Παναγιώτης Χαχής, De bello civili

1558517_485138904928420_1069324053_n

Αν δεν τον έχεις ιδρώσει τον ήχο
κομμένος και δεμένος στα μέτρα του,
αν δεν έχεις εκτίσει
117 ημέρες φυλακή για εμπρησμό
66 ημέρες αρνούμενος τροφή
με σπασμένη στήλη
την πλάτη
λυπημένη στους τόσους
ανέμους

Όσοι,
κατακυνηγημένοι
αφήστε τους ν’ αγιάζουν
ξαναβαφτίζοντας στις
καταιγίδες τα πράγματα,
τόσο ο ήλιος
και τόσο το χιόνι,
μυρίζοντας ακόμη
χώμα και θάνατο
που θα μπορούσαν
ν’ αγγίζουν
όλες τις εποχές
κι όλες τις πράξεις.

*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 32.

Στέλλα Δούμου-Γραφάκου, Μικρή φωλιά περιθωρίου

11402718_1614302682141645_8559657089662638202_n

Μια λαμαρίνα νύχτας
έκοψε το λαιμό αυτού του μοναχικού άνδρα.
Ιώδια βροχής
θαρρώ πως χειροτέρεψαν τα πράγματα.
απ’ τον κομμένο του λαιμό
έτρεχε πολύ φεγγάρι
που είχε μέσα του διαπυηθεί
τόσα ψεύτικα χρόνια
σ’ αυτήν τη μικρή φωλιά περιθωρίου.
Καμιά φορά έπλεκε
δαντέλες αρχαιότητας
το καταλάβαινα από τον τρόπο
που τα μάτια του γίνονταν
δύο μωβ πεταλούδες,
Είχε ξεχάσει πια και να μιλάει ανθρώπινα.
Πότε πότε τού διάβαζα ποιήματα.
Όχι πως ένιωθε.
Έτσι.

“Ράψε με μέσα στο θάνατο, σ’ ένα ποίημα”,
μου είπε την τελευταία φορά.

Μα νόμισα πως δεν το εννοούσε.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013, σελ 26.

Joyce Mansour, Γαλανό σαν την Έρημο

Photo: Sotiris Lamprou

Photo: Sotiris Lamprou

Μακάριοι οι μοναχικοί

Όσοι μέσα στην άπληστη άμμο σπέρνουν τον ουρανό 

Όσοι κάτω από τις φούστες του ανέμου γυρεύουν τη ζωή

Όσοι ξέπνοοι τρέχουν πίσω από ένα όνειρο αστόχαστο

Γιατί της γης είναι το αλάτι

Μακάριοι του ωκεανού της ερήμου οι βιγλάτορες

Όσοι την αλεπού της ερήμου κυνηγούν πέρα από τον αντικατοπτρισμό

Ο φτερωτός ήλιος στον ορίζοντα χάνει τα πούπουλά του

Το αιώνιο καλοκαίρι περιγελά τον υγρό τάφο

Κι αν μέσα στους κατάκοιτους βράχους μεγάλη μια κραυγή αντηχεί 

Κανείς δεν την ακούει κανείς

Ουρλιάζει πάντοτε η έρημος κάτω από έναν άφοβο ουρανό

Προσηλωμένο το βλέμμα μονάχο αιωρείται

Καθώς αετός στης μέρας το χάραμα

Ο θάνατος καταπίνει τη δροσιά

Το ερπετό πνίγει το ποντίκι

Κάτω από το αντίσκηνό του ο νομάδας ακούει τον χρόνο που τρίζει

Πάνω στης αϋπνίας το χαλίκι

Όλα είναι εδώ σε αναμονή μιας λέξης που ήδη έχει ειπωθεί

Αλλού

*Από τα ποιήματα της που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό της. Απόδοση: Thalassa Mystica

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το βράδυ του θανάτου

2179493_orig

Το βράδυ του θανάτου
στη χώρα των ονείρων
με κοίταζες με δάκρυα στα μάτια.

