Αλόη Σιδέρη (1929-2004), Ραντεβού ΙΙ

Ήταν κιόλας αργά κι όμως δε φεύγαμε
πικρή η συνομιλία και δεν τέλειωνε
και τι συνομιλία να πεις – φράσεις μισές
“τώρα πια μόνο…” ή “ποιος ξέρει αν…”

Αν εξαιρέσουμε τυχαία συναπαντήματα
είχαμε κοντά χρόνο να ιδωθούμε
ή μάλλον πιο πολύ, ναι από τότε που…
κι τώρα τι να πρωτοπείς, τι να…

Όσο να με καλωσορίσει, όσο να παραγγείλουμε
είχε γυρίσει ο ήλιος, άλλαζε το φως
προχωρημένο πια Φθινόπωρο κι έκανε ψύχρα
ίσως δεν έπρεπε να κάτσουμε σ’ αυτό το τραπεζάκι.

*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, Εκδόσεις Άγρα, 1999. Επίσης, δημοσιευμένο στο περιοδικό “Ποίηση”, τ. 12, Φθινόπωρο-Χειμώνας 1998.

Βασίλης Μόσχος, Δύο ποιήματα

ΑΝΑΓΚΗ

Αγκάλιασε

τον πόνο και την θλίψη και την αγωνία.

πιάσ’ τη ζωή και ξεφλούδισ’ την
πέτα στολίδια και καυχήματα.

Την ομορφιά της παραμέρισε
επικεντρώσου στην ασκήμια

όσα το βλέμμα κι η ψυχή αποστρέφονται
με ειλικρίνεια πόθησέ τα.

Συμφιλιώσου με την οργή
και τις αμέτρητες απώλειες.

Την πνιγηρή λαχτάρα για ευτυχία περιφρόνησε.

*

ΕΞΟΔΟΣ

Θα ξυπνήσεις ένα πρωινό και θ’ ανασάνεις
ήχους από βλέμματα αγαπημένα.

Θα ξαναβγείς στην πόλη.

Ποτέ δεν έλειψα, θα πεις, από τις άδειες
λεωφόρους τα ηλιοβασιλέματα επάνω

σε ταράτσες όλο σίδερο
πετρέλαιο και μπετόν.

Από ‘κει πάνω κοίταζες τον κόσμο

που περιμένει πάλι να σε πιει
σε διψασμένο όνειρο.

*Από τη συλλογή “Γιούνικ”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Θανάσης Πάνου, Στάχτη στο πάπλωμα

Βρήκε τον τρόπο
να με αλλοιώνει
να υπολογίζει τις συντεταγμένες μου
κατά το δοκούν
ν’ απαριθμεί τις άρρυθμες διαδρομές
γεμάτες σκόνη στο διάφραγμα
να με συμβουλεύει για το άδικο όνομα
να με συμπονά·
χωρίς ν’ αλλάξει καμία λειτουργία
χωρίς ν’ ακουστεί ούτε μια στάχτη
να πέφτει στο πάτωμα.


*Από τη συλλογή « Ασπρόμαυρα πλάνα», Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2025.

Asha Karami, Δεν δουλεύω πια για εσάς

αυτή ήταν η τελευταία φορά που μπήκα στο εταιρικό μου μέιλ
δεν είμαι πια το τέρας που ήμουν

στη ζωή μου δεν είχα το κομμάτι από την πίτα που δικαιούμουν
από εδώ και στο εξής θα με διαχωρίζω σαφώς από το περιβάλλον μου

παίρνω την ατζέντα μου
σήμερα αποφασίζω να ξεκινήσω αύριο
μια γαμημένη τελευταία προσπάθεια ανάκαμψης

γεννήθηκα με δύο κόλπους
και δεν πιστεύω στις πόρτες
είναι ο τρίτος μου θάνατος και είμαι ακόμα στα τριάντα

ούτε πιστεύω στους εμφύλιους πολέμους
κι ας μισώ την κουλτούρα σου
ίσως είμαστε οικογένεια γιατί κάπου εκεί έξω
υπάρχουν δυο ετεροθαλείς αδερφοί μου

όταν πεθάνω θέλω να είμαι παρούσα
δεν θέλω να συμβεί στον ύπνο μου θέλω
να πω αντίο να μην πεθάνω χωρίς εμένα

*Μετάφραση: Νάντια Πούλου

**Δημοσιεύτηκε στο στο τεύχος 32 (Χειμώνας-Άνοιξη 2025) του ΤΕΦΛΟΝ (αφιέρωμα στη σύγχρονη ποίηση από την Ολλανδία).

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα

ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΞΥΛΙΝΟ ΦΕΡΕΤΡΟ

…πετάει ο αγέρας κουρελόχαρτα
για ελευθερία και ειρήνη.

