Μαρία Σερβάκη (1930-2015)

maria-servaki

Η ποιήτρια Μαρία Σερβάκη, αντισυμβατική και ιδιαιτέρως αγαπητή στους ομότεχνούς της, πέθανε την Πέμπτη, 18 Ιούνη 2015, σε ηλικία 85 χρόνων, στον οίκο ευγηρίας όπου φιλοξενείτο τα τελευταία χρόνια, και κηδεύτηκε την Παρασκευή, 19 Ιούνη 2015, στις 5 το απόγευμα, στο Νεκροταφείο Βύρωνα.

Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1930. Σπούδασε Αρχαιολογία και Αγγλική Φιλολογία. Εργάστηκε ως ξεναγός και για πολλά χρόνια ως καθηγήτρια σε σχολεία της Ελλάδας και του Λιβάνου. Ήταν ενεργό μέλος και υποστηρίκτρια πολλών φιλοζωικών σωματείων.

Πρωτοπαρουσιάστηκε στα Γράμματα το 1954, δημοσιεύοντας ποιήματα στο περιοδικό «Αθηναϊκά Γράμματα», ενώ συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Λέξη» και την «Πάροδος».

Η ποίησή της υφολογικά παραπέμπει σε γνωστές ποιήτριες της εποχής, τη Μελισάνθη, τη Μυρτιώτισσα κ.ά. Το δημοτικό τραγούδι και η πολυφωνική ποίηση θα αφήσουν το στίγμα της στα ποιήματά της της δεκαετίας του ’70, ενώ από τη δεκαετία του ’80 στρέφεται στον σουρεαλισμό. Είναι η εποχή που ζει στην οδό Άγρας απέναντι από το σπίτι του Σεφέρη, δακτυλογραφεί και μοιράζει τα ποιήματά της χέρι με χέρι.

Η Μαρία Σερβάκη με την ιδιότυπη ποίησή της και την “υπέρλαμπρη στίλβη των στίχων της”, όπως χαρακτηριστικά έχει πει ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, φαίνεται πως ακουμπά ιδιαιτέρως τους αισθητήρες των νέων κυρίως ποιητών.

Όμως, παρ’ ότι εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Περιπέτεια» (1956), «Ενδυτροβαράν» (1971), «Μυστράς» (1972), «Ο άλλος κήπος» (1983), «Περίπατος και σχόλια της Σέρκετ Μπαστ Ρα στους χώρους των ανθρώπων» (1992), «Αποσταθεροποιήσεις σε συχνότητες αντιεπιστημονικής φαντασίας» (1995), «Το φίδι – Μία Ιεροτελεστία» (1998), «Μήδεια» (2003), «Οδοιπόρος» (2014), πλην της τελευταίας, ελάχιστα ποιήματά της μπορεί να βρει κανείς στο εμπόριο ή το Διαδίκτυο.

Τώρα ετοιμάζεται συγκεντρωτική έκδοση της ποίησής της, η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει στο τέλος της χρονιάς.

Συλλυπητήρια για τον θάνατό της εξέφρασε η Εταιρεία Συγγραφέων, της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος.

c89282a1-7c58-47c4-a58c-4b7c3f0d0be8

Θα επιστρέψει.
Ο έρωτας αυτός
θα επιστρέψει
Που σ’ ερεθίζει πάντα με την άνοιξη.
Και προς το βράδι από το κύμα
Το βαρύτιμο πανί θ’ ανασηκώσει.
Τις φυλλωσιές της μακρινής της κόμης.
Τ’ ανύπαρχτά της πόδια
από το φεγγάρι διάτρητα.
Και θάρχονται για να λουστούν οι αγαπημένοι.
Το βλέμμα της εκείνη στολισμένη κατά το
Πέλαγος
θα στρέφει
τα πουλιά.

