Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα
ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα
μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού
σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
Γύρευα τότε να ξεφύγω
μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου
νύχτες που μελετούσα το κενό
πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου
ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου
κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα
λίγος καπνός από μακριά
λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στον κήπο της
δεμένο κι άγρυπνο
σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί
μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν
ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.
*Από το “Το κατώγι”. Εδώ από το http://www.poein.gr
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Η άστεγη μέρα, ποίηση, εκδόσεις Μελάνι 2014
Τον τελευταίο καιρό εκδίδονται πολλές ποιητικές συλλογές και από αυτές, ψάχνουμε να βρούμε ορισμένες, που έχουν κάτι να μας πουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου «Η Άστεγη μέρα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι».
Πρόκειται για μια ποίηση κατανοητή, άλλοτε κοινωνική, άλλοτε ερωτική και άλλοτε υπαρξιακή, μα πάντα με μια θλίψη και μια απογοήτευση για την επανάσταση, που «δεν θα γίνει ούτε σήμερα», που «ανατέθηκε αλλού», που μας υποσχέθηκαν ότι θα την κάνουν άλλοι για λογαριασμό μας και τους εμπιστευθήκαμε για να ανακαλύψουμε ότι μας εξαπάτησαν.
Όμως, παρά τη θλίψη και την μελαγχολία η ελπίδα παραμένει και η Ιωάννα Διαμαντοπούλου μας προτρέπει λέγοντας: «Να μη φοβάσαι. / Ακόμη κι αν είσαι το τελευταίο μοναχικό δέντρο στο λιβάδι», υπενθυμίζοντάς μας τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη και του Καβάφη.
Την ποιήτρια φαίνεται να την τρομάζει η αποξένωση και η βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνίας και πολύ εύστοχα γράφει: «Είναι κακόφημη η αλήθεια / κι έχει ένα σκληρό πρόσωπο. / Όταν θέλει να κάνει το τοπίο βάρβαρο, / βάζει ανθρώπους να το κατοικήσουν».
Ο έρωτας για την Ιωάννα Διαμαντοπούλου θέλει προσοχή, έτσι ώστε να μη καταντήσει εγωιστικός και να μη φτάσει να διαπιστώσει πικρά ότι: «Δεν αγαπώ πια. / Ο τελευταίος που αγάπησα πνίγηκε σε κατακλυσμούς αγάπης».
Όλα όσα περιγράψαμε πιο πάνω καλύπτουν περίπου τις μισές σελίδες της συλλογής, γιατί προχωρώντας, δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι τα ποιήματα γίνονται πιο μεγάλα και δυσνόητα. Χάνεται η λιτότητα του στίχου και η άμεση επαφή με τον αναγνώστη.
Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι η Ιωάννα Διαμαντοπούλου είναι μια ποιήτρια με ταλέντο, που σίγουρα μπορεί να μας δώσει πολύ περισσότερα.
Θεοχάρης Παπαδόπουλος
*Από το http://www.vakxikon.gr
**H Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών και εργάζεται ως μαθηματικός στην Γερμανία. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Στα φοιτητικά της χρόνια είχε εκδοθεί η ποιητική συλλογή της “Παραμύθι στερνό και παράλογο για απογευματινές ώρες”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος¨. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.
***Ένα ποίημά της από την παρούσα συλλογή έχει δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/09/24/%CE%B9%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B5/
Το τομάρι
Την πρώτη φορά παντρεύτηκα τη μάνα μου
—πήγαν το σκυλί μου στα χασίλια,
μούχε πει,
και πάει
Έπειτα λιαζόταν στην αγορά
της Δήλου το κορμί της πονοΰσε τα μάτια των αντρών
καί πάνω στην τρελή τους τη χαρά
τις σάλπιγγές της έλαμψε
στα τείχη της πόλης
μαύρη δίψα πλάνταξε τ’ αστέρια
κι ένα κομμάτι τους
άνθισε στή σάρκα της
Τή δεύτερη φορά
πήρα τήν αδελφή μου
τα πέλματά της σήκωναν το βάρος του ανθρώπου
κι ήταν όλα κατακόκκινα
στο φέγγος της σαβάνας
στον ύπνο της λιονταρίνας
Την τρίτη την φορά
πήρα την κόρη μου
Ερχόμαστε από μακριά, μου είπε,
παίζαμε πριν γεννηθώ
Τότε ήταν πού με κάλεσε ο μάντης
και μοΰδειξε το δέρας,
είναι για τις γιορτές,
είπε,
φόρα το
χάρηκα για την αναβάθμιση
της ύπαρξής μου
στ’ ασπράδι των ματιών μου
μοχθούσε ήδη
του σκουληκιού
η άθωότητα
*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2015.
