Άννα Νιαράκη, Πτώση

Tom Chambers, A view from the bridge

Tom Chambers, A view from the bridge

Να πέφτεις
–αυτό είναι το μυστικό–
με το σκοινί για το αλεξίπτωτο
στο ένα χέρι
και την καρδιά σου στο άλλο
Κι αν τίποτα από τα δύο δεν ανοίξει,
τα γόνατα στο στήθος
και το κεφάλι ανάμεσα
–λένε το τέλος
Θυμίζει τον έρωτα.

*Από τη συλογή “Ιχθυόφωνο”, εκδ. Γαβριηλίδη 2015. Εμείς, μαζί με την εικόνα της ανάρτησης, το πήραμε από εδώ: https://doumoustella.wordpress.com/2015/07/14/%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7-%CF%80%CF%84%CF%8E%CF%83%CE%B7/

Βέρα Ι.Φραντζή, Άτιτλο #2

10410683_722045164558977_5110830860046691832_n

α.

Χωμάτινος και δε φτιάχνεσαι από τη γη,
στραβοπόδης και ερμαφρόδιτος
σε μάζεψα με το βλογιοκομμένο σου πρόσωπο
μέσα σε ένα σχολείο με ναρκωτικά στις τσέπες
και έλεγες απρέπειες.
Σου είπα ¨σταμάτα¨ και σου έμαθα να μιλάς από την αρχή.
Μια μέρα άφησα ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού
και βγήκες αιμοδιψής και επικίνδυνος.
Σε συμβούλεψα να μην κυκλοφορείς τη νύχτα
ενοχικός και απρόσκλητος.
Μου είπες πίστη αντιορθολογιστική.
Έκανα άγιες σκέψεις
νοθευμένες
και εσύ έφτιαξες ένα ολοστρόγγυλο πανδαιμόνιο
και χόρευες φορτωμένος με κορμιά στις πλάτες.
Τρόμαξα και σε παράτησα.

β.

Σε περνούν για Θεό, ον, ζωή, νόηση
Λένε πως έχεις ψυχή δαιμονική, ακόλαστη, ανθρώπινη
Σε ζωγραφίζουν  λυγερό και σπαθάτο νεαρό
αφράτο βρέφο με φτερά
γυναίκα με φορέματα λευκά.
Σου βάζουν ψυχή
δαιμονική
ακόλαστη
ανθρώπινη
Σε λένε αήττητο, απατεώνα, ληστή
Σου βαζουν πνεύμα πολεμικό
κέρινα χέρια
μακιγιαρισμένα χείλη.
Είσαι, ομως, Θεός
…ούτε των άστρων, ούτε των στοιχειών
και άλλοτε Βάκχος
ανεξάρτητος Θεός
απόλυτος και φυσικός.
Είσαι λεπτό φως και το σώμα του κόσμου
και εγώ όχλος φανατισμένος, αδιάσπαστος
σε ακολουθώ με μαχαίρια…

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο στης ποιήτριας στο http://sifiniera.wordpress.com/2015/02/03/%CE%AC%CF%84%CE%B9%CF%84%CE%BB%CE%BF-2/

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες VI

Ήσουν όνειρο.
Σε περίμενα πάντα.
Όνειρο μένεις.

Νιώθει τον πόνο.
Μαχαιριά ο χωρισμός.
Δεν κάνει πίσω.

Γράφει και σβήνει.
Οι στίχοι ωριμάζουν
καρπούς πνευμάτων.

Καθάριο βλέμμα
και πανέμορφη θωριά.
Βιάστηκες Χάρε.

Γερνώ και ξεχνώ.
Μα πάντα θα θυμάμαι
Όσα ζήσαμε.

Αρθούρος Ρεμπώ, Ξεπούλημα

11750641_445306142314536_4008384450213449674_n

(…)

Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!


Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!


Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!


Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις, άμεση παράδοση.


Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις, – και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο-
και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.


Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές
δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους τόσο νωρίς.


*Από τις “Εκλάμψεις”, εκδόσεις Ηριδανός. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης

11755701_10206671540682877_7323422663441371369_n

Georgia Trouli, History of the Earth with a piece of chalk

slate+1

Unexpectedly I set out to draw a circle
Round a piece of chalk
With a scraping’s shavings to be laid out
The paring of slowness
And stillness
And the line
And the line becoming a circle by itself
In contact with the ground
The chalk in the middle
The chalk a timeless moment
Chivalrous meditation
And straightforwardness

And in time it leaves an imprint
Like a downy blessing
When the wind blows it
A centimetre aside
Whereby a successive circle is created
And afterwards air or wind
Or whatever
Is again transposition
Again a successive circle
Round another piece of chalk
And eventually the piece of chalk
Becomes a fairway
And a hand takes it high by the nose
And brings it to the ground
And cauterizes it in black
And the white more vivid