*Από το http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Parodos/6/3.html

Nάσος Αθανασίου, Εν υπνώσει

11538968_854215224616072_2707656290927968107_o

Νέα Κυκλοφορία
ΕΝ ΥΠΝΩΣΕΙ
Εξώφυλλο: Πίνακας του Odilon Redon
νεοελληνική ποίηση
44 σελίδες,
6,39 ευρώ, e-book: 3,59 ευρώ

Άστεγος ξανά μα φωτεινός, στο ίδιο παγκάκι
χωρίς παλτό και πλάτη ξέσκεπη
βλέπω πια τα πεφταστέρια να προσπαθούν να μάθουν σημάδι.
Συνειρμικά θυμήθηκα ένα παλιό κόλπο
που κάνουν οι ιδιοκτήτες σπιτιών σε μελλοντικούς ενοικιαστές.
Για να κρύψουν τη μούχλα από την υγρασία
περνούν τους τοίχους δεύτερα και τρίτα χέρια μπογιά.
Δεύτερα και τρίτα χέρια μπογιά.
Μαζί και ταυτόχρονα.

*O Νάσος Αθανασίου γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε Εφαρμοσμένη Στατιστική και εργάζεται ως μαθηματικός στη Μέση Εκπαίδευση. Η ποιητική συλλογή ‘Εν υπνώσει’ είναι το πρώτο του βιβλίο.
Preview του βιβλίου:http://www.vakxikon.gr/content/view/2267/4678
Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο του Βακχικόν, Ασκληπιού 17 Αθήνα.
Διακίνηση: Αχιλλέας Σίμος, Μαυροκορδάτου 9 Αθήνα.
Και σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ένα ανέκδοτο ποίημα

4617941089_527x748

Έτσι, καημό το ΄χω…
Αυτές οι συλφίδες του τηλεμάρκετινγκ
Να πουν για μια φορά την αλήθεια
Για μια φορά να ξινίσουν τα μούτρα τους
Μη αποδεχόμενες το ρόλο
Πετώντας μάσκες και μικρόφωνα
Όλα να τα βροντήξουν
Και να φύγουν!

Yorgos Blanas, Warrior

original_Thersites2

(In the pandemonium that followed the quarrel between Achilles and Agamemnon, Thersites
was attacked by Odysseus and took refuge in his tent. Odysseus chased after him and after
boasting that he would kill him straightaway if he ever set eyes on him again, he went away
leaving the ugly warrior angrily muttering to himself.)

The scoundrel has disappeared. But
he’s watching me. I sense it, I can practically see him,
cowering in his mug’s dirty shell,
that spiteful eye nervily playing with vengeance
like an unearthed bone.
Ugly cur! I’d turn him into food
for the mongrels that with comic eagerness
ran to meet us we arrived in this slaughterhouse.
(Some campaign! For ten years now,
we’ve been offering the perfect regime
to a populace of drooling tetrapods:
freedom for them to foul on us,
equality in the rending of our guts,
fraternity with the tics that feast
on the shortfall of our blood.
Fine! Fine! With grunts filled with rotten teeth
and bubonic spasms generation upon generation
will laud the endurance of the Greeks:
that persistent honing of a name
that wasn’t even a rod.)
Drunkard! I’d drown him in the blood
that he so meticulously nurtures,
devouring others’ hopes and dreams and expectations,
if I didn’t know that his wolves would run wild
blinded by the smell of their brother’s death.
Blinded by the smell!
Imbeciles; incompetents!
When have you ever felt something whole?
When have you ever recognized something pure?
When have you ever toiled for something your own?
“All this slaughter can be endured by a soul
only as individual stimuli,” Nestor says.
Where does the old man find such composure?
He assumes those unwashed failures of sound limb
have a soul.
That permanently good intention sickens me.
He nurtures it in his plinth gaze like a pet wound:
obese, arrogantly laconic, irritatingly slothful.
Some kind of immunity must be keeping it alive
after so many infectious denials.
A warrior has to know when he’s in danger of crying.
There are no eagles among people.
I can’t imagine prudence as a knife
that you leave on the dining table, when you go out to battle.
That image is one of the old man’s best,
though not the most popular in a herd unable to comprehend
the meaning of a sentence with more than three words.
I cannot conceive of a system of values that you wash
and hang out to dry when it gets soaked in wanton blood.
That image is mine.
Except that I am not willing in poetic verse
to play up to the hypocrisy of the assemblies.
They came here for plunder and parade
the wounded honor of their race
like an old whore among the carcasses.
(But only up to a point are the dead harmless).
I came here for plunder and I know I may end up
from one day to the next as plunder.
There’s nothing I can do about that.
(Nothing more by me).
“The ugliest man who came to Ilium.
Bandy‐legged and lame in one foot.
His shoulders curved forward
meeting over his chest.
And above, an elongated head
with a little hair on its crown.”
Just so, my blind bard, just so!
The ugliest man, but not the only one,
though perhaps the most appropriate for supplying material
intended to stimulate words’ natural slothfulness.
Words are slothful, my dear friend, I can assure you.
They have a mania for sitting on what they want to say,
until it stinks.
Then, they fly to another… coop, let’s say.
What can you do during that short flight?
At any rate your winged words may be a decent idea.
I very much doubt if you know that.
As for me, I know what I know, what I must do, what I can hope.
I’ll go out even if it means a bloodbath.
I need to pee.

