλικία τρυφερή οι Ακάνθινοι

άλειψαν στα δάχτυλά μου το πιο πικρό οξύ

να μην έχει αίσθηση, έλεγαν, να μπορέσει να σταθεί.

Περπάτησα πολύ πριν φτάσω ως εκεί

Μίλια βήματα, ξυράφια οι αιχμές, 

ανηφοριές να σου κόβουν την ανάσα

και πέτρωσαν οι φτέρνες

απέκτησα σιγά σιγά άκρα φολιδωτά

τα χάιδευα τις νύχτες
πέλη από βελούδα ανάποδα.

Τα φόρεσα, μ’ αυτά χόρεψα στη μεγάλη γιορτή

σε γη καυτή κι ήμουν ήδη μορφή Χιμαιρική.

Ήταν πια αργά

όταν άκουσα τ’ αηδόνι γλυκά να μου λαλεί.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Ψαλιδίζοντας λέξεις από άχρονα στιγμιότυπα

Artwork: James Jean

Artwork: James Jean


Νο 968 ( με χρόνο )
*

με

συγκρούει

ο χρόνος με σχετικότητες,

ταφικά μνημεία 

σε σκιές
με βηματίζουν,

από εκεί,

το παράδειγμα σιωπής:

μια 
συνεσταλμένη ανάμνηση μέχρι αλλού:

στην ανειδίκευτη 

αμμουδιά

της ηδονής,

*

μια ωδή,

στην πορεία του ανέξοδου,

το έλεγες

τότε,

και πως τώρα,

θα 

διαδίδεται

από στόμα σε στόμα


***
Νο 969 (χωρίς χρόνο)

*

με
φιλούσαν μούσες,

εμπειρία

άλλου κόσμου;

όρια επιβίωσης είπε ο θάνατος,

τοξίνη

φαντασίας

στην εντατική

μονολόγησε ο κύριος με τα τρία πόδια

κι εσύ να λες;

πυρσός ασετιλίνης,

*

φορούσες

ριγέ ψιθύρους,

έλεγες 

για το καλό,

κι έπαιζες τις ευκαιρίες σου

με 

το κακό


alexmil ©

Γιώργος Δάγλας: Ξορκίζοντας έναν δαίμονα

δαγλας

Tου Γιώργου Αλεξάτου*

 Αυτοσυστηνόμενος στην τελευταία του συλλογή ως «ελάσσων Επτανήσιος ποιητής», ο Γιώργος Δάγλας δίνει το μέτρο του σεβασμού στη μεγάλη ποιητική παράδοση του τόπου του και συνάμα την υπόσχεση που για μια ακόμη φορά κρατάει: Οι «Καντάδες για ένα δαίμονα» αποτελούν έργο ποιητικό. Όπως και το πρώτο του εγχείρημα, πριν τριάντα τρία χρόνια, «Η μέρα των φωταγωγών». Όπως «Το μαύρο χιόνι» που ακολούθησε στο μέσο της περιόδου από την πρώτη μέχρι την τωρινή τρίτη ποιητική του συλλογή, το 1999. Δεκαεφτά χρόνια από το 1982, δεκάξι έως το 2015.

Γεννημένος στην Ιθάκη, απόφοιτος Ναυτικού Γυμνασίου, που όμως δεν ταξίδεψε τη θάλασσα, χωρίς να στερηθεί το ταξίδι. Πήρε από εκείνον τον Θιακό, τον πασίγνωστο στα πέρατα του κόσμου, τον Οδυσσέα, αλλά περιφέρθηκε σε πόλεις και συνοικίες, κάνοντας πολύχρονες αλλεπάλληλες στάσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Και πάλι στο Θιάκι και ξανά κάπου αλλού. Πολυμήχανος, όπως κι εκείνος, υπήρξε και οικοδόμος και ταβερνιάρης και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κάποιος, για να εξασφαλίζει κάθε φορά τη δυνατότητα να ζει λιτά αλλά με πάθος φρόνιμα καλυμμένο από νηφάλια αντιμετώπιση κάθε χαράς και αναποδιάς, ανάμεσα σε κόσμο της μέρας και της νύχτας. Κυρίως της νύχτας.

