Είναι ένας καλαμώνας όπου πέφτει μαύρη βροχή.
Είναι ένα δένδρο μελανό, που στέκει μοναχό.
Είναι μια ανεμοσυρμή γύρω απο άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο αυτό το βράδυ.
Η τρυφερή ορφανή
Περνά μπροστά απο το υποστατικό μαζεύοντας γλίσχρα στάχυα.
Τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά και χρυσαφιά στο λυκόφως
Και η αγκαλιά της όλο προσμονή για τον ουράνιο μνηστήρα.
Γυρίζοντας στο σπίτι
Οι βοσκοί βρήκαν το γλυκό κορμί
Σαπισμένο μέσα στον ακάνθινο θάμνο.
Ένας ίσκιος είναι μακριά απο σκοτεινά χωριά.
Ήπια απο την κρήνη του άλσους
Τη σιωπή του Θεού.
Στο μέτωπό μου πέφτει μέταλλο παγωμένο.
Αράχνες αναζητούν την καρδιά μου.
Είναι ένα φως, που στο στόμα μου σβήνει.
Τη νύχτα βρέθηκα σε μια ερείκη,
Ατενίζοντας τα απόβλητα και τη σκόνη των άστρων.
Μέσα στη λόχμη της λεπτοκαρυάς
Ήχησαν άγγελοι κρυσταλλένιοι.
*Από το βιβλίο “Γκεόργκ Τρακλ, Ένας Οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο”, Εκδόσεις Νησίδες 2014. Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
Άρα
υ π ά ρ χ ω
σ’ αυτην εδώ την κάμαρα
ένα αχαμνό τρεμάμενο φως
σ’ αυτή την πόλη
σ’ αυτό το αστέρι
σ’ αυτό τον έναστρο ουρανό
σ’ αυτό το συμπαν
το άπειρο
που ολοένα διαστέλλεται και διαστέλλεται
μές στο προαιώνιο τίποτα
και δεκάρα δεν δίνει αν υπάρχω / και σε σκέφτομαι
και δεκάρα δεν δίνει για την υπαρξιακή μου
ανατριχίλα
απόψε
(χίλια τόσα κοσμοτέρμινα μετά το ξακουστό
BIG BANG
Άλλα τόσα πάνω-κάτω πριν το BIG BUFFF)
*Από τα “Αγγούρια και μαργαρίτες”, Άπαντα Τ. 1/2015
Ούτε ανάσα δεν μ’ άφησε να πάρω
Το γουρούνι πίσω απ’ το γκισέ.
Με το που με είδε να μπαίνω
στο σπίτι μου,
πετάχτηκε στα δυο του πόδια
με τα κόκαλά του αγκαλιά
και τη κοιλιά σκισμένη.
Λυπάμαι, κύριε,
Μου είπε πριν ψοφήσει. Αργήσατε.
Είναι πιασμένες όλες οι θέσεις για τον ήλιο.
***
η ποίηση της θλίψης
Όταν είμαι πραγματικά λυπημένος
δεν γράφω ποιήματα,
δεν κοροϊδεύω τον εαυτό μου και τους άλλους.
Όταν είμαι πραγματικά λυπημένος
μένω εκεί.
Στην ύπαρξη.
Υπάρχει μεγαλύτερη κατάθεση ψυχής
απ’ την ανάσα;
*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδόσεις Πολύτροπον, 2012
Apri gli occhi e guarda,
Guarda nel silenzio.
Li la tua natura si palesa.
Nel silenzio vive il tutto.
Nel silenzio vive il vero.
Nel silenzio c’è l’essenza.
Nel silenzio s’innalza un inno
Che a spirale sempre scende
Nell’attesa di compiere
ciò per cui sei destinata.
Scendi nel silenzio
Ed esplora il tuo sentire
E assurgi a nuova vita.
Open your eyes and look,
Look in the silence.
Li your nature can be seen.
In the silence lives the everything.
In the silence lives the true.
In the silence there is the essence.
In the silence s ‘ raises an anthem
That always comes down to spiral
In anticipation of make
This for which you are doomed.
Down in the silence
And explore your hear
And rise to a new life.
Άνοιξε τα μάτια και δες,
Κοίτα στη σιωπή
Λι η φύση σου έχει αποκαλυφθεί
Στη σιωπή ζει το κάθε τι
Στη σιωπή ζει η αλήθεια
Στη σιωπή βρίσκεται η ουσία
Στη σιωπή ανθεί ένας ύμνος
Που κατεβαίνει πάντα ελικοειδής
Κάνοντας εκ των προτέρων
Αυτό για το οποίο είσαι προορισμένος
Να κατέβεις στη σιωπή
Και να εξερευνήσεις την ακοή σου
Και να αναδυθείς σε μια νέα ζωή
*Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. Το αρχικό στα ιταλικά μαζί με τη φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύεται στο http://marcellomeo.wordpress.com/2015/04/27/nel-silenzio-yasmine1982/
Through the mist is the Indian Ocean. A body of water.