*Translated by David Connolly.

Dave Rendle, I am (a poem for refugee week 15-21 June 2015)

images

I am everyman,
I am everywoman, every current,
every breeze,
I am in exile, looking for a home,
I am universal, a citizen of the world,
I am no trespasser,
I come in peace,
I am the colour of rainbows,
I drift among a mass of people,
seeking refuge, carried on storms,
I am a witness of the world of of poverty and war,
I was born into revolution, turmoil and strife,
in rubble to the sound of bullets and explosions,
my neighbours are dead, my friends are lost,
I have escaped persecution and oppression,
I am in search of freedom and hope,
but I am refused, and given no welcome,
I am vilified and abused, told to shut my mouth,
I ride waves of persistence, move in many directions,
I am the blood and soil of humanity,
I carry the kiss of diffrent languages tonque,
I arrive with the weight of dignity,
I have fled sleepless and anquished nights,
I am a world of believe and struggle,
moving onwards with memory and survival,
my voice rings out on all continents,
I am an endless river, releasing currents of endurance,
I am tired, but will not be silenced or confined no more,
I am a dream that never ever fades

Βάγια Κάλφα, Δύο ποιήματα

drawing4

ΣΠΟΥΔΕΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ

Ήσουν σίγουρη
Κι έπειτα πόνταρες πολύ
Σε αυτή την εξάντληση:
Τα χέρια του
Θα επιβεβαίωναν τις άκρες σου
Κι όλες αυτές οι σαχλές φιλοσοφίες
Περί ανυπαρξίας
Θα σταμάταγαν
Όμως το πρώτο τσιγάρο
Είναι αμείλικτο
Πάντα

***

ΠΟΙΗΣΗ

Όπως όταν βάζεις την τελευταία πινελιά
Σ’ έναν κατάλευκο πίνακα

*Από τη συλλογή «Απλά Πράγματα».