And then it creates an entire human circle
And a shirt’s check passages
And no one wants to walk
On parapets laid out in a circle
Simply without beginning
And without end

Some daring fellow aims inward
Some timid one wallows in the outward ⎯
Outline
Someone dead
Is well-nigh pleased
He finds enough space in there to squeeze
His body
To imply the way of initiative
Or suicide
To make the security scenarios easier to digest
And always dead and alone he finds
The flow in the circle of life and death
Without ceased full stops of bleeding
And then a moment later
The wind
Or death
Or the murderer
And the circle’s centre alters
And the manner of suicide changes
And a moment after
The circle enlarges
Becomes bulky ⎯ three-dimensional
It’s called earth
And many the corpses ⎯ man
And outside a piece of chalk is making a wreath
Atmosphere separating it from the gloom
Of chaos
And the star’s
Hooked safeguard
Surrounds the tops of mountains
And the depths of valleys
And volcanoes
And everyone is satisfied
Till some God with an arrow
Creates an iron attraction
Of normality
Called axis
Round which the sun will turn
With a chivalrous pulse
And eternal
No beginning and no end on the same
Maypole of life and romance
Death’s roundness leaves
A dull sound in the body
And around whiteness
And around earth
And nothing
A half outline of thought

*Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.

Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα τρίστιχα

)Kαλό+βράδυ,+είπε+το+φεγγάρι+στο+δέντρο...το+λυπήθηκε...+που+ήταν+έρημο...

Ζωή

Μην την συνερίζεσαι.
Δεν ξέρει να αγαπάει.
Εξάλλου δεν έζησε πραγματικά.

Ελπίδα

Κλαίει η αγάπη μου.
Φοβάται λέει το αύριο.
Μα ξέχασες πώς σε λένε Ελπίδα;

Tιμή

Μου ζήτησε να την συγχωρήσω.
Είναι μεγάλη τιμή γι’αυτήν να
την αγαπήσω περισσότερο.

Βράδυ

Ήταν βράδυ όταν ενώσαμε τις
ψυχές μας. Το φεγγάρι και εγώ
αγαπάμε την όμορφη κόρη.

*Από το e-book με τίτλο “Μέχρι την Λύτρωση”.


Θ.Β., Mόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή

10251899_10204459217222137_3445089058344406629_n

Mόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,

της κάθε νύχτας σκοτεινή Kυρά μου,

κάθε ίνα του κορμιού μου σε καλεί,

τη μήτρα σου γυρεύουν τα παιδιά μου.

Σάρκα που ιδέα σε είπανε, Εσύ

πηγή στερνή και πρώτη του Έρωτά μου,

να σε κοιμάμαι θέλω, τρομερή

πίστη κι ελπίδα· θλίψη και χαρά μου.

Μόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,

την ομορφιά σου πια ποιος διακρίνει·

τώρα που αδειάζει κι όλο αδειάζει η Γη

τη γύμνια μου η σάρκα σου θα ντύνει.

Σε σένα μόνον δέεται η Ψυχή,

μεστώνει αργά και με το ξίφος λύνει

τα αινίγματα που θέτει η Εποχή·

τη βλέπει, τη ζυγίζει και την κρίνει.

Μόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,

διώξε από πάνω μου όλες τις καμπύλες

και σκλήρυνέ με, κάνε με τραχύ,

να με μισούν οι σκύλοι και οι σκύλες

που μόνο τρων και καβαλιούνται, Οργή·

και λεγεώνες κάνε με και ίλες·

τον έναν πλήθυνέ τον πάλι, Εσύ,

και στήσε τον κριό μπροστά στις Πύλες.

Μόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,

στα πόδια σου τον βίο μου αποθέτω·

το σώμα προσφορά και προσευχή

η Γλώσσα που, Οργή, σού καταθέτω.

Είσαι η Ανάγκη. Κάλπασε γοργή.

Έσο η Φωνή. Το στόμα μου απελθέτω…

Και υποψάλλω – Οργή, Οργή, Οργή –

Οργή – η Βασιλεία σου ελθέτω.

*Από τη σελίδα της βασιλικής Βαρουξή στο facebook.

Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια Μηχανή, Καστανιώτης, 1999

galazia-mihani1

Η περίπτωση του Γιώργου Φιλιππίδη είναι ιδιαίτερη για την ελληνική ποίηση. Το γεγονός της εθελουσίας εξόδου του (μόλις στα είκοσί του χρόνια) σε συνδυασμό με το ότι όλο του το έργο συγκεντρώνεται σε ένα βιβλίο (εκδοθέν κι αυτό μετά το θάνατό του), περιπλέκει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια αξιολογικής κρίσης του. Ο θάνατος εδώ μετατρέπεται σε εστία ανάγνωσης και κειμενικής αξιολόγησης με τρόπο διττό: ως υπαρξιακή διερώτηση (ή μήπως κληρονομιά;) αλλά και πράξη.

Ο Φιλιππίδης, θαρρείς, και υφαίνει –στο δεύτερο ποίημα της ενότητας Ερωτική Προπαγάνδα– το υφαντό μιας μοίρας, όπου η πορεία του ανθρώπινου σώματος σταδιοποιείται ως εξής: ανία / ατονία / κατάθλιψη / σύνθλιψη. Στην ποίησή του διατηρεί μια δική του εξελικτική πορεία (ασχέτως που όλα στη ζωή του, φαίνεται, πως πρόωρα ωριμάζουν), στην οποία μπορεί να εντοπιστεί μια αιτιώδης συνάφεια. Μοιάζει σαν να χαρτογραφεί τα δικά του μονοπάτια υπαρξιακής τεκμηρίωσης: αγωνία, φόβος, εκμυστήρευση, ματαιότητα, αποστασιοποίηση, πένθος, ματαίωση, αυλαία.
Το επείγον της ποίησης του Φιλιππίδη έγκειται στην ανάγκη του να τελειώνει όσο γίνεται γρηγορότερα με τον υποτυπώδη ερμηνευτικό κύκλο της ζωής αλλά και της πραγματικότητας γύρω του και να τον κλείσει, αφού η χώρα των ανθρώπων είναι η χώρα της αδιαφορίας. Επιστρέφουμε, δηλαδή στη διπλή ανάγνωση του θανάτου: σύμβολο αλλά και ενσυνείδητη πράξη. Η υπαρξιακή του αγωνία εντοπίζει στο θάνατο την αιτία της ζωής κι έτσι, χωρίς καμία επαναδιαπραγμάτευση αναχωρεί.

Η έξοδός του, όμως, δεν μοιάζει για τον ίδιο έξοδος, αλλά είσοδος σε κάτι που υπερβαίνει τα εδώ και καθ’ ημάς. Θα ήθελα να πω κι άλλα γι’ αυτό τον ποιητή. Σταματώ εδώ, χωρίς ωστόσο να έχω δώσει απάντηση στο αν ο θάνατος είναι μοναξιά, πέρασμα, τέλος ή καταγωγή. Νιώθω, όμως, σαν να ακούγεται ο ίδιος, από κάπου αλλού πια: «Έπρεπε έτσι μόνοι μας πια να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα».

απόσπασμα

REALITY IS MAGIC

Βγαίνω στην Ιπποκράτους˙ είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη˙ πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη τρύπα, πολύ μακριά, μακριά απ’ τα κόλπα των ανθρώπων.

• μαίρη κλιγκάτση
• 18.7.2015

Βάσσος Γεώργας, μη με φοβάσαι θηρίο που σαν
καθρέπτης σου μοιάζω

11201867_10204660324923907_5586131428986712540_n

εικόνα μου ψευτοπροφήτη μαστουρωμένου

να του διαφεύγει το παρόν τυφλός να μασάει

δαφνόφυλλα για να προβλέψει ένα μέλλον με

ακατανόητα λόγια μοιράζομαι τη γωνιά μου
ήσυχα τυλιγμένος από λυπημένους καπνούς

να φεγγοβολάς σε κοιτάζω με ένα μάτι θολό

υποκλίνομαι στο θαύμα της καθαρεύουσας

στο τέλος σταυροκοπιέμαι και σε προσκυνώ

σαν να ήσουν γοργόνα ζωγραφιά άνθρωπος

μισός αλλά και μισό ψάρι μεγάλη χάρη σου

σεβαστή να αρμενίζεις μες στα μεσοπέλαγα

πικρό αεράκι γελαστό σκότος να αναγγέλλει

κίνδυνο με τη φωνή σου να καλεί σε βοήθεια

σα να γουργουρίζει ερωτευμένη η θάλασσα

άρα τι σημασία έχει ποιος φταίει που ρωτάς

σε πεδιάδες έρημες να σκύβεις να πεθαίνεις

ή όρθιος να προσκυνάς; ποιος περιμένεις να

σ’ ακούσει φωνή καμπύλη να αντηχείς στην

άβυσσο της καρδιάς μου για να απαντήσει;

και τι άλλο να ζητήσω απ’ τους καιρούς έτσι

κι αλλιώς πότε δεν ήμουν στα μέτρα τους

όταν καίγεσαι σαν ουρανός σβήνεις φωτιές

προς θεού όχι με νερό – αλλά με ποιήματα

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ψυχή φευγάτη

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά.
Τ’ άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου.
Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’αγόρι
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.
Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη.

Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις.
Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.
Χινόπωρο θα’ρθεί με σαλιγκάρια.
Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα.

Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται

Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβασμένοι
Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θα’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου.
Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα.
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου.
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου.

Xρόνια θ’αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του
Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος
Την αρχοντιά του τραγουδω με λόγια που στενάζουν
Κι έν’ αεράκι πού’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι.

*Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος
**Πηγή: http://frapress.gr
***Βίντεο: Βίκυ Παπαπροδρόμου