*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”, εκδόσεις προςποίηση, που περιέχει 19 ποιήματα της Λίνας Φι και 8 σχέδια της orgbalmaria
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Αλέξης Τραιανός, Η ενέδρα
Εις μνήμην Ρ.Κ.
Μ’ αδιάφορο χέρι έκοψαν το νήμα της μουσικής
Ήρθαν κ’ εγκαταστάθηκαν γύρω μας
Με βρώμικα δάκτυλα
Φύτρωσαν κι αυξήθηκαν
Βρήκαν το έδαφος για καλλιέργειες πρόσφορο
Είχαν τα πιο σκληρά μάτια
Και μας πυροβολούσαν
Μάς σκότωναν ολοένα μάς σκότωναν
Δεν έχουμε καταφύγιο
Μια κρυμμένη πόρτα
Ένα κλεισμένο σπίτι
Ν’ αναθρέψουμε τα παιδιά που γεννήσαμε
Θυμήσου πόσες φορές σε σκότωσαν
Και συ τραγουδάς ακόμη
Μιλούνε οι νεκροί
Ουρλιάζουν φίλε μου
Λίγοι ακούνε
*Από αφιέρωμα στον Αλέξη Τραϊανό στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2014.
Χρήστος Αζούρης, Δύο ποιήματα
Πυκνό πεύκο
Παραδεχόμενος
πως στο πρόσωπο βρίσκεται
ένα κρυσφήγετο
(Η απότομη
διχαλωτή χαράδρα
ανάμεσα στα μάτια)
Έχω μια διάθεση
να μυρίζω
τον εύθραυστο καιρό
Kάτω από υπόστεγα πλήγματος
με τις ορδές των περιστεριών
να με κοιτάζουν
Κοιτάζω μακριά
ένα κομμάτι
ωκεανού
να υλοτομείται.
***
O φόβος
Μέσα μου
Εκεί που σχίζεται η ομορφιά
Και στρίβει ο εφιάλτης
Επαναπαύεται
Ερπετό
Έξω εκεί, εκεί απ’ έξω
Όπου οι στιγμές περνούν
Μέσ’ από πικρόχολα κόσκινα
Ξεφλουδίζει
Και ξεπετάγεται
*Από την ανέκδοτη συλλογή “Το εγχείρημα”.
Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο – Διαβάζει ο Κώστας Δεσποινιάδης
Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,
ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη
υγιεινής,
που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες
μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους,
που βρήκαν την κόμισσα Seroxat να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου
συντροφιά με τον βαρόνο Tavor και τη μακρινή εξαδέλφη του ―
αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού παροράματος ―Xanax,
που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά
χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ και πειραιώτικους δρόμους,
αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,
που πάρκαραν τα Cherokee τους στα λιθόστρωτα του Ψυρρή
κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική ξανθιά
–που δεν ήταν φυσική ξανθιά– που τρέκλισαν και σκόνταψαν στο ανυπόληπτο φιλιατρό
επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα στη Κατανάγκα,
που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει «Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές
απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,
που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή
με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ και το Πρόβλημα της Αναπηρίας
στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν στην Αθήνα
θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ το μακρύτερο
μανίκι της μεταμοντερνίλας,
Continue reading
Στέλλα Δούμου-Γραφάκου, Ναυαγός
Σε έρημη παραλία τα όστρακα αποφεύγουν τα λεμόνια.
Νηστικό φιλί ψάχνει ρούμι για να γίνει ανθολογία.
Στο πουθενά , νομίσματα κάνουν τραμπάλα
το κυματάκι τους γλείφει τα δάχτυλα.
Εσπερινοί λωτοί βρίσκονται δύσκολα, και πώς να τους ξεπατικώσεις;
Ούτε ένα πιάνο με ουρά δεν έχει ξεβραστεί
Να γαργαλήσει τα πλήκτρα να ξεχαρμανιάσει η ερημιά.
Η φύτρα του Ποσειδώνα, χωράει στα γραφτά του ναυαγού.
Τον δένει χειροπόδαρα, δαγκώνει την καρδιά του,
τον αλείφει με ιώδιο βαθύ κι αψύ κι αφήνει μόνο ένα μικρό μπάλωμα
καθαρό δέρμα στη φτέρνα, να θυμάται πως είναι άνθρωπος κι όχι ψάρι.