Νίκος Κροντηράς, Σε άκουσα αιώνια μακριά…

Franz Kline, phonebook

Franz Kline, phonebook

ΣΕ ΑΚΟΥΣΑ ΑΙΩΝΕΣ ΜΑΚΡΙΑ
ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΡΕΧΩ
ΦΩΣ ΓΟΝΑΤΙΣΕ
ΝΑ ΠΡΟΛΑΒΩ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΠΟΥ ΜΕ ΖΗΤΑΕΙ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΚΟΥΣΑ
άνθρωποι κάποτε
με τα βλέφαρα δεμένα
κλειστά μάτια
δεν έβλεπαν άγγιζαν έγλυφαν πίστευαν πέτρες…
(Μου δώσανε να φάω τ’ αδέρφια μου όταν δεν ήξερα
Απ’ την αηδία γύρισαν τα μάτια μου ανάποδα
κι είπαν πως δαιμονίστηκα
Γύρω μου εμετός
Εγώ που δεν έχω τίποτα
γιατί ν’ ακολουθώ τους νόμους αυτών που έχουν;)
Ύστερα
βρίσκαμε τους θεούς μας σκοτωμένους περίεργα
στην έρημο στους βάλτους
σε νέους βάλτους
στα μεγάλα δάση
πεσμένους
ξεβρασμένους στις θάλασσες.
Ο άνεμος έπασχε πάνω απ’ το χώμα
και δεν ήταν οι δολοφόνοι καθόλου δυνατοί
μα είχαν επίτηδες άγνοια
μιαν αβλεψία παρελθοντική
Το μαχαίρι μπηγμένο στην σάρκα
τριάντα τη μέρα δεν είναι μόνο τ’ αργύρια
μια λίμνη από λάδια και καυτές μηχανές
ο φόβος ήταν
η μισή βάρκα
και η νεκρή κοπέλα στα χέρια μου,
των γερόντων η σκάλα η σάπια
από δω ρίχνουν τα παιδιά
τα σκαλοπάτια κουβαλούν το κατέβασμα.
Σε βροχή από ανδρείκελα και σωλήνες
το νερό παγιδεύτηκε
στα σκοτάδια ρίξαν τη μέλισσα
κι όποιος να βόγγηξε πνίγηκε
σα να μην υπάρχουν διψασμένοι.
Ο πόλεμος άρχισε μόλις τέλειωσε ο πόλεμος
ο πρώτος μονόλογος κι ο τελευταίος.
Το θηρίο έχει ανθρώπινα δόντια
και στο μέταλλο συνηθίζοντας
δεν σε πειράζει ούτε η σκουριά ούτε το αίμα.
Να λοιπόν γιατί το φως ενοχλεί τον αιώνα
και η αδερφοσύνη είναι λέξη μεγάλη
γιατί δεν υπάρχουν αξίες όταν πεθαίνουν παιδιά.
Αρχαίες κολώνες και δάκρυα
σύννεφα άμμου πετρωμένα πουλιά
σιδεροσκελετωμένοι ευνούχοι δέονται στην έρημο
τα δόντια της πληγής δίνουν οστά και γυρεύουν σάρκα
Ο καιρός είναι δηλητηριασμένος
χείλια που προσμένουν φλογέρα
την ευκολία στην συγκέντρωση σκελετών
τόσοι κορμοί δέντρων ξεραμένων.
Σπάνια οι θεοί είναι αληθινοί
σπάνια δεν τους προδώσαν οι άνθρωποι,
καταμετράει λάθος το ρολόι τους
και περιμένει
το λευκομασκαρεμένο μαύρο ότι θα πουληθώ.
Η γη συχνάζει τους χτύπους της
και δεν χάνει παρά μόνο με την διαταγή
των αυτονόητων
πιότερο από μερικούς ανθρώπους την ημέρα
Η έλλειψη σημειώνεται σε δίσκους ηλιακούς
μορφή κιλήδας
Κι ακούστηκε η φωνή αυτών που πατούν τα λουλούδια:
«πάρε το όπλο και σκότωσε»
Ακούστηκε καθώς θα ειπωθεί
ο θάνατος καβάλα στον άνθρωπο και στο άλογο.
Έτσι γεμίζει χώρους παίρνοντας
τα χρώματα των ορίων
Η μηχανή είπε και πάλι θα πει:
«εγώ διαταγές εκτελούσα»
σφραγισμένοι αυτή
σφραγισμένος και ο αιώνας
με κόκκαλα παιδιού που λιμοκτόνησε.

*Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.

Χριστιάννα Αβρααμίδου, Το αίμα

Avraamidou10.9.14

Το αίμα
δεν λέει στα πόδια να κυλήσει.
Η μυρωδιά του όμως προχωρά
ένα βήμα
μπροστά από εμένα
στο «κόκκινο ποδήλατο» να πάμε στα πεταχτά
να προλάβουμε
να πιούμε τον καφέ μας.

Δάχτυλα μουδιασμένα,
γλώσσα αριστερά
και έξω στο πλάι
-κουσούρι εγκεφαλικού
πρώτου παγκοσμίου πολέμου-
Lack of Self Awareness
Loss of Self Awareness
Lack
and Loss
and Self Awareness.