Ο Γιώργος Δάγλας είναι γέννημα της μεταπολιτευτικής αμφισβήτησης. Εκείνων των χρόνων που τα μηνύματα της εξέγερσης του Νοέμβρη του ’73 συναντούσαν, με κάποια καθυστέρηση, τα μηνύματα του Μάη του ’68, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ραγδαία, αφήνοντας πίσω της τον μετεμφυλιακό πόνο για να κάνει παρέα με τη θλίψη νέων απογοητεύσεων και νέων διαψεύσεων. Όμως, όπως έλεγε κι ό ίδιος σε εκδήλωση για την Κατερίνα Γώγου, φίλη του αγαπημένη (όπως φίλοι του αγαπημένοι υπήρξαν και ο Νικόλας Άσιμος και ο Λεωνίδας Χρηστάκης και ο Αντώνης Πλούτης, ο «Ρέμπελος»), παρ’ όλα αυτά, «η ελπίδα είναι ότι εμείς συνεχίζουμε». Ότι «υπάρχει ελπίδα. Δεν χάνεται τίποτα. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα». Γιατί ο Δάγλας αναγνωρίζει οφειλές:

Σ’ αυτό το πιτσιρίκι
που κλωτσάει μια ψεύτικη μπάλα
σ’ ένα λασπωμένο στενό.
Στον αντάρτη που παραδίνει
δακρυσμένος το όπλο του.
Σ’ αυτή την παράξενη γυναίκα
που συνάντησες στο σταθμό ενός τρένου
και χάθηκε για πάντα.
Στις φλεγόμενες πολιτείες των εξεγερμένων.
Στα δειλινά των λυπημένων.
Στα ερείπια που ανθίζουν.
Στις νύχτες που σε τυλίγουν.
Στα κόκκινα μάτια.
Στα λυγισμένα σίδερα.
Στην άλλη μέρα, στην άλλη μέρα.
Παντού μπορείς να νιώσεις
την ομορφιά της έκρηξης
αν ελλοχεύει μέσα σου.
 
Ολιγογράφος (είπαμε, μόλις τρεις σχετικά μικρές ποιητικές συλλογές), με γραφή πυκνή και αφαιρετική, αλλά και με λόγο μεστό, με πλούτο εικόνων, με τη ζωντάνια που αναδύεται από την αίσθηση του «είμαι εδώ και το ζω», ο Δάγλας μεταφέρει την παρατήρηση της αλήθειας της κρυμμένης πίσω από τη λουστραρισμένη επιφάνεια του δήθεν. Ή του ντεμέκ, που άκουγε να λένε στη Θεσσαλονίκη:
 
Αυτός ο άνθρωπος
που περπατάει σκυφτός
στην άλλη άκρη του δρόμου,
φαίνεται πως κρυώνει.
Κι όμως,
δεν κοιτάζει ψηλά.
Ξέρει.
Κανένας δε θα τραβήξει την κουρτίνα του
να τον σκεπάσει.

Άλλωστε,

Αυτό το σπίτι
ήταν πάντα εκεί.
Πολλά χρόνια.
Παλιό. Μουντό. Γενναίο.
Κι ακόμα εκεί το βλέπω.
Χαμένο στο χρόνο, μόνο,
να αντέχει
 τον πόνο τόσων ανθρώπων
 που ζήσαν στα σωθικά του
 κι ακόμα να στέκει όρθιο,
 να επιμένει, ν’ ανοίγει και να κλείνει
τις πόρτες του
 σε μια αιωνιότητα
 που δεν θ’ αγαπήσει ποτέ.

#Η ποιητική συλλογή «Καντάδες για ένα δαίμονα» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Φίλντισι». 

*Από το Βαθύ Κόκκινο στο http://tsak-giorgis.blogspot.com.au/2015/05/blog-post_26.html

Βύρων Λεοντάρης, Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα

Βύρων+Λεοντάρης+φώτο

Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυό στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Χρ. Καλλίνου στο http://callinos.blogspot.com.au/2015/04/blog-post_22.html

Αντώνης Στασινόπουλος, Ποιήματα

11067668_1585361611681088_8090726562510396610_n

Ήρθε σήμερα αυτός και είπε:
“Εμείς είμαστε ο Λαός”
Είχε έρθει ο άλλος προχθές λέγοντας:
“Εμείς είμαστε ο Λαός”
Θα έρθει εκείνος, που είναι στην αφίσσα,
αύριο και θα πει:
“Εμείς είμαστε ο Λαός”
Χειροκροτήματα! Επιφωνήματα!
Ο Λαός.