Άδειοι οι δρόμοι (1986)
(Σταύρος και Μαρία Κουγιουμτζή,
Γιώργος Νταλάρας)

Πεθαίνει ο κόσμος
από τις ισραηλινές βόμβες
από ματαιωμένες εξεργέσεις
από την καθημερινή ανοησία
από τη φτώχεια,
πεθαίνει ο κόσμος
στη Γάζα
στα Τέμπη
στα εργατικά διαμερίσματα
στις απλήρωτες υπερωρίες.

Πεθαίνει ο κόσμος
πεθαίνω κι εγώ
κι η νέα γενιά θα με φτύνει
με τραγούδια τραπ
για βιασμούς και για όπλα
πάνω από το ξύλινο φέρετρο.
Ξέρω, κανείς δεν αγάπησε
τα ποιήματα μου
για την Επανάσταση και τον Έρωτα,
ούτε κι εγώ.

*

ΚΥΡΙΕ ΛΟΓΑΓΕ!

Κύριε λογαγέ
των ισραηλινών στρατευμάτων!
Με το μπουζούκι παρά πόδα
στέκομαι προσοχή,
ορκίζομαι
θα υπερασπίζω με πίστην και αφοσίωσιν,
μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματος μου
τον αμυντικό πόλεμο στη Γάζα.
Με τις νότες μου θα χαρίσω
λίγες στιγμές ξεκούρασης
στους στρατιώτες μας,
τίποτα δεν ζητώ
παρά μόνο
μια καλή αμοιβή
για τις υπηρεσίες μου.

*

ΜΕ ΤΟ ΟΠΛΟ ΣΤΟ ΧΕΡΙ

Με το όπλο στο χέρι
με το μαχαίρι στα δόντια
πεινασμένος, άγρυπνος
και γυμνός
θαμμένος στα χαλάσματα
αντιστέκεσαι.
Ψηλά στον ουρανό
τα κοράκια
υμνούν το τέλος
της αντίστασης,
γύπες προσμένουν
το θάνατο σου
χωρίς να νιώθουν
πως η αθάνατη ψυχή σου
έχει ήδη νικήσει,
τα άρματα μάχης
τις αερομεταφερόμενες ταξιαρχίες
τα βομβαρδιστικά
τις έξυπνες βόμβες.
Εκεί που χύθηκε
το αίμα σου
εκεί αναστήθηκε
η Παλαιστίνη.

Νίκος Καχτίτσης, Δύο ποιήματα

Το κράνος και το φορτίο

Στάθηκα στὴν καμπὴ τοῦ δρόμου
στὸ βουνὸ μὲ τὰ βράχια,
κι ἕνα βοσκόπουλο
μοῦ πρόσφερε μαῦρο
γλυκὸ ψωμί, νερὸ
καὶ πικραμύγδαλα.
 
Λιβάδια ζοφερὰ τὴν αὐγή,
ὁμιχλώδη βουνὰ τῆς Μουργκάνας,
τοπία νεκρά,
μοῦ’ χετε κλέψει τὰ νιάτα
καὶ τὸ γέλιο.

*

Άδεια νοσοκομεία (απόσπασμα)

(…)
Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές/
με χειρόγραφα στις τσέπες/
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους/
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι/
στο πλακόστρωτο του λιμανιού/
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο/
που δεν έρχεται από πουθενά/
και που δεν πρόκειται να φτάσει/
αφού δεν υπάρχει. (…)

 
*Από τη συλλογή“Τρωτό σημείο” (1949)]. Μετάφραση: Γιώργος Δανιήλ. Παρατίθεται στο βιβλίο του Γιώργου Δανιήλ “Ο λεπιδοπτερολόγος της αγωνίας Νίκος Καχτίτσης”, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1981, σελ. 189 (του πρώτο) και σελ. 201 (του δεύτερο). Αναδημοσίευση από εδώ: https://vardavas.wordpress.com

Τώνια Τσαρούχα, Οι φίλοι μου

Οι φίλοι μου κουράστηκαν να δουλεύουν σε κακοπληρωμένες δουλειές
να σέρνουν καρότσια στον διάδρομο του σούπερ μάρκετ
να χαμογελάνε βεβιασμένα σε πασχαλινά τραπέζια με το σόι
να είναι άντρες ή γυναίκες.

Τελείωσαν τις σχολές τους με 9,5
Τώρα έχουν περίπτερο στο διάστημα, ή δουλεύουν
ως intimacy coordinator σε ταινίες τρόμου,
όπου εξοικειώνουν τους θεατές με τους φόβους τους.

Οι φίλοι μου ερωτεύονται data
Πληγώθηκαν θανάσιμα κατά τη διάρκεια των Star Wars
Τώρα υποφέρουν από μετά-τραυματικό στρες
Δεν μαγειρεύουν
Και σπάνια καταφέρνουν να διαβάσουν ένα βιβλίο μέχρι τέλους.