Μα κάποτε εγώ θα το βρω το τέλειο
την αξιοπρέπεια σε μια γωνιά θα την κλείσω
για να της βγάλω
και τα δυο της τα μάτια.

*Από τη συλλογή «Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει», εκδόσεις «Οροπέδιο» 2014. Η φωτογραφίας της ανάρτησης είναι από τις Στάχτες στο http://staxtes.com

“φλέβα που σπάει” του Γιώργου Μπουρλή και “πλαστική άνοιξη” της Στέργιας Κάββαλου

Ξεκινώ ομολογώντας ότι είναι άδικη η σύγκριση. Όμως διάβασα αυτές τις δύο συλλογές τη μία μετά την άλλη και ήταν αναπόφευκτη.

plastiki

Πρώτα διάβασα την “πλαστική άνοιξη” της Στέργιας Κάββαλου. Είναι ένα συμπαθές ποιητικό βιβλίο. Μια ποιήτρια με δυνατότητες. Αλλά δεν ξετρελλάθηκα. Ας κρύβονται πίσω από τους στίχους της σπασμένα παιδικά παιχνίδια, η παιδική ηλικία (ένα θέμα που πάντα με δονεί), καραμέλες, ζαχαρωτά και δόντια χαλασμένα από τη ζάχαρη. Είναι ο τρόπος που κλείνει τα ποιήματά της με μια, μάλλον άστοχη, ερώτηση (βλ. για παράδειγμα το ποίημα «12 εβδομάδων») ή με έναν στίχο που αντιστρατεύεται το προηγούμενο ποίημα χωρίς να το ανατρέπει ωραία («Α7», «πλαστική άνοιξη», «υπέρ υγείας») ή ίσως είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα ποιήματά της είναι τόσο μικρά που δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν όσο θα έπρεπε και φαίνονται ανολοκλήρωτα. Σίγουρα πάντως κάτι φταίει που το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς. Φυσικά, η συλλογή περιλαμβάνει και ορισμένα πολύ ωραία ποιήματα («χρόνια πολλά», “it’s a sin”, «ξανά και πάλι», «της μοίρας σου», καθώς και το «ή να μη ζει;», αν δεν τελείωνε όπως τελειώνει, δηλ. με πολύ φτωχό κι αδύναμο τρόπο γι’ αυτό που επιχειρείνα πει), αλλά δυστυχώς δεν αρκούν για να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα πραγματικά καλό ποιητικό βιβλίο.

fleba

Και μετά από αυτό, άνοιξα το «φλέβα που σπάει» του Γιώργου Μπουρλή. Και χωρίς να έχω ούτε καν φτάσει στη μέση αναφώνησα: «Επιτέλους!» και ρούφηξα το υπόλοιπο χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί πράγματι πρόκειται για ποίηση καλή, απόλυτα ανθρώπινη, που – επιτέλους – νιώθω ότι με αφορά. Είναι ποίηση γραμμένη από έναν άνδρα με πολύ υψηλό EQ, ο οποίος γνωρίζει πολλά για την ανθρώπινη κατάσταση, για τον μέσα του κόσμο, για την αρσενική ψυχή και την ψυχή γενικά. Και όλα αυτά που γνωρίζει μας τα φανερώνει με μεγάλη δύναμη και δυναμική, με τόλμη, αποφασιστικότητα, πάθος και…ναι, λοιπόν, μπράβο! Όχι δεν με έχουν ματιάσει, εγώ είμαι που τα λέω όλα αυτά, εγώ που έγραψα και την πιο πάνω παράγραφο. Εξαιρετικά είναι τα ποιήματα για και προς την κόρη του («Γυναίκα πια», «Νανουρίζοντας την κόρη μου»), συγκλονιστικά τα ερωτικά του (ιδίως το «Γέννα είναι… γέννα», “Le vent nous portera”, «Κάποιοι πολύ τυχεροί») και, ακόμη και αν υπάρχουν μερικά όχι τόσο καλά ποιήματα μέσα σε όλα, δεν είναι τόσο «ηχηρά» ώστε να αλλοιώσουν τη συνολική εντύπωση που αφήνει το βιβλίο, η οποία είναι πως πρόκειται για πολύ καλή ποίηση (ψιθυρίζω, ευλαβικά σχεδόν, έναν στίχο του: «να είσαι λάμπα πυρακτωμένη και να ζητάς να σ΄ αγγίξουν»)!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παραθέτω λίγα ποιήματα και από τις δύο συλλογές:

της Στέργιας Κάββαλου

ξανά και πάλι

φιλιά πεσμένα στο πάτωμα.