***

Θλιμμένα πρωίνά
Χλωμές παρουσίες στις αφετηρίες
Σιδερόφραχτα κλουβιά
Συμπιεζόμαστε, σε θέσεις σκλαβιάς.
Ματιές μηχανικές, επαναλήψεις δρομολογίων
Πόρτες εργοστασίων κλείνουν ηλεκτρονικά
Ο χρόνος περνά 313,314,315 ….
εκατομμύρια παρών.
Οι σύριγγες αναρροφούν δειγματοληπτικά.
Πάρτε τη σύνταξή σας
Ευχαριστούμε για τη ζωή σας.

***

Κτύπος στην πόρτα
Αντιλαλεί στο δωμάτιο
Κτύπος στην πόρτα,
απάντηση καμμιά
Γιατί δεν υπάρχει κανείς
Όσοι ήθελαν να ζήσουν έφυγαν.
Εμείς μείναμε μέσα στα ντουβάρια
για να ακούμε τους κτύπους μας.

***

Ο υπόνομος στην άκρη
Ένα κεφάλι ποντικού προβάλλει
κοιτά, κοιτάει γύρω του.
Ξεθαρρεύει και βγαίνει
Κάνει βόλτα δίπλα στο πεζούλι
Φωνές. Δείχνουν κάποιοι το ποντίκι.
Αυτό κοιτά γύρω του.
Κάνει να γυρίσει, δεν πρόλαβε
‘Ένα κεφάλι ποντικού στον υπόνομο βγαίνει κοιτά,
βγαίνει κοιτά, βλέπει έναν άνθρωπο
Μια έκφραση αηδίας
Γυρίζει πίσω.

*Από την πρώτη ποιητική συλλογή του Αντώνη Στασινόπουλου “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”, Ανεξάρτηση έκδοση χωρίς αναφρά σε τόπο και χρόνο έκδοσης.

Αλέξης Τραϊανός, Επισκέψεις

Νικόλαος Λύρας, Leaving

Νικόλαος Λύρας, Leaving

Αυτές οι ξεθωριασμένες ομολογίες του χτες
Επισκέπτες που κυκλογύριζαν ολημερίς
Για νάβρουν ένα σπίτι πούμεινε κλειδωμένο
Υαλοπίνακες αφημένοι
Στη θαμπή πρόσθεση των ετών
Φωτογραφίες που άρχισαν να πληθαίνουν
Μέσα στα μαύρα περιγράμματά τους
Τι θέλουν

***

Αυτοί οι απρόσκλητοι επισκέπτες
Φύγανε
Διωγμένοι

***

Σαθρές καρέκλες
Φιλοξενούν την υπομονή τους
Μετρημένη σε βάρος

***

Πού να τους βάλω να καθήσουν
Τις σαθρές καρέκλες
Πώς να δικαιολογήσω

*Από αφιέρωμα στον ποιητή του περιοδικού «Ένεκεν», τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014.

Μίλτος Σαχτούρης, Η μητέρα

11136667_819726414780685_7372408790305787574_n

Ἔψαχνα νὰ βρῶ τὸ σπίτι μου. Οἱ δρόμοι ἦταν

γεμάτοι ἐρείπια· μοναχὰ τοίχους πεσμένους καὶ

πέτρες ἔβλεπες· κι οὔτε ἕνας ἄνθρωπος δὲν φαινόταν.

Καὶ τότε φάνηκε ἡ ἄρρωστη μητέρα.

Ποτὲ δὲν ἦταν τόσο καλά, γεμάτη ἐνέργεια καὶ δύναμη,

μὲ πῆρε ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα

συμπαθητικὸ δωμάτιο, τὸ σπίτι μας.

Ἐγὼ ἔκλαιγα, ἔκλαιγα γοερά…

Κι αὐτή: Μὴ κλαῖς, ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά του.

*Από τη συλλογή “Έκτοτε” (1996).