Μέσα στο ψυγείο τους έχουν μόνο παγάκια και το μαύρο γάλα της αυγής
Αυτό το υπόλειμμα γύρω απ’ τα χείλη,
που σκουπίζουν με την ανάστροφη της παλάμης,
είναι η κόλαση.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2025/05/24/οι-φίλοι-μου-τώνια-τσαρούχα/#like-7371

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩ ΣΙΩΠΗΛΟΣ

Να σκίσω σημειώσεις,
να σκίσω τη ζωή μου.

Τις κατηφείς μου σκέψεις με μιας να ξεριζώσω,
το άγχος μου να σπάσω με γροθιές.

Την μνήμη να νεκρώσω,
τους πόθους να εξοντώσω.

Να πάψω να αθροίζω, ν’ αρχίσω να αφαιρώ,
να μην αφήνω λέξεις να με ενοχλούν.

Την πόρτα μου να κλείσω,
της έμπνευσης την πόρπη να ξηλώσω.

Μόχθος πολύς σ’ αυτή την όχθη,
καιρός να σταματήσω σιωπηλός.

2023

*

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΕΡΙΣΜΟ

Η ανάσα μου ψήνει τούβλα.
Η μοναξιά μου ανοίγει μονοπάτι θανάτου.
Το βλέμμα μου φανός ανθρακωρύχου.
Η ψυχή μου κριάρι σαν ορμητικό ποτάμι,
διασχίζει την ομορφιά, με τον καημό της θάλασσας.

Κατολισθήσεις έφραξαν την ακοή μου.
Λένε πως ίνες έγειραν σαν στάχυα κι ακουμπούν στα τύμπανα·
γι’ αυτό ακούω γεννήτριες, τζιτζίκια και τριζόνια.
Λένε πως νεύρα λεπτότατα έχουν νεκρωθεί
και είναι σαν ξερά λουλούδια,
που όσο κι αν τα ποτίσεις,
δεν πρόκειται να ζωντανέψουν.

2008

*Από τη συλλογή “Ποιητική καταδίκη”, Εκδόσεις “Το Κοινόν των ωραίων τεχνών”/Μαΐστρος, 2025.

Νικόλαος Κάλας, Ακρόπολη

Στο πρώτο πλάνο
ο Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

*Από τη συλλογή “Γραφή και φως” (1933), Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1998, σ. 23-24.

George Le Nonce, Ήττα

Ἄργησα πολὺ νὰ μιλήσω δὲν ἤθελα νὰ πῶ τ᾽ ὄνομά μου
Βικτωρία Θεοδώρου

Ἀδαὴς ἀκόμη, κοιτάζεις τὴν ἀντανάκλασή σου καὶ χαίρεσαι
«ἐγὼ εἶμαι» λές, «αὐτὸς εἶμαι ἐγώ», οὔτε ποὺ φαντάζεσαι
πὼς δὲν εἶσαι, καὶ δὲν θὰ γίνεις, τὸ εἴδωλό σου, ἕνας ἄλλος
εἶναι ἡ ἀντανάκλασή σου, κι ὄχι μόνο αὐτὴ στὸν καθρέφτη,
ὅλες οἱ ἀντανακλάσεις ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ὅλα τὰ εἴδωλά σου
εἶναι ἕνας ἄλλος, ἀλλιῶς ζεῖ, ἀλλιῶς σκέφτεται,
ἄλλα στηρίγματα ἔχει, ἐσὺ δὲν τὰ φαντάζεσαι κάν.

Ἀμέριμνος σοῦ λέει ἱστορίες γιὰ τὴ μάνα του
κι οὔτε τοῦ περνάει ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ἐσὺ δὲν ἔχεις μάνα.
Νοσταλγικὸς σοῦ περιγράφει τὸ πατρικό του σπίτι
κι οὔτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς ἐσὺ δὲν ἔχεις σπίτι.
Πικραμένος σοῦ ἀφηγεῖται πῶς τὸν ἀδίκησαν στὴ δουλειὰ
κι οὔτε ὑποψιάζεται πόσα χρόνια ἔχεις ἄνεργος.

Ἁπλὰ πράγματα, καθημερινά, δεδομένα
σπίτι, δουλειά, οἰκογένεια, καταγωγὴ
μόνο ποὺ δὲν εἶναι δεδομένα
καὶ δὲν θέλεις πιὰ νὰ ξανασυναντήσεις
δὲν θέλεις πιὰ νὰ ξαναμιλήσεις μὲ κανέναν
δὲν διαθέτεις τὸν ἐλάχιστο ἀπαιτούμενο
κοινὸ παρονομαστὴ
ἔχεις χάσει πρὸ πολλοῦ κάθε παρονομαστή.

Καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ διανοηθεῖ πὼς ὑπάρχεις κι ἐσὺ
μέσα στὴν ἐπιδεικτικὴ ἀρτιμέλεια τοῦ κόσμου.

*Από τη συλλογή «Μαντείο», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2024.