με χλωρίνη καθάρισα,
τις γλώσσες προσπέρασα.

σε καυτές μασέλες γλιστρίζω.

και με καταπίνουν τα παρελθόντα,
και με θάβει το σπίτι.
και μου τα έλεγε η μαμά,
να μαζεύω τα παιχνίδια μου από κάτω,
μη σκοτωθώ.

***

της μοίρας σου

τρύπησαν τα σκουπίδια στο σαλόνι,
σημάδι το πήρα κι άρχισα

να πίνω το ληγμένο γάλα
να μασουλάω τα τσόφλια,
να αλείφομαι τηγανισμένο λάδι.
βρήκα και κάτι μικρά ρούχα,
τα φόρεσα κι αυτά
κι έγινα από βάτραχος πριγκίπισσα.

όταν ήρθε το σκουπιδιάρικο,
μάζεψε την άδεια σακούλα.
καθόλου δεν με αναγνώρισε.

του Γιώργου Μπουρλή

Κάποιοι πολύ τυχεροί

Μπήκα σ’αυτόν τον έρωτα
μ’ ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι
και τα μαλλιά γεμάτα αγριόχορτα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.
Αυτή; Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου.
Με θυμάμαι να της πλέκω με
τις λέξεις μου σκεπάσματα. Και κρυφά, την ώρα που
κοιμόταν, ν’ αγγίζω φοβισμένος τα χείλια,
τις φλέβες στο λαιμό της, τις ρώγες της,
και να μετρώ τα κόκκαλα στα
πλευρά της να δω αν είναι άνθρωπος.
Ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ.
Κι ήταν οι πιο μυρωδάτες οι μέρες και οι ώρες κι όλα τα
δευτερόλεπτα τότε. Ένας πλανήτης
χωρίς καμιά ισορροπία.
Θυμάμαι την πόλη να βάζει τα
ξυπνητήρια της πρωί πρωί να μας
χορτάσει. Εμείς τ’ ακούγαμε και γελούσαμε.
Οι δρόμοι αγριεμένοι από τη ζήλεια
κι ο χειμώνας έκανε πως κορόιδευε,
η νύχτα έλιωνε μόνη τ’ αστέρια της,
καθώς μανάδες ξεχνούσαν τα
παιδιά τους στα σούπερ μάρκετ.
Εγώ; Οξειδωμένο μέταλλο
κι ένα ξεθωριασμένο κομμάτι ρούχο,
έτσι τσακισμένος.
Πληγή καλυμμένη με μια βρώμικη γάζα,
έτσι δοσμένος.
Μπήκα σ’ αυτόν τον έρωτα
με την πιο μεγάλη μου ανάσα. Και δεν βγήκα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr/search/label/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82%20%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BB%CE%AE%CF%82

William Carlos Williams, Δύο ποιήματα

W.C. Williams

Απόσπασμα

όσο γι’ αυτόν που
βρίσκει ψεγάδι
πιθανό η ανοησία

και η θλίψη
να τον γονάτισαν
όταν έγραψες

πως δεν
γνώριζες
τη δύναμη των

λέξεών σου

***

Ανακούφιση

Έχω έναν διαολεμένο πονοκέφαλο!

Παίρνεις μια ιδέα πως θα ‘ναι
στον άλλο κόσμο.

Υποστηρίζουν ότι ζούμε ξανά ή
κάτι τέτοιο.

Να, πάρε αυτές τις δύο ασπιρίνες.

*Από το βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς, Ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, 2007, στη σειρά Αμερικανοί Ποιητές. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.