Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Από τον λόφο του Στράνη

Καίγεται πάλι το Μεσολόγγι
ολημερίς κι ολονυχτίς βροντάει το κανόνι
από στεριά και θάλασσα βαρούν το καλυβάκι
Καίγεται
καίγεται το Μεσολόγγι
πεινάει και διψάει
πίνει θολό νερό και τρώγει φύκια
τρώγει ψοφίμια και ποντίκια
δεν πέφτει καίγεται το Μεσολόγγι.
Κι εμείς
από τον λόφο του Στράνη ψιθυρίζουμε
“Βάστα καυμένη Παλαιστίνη!”
πολύ σιγά και ψόφια ψιθυρίζουμε
μη μας ακούσουνε των Βρυξελλών οι Μεττερνίχοι.
όμως στο μέγα πένθος του αιώνα συμμετέχουμε
νηστεύοντας τρεις μέρες το σουβλάκι

*Από το περιοδικό “Σημειώσεις”, τεύχος 90.

John Berger, Born 5/11/26 / Γεννηθείς 5/11/26

Redder every day
the leaves of the pear trees.
Tell me what is bleeding.
Not summer
for summer left early.
Not the village
for the village though drunk on its road
has not fallen.
Not my heart
for my heart bleeds no more
than the arnica flower. **

Nobody has died this month
or been fortunate enough
to receive a foreign work-permit.
We fed with soup
let sleep in the barn
no more thoughts of suicide
than is normal in November.
Tell me what is bleeding
you who see in the dark.

Hands of the world
amputated by profit
bleed in
streets of bloodsheds.

John Berger, γεννηθείς 5/11/26

Πιο κόκκινα κάθε μέρα
τα φύλλα των αχλαδιών.
Πες μου τι αιμορραγεί.
Όχι το καλοκαίρι
γιατί το καλοκαίρι έφυγε νωρίς.
Όχι το χωριό
γιατί το χωριό αν και μεθυσμένο στο δρόμο του
δεν έχει πέσει.
Όχι η καρδιά μου
γιατί η καρδιά μου δεν αιμορραγεί πια
απ’ ό,τι το λουλούδι άρνικα.

Κανείς δεν πέθανε αυτό το μήνα
ή ήταν αρκετά τυχερός
να λάβει άδεια εργασίας στο εξωτερικό.
Τρεφόμαστε με σούπα
κοιμόμαστε στον αχυρώνα.
Δεν υπάρχουν πλέον σκέψεις αυτοκτονίας
απ’ ό,τι είναι φυσιολογικό το Νοέμβριο.
Πες μου τι αιμορραγεί.
εσύ που βλέπεις στο σκοτάδι.

Τα χέρια του κόσμου
ακρωτηριασμένα από το κέρδος
αιμορραγούν
στους δρόμους των αιματοχυτών.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Το λουλούδι άρνικα είναι ποώδες πολυετές φυτό που ευδοκιμεί στις ορεινές περιοχές της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και παράγει κίτρινα λουλούδια που μοιάζουν με μαργαρίτες.

Ανδρέας Βουτσινάς, Δύο ποιήματα

Είμαι από τις γειτονιές

Είμαι από τις γειτονιές εκείνες
που αποστεωμένες πόρτες
κάθονται στο κατώφλι χαμόσπιτων,
ξεχασμένες από την λάμψη της λεηλασίας

από εκεί που εργάτες σακατεμένοι, χωρίς χέρια
κρατάνε μέσα τους κόσμους ολάκερους

από τις γειτονιές που νυχτολούλουδο
και άνθος πορτοκαλιάς,
ξεφεύγει από το τσιμέντο
εκεί που τα παιδιά, ποδήλατο
και άλλα ξεχασμένα παιχνίδια
δοκιμάζουν
και όταν με την θάλασσα και τον ουρανό
πάνε να ενωθούν,
η γειτονιά τους καταπίνει

*

Μείζονα απολογία σε μικρούς στίχους

Ζητάω συγγνώμη. Πίστεψα που σε κάποια
ποιήματα και στις σχέσεις των ανθρώπων.
Ζητάω συγγνώμη γιατί πίστεψα σε όσα
με το αίμα της ψυχής γράφονται.
Ζητάω συγγνώμη από την μνήμη,
διότι στην λήθη δεν την παρέδωσα
Και από τα αισθήματα που ζωντανά
τα κράτησα, από του χρόνου το σφαγείο

*Από τη συλλογή “Πολίχνη στο ημίφως”, έκδ. Φερτά Υλικά, Κέρκυρα 2024.