Πρώτη φορά σ’ έβλεπα με δάκρυα στα μάτια.
Πάντα ήσουν τόσο δυνατός.
Μα ποτέ πιο δυνατός από τότε
το βράδυ του θανάτου
όταν είχε έρθει η ώρα να φύγω.

Και τα λόγια σου έβγαιναν μαζί με τα δάκρυα
λόγια αγάπης για τον λίγο χρονο που είχαμε
λόγια κρυμμένης οδύνης για τον χρόνο που τελείωνε:

“Αύριο θα είναι η πρώτη μέρα της ζωής μου χωρίς εσένα”.

Με αγκάλιασες
και για λίγο πίστεψα
πως η αγκαλιά σου
δε θα μ’ άφηνε να φύγω.

Όχι, δεν το πίστεψα.
Ήξερα καλά πού βρισκόμουν.

Και ξύπνησα
και το τηλέφωνο ήδη χτυπούσε.

*Από τη νέα συλλογή ποιηματων και πεζών του Αλέξη Αντωνόπουλου “Εδώ”, εκδόσεις Πασιφάη. Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του ποιητή επισκεφθείτε τον δικτυακό του τόπο στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

10404859_926545184067471_5517800390523877376_n

Καμμένες φωτογραφίες
Μυαλά διογκωμένα στροβιλίζοντας,
ιπποπόταμοι σε ζωολογικό κήπο
Τεχνητή λίμνη
ο αέρας λιγοστεύει.
Ανανέωση νερού
Υποκατάστατο, έρχονται με αερόστατα
Δεκανίκια άυλα
Το αληθινό έφυγε
κρατικοί εγκέφαλοι προγραμματίζουν
Προσανατολιστείτε!
T.V. Ειδήσεις
Ψυχιατρική κλινική
Χορηγούνται χάπια
φωτογραφίες καμμένες
“Δείτε τη ζωή πιο όμορφα
με μια μπύρα”.

***

Στο εστιατόριο, ο Κύριος τρώει το βοδινό του
τελειώνει χωρίς να φάει
“Το λογαριασμό παρακαλώ”
Το γκαρσόνι: “ορίστε”
Ο Κύριος: “Το κρέας ήταν σάπιο
αλλά λόγω εχεμύθειας δε φωνάζω”
Το γκαρσόνι: “εσείς μας τα πουλήσατε”
Ο Κύριος: “Όχι και να το δίνετε σε μένα”
Η πόρτα ανοίγει
κάτι παιδιά μπαίνουν
Είναι του αντισαπιοκτηνωτικού κινήματος
“Κύριοι θα πρέπει να απολυμανθείτε”
Αυτοί κάνουν να κινηθούν, διαμαρτυρόμενοι
Διαλύονται τα σάπια τους κύτταρα
και προβάλλουν κάτι ζωάκια άσπρα,
άσπρα μικρά αλλά πρακτικά.

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”.