Γιάννης Σκαρίμπας, Ἡ ἄγνωστη
Κι ἦταν ὡραῖα ὡς πέρασε ἄκρη τοῦ δρόμου ἐκεῖ,
μ’ ἄγνωστο πάτημα ποδιοῦ καὶ τρυφερὸ μυστήριο,
στὸ πεζοδρόμι κρούοντας ὡραία ἐρημική,
τῶν τακουνιῶν της τὸ γοργὸ κι ἐρωτικὸ ἐμβατήριο.
Στάθκα στητός, τὴ μουσικὴ γροικώντας τοῦ ἀλαφροῦ
κυματισμοῦ τῶν ρούχων της – κι ἐντός μου ὅ,τι εἶχε σπάσει
κι ἦταν τραχύ, στῆς φούστας της τὸ εὐγενικὸ φρού-φρού,
χρυσὸς νὰ γίνετ’ ἔνιωθα καρπὸς πόχει ὠριμάσει!
Ἔφυγε αὐτή… Ποιὸς ξέρει ποὺ – σὲ ποιὰ σιγή ἐρημιᾶς –
νοσταλγικὴ τὸ βῆμα της τ’ ἄγνωστο πάει νὰ δώσει,
κι ἦταν αὐτὴ – τὸ νιώθω ναὶ – ποῦ ἂν ἤθελε, μὲ μιᾶς,
τὸν βάρβαρό μου ἑαυτὸ γλυκὰ θἄχε ἡμερώσει.
Τώρα; Τώρα στοὺς πρώτους μου ἔμεινα ἐδῶ ὀδυρμούς,
Πάνας τοῦ δρόμου ἐρωτικὸς – ἡ φύση ὡς μ’ ἔχει κάμει –
κι εἶμαι λές, σὰν – ποιὸς ξέρει ποιοὺς – νὰ ξέχασα δρυμοὺς
κειὸ τὸ λιανὸ – μὲ τρεῖς ὀπὲς – ποὺ σφύραγα καλάμι…
Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα
Σ’ αυτό το δρόμο δίπλα απ’ το ίδρυμα υγείας
βρίσκεται το κτίριο που κάθε μέρα δίνουν
δικαιοσύνη
Σκαλοπάτια πολλά, αίθουσες πολλές
άνθρωποι πολλοί πηγαινοέρχονται.
Εκεί ο άνθρωπος δικαιώνεται
του δίνουν όσο δίκαιο πήγε, για να προσθέσει
κι αυτός να μεγαλώσει η δικαιοσύνη
Όταν τελειώνει ο χρόνος που δίνουν
δικαιοσύνη, κλείνουν τις πόρτες καλά,
μήπως, αγανακτήσει και φύγει
Σ’ αυτό το κτίριο περιμένει η δικαιοσύνη
του ζουρλομανδύα.
***
Ω! διάολε πώς μου ήρθε στο νου εκείνη
η ξεχειλισμένη αλογόμυγα της προεδρικής
φοράδας, που την έκανε και τσίναγε
σε ξεχυλωμένο αερόστατο, σε
υπερατλαντικό ταξίδι.
Τελευταία είχε ξεράσει στην πυκνή
χαίτη της, εξαιτίας ενός φταρνίσματος
ασταμάτητου, για την ενότητα των αλόγων
η φοράδα συνεχίζει και φταρνίζεται
κατά καιρούς για να επιστήσει
την προσοχή για τους κινδύνους
έξω από το στάβλο.
Όταν το φεγγάρι έχει χαθεί τρέχει
και συναντά τις άλλες φοράδες.
Και τότε φταρνίζονται όλες μαζί
για την ενότητα των αλόγων
και την καταπολέμηση των αλογόμυγων.
***
Ένα κουστούμι, μιά γραβάτα
Κάποιος μέσα στο κουστούμι και στη γραβάτα
Ενας Κύριος!
Το χιόνι είναι άσπρο
Η γιαούρτι είναι άσπρη
Το κουστούμι, η γραβάτα, ο Κύριος
Τον Κύριο! Ω! Κύριε! Μα τι λέτε;
Το γάλα είναι άσπρο
απο γάλα βγαίνει η γιαούρτι,
που είναι άσπρη, που βγήκαν απ’την αγελάδα,
για να γιαουρτώσουν τον
Κύριο Μέγα έργο της Φύσης.
*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Casa Delle Bambole
Πριν από δύο ημέρες
ταξίδεψα
σ’ ένα παλιό παιχνιδάδικο της Ρώμης.
Ξεφτισμένα χαμογελαστά πρόσωπα
Απογυμνωμένες κούκλες
Αποκομμένα μέλη σώματος
Αποκαμωμένη, η ιδιοκτήτρια, να μαζεύει όλη της τη δύναμη
για να με πείσει ότι μου χαμογελάει.
Η αγωνία με την οποία οι καταστηματάρχες έσπευδαν
το άγχος τους να μην καθυστερήσουν…
Πόσο καιρό είχε να μπει πελάτης εκεί μέσα;
Ερωτεύτηκα τούτο το ξεχασμένο κατάστημα.