Waters filled with bodies. On my way to Christmas Island
I flew over this ocean, heard the cries of the drowned,
of the loved ones of those who have become
my loved ones. From the plane’s window
I saw arms reaching toward me and grabbed
each hand only to find they were the ripple
of a choppy sea seen from above, not within.
I am told that in the deepest ocean,
when you know that your boat is about to break,
the water is dark, darker than anything known.
No-one tells me what colour this darkness is made of.
They tell me, with astonished eyes,
‘It is so so dark, so dark’.
Eyes float away.
On this dark day, I struggle to find the edges of the ocean.
Grey leads to grey. Sky to water. My eyes cannot distinguish
where it begins. The ends have washed into a river
mined for petty politics, salt and sand.
Water and bile become indistinguishable
amongst an impetus to consume and regurgitate
bodies; bodies of loved ones
who have become my loved ones.
The becoming of a loved one is a mystery of listening
and love. A becoming that struggles against voids. Voids
with slippery wet edges that collapse. When I sink
I discover, over again, that there is no way
to fill a void – be it mine or yours.
Water will not soothe.
Poetry echoes only absence.
Some wounds are too deep to enter.
“Σε τι να συναινέσω;”
εδώ βαλλόμαστε από παντού
στα χαρακώματα του κόσμου πανικός
αρχιτεκτονικές δομές
πληγές τεράτων
μεταφυσικές γραμμές
–είναι όλα λάθος–
στόματα χάσκουν στο κενό
πλανητικές σκιές
άστρα βουλιάζουν στον βυθό
και εκρήγνυνται και σβήνουν
κόσμοι φουσκώνουν σαν νερό
Κ’ εμείς φυτρώσαμε κάτι ψελλίσαμε
και τραγουδήσαμε
δεν ηρεμήσαμε
τη σκόνη την τινάξαμε
τα κόκκαλα πετάξαμε στον ουρανό
σαν δορυφόροι γύριζαν
ωσότου…
αφού είσαι ηλίθιος
θα εναρμονιστείς
στο τέλος μάλιστα θα εκτοξευθείς
γύρνα και πάλι στο κενό
χωμένος μες στον αστρικό γιακά
του σύμπαντος
*Δείγμα γραφής το τρίτο ποιητικό μου βιβλίο του Πέτρου Γκολίτση “Η σάρκα των προσωρινών”. Η πρώτη παρουσίασή του θα γίνει στη Θεσσαλονίκη την Τετάρτη, 24 Ιουνίου, στο κέντρο της πόλης, στον πεζόδρομο της Παπαμάρκου (πλατεία Άθωνος), στο ίδρυμα Υδρία.
Πράσινη λάμψη φεγγαριού
Πάνω από μενεξεδένιους χορευτές
Πιάνουν φωτιά οι κορυφές των ίσκιων
Ξεχνούν ξεχνούν
Ξεχνούν ξυπνούν με γνώση βαθιά πέφτουν στο πηγάδι
Που κελαηδούν τα αηδόνια
Στην ανθισμένη ροδιά
Είσαι δίπλα μου
Σαν πουλάρι που κολυμπά αργά ανάμεσα στα φύκια
Σε μια γυμνή θάλασσα
Που δέκα χιλιάδες πουλιά
Απλώνονται σαν κυματιστό φουλάρι
Πάνω στο μακρύ κύμα του ύπνου.
***
Αξία στέρφα
Έμποροι, κληρικοί και χαφιέδες,
Συγχέουν πάντα την τιμή με την αξία.
Η μακρόχρονη επιστημονική
Διαφθορά της σύγχρονης φιλοσοφίας –
Οι εκπαιδευτές της αστυνομίας συλλογίζονται
Του Πιλάτου το δίλημμα. Ο Ιούδας συμβουλεύεται
Τους καλύτερους δικηγόρους επί των φορολογικών.
*Από το βιβλίο “Κένεθ Ρέξροθ Ποιήματα” σε εισαγωγή, επιμέλεια και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά. Εκδόσεις Ηριδανός 2014. Σε.λ. 36 και 78.
There are always ways of avoiding prosecution
for instance if you’re suffering from something akin to melancholia
or ― ideally ― you write paranoid verses such as
“Soldiers have eyes to see with’
or “Sergeant, I’m colour blind; I see the target as my heart’.
There’s ways.
But if you’re now certain in your mind that through bribery
you’re paying for another to have his own way
collect from every corner what remains of your despair
and steady
and composed
as a prompter
go whisper the words that need be enounced
by prosecutors and court-martial officers.
When in jail don’t count the days.
As you observe the forecourt narrow bit by bit
it’s best for you to shorten your own stride.
Best also you should make light of reports.
Ceremonies, party turncoats and elections
probably have as much effect on the passage of time
as the evening sea breeze
on coal miners lamps.
Then again if you can’t go on living without hope
build your dreams upon earthquakes,
These ― everything’s possible ― may grant you
the lovely journey
of a transportation.