Christo Botev (1848-1876), Αγώνας

Hristo-Botev-24γραμματα

Σ’ αθλιότητα περνά και θλίψη η νειότη.
Πικρό το αίμα κυλά στις φλέβες μέσα.
Σκοτεινιάζει το βλέμμα, ο νούς δε βλέπει
καλό’ ναι καν κακό ότι φτάνει… Πιέζουν
βαριά αναμνήσεις την ψυχή, που η μνήμη
τις ξαναλέει αδυσώπητα. Και μήτε
στην καρδιά αγάπη, μήτε πίστη, μήτε
κ’ ελπίδα, πως μπορεί έστω κ’ ένας μόνο
συνετός να ξυπνήση από τον ύπνο
του θανάτου ! Τους συνετούς θεωρούνε
στον τόπο μας τρελούς, κι όλοι τιμούνε
τον κάθε ανόητο: «Μα είναι πλούσιος», λένε,
πλην δε ρωτά κανείς, σαν πόσους τάχα
να έκαψε ζωντανούς, μήδε σαν πόσους
δυστυχισμένους λήστεψε, ή σαν πόσες
φορές, με προσευχές, με ψευτιές κι όρκους
ξεγέλασε το Θεό. Κι αυτόν τον δήμιο
του κοσμάκη, με πίστην ο παπάς μας,
κ’ η Εκκλησία από δίπλα, υπηρετούνε,
κι ο βλάκας των βλακών, ο δάσκαλός μας,
υποκλίνεται μπρός του, αλαμπρατσέτα
καθώς με τον εφημεριδογράφο
περιπατεί, φιλοσοφώντας, ότι ο
φόβος του Θεού σοφίας αρχή’ ναι… Ειπώθη-
κε από Συμβούλιο λύκων, που κρυβόταν
κάτω από αρνιών τομάρια, για να βάλη
της ψευτιάς της ιερής την πρώτη πέτρα,
το μυαλό αλυσοδένοντας του ανθρώπου
για πάντα, με βαριά δεσμά. Κ’ εκείνος
ο βασιλιάς ο ακόλαστος, ο μέγας
Σολομώντας, – ένας κατεστημένος
κάπου, μες τον Παράδεισο, από χρόνια
τώρα, με τις παραβολές του, μ’ όλους
μαζί τους, σαν και δαύτον, άγιους, – είπε
μια βλακεία για τους βλάκες, που ως τα τώρα
τη λέει πάλι και πάλιν ο κοσμάκης:
Φοβού τον Θεό, τον Βασιλέα του σέβου !
 
Βλακεία καθαγιασμένη ! Αιώνες τώρα
Λογική και Συνείδηση αγωνίζον-
ται ενάντιά σου, του κάκου·  σε μαρτύρια
οι μαχητές φριχτά πεθάνανε, – όμως
δεν μπορέσανε τίποτα να κάμουν !
Οι άνθρωποι, στον ζυγό συνηθισμένοι,
να σέβωνται δεν πάψαν τους τυράννους.
Ταπεινά ασπάζονται το χέρι, αν είναι
σιδερένιο. Πιστεύουνε τα λόγια,
ψεύτικα αν είναι: «Σώπα, παρακάλει
σα σε χτυπούν, κι αν ζωντανό σε γδάρη
θεριό ανελέητο, λύκοι, φίδια, αν πιούνε
το αίμα σου, εσύ στο Θεό να ελπίζης μόνο:
«Ελεησόν με ο Θεός, κατά το μέγα
έλεός σου, αμαρτωλός ειμί», και παρακάλει
στα γόνατα, και πίστευε γερά, ότι
μόνον «ους αγαπά ο Θεός παιδεύει»…»
Κ’ έτσι ο κόσμος πορεύεται… Στην έρμη
γη η σκλαβιά και το ψέμα βασιλεύουν !
Και την κληρονομιά τους, μέρα – νύχτα,
η μια γενιά στην άλλη μεταδίνει.
Μα σ’ αυτό το βασίλειο των δακρύων
και του αίματος, της αμαρτίας, του πόνου,
της αναντρίας και του άδικου, κοχλάζει ο
αγώνας, και με βήματα βαδίζει
γοργά κατά το τέλος το ιερό του,
με μια κραυγή: «Ψωμί ! Ψωμί, ή μολύβι!»

*Από την “Ανθολογία Βουλγαρικής Ποιήσεως” του Αρη Δικταίου (1971), εκδόσεις Δωδώνη.
 