Σοφία Πολίτου, Η επαναστατική μνήμη της Παταγονίας

στον Oσβάλντο Μπάγιερ

Τα δέντρα υποφέρουν από μοναξιά
όπως τα παγόβουνα και οι μέλισσες
που δεν μπορούν να επιστρέψουν στις κυψέλες.
Η βαθύτερη προέλευση της συνείδησης
μου λέει να τρέξω μήπως κι εγώ τη γλιτώσω
από τη θλιβερή ύαινα που δεν κοιμάται ποτέ.
Απομακρύνομαι από τον κυκλοφορικό θόρυβο.
Τα φαντάσματα των βουνών μου δείχνουν τον δρόμο
και την ειρήνη των άγριων πραγμάτων.
Ενθουσιάζομαι την ίδια ώρα
που το σκουλήκι της απελπισίας
κλαίει στις αποσκευές μου.
Ούτε να το φιλήσω μπορώ.
Οι ειδικοί αναλύουν τον μεταβατικό τόπο,
μα εγώ βρίσκω τον τρόπο να χτίζω φωλιές μες στον χειμώνα.
Οι αριθμομηχανές των επιστημόνων
ασθμαίνοντας ακολουθούν ό,τι παρεκκλίνει,
ηχογραφούν τον παλμό του βυθού της καρδιάς
και είναι οι ίδιοι που καταγράφουν
τα ερωτικά καλέσματα πουλιών
που πρόκειται να εξαφανιστούν.
Χάνομαι αθόρυβα υιοθετώντας την τεχνική
των χιονονιφάδων. Κανείς δεν με βρίσκει.

Γιώργος Δομιανός, Τρία ποιήματα

ένας φίλος
του είχε πει
πως οι κεραίες
των πολυκατοικιών
είναι τα αγκάθια
της πόλης
μα αυτός
τις έβλεπε πάντα
σαν ρίζες
προς τον ουρανό

*

καμιά φορά
το δωμάτιο
στένευε τόσο πολύ
που αναγκαζόταν
να ξεχάσει
για να επιβιώσει

*

όταν χωρίσανε
αυτή πήρε μαζί της
τα χέρια του
και τώρα αδυνατεί
να της απαντήσει
στο μήνυμα
που του έστειλε

*Από την ενότητα [πάω στοίχημα πως ο Χριστός κάπνιζε], που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τρυφερούλης νεκροτόμος”, Κάπα Εκδοτική, 2022.

Πάνος Κυπαρίσσης, Έξι μικρά ποιήματα

ΝΗΠΕΝΘΗ

Διάφανα νήματα βροχής

Μακρόσυρτες βουβές συλλαβές
φιλούν τη γη και μέσα της πεθαίνουν

*

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

Μαύρο σκυλί
βόσκει τ’ ασήμαντο

*

ΜΕΤΑΛΛΑΓΗ

Τι γυρεύ’ η ύλη και πλάθει κάποτε ζωή;

Αποχτά μυαλό και πανικό
χάνει χρόνο κι αίμα

*

ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

Τ’ άνθη στα ρείθρα επιμένουν

Ωστόσο δεν ξέρουν τίποτα
Για την τυχαία σκόνη που τα θρέφει

*

Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αν τολμήσεις να φανείς
ίσως να μ΄ αφοπλίσεις

*

ΕΓΓΕΝΩΣ

Υπόρρητη γλώσσα, σκοτεινή
το νου μου μάχεται
την άμαθη ψυχή και τη ραγίζει

*Από την ενότητα “Το σώμα” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Μαύρο βαμβάκι”, Εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2009.

Νίκος Χρηστίδης, Βρυχ

Τα βράδια μπορώ να γράψω τις πιο μελωδικές
κραυγές
σε ένα κομμάτι χαρτί
αυτές που στον ύπνο μου
αγαλλιάζουν την ψυχή
και στον ξύπνιο κουρνιάζουν δίπλα στην
συνείδηση