Γι αυτό προσέχει πολύ να μην πατήσει αχινό τις νύχτες
που χορεύει χούλα -χουπ με τ’ ωκεάνιο φεγγάρι
Τα αλατισμένα χρώματα τον έχουν από καιρό τυφλώσει .
Πότε -πότε νομίζει πως βλέπει φάλαινες
που τον ψάχνουν για να τον καταπιούν.
και κρύβεται.
Πλοία γκρίζα, μακριά..
*Από “Το Βαλς των Νικημένων” στο http://www.bibliotheque.gr/article/47783
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Δύο ποιήματα
Ο Ελευθεριακός, Οι Καιροί
Στη θάλασσα πριν αιώνες πνίγηκα
στους καιρούς σας το σώμα μου ξεβράστηκε
αποδιοπομπαίο, μισό, κενοτάφιο χρόνου
γέρικος μορφασμός σε πρόσωπο παιδικό
μισοτελειωμένη φράση πάνω στα χείλη τους
όπως οι ρυτίδες σε χαμογελαστά μέτωπα
και τη γλώσσα τους
που ζητάει φτήνια
μόνο να ακούγεται θέλει
να γλείφει
να τσακίζει κόκκαλα.
Τα χέρια μου στα σκοτάδια των εποχών κόπηκαν
το μυαλό μου φορτώθηκε ενοχές παιδιών
φωτιά και νερό
πόλεμο.
Ατσάλινα λόγια ακούγονται από ιερά μεγάφωνα
και οι καμπάνες χιλιάδες χρόνια
μανιασμένα να χτυπούν
να καλούν πιστούς.
Άπιστος εγώ
με ευαγγέλια λειψά, χάρτινα
που οι λέξεις τους μυρίζουν αίμα
μίσος
κακία
απελπισία
και εναντίον μου στρέφονται
όπως οι ριπές του ανέμου
και εναντίον τους τις στρέφω
οργή προκαλώντας.
Όλα τα βράδια της αποστροφής τους
τα δικά μου όνειρα γεννούσα
τις αναιμίες μου έτρεφα
τις ασθένειες του κόσμου θεράπευα
το σώμα μου γύρευα να λυτρώσω.
Εκείνοι
το κεφάλι γυρίζανε σαν σβούρα
ακατάληπτα
έξω το μέσα τους έβγαινε
κι ο κόσμος μύρισε υποταγή
η άνοιξη ακρωτηριάστηκε
χιόνι έγινε το κενό
και ψυχρός άνεμος.
Το υγρό σώμα μου
μονομιάς πάγωσε στα χέρια τους
κι οι θάλασσες των αιώνων
μικρά ταφικά λιμάνια και καθρέφτες
είδωλα των καιρών σας έγιναν
κι εγώ
ένας αντικατοπτρισμός των φόβων σας.
*Ο Ελευθεριακός διαχειρίζεται τα ιστολόγια Ελευθερία Ή Τίποτα στο http://eleftheriahtipota.blogspot.com/ και Σκοτάδι και Φως στο http://skotadikaifws.blogspot.com/
**Το παρόν ποίημα πάρθηκε από εδώ http://toparathyro.com/2015/05/16/%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/
Benjamin Solah, The world doesn’t make sense
Μνήμη Αντώνη Στασινόπουλου
Φώτης Αγγουλές, Έκθεση
Οι γιατροί
επιμένουνε, Φριτς,
πως η μνήμη μου θα ξανάρθει.
Το πιστεύω.
Τα μάτια σου ήτανε
σαν τον ουρανό της πατρίδας μου
και είχες καρδιά παιδική.
Εγελούσες σαν άνοιξη.
Μη νομίσεις πως είμαι
ο ταγματάρχης του Ασάφενμπουργκ,
κι ούτε ξέρω ποιος είμαι.
Πες πως είμαι κι εγώ ένας άρρωστος
από ένα νοσοκομείο της Βρέστης,
πες πως είμαι μια σπίθα απ’ το Αμβούργο!
Κι ίσως πέρασα κι απ’ την Κολωνία
και το Περόρτσιμ.
*Aπό την συλλογική έκδοση «Ποιήματα», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011. Εμείς το πήραμε από τον Ποιητικό Πυρήνα στο s
http://ppirinas.blogspot.gr/2015/05/blog-post_21.html