**Ο Χρίστο Μπότεφ ήταν Βούλγαρος αναρχικός επαναστάτης και ποιητής. Γεννήθηκε στο Καλόφερ, μια μικρή πόλη των νοτίων Βαλκανίων, στην περίφημη «κοιλάδα των τριαντάφυλλων». Ο πατέρας του είχε σπουδάσει δάσκαλος στη Ρωσία. Ο ίδιος ως μαθητής στην Οδησσό, γνωρίζει τα έργα του Χέρτσεν, του Τσερνιτσέβσκυ και αργότερα τα γραπτά του Μπακούνιν. Το 1867 εξαιτίας των σχέσεών του με επαναστάτες αποβάλλεται και γυρνά για λίγο στη γενέτειρά του. Εκεί ξεκινά την αναρχική προπαγάνδα και λίγο αργότερα εγκαθίσταται στη Ρουμανία όπου έρχεται σε επαφή με πολλούς επαναστάτες πρόσφυγες. Δημοσιεύει άρθρα και ποιήματα σε εφημερίδες. Διατηρεί σχέσεις με ρώσους επαναστάτες στην Ελβετία και το Λονδίνο και περνά παράνομα τα γραπτά τους στη Ρωσία. Είναι ο πρώτος που διακινεί παράνομα το έργο του Μπακούνιν “Κρατισμός και Αναρχία”. Μετά την Κομμούνα του Παρισιού συμμετέχει σε αναρχική ομάδα στη Ρουμανία. Με το ξέσπασμα της αντιοθωμανικής εξέγερσης του 1876 ο Μπότεφ παίρνει μέρος ως επικεφαλής σε μια ομάδα διακοσίων ανταρτών καλά προετοιμασμένων και οπλισμένων. Μετά από μια βδομάδα σκληρών αναμετρήσεων με τον πολυάριθμο οθωμανικό στρατό στα βουνά των Βαλκανίων, ο Μπότεφ σκοτώνεται στις 2 Ιούνη του 1876 και η ομάδα του διασπάται και διαλύεται. Μετά το θάνατό του η καθεστωτική ιστορία τον βαφτίζει «ήρωα της εθνικής παλιγγενεσίας» και «εθνικό ποιητή» της Βουλγαρίας, παρόλο που στα γραπτά και τα ποιήματά του εναντιώνεται σε κάθε τι εθνικό.
 
***Από το βιβλίο “Ο ταξικός πόλεμος στη Βουλγαρία”, εκδόσεις ΠΡΟλΕΤΚΟΥλΤ.

Σπύρος Μαρούλης, Γράψε μου ένα σημείωμα

Hong Yi

Γράψε μου ένα σημείωμα
Που να τραβά την προσοχή των ματιών μου
Με φρέσκια ρητορική,
Να ποτίζει τη γλώσσα μου για να ριζώσει μέσ’ στο ψέμα,
Σκούπισε την πορφυρή κουκκίδα μου,
Ζωγράφισε ντροπή στο πρόσωπό μου…
Τα αξιολύπητα σύννεφα, ζαλισμένα,
Επιπλέουν μέσα στο μπουρίνι,
Που ξεκινά απ’ την συνεχώς θολή Ορλεάνη,
Έως το πορτ Ελίζαμπεθ
Και το ναυάγιο στο Meisho Maru…
Μόλις χύθηκε ξανά ο καφές μου,
Και ξεκινά μια αντίστοιχη μέρα…

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι ευγενής πρόταση της Αλεξάνδρας Βουτσίνου.

Yves Bonnefoy (από τα Κυρτά Σανίδια)

Photo: Thalassa Mystica

Photo: Thalassa Mystica

Κι αν δεν απομείνει

Άλλο από έναν άνεμο, έναν ύφαλο, μια θάλασσα,

Πως θα’σαι ξέρω, ας είναι νύχτα,

Η άγκυρα που ρίχτηκε, τα βήματα που παν’ τρικλίζοντας στην άμμο,

Και τα ξύλα που κανείς μαζεύει, και η σπίθα

Κάτω από τα βρεγμένα κλαριά, και, μέσα στην ανήσυχη

Την προσμονή της φλόγας που διστάζει,

Ο πρώτος λόγος ύστερα από την μακριά σιωπή,

Η φωτιά η πρώτη που θ’ανάψει κάτω στον κόσμο τον νεκρό.

*Απόδοση: Thalassa Mystica