είναι κι αυτή μια ακόμη γαμημένη μέρα
η σημερινή
πηγάδι κι ανεμοδαρμένο δέντρο
που φουντώνει μέσα απ’ τις έγνοιες
και μ’ οδηγεί στο αποκορύφωμα ενός θρόνου
από τον οποίον τόσο εύκολα με ένα άγγιγμα
θα πέσω
πρέπει να μάχεσαι κάθε μέρα
μου είπαν
μα και γι’ αυτό χρειάζεσαι να κατοχυρώσεις
όλα σου τα σπαθιά
που το καθένα έχει λαβή ασήκωτη
σε πληγώνει κάθε που το σηκώνεις
ενάντια στους δύσκολους καιρούς
ακραιφνής να δείχνεις μπρος τον χρόνο
οι αιώνες να σε ικετεύουν γονατισμένοι
και μέσα από την αστείρευτή σου παρουσία
να τους αγριεύεις
μαγεία
αυθεντική λατρεία να κάνεις τον θάνατο σου

δεν μπορώ να σκαρφαλώνω στο φεγγάρι απόψε
αλλά αυτό αναβοσβήνει
χάνεται
κι ύστερα γίνεται θεά
πλασμένη από φως, λίμνες και χλέπες
γιατί με πυροβολείς όταν σε κοιτώ;
Δε σε μέμφομαι
απλώς πάρε το μαχαίρι μου
και δώσε μου το χέρι σου να λαβώσω
ό,τι έχει μείνει
αν έχει μείνει
ζωντανό. –

*Από τη συλλογή “Ποίηση Συνελεύσεων”, Γιάννινα, Φλεβάρης 2021.

Κατερίνα Φλωρά, Μέσα από τα βλέφαρα

Αλαργινή θύμηση ανέμελης μορφής
μιας εποχής που ξεθωριάζει
στο βάθος του αχνού πλάνου

Καθώς πλησιάζει η εικόνα
οικεία μοτίβα προβάλλουν
περιγράμματα φιγούρας με κενό περιεχόμενο
χαμένου στο μακρινό χρόνο

Εκπλήρωση απωθημένων κουκκίδων
στο όριο του πραγματικού
ανθοφορεί στον ζοφερό περίγυρο
υπενθυμίζοντας την ηχηρή παρουσία
πριν το πέπλο καλύψει τα πάντα

Peny Delta, Ένα σπίτι καιγόταν

Με έκλεισα στο ποίημα.
Μου φρόντισα τη στίξη.
Με διάβασα ξανά.
Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν.
Ένα ζώο πεινούσε.
Ένας άνθρωπος φώναζε.

Με έκλεισα στο ποίημα.
Τελείες και θαυμαστικά,
εκεί που κοίμιζα την κόρη μου.
Αποσιωπητικά όνειρα • ζούσα.
Παύσεις, κενά, κομμάτια • αγαπούσα.
Με τις λέξεις ερωτοτροπούσα.

Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν.

Γιώργος Κοζίας, Τρόπαια από τα χρόνια της μητρός

Φωτογραφία: Γιώργης Σαράτσης

Κι αυτές που αγάπησαν στα Κύθηρα
Κι αυτές που κοιλοπόνεσαν στις Θήβες
Κι αυτές που γέννησαν στα λαϊκά νοσοκομεία
μίσχο, φύλλο, ανθό και πέταλο
την άλογη
την εξαυλωμένη
την καβαλημένη φύση

τρόπαια φέρνουν ματωμένα
τρόπαια σωμάτων θεσπεσίων
τρόπαια ανθρώπων λυγισμένων
τρόπαια εραστών
τρόπαια ξένων
τρόπαια αρραβώνων ξεχασμένων

τρόπαια ανάμεσα σε βουβές λέξεις
-κρίνα ανυπότακτα
λουλούδια της κοιλιάς τους-
καθώς τα αρπάζουν οι μαίες
καθώς τα ράβουν οι γριές κεντήστρες
καθώς τα ευλογούν οι μοίρες
καθώς τα πνίγουν στα χέρια τους οι βάγιες
μαινόμενες, μαινόμενες στις παιδικές μας κούνιες

και άστρα τα παίρνουν και φεγγάρια τα τρελαίνουν…

-Μάνα μου, σκιάζομαι πολύ μην πεθαμένοι βγούνε;
-Σώπα, παιδάκι μου, οι νεκροί την πλάκα τους βαστούνε.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2018/05/11/τρόπαια-από-τα-χρόνια-της-μητρός-γιώργ/?fbclid=IwY2xjawKOZBFleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFHVTNtN3lRTTB0N2V4empRAR6F-j5SjqTHkDiNKpaEZoJ-lk4sZBg2jvhhDtv0N4fL40HPwEhG52WgGJOMgQ_aem_brg5OQOBkmztwiqs_DqwZw