Φωτογράφισα τα παιχνίδια.
Δίχως να το καταλάβω
έπλαθα ιστορίες για το κάθε ένα ξεχωριστά.
Έπεισα τον εαυτό μου, φεύγοντας,
πως θα γράψω ένα παραμύθι για τούτα τα παιχνίδια.
Μα μόνο τον εαυτό μου καταφέρνω πάντα να ξεγελάσω.
Κανείς δε νοιάζεται για ιστορίες ξεχασμένων ηρώων.
Όσοι είδαν τις φωτογραφίες μου
ένιωσαν απέχθεια για τα παραμορφωμένα πλάσματα.
Κάποιοι, μέχρι και φόβο.
Κι εγώ, που ετοιμαζόμουν να τους πω πως
θέλω να δουλέψω εκεί,
έκοβα γρήγορα τη φωνή μου
και απλά χαμογελούσα.
Γιατί πήρα τις αντιδράσεις τους τόσο κατάκαρδα;
Ειλικρινά
ακόμα δεν ξέρω.
Όμως κάθε φορά
έγραφα μονάχα
τέσσερις λέξεις
μια απέραντη ντροπή.
Έχω βαρεθεί να χαμογελάω.
*Από το βιβλίο “Εδώ”, Εκδόσεις Πασιφάη, 2015, σελ. 40-41. Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site του ιδίου στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com
Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα τρίστιχα
Χαρά
Πολλή η θλίψη, και λίγη
η χαρά του ανθρώπου.
Όταν αιώνια κοιμηθεί.
Γιορτή
Νιώθω πως μου λείπει
η γιορτή. Αυτή που καλεσμένοι
είναι όλοι οι νεκροί.
Έρωτας
Ακούω το τραγούδι του
αηδονιού στο δέντρο.
Έρωτας είναι η φωνή του.
Μυστικό
Η ομίχλη ανυπόφορα κρύβει
ένα μυστικό. Το φως του ήλιου
απ’ τα μάτια μου.
*Από τη συλλογή “Μέχρι τη λύτρωση”, αυτοέκδοση e-book, Θεσσαονίκη, Ιούλιος 2015.
Φιλάρετος Στεφανάκης, Άρνηση.
Μπροστά μου ορθώνεται ένα τείχος
γεμάτο με συνθήματα σε μαύρο
ενός φυγόκεντρου κόσμου
αδιάλλακτου αποπροσανατολισμού,
σαν αδικοχαμένη καρδερίνα,
μιας ελπίδας που στάθηκε
στα σημεία των καιρών.
Οι σκάλες τσακίσαν τα όνειρά μου
γιατί ‘χαν σαθρά σκαλοπάτια,
μια αλάδωτη,κακοκουρδισμένη μηχανή
που παράγει ανείπωτο μίσος
και μαρσάρει με μένος
να φτάσει πρώτη στο τέλμα.
Δίπλα υπάρχει μια παιδική χαρά
μια σάπια τραμπάλα
χωρίς φωνές των αγγέλων.
Οι κούνιες λικνίζονται
με τον καυτό αέρα της ολοκλήρωσης,
σαν αλλοτινό εκρεμμές
μιας σπουδαίας αποκάλυψης.
Βαρίδια βαραίνουν τον φόρτο
άλλης μιας μέρας που χάθηκε
στο αέναο συλλογισμό της νύχτας.
Έτσι ασύδωτα στριφογυρίζει στο μυαλό μου
ότι η ελπίδα κάπου στο βάθος
καλά κρυμμένη
τρώει με χρυσά κουτάλια.
Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα
«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς
«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.
«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,
χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.
«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,
χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.
«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές
«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.
«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,
δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.
«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,
Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.
*Από την ενότητα «Προσωπεία»
*
Αν ο Πενθέας
λεγόταν Νηπενθέας,
ίσως να ‘χε γλιτώσει
τη σφαγή.
*
τω αγνώστω ποιητή
Πέρασε τη ζωή του,
Γράφοντας ποιήματα
Με τη γομολάστιχα.
*Από την ενότητα «Ιδεογράμματα Β΄»
*Από το βιβλίο «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» – ποίηση δωματίου», εκδ. Γαβριηλίδης 2010.
Emília Cerqueira, Στο ανάστροφο του κόσμου!
En el reverso del mundo!
Mi baile es el reverso de tu tango,
Abrazo sin posesivo abarcar …
Camino por la margen de esa vía solo
de vueltas y vueltas
Στο ανάστροφο του κόσμου!
Χορός μου είναι το αντίστροφο του τανγκό σας,
Αγκαλιές χωρίς ιδιοκτησία
Περπατώντας στο περιθώριό του
με ανατροπές και